Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

1000mods : “Repeated Exposure To…”

Ξεκίνησαν να ξεχωρίζουν πριν πέντε χρόνια για την άγνοια κινδύνου που εμφάνιζαν τόσο στο στούντιο, όσο και πάνω στη σκηνή. Προσήλωση στον αναλογικό ήχο, κομμάτια - τεμένη στα σαμπαθικά βαρύτονα θηρία και συναυλίες γεμάτες ενέργεια.

Έφτιαξαν το όνομά τους αψηφώντας προκαταλήψεις και δυσκολίες που άλλες μπάντες τις έχουν λυγίσει. Όργωσαν 4 φορές την Ευρώπη με van, μοιραζόμενοι τη σκηνή μεταξύ άλλων με Graveyard, Brant Bjork, Colour Haze, Black Keys, The Atomic Bitchwax, Karma to Burn και συνέχισαν να γράφουν, να προβάρουν,  να παίζουν (μόνο τα δύο τελευταία χρόνια σε “Rockwave Festival”, “Desertfest”, “Up in Smoke 3”, “Lake on Fire”), να κρατούν τους τόνους χαμηλά και το volume ψηλά.
Το τρίτο άλμπουμ των 1000mods, Repeated Exposure to…” είναι η αυτοομολογούμενη κατάθεση της ενοχής τους. Της ενοχής τους στον εθισμό σε ό,τι πιο χαμηλοκουρδισμένο έχει κυκλοφορήσει μεταξύ του “Master Of Reality” και του “… And The Circus Leaves Town ” των Kyuss.
Σε παραγωγή και ηχογράφηση από τον George Leodis με αναλογικά μηχανήματα υψηλής πιστότητας και με ηχητικό φινίρισμα από τον Brad Boatright (τον άνθρωπο που βοήθησε καίρια στο να υλοποιηθεί ο ήχος σχημάτων όπως οι Sleep, Corrosion of Conformity, Nails, Beastmilk, Obituary), το νέο άλμπουμ πετυχαίνει να έχει ακριβώς την επίδραση που σκοπεύει. Ακούγεται σαφώς καλύτερα από τα δύο προηγούμενα και επειδή συμβαίνει αυτό, καταφέρνει με όχημα ένα θυμικό groove μεσαίων ταχυτήτων να παρασύρει τον ακροατή σε μια sludgy, απόκρημνη περιοχή, τραβολογώντας τον μέσα από ψυχεδελικά μονοπάτια κι αφήνοντάς τον μόνο του εκεί. Με μόνη επιλογή, να ξαναπατήσει το play.
Το τελικό αποτέλεσμα ακούγεται σαν την ηχητική υπόκρουση που θά’ βαζε ένας αγουροξυπνημένος Ήφαιστος, λίγο πριν πιάσει τη βαριοπούλα και το αμόνι στο σιδεράδικο των θεών.
Τα κομμάτια περισσότερο από ποτέ ακούγονται «δικά τους». To Loose” έχει μια εισαγωγή που υπόσχεται αέναο mood και τηρεί την υπόσχεσή του, κλείνοντας μετά από οχτώμισυ λεπτά με μια ψυχεδελική coda αλά Iron Butterfly. Το “Electric Carve έχει μια λύσσα σαν αυτή που θά' χε κάποιο μακρινό ξαδερφάκι των πρώϊμων Soundgarden δεμένο στην ηλεκτρική καρέκλα, λίγο πριν κατέβει ο μοχλός και ψηθεί. To “Α.W.” θα προκαλέσει live επιληπτικές κρίσεις με τους νευρώνες από Monster Mognet που διαθέτει. Τo “The Son” είναι ένα από τα καλύτερα κομμάτια τους μέχρι σήμερα, ένα ώριμα παραμορφωμένο τέρας από fuzz, με psych χασίματα που ξεγελούν και μ’ έναν τον Dani σε μια γεμάτη αυτοπεποίθηση ερμηνεία. Δεν μπορεί κανείς εύκολα να απομονώσει πλεονεκτήματα, γιατί το άλμπουμ λειτουργεί σαν σύνολο, από την αρχή μέχρι το τέλος (που έρχεται με το vortexιανό “Into The Spell”), όπως και οι τέσσερις παίκτες, που ακούγονται πλήρως λοκαρισμένοι μεταξύ τους, σε στιγμές μάλιστα απορροφημένοι από τον ίδιο τους τον ήχο (“Groundhog Day”).

Το άλμπουμ είναι διπλωμένο μέσα σε μια τίμια και οπτικά δυνατή φωτογραφική έμπνευση που ανήκει στον Aris Panagopoulos (layout by Fuzz Ink.).
 Θέλει κάκαλα για να ξεπεράσεις τις πολιτισμικές ατραπούς της επαρχίας και να σταθείς στο ξέφωτο της ευρωπαϊκής heavy rock σκηνής, μην ξεχνώντας να βροντοφωνάζεις την καταγωγή σου. Κι αυτοί εδώ έχουν. Γιατί βγάζουν, από τον πρώτο κιόλας μεγάλο τους δίσκο, την ακατάβλητη ώθηση που τους δίνει το μικρό μέρος απ’ όπου ορμώνται. Ένα «δε φοβάμαι τίποτα, γιατί έχω διανύσει ήδη πολύ δρόμο και βλέπω ακόμη περισσότερο μπροστά μου».
Από τα καλύτερα άλμπουμ της φετινής παραγωγής. 


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Nick Cave & The Bad Seeds: "The Skeleton Tree"


Ο διάολος τον εκδικήθηκε. Επί δεκαετίες του υφαρπάσσει τα πρότυπα. Αποδομεί το σκότος με τα τραγούδια του, μεταμορφώνοντας τους δολερούς, τους παράφρονες και τους εγκληματίες σε χαρακτήρες γήινους, συμπαθείς, σε ποιητές.


Τον άφησε λοιπόν να ξεπεράσει το θάνατο του δικού του πατέρα, να γλυτώσει στην εφηβεία και να μην καταλήξει τακτικός πελάτης του σωφρονιστικού συστήματος, να επιβιώσει αρκετές φορές στα νεανικά και τα ώριμά του χρόνια από πρέζα, κατάθλιψη, αγνωμοσύνη, παράταιρους έρωτες. Κι ενώ πλησίαζε το ξέφωτο των 50φεύγα του χρόνων, ο διάολος μονολόγησε μισερά: «Ήρθε η σειρά σου επιλεγόμενε και “Prince Of Darkness”.
Κόπιασε να δεις πώς είναι να ζεις σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο από πόνο, αντί να γράφεις και να τραγουδάς γι’ αυτόν».
Nα επιβιώσει αρκετές φορές στα νεανικά και τα ώριμά του χρόνια από πρέζα, κατάθλιψη, αγνωμοσύνη, παράταιρους έρωτες. Κι ενώ πλησίαζε το ξέφωτο των 50φεύγα του χρόνων, ο διάολος μονολόγησε μισερά: «Ήρθε η σειρά σου επιλεγόμενε και “Prince Of Darkness”. Κόπιασε να δεις πώς είναι να ζεις σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο από πόνο, αντί να γράφεις και να τραγουδάς γι’ αυτόν».
Του πήρε λοιπόν τον έναν απ’ τους δίδυμους γιους του, τον 15χρονο Arthur. Με τρόπο μονοσήμαντα σατανικό, για έναν πατέρα - καλλιτέχνη, που έχει αψηφήσει με τη ζωή και την τέχνη του το θάνατο. Υπό την επήρεια L.S.D. ο νεαρός Cave ανέβηκε στην απόκρημνη κόχη ενός κόλπου στο Βrighton και πήδηξε στη θάλασσα.  Ήταν 14  Ιουλίου του ’15.
Ελάχιστα πράγματα στη ζωή πιο συντριπτικά από το να χάνει γονιός το παιδί του. Απευκτέα ακόμη και για χειρότερο εχθρό, μια συγκυρία εφιαλτική με σχεδόν απάνθρωπη δύναμη, παράλογα άδικη και συνθλιπτική για τον οποιονδήποτε.
Ο Nick Cave θα κυκλοφορούσε τον 16ο δίσκο του, αυτό ήταν γνωστό. Η προσέγγισή του θα ήταν πιο μινιμαλιστική σε σχέση με το “Push The Sky Away, κι αυτό γνωστό. Οι ηχογραφήσεις είχαν ξεκινήσει πριν το τραγικό γεγονός. Ορισμένα τραγούδια ήταν ήδη έτοιμα, μαζί και τα φωνητικά. Όμως από τότε που ο μουσικός κόσμος πληροφορήθηκε το συμβάν, η αναμονή για τον επόμενο δίσκο του περιείχε, εκτός από την αγνή αγωνία για συμπαράσταση μέσω της επιδοκιμασίας για το υλικό, όποιο κι αν ήταν αυτό, και κάποια δόση διεστραμμένης περιέργειας. Πώς θα τραγουδούσε μετά από κάτι τόσο ισοπεδωτικό; Το αποτέλεσμα, όπως κάθε έργο τέχνης γεννημένο μέσα σε πόνο, αφοπλίζει.

You fell from the sky, crash-landed in a field near the River Adur ακούγεται ο Cave στο εισαγωγικό “Jesus Aloneκι αφού πάνω σε Industrial background απλώνει ένα λεκτικό travelling στο οποίο ταυτίζεται με κάποιους διάστικτους κακοτυχίας παρίες αυτού του κόσμου, καταλήγει σ’ ένα with my voice, Im calling you”. Αν δεν γνωρίζει ο ακροατής ότι το τραγούδι έχει γραφτεί πριν το θάνατο του γιου του, παγώνει.


Στο Rings of Saturn, ένας αποκαμωμένος Cave (“maybe Im just  too tongue-tied to drink it up and swallow back the pain) επιστρατεύει την μουσικότητα της ίδιας του της απαγγελίας και μιλά για το αναπόφευκτο του θανάτου με μια παραβολή. Ένα δηλητηριώδες έντομο (ή μήπως ο θάνατος ως θηλυκό;) καιροφυλακτεί, φευγαλέο και ανελέητο (over heaps of sleeping children) καθώς this is what she is and this is what she does.
Συνθετικοί ήχοι και μελωδία πιάνου στο Girl in Amber αφήνουν χώρο για μια ακόμη σπαρακτική ερμηνεία, που επιδρά στον ακροατή ποιητικά στροβιλίζοντάς τον σε αναμνήσεις, απ’ αυτές που αποθηκεύονται στην άκρη του ματιού (“You kneel, lace up his shoes your little blue-eyed boy”, “girl in amber, trapped forever, spinning down the hall”, “the song, the song is spinning since nineteen eighty four), πριν υπογραμμίσει τον αναπόφευκτο επίλογο κάθε απώλειας: I knew the world would stop spinning now since youve been gone / I used to think that when you died you kind of wandered the world / I dont think that any more.
Πάνω στη σκιώδη υπόκρουση του Magneto και πάλι με τσακισμένη φωνή μιλά για επάλληλους έρωτες, που δεν συναντιούνται (“I love, you love, I laugh, you love), παρορμάται να σκοτώσει και να μεταμορφωθεί, όμως τελικά επιμένει γιατί είναι το μόνο που είναι φτιαγμένος να κάνει (“one more time with feeling). Το Anthroceneακούγεται απολογισμικό, σαν outtake από το “An American Prayer” του Morrison ("All the things we love, we lose") και στο I Need You”, με τα δεύτερα φωνητικά σαν χορού από ερινύες, η συντριβή είναι σχεδόν τελειωτική. Μπορεί να ήταν γραμμένο ως θρήνος για έναν έρωτα, όμως το τραγούδι έχει από μόνο του πλέον πάρει άλλη, δική του ζωή (‘I will miss you when you’re gone away forever/ I thought I knew better, so much better/   but nothing really matters when the one you love is gone").


Το αιθέριο κατευόδιο τουDistant Sky και μόνον επειδή είναι ντουέτο (με την Δανή σοπράνο Else Torp), προς στιγμήν δημιουργεί μια αίσθηση παρηγορίας. Όμως στην πραγματικότητα στο έρημο τοπίο του “Skeleton Tree” δεν υφίσταται κάτι τέτοιο, όπως ο Cave αποσαφηνίζει με πίκρα: They told us our gods would outlive us, but they lied. Για να κλείσει το άλμπουμ με το ομώνυμο κομμάτι, μια κατατονική πιανιστική προέκταση του “Distant Sky”, με τη φωνή να υπενθυμίζει nothing is for free και να θάλπει με ψήγματα ανακούφισης τον ακροατή (“…and Its all right now).

O Cave αυτή τη φορά έμελλε να μην υποδυθεί κάποιον ήρωα περιπλανώμενο στα σκότη των παθών του, έχει αθέλητα γίνει ο ίδιος ένας τραγικός χαρακτήρας που υποφέρει από το ύστατο, το μη ανακλητό, βάρος της απώλειας. Η διαφορά μεταξύ της πιο πετυχημένης τραγουδιστικής του μυθοπλασίας και της ρεαλιστικής απόδοσης του δικού του βιώματος ακούγεται πεντακάθαρα στην φωνή του.
Στην ουσία πρόκειται για μελοποιημένα ποιήματα με ελλειπτικό μουσικό υπόβαθρο. Εκεί που ο Cave σε αντίστοιχα εγχειρήματα με τους Seeds όπως το “Stranger Than Kindness” ή το “Christina The Astonishing είχε δουλέψει τις λεπτομέρειες, τις αποχρώσεις, την έκφραση, εδώ αφήνει τα πράγματα ακατέργαστα. Σα να θέλει να διατηρήσει την αμεσότητα, την ειλικρίνεια της κάθε ατέλειας. Σαν να μην έχει τίποτα σημασία πια, πέρα από την ίδια την αρχική ιδέα του θρήνου για την απώλεια.
Είναι τόσο εύκολο, προβλέψιμο, να χαρακτηρίσει κανείς το άλμπουμ αριστουργηματικό μόνο και μόνο για την προσπάθεια του Cave ν’ ανταπεξέλθει στην απώλεια με τον μόνο τρόπο που γνωρίζει, τη δημιουργία, ώστε συνιστά σχεδόν ντροπή να το διατυπώσει κανείς έτσι. Εδώ δεν μιλάμε για ένα απλό άλμπουμ, για ένα σύνολο από μουσικές ιστορίες ή για μια ποιητική συλλογή. Μιλάμε για μια υπαρξιακή κατάθεση εκτός κάθε κλίμακας αξιολόγησης.
Πολλοί πρόλαβαν να πουν ότι είναι από «τα καλύτερά του». Διερωτώμαι αν δικαιούται κανείς έστω και να το πει, ή αν θα επιθυμούσε κάτι τέτοιο ποτέ ο ίδιος. Ο χρόνος θα στιγματίσει το άλμπουμ αυτό νομοτελειακά, γιατί είναι αυτό που έφτιαχνε όταν σκοτώθηκε ο γιος του.  


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2016

Cry of Dawn: “Cry of Dawn”

Mία από τις καλύτερες και ποιοτικότερες φωνές του λεγόμενου melodic hard rock ήχου είναι σίγουρα ο εξηντάρης πλέον Goran Edman με σημαντική προϋπηρεσία στους Madison, Yngwie Malmsteen, John Norum, Glory, Street Talk, Karmakanic, Brazen Abbot, και με μπόλικες και αξιόλογες συνεργασίες με αρκετούς άλλους δημιουργούς και συγκροτήματα.

Αν και ήμουν διστακτικός αρχικά στο τι θα ακούσω αφού θεωρούσα πως ο Goran Edman είχε κουράσει με τις πολλές συμμετοχές του σε μέτρια άλμπουμ τα τελευταία χρόνια, η έκπληξη ήταν μεγάλη διότι, ότι κακία σκέφτηκα για αυτόν τον μεγάλο τραγουδιστή την κατάπια όλη μονoμιάς ακούγοντας αυτό το μικρό διαμάντι της φετινή χρονιάς.
Είχα πολύ καιρό να απολαύσω ένα τόσο δυνατό και γοητευτικό άλμπουμ. Ανεξάντλητες μελωδικές συνθέσεις, ερμηνείες γεμάτες αισιοδοξία και πάθος, θανατηφόροι συνδυασμοί κιθάρας και πλήκτρων και θαυμάσιες εμπνεύσεις στο ενορχηστρωτικό επίπεδο. Τέτοιο εκπληκτικό άλμπουμ με την φωνή του Σουηδού τραγουδιστή  είχα να ακούσω από το μοναδικό και κλασσικό άλμπουμ των Kharma  με τίτλο “Wonderland” (2000).
Το άλμπουμ ξεκινά με το καταπληκτικό “Chance” και μας βάζει βαθιά στον μελωδικό παράδεισο που ακολουθεί. Η συνέχεια γίνεται συναρπαστική με το “Listen to Me” με πολλά γυρίσματα στην φωνή να θυμίζουν Rob Halford.
To When right is wrong” ακολουθεί τα μελωδικά βήματα του ξεκινήματος ενώ το Tell it to my heart” με τα πλήκτρα να έχουν κυρίαρχο ρόλο μαγεύουν και η φωνή του Goran Edman απογειώνει στα ουράνια μία πανέμορφη σύνθεση.
Το Light a light”  aor-ιζει στο φουλ και η ατμόσφαιρα των ‘80s ξαναζωντανεύει αυτή την φορά με τις επιρροές από Journey να γίνονται ιδιαίτερες αισθητές και το Can't go on”  που έπεται να συνεχίζει να μας χαρίζει ένα απίθανο ρεφρέν.
ΤοBuilding towers” είναι μία υπέροχη μπαλάντα όπου πάλι η ερμηνεία του Goran Edman είναι εξαιρετική με κάτι ανάλογο να  ισχύει και για το “Hands around my heart”.
Ακολουθεί τοLife after love” με την κιθάρα να κελαηδάει και τα πλήκτρα να σε πλημμυρίζουν από αισθήματα αισιοδοξίας και χαράς. ΤοYearn” έχει μία ξεχωριστή ερμηνευτική εισαγωγή και στη συνέχεια εξελίσσεται σε μία κλασσική aor/melodic rock σύνθεση ενώ ο δίσκος κλείνει με το φανταστικόTell me” όπου εδώ υπάρχει ο απόλυτος  ορισμός σε ότι ονομάζουμε aor/melodic hard rock ενώ to ρεφρέν του, αναμένεται να  χιλιοτραγουδηθεί.
Τα εύσημα ανήκουν εκτός από τον Goran Edman που έχει βάλει την σφραγίδα του στο ομότιτλο άλμπουμ των “Cry of Dawn” και στους Michael Palace (κιθάρες, μπάσο), Sören Kronqvist (πλήκτρα) και Daniel Flores (ντραμς, πλήκτρα, παραγωγή) που όλοι μαζί έφτιαξαν αυτόν τον  αριστουργηματικό δίσκο.
Ειδικά όσοι λατρεύετε ακόμη τους Night Ranger, Journey, Bad English και Starship οφείλετε να αγοράσετε αυτό το άλμπουμ.
Στα υποψήφια για τα καλύτερα άλμπουμ του 2016…

Φώτης Μελέτης

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

Darrel Treece-Birch: "No More Time"

Ο "μάστορας" στα πλήκτρα της αγαπημένης μελωδικής
μπάντας των Ελλήνων , των Ten, ο Darrel Treece-Birch δεν έχει ίσως πολλές φορές την ευκαιρία να μας παρουσιάσει το εξαιρετικό τάλαντο του. Επίσης, είναι ο ιθύνων νους των Nth Ascension με τους οποίους μάλλον εκδηλώνει τις ικανότητες του και στο prog rock.

Με την προσωπική του κυκλοφορία "No More Time", ο Darrel ξεδιπλώνει τις πολυτάλαντες του ικανότητες στην σύνθεση και με εργαλείο του τα πλήκτρα συνδυάζει εξαιρετικά το rock/prog/ambient "μουσικό αμάλγαμα" των συγκροτημάτων που συμμετέχει ή που επηρεάστηκε: των Ten/Nth/Yes/Floyd, με ελαφρές "δόσεις" του  εξαιρετικού Wakeman  στις εξάρσεις του, διατηρώντας πάντοτε το προσωπικό του ύφος.
 Σε έναν κόσμο αντιγραφών και ανακυκλωμένων μουσικών θεμάτων από το ένδοξο και περίτεχνο παρελθόν, ο Darrel Treece-Birch τολμά σε αυτήν την πέμπτη προσωπική του δημιουργία να πρωτοτυπήσει…
Στο "No More Time" θα ακούσουμε πρωτότυπες συνθέσεις, ταξιδιάρικες, "μαγικά" περίτεχνες με πλούσια πλήκτρα δεμένα με σφιχτοδεμένες ενορχηστρώσεις με αναγνωρίσιμο το  Progressive "άρωμα" σε όλες τους.
Μερικές συνθέσεις έχουν φωνητικά που προσωπικά με ενθουσίασαν με την αιθέρια φωνή της Karen Fell, όπως τα  "Hold On", "Twilight" και το  "Music Of The Spheres".
Άλλα παραμένουν οργανικά και αποτελούν την μουσική υπόκρουση των μελαγχολικών φθινοπωρινών ημερών και συντροφεύουν την αναπόληση των καλοκαιρινών ημερών της ξεγνοιασιάς και της χαλάρωσης των διακοπών…. Αξιάκουστη ιδιαίτερα η τριών μερών σύνθεση  "Nexus (Part 1, 2 and 3)", με την κάθε σύνθεση να λάμπει από μόνη της αποτελώντας μέρος ενός "πολύχρωμου μουσικά πίνακα"!!!
 Το "μουσικό μυστικό" των δεκαπέντε συνθέσεων του δίσκου "No More Time" είναι η πολυποικιλότητα. Από τα δυναμικά  uptempo κομμάτια που συνθέτει ο Treece-Birch εμπνευσμένα από το μελωδικό  Rock των Ten ("Earthbound", "Riding The Waves", "No More Time") μέχρι τα "εύθραυστα μπαλαντοειδή" ("Requiem Pro Caris", "Mother (Olive’s Song)", "Twilight") και τα μεγαλοπρεπή  ("Legacy", "The River Dream").
Μας εκπλήσσουν ευχάριστα το  heavy, κιθαριστικά επενδυμένο "Freedom Paradigm" που αναμιγνύει τη βαρύτητα των Metal θεμάτων με την ηλεκτρονική αίσθηση των  Zeppelin μουσικών θεμάτων. Θέματα που σε "ταξιδεύουν" ακούγοντας τους ήχους της θάλασσας και ζωντανεύουν τη μουσική περιπλάνηση του δίσκου!
Άλλο ένα μοναδικό στοιχείο στη κυκλοφορία του "No More Time" είναι ότι ο δημιουργός  Darrel Treece-Birch  συμπλέκει περίτεχνα :πλήκτρα, μαντολίνο, μπασοκιθάρα, και τύμπανα  . Σε αυτό συμβάλλουν και οι μουσικοί συνοδοιπόροι του από τους Ten, Gary Hughes Band και μέλη των  Nth Ascension, νυν και πρώην, που πλουσιοπάροχα χαρίζουν τη μουσικότητα τους στο τελικό αποτέλεσμα του δίσκου. Πλούσιο μουσικά, περίτεχνο ενορχηστρωτικά το "No More Time" σίγουρα είναι ό,τι καλύτερο μου προέκυψε μετά τις καλοκαιρινές διακοπές και θα με συντροφεύει ως μουσική επένδυση και για τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου…Διαχρονικό soundtrack.
Επενδύστε άφοβα!

Νότης Γκιλλανίδης

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Kansas: "The Prelude Implicit"

Η μεγάλη στούντιο δισκογραφική επιστροφή των Αμερικανών prog-rockers μετά από 16 χρόνια είναι γεγονός και αν μη τι άλλο δείχνει ότι οι μπάντες που κυριαρχούσαν πριν μερικές δεκαετίες επιμένουν να μας αποδεικνύουν πόσο σημαντικές και μεγάλες παραμένουν.

Στην περίπτωση των KANSAS δεν χρειάζεται μία νέα στούντιο κυκλοφορία για να επιβεβαιώσει το τεράστιο μέγεθος τους, διότι με τα εκπληκτικά  άλμπουμ που είχαν κυκλοφορήσει ειδικά την δεκαετία του ’70 κατάφεραν να μείνουν στην ροκ αιωνιότητα.
Τώρα ερχόμενοι στο “The Prelude Implicit” δύο είναι οι σημαντικές αλλαγές στην σύνθεσή τους όπου δεν μετατρέπει ουσιαστικά τα μέχρι τώρα συνθετικά δεδομένα της μπάντας. Έχουμε λοιπόν τον David Ragsdale  στο βιολί στην θέση του τρομερού Robby Steinhardt και τον Ronnie Platt στα φωνητικά στην θέση του άλλου σημαντικού δημιουργού και τραγουδιστή Steve Walsh ενώ για να μην φανούν αυτά τα δύο μεγάλα κενά έχουν προστεθεί ο Zak Rizvi στην κιθάρα και ο David Manion στο πιάνο και keyboards.
To νέο album δεν μας επιφυλάσσει εκπλήξεις αλλά περιλαμβάνει όλα αυτά τα στοιχεία για τα οποία έχουμε λατρέψει τους Kansas σε αρκετό πιο μοντέρνο ύφος κι αυτό οφείλεται πρωτίστως στην κρυστάλλινη παραγωγή των Zak Rizvi, Phil Ehart και Richard Williams.
Έχουμε και λέμε λοιπόν: Εμπνευσμένες ενορχηστρώσεις, πανέμορφες μακρόσυρτες μελωδίες, τεχνική αρτιότητα χωρίς να κουράζει, ερμηνευτικές αρμονίες στο έπακρο, ροκ ακροβατισμοί γεμάτοι δυναμισμό και το μεγάλο ατού είναι  η εκτελεστική πανδαισία του βιολιού που αποτελεί και το σήμα κατατεθέν των Kansas.
Οι Beatles επιρροές είναι σκόρπιες παντού κι σε αυτό τον δίσκο και είναι παραπάνω από εμφανείς με πιο χαρακτηριστικές σε κομμάτια  όπως το “Visibility Zero”.
ΤοWith This Heart”  που ξεκινά το άλμπουμ σε βάζει άμεσα στο κλίμα της μπάντας μιας και οι μελωδίες και η ερμηνεία του Ronnie Platt είναι εξαιρετικές και η χροιά της φωνής του θυμίζουν το Tommy Shaw των Styx. ΤοRhythm in the Spirit” είναι από τα πιο δυναμικά κομμάτια του άλμπουμ με ποικίλες εναλλαγές με τις κιθάρες να έχουν τον πρώτο λόγο ενώ το “The Unsung Heroes” που έχει προηγηθεί είναι μία θαυμάσια μπαλάντα.
Το  “Refugee”  που ακολουθεί έχει έναν ποιητικό λυρισμό που θυμίζει αρκετά τους Kansas των πρώτων άλμπουμ όπως και το The Voyage of Eight Eighteen”  που αποτελεί μία κλασσική σύνθεση της μπάντας ενώ το Camouflage”  υπερτονίζει το πάντρεμα βιολιού και κιθάρας  με το ρεφρέν να απογειώνει την σύνθεση.
Το “Summer”  που ακολουθεί ακούγεται πιο απλοϊκό και σε πιο ροκ ύφος ενώ τοCrowded Isolation” περιέχει αρκετά σύγχρονα prog στοιχεία όπου για άλλη μια φορά το βιολί του David Ragsdale κλέβει την παράσταση και τέλος το ορχηστρικόSection 60” συγκινεί με την μελωδική του αύρα.
Στην deluxe έκδοση του άλμπουμ περιλαμβάνονται επιπλέον κι άλλα δύο αξιόλογα τραγούδια το μελαγχολικό Home on the Range” και το νοσταλγικό “Oh Shenandoah” .
Συνοπτικά οι  Kansas με το The Prelude Implicit” αναπαριστάνουν πετυχημένα τον εαυτό τους στο μεγάλο αυτό ταξίδι που έχουν ξεκινήσει από τον περασμένο αιώνα και μπορεί ορισμένοι να μην άντεξαν αυτή την κουραστική αλλά συναρπαστική διαδρομή όμως κάποιοι άλλοι θέλουν να φτάσουν μέχρι τέλους, οπότε συνεχίζουμε…

Φώτης Μελέτης

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

DangerAngel: “All The King's Horses”

Τρίτη δισκογραφική δουλειά για μία μπάντα που υπάρχει εδώ και μία δεκαετία και η οποία δουλεύει πολύ σοβαρά όλα αυτά τα χρόνια αφού παράγει ήχο αρκετά μπροστά για τα δεδομένα και τα στερεότυπα του hard ‘n heavy rock τόσο με το προηγούμενο όσο και με το νέο άλμπουμ τους.

Σίγουρα το “All The King's Horses” είναι η πιο ώριμη στούντιο κυκλοφορία τους και εκπλήσσει ευχάριστα με τις πρωτοποριακές συνθέσεις, δείχνοντας πόσο σπουδαίο ταλέντο διαθέτουν οι Danger Angel μιας και η η κυκλοφορία κάτω από την ετικέτα της MelodicRock Records τους δίνει την δνατότητα να τους μάθει ακόμη μεγαλύτερο κοινό αλλά και παράλληλα να δείξουν πόσο διαφορετικοί είναι από τα συνηθισμένα γκρουπ του χώρου.
Τα φωνητικά του Βραζιλιάνου B.J. ανεβάζουν κι άλλο την ποιότητα του σχήματος και φυσικά όλων των συνθέσεων όπως και τα υπόλοιπα μέλη δείχνουν ότι ξεφεύγουν από τα συνηθισμένα εκτελεστικά κλισέ. Σημαντικό ρόλο έχουν παίξει τόσο τα πλήκτρα του Ahas που συνδυάζονται μοναδικά με τις κιθαριστικές εμπνεύσεις του
Ethan Snow αλλά η κρυφή δύναμη ακούει στα ονόματα Rudy Rallis στο μπάσο και Tony V στα τύμπανα.
Όταν μιλάμε για σύγχρονο προοδευτικό hard rock album τότε το “All The King’s Horses” είναι ότι καλύτερο έχουν κυκλοφορήσει μέχρι τώρα οι DangerAngel.
O δίσκος ξεκινά με το καταιγιστικό To Kill A Saint”   κινείται σε κλασσικά μελωδικά hard rock μονοπάτια όπως και το υπέροχο Dia De Los Muertos”  που θα ζήλευε να είχε γράψει κάθε νεόκοπο σκανδιναβικό σχήμα που προωθείται σκανδαλωδώς από τα media.
Το  Dead In The Water” που ακολουθεί ξεκινά με τον B.J. σε ρόλο αφηγητή αλλά οι εναλλαγές που έρχονται δίνουν ένα μοναδικό χρώμα, όπου οι σκοτεινές μελωδίες, οι ερμηνευτικές ακροβασίες και οι ενορχηστρωτικές και κιθαριστικές εκρήξεις δημιουργούν μία ουράνια σύνθεση.
 Το Who You Are”  είναι μία σύνθεση που απλά επιβεβαιώνει τον συνθετικό οίστρο της μπάντας ενώ το  Call My Name”  περιέχει έξυπνα κοψίματα, μελετημένες κιμπορντίστικες πλάτες και μία πιασάρικη μελωδία που την σιγοτραγουδώ συνέχεια.
Μπορεί η εισαγωγή του Best Of Me” να φέρνει κάτι από Dickinson όμως η συνέχεια μετατρέπεται σε μία επική σύνθεση όπου οι Queensrÿche συναντούν τους Metallica.
Το  All The King’s Horses”  είναι μία υπέροχη μπαλάντα με τρομερά ξεσπάσματα και παθιασμένα φωνητικά με την κιθάρα του  Ethan Snow να σε καθηλώνει με το εντυπωσιακό παίξιμο του. Στο Speak To Me”  τα πλήκτρα με τον ιδιαίτερο ήχο τους κερδίζουν τις εντυπώσεις και στη συνέχεια η ερμηνεία του B.J. δημιουργεί πολλά ρίγη.
Το “Will You Follow”  ακολουθεί  με γρήγορους και ταχείς ρυθμούς ενώ το  “How About Right Now”  αποδεικνύει πόσο μεγάλη μουσική προσωπικότητα είναι Ahas όπου βάζει την δική του σφραγίδα σε ένα κρεσέντο πλήκτρων!
Το “Devil’s Waltz”  έχει μία εισαγωγή που θυμίζει Depeche Mode με αρκετά προοδευτικό ήχο και με εκπληκτικό ρεφρέν  και το  Hollow Men”  κλείνει  με μπόλικο hard rock δυναμισμό.
Ακούγοντας ξανά και ξανά τον δίσκο νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με μία εξαιρετική κυκλοφορία και φυσικά δεν έχει να κάνει με τα κλασσικά λόγια για να αναπτερώσουμε το ηθικό των συμπατριωτών μας αλλά αντιθέτως για να τονίσουμε ότι μας κάνει ιδιαίτερα χαρούμενους ένα τέτοιο θαυμάσιο άλμπουμ και θα μας συνοδεύει σε ότι ηχοσύστημα διαθέτουμε για πολλούς μήνες ακόμη. Επενδύστε χωρίς αναστολές σε μία από τις σπουδαιότερες κυκλοφορίες της χρονιάς.

Φώτης Μελέτης

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

Mecca: "III"

Μετά από περίπου πέντε χρόνια δισκογραφικής απραξίας ο εξαίρετος Αμερικάνος τραγουδιστής και συνθέτης Joe Vana και το μουσικό του σχήμα, οι Mecca, επιστρέφουν με το "ΙΙΙ" και σίγουρα οι δοξασμένες εμπορικές μέρες της πρώτης κυκλοφορίας ίσως έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.

Ο τρίτος δίσκος ακολουθεί τον ήσυχο τρόπο που δραστηριοποιούνταν  ο Joe Vana με  ήρεμες, νοσταλγικές, γλυκές μελωδίες όπου τον πρώτο λόγο έχει η θαυμάσια-ζεστή  φωνή του και φυσικά οι αρμονικές ενορχηστρώσεις .
Το μεγαλύτερο όπλο:
ο Vana εξακολουθεί να έχει "κρυμμένα στο μανίκι" του ισχυρά όπλα’ τις μουσικές επιρροές του και τη μεγάλη του συνθετική και ενορχηστρωτική ικανότητα. Το ΙΙΙ είναι αγνό 80ς  AOR, μελωδικό rock με "επικάλυψη" από  Westcoast ηχόχρωμα. Με την παρακαταθήκη των Toto, Survivor και  Mr. Mister να ακούγεται ολούθε στο δίσκο. Στις καλοδημιουργημένες συνθέσεις, υπάρχει άριστη μουσικότητα, άψογη παραγωγή και το αποτέλεσμα είναι ακόμη ένα  AOR "διαμαντάκι". Ο  Joe Vana είναι ο ιθύνων νους πίσω από το μελωδικό τούτο εγχείρημα συνεπικουρούμενος από δεξιοτέχνες με ιστορία λαμπρή, μουσικούς όπως οι: Shannon Forrest τυμπανιστής των Toto (που αναλαμβάνει και την παραγωγή), στο μπάσο ο  David Hungate (Toto), στην κιθάρα ο αντάξιος γιος του πατέρα του, ο Joey Vana και στα πλήκτρα ο  Tim Akers (Rascal Flatts/Kid Rock).
 Με το μοναδικό ηχόχρωμα της φωνής του Joe Vana και την παρουσία των δύο μελών των  Toto δεν είναι καθόλου παράξενο που ο ήχος της συγκεκριμένης μπάντας πλανιέται σε όλο το δίσκο, με χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα το Unknown.
Η δε μουσική ανάπτυξη του Alone μαγεύει: περίτεχνα πλέκονται τα πλήκτρα με τα κρουστά, και η ξεσηκωτική  επωδός είναι απλά μεγαλειώδης! Σεμιναριακή παρουσίαση πως δημιουργείται μία μπαλάντα που αντέχει στον χρόνο…
 Οι οπαδοί της West Coast μουσικής σίγουρα θα ενθουσιαστούν με την σύνθεση  "Gone" που είναι "κατακλυσμιαία" δημιουργημένη με απίστευτη μουσικότητα. Το "A Kiss On the Wind", τρανή απόδειξη του "φωνητικού άθλου" του Joe Vana. Ο Shannon Forest αξίζει επαίνων όχι μόνο για την αξιομνημόνευτη εξαίρετη παραγωγή του αλλά και την μετρονομική παρουσία του στα τύμπανα και το ογκώδες παίξιμο του…
Θα σκεπτόμουν, ότι οι οπαδοί του μελωδικού rock/AOR θα έπρεπε να ολοκληρώσουν τις λίστες με τους αγαπημένους δίσκους της χρονιάς  και να παραβλέψουν το γεγονός, ότι περιέχονται μόνο οκτώ συνθέσεις πρόκειται φίλτατοι μου για δίσκο ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ και όχι ποσότητας.
Οι  Mecca δημιούργησαν ένα ποιοτικό πόνημα υψηλής μελωδικοροκάδικης απόλαυσης  και πάλι!
Σε συνέντευξη δε που παραχώρησε ο Joe Vana και σύντομα θα διαβάσετε στο rocktime.gr, μας εκμυστηρεύεται την κυκλοφορία και τέταρτου δίσκου λίαν συντόμως….
Κλείνοντας θα κάνουμε ιδιαίτερη αναφορά στον γιο του Joe Vana που αποδίδει εξαιρετικά τις κιθαρωδίες του δίσκου, τον  Joey Vana. Ο νεαρός κιθαρίστας  ξεδιπλώνει τις πτυχές του ταλέντου του στα  "Alone", "Take My Hand", "Gone" και "A Kiss on the Wind", για να αναφέρω την ιδιαίτερη παρουσία του.
 Εάν ενθουσιαστήκατε με την πρώτη κυκλοφορία των  Mecca, τότε μην περιμένετε: προ παραγγείλατε το "ΙΙΙ" τώρα!!!
Πρόκειται για έναν  πληρέστατο  και  ονειρικό δίσκο του AOR/ μελωδικού rock γένους της μπάντας των  Mecca.

Νότης Γκιλλανίδης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...