Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Grand Funk Railroad: "Caught in the Act"

Πολλοί σημερινοί αλλά και παλαιότεροι υπέρλαμπροι ροκ αστέρες οφείλουν να μνημονεύουν και να τιμούν συγκροτήματα σαν τους Grand Funk Railroad μέχρι τα βαθιά τους γεράματα.


Από τους Van Halen και τους Kiss μέχρι και τους Lenny Kravitz και Metallica αλλά και πολλών άλλων αξιόλογων σχημάτων, έχουν επηρεαστεί και “δανειστεί” πολλές από τις αγριεμένες μελωδίες και τους σκληρούς ρυθμούς τους.
Το θρυλικό αμερικάνικο συγκρότημα κατάγεται από το Flint του Michigan και με μία σειρά ανεπανάληπτων άλμπουμ που κυκλοφόρησαν στη δεκαετία του ’70 έβαλε την δική του μοναδική  σφραγίδα σε αυτό που ονομάζουμε κλασσικό ροκ ή ακόμα και παραδοσιακό hard rock. To Caught in the Act κυκλοφόρησε τον Αύγουστο το 1975 (ξανακυκλοφόρησε σε remastered έκδοση το 2003) και οι live ηχογραφήσεις είχαν γίνει λίγους μήνες νωρίτερα για την προώθηση του εξαιρετικού στούντιο άλμπουμ “All the Girls in the World Beware!!!” Στο “Caught in the Act” περιλαμβάνονται σχεδόν όλες οι μεγάλες στιγμές των Grand Funk Railroad προσπαθώντας η μπάντα να κλείσει εκείνη τη χρονική συγκυρία ένα μακρύ και πετυχημένο εμπορικά δισκογραφικό κύκλο μιας και στη συνέχεια το συγκρότημα επιθυμούσε να εξελίξει τον ήχο του και το κατόρθωσε ως ένα βαθμό (σημαντική ήταν και η συμβολή του Frank Zappa στο μεθεπόμενο άλμπουμ τους) ενώ δυστυχώς στη δεκαετία του ’80 δεν υπήρχε καμία ανάλογη συνέχεια.
Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι μία μεγάλη μερίδα κριτικών θεωρεί ότι το “Live Album”  του 1970 ήταν η πιο χαρακτηριστική ζωντανή παρουσία των Grand Funk Railroad, όμως σε εκείνο το άλμπουμ δεν συμπεριλαμβάνονται τα κλασσικά κομμάτια της μπάντας για… ευνόητους λόγους (αφού οι μεγάλες επιτυχίες του γκρουπ κυκλοφόρησαν τις επόμενες χρονιές) και μόλις τότε είχαν ξεκινήσει ουσιαστικά την καριέρα τους.
Η απίθανη τετράδα των Don Brewer (ντραμς, φωνητικά), Mark Farner (κιθάρα, φωνή, πλήκτρα), Mel Schacher (μπάσο), Craig Frost (keyboards) παρέα στα φωνητικά με τις "The Funkettes" (Lorraine Feather και Jana) πραγματικά θερίζουν και σκορπούν απίστευτες ποσότητες αυθεντικής ροκ ευδαιμονίας, παιγμένα με αστείρευτη ενέργεια και ασταμάτητο πάθος. Σπουδαία και αθάνατα κομμάτια υπάρχουν στο “Caught in the Act” όπως τα περήφανα και δυναμικά "Footstompin' Music", "Rock & Roll Soul",Heartbreaker, “T.N.U.C.”, το απίστευτοShinin' On, οι πετυχημένες διασκευές  στα τραγούδιαThe Loco-Motion(των Gerry Goffin και Carole King), Inside Lookin' Outαπό τους Αnimals, το Gimme Shelterτων Rolling Stones, τοSome Kind of Wonderfulτου soulman, John Ellison και φυσικά το super classic, We're an American Band. Η αγριάδα, ο τσαμπουκάς, το πάθος, η έπαρση αλλά και η soul/blues ευαισθησία είναι μερικά από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους Grand Funk Railroad. Μία ματιά να ρίξετε μόνο στο youtube για να καταλάβετε με τι άνεση αλλά και τη πώρωση έπαιζαν live πριν από τρεις δεκαετίες και βάλε. Όχι μόνο θα τους γουστάρετε(όσοι τυχόν δεν τους γνωρίζετε, λίγο δύσκολο νομίζω...) αλλά είμαι σίγουρος πως και θα τους λατρέψετε!!!

TRACKLIST
1) Foot Stompin' Music, 2) Rock & Roll Soul, 3) Closer To Home, 4) Heartbreaker, 5) Some Kind Of Wonderful, 6) Shinin' On, 7) The Loco-Motion, 8) Black Licorice; 9) The Railroad, 10) We're An American Band, 11) T.N.U.C., 12) Inside Looking Out, 13) Gimmie Shelter

MEΛΗ
Don Brewer (ντραμς, φωνητικά)
Mark Farner (κιθάρα, φωνή, πλήκτρα)
Mel Schacher (μπάσο)
Craig Frost (keyboards)


Φώτης Μελέτης

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

The Rolling Stones: "Blue And Lonesome"


Ηχογραφημένη σε μόλις 3 ημέρες, πάνω σε μια απόφαση της στιγμής, αφού συνειδητοποίησαν ότι ένα μάτσο πρόβες σε παλιά blues στάνταρ «ακούγονταν καλά», η συλλογή αυτή με διασκευές της μεγαλύτερης από τις πρώτες μπάντες στο ροκ ν' ρολ αποτελεί το καινούριο (ίσως και το τελευταίο) της δισκογράφημα.

Με κίνδυνο να ακουστεί κανείς σαν τον πρεσβύτερο Γιόργκε απ΄το «Όνομα του Ρόδου», στη θρυλική ατάκα περί του ότι «η μελέτη των γραφών δεν έχει σκοπό την πρόοδο, αλλά την αέναη ανακεφαλαίωση», η αίσθηση που αποπνέει το άλμπουμ είναι όντως αυτή της εντελώς απενοχοποιημένης ανακεφαλαίωσης. “Just Your Fool” (του Buddy Johnson και της bog band του απ΄το ’53), “I Gotta Go”, “Hate To See You Go” του Little Walter, “Blue And Lonesome” (του Memphis Slim απ΄το ’49), “Commit A Crime” (του Howling Wolf - γνωστό κι από τις εκτελέσεις του Stevie Ray Vaughan), το προπολεμικό “Ride  ‘Em On Down” του Eddie Taylor (μ΄ένα βίντεο κλιπ σκέτη αλητεία, όπου μια sexy μέχρι σημείου combustion Kristen Stewart ζορίζει ένα vintage Mustang του ’60), καθώς και ο απαραίτητος Willie Dixon με τα “Just Like I Treat You” και “I Can’t Quit You Baby” είναι τα πιο αναγνωρίσιμα από τα tracks.
Εμφανίζονται σε ταιριαστές α προπό εμφανίσεις ο
Eric Clapton, ο Μatt Clifford κι ο Chuck Levell (πλήκτρα) και ο Jim Keltner (τύμπανα), όλοι τους ονόματα που κουβαλάνε ολόκληρες εποχές της ροκ ν΄ρολ ιστορίας στα χέρια και τα μυαλά τους. 
Ανεξάρτητα του κατά πόσο η κυκλοφορία αυτή ήταν συνειδητή ή μπήκε σε κίνηση από τη σπίθα μανατζερικής πρωτοβουλίας, η αλήθεια είναι ότι επιστρέφουν στις ρίζες τους μόνον αυτοί που έχουν τέτοιες.
Αυτοί που έσκηψαν στην πηγή και ήπιαν το νερό που ανέβλυζε, όταν οι περισσότεροι κοιτούσαν τα πουλάκια στα δέντρα. Αυτοί που έμαθαν με το παράδειγμά τους σε μουσικούς, βιομηχανία και ακροατές ότι η μουσική για να έχει ενεργό παρόν είναι σημαντικό να έχει ιδρύσει μια τίμια διαλεκτική με το παρελθόν.



Την ύπαρξη της μουσικής ρίζας η σημερινή εποχή την απεχθάνεται, γιατί χαράσσει σαφείς διαχωριστικές γραμμές μεταξύ όσων αναγνωρίζουν τη σημασία του να προέρχεσαι και όσων υποφέρουν από την υστερία μιας υποτιθέμενης «πρωτοτυπίας», όσων αποφεύγουν φόρους τιμής και hat-tippings σε πραγματικές αξίες, μήπως και νιώσουν λίγοι.
Όσοι καταλαβαίνουμε γιατί μπορεί να έχει κάποιο νόημα (πέραν του εμπορικού) αυτή η ηχητική επιστροφή σήμερα και όχι πριν 5 ή δέκα χρόνια, έχουμε ήδη τα αισθητήριά μας σε εγρήγορση, οπότε το άλμπουμ αυτό είναι προορισμένο να μας προσφέρει μόνον απόλαυση.
Γιατί –δεν είναι και δύσκολο – αντιλαμβανόμαστε την ανάγκη των συγκεκριμένων 70άρηδων να νιώσουν ξένοιαστα και οικεία με τη μουσική που τους νοηματοδότησε πριν καν κλείσουν τα είκοσι (ποιά ειλικρινέστερη κατάθεση διάθεσης από αυτήν, για έναν καλλιτέχνη στη δύση της καρριέρας του, αν όχι το να θυμίζει όσα τον καθόρισαν;).
Όσο για τους πικρόχολους, θα έχουν τα χιλιοειπωμένα επιχειρήματά τους την κατανόησή μας. Αν και δεν είναι απολύτως βέβαιο ότι την τελευταία την αξίζουν κιόλας.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

The Smiths: "The Queen Is Dead"


Ψάχνοντας στις μνήμες μου να βρω τα πιο αγαπημένα ακούσματα έρχεται απευθείας στο νου το «There is a Light That Never Goes Out» από τους Smiths (που δεν νομίζω ότι χρειάζονται συστάσεις).

Ήταν χαρακτηριστική περίπτωση «love at first sight». Με στίχους γλαφυρούς, to the point, να κρύβουν μια ανεπιτήδευτη ειλικρίνεια για τη μοναξιά και τον έρωτα και με τη μουσική να δένει απόλυτα δεν μπορεί παρά να κεντρίσει αμέσως το ενδιαφέρον όσων γίνονται δέκτες του. Σίγουρα όχι τυχαία και ο Irvine Welsh, συγγραφέας του Trainspotting, το επέλεξε ως τίτλο του κεφαλαίου που πραγματεύεται την ερωτική απογοήτευση ενός από τους ήρωες. Ακόμη και ο Johny Marr (ο κιθαρίστας των Smiths και συνδημιουργός μαζί με τον Morrissey των μεγάλων επιτυχιών του συγκροτήματος) ομολόγησε ότι στην πρώτη εκτέλεσή του το κομμάτι ήταν ό,τι καλύτερο είχε ακούσει. Η αλήθεια είναι ότι δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να μείνει ασυγκίνητος μπροστά στους εμπνευσμένους στίχους του που αποτυπώνουν άρτια την ερωτική απόγνωση η και καρφώνονται σαν πρόκες στην καρδιά:

«Take me out tonight
Where there's music and there's people
And they're young and alive
Driving in your car
I never never want to go home
Because I haven't got one
Anymore

Take me out tonight
Because I want to see people and I
Want to see life
Driving in your car
Oh, please don't drop me home
Because it's not my home, it's their
Home, and I'm welcome no more

And if a double-decker bus
Crashes into us
To die by your side
Is such a heavenly way to die
And if a ten-ton truck
Kills the both of us
To die by your side
Well, the pleasure - the privilege is mine»

 


Η παραπάνω σύνθεση (με υπαινικτικές αναφορές και στον τραγικό θάνατο του James Dean) περιλαμβάνεται στο άλμπουμ με τίτλο «The Queen is Dead», το οποίο κυκλοφόρησε στις 16 Ιουνίου 1986 αφήνοντας το δικό του ανεξίτηλο στίγμα στα ΄80s. Τρίτη κατά σειρά δισκογραφική δουλειά του συγκροτήματος (μετά από το ντεμπούτο «The Smiths» και το εξαίρετο «Meet is murder») αποτελεί τη μεγάλη στιγμή τους, όπου συνδυάζονται άψογα οι προσωπικές ανησυχίες των δημιουργών του με τη διάθεση για κατακραυγή των ασφυκτικών κοινωνικών συνθηκών κατά τη διακυβέρνηση της Θάτσερ, λίγο μετά από τη συντριβή της μεγάλης απεργιακής κινητοποίησης των ανθρακωρύχων (1984 – 1985).
Η μεγάλη απήχηση του δίσκου στη Βρετανία συνέβαλε στο να εξαπλωθεί η φήμη των Smiths και στην Αμερική και να τους καθιερώσει σε παγκόσμιο επίπεδο ως τη πιο δημοφιλή εναλλακτική ροκ μπάντα για τότε, κάτι που (κακά τα ψέματα) ποτέ δεν επιδίωξαν με τη στάση που υιοθέτησαν από την αρχή της καριέρας τους.
Για την επικράτηση της μπάντας ευνόησαν ασφαλώς και οι τάσεις και περιστάσεις της εποχής εκείνης: το παραδοσιακό rock ΄n roll με ό,τι αυτό πρέσβευε (sex, ναρκωτικά και τα συναφή) έμοιαζε να έχει κουράσει, το «success story» των ΄80s άρχισε να αμφισβητείται και νέα πρότυπα αναζητούνταν. Οι Smiths βρέθηκαν εκεί, την κατάλληλη στιγμή, έχοντας μια πιο φρέσκη και «αγνή» ματιά στα πράματα και εκφράζοντας τη δική τους επαναστατική εκδοχή, έχοντας για «βιτρίνα» έναν εκκεντρικό διοπτροφόρο, με αγάπη στη λογοτεχνία και που αρέσκονταν να ερμηνεύει λικινιζόμενος και σε ιδιόρρυθμες φωνητικές κλίμακες. Η ανταπόκριση των ανήσυχων εφήβων (και μετεφήβων) ήταν άμεση. Πλέον στους δρόμους, στα στέκια, στα κολλέγια και πανεπιστήμια έβλεπες νεαρά παιδιά να κυκλοφορούν φορώντας μπλουζάκια που έφεραν στάμπες με το λογότυπο των Smiths και μιμούμενοι Morrissey να περιφέρονται έχοντας υπό μάλης βιβλία με ποιήματα του Oscar r Wilde και στις τσέπες μπουκέτα από νάρκισσους αναζητώντας τρόπο εφαρμογής των ανατρεπτικών ιδεών που διέδιδε το αγαπημένο τους γκρουπ και διατεινόμενοι ότι είναι ό,τι καλύτερο έχουν βιώσει από την εποχή των Beatles.
Γυρνώντας πάλι στο άλμπουμ, αρκεί κάποιος να του ρίξει μόνο μια ματιά για να καταλάβει ότι έχει να κάνει με μια ξεχωριστή δημιουργία. Ο τίτλος του κάπως «ενοχλητικός», από αμφιλεγόμενη αμερικανική νουβέλα του 1964 («Last Exit to Brooklyn») και στο εξώφυλλο να απεικονίζεται ο Alain Delon σε μια σκηνή θανάτου εμπνευσμένη από τη γαλλική ταινία «L’ insoumis» (επίσης του 1964), αποδίδοντας ένα σχέδιο του ίδιου του Morrissey.


Στο «The Queen is Dead» ερχόμαστε αντιμέτωποι με την πιο rock πλευρά του συγκροτήματος, όχι βέβαια με τη συμβατική έννοια του όρου: οι ήχοι των τραγουδιών χαρακτηρίζονται σαφώς από μία λανθάνουσα ροκ διάθεση (στα «Bigmouth Strikes Again» και «Vicar in a Tutu»), χωρίς να λείπουν οι μυστήριες ποπ μελωδίες («Cemetry Gates» και «The Boy With the Thorn in His Side») μελαγχολικού κατά βάση περιεχομένου («I Know It's Over» και «There Is a Light That Never Goes Out»), ερμηνευμένα όλα από τον Morrissey με μια «ερμαφρόδιτη» φωνή που μοιάζει να μην υπακούει σε κανέναν κανόνα φωνητικής. Οι μουσικές αυτές συνθέσεις προσέφεραν το κατάλληλο υπόστρωμα για να γραφούν κάποιοι από τους καλύτερους (αν όχι τους καλύτερους) στίχους που έχει να επιδείξει ο Morrissey στην καριέρα του. Στίχοι λυρικοί, ευαίσθητοι, εμπλουτισμένοι με σωστές δόσεις χιούμορ, που υποκρύπτουν κοινωνικά και προσωπικά μηνύματα και ενίοτε αφήνουν να φανούν και οι ανασφάλειες του δημιουργού τους.
  Το ομότιτλο τραγούδι του δίσκου είναι μια δυνατή ροκ σύνθεση με σαφείς επιρροές από Stooges και Velvet Underground. Οι στίχοι βάζουν στο στόχαστρο τη (βρετανική) μοναρχία, ίσως όχι με τον ίδιο (σχεδόν αναιδή) τρόπο που έκαναν οι Sex Pistols με το «God Save the Queen», αλλά πάντως το αποτέλεσμα παραμένει ίδιο. Ο Morrissey βρίσκει την ευκαιρία να «πετάξει δηλητήριο» στη βασιλική οικογένεια. Σε συνέντευξή του αιτιολόγησε την επιλογή του με το επιχείρημα ότι η βασιλεία ως καθεστώς τελικά δεν μπόρεσε να προσφέρει την ευτυχία που υποσχέθηκε, σε αντίθεση συνέβαλε σε ένα ακόμη πιο μίζερο και ισοπεδωτικό για τις αξίες κοινωνικό περιβάλλον.

Ακολουθεί το ξεκάθαρα χιουμοριστικό «Frankly, Mr Shankly», που αποπνέει ατμόσφαιρα από ταινίες των ΄60’s. Σύμφωνα με (ανεπιβεβαίωτες) φήμες το κομμάτι αφορά στον Geoff Travis, τον παραγωγό και ιδρυτή της δισκογραφικής εταιρίας των Smiths, της Rough Trade, με την οποία το συγκρότημα είχε (οικονομικές) διαφωνίες και ήθελε να διακόψει τη η συνεργασία («Oh, give us your money !»). Αντιδιαμετρικά αντίθετο το «I Know its Over», που αποδίδει μέσα από όμορφες κιθάρες τις πεποιθήσεις του Morrissey για τη μοναξιά, την προσμονή και τη χαμένη αγάπη, υπονοώντας διέξοδο στην αυτοκτονία. Η ίδια διάθεση απαντάται και στο (λίγο κατώτερο ποιοτικά) «Never Had No One Ever», που αποτελεί μια πετυχημένη έκφραση της απογοήτευσης και αποξένωσης («When you walk without ease on these streets where you were raised...»). Με φανερές επιδράσεις από τα ινδάλματα του Morrissey, James Dean (τον οποίο θαύμαζε ιδιαίτερα για τον τρόπο που έφυγε από τη ζωή) και Oscar Wilde, προέκυψε το «Cemetry Gates». Έχοντας ως υπόβαθρο παλαιότερες περιπλανήσεις του Morrissey σε νεκροταφείο του Manchester, αποτυπώνει τις εμμονές του στον θάνατο και στις τραγικές φιγούρες μέσα από την παράθεση αποφθεγμάτων των αγαπημένων ποιητών που τον ενέπνευσαν και στοιχείωσαν την καριέρα του.


Και ερχόμαστε στο περίφημο «Bigmouth strikes again», το οποίο προόριζαν οι δημιουργοί του να αποτελέσει την απάντηση στο «JumpinJack Flash» των Rolling Stones (!). Φιλόδοξη η προσπάθεια και ακόμη πιο πρωτότυπη με καθαρές κιθάρες και ελαφρώς girly backing vocals, ενώ εντοπίζονται και κάποιοι στίχοι «δανεικοί» πάλι από ποιήματα του Oscar Wilde («Talent borrows, genius steals» )
Η συνολική εντύπωση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτή είναι ίσως και η πιο σημαντική ροκ επιτυχία των Smiths στη σύντομη ιστορία τους με τον χρόνο απλά να λειτουργεί προσθετικά στην αξία της.


Εξίσου σημαντικό και το «The Boy with the Thorn in His Side», μια αληθινά γοητευτική ποπ σύνθεση, που δίνει την ευκαιρία στον Morrissey να εκφράσει την διάθεση κοινωνικής απομόνωσης που χαρακτηρίζει συχνά τους στίχους του («And when you want to live, how do you start? Where do you go? Who do you need to know?»), μεταδίδοντας ταυτόχρονα την αίσθηση που αποκόμιζε το γκρουπ ως το «μαύρο πρόβατο» της μουσικής σκηνής.

Το γνωστό (πλέον) χιουμοριστικό και σαρκαστικό στυλ των Smiths χαρακτηρίζει τα «Vicar in a Tutu» (παράξενα ιδιοφυές και με country ρυθμό) όπου διακωμωδείται η υποκριτική στάση της εκκλησίας και το (παράδοξου τίτλου) «Some Girls Are Bigger Than Others» με προφανείς υπαινιγμούς για τα στερεότυπα της γυναικείας ομορφιάς. Με το «The Queen Is Dead» έχουμε λοιπόν στη διάθεσή μας ένα μωσαϊκό από ευφυείς μουσικές δημιουργίες που καταφέρνουν να λειτουργήσουν σε πολλαπλά επίπεδα, μεταπηδώντας εύστοχα από τα ρομαντικά αισθήματα, τους ανεκπλήρωτους έρωτες και τους νεκρούς ποιητές στις πολιτικές προκλήσεις της βρετανικής κοινωνίας και … τα σώματα των κοριτσιών!
Όχι λοιπόν άδικα το περιοδικό NME το ανακήρυξε το 2013 ως το σημαντικότερο άλμπουμ όλων των εποχών - η εμπορική επιτυχία του οποίου εξακολουθεί μέχρι και σήμερα – με τους φανατικούς οπαδούς της post punk να ορκίζονται ακόμη στο όνομά του.


Μαρία Γεωργιάδου

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

The Outlaws: "Legacy Live"


Για τους «Παράνομους», ανέκαθεν το ζήτημα ήταν το να παίζουν, να διασώζουν και να διαδώσουν την αγαπημένη τους μουσική. Σαράντα ένα χρόνια μετά το ομώνυμο ντεμπούτο τους, η μπάντα, συνώνυμη όσο λίγες με τον southern rock ήχο, έχει γνωρίσει θριάμβους, έχει επιβιώσει από τραγωδίες, έχει αντιμετωπίσει εξουθενωτικές μάχες με τις δισκογραφικές εταιρίες και ακόμη συνεχίζει.

Αυτό είναι το 17ο άλμπουμ τους και η 5η live κυκλοφορία τους (αν μετρήσουμε και την περσινή archive εξόρυξη του “Live In Los Angeles 1976”). Της μπάντας ηγούνται πλέον οι δύο επιβιώσαντες της αρχικής σύνθεσης :
ο 67χρονος Henry Paul σε κιθάρα – φωνητικά και ο 64χρονος Monte Yoho στα τύμπανα και τα κρουστά. Έμειναν οι δυό τους όταν το 2007, ο ιδρυτής της κολλεκτίβας από την Tampa, ο κύριος τραγουδιστής και κιθαρίστας Hughie Thomasson, ο μόνο που ήταν εκεί από την αρχή σε κάθε δίσκο τους, πέθανε ξαφνικά από καρδιακή προσβολή στα 55.
Είχαν προηγηθεί το 1995 ο Frank O'Keefe από overdose και ο Billy Jones που αυτοκτόνησε κάποιες εβδομάδες μετά. Οι σημερινοί συνοδοιπόροι των δύο παλιών κάθε άλλο παρά καινούριοι είναι. Ο Chris Anderson (lead κιθάρα, φωνητικά) έπαιζε για ένα μικρό διάστημα μαζί τους μεταξύ ’86 και ’89 (εποχή του αδικημένου “Soldier Of Fortune”), έχει έκτοτε παίξει με Dickey Betts, Lucinda Williams, Hank Williams Jr. και τους Skynyrd, ενώ από το 2005 είναι μόνιμο μέλος τους.
Ο μπασίστας Randy Threet ήταν μαζί με τον Henry Paul στους πλατινένιους αστέρες της country Blackhawk, όπως και ο πληκτράς Dave Robbins που έχει κάνει όνομα σαν συνθέτης γράφοντας για ονόματα όπως ο Kenny Rogers και ο Eric Clapton. O δε Steve Grisham (κιθάρα, φωνητικά) που είναι μαζί τους τα τελευταία τρία χρόνια, λόγω της αναγκαστικής αποχώρησης του κιθαρίστα Billy Crain για λόγους υγείας, είναι αυτός που έχει γράψει το hit των Henry Paul Band "Keepin' Our Love Alive" (US#50 το 1981) και αυτός που ασχολείται έμπρακτα με την παράδοση του Southern Rock, όντας εκ των συνιδρυτών της μπάντας “Brothers of the Southland”, ενός all star σχήματος με ρόκερς του νότου, όπου συμμετέχουν παλιοί και νεώτεροι μουσικοί.
Όνομα – θρύλος για το southern rock, οι Outlaws είχαν υπογράψει το πρώτο τους συμβόλαιο με την ανερχόμενη τότε Arista Records του Clive Davis μετά από σύσταση του ίδιου του Ronnie Van Zant. Συνδύαζαν τις country θεματικές με ένα σκληρό αλλά ευέλικτο κιθαριστικό οπλοστάσιο με τρεις lead, χωρίς υπερβολή εφάμιλλο των Skynyrd, στοιχείο το οποίο από τις μέρες της μεγάλης δόξας τους (1975-1980) τους είχε δώσει το προσωνύμιο “The Florida Guitar Army”.
Ήταν τότε που οι περιοδείες με τους Allmans, τους Skynyrd, τους The Marshall Tucker Band και τους The Charlie Daniels Band εδραίωσαν τον southern ήχο, φέρνοντάς τον κοντά στο πλατύ κοινό των The Doobie Brothers, των Eagles και των Stones, με τους οποίους επίσης μοιράστηκαν τις πιο μεγάλες και διάσημες σκηνές των Η.Π.Α..
Το live αυτό κουβαλά την αύρα από τις ιστορικές ημέρες των Outlaws, σαν φόρο τιμής στους εκλιπόντες και ηχηρή επιβεβαίωση ότι η μουσική τους παραμένει εγκάρδια, γεμάτη πάθος και ένταση.
Τα πρώτα τρία άλμπουμ τους έχουν την τιμητική τους με 12 από τα 21 κομμάτια του διπλού αυτού σετ, στο οποίο όλα τα κλασσικά τους κάνουν την εμφάνισή τους:
“There Goes Another Love Song”, “Hurry Sundown”, “Song In The Breeze”, “Freeborn Man”, “Green Grass & High Tides” (το δικό τους “Freebird”) και “(Ghost) Riders In The Sky” (με το οποίο αποθεώνονται) σφύζουν από ενέργεια, ενώ τα καινούρια κομμάτια από το πολύ καλό άλμπουμ “It’s About Pride” του 2012 στέκουν επάξια δίπλα τους. Στα συν και οι δύο εκπληκτικές εκτελέσεις του πρώτου άλμπουμ των Henry Paul Band (του ’79) στο 11λεπτο “Grey Ghost” και το συγκλονιστικό “So Long”. Για όσους αγαπούν southern και classic rock, είναι ένα live που όταν ξεκινούν οι κιθάρες, δε θέλεις να σταματήσουν. Και σχεδόν σου κάνουν τη χάρη.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

The Neal Morse Band: “The Similitude Of A Dream”


Mπορεί να μεγαλώνουμε ηλικιακά και οι συγκινήσεις να περιορίζονται όμως όταν βάζω τα ακουστικά στο κεφάλι μου με ηχογραφήσεις τoυ Neal Morse πλημμυρίζω από λυτρωτικά συναισθήματα από τις μελωδίες και τους ρυθμούς ενός από τους πιο ευρηματικούς και ταλαντούχους καλλιτέχνες των τελευταίων 20 χρόνων.

Μία εξαιρετική πεντάδα απίστευτων μουσικών δημιουργεί ένα σύγχρονο έπος, ένα διαχρονικό αριστούργημα και συνεχίζει να κτίζει πάνω στα σπουδαία άλμπουμ των προηγούμενων ετών είτε ως σόλο ή σαν μέλος των Spock’s Beard, είτε με τους Transatlantic και τόσων άλλων project που έχει συμμετάσχει.
Η μεγάλη αποκάλυψη και σε αυτή την κυκλοφορία έκπληξη είναι ο ταλαντούχος κιθαρίστας αλλά και τραγουδιστής  Eric Gillette που μπορεί να τον συγκαταλέγουν στους καλύτερους 7 βιρτουόζους αλλά εδώ ο τύπος  δείχνει το πολύπλευρο ταλέντο του όχι μόνο στην κιθάρα αλλά και στην ερμηνεία που σε αρκετά σημεία κλέβει τις εντυπώσεις ακόμη και από τον Neal Morse.
O οποίος με την σειρά του πολύ σοφά έδωσε πολύ χώρο στους υπόλοιπους μουσικούς μιας και γνωρίζει το μέγεθος τους και παράλληλα συν-έγραψαν μικρές δηλαδή κανονικές σε διάρκεια συνθέσεις που δίνουν την δυνατότητα ακόμη και σε εκείνους που δεν γνωρίζουν αρκετά το prog-rock και δεν είναι μυημένοι με τον συγκεκριμένο χώρο να ανακαλύψουν την μαγεία του συγκεκριμένου είδους. Με τούτο το διπλό άλμπουμ πολλοί θα αρχίσουν  πάλι τις συγκρίσεις με μερικά σπουδαία άλμπουμ των Dream Theater με αφορμή τις δηλώσεις του ντράμερ Mike Portnoy ότι το “The Similitude Of A Dream” είναι μία από τις σημαντικότερες ηχογραφήσεις του όμως νομίζω ότι αυτά  είναι πιο πολύ επικοινωνιακά κόλπα ή ίσως και απωθημένα που προσωπικά τα ξεπερνώ διότι το ζητούμενο είναι η μουσική  και τα συναισθήματα και όχι ο ανταγωνισμός μεταξύ καλλιτεχνών.
Ερχόμενοι στον  διπλό άλμπουμ  να επισημάνουμε ότι έχει ως στιχουργική αναφορά στο κλασσικό χριστιανικό μυθιστόρημα "A Pilgrim’s Progress" του John Bunyan και περιγράφει με μοναδικό τρόπο την πορεία ενός προσκυνητή από την κοσμική στην πνευματική ζωή. Για άλλη μια φορά ο Neal Morse δείχνει μέσα από την αγάπη του στο Χριστό και χωρίς κανέναν κατηχητικό λόγο να δείξει τον πραγματικό και δύσκολο δρόμο προς την αληθινή ζωή.
Στο “The Similitude Of A Dream” οι εναλλαγές των φωνητικών ανάμεσα στους Neal Morse, Bill Hubauer και Eric Gillette είναι ένα από τα ατού του δίσκου ενώ οι φρενήρεις εξπρεσιονισμοί, οι εμπνευσμένες ενορχηστρώσεις, οι ανεξάντλητες μελωδικές γραμμές απλά επιβεβαιώνουν το εκτελεστικό και όχι μόνο μεγαλείο των The Neal Morse Band.



Τα κομμάτια που ξεχωρίζουν από το πρώτο cd είναι το λυρικότατο “The Dream”, το μνημειώδες "City Of Destruction" που αποτελεί μία από τις κορυφαίες στιγμές του άλμπουμ. Το Makes No Sense” θυμίζει λίγο Genesis και το The Slough” είναι ένας ορχηστρικός οργασμός ενώ το “Back To The City”  είναι αρκετά mainstream και το “The Ways Of A Fool”  είναι επηρεασμένο από Queen. To So Far Gone” με την κοδούνα του Mike Portnoy  δίνει ένα πιο ροκ ρυθμό και το ρεφρέν να ενδυναμώνει κι άλλο την σύνθεση μετά ακολουθεί το ατμοσφαιρικό “Breath Of Angels”  που ακούγεται ουράνιο με την βοήθεια μιας gospel χορωδίας.
To δεύτερο cd ανοίγει με το εξαιρετικό “Slave To Your Mind“ με τα πλήκτρα να έχουν “σαλέψει” και η πανδαισία ρυθμών και συνθέσεων συνεχίζεται με το υπέροχο “Shortcut To Salvation” όπου το σόλο σαξόφωνο του Bill Hubauer κάνει την διαφορά. Το “The Man In The Iron Cage”  είναι εκπληκτικό με τις ερμηνευτικές εναλλαγές  να είναι συναρπαστικές ειδικά στα μέρη που τραγουδάει ο Eric Gillette ενώ ο κιθαριστικός συνδυασμός Led Zeppelin και Deep Purple είναι πανέξυπνος.
Το “Sloth” είναι μικρό μελωδικό διαμάντι και το  “I'm Running”  έχει κάτι από Who.  Το “The Mask” απλά είναι συγκλονιστικό με την ερμηνεία του Neal Morse να είναι καθηλωτική ενώ το “Confrontation” ανεβάζει λίγους τους prog ρυθμούς που συνεχίζονται ακόμη πιο παλαβοί με το "The Battle”.
Για το τέλος έχουμε το  Broken Sky/Long Day Reprise  ένα μελωδικό έπος πλημμυρισμένο με συναισθήματα που λίγες φορές μπορείς να νιώσεις. Ακούγοντας ξανά και ξανά το συγκεκριμένο άλμπουμ θα ανακαλύπτεις συνέχεια την γοητεία των συνθέσεων που χάριν στο αστείρευτο ταλέντο του Neal Mοrse και τον  ενθουσιασμό του Eric Gillette μεγαλουργούν και συναρπάζουν. Φυσικά ο μπασίστας Randy George και ο αξεπέραστος ντράμερ Mike Portnoy έδωσαν την απαραίτητη ένταση και το ιδιαίτερο χρώμα με την άψογη τεχνική τους σε όλες τις συνθέσεις ενώ ο  Bill Hubauer  έδωσε πραγματικό ρεσιτάλ σε όλους τους ρόλους (πλήκτρα, φωνητικά) που είχε αναλάβει.
Το The Similitude Of A Dream” περιέχει ατελείωτες πτήσεις προς την αιωνιότητα, δυνατά μηνύματα αλήθειας και αναζήτησης και είναι το πιο όμορφο δισκογραφικό ταξίδι της φετινής χρονιάς. Μην το χάσετε…

Φώτης Μελέτης

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Metallica: "Hardwired … to Self Destruct"


Όσοι είναι σίγουροι ότι βρήκαν τον δίσκο της χρονιάς (πάσα πεποίθηση θεμιτή και σεβαστή), καλύτερα να συγκεντρώσουν όλα τα επιφωνήματα και τους επιθετικούς προσδιορισμούς που εμπεριέχουν το θέμα «γαμ-», να τα παρατάξουν στη σειρά και να είναι σίγουροι ότι αυτά περιγράφουν αντιπροσωπευτικά αυτό που τους έκανε να νιώσουν το νέο άλμπουμ των Metallica. Ας μην ξοδέψουν δευτερόλεπτο σε οποιαδήποτε κριτική προσέγγιση.

Από την άλλη, όσοι σφηνοκέφαλοι έχουμε απαιτήσεις από τις πεπαλαιωμένες ηχητικές μας συνάφειες και τους συνακόλουθους μ’ αυτές εθισμούς, να μας επιτρέψετε να φτιάχνουμε στοιχήματα με περισσότερες συνιστώσες. Και το άλμπουμ των Metallica, για όποιον δεν αντιμετωπίζει τη μουσική σαν αναλώσιμο προϊόν κατασπαρακτέο άμα τη εμφανίσει, είναι όντως ένα στοίχημα και μάλιστα με τις εξής συνιστώσες:
1η: Οι Metallica παίζουν μαζί από τα 19 και είναι τώρα 52 o Trujillo, 54 ο Hammett, από 53 ο Ulrich κι ο Hetfield. Οι πενηντάρηδες πρέπει να μπορούν να ανταποκριθούν από σωματική άποψη στις απαιτήσεις μιας μουσικής που βγαίνει πηγαία όταν έχει κανείς τα μισά τους χρόνια. Η εικόνα τους στο στούντιο να χτυπιούνται με τα όργανά τους, ξυπόλητοι, ντυμένοι με t-shirt και με τα γκρίζα ή αραιά μαλλιά τους μπορεί να σημαίνει πράγματα είτε αξιοθαύμαστα ή και το αντίστροφο: ότι συμμετέχουν σε μια ασφαλή παράσταση για το πιστό τους κοινό. Τί από τα δύο ισχύει; Και τα δύο συγχρόνως αδύνατον.
2η : Οι Μetallica έχουν ομολογήσει ότι δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεπεράσουν τον αδόκητο θάνατο του Cliff Burton, πριν ακριβώς 30 χρόνια. Ήταν αυτός που σα μεγάλος αδελφός τους βοήθησε με σταθερά μουσικά βήματα να γίνουν το μεγαλύτερο underground metal συγκρότημα που υπέγραψε σε πολυεθνική. Υπάρχει περίπτωση με το άλμπουμ αυτό να πείσουν ότι μουσικά συνδέονται με αυτά που υπήρξε γι’ αυτούς ο Cliff Burton (προοδευτικός, νεωτερικός και ασυμβίβαστος);
3η : Οι Μetallica, πριν 25 χρόνια σιδέρωσαν τον ήχο τους με τον Bob Rock και πέταξαν στα σκουπίδια το thrash παρελθόν τους, φτιάχνοντας ένα από τα πιο ευπώλητα heavy album στην ιστορία (“Black Album”), επιβιώνοντας στα εναλλακτικά ‘90s κι ενσαρκώνοντας για εκατομμύρια την ουσία του heavy rock ιδιώματος, όταν ο όρος “metal” είχε, μετά από την ακμή του, γίνει ανέκδοτο. Ήταν όμως και αυτοί που αμέσως μετά θέλησαν να αποστούν από το ίδιο το είδος που τους είχε φτιάξει (και τους εκατομμύρια diehard οπαδούς τους), αλλάζοντας look και ήχο και αποδιώχνοντας την ταμπέλα “metal”, στην οποία παρέπεμπε φαρδιά πλατιά ακόμη και τ΄ όνομά τους.
Κυκλοφόρησαν το “Load” (το οποίο, 20 χρόνια μετά δεν μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει άσχημο άλμπουμ), απευθυνόμενοι σε ένα ευρύ φάσμα κοινού, που στο μεταξύ άλλαζε. Μετά τις διχασμένες αντιδράσεις που εισέπραξαν, έδειξαν να το μετανιώνουν κι έβγαλαν το πιο «σκληρό» “Reload” (1997). Στο τέλος της χιλιετίας (1998) μάζεψαν όλες τις διασκευές τους σ’ ένα διπλό cd (“Garage Days Inc.”) και επαναπροσδιορίστηκαν. Μετά έπαιξαν με συμφωνική ορχήστρα (“S&M”, 1999), δείχνοντας ότι μπορούν να εξασφαλίσουν για μαέστρο ολόκληρο Michael Kamen. Όμως μετά (2003), δηλώνοντας ότι από «άποψη» παίξανε μόνο με ριφ, κυκλοφόρησαν το επιεικώς ανέμπνευστο άλμπουμ “St. Anger”. Σα να μην έφτανε αυτό, το άλμπουμ συνόδευσε η ταινία φαρσοκωμωδία “Some Kind Of Monster”, όπου τους έδειχνε, λίγο πριν τα σαράντα τους, να ξεπουλάνε τα ψυχαναλυτικά απλωμένα άπλυτά τους συμμετέχοντας στο πρώτο και πιο αποκαρδιωτικό rock reality movie. Έπρεπε να φθάσουν στο 2008 (στα 45 τους) και να συναντήσουν έναν άλλον παραγωγό με τερατωδώς οξυμμένο μουσικό αισθητήριο, τον Rick Rubin. Αυτός ήταν που χρειάστηκε να τους καθοδηγήσει να παίξουν «όπως το ‘85», να τους ξαναβάλει στο τριπάκι «παίξτε αυτά που ξέρετε, μ΄αυτά που ξεκινήσατε» (“Death Magnetic”). Τώρα, με το “Hardwired…” συνεχίζουν αυτό το δρόμο. Ποιοί απ΄ όλους αυτούς τους Metallica είναι τελικά “essential”; Τί θεση έχει το άλμπουμ στο ροκ τοπίο του 2016 και τί θέση στην ιστορία τους;
4η : Μεταξύ 1999 και 2003 έδωσαν μόνοι και πρώτοι απ΄όλους τους εκατομμυριούχους ροκ σταρ την ξεδιάντροπη «μάχη» κατά του napster, που δίχασε (αν όχι αποξένωσε) μεγάλη μερίδα των fans παγκοσμίως. Το κάποτε αντισυστημαικό γκρουπ είχε γίνει ο υπ’ αριθμόν ένα υπέρμαχος του συστήματος. Επιδίωκαν ανοιχτά, με δημόσιες τοποθετήσεις τους και συμμετοχή σε δικονομικές ενέργειες (κυρίως ο Ulrich), να διωχθούν ως παραβάτες πνευματικής ιδιοκτησίας οι «πειρατές» fans. Επιδίωξαν και πέτυχαν να ποινικοποιήσουν την πώρωση των οπαδών, που κάποτε αντέγραφαν κασσέτες με τα πρώτα τους demo και τώρα κατέβαζαν free τα κομμάτια μιας πολυπλατινένιας δισκογραφίας. Τώρα που κυκλοφορούν τον καινούριο δίσκο ανεβάζοντας ελεύθερα («ως δώρο για τους οπαδούς») όλα τα κομμάτια του καινούριου δίσκου τους με βίντεο μάλιστα για το καθένα απ΄αυτά, αυτό τί είναι; Ίχνος μεταμέλειας ή φιλανθρωπία μεγιστάνα στο πτωχοκομείο των πωρωμένου οπαδού;
5η : Μόνο μπάντες που έχουν σημάνει πάρα πολλά σε πάρα πολλούς μπορούν να αναμετρηθούν με την τελευταία συνιστώσα (και αυτό ενδεικνύει αξία για την όποια μπάντα, ούτως ή άλλως): Εννοούν σήμερα αυτό που κάνουν και αν ναι, από πού προκύπτει ; Τί βαθμό παίρνουν με το άλμπουμ αυτό στην εξίσωση ακεραιότητας που ανάγει ένα γκρουπ από «γ@μ@το» σε κλασσικό;
Οι απαντήσεις στις συνιστώσες αυτές, μετά από τις απαραίτητες ακροάσεις του άλμπουμ έχουν, για μας που δεν είμαστε μόνον καταναλωτές, ως εξής :
Στην 1η : Ισχύει πιθανότατα το πρώτο. «Τό’ χουν» ακόμη ως μεταλλοπαπουδοειδή και δείχνουν να το γουστάρουν, αν και είναι λογικό μετά από ένα υπερεντατικό live να μπαίνουν στα πιτς.
Στην 2η: Το δίδυμο Hetfield / Ulrich είναι δεδομένο ότι ξέρει να γράφει κομμάτια. Ιδιαίτερη φαντασία ή το στοιχείο το απροσδόκητου στις συνθέσεις (λ.χ. περίεργες ενορχηστρώσεις, κομμάτι έξω από φόρμουλα) δεν νιώθουν ότι το χρειάζονται. 4-5 κομμάτια του πρώτου cd είναι από τα καλύτερά τους τα τελευταία 20 χρόνια.



Στην 3η: Οι Metallica δείχνουν να αισθάνονται σα στο σπίτι τους, τόσο ξαναεπισκεπτόμενοι την ‘80s στόφα των κομματιών που τους έκαναν μεγάλους, αυτή με τα διαδοχικά ριφ που παίρνουν κεφάλια, όσο και με τα πιο δομημένα ‘90s πατήματά τους. Το Harwiredείναι ένα μυδραλλιοβόλο που γράφει πάνω του ημερομηνία κατασκευής 1986 και προκαλεί ενστικτώδεις ηλεκτρικές εκκενώσεις, με το πρώτο άκουσμα. Το Atlas, Rise !” ξεκινάει ελαφρώς τετριμμένα, αλλά μετά παίρνει μπρος η ριφομηχανή και κατά το κοινώς λεγόμενον "διαλάει". Εξήμισυ λεπτά, ένα κουπλέ βγαλμένο λες από το "Ride The Lightning" και κάτι αρμονίες NWOBHM αργότερα, η αισθηση «δε θέλω τίποτ’ άλλο, ξαναβάλτε το» ενδυναμώνεται.
Το Now that Were Dead(κάπως πεζό το θέμα της δήλωσης αιώνιου έρωτα ενός ζόμπι στην προφανώς σάπια αγαπημένη του) κινείται πάνω στις ερπύστριες ενός ριφ απ΄αυτά που μοιάζουν με χίλια άλλα, αλλά είναι παιγμένο με την αλάθευτη πώρωση ενός σχήματος που εφηύρε το groove στο riffing, κι αυτό φτάνει. To δε Moth Into Flame είναι καταιγιστικό (και με νοήμονα στίχο) και ωθεί το σβέρκο να κάνει bullying σε κάθε γιακά και λαιμόκοψη.
Το Halo Of Fire πολύ δυνατό και με καλοδομημένη light & shade δομή, αλλά τα οκτώμισυ λεπτά του αν θα ήταν 6 θα ήταν δύο φορές καλύτερο. Το Dream No More είναι  ένα ‘90s grind που διαρκεί περισσότερο απ΄όσο θα έπρεπε. Στο δεύτερο cd τα πράγματα είναι λιγώτερο εντυπωσιακά, Το Confusion είναι ένα ακόμη οργισμένο mid-tempo ριφ που κινείται αναποφάσιστο μεταξύ ανάσχεσης και ξεσπάσματος, με τον Hetfield να μιλάει για μετατραυματική διαταραχή και διχασμό προσωπικότητας (“All sanity is beyond me”) και το Here Comes Revenge με τους μισερούς στίχους κινείται στα σκοτάδια του “Reload”. Με το πραγματικά κακό ManUNkind το πράγμα δείχνει να έχει βαλτώσει σοβαρά, το Am I Savage?” για την αποξένωση/αποκτήνωση του average Joe υπολείπεται χωρίς όμως να σέρνεται, το Murder One, ο φόρος τιμής στον Lemmy παραείναι απλοϊκό (όσο κι αν η προσπάθεια του Hetfield να παίξει στους στίχους του γίγαντα είναι φιλότιμη). Το άλμπουμ κλείνει με ένα 7λεπτο υπεργρήγορο – αν και όχι και ιδιαίτερα πρωτότυπο- thrash κοπάνημα (Spit Out The Bone) που είναι σα ν΄ακούς κάτι από το “Dooms Day For The Deceiver” με τον Hetfield στα φωνητικά. Στη deluxe edition περιέχεται και ένα ακόμη στούντιο κομμάτι, το Lords Of Summer”, ένα old school, γρήγορο, συναυλιακό, δικαιωματικά headbanger κομμάτι. Είχε οπωσδήποτε θέση στο δεύτερο cd (αν μάλιστα πετούσε έξω το “Unkind” θα ανέβαζε τον μέσο όρο όλου το άλμπουμ). Tο άλμπουμ θα αποθεωθεί από τον μουσικό τύπο και θα θεωρηθεί (όπως πέρσι των Maiden) ως το «άλμπουμ της χρονιας». Με βάση την συνισταμένη μεταξύ της πλατιάς βάσης των ακροατών στους οποίους απευθύνεται και της ποιότητάς του δεν μπορεί κανείς να πει ότι αυτό θα είναι λάθος.


Στην 4η : Συγκεντρωτικά, φαίνεται ότι οι Metallica δείχνουν να θέλουν να είναι το metal συγκρότημα που είναι σε στενή σχέση με τις απαρχές του, χωρίς όμως να θέλει να κακοκαρδίσει ξανά κανέναν. Αν αυτό είναι αποτέλεσμα gut reaction ή σχεδιασμού δεν έχει μεγάλη σημασία. Δίνουν ό,τι έχουν. Απ΄το πωρωτικό, το ώριμο, το τετριμμένο έως το κακόγουστο. Το marketing πάντως της κυκλοφορίας υπήρξε πολύ πετυχημένο. Τα πρώτα τέσσερα κομμάτια που κυκλοφόρησαν κατά μόνας έχουν τρομερό νεύρο και χτυπάνε στόχο. Το “Halo Of Fire” ακολουθεί σε κοντινή απόσταση. Από κει και πέρα όμως, έχουμε ένα γκρουπ το οποίο ποντάρει στην υπερέκθεση του κοινού στον ήχο και στο όνομά του. Το επίπεδο του παιξίματος είναι βέβαια σφιχτό σα γροθιά, και εντυπωσιάζει πόσο απελευθερωμένος είναι ο Hammett, ο οποίος μην υπογράφοντας συνθετικά τίποτε, είναι επικεντρωμένος στο να χώνει παλιακά σόλο παντού, ανεβάζοντας τον πήχυ ακόμη και στις πιο μέτριες στιγμές. Τα κομμάτια του δεύτερου cd δείχνουν έναν συγκρότημα το οποίο έχει guts και φυσική αντοχή, αλλά όχι απεριόριστες ιδέες. Τα αντίστοιχα βίντεο – κλιπ, από το τέταρτο κομμάτι και μετά, αντίθεται μ΄ό,τι θα περίμενε κανείς, δεν βοηθάνε. Το “Halo Of Fire” εμφανίζει απαθώς τη βία μεταξύ αγνώστων (σκέτο fight club χωρίς τη φευγάτη διάσταση), το “Dream No More” είναι abstract και «κριτικό» της σύγχρονης ζωής όπως και οι στίχοι, αλλά μπερδεύει και αποσπά από τη μουσική. Στο δε “ManUNkind”, έχουμε μια απολύτως κακόγουστη παρωδία (στην καλύτερη περίπτωση) ενός βλακ μέταλ συγκροτήματος που πετάει γουρουνοκεφαλές και ραίνει με αίμα το κοινό. Είναι εύκολο από την πρόκληση ή την πρόθεση να καυτηριάσεις να φτάσεις να φτιάξεις κάτι απωθητικό.
Στο όνομα ποιάς απ΄αυτές τις επιλογές έχουν εγκρίνει κάτι τόσο ηλίθιο; Αυτό του “Murder One” είναι πολύ ενδιαφέρον (με τον Lemmy cartoon), αλλά το κομμάτι είναι μέτριο, ενώ και το comic – sci-fi του “Spit Out The Bone” είναι πολύ χειρώτερο της τριλογίας των κλιπ που παρουσίασαν, λ.χ. οι Megadeth στο άλμουμ τους νωρίτερα μέσα στη χρονιά. Συγκριτικά με την υπόλοιπη δισκογραφία τους; Αν εξαιρέσει κανείς το “St. Anger”, από το 1996 μέχρι σήμερα όλα είναι περίπου στο ίδιο επίπεδο, με το “Death Magnetic” ν’ ακούγεται στ΄αυτιά μου πιο δουλεμένο και πιο ενδιαφέρον.

Στην 5η. Nαι. Οι Metallica εννούν αυτό που κάνουν. Το ζήτημα είναι, όπως έδειξε και η ψυχοθεραπεία του “Some Kind Of Monster” αν τους αρέσει αυτό που οι ίδιοι είναι, ακριβέστερα αν τους φτάνει αυτό που κατάφεραν να γίνουν. Εδώ και 15 χρόνια προσπαθούν να σταθεροποιήσουν την εικόνα τους για τους ίδιους, παίζοντας περίπου αυτό που αναμένεται απ΄αυτούς. Οι εξαιρέσεις υπήρξαν σ΄όλη την καρριέρα τους για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Όταν τους κατηύθυναν διορατικοί παραγωγοί (Bob Rock, Rick Rubin), μεγάλοι μαέστροι (Michael Kamen) ή συνεργάστηκαν με καλλιτέχνες φανερά μεγαλύτερους απ΄αυτούς (Lou Reed στο παρεξηγημένο “Lulu”), τότε έδειξαν ότι είναι κάτι παραπάνω απ΄αυτό που ήταν προορισμένοι να γίνουν. Όμως όταν ο στίχος σου στα 50 βασίζεται διαρκώς στη θεματική της βίας, της απόγνωσης και της παράνοιας, ενώ είναι σαφές ότι εδώ και χρόνια αυτά δεν σε αγγίζουν και χωρίς να προκύπτει απ΄ τον στίχο κάποιο ανάλογο της ηλικιακής και μουσικής εμπειρίας κατάλοιπο, έχουμε να κάνουμε στην πραγματικότητα μ΄ ένα ασφαλές, συμβατικό τρυκ συντήρησης του ονόματός σου.
Οι φόλα οπαδοί θεωρούν όλες τις ανάλογες σκέψεις αχρείαστη γεροντική φλυαρία.
Οι υπόλοιποι καταναλώνουν άφοβα. Οι λιγώτεροι, όσο κι αν σε σημεία πωρώνονται με το
Hardwired…”, βρίσκονται ενώπιον είτε μιας απόδειξης ότι οι Hetfield/Ulrich έχουν φθάσει ταβάνι σ΄αυτά που έχουν να πουν και να παίξουν, είτε της συνειδητοποίησης ότι οι Metallica απευθύνονται πλέον συνειδητά σε ακροατές με μικρό μέσο όρο ηλικίας, που μπορούν και πιο εύκολα να αποθεώνουν.
Αυτό βέβαια είναι μια παγίδα στην οποία τα πραγματικά μεγάλα γκρουπ στην ιστορία του ροκ απέφυγαν να πέσουν.

Προσεγγίσατε at your own risk, υπό όποια συνιστώσα, ή και χωρίς καμιά.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Γιώργος Δημητριάδης και οι Μικροί Ήρωες: "Τίποτα Κακό δεν Θυμάμαι"

Μόλις πέρσι γιόρτασε τα 20 χρόνια δισκογραφίας του, με δύο σημαδιακές συναυλίες και το “Best Of”, θυμίζοντάς μας πόσα τραγούδια έχει αφήσει στο συλλογικό μας μουσικό μνημονικό. Και τώρα, με το 11ο άλμπουμ του με ολοκαίνουργιο υλικό, ο Γιώργος Δημητριάδης με τους Μικρούς του Ήρωες υπόσχεται νέα περιπετειώδη τεύχη.

Τραγουδοποιός που δεν αποφεύγει να ρέει με το τι συμβαίνει γύρω του, ανοίγει τον καινούριο του δίσκο με μια περιεκτική δήλωση «Δεν Είμαι Τώρα Κανενός» («Είμ΄ένας ήρωας μικρός που κάθε εμπόδιο στους καιρούς θ’ αντέξει»), την οποία και λίγο αργότερα θα υπογραμμίσει στο κάλεσμα του «Μέσα Απ΄τη Φωτιά» («Αν δεν αλλάξουμε και μεις, το μέλλον θα’ ναι ένας εχθρός που θα μας τρομάζει»).
Μετά το σχετικά βαρύθυμο (με τα δικά του όμως χαρίσματα) προηγούμενο lp του «Απ΄το Μηδέν», στο «Τίποτα Κακό Δε Θυμάμαι» έχουμε μια ανανεωτική εκ του σύνεγγυς προσέγγιση, με ηχογράφηση (απ΄τον Κώστα Παρίση) που αγκαλιάζει τον ακροατή, αφήνει μαεστρικά χώρο να μιλήσουν οι ακουστικές κιθάρες και τα πνευστά, καθώς καμβάδες από πλήκτρα χρωματίζουν το ξεχωριστό συναίσθημα κάθε σύνθεσης.



Και η παλέτα με τις διαθέσεις είναι, ως συνήθως στη δικογραφία του, ευπρόσδεκτα ευρεία. Μια απογειωτική ελαφράδα μπολιάζει τη νοσταλγία του «Ακορντεόν», στο «Ώρα Σελήνης», έρχεται σε στίχους Χριστίνας Καλογεροπούλου μια υπέροχα σπαρακτική μπαλάντα για τους έρωτες της μιας βραδιάς, γεμάτη υπαινικτικές φράσεις στην κιθάρα (και τα δύο από τα καλύτερά του μέχρι σήμερα), ενώ η ψυχεδέλεια των πρώϊμων Love χρωματίζει τη «Σκουριά».
Η φωνή του Δημητριάδη διατηρεί τη ζεστασιά αλλά και την αιχμή («Σε θέλω Ζωή») που μας έχει χαρίσει μέσα στα χρόνια μια σειρά από προσωπικές και τόσο ανοιχτές σε ταύτιση ερμηνείες. Ο ενδοσκοπικός «Μπάρμαν» (σε στίχους Ανδρέα Καραγιαννίδη) είναι γεμάτος κινηματογραφικές εικόνες, στο τρυφερό, απολογιστικό ομώνυμο είναι οι δικοί του στίχοι που μιλάνε κατευθείαν στην καρδιά, ενώ το «Θέλω Αέρα» (ντουέτο με τον Κώστα Παρίση σε στίχους και πάλι Χριστίνας Καλογεροπούλου) αναζητά και δίνει μια λυτρωτική ώθηση.
Ένας δίσκος φτιαγμένος να μεγαλώσει με τις ακροάσεις και να αναδείξει την αξία του με τις ζωντανές εμφανίσεις, όπου ο Γιώργος με τους Μικρούς Ήρωες βρίσκεται κατά τα κοινή ομολογία στο στοιχείο του.


Επισκοπώντας αυτά τα 20+ χρόνια προσωπικής δισκογραφικής παρουσίας του, αντιλαμβάνεται κανείς ότι το ατέλεστο έγκλημα που έχει σιωπηρά αποδοθεί στον Γιώργο Δημητριάδη από μερίδα των εγχώριων διαμορφωτών της κοινής γνώμης είναι ότι ήταν πάντα ένας τραγουδοποιός που αξιοποιούσε μουσικές ρίζες και συνθετικό τάλαντο για να εκφράζεται με αμεσότητα, ειλικρίνεια και αξιοπρέπεια, σε καιρούς που στο ελληνικό ροκ είχαν πέραση πρότυπα εναλλακτικών, εντεχνολαϊκότροπων κι ετοιμοπαράδοτων αμφισβητιών.
Ενώ μπορούσε, δεν έφυγε και δεν παρεξέκλινε ποτέ από αυτά που ήθελε να δώσει. Σήμερα, με τον χρόνο αποδεδειγμένα να λειτουργεί υπέρ του, ο καινούριος δίσκος δίνει την ευκαιρία να τον χαρούν όσοι τον παρακολουθούν και να τον ανακαλύψουν ακόμη περισσότεροι.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Kiss: "Αlive"

Το 1975, οι KISS είχαν ήδη κυκλοφορήσει τρία στούντιο albums (KISS, HOTTER THAN HELL, DRESSED TO KILL) σε διάστημα 2 ετών τα οποία συνόδευαν με μία σειρά ζωντανών εμφανίσεων στις Η.Π.Α. Τα albums αυτά, παρόλο που δεν θεωρούνταν – έως τότε – αποτυχημένα, δεν είχαν τις αναμενόμενες πωλήσεις.


Στον αντίποδα όμως, οι ζωντανές εμφανίσεις τους γινόντουσαν ανάρπαστες. Φτάνοντας σε κρίσιμο οικονομικό σημείο επιβίωσης του συγκροτήματος, αποφασίζουν από κοινού με τον τότε Bill Aucoin (τότε μάνατζερ τους) να «συλλάβουν» σε ήχο την τρομερή ενέργεια που υπήρχε στις ζωντανές εμφανίσεις.

Στην κυριολεξία, αυτό ήταν το τελευταίο χαρτί που έπεφτε στο τραπέζι της μουσικής για τους KISS.

Η τελευταία τους ευκαιρία και τα έδωσαν όλα για όλα.

Από οικονομικής άποψης, οι KISS ήταν σε σημείο που στηρίζονταν στην πιστωτική κάρτα του manager (για τέτοια όρια μιλάμε), από τη στιγμή κιόλας που η δισκογραφική τους (Casablanca Records) ήταν επίσης στο χείλος της καταστροφής και δύσκολα πείσθηκε να αναλάβει το ρίσκο της κυκλοφορίας.
Το album κυκλοφόρησε διπλό και ήταν το πρώτο διπλό live album στο hard rock. Δύσκολη απόφαση που, ευτυχώς, πέτυχε. Όπως όλα τα live albums, έτσι και το ALIVE! έχει υποστεί επεξεργασία στο studio. Άλλοι λένε πολύ, άλλοι όχι τόσο. Μεγαλύτερη σημασία έχει η μουσική και η δύναμη της συγκεκριμένης κυκλοφορίας.
Τα παιξίματα είναι εντελώς ωμά, και η κιθάρα του Frehley δίνει άλλο εύρος στα κομμάτια. Οι KISS ποτέ δεν παρουσιάστηκαν ως βιρτουόζοι μουσικοί (το παραδέχονται και οι ίδιοι εξάλλου), το μουσικό όμως αποτέλεσμα που παρουσιάζουν ως σύνολο δεν αμφισβητήθηκε ποτέ. Κάποτε είχαν ρωτήσει τους Anthrax αν ακούνε μουσική πριν βγουν στην σκηνή και απάντησαν «μα φυσικά, ακούμε πάντα το KISS ALIVE!».
Ακόμα και το περιοδικό Rolling Stone, που είναι παραδοσιακά αρνητικό στους KISS, παραδέχεται το ALIVE! σαν από τα πιο σημαντικά και επιδραστικά albums. Από πολλούς κριτικούς θεωρείται να υπάρχει απαραίτητα σε ροκ δισκοθήκη και που και που να το «συμβουλευόμαστε».

Τα τραγούδια που περιλαμβάνονται παίζονται ακόμα και σήμερα στις συναυλίες τους με τον ίδιο τρόπο που παίζονται στο ALIVE! και που έτσι έγιναν διάσημα. Από την τότε εποχή, υπάρχει και οπτικό υλικό (KISSOLOGY 1) που σε κάνει να αντιλαμβάνεσαι τον χαμό που γινόταν τότε στις ζωντανές εμφανίσεις των KISS.

Το κανάλι VH1, είχε πραγματοποιήσει ειδικό 2ωρο αφιέρωμα στο album. Η ηχογράφηση έγινε στο Cobo Hall στο Detroit.

Τον Σεπτέμβριο του 2009, οι KISS επέστρεψαν και έπαιξαν όλο το ALIVE! (δύο βραδυές) στο ίδιο μέρος πριν αυτό κατεδαφιστεί. Ήταν η μπάντα που το έκανε διάσημο και η μπάντα που «έκλεισε την πόρτα του».
Track List: 1) Deuce, 2)Strutter, 3) Got To Choose, 4) Hotter Than Hell, 5) Firehouse, 6) Nothin’ To Lose, 7) C’mon And Love Me, 8) Parasite, 9) She, 10)Watchin’ You, 11) 100.000 Years (solo drums), 12) Black Diamond,13) Rock Bottom, 14) Cold Gin, 15) Rock And Roll All Nite, 16) Let Me Go, Rock And Roll

ΜΕΛΗ: Paul Stanley (κιθάρα, φωνή), Genne Simmons (μπάσο, φωνή), Ace Frehley (κιθάρα), Peter Criss (ντραμς)

Γράφει ο Γεράσιμος Καββαδάς
(http://www.kissonline.gr/)

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...