Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

Bad Company: “Live in Albuquerque 1976”


Οι θρυλικοί Βρετανοί BAD COMPANY αποτελούν για τους περισσότερους από εμάς τον απόλυτο ορισμό τι εννοούμε παραδοσιακό hard rock που αποτελείτο από έμπειρους και πετυχημένους μουσικούς με προυπηρεσία σε σπουδαία γκρουπ όπως οι Free, οι King Crimsonκαι οι Mott the Hoople.
Η μπάντα μεγαλούργησε κυρίως στα ’70s με τα πρώτα τρία άλμπουμ τους, τα οποία θεωρούνται κλασσικά ενώ επανήλθαν τα μέσα της δεκαετίας του ‘80s δριμύτεροι κυκλοφορόντας μερικά αξιοπρεπή άλμπουμ χωρίς τον Paul Rodgers στο μικρόφωνο. Τα τελευταία χρόνια οι Bad Company περιοδεύουν ανά καιρούς με μεγάλο απόντα τον μπασίστα  Boz Burrell που έφυγε από την ζωή το Σεπτέμβριο του 2006.
Ερχόμενοι τώρα στο “Live in Albuquerque 1976” βρίσκουμε ένα εξαιρετικό best of με ζωντανές ηχογραφήσεις της μπάντας, με συνθέσεις που έμειναν στην ιστορία. Βασικός υπαίτιος που βγήκε στο φως της δημοσιότητας  η συγκεκριμένη κυκλοφορία είναι η επιμονή του κιθαρίστα Mick Ralphs αφού ο ίδιος χάριν στο μεράκι του κατάφερε και σώθηκαν οι εν λόγω ηχογραφήσεις ενώ παράλληλα ο ίδιος από το προσωπικό του αρχείο εμπλούτισε με δικές του φωτογραφίες το εικαστικό κομμάτι του άλμπουμ.



ΤοLive in Albuquerque έχει μία περιπετειώδη διαδρομή ώσπου να κυκλοφορήσει διότι με την κυκλοφορία του τρίτου άλμπουμ της μπάντας “Run with the Pack” αποφασίζουν να βγάλουν λίγους μήνες αργότερα στην αγορά το συγκεκριμένο live δίσκο αλλά τον αποσύρουν αμέσως λόγω νομικών ζητημάτων που υπήρξαν με τα πνευματικά δικαιώματα.
Ευτυχώς το “Live in Albuquerque 1976” κυκλοφόρησε επίσημα τριάντα χρόνια μετά  (τον Αύγουστο του 2006) με πλούσιο booklet και οι χιλιάδες φίλοι της μπάντας έχουν την χαρά να απολαύσουν έναν από τους πιο συναρπαστικούς live rock δίσκους της δεκαετίας του ’70.
Όλη η αυθεντική παλιοπαρέα των Mick Ralphs, Paul Rodgers, Boz Burrell και του Simon Kirke δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους και παραδίδουν μαθήματα απλού, ατόφιου αλλά πάνω από όλα ψυχωμένου hard rock χωρίς υπερβολές και φτηνούς εντυπωσιασμούς βάζοντας την δική τους ανεξίτηλη σφραγίδα στο λεγόμενο classic rock ήχο.
Φυσικά στο “Live in Albuquerque 1976” περιλαμβάνονται σχεδόν όλες οι κορυφαίες συνθέσεις της μπάντας με τις παθιασμένες ερμηνείες του Paul Rodgers να κυριαρχούν (αν και σε κάποια σημεία ακούγεται κουρασμένη).
Συνθέσεις όπως τα “Feel Like Makin' Love” και “Rock Steady” ακούγονται ακόμη πιο δυναμικά ενώ το καταιγιστικόDeal With The Preacherείναι η καλύτερη προετοιμασία για το σπαρακτικό “Ready for Love”.
Στο Can't Get Enough γίνεται το σχετικό παιχνίδισμα με τον κόσμο ενώ σπουδαίες στιγμές είναι οι ανατριχιαστικές ερμηνείες σταBad Company”, “Shooting Star” και Simple Manαλλά και στο
"Run with the Pack" τα μελωδικά κιθαριστικά σολαρίσματα του Mick Ralphs είναι πραγματική κατάθεση ψυχής.
Τα πολλά λόγια κουράζουν λέει μία λαική ρήση οπότε για τους Bad Company το μόνο σίγουρο είναι έχουν ριζώσει βαθιά στην καρδιά μας και είναι μία από τις πιο όμορφες μπάντες που έβγαλε η ροκ μουσική και σίγουρα η καλύτερη παρέα μας για όσα χρόνια μας έχει δώσει ο Θεός ακόμη…

Φώτης Μελέτης

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Pearl Jam: “Ten”


Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια μπάντα από το Σιάτλ, η Mother Love Bone και είχε το όνειρο να γίνει διάσημη. Ένα όνειρο που έσκασε σαν σαπουνόφουσκα με τον αναπάντεχο θάνατο του frontmant αυτής, του Andrew Wood, που την πάτησε όπως τόσοι και τόσοι άλλοι χρήστες που πίστεψαν ότι θα μπορούσαν να ελέγξουν εκείνη τη λίγο παραπάνω δόση (ηρωίνης).

Μετά από τρεις μέρες σε κώμα, αποσυνδέθηκαν τα μηχανήματα που τον κρατούσαν στη ζωή. Κατέληξε στις 19 Μαρτίου του 1990, ενώ ήταν μόλις 24 ετών και μόλις δύο εβδομάδες πριν από την κυκλοφορία του πρώτου άλμπουμ του συγκροτήματος, του “Apple” που προοριζόταν να τον κάνει σούπερσταρ. Τα άλλα μέλη της μπάντας, ο Stone Gossard (κιθαρίστας) και ο Jeff Ament (μπασίστας) προσπαθώντας να ξεπεράσουν την αναποδιά που τους έτυχε, δέχτηκαν την προσωρινή λύση που τους πρότεινε ο από μηχανής Θεός», φίλος τους  Chris Cornell (των Soundgarden), να συμμετάσχουν στους Temple of the Dog.
Ενώ γνώριζαν καλά ότι αυτό ήταν μια διέξοδος με ημερομηνία λήξης, αυτό που τους απασχολούσε ήταν πώς θα μπορούσαν να αναμορφώσουν το δικό τους γκρουπ για να το πάνε μερικά βήματα παραπέρα. Ήξεραν πως οι μέρες της funky alternative metal που αντιπροσώπευαν οι Mother Love Bone, είχαν παρέλθει ανεπιστρεπτί και χρειάζονταν άλλα πρόσωπα κι ένα δυναμικό υλικό για να καταφέρουν να προχωρήσουν.

Κάπου εκεί, για καλή τους τύχη, βρέθηκε το «10 το καλό», ο καινούργιος frontman, ένας 24χρονος σέρφερ από το Σαν Ντιέγκο, που σύντομα έμελε να γράψει ιστορία για τον ίδιο και τη μπάντα. Ήταν ο Eddie Vedder που θα συμπλήρωνε το κενό και με το παραπάνω. Και παρέα με τους υπόλοιπους έφτιαξαν με πολύ αγάπη και μεράκι το νέο σχήμα που θα έφερε την ονομασία Pearl Jam”, εγκαταλείποντας την αρχική “Mookie Blaylock” για λόγους πνευματικής ιδιοκτησίας, καθώς επρόκειτο για το όνομα γνωστού μπασκετμπολίστα και σταρ του NBA.
Το νέο αυτό σχήμα επιλέγοντας τις μουσικές του δεν απαρνήθηκε την αρμονία και μελωδία του πλούσιας κλασικής ροκ κληρονομιάς, ούτε προτίμησε να κάνει πανκ επιλογές, όπως οι Nirvana. Αντιθέτως, ενσωμάτωσε γενναιόδωρες δόσεις από την παλιά καλή κλασική ροκ και με τις ουσιαστικές κιθάρες του Stone Gossard, το σκοτεινό μπάσο του Jeff Ament και τους στίχους - θεραπεία του νέου οργισμένου, περισσότερου ανθρώπινου από τα συνηθισμένα ροκ σταρ, frontman Eddie Vedder τέθηκε το πλαίσιο για μια νέας γενιάς μπάντα που προοριζόταν να γεμίζει στάδια και να συνεπαίρνει πλήθη.  

Αμέσως και αυθόρμητα, σήκωσαν μανίκια και χωρίς να χάνουν καθόλου χρόνο επικεντρώθηκαν στο πρώτο τους άλμπουμ που έμελε να αναδειχθεί στο αριστούργημα που θα το χαρακτήριζε ένας πρωτόγνωρος για τα μέχρι τότε δεδομένα ήχος.
 
Ο πρώην ντράμερ των Red Hot Chili Peppers, Jack Irons, (και μετέπειτα ντράμερ των Pearl Jam από το 1994) που απέρριψε τότε τη συμμετοχή του στους Pearl Jam λόγω των υποχρεώσεών του στη μπάντα που συμμετείχε (την “Eleven”) είχε ήδη ετοιμάσει ένα ντέμο με instrumental συνθέσεις που το έδωσε στο φιλαράκι του από το μπάσκετ, τον Vedder. Αυτός το άκουσε, πήγε για σερφ και μετά κάθησε και έγραψε απνευστί τους στίχους. Η έμπνευσή του υ αποτυπώνεται εναργώς στη δήλωσή του: «Ό,τι πίστευα βρίσκεται σ’ αυτήν ακριβώς τη γ@μημένη στιγμή. Και ουσιαστικά γι’ αυτό πρόκειται όλος ο δίσκος». Θέματα όπως η κατάθλιψη, η αυτοκτονία, η μοναξιά και ο φόνος κυριαρχούν στο Ten”, και με κάποιες εξειδικευμένες αναφορές στους άστεγους (Even Flow”) και τις ψυχιατρικές κλινικές ("Why Go"). Όσο για το Jeremy (όπως και το video που το συνοδεύει) βασίζεται σε αληθινή ιστορία γυμνασιόπαιδου που αυτοκτόνησε με όπλο μέσα στην τάξη του κι ενώπιον των υπόλοιπων των συμμαθητών του.
Το ντέμο που ετοίμασε ο Vedder και ταχυδρόμησε στον Ament περιείχε τρία κομμάτια, μέρος μιας μίνι ροκ όπερας με τον τίτλο “Momma-Son”. Ήταν τα Alive, Once και “Footsteps” (το B-side του σίνγκλ Jeremy), που τα συνέδεε μια αλληλουχία αυτοβιογραφικών γεγονότων για ένα νεαρό άντρα του οποίου ο πατέρας πεθαίνει (Alive) και τον διακατέχει η μανία να σκοτώνει (Once) οδηγούμενος τελικά στον ίδιο του τον θάνατο (Footsteps).
Η σκληρή, μεθοδική προετοιμασία τους δεν άργησε να φέρει τη συνεργασία με τη δισκογραφική Epic Records. Πριν ακόμη μπουν στο στούντιο, η πλειοψηφία των κομματιών ήταν έτοιμη. Μόνο τα “Porch”, “Deep”, “Why Go” και “Garden” εκκρεμούσαν ακόμη.

Τον Μάρτιο του 1991, οι Vedder, Gossard, Ament, McCready και ο ντράμερ Dave Krusen ξεκίνησαν τις ηχογραφήσεις του άλμπουμ στα London Bridge Studios του Σιάτλ, με παραγωγό τον Rick Parashar. Ήταν αποφασισμένοι, συγκεντρωμένοι και προσγειωμένοι αρκετά ώστε να μη πέσουν στις λούμπες του παρελθόντος των MLB. Έχοντας πάρει ένα καλό μάθημα, μόνη λογική διέξοδος φαινόταν να αφήσουν τις υπερβολές, κρατώντας χαμηλό το budget της παραγωγής, δοκιμάζοντας ουσιαστικά μέχρι πού θα μπορούσαν να φτάσουν την πρώτη τους δουλειά. Έως τον Μάιο τα sessions είχαν ολοκληρωθεί χωρίς να έχουν ξεπεράσει τα 25.000 δολάρια (τρεις φορές κάτω από το “Apple”) και ο Krusen (που δεν μπορούσε πλέον ξεκάθαρα να διαχειριστεί το θέμα του με το αλκοόλ) είχε αντικατασταθεί από τον Dave Abbruzzese. Τίποτα όμως δεν έδειχνε ότι είχαν πετύχει και κάτι το ιδιαίτερο, αν και αφιέρωσαν πολύ χρόνο, χρήμα και κυρίως μεράκι μιξάροντας ξανά και ξανά μέχρι να φτάσουν στο αποτέλεσμα.
Στις 27 Αυγούστου του 1991, το Ten πήρε τη θέση του στα δισκάδικα των ΗΠΑ, σε μορφή CD αποκλειστικά, καθώς η Epic δεν διέβλεπε να γίνει χρυσό (αλλά ευτυχώς όχι μόνο διαψεύστηκε, αλλά το είδε να γίνεται 13 φορές πλατινένιο) . Η πρώτη φορά που κυκλοφόρησε σε βινύλιο ήταν στις 22 Νοεμβρίου του 1994, την ίδια μέρα που βγήκε στην αγορά και το τρίτο άλμπουμ των Pearl Jam, το Vitology.


Το πρώτο σίνγκλ του άλμπουμ, το Alive, το οποίο είχε προηγηθεί εύστοχα λίγες εβδομάδες του άλμπουμ προετοιμάζοντας το έδαφος γι’ αυτό που θα επακολουθούσε. Απαλό στο άκουσμά του (χωρίς να μπορεί να κατηγορηθεί για «κοιμισμένο») και μελωδικό, το κιθαρικό σόλο κλέβει έτσι απλά την παράσταση κάνοντας όλο και περισσότερους να πίνουν νερό στο όνομα της μπάντας. Και ο Vedder καταθέτει κάποιους από τους πιο εμπνευσμένους, εύστοχους και ευαίσθητους στίχους του, ως ένα μέσο λύτρωσης από τη φιγούρα του πατριού του που πίστευε ότι ήταν ο πραγματικός πατέρας του: “Tattooed all I see/all that I am/all that I’ll be…” , “I know you’ll be a star/in somebody else’s sky/but why"/but why"- can’t it be mine”.
Το Ten” πάντως συνολικά έδωσε μια γερή mainstream πνοή στο grunge κίνημα, πριν ακόμη κυκλοφορήσει το “Nevermind” των Nirvana (ένα μήνα μετά). Οι alternative ροκάδες μπορούσαν να καυχιούνται ότι ήταν δεν ήταν πια στο περιθώριο, καθώς το μουσικό τους είδος άρχισε να βάζει στέρεα θεμέλια στην καρδιά της μουσικής βιομηχανίας.  Ας μην ξεχνάμε ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή, το grunge κίνημα που επρόκειτο να γίνει τόσο δημοφιλές μέσα στα επόμενα χρόνια, δεν είχε ακόμη πείσει τους περισσότερους. Είχε ως βάση του κυρίως το
ο Σιάτλ, που δεν ήταν ακριβώς και το κέντρο της μουσικής παγκόσμιας κοινότητας. Οι σημαντικότεροι εκπρόσωποί του είχαν ακόμη πολλά να δείξουν (και να αποδείξουν): Οι Alice in Chains είχαν κάνει το ντεμπούτο τους την προηγούμενη χρονιά με το “Facelift” αλλά ακόμη αντιμετωπίζονταν ως μέταλ μπάντα, οι Nirvana τον επόμενο μήνα θα κατακτούσαν τον κόσμο με το καταλυτικόNevermind”, ενώ το επαναστατικό, τρίτο άλμπουμ των Soundgarden “Badmotorfinger” αναμενόταν τον Οκτώβριο.


Η εμπορική επιτυχία έμοιαζε να είναι εξασφαλισμένη (25.000 αντίτυπα πωλήθηκαν μόλις στην πρώτη εβδομάδα), αλλά η ουσιαστική καταξίωση για το συγκρότημα (και κυρίως τον τραγουδιστή του) ήρθε μέσα από τη live εκτέλεση των κομματιών. Ο Vedder απογείωσε στην κυριολεξία τις συνθέσεις αφήνοντας τη ντροπαλή, ευαίσθητη περσόνα που δεν τολμούσε να κοιτάξει το κοινό του στα μάτια, μοιάζοντας πλέον σε άγριο ζώο που τον συνεπαίρνει η κάθε νότα, ο κάθε στίχος και χάνεται στην κυριολεξία μέσα στη μουσική του. Και το κυριότερο, κατάφερε να περάσει όλη αυτή την αίσθηση και σε όσους τον άκουγαν, συνεπαίρνοντας όλο και περισσότερους φαν και αποκτώντας έτσι μια δημοτικότητα που άγγιζε τα όρια του ειδώλου.

Δυνατό, δραματικό, δυναμικό, το Ten έφερε επιρροές από Led Zeppelin, Who και Jimmi Hendrix, αλλά και από alternative ροκ φιγούρες (βλ. Black Flag, the Stooges, Fugazi), φέροντας και κάποια πανκ στοιχεία, με καίρια κατάληξη τους σκοτεινούς, ποιητικούς στίχους του Vedder.
Το αρχέτυπο για το συγκρότημα, σκοτεινό Once με τα ριφς του Gossard, ένα συνονθύλευμα από σκληρά, ακριβή ντραμς και μια κρύα ατμόσφαιρα να αναδύεται, δείχνει την ταραγμένη διάθεση ενός δημιουργού έτοιμου να φτύσει απροκάλυπτα τα βιώματά του. Και ανοίγει το άλμπουμ δίνοντάς μας το καλύτερο δείγμα της τακτικής που θα ακολουθούσαν οι Pearl Jam από εδώ και στο εξής. Εναρκτήρια τρακς, με «ξεδιάντροπο» χαρακτήρα, χωρίς τον παραμικρό συμβιβασμό. Το συγκεκριμένο κομμάτι (όπως αναφέρθηκε) είναι το δεύτερο μέρος της Momma-son τριλογίας, εξιστορεί την εξέλιξη ενός κακοποιημένου παιδιού σε serial killer επιλέγοντας τα θύματά του ανάμεσα σε πόρνες.  
Τα κομμάτια διαδέχονται το ένα το άλλο, σαν γαϊτανάκι θλιβερών προσωπικών ιστοριών του δημιουργού τους. Και η αλήθεια που κρύβουν ξεχειλίζει και φτάνει στα αυτιά των διψασμένων εφήβων που σίγουρα σε κάποια από αυτές θα αναγνωρίσουν κάτι από τον εαυτό τους. Πέρα λοιπόν από τη βασιμότητα των επιχειρημάτων των κατήγορων του νέου κινήματος που, μεταξύ άλλων, βρέθηκαν και οι σαφώς πιο κλασικοί ροκάδες Pearl Jam (ίσως λίγο άδικα) να εκπροσωπούν, ήταν αυτό που μπόρεσε να διοχετεύσει με τον πλέον εύστοχο τρόπο την αμεσότητα και επιθετικότητα που χαρακτήριζε κατά κόρον τα «πονεμένα» νιάτα των΄90’s, μια σαφής αναγκαία εξέλιξη από τον λυρισμό της μουσικής σκηνής των ΄70’s και της περισσότερο αθώας επαναστατικότητας των ΄80’s.


Έως τον Απρίλιο του 1992 οι Pearl Jam είχαν πείσει και ξεχώριζαν ολοένα και περισσότερο. Το Even Flow” είχε σκαρφαλώσει στη θέση Νο 3 του Mainstream Rock Tracks chart και αποδείχτηκε το χιτ κλειδί στην επιτυχία του συγκροτήματος, παρόλο που προηγήθηκαν άπειρες Την τελειωτική βολή που θα εκτόξευε τη μπάντα στα στρατόσφαιρα της μουσικής σκηνής και θα καθόριζε τη μετέπειτα μουσική πορεία της, έδωσε τον Σεπτέμβριο του 1992 το Jeremy. Με πηγή έμπνευσης την πολύ δυνατή ιστορία ενός 15χρονου μαθητή από το Τέξας (τον Jeremy Wade Delle), που αυτοκτόνησε μπροστά στα μάτια των συμμαθητών και του δασκάλου του, έκανε τη μεγάλη διαφορά για την εποχή του, συμβάλλοντας κατά τα μέγιστα και το γλαφυρό, στοιχειωμένο βίντεο που το συνόδευε (με σκηνοθέτη τον Mark Pellington), που κέρδισε και το MTV βραβείο του καλύτερο βίντεο.
Ο Vedder έδωσε την ερμηνεία του για το κομμάτι δηλώνοντας σε συνέντευξη του στο Rockline: «Η ιδέα προέκυψε από μια μικρής έκτασης, μόλις μίας παραγράφου, είδηση σε εφημερίδα. Κι αυτό είναι το μόνο που θα καταφέρεις σκοτώνοντας τον εαυτό σου. Κάνεις αυτή τη μεγάλη θυσία προσπαθώντας να πάρεις εκδίκηση για όσα σου συμβαίνουν. Και καταλήγεις με μία παράγραφο σε μία εφημερίδα. Είναι το μόνο που θα καταφέρεις. Τίποτα δεν θα αλλάξει.
Η ζωή θα συνεχιστεί κι εσύ θα έχεις φύγει. Η καλύτερη εκδίκηση είναι να ζήσεις και να αποδείξεις την αξία σου. Να είσαι πιο δυνατός από εκείνους που σε πλήγωσαν. Έτσι επιστρέφεις στην τροχιά των πραγμάτων».
 

Στη δίνη της επιτυχίας του δίσκου, οι Pearl Jam πήραν την απόφαση να αφήσουν λίγο τον ντόρο να καταλαγιάσει, για να μπορέσουν να διαχειριστούν ψύχραιμα τη τεράστια δημοτικότητα του άλμπουμ. Αν και η δισκογραφική έβλεπε ότι η επιδραστική, γεμάτη grunge μελαγχολία μπαλάντα Black που ξεδίπλωνε τις μεγάλες φωνητικές ικανότητες του Vedder θα έφερνε μία ακόμη μεγάλη επιτυχία, η μπάντα που ήταν αντίθετη ούτως ή άλλως στη λογική των χιτς, απέτρεψε να «κάψει» το κομμάτι κυκλοφορώντας το ως σίνγκλ ή επενδύοντάς το με ακόμη ένα βίντεο κλιπ για το MTV. Παρόλα αυτά κι αυτό κατάφερε να φτάσει έως τη θέση No 3 του Mainstream Rock Tracks chart και να μιλήσει στις καρδιές πολλών, από το παιδάκι που φοράει ανάποδα το κασκέτο του μπάσκετ και περνά ατελείωτες ώρες κάνοντας σκειτμπόρντ, μέχρι τις ρομαντικές κυρίες που αρέσκονται να επιδίδονται σε καραόκε ασχολίες τα Σαββατοκύριακα.
Ως τέταρτο σινγκλ επιλέχτηκε το Oceans, ένα από τα πιο αγαπημένα του Gossard από το “Ten, χάρις κυρίως στον τρόπο προσέγγισης από τον Vedder, στον οποίο αναγνώρισε τη δυνατότητα να αυτοσχεδιάζει όσο το κομμάτι είναι ακόμη σε εξέλιξη, ακόμη και συλλαμβάνοντας στίχους στη στιγμή, από το πουθενά. Για την ιστορία αναφέρεται ότι στην τελική μίξη του Oceans χρησιμοποιήθηκαν κάποια ασυνήθιστα αντικείμενα για να πετύχουν τον επιθυμητό ήχο από τα κρουστά, όπως έναν μύλο για πιπέρι κι έναν πυροσβεστήρα. Αιτία το ότι ο χώρος των πρόσθετων ηχογραφήσεων βρίσκονταν σε ένα μικρό, απομονωμένο στούντιο, κάπου στα όρια μεταξύ Sussex και Surrey της Αγγλίας και δεν υπήρχε μαγαζί με μουσικά όργανα εκεί κοντά. 

Ο τελικός απολογισμός επιτρέπει το συμπέρασμα ότι το Ten έπιασε δυσθεώρητα ύψη που κανείς δεν περίμενε κι έγινε ένα από τα πιο επιδραστικά στην ιστορία της ροκ. Το άλμπουμ βρέθηκε στη θέση Νο 2 του Billboard Album Chart του 1992, έφτασε τα 10 εκατομμύρια σε πωλήσεις κι έγινε 13 φορές πλατινένιο, αφήνοντας πίσω το Nevermind των Nirvana.
Ο δίσκος κλείνοντας με το επικό Release, ακόμη και στις λιγότερο εντυπωσιακές στιγμές του (όπως το Deep), μας αφήνει παρακαταθήκη ένα άφθονο υλικό που αγγίζει την τελειότητα, προσεκτικά δομημένο με καθαρόαιμες χαρντ ροκ στιγμές και καλοστημένες μπαλάντες. Και μας φέρνει αντιμέτωπους με το δίλημμα τι μας άρεσε περισσότερο. Οι «ματωμένες» ιστορίες - τραύματα (Jeremy, Why go), η συναισθηματική του δύναμη (“Oceans, Garden) ή πιο απλά οι δυνατοί ροκ ύμνοι του που σφυροκοπάνε αλύπητα (Alive, Even Flow). Κι ανεξάρτητα από τα μουσικά γούστα του καθενός, αναντίρρητο παραμένει το γεγονός ότι όλα αυτά βγάζουν την παιδικότητα και την ελαφριά ειρωνία μιας άλλης εποχής, τότε που το grunge κίνημα μας έκανε να ροκάρουμε μελαγχολικά, ευαίσθητα, ουσιαστικά, δίχως αύριο. Όλοι για έναν κι ένας για όλους (όπως ακριβώς το εξώφυλλο του Ten)

Μαρία Γεωργιάδου

Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

Silked & Stained: "Love On The Road"

Είναι πραγματικά συγκινητικό και συνάμα ελπιδοφόρο άνθρωποι άγνωστοι που γνωριστήκατε και γίνατε φίλοι λόγω της κοινής αγάπης σας για τη μουσική, να προχωρούν με κόπο, πίστη, επιμονή, ποοολή δουλειά και αυταπάρνηση στην κυκλοφορία του πρώτο δίσκου τους.

Την πρώτη φορά  τους είδα και εντυπωσιάστηκα στο Blitz το Δεκέμβρη του 2013, σε διαγωνισμό για συγκροτήματα το 2014 στο ωδείο του Νάκα (The Band Festival final Αίθουσα Συναυλιών Φίλιππος Νάκας )- που αποφοίτησε και ο υπογραφών, πριν αιώνες-,  στο Ghost House το 2014, στο "ΠΟΛΙΣ" με την ευκαιρία του PLAYHARD CONTEST το 2015.
Επιπλέον τους απόλαυσα αρκετές φορές στο Remedy Live Club, στην Αρχιτεκτονική του Ζωγράφου, στο "λαϊκό" Μπουρνάζι επί σκηνής του ιστορικού κι επανελθόντος (πάλι 41 χρόνια μετά) ανακαινισμένου και πανέμορφου Rock Dragon Club, στο Bat City με τους  πάλαι ποτέ και νυν μουσικούς "ήρωες" της εφηβείας μου Matjevic και Γιώργο Γάκη, στο 1ο Sleaze n Glam Fest το Σάββατο το 2016, στο TEXAS SUMMER FESTIVAL τον Ιούλη που μας πέρασε, στο ζεστό και φιλόξενο Modu ενώ με αυτές τις εξαιρετικές εμφανίσεις τους, μου στερέωσαν την πεποίθηση και με χαροποίησαν, ότι το μελωδικό κίνημα στην Ελλάδα πλέον έχει στέρεες βάσεις με ικανότατους μουσικούς.
Από το Δεκέμβριο του 2013 που αυτή η ιδέα του μελωδικού Hard Rock σχήματος μετουσιώθηκε και πρακτικά ως full-active band, οι αλλαγές ήταν αρκετές. Έχουν ήδη αλλάξει μία φορά μπασίστα, δύο φορές τραγουδιστή και επίσης από πενταμελές σχήμα κατέληξαν τετραμελές. Και ο ήχος και η μουσική τους κινούνται στο '80ς Melodic Hard Rock/ AOR καθώς και την σύγχρονη μελωδική Σκανδιναβική rock σκηνή που έχει να επιδείξει "διαμάντια" τα τελευταία χρόνια. Σημαντικές επιρροές από ξένα σχήματα οι Whitesnake, Bon Jovi, Hardline, Europe, HEAT και πολλά άλλα ακόμα. Ώριμοι και ικανότατοι! Αφού λοιπόν περιμέναμε με περισσή ανυπομονησία την επίσημη κυκλοφορία της μπάντας (επιτέλους μετά από  χρόνια συνεχών προβών και ζωντανών εμφανίσεων ) κυκλοφόρησε το πρωτόλειο μουσικό δημιούργημα τους πριν μερικές μέρες.
Το όνομα Silked & Stained σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει μεταξωτοί και λεκιασμένοι και χαρακτηρίζει άριστα τη μουσική δουλειά της μπάντας που είναι κατά κύριο λόγο μελωδική αλλά και αρκετά δυνατή (πιο έντονη) σε κάποια κομμάτια. Το όνομα προέκυψε μέσα από ένα χιουμοριστικό περιστατικό που σχετιζόταν με γνωστή επωνυμία τσιγάρων καθώς και μια λακκούβα με λασπόνερα. Η μπάντα επαγγελματικότατα στημένη, δεμένη και με μουσικότητα από όλους, εργάστηκε άοκνα ειδικά  το τελευταίο διάστημα για  δίσκο της! Μαθαίνουμε δε με πολύ χαρά, ότι ηχογραφήσεις για τον πρώτο τους έγιναν στα CFN studio με παραγωγό το Διονύση Χριστοδουλάτο, έναν εξαίρετο επαγγελματία και άνθρωπο που δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις αφού και  η δουλειά του τόσο ως μουσικός όσο και ως παραγωγός μιλάει από μόνη της.

Η εταιρεία από τον Σκανδιναβικό βορρά, η Lions Pride Music και με την παρουσία του ελληνικού στοιχείου στο πρόσωπο του Χρήστου Ζονίδη(C.S. Management & Promotions) είναι η πηγή κυκλοφορίας του δίσκου.

Το πρώτο  single τη μπάντας, το "Much Love" πρωτοπαρουσιάστηκε στην συλλογή Pure Rock 7 της  Atlantis Records και προσείλκυσε το ενδιαφέρον πολλών ακροατών καθώς έπαιζε για δύο εβδομάδες στο top 20 chart του Atlantis Fm 105,2.
Αρκετά όμως με τα απαραίτητα στοιχεία για την παρουσίαση της μπάντας … ας επικεντρωθούμε στο δίσκο που ανοίγει με ένα πραγματικό δυναμικότατο τραγούδι  όπως λέει και ο τίτλος του: "Bombshell"!
Μία βαρύτατη μουσική ιδέα που εξελίσσεται σε ένα τραγούδι πλήρως εναρμονισμένο στο πνεύμα '80ς (τέλη) Πιασάρικο, με αξιομνημόνευτη επωδό που καρφώνεται στο μυαλό και φωνητικά… που μπορεί να μην άρεσαν σε γνωστό talent show πρόσφατο αλλά σίγουρα θα ξεσηκώσουν στις συναυλίες.
Το "Hold My Hand" που αποτελεί και το πρώτο clip της μπάντας ηχεί ως το απόλυτο καλοκαιρινό soundtrack και παραπέμπει στιχουργικά, οπτικά και μουσικά σε καλοκαιρινές αισθηματικές περιπέτειες.
Ιδιαίτερη αίσθηση  AOR αισθητικής που φλερτάρει και με το west coast μουσικό γένος και μία ιδιαίτερα εξαρτησιογόνο μουσική ιδέα που αναπτύσσεται και αναδεικνύει τις μουσικές ικανότητες της μπάντας.
"Much love"  ονομάζεται το μουσικό κομψοτέχνημα στην συνέχεια.
Μελωδικότατο rock, εξαιρετικό κιθαριστικό  συνθετικό υλικό βουτηγμένο στο πνεύμα 80ς με τις απαραίτητες μελωδικές γραμμές των πλήκτρων! Χρόνια ήταν και είναι το απόλυτα αγαπημένο μου τραγούδι από το συγκρότημα, από την πρώτη στιγμή που το άκουσα με τη φωνή του προηγούμενου τραγουδιστή της μπάντας Άλεξ Πανταζή όταν πρωτοκυκλοφόρησε ως single διαδικτυακό στα 2015 και τώρα με τη φωνή Βασίλη Τσακλείδη, με αυτό το αίσθημα των Whitesnake να πλανιέται στην ατμόσφαιρα καθώς πρόκειται για  μία σύνθεση εξαιρετικού δείγματος  hard rock με ένα εξαιρετικό φρενήρες σολάρισμα στην κιθάρα  να ολοκληρώνει την σύνθεση.

"She’s Not There": Χρόνια ήταν και είναι το απόλυτα αγαπημένο μου τραγούδι από το συγκρότημα, από την πρώτη στιγμή που το άκουσα με τη φωνή του προηγούμενου τραγουδιστή της μπάντας Άλεξ Πανταζή όταν πρωτοκυκλοφόρησε ως single διαδικτυακό στα 2015 και τώρα με τη φωνή Βασίλη Τσακλείδη, με αυτό το αίσθημα των Whitesnake να πλανιέται στην ατμόσφαιρα καθώς πρόκειται για μία σύνθεση εξαιρετικού δείγματος hard rock με ένα εξαιρετικό φρενήρες σολάρισμα στην κιθάρα να ολοκληρώνει την σύνθεση… "

Με την απαραίτητη δυναμική μπαλάντα "Anytime" που υπάρχει όχι γιατί έτσι πρέπει αλλά γιατί ο λυρισμός της μπάντας είναι γνωστός! Σύνθεση που εξελίσσεται από την εισαγωγή στο πιάνο, στην κιθαριστική "εισβολή" και το "γιγαντιαίο τείχος" της ρυθμικής γραμμής’  ογκώδους  τυμπανισμού και βαρβάτων μπασογραμμών με τη φωνή να ταξιδεύει τον ακροατή "στρατοσφαιρικά".
Όπως και το "Lonely Road" που ακολουθεί, μία mid tempo σύνθεση που μας ταξιδεύει στην αρχή για να μετατραπεί σε μία ογκωδέστατη μουσική δημιουργία με  μελωδικές κιθάρες, πλήκτρα "μελωμένα", βαρβάτες μπασογραμμές και στιβαρά τυμπανίσματα με  μία καθάρια φωνή  στηριγμένα σε πανέμορφα χορωδιακά φωνητικά.
Το "Believe" μία κλασικότατη hard rock-άδικη σύνθεση που συνεπαίρνει καθώς είναι η δεύτερη δόση ισχυρού "μελωδιογόνου", που γίνεται υμνική και "εξαρτησιογόνα" με το δυναμικότατο και πανέμορφο σολάρισμα στην κιθάρα του φίλτατου Αντώνη Γαβαλά.  Με το "Rock Star" η μπάντα παρουσιάζει τα "φίλτρα" που ποτίστηκε όλα αυτά τα χρόνια από τις διάφορες επιρροές της. Τα "αλήτικα" και sleazy φωνητικά περιγράφουν επακριβώς ό,τι η μπάντα είναι ή ό,τι θα ήθελε να είναι η συγκεκριμένη σύνθεση είναι ένα "υβρίδιο" των Tesla, Def Leppard και μελωδικών Dokken.
Οι συναυλίες σίγουρα αξίζει να κλείνουν με την "υπερηχητική" κομματάρα "Born To Run", με την σύνθεση να ροκάρει ασύστολα με το κιθαριστικό loop να με  συνεπαίρνει καθώς είναι και αυτό πιασάρικο, με την ενέργεια στο έπακρο’ δυναμικότατο χάρη στη φωνή και τα ρεφραίν.
Με μία διασκευή στο "Every Breath You Take" των Police κλείνει ο δίσκος. Μία διασκευή αφενός με απόλυτο σεβασμό στην πρωτόλεια δημιουργία και εκτέλεση  του Sting και της μπάντας του και αφετέρου με μία  πανέμορφη ενορχήστρωση και καταπληκτική δουλειά στην κιθάρα.
Άκρως ενδιαφέρον δίσκος, με εξαιρετική μουσικότητα όλων των μελών της μπάντας που γεννήθηκαν για να παίζουν ζωντανά(το καταθέτω από προσωπική πείρα) όχι μόνο για τους όλους εμάς τους βετεράνους, νοσταλγούς, επιζώντες της λαίλαπας (που "μας πήρε και μας σήκωσε" μουσικά κι ανεπανόρθωτα χε,χε,χε,χε…) του μελωδικού hard rock ήχου.
Λίγες μέρες πριν μας αποχαιρετίσει το 2017 για να θρονιαστεί το 2018 στο "θρόνο της μελωδίας" όλοι στο rocktime.gr ευχόμαστε ευλογημένη η νέα χρονιά με λιγότερο πόνο και περισσότερη μελωδικότητα στην ψυχή και στην καρδιά!!!

Νότης"He’s Not There "Γκιλλανίδης

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

Ailafar: "Heartbeat"

Η παρουσία ενός έλληνα μουσικού και ειδικά στο πολύ ιδιαίτερο μελωδικό μουσικό γένος απαιτεί θυσίες ψυχικές και οικονομικά αιματηρές. Γνωρίζοντας σχεδόν την πλειονότητα των μουσικών που ασχολούνται με το συγκεκριμένο γένος προσωπικά, είμαι σε θέση να κατανοώ κάθε φορά που κάποιο συγκρότημα κυκλοφορεί στο χώρο νέο δίσκο και να διαβλέπω την κατάθεση ψυχής που διατρέχει τα αυλάκια-τις ακτίνες των ψηφιακών δίσκων

Έχουμε λοιπόν κάθε λόγο να είμαστε περήφανοι ως Έλληνες για τα μουσικά μας κατορθώματα!
Σε δύσκολους καιρούς οικονομικής δυσπραγίας και δυστυχώς ψυχολογικής κατήφειας υπάρχει πάντοτε κι ο άνεμος αισιοδοξίας , που μας κρατά ορθούς κι αγωνιστικά ετοιμοπόλεμους. Αυτήν τη φορά ο άνεμος φυσά από την μελωδικομάνα συμπρωτεύουσα Θεσσαλονίκη και πιο συγκεκριμένα από τους AILAFAR και το δημιούργημα  τους, το  "Heartbeat ", που μας κάνει περήφανους για τη μουσική του δεξιοτεχνία που περικλείει.
Το ύφος των AILAFAR, όπως το περιγράφουν κι οι ίδιοι σε συνέντευξη που ευγενικά παραχώρησαν στην ιστοσελίδα μας rocktime.gr (και θα δημοσιευθεί συντόμως), είναι πανέμορφο  hard rock με έντονη την   πινελιά από μελωδικό  '80ς AOR  ήχο και το αποτέλεσμα, από το πρώτο ήδη άκουσμα ήδη, καθηλώνει τον ακροατή.
Νέα δημιουργία από την Perris Records, που θα κάνει γνωστή την μπάντα ευρύτερα και στο αμερικανικό κοινό.
Ο δίσκος ένα μείγμα από αρχετυπικές κιθάρες του μουσικού γένους που προαναφέρθηκε με πλούσιες αναλογίες από τον γλυκύτατο ηχόχρωμα που μόνον τα πλήκτρα και τα συνθεσάιζερ μπορούν να προσδώσουν.
Όπως συνέβη και στον προηγούμενο δίσκο της μπάντας παρουσιάζονται(αν και λιγότεροι) φιλοξενούμενοι τραγουδιστές όπως ο μέγιστος Steve Overland από τους FM, ο Dean Mess από τη μπάντα των χαρντροκάδων  W.A.N.T.ED στα φωνητικά, Kelly Blake των Jailcat και ο Constantine Maris από τους  Forbidden Sin.
Οφείλω να ομολογήσω όμως πως ο ήχος των Ailafar μου ακούγεται περισσότερο δεμένος και η μπάντα μουσικά είναι ωριμότερη και έτοιμη για ακόμη σπουδαιότερα πράγματα. Έχοντας ήδη αποδώσει τα εύσημα  για την εξαιρετική παρουσία τους στις κυρίες που τραγουδούν στον προηγούμενο δίσκο μοιρασμένα τα τραγούδια: στις Tatiana Economou, Alexandra Mcay, Olga Katsenidou αισθάνομαι την ανάγκη να εκφράσω τον θαυμασμό και στην επί πολλά χρόνια συνοδοιπόρο της μπάντας στις ζωντανές εμφανίσεις κ.  Elisabeth Mari  που με τη φωνητική παρουσία της που συνδυάζει στοιχεία από μεγάλες ερμηνεύτριες της αλλοδαπής όπως οι Janet Gardner (Vixen), Sandy Saraya (Saraya), Robin Beck,  Ann Wilson(Heart), Fiona Flanangan(Fiona) απογειώνει τη δουλειά της μπάντας. Ο δε συνδυασμός γυναικείων/ανδρικών φωνητικών  δημιουργεί  μία ιδιαίτερα μελωδικότατη πρόταση και κάνει το "Heartbeat" εξαιρετικά ελκυστικό.
Ο δίσκος ανοίγει με "Do You Really Want My Love? ", μία σπουδαία μελωδικοροκάδικη σύνθεση από αυτές που αρεσκόμαστε εδώ στο rocktime.gr με εξαιρετική μίξη και ένα  περίτεχνο σολάρισμα κιθάρας. Ιδιαίτερα σπουδαία ερμηνεία από τον Kelly Blake που φωνή του δένει απόλυτα με το "αλήτικο"  ύφος του τραγουδιού. Ακολουθεί το  "Stop Running Away", σύνθεση με πανέμορφη μελωδία, αρμονικότητα και φωνητικά που μου θύμισαν την αγαπημένη μου τραγουδίστρια των  80ς, Sandy Saraya ενώ οι περίτεχνοι κιθαριστικοί "δακτυλισμοί" δεξιοτεχνικοί και παθιασμένοι.
Στο  "Bucket List" το "αίσθημα  Vixen" διάχυτο από 80ς retro-AOR μελωδικού rock υλικό . Το "Now We Rock" με μία ισχυρή δόση κιθαριστικής μαγείας, οδηγεί την σύνθεση σε ένα δυναμικό, υμνικό αποτέλεσμα. Το "Cast Away" προσωπικά αγαπημένο, ταξιδιάρικο,  "αραχνοΰφαντο" και άκρως πιασάρικο με πανέμορφα φωνητικά που παραπέμπουν στην "αρχόντισσα" του μελωδικού ήχου, τη λατρεμένη Robin Beck
Η παρουσία του υπέρτατου τραγουδιστή του μελωδικού χώρου Steve Overland στον ύμνο του  AOR , "Dream Date" έχει έντονη τη σφραγίδα του ερμηνευτή από μόνη της με την κιθάρα να "κελαηδά"  πανέμορφα. Το  οργανικό  "Live Love Dream" όπου ένας εξαιρετικός κιθαρίστας, δεξιοτέχνης με λαμπρά δεξιοτεχνικά "ακροβατικά" στις ταστιέρες της εξάχορδης "θεάς" δημιουργεί και θυμίζει τον ήρωα που μας άφησε τεράστια μουσική παρακαταθήκη... τον Gary Moore…
Περισσότερο  AOR  μελωδία στο"Forever As One" με εισαγωγή από την μπάντα του χριστιανικού μελωδικού χώρου, τους WhiteHeart, το μεγαλόπρεπο στην εισαγωγή του AOR κομμάτι  "My Heart Belongs to You", ένα εξαίσιο τραγουδιστικό ντουέτο μου θύμισε σίγουρα House of Lords και στα κιθαριστικά σημεία Steve Vai. Το τέλειο  FM radio άσμα – πίσω στα  80ς- είναι το σπαραξικάρδιο "Another You". Στα δε "Cast Away" και  "Pulse" ο καλλιτέχνης  φανερώνει άπλετα τις hard rock, AOR ρίζες του με τις μελωδικές και φωνητικές ενορχηστρώσεις του ενώ στην σύνθεση που κλείνει το δίσκο, αξιοσημείωτη είναι και η παρουσία του ικανότατου ερμηνευτή και μουσικού Constantine Maris.
Στην τελική μου σκέψη προσθέτω και τούτες τις γραμμές: το "Heartbeat" αναμφίβολα είναι μία σπουδή μουσική στο μελωδικό γένος και θα ενθουσιάσει πολλούς και όχι μόνο τους αφοσιωμένους στον μελωδικό μουσικό προσανατολισμό.
Είναι μία μαζική "θεραπευτική κιθαριστική προσέγγιση" με πλουσιοπάροχα φωνητικά, πλούσιες δόσεις πλήκτρων, ευφάνταστες χορωδιακές επιστρώσεις! Θέλετε κάτι περισσότερο;;; Εγώ ήδη έγραψα γράμμα στον αγιότατο Βασίλη να μου φέρει τον καινούργιο δίσκο τους γρηγορότερα του χρόνου!

Νότης "Now We Rock" Γκιλλανίδης

Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

Foo Fighters: "Concrete & Gold"


Ελάχιστοι έχουν την ικανότητα να μετατρέπουν την μουσική αξία που γίνεται κοινώς αντιληπτή σήμερα ως “superstardom” σε μια τόσο φυσική, άμεση και επιδραστική κατάσταση. Οι Foo Fighters είναι ένα δημιουργικό χωνευτήρι του ροκ ν’ ρολ, μην φοβούμενοι να προσεταιριστούν τις συγκινήσεις που τους ταιριάζουν, από Beach Boys μέχρι Slayer, και να τις αξιοποιήσουν ως έμπνευση στη στέρεα τραγουδοποιία τους.

Ο David Grohl τα τελευταία 20 χρόνια έχει αναδείξει τεράστιο απόθεμα ταλέντου, κυρίως μέσα από την απενοχοποιημένη αλλά με σεβασμό - όχι θρασεία και ανιστόρητη- προσέγγισή του στην ιστορία των μουσικών που με τους ήχους τους τον έχουν μεγαλώσει.
Οι Foοs ως άτομα, αλλά και ως μπάντα έχουν ζήσει την πάλη για καταξίωση, τη δυσκολία να διατραφείς μόνον από την πίστη στις δυνάμεις σου, τις έριδες εξαιτίας «καλλιτεχνικών διαφορών». Έχουν επίσης ζήσει και την ευρεία αποδοχή, το χρήμα και την ευμάρεια του σταρ. Όμως η διαδρομή αυτή, που εύκολα εκτροχιάζει, δείχνει να τους έχει αφήσει ανέπαφους. Αυτό φαίνεται από την εφηβική σχεδόν μανία τους να παίζουν σε μεγάλα φεστιβάλ και να μη θέλουν να κατέβουν από τη σκηνή – τέτοια είναι η όρεξη να μοιραστούν με το κοινό τους την απόλαυση που νοιώθουν παίζοντας ροκ ν’ ρολ του 20ου αιώνα.
Μετά το συναρπαστικό road movie του “Sonic Highways τρία χρόνια πριν, έναν από τους πλέον αξιομνημόνευτους δίσκους του 2014, το Concrete & Gold” έρχεται να επικυρώσει το status που έχουν σήμερα στη διεθνή μουσική σκηνή: Διατηρώντας την ακεραιότητά τους και την ελευθερία της έκφρασης που πάντα προασπίζονταν, μπορούν να συγκαταλέγονται στα πρώτα ονόματα του σημερινιού στρεώματος, δημιουργώντας, παίζοντας, δείχνοντας το δρόμο.
Όσοι βλέπουν στην επιλογή ενός «ποπ» παραγωγού (του Greg Kurstin: Pink, Beck, Adele, το κακό συναπάντημα) και στις ετερόκλητες συνεργασίες (από Sir Paul McCartney μέχρι τον Justin Timberlake και Shawn Stockman των … Boyz II Men) μια επιλογή επιφάνειας έναντι της ουσίας, θα όφειλαν να μην είναι οι ίδιοι τόσο επιφανειακοί και να αποβάλλουν τις αγκυλώσεις: σημασία έχει ότι με τη συμμετοχή των πολλών guest χρωματίζονται ιδιαίτερα μια σειρά από στέρεες ροκ συνθέσεις οι οποίες υπερβαίνουν τα genre στεγανά, έχοντάς τα πρώτα αρμονικά και χωρίς στενοκεφαλιά, αφομοιώσει. Γι’ αυτό και όσοι ακούν αυτό το ροκ ν’ ρολ, του 20ου αιώνα, θα νιώσουν έναν αέρα White Album” παιγμένου από κοντινούς συγγενείς των Motorhead να διατρέχει τα 48 και κάτι λεπτά του “Concrete & Gold”.
Οι επιρροές αναμιγύονται με τέτοια οικονομία και γούστο, ώστε ο ακροατής δεν προλαβαίνει να συνειδητοποιήσει τί του θυμίζουν. H Alison Mosshart, η φωνή των The Kills και Dead Weather, χρωματίζει με φωνητικά το γδαρμένο μέχρι κόκκαλο από τις κιθάρες “La Dee Da”.
Η Ιnara George, κόρη του Lowell George των Little Feat, κάνει φωνητικά στο “Dirty Water”. Tσέλλο, βιολί και βιόλα προσδίδουν πτερόεσσα ποιότητα στο “The Sky Is The Neighborhood”, με το αξιομνημόνευτο video. To δε ομώνυμο, μέσα σε πεντέμισυ λεπτά διανύει – παραδόξως ομαλά- όλη την απόσταση μεταξύ Φλοϋδικής μέθεξης και Sabbathικής βαριοπούλας, ακόμη ένα σαφές δείγμα ότι η μπάντα κινείται με ασφάλεια οπουδήποτε της αρέσει. 
Ήδη πολυπλατινένιο (US#1, τοConcrete And Gold είναι ένα ακόμη ενδιαφέρον άλμπουμ των μεσήλικων Foos, από τα πιο προσεγμένα και ουσιαστικά που έχουν κυκλοφορήσει φέτος. Όπως δείχνει και το video του θυελλώδους “Run, όσοι εχουν παρελθόν μπορούν δικαιωματικά να ροκάρουν. Έναντι όσων δεν έχουν και μπορούν να πατάνε κουμπάκια και να το λένε «μουσική». Σε αρκετά χρόνια από τώρα, άλμπουμ όπως αυτό, το “Wasting Light” και το “Sonic Highways” θα θεωρούνται πιθανόν τα τελεθυταία άλμπουμ που διασώζουν το πνεύμα του ροκ ν΄ρολλ.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...