Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Krokus: “Big Rocks”


Με ένα άλμπουμ διασκευών επιστρέφουν δισκογραφικά οι αναγεννημένοι Ελβετοί hard rockers οπότε δύο τινά συμβαίνουν σε αυτή την περίπτωση ή το γκρουπ το έχει εγκαταλείψει η έμπνευση και προσπαθούν με χιλιοακουσμένα classic tracks να κρατηθούν στην επικαιρότητα ή στα στερνά τους θέλουν να τιμήσουν συνθέσεις και μπάντες που αγάπησαν οι ίδιοι.

Η ζυγαριά μάλλον γέρνει προς την πρώτη πλευρά αν και οι Krokus σε παλαιότερους δίσκους τους διασκευάζουν καλλιτέχνες όπως ο Αlice Cooper, οι Sweet, οι The Guess Who και οι Bachman–Turner Overdrive οπότε δεν μας εκπλήσσει η συγκεκριμένη κυκλοφορία.
Το ιστορικό σχήμα κατά το παρελθόν είχε βρεθεί στο στόχαστρο των κριτικών ως αντίγραφο των AC/DC όμως το boogie hard rock που παίζουν σαράντα χρόνια τώρα δεν είναι προνόμιο μόνο των αυστραλών ρόκερ και μάλλον οι Ελβετοί γουστάρουν πιο πολύ τους B.T.O. και Guess Who.
Για να  τρολάρουμε και λίγο τους οπαδούς της παρέας του Angus Young, ο «κοντός με τα σχολικά»  δεν έχει γράψει ποτέ κομματάρες σαν τα Tokyo Nights”, "Rock City", "Headhunter", "Screaming in the Night", "Easy Rocker" ,"Streamer" ούτε βέβαια αυτή την αποτυχημένη aor-ια του άλμπουμ “Change of Address” (που προσωπικά το λατρεύω).
Eρχόμενοι τώρα στο Big Rocks” θα λέγαμε ότι οι διασκευές που ακούγονται με ενδιαφέρον και είναι αξιόλογες πάντα στο ύφος και στον ήχο της μπάντας είναι: το My Generation” (Τhe Who), το “Gimme Some Lovin'” (The Space Davies Group), το “Jumpin' Jack Flash” (Rolling Stones) ενώ το  “The House of the Rising Sun” (Animals) παρά την χαώδη διαφορά του Eric Burdon με τον  Marc Storace, η ερμηνεία του δεύτερου είναι παθιασμένη και δυναμική. Κάτι ανάλογο ισχύει και με  το “Rockin' in the Free World” (Νeil Young) όπου εδώ οι Krokus δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό!
Όσο για τα υπόλοιπα τραγούδια: μέτριες είναι διασκευές στα Wild Thing” (The Troggs), "N.I.B". (Black Sabbath), Summertime Blues” (Eddie Cochran), Born to Be Wild” (Steppenwolf) που υπάρχει στο δίσκο τους με τίτλο "Hoodoo" (2010) καθώς και υπέροχο το folk-rock κομμάτι “Quinn the Eskimo” ( Bob Dylan, Manfred Mann) ενώ εντελώς άστοχες ήταν οι επιλογές των “Tie Your Mother Down” (Queen) και “Whole Lotta Love” (Led Zeppelin),.
Τέλος το άλμπουμ κλείνει με την επανεκτέλεση του “Back Seat Rock'n Roll”  ενός δικού τους κομματιού που βρίσκεται στο άλμπουμ “Metal Rendez-vous” (1980).

Φώτης Μελέτης

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Andy Rock: "This Time"


Η αλήθεια είναι ότι όταν ξεκίνησα να γράφω την παρουσίαση του συγκεκριμένου δίσκου πριν ένα μήνα αναγκάστηκα να την γράψω αρκετές φορές κάτω από το βάρος μιας συναισθηματικής φόρτισης και ο λόγος ήταν ότι:

Ένας από τους δύο φίλους μου και συντελεστές του δίσκου ο τραγουδιστής David A. Saylor στην αρχή του χρόνου άφησε τα επίγεια για τα επουράνια.
Η μπάντα με την οποία συνεργάστηκε, οι Wild Rose τον αποχαιρέτησε με τα λόγια: "Πάντα θα σε θυμόμαστε ως φίλο, ως ένα σπουδαίο άνθρωπο, ως τραγουδιστή... Τα θερμότερα συλλυπητήρια στην οικογένειά του κι ελπίζουμε η ψυχή του να αναπαυθεί εν ειρήνη... R.I.P. αδερφέ, θα σε θυμόμαστε πάντα"...
Ο έτερος όμως και φίλτατος κιθαρίστας Andy Rock  δημιουργώντας τον δεύτερο προσωπικό δίσκο του παρουσιάζει όλα εκείνα τα στοιχεία που έκαναν και την μπάντα των Wild Rose μεγάλη στο μελωδικό στερέωμα ανά τον κόσμο.
Στη νέα κυκλοφορία λοιπόν έχουμε 10 εξαιρετικές συνθέσεις, ατόφιου  AOR με λαμπερές μελωδίες, πιασάρικα χορωδιακά φωνητικά, παθιασμένες ερμηνείες από την παλιά καραβάνα στο χώρο και δυστυχώς μακαρίτη David A Saylor με πανέξυπνες κιθαριστικές μελωδίες,  πλουσιοπάροχα πλήκτρα και ογκώδη / μετρονομική rhythm section.
Πραγματικά όμως καταφέρνει να παρουσιάζει μελωδίες γνωστές και αγαπημένες, που μπορεί κάποιος να σχολίαζε λέγοντας ότι μοιάζουν με αυτές που έχουμε λατρέψει στους Σαλονικιούς βιρτουόζους Wild Rose με αφορμή την παρουσία του θρυλικού και εκλιπόντα πλέον τραγουδιστή David A Saylor που έχει αφήσει το "στέρεο χνάρι" του σε δύο δημιουργίες της μπάντας: στα Dangerous (2013) και Hit ‘N’ Run (2014).
 Στο  "This Time", ο Andy Rock εκτός λοιπόν από τις κιθάρες, που "κελαηδούν" πραγματικά σε όλο το δίσκο, ανέλαβε με μέγιστη επιτυχία και τα καθήκοντα μπασίστα ( το έχουμε διαπιστώσει και ιδίοις όμμασι), παίζει τα  συνθεσάιζερ  καθώς και μερικά δεύτερα φωνητικά. Ο David Saylor τραγουδά μοναδικά και ανεπανάληπτα με πάθος και ωριμότητα σα να γνώριζε πως ήταν η τελευταία του φορά, ο ακούραστος μάνατζερ και ακούραστος εργάτη-ουσιαστικά έκτο μέλος της μπάντας των Wild Rose - Chris Siloma επίσης σε δεύτερα φωνητικά και ο Vaggelis Domanos πρώην μέλος  των Wild Rose στα τύμπανα και τα κρουστά  ουσιαστικός και απέριττος.
Στο εναρκτήριο  "What Does It Take" είναι το παρόντα όλα τα στοιχεία που ομορφαίνουν το δίσκο από την αρχή ως το τέλος: 80ς retro-AOR μελωδικού rock υλικό με περίτεχνους κιθαριστικούς "δακτυλισμούς", με πανέμορφα φωνητικά που θα αφήσουν κάθε "μελωδικοροκά –αφιονισμένο" για ήχο '80ς  απόλυτα ικανοποιημένο’ το "What Does It Take" σίγουρα ξεχωρίζει!

Κλασικότροπη  Wild Rose-ίζουσα σύνθεση με πανέμορφη μελωδία, αρμονικότητα και αξιομνημόνευτα χορωδιακά φωνητικά. Το "Give Me A Reason" κινείται στα ίδια σίγουρα μονοπάτια των  AOR συνθέσεων που τόσο αγαπήσαμε στα '80ς, ενώ το  "Promises" προσωπικά αγαπημένο είναι ακόμη ένα  "παθιασμένο μελωδικό rock  διαμάντι"  που θα λατρέψουν οι ρέκτες του AOR και που ερευνά με απόλυτη επιτυχία τα όρια της "ζαχαρένιας μελωδίας" στα ίχνη σύγχρονων – ισάξιων δημιουργημάτων.


Το  "Don't Say Goodbye" ένας "μοντέρνος τοίχος ήχου" του AOR ύφους με ύψιστη φωνητική ερμηνεία, δυναμικά πλήκτρα  με μία ισχυρή δόση κιθαριστικής μαγείας , που οδηγούν σε ένα δυναμικό, υμνικό αποτέλεσμα ενώ το οργανικό  "Dreams" καταλαμβάνεσαι από το εθιστικό κιθαριστικό "άγκιστρο", που έχει ως δόλωμα τα πανέμορφα 80ς synthesizers.
Με το "She's Dangerous" ο Andy Rock παρουσιάζει δεξιοτεχνικά άλλο ένα  Westcoast-AOR διαμάντι. Με το  "Once In A Lifetime", που κλείνει το  "This Time" η περιήγηση στα μελωδικά, πανέμορφα και περίτεχνα "κοσμήματα" συνεχίζεται!
Επειδή όμως ασχολήθηκα, και απόκτησα, και τις επαυξημένες εκδόσεις(παγκόσμια  και Γιαπωνέζικη) θα ήθελα να σημειώσω για τα εξτρά κομμάτια που υπάρχουν στην αντίστοιχη γιαπωνέζικη : για το μεν "Sleepless Night" (Japanese bonus track), είναι μία πανέμορφη σύνθεση συντεθειμένη  στην πανδαισία του το μελωδικού rock/AOR show ενώ η ακουστική εκδοχή του  "Promises"  λιτή και απέριττη, περίτεχνη όμως μέσα στην απλότητα της θα πρέπει να θεωρούμαστε "ευλογημένοι" που ακούμε και αυτές τις επιπλέον συνθέσεις, αφού ο καλλιτέχνης  τα έγραψε έχοντας δημιουργικό "οίστρο" αρκετά  τραγούδια την προηγούμενη χρονιά. Θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην αναφέρουμε και τον συν-συνθέτη δύο τραγουδιών (Don't Say Goodbye, This Time) τον αγαπημένο πληκτρά της μπάντας που κι αυτόν τον τράβηξε η ξενιτειά: τον Dirty Haris.
Με το μουσικό πόνημα αυτό ο  Andy Rock παρουσιάζει συμπυκνωμένη τη μουσικότητα του και την συνθετική του ικανότητα δύο δεκαετιών περίπου.
Ένας μοναδικός δίσκος που κάθε οπαδός του  AOR/Melodic Rock/Westcoast ήχου, θα λατρέψει.
Ακόμη ένα μουσικό  A.O.R. διαμάντι που θα ανακαλύψετε, εάν δεν το έχετε κάμει ήδη, από τη μάνα Θεσσαλονίκη!

Νότης Γκιλλανίδης

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Pride of Lions: "Fearless"

Οι Pride of Lions κυκλοφόρησαν το πρώτο άλμπουμ τους το «μακρυνό» 2003, όταν όλοι αναρωτιούνταν αν θα είναι ένα απλό project, από τα πολλά που ανακύπτουν μεταξύ γνωστών μουσικών και μετά λίγο – πολύ ξεχνιούνται. 14 χρόνια αργότερα, η απάντησή τους έρχεται με το πέμπτο τους άλμπουμ. Ωραία.

Έχουν πια βρει -και κρατάνε καλά- το κοινό τους, έτσι ώστε να συνεχίσει να γράφει και παίζει ο Jim Peterik το στυλιζαρισμένο, απολαυστικά κολλημένο κάπου μεταξύ 1983 και 1987 A.O.R. τους, άφοβα μπολιασμένο με τις σημερινές “production values”, δηλαδή τον Alessandro Del Vecchio (τον ιταλό που έχει πατεντάρει τη διάσωση του ραδιοφωνικού ήχου των ‘80s σε μια δική του φόρμουλα, κάπου μεταξύ αντιγραφικής ιδιοφυίας και βαρετής επανάληψης).
To “The Tell” έχει όλα τα mid tempo στοιχεία του “Desperate Dreams, λόγου χάριν. Και από κει και πέρα, εξαρτάται κυρίως από την ηλικία του ακροατή. Αν είναι κανείς πολύ μικρός για να έχει νιώσει το σκίρτημα του πώς είναι να πιάνεις το βινύλιο του “When Seconds Count” μέσα στον πρώτο μήνα κυκλοφορίας του, θα αγαπήσει (αν δεν αγαπάει ήδη) τους Pride Of Lions και θα τους θεωρήσει υπερέχον άκουσμα. Δίκιο θα’ χει, γιατί η καλοδουλεμένη μελωδία μπροστά στο σημερινό άθλιο κακόηχο τοπίο έτσι ακούγεται.
Αν είναι κανείς λίγο πιο μεγάλος, θα το ευχαριστηθεί και θα το ξαναβάλει κάποιες φορές να παίξει, αλλά οι λεπτομέρειες θα το υποβιβάσουν στην περιοχή όπου καταλήγουν πολλά από τα ακούσματα της
Frontiers.
Κάπου μεταξύ ευχάριστου και αναλώσιμου. Σα να καταβροχθίζεις το πιο σπέσιαλ τσηζμπέργκερ της αγαπημένης του αλυσίδας φαστ φουντ. Φέρνει στιγμιαία ικανοποίηση και ευχάριστες γευστικές αναμνήσεις, αλλά δεν μπορεί να σου δώσει τίποτε παραπάνω από ένα ελαφρύ φούσκωμα για κανα μισάωρο και σίγουρα δεν σου θέτει στάνταρ γευσιγνωσίας.

 O ήχος τη σήμερον ημέρα στις συντριπτικά περισσότερες σύγχρονες παραγωγές (ειδικά του “melodic rock”) δεν γίνεται να ακουστεί στρογγυλός και ζεστός όπως στην εποχή που που το A.O.R. κάλυπτε την ανάγκη για ακρόαση rock ηχοχρωμάτων του ακροατή του ραδιοφώνου.
Ακούγεται είτε επίπεδα digital, είτε παραφουσκωμένος αλλά χωρίς ειδικό βάρος (αν τον ακούσεις σε μεγάλο μηχάνημα). Ο δε Toby Hitchcock έχει τις οκτάβες, αλλά από προσωπικότητα όχι και πολλά πράγματα, για το δε ποζάρισμά του, θου Κύριε φυλακή τω στόματί μου. Το Α.Ο.R. είναι μουσική που πρέπει να μπορεί να παρακολουθείται εξίσου καλά με το πώς ακούγεται. Το στυλάκι «το πουκάμισο έξω απ΄το παντελόνι να μη φαίνεται η μπάκα» και το ψευδοfantasy εξώφυλλο που είναι «φιλοτεχνημένο» με πρόγραμμα ζωγραφικής ενός υπολογιστή της σειράς, σημαίνουν μια φτήνεια, δυστυχώς συνώνυμη με τις αγοραστικές ανάγκες τις εποχής, δηλαδή σύντονη με το επίπεδο του μέσου ακροατή. Τουλάχιστον, ο γερο-Πέτερικ που οπτικά έχει εξελιχθεί σε μια χαρισματικά ακομπλεξάριστη εκδοχή Φλωρινιώτη, έχει, τέλος πάντων, «στυλ».

Όταν ο άνθρωπος λέει ότι άκουσε προσεκτικά τα προηγούμενα τέσσερα άλμπουμ και προσπάθησε να συνδυάσει «τα καλύτερα στοιχεία», σημαίνει ότι έριξε στο τηγάνι τα γνωστά κι αλάθητα υλικά: 1/3 “Vital Signs”, 1/3 παλαιοραδιοφωνικό mid-tempo σε στυλ “American Heartbeat” και μπαλάντες που θα ήθελαν να είναι “Evelasting”.
Δεν υπάρχει τίποτε κακό στη φόρμουλα, απλώς όσο πιο παρθένα είναι τα αυτιά, τόσο πιο εύκολα τείνουν να τη θεωρούν «πρωτότυπη», επειδή τους χαϊδεύει τ’ αυτιά.
Τέλος πάντων, για να μην έχουμε στεναχώριες, τα «καλύτερα» είναι “The Tell”,Fearless”, “The Light In Your Eyes το («αγαπημένο του Toby Hitchcock») “Unmasking The Mystery” και το “Freedom of the Night”. Το τελε
υταίο είναι γραμμένο μαζί με τον Hal Butler πρώην κημπορντίστα του μακαρίτη Jimi Jamison και μας κάνει να φανταζόμαστε εύκολα πώς ο αποδημήσας θα το τραγουδούσε ο ίδιος, αν δεν είχε σταματήσει τόσο άδοξα η καρδιά του τελευταία μέρα του Αυγούστου του 2014.
  Στα καλά και θελτικά του άλμπουμ, το πρώτο βίντεο κλιπ, του εναρκτήριου All I See Is You”, όπου κυριαρχεί η παρουσία της sexy μέχρι αιματοκυλίσματος 31χρονης μοντελοπερσόνας April Rose και έτσι, μοιραία, “All we hear is her”.

Η σύνθεση των Pride Of Lions: Jim Peterik: Vocals, Guitar, Keyboards, Toby Hitchcock: Vocals, Ed Breckenfeld – drums, Klem Hayes – bass, Mike Aquino – guitar και Christian Cullen – keyboards.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Jack Russell's Great White: “He Saw it Comin'”


Ο Jack Russell, η original φωνή των πολύ καλών blues-hard rockers Great White επιστρέφει στα μουσικά δρώμενα με νέο άλμπουμ. Μετά τα γνωστά νομικά προβλήματα σχετικά με τα δικαιώματα του ονόματος των Great White (το οποίο είχε κουράσει και τελικά το "κράτησαν" και οι δυο πλευρές) ο αρκετά συμπαθής Russell κυκλοφορεί ένα album που θα ικανοποιήσει τους περισσότερους fan των Great White.

Το νέο πόνημα του τιτλοφορείται  "He Saw It Comin'" και σε γενικές γραμμές  θα έλεγα πως θυμίζει λίγο τις ένδοξες μέρες αυτής της μπάντας.
Με την πολύτιμη βοήθεια του παλιού του φίλου Tony Montana και των Robby Lochner και Dicki Fliszar, ο Russell προσπαθεί, και σε αρκετά σημεία το καταφέρνει με επιτυχία, να ‘φέρει’ τον κλασσικό ήχο των Great White.  Η νέα του μπάντα ακούγεται σφιχτοδεμένη, η φωνή του είναι ακόμα δυνατή και τα περισσότερα τραγούδια είναι καλογραμμένα και γενικά στο σύνολο του το "He Saw It Comin'" χαρακτηρίζεται ως επιτυχημένο.
Το εναρκτήριο  "Sign Of The Times" είναι ένα κλασσικό Great White κομμάτι και ίσως το κορυφαίο μέσα από το νέο άλμπουμ!  Στη συνέχεια με το "She Moves Me"  οι Great White του Jack Russell groov-άρουν αρκετά ενώ με την πολύ όμορφη μπαλάντα του  "Love Don't Live Here" τα κλασικά bluesy στοιχεία των παλιών καλών Great White κάνουν την εμφάνιση τους. Ακόμη ένα πολύ ‘γλυκανάλατο’ και συναισθηματικό τραγούδι θα συναντήσουμε με το την ακουστική mid-tempo μπαλάντα  "Anything For You" ενώ με τα "He Saw It Comin'", "Don't Let Me Go" και "Spy Vs Spy"  έχουμε να κάνουμε με τρία πολύ καλά και πιο ‘γκαζιάρικα’ κομμάτια που περιλαμβάνουν δυνατές ενορχηστρώσεις, έξυπνα ρεφραίν και μια πιο ‘φρέσκια’ προσέγγιση.
Δεν είναι κακό, αλλά σίγουρα δεν είναι και κάτι αξιομνημόνευτο. Το “He Saw It Comin’” είναι  απλά ένα καλό άλμπουμ που περιλαμβάνει κάποιες δυνατές στιγμές μέσα, την "ιδιαίτερη" φωνή του Jack Russell που δίνει ένα έξτρα "σπρώξιμο" στο τελικό αποτέλεσμα και λίγη από την μαγεία των κλασσικών Great White.

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Simple Minds: "Acoustic"


Μετά από σχεδόν 40 χρόνια αξιοσημείωτης πορείας στα μουσικά δρώμενα και με πλείστες εναλλαγές (από την post punk και τη synth pop έως την art rock) στο μουσικό μενού τους, οι βετεράνοι πλέον, Σκωτσέζοι Simple Minds, επιδιδόμενοι αέναα στο κυνήγι καλλιτεχνικών επιτεύξεων υψηλού επιπέδου, παρουσιάζουν το δεκατοέβδομο στούντιο άλμπουμ τους, “Acoustic”.

Ο τίτλος αποδίδει εύγλωττα και το περιεχόμενό του.
11 παλιές, σαν το καλό κρασί, αγαπημένες επιτυχίες του συγκροτήματος και μία διασκευή του Long Black Train του Richard Hawley, επιλέχθηκαν καλύπτοντας μουσικά την περίοδο από το πρώτο άλμπουμ (βλ. “Chelsea Girl” από το Life In A Day του 1979) έως το 1991 (βλ. το “See The Light” από το Real Life). Επιπρόσθετα bonus tracks τα “Stand By Love” (από το Real Life του 1991), “Speed Your Love To Me” (από το Sparkle In The Rain του 1984)
και το “Light Travels” (από το Graffiti Soul του 2009).
Οι «ξεδιαλεγμένες» αυτές συνθέσεις αποδίδονται μέσα από τη χρήση ακουστικών οργάνων, κατ’ απομίμηση των τεχνικών που χρησιμοποιούνταν και στο MTV Unplugged.
Οι ηλεκτρικές κιθάρες και τα synths αντικαταστάθηκαν από την ακουστική κιθάρα και το πιάνο και όλες οι τεχνικές που χρησιμοποιούν τα στούντιο αφαιρέθηκαν προκειμένου να βγει καθαρή και ατόφια η κέλτικη ψυχή και να διαπεράσει το μουσικό παρελθόν του συγκροτήματος.
 Οι σκέψεις γύρω από το ενδεχόμενο ενός τέτοιου άλμπουμ έγιναν επ’ αφορμής ενός σπάνιου session των Simple Minds που έλαβε χώρα στο Chris Evans Breakfast Show το 2014 και δέχθηκε τη θερμή υποδοχή του κοινού.
Το εγχείρημα επαναλήφθηκε το 2016 όταν η μπάντα έπαιξε ένα 90λεπτο ακουστικό σετ στο Zermatt Unplugged Festival στις Ελβετικές Άλπεις, επιβεβαιώνοντας τις αρχικές υποψίες και θέτοντας τις βάσεις για το δισκογραφικό πλάνο.
Για την υλοποίηση της ιδέας οι Jim Kerr και ο Charlie Burchill επέστρεψαν στις ρίζες τους, εκεί που ξεκίνησε η ιστορία του συγκροτήματος. Πίσω λοιπόν στο Εδιμβούργο με τις ηχογραφήσεις να πραγματοποιούνται στο Gorbel’s Studio που στεγάζεται στο κτίριο που οι Simple Minds έκαναν την πρώτη live τους εμφάνιση. Για να φτάσουν όμως στο σωστό αποτέλεσμα έπρεπε να εξασφαλιστεί η συμμετοχή των κατάλληλων  προσώπων. Προς τούτο επιστρατεύτηκαν ο βετεράνος μπασίστας των Simple Minds Ged Grimes, η Sarah Brown για τα backing vocals, ο ακουστικός κιθαρίστας Gordy Goudie και η (εξαιρετική νεαρά και με απίστευτη φρεσκάδα) μουσικός κρουστών Cherisse Osei προκειμένου η τελευταία να προσδώσει έναν πιο ήπιο ήχο στις συνθέσεις αντί για τη συνηθισμένη δυνατή ροκιά που βγαίνει από τα ντραμς.
Στη συνέχεια, θα δούμε πώς μετουσιώθηκαν οι προθέσεις του γκρουπ μέσα από τις επιμέρους συνθέσεις του δίσκου.
  

                      
Στο Led Zeppelin προσανατολισμού American από το άλμπουμ του 1981 Sons and Fascination/Sister Feelings Call, τα (ούτως ή άλλως) αμίμητης χροιάς και προσωπικότητας φωνητικά του Jim Kerr δίνουν μια πιο μαλακή εκδοχή. Στη συνέχεια, η ευχάριστη διάθεση που σαφώς χαρακτήριζε όσους συμμετείχαν στην ερμηνεία του “Promised You A Miracle”, μεταδίδεται απόλυτα μέσα από τον funky ρυθμό του και ανάγεται στη μεγάλη έκπληξη του άλμπουμ.
Χωρίς να χάνεται η γοητεία του πρωτότυπου, η country ροκ προσέγγιση, τα «ζεστά» φωνητικά της KT Tunstall και οι κρυστάλλινες κιθαρικές εκτελέσεις του Burchill χαρίζουν απλόχερα μια ξεχωριστή, σπινθηροβόλα εκτέλεση. Η μουσική ωριμότητα που αποκτήθηκε μοιραία και το νοσταλγικό κλίμα που αναγκαστικά διαχέεται μετουσιώνονται με τον καλύτερο τρόπο στο καινοτόμο για την εποχή του και περίπλοκα όμορφο “Glittering Prize” από το άλμπουμ του 1982 “New Gold Dream (81-82-83-84)”, δείχνοντάς μας ότι οι Simple Minds γνωρίζουν καλά την τέχνη τους.
Στα εύκολα προσαρμοζόμενα σε ακουστικό στυλ κομμάτια συγκαταλέγεται το “See the Lights”. Στον στόχο αυτό συμβάλλει καθοριστικά και η φωνή του Kerr που μέσα από το πέρασμα του χρόνου κατέστη πιο ευπροσάρμοστη και «πλούσια» σε εναλλαγές. Στο άλμπουμ όμως επιλέχτηκαν και κάποιες συνθέσεις που εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι είναι δύσκολο να αποδοθούν ακουστικά.
Μια τέτοια σύνθεση είναι το “New Gold Dream, 81, 82, 83, 84”, με άκουσμα που δεν μοιάζει εύκολο να μετουσιωθεί ακουστικά, αλλά χάρη στην ερμηνεία του Kerr και την κιθαρική εκτέλεση του Burchill αποδίδεται τίμια φόρος τιμής στο πρωτότυπο και την ίδια στιγμή αποκτά έναν αυτόνομο μουσικό χαρακτήρα.
Επισκοπώντας το χιτ “Someone, Somewhere in the Summertime” δεν απογοητευόμαστε από την ακουστική απόδοσή του. Διατηρώντας την αρχική ενέργεια και την εσωτερική ομορφιά του, το κομμάτι δείχνει ελαφρώς πιο σκοτεινό, ενώ αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξαίρετης δουλειάς του Burchill στην κιθάρα.

Ένα ακόμη «δύσκολο στη μετάφραση» κομμάτι είναι το ιδιαίτερης δυναμικής “Waterfront”. Οι Simple Minds καταφέρνουν όμως να βγουν και εδώ «ασπροπρόσωποι» διατηρώντας το γενικότερο ύφος της αρχικής version και την ίδια στιγμή ρίχνουν τους ρυθμούς, μαλακώνοντας το αρχικό αποτέλεσμα μέσα από μια γκόσπελ προσέγγιση. Σε αυτό συμβάλλει καθοριστικά ο δυνατός κιθαρικός ήχος που λειτουργεί σε αντικατάσταση των ντραμς. Παρόμοια τακτική ακολουθήθηκε και στο “Sanctify Yourself”. Αν και με ύφος που ταιριάζει στις live εμφανίσεις, αυτό δεν εμπόδισε το συγκρότημα από το να ανάγει επιτυχώς τη δυναμική επιδραστικότητά του σε μια άλλη, εσωτερική διάσταση, με τις κιθάρες να παραπέμπουν σε γκλαμ ροκ στιγμές.
Το“Chelsea Girl”από το ντεμπούτο άλμπουμ του 1979 “Life in A Day”, αναδεικνύεται σε άκρως ενδιαφέρον, ενδεχομένως περισσότερο και από την αρχική μορφή του. Ο Burchill καταφεύγει στη χρήση ισπανικής κιθάρας καταλήγοντας σε μια ατμόσφαιρα αντίστοιχη προς εκείνη των παρόμοιου ύφους συνθέσεων του Bowie. Από την άλλη, το “Alive and Kicking” απογυμνωμένο από τα περίτεχνα κόλπα που καταφεύγουν στα στούντιο, δείχνει πιο γήινο παραμένοντας το ίδιο γοητευτικό όπως το γνωρίσαμε.
Η τραγουδίστρια Sarah Brown στα back-up φωνητικά δείχνει απόλυτα ταιριαστή με το όλο εγχείρημα.
 Κι ερχόμαστε στη μεγαλύτερη επιτυχία του συγκροτήματος, το επικό “Don’t you forget about me” από το 1985 και δη από το σάουντρακ εφηβικής αμερικανικής ταινίας (“Breakfast Club”). Υπό το βάρος της μεγάλης δημοτικότητάς του, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια αρκούντως συναισθηματική εκδοχή του κομματιού, που ταυτόχρονα μοιάζει να κινείται σαν φάντασμα πάνω από το γκρουπ στοιχειώνοντάς το. Το κλίμα αποδίδεται για άλλη μια φορά με τη μοναδική φωνή του Kerr που ξέρει πότε πρέπει να απογειώσει το κομμάτι και πότε να το κρατήσει σε κατάλληλα χαμηλούς τόνους. Μικρή λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά η σκωτσέτζικη accent του.
 

Οι ακουστικές συνθέσεις ως επιλογή για ένα (ουσιαστικά) best of άλμπουμ μοιάζει παράξενη (και ταυτόχρονα ενδιαφέρουσα), καθώς αφορά σε ένα γκρουπ το οποίο ανέκαθεν χαρακτήριζαν τα θορυβώδη ντραμς, οι ηλεκτρικές κιθάρες και τα synths. Οπότε εύλογα και αυτονόητα δράττουμε της ευκαιρίας για να ακροαστούμε με τις καλύτερες των προθέσεων αυτό που θέλησαν να καταθέσουν οι Simple Minds, ένα συγκρότημα από εκείνα τα παλιά, τα «τίμια» που είχαν πάντα να επιδείξουν ουσιαστικές, χαμηλών τόνων και to the point δουλειές.

To “Acoustic” αν και δεν βρίθει πρωτοτυπίας, εμπεριέχει σημαντικά γνώριμα κομμάτια υπό μια διαφορετική, λιτή οπτική γωνία αφήνοντας να ξεσπάσει μια εσωτερική, ώριμη δύναμη, κατευθείαν από την καρδιά του συγκροτήματος, χωρίς όμως να αλλοιώσει την ουσία τους όπως αποτυπώθηκε στα αντίστοιχα άλμπουμ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι με το άκουσμά τους τα ξαναθυμηθήκαμε και τα ερωτευτήκαμε πάλι από την αρχή βουτώντας σε μουσικές αναμνήσεις μακρινές αλλά όχι ξεχασμένες.
Τελικά αυτός ήταν ο στόχος και από ό,τι φαίνεται πέτυχε. Όπως ανέφερε και ο Jim Kerr σε σχετική με το άλμπουμ συνέντευξη: «Τα τραγούδια μας σημαίνουν πολλά για το κοινό μας, γι’ αυτό και έπρεπε να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί. Δεν ήταν απλά μια περίπτωση του να δώσουμε κάποια ακουστικά riffs.
Έπρεπε να σεβαστούμε τα τραγούδια και να κρατήσουμε τα στοιχεία εκείνα που τα έκαναν να ξεχωρίσουν εξαρχής. Θελήσαμε να δημιουργήσουμε ένα ευχάριστο άλμπουμ με τον χαρακτήρα που διακρίνει τους Simple
Minds, όχι ένα παραδοσιακά ακουστικό άλμπουμ, περισσότερο κάτι που ο κόσμος θα αρέσκεται να ακούει στις καλές στιγμές του. Αυτή η εμπειρία μας οδήγησε στην κατεύθυνση που θα θέλαμε να δώσουμε και στα νέα κομμάτια μας που θα ηχογραφήσουμε σύντομα». Εν αναμονή λοιπόν της νέας τους δουλειάς έχουμε στη διάθεσή μας ένα υπέροχο άλμπουμ που θα μας κρατήσει σίγουρα καλή συντροφιά.

Μαρία Γεωργιάδου

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Cornerstone: "Reflections"



Το γένος του μελωδικού rock/A.O.R εμπλουτίσθηκε εδώ και ένα μήνα περίπου από έναν ακόμη δίσκο: με τους τους αυστριακούς Cornerstone που με τον εξαιρετικό τρίτο δίσκο τους "Reflections", κατέλαβαν επάξια θέση στο στερέωμα των μελωδικών δημιουργών!
Γνωστή η Αυστρία για την μουσική κληρονομιά στην κλασική δημιουργία με σπουδαίους  και ιδιαίτερους συνθέτες. Μουσικό εξαγώγιμο προϊόν επίσης και ο εκλιπών σε τροχαίο δυστύχημα καλλιτέχνης Φάλκο (Falco, πραγματικό όνομα: Johann "Hans" Hölzel, 19 Φεβρουαρίου 1957 - 6 Φεβρουαρίου 1998) που ήταν Αυστριακός τραγουδιστής της ποπ με την  μεγάλη εμπορική επιτυχία  "Rock Me Amadeus"  (εμπνευσμένο από τη βραβευμένη με Όσκαρ ταινία Amadeus) από το άλμπουμ του Falco 3 που έγινε κορυφαία διεθνής επιτυχία το 1986 ενώ ο μακαρίτης ήταν μπασίστας σε ένα χαρντ ροκ συγκρότημα της χώρας , τους Drahdiwaberl.
Οι Cornerstone λοιπόν από την Αυστρία και όχι αυτοί που έγιναν γνωστοί λόγω του Doogie White, επιστρέφουν με νέο δίσκο, το "Reflections"  και καινούργια τραγουδίστρια στην μπάντα, την εξαιρετική ερμηνεύτρια  Alina Peter. Προσωπική ευαρέσκεια υπάρχει για την στροφή της μπάντας από τα εδάφη του  west coast,pop/rock (τα οποία τιμούμε) στο αγαπημένο ύφος του  AOR.
 Εάν συνυπολογίσουμε,  τις συνθέσεις, τους ικανότατους μουσικούς και την εξαιρετική τραγουδίστρια έχουμε την τέλεια συνταγή: AOR, μελωδικό  hard rock, η κλασική παραγγελία στα '80ς!
Οι μουσικοί δημιουργούν εξαιρετικά ακούσματα μουσικότητας, με ταιριαστές  δοσολογίες σε πλήκτρα, καθώς οι "πλούσιες" συνθέσεις και η φωνή της πολυτάλαντης Alina Peter καθηλώνουν τον ακροατή. Ευκολομνημόνευτα χορωδιακά φωνητικά και πιασάρικες ενορχηστρώσεις που εντυπωσιάζουν και  με το εναρκτήριο "Nothing To Lose" να απογειώνεσαι  τόσο από την ατμοσφαιρική εισαγωγή αλλά και από το ευάφανταστο κιθαριστικό ριφ (προσωπικά αγαπημένο από την πρώτη ακρόαση).
Ακολουθεί το "Last Night" με εξαίρετες κιθάρες  και την πανέμορφη παρουσία του σαξόφωνου, ένα  τέλειο  FM radio κομμάτι, που μου ξυπνά μνήμες με ανάλογα άσματα που έπαιζα σε πειρατικό ραδιοφωνικό σταθμό πριν από πολλά χρόνια  ενώ στο "True Confessions" η κιθάρα κελαηδά κυριολεκτικά συνοδεύομενο με ένα  εκπληκτικό σολάρισμα  και αν αυτή η σύνθεση  δεν σας θυμίζει τη υπερμπάντα των Reo Speedwagon, προφανώς διαβάζετε λάθος ιστοσελίδα.
Στο ίδιο ύφος και τα υπόλοιπα τραγούδια του άλμπουμ. Έχουμε στη συνέχεια το μεγαλόπρεπο στην εισαγωγή του "Believe In Me", ένα ακόμη ένα ξεσηκωτικό ροκάδικο κομμάτι. Κλασικός  '80'ς ήχος όπως  και το "Once"  που είναι ιδανικό για να κλείσει ο δίσκος και να σε αφήσει να παρακαλέσεις για συνέχεια! Κομματάρα με τα όλα της!
 Να σημειώσουμε και την παρουσία του ικανότατου ερμηνευτή και μουσικού  Harry Hess (Harem Scarem), που συνέβαλε τα μέγιστα στην κυκλοφορία αυτή με την παρουσία του στην παραγωγή.
Σίγουρα με το εξαιρετικό τραγούδι  "Believe In Me" οι Cornerstone δεν έγιναν η σούπερμπάντα αλλά σίγουρα έχουν τις δυνατότητες για μελλοντικές εξαιρετικές κυκλοφορίες.
Οι Cornerstone είναι ένα σχήμα αξιοπρόσεκτο και είμαστε έτοιμοι να τους ξανακούσουμε…

Νότης Γκιλλανίδης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...