Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Red Hot Chili Peppers: "The Getaway"

Πέντε χρόνια μεσολαβήσανε από την τελευταία τους
δισκογραφική δουλειά. Πέντε χρόνια που μέσα σε αυτά καταφέραμε να τους δούμε και στην χώρα μας (επιτέλους!!), σε ένα σχεδόν γεμάτο ΟΑΚΑ, όχι όμως και sold out.

Θυμάμαι εκείνη την βραδιά στις 4 Σεπτεμβρίου του 2012, ανάμεσα στα είκοσι έξι κομμάτια που έπαιξαν (μαζί με τα τζαμαρίσματα), στο τελείωμα του “Under The Bridge” να κάνει την εμφάνισή του το “Dosed” σε teased μορφή. Δε πειράζει, έστω και έτσι πήραμε μια γεύση, δε μας χάλασε.
Η συναυλία από εκείνη την βραδιά, όπως και πολλές άλλες ηχογραφήθηκαν από το συγκρότημα και δόθηκαν για πώληση στη διάθεση του κοινού μέσω της σελίδας τους. Η συναυλία από την χώρα μας επίσης, βρίσκεται και σε μορφή βίντεο σε ερασιτεχνική λήψη αλλά με την επίσημη ηχοληψία του.
Ήρθε η ώρα όμως να αφήσουμε τις νοσταλγίες και τις αναμνήσεις και να ρίξουμε μια ματιά στο νέο τους πόνημα. Με ένα κομμάτι λιγότερο από τον προκάτοχό του μας έρχεται το “The Getaway” όπως βαφτίσανε το νέο τους έργο.
Με δεκατρείς συνθέσεις λοιπόν και με τον ήχο να κυμαίνεται ακριβώς στα ίδια μονοπάτια. Ίδια πορεία δηλαδή με το “I’m With You”. Θα μπορούσε άνετα κανείς να σκεφτεί πως πρόκειται για την συνέχειά του ή απομεινάρια του ή αν δεν γνώριζες ότι ήταν σε μορφή μονού cd, σίγουρα θα πέρναγε από το μυαλό σου ότι πρόκειται για το δεύτερο cd του.
Η διαφορά με το προηγούμενο άλμπουμ είναι ότι δεν έχει ανεβαστικά κομμάτια ή χορευτικά όπως τα “Monarchy Of Roses” ή “Did I Let You Know”. Εξαίρεση ίσως θα μπορούσε να είναι το “Go Robot”. Από την άλλη πλευρά όμως ηχεί πολύ κοντά και στα χνάρια του άλμπουμ “By The Way” πχ στα “Sick Love” και στο “Goodbye Angels”.
Αν το κοιτάξει κανείς καθαρά τεχνικά, δεν υπάρχει καμία εξέλιξη ως προς το τομέα αυτό και δεν παρουσιάζουν κάτι διαφορετικό από τα ήδη κλασσικά στοιχεία τους.
Σίγουρα δεν θα μπορούσα να τον κατατάξω σε κάτι πολύ καλό ή καλύτερο από κάποια παλαιότερη δουλειά τους, καθώς αυτά που ακούω είναι αρκετά γνώριμα στα αφτιά μου. Με μια δόση διαφορετικότητας, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μονάχα το “Ticonderoga”.
Εξακολουθεί όμως να είναι ένας δίσκος των Peppers και ως γνωστόν, το λιγότερο - χειρότερο που μπορούν να κάνουν είναι να βγάλουν δίσκο αρκετά άνω του μετρίου.
Προτείνεται στου φίλους τους και μη ανεπιφύλακτα και είναι ένας δίσκος που σίγουρα θα μπορούσε να παιχτεί και ολόκληρος στο ραδιόφωνο αλλά και στα μουσικά κουτιά του σπιτιού σας.  Γιατί πολύ απλά ακούγεται πολύ παραπάνω από σκέτο «ευχάριστα».
Όπως και να έχει θα χαρακτηριστεί σύντομα κλασσικός, με όποιο νόημα και αν κρύβεται πίσω από αυτή τη λέξη.

Γιώργος Βαλιμίτης

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

Sunstorm: "Edge Of Tomorrow"

Δέκα χρόνια πριν, όταν ο 65χρονος σήμερα Joe Lynn Turner
ήρθε σε επαφή με τον πρόεδρο της Frontiers Records Serafino Perugino, η διασημότερη εταιρία σπαγγέτι A.O.R. είχε ήδη πιάσει για τα καλά το νόημα.


Προσυνταξιούχοι ρόκερ που κουβαλούν συνειρμούς για μεγάλο μερίδιο του αγοραστικού κοινού ενώνουν τις όποιες δυνάμεις τους με επαγγελματίες συνθέτες (λέγε με Alessandro Del Vecchio) και «αναβαπτίζονται».
Το ακροατήριο που δεν αντιλαμβάνεται τις διαφορές σε τραγουδοποιία μεταξύ Foreigner του «4» και Shadow King, πεινασμένο για μελωδία, ρεφραίν και μια εποχή που δεν πρόλαβε να ζήσει και που σπάνια κοπιάζει να βάλει σε σειρά και να μελετήσει, θα ενδώσει. 
Κάπως έτσι προέκυψαν τρία άλμπουμ των SUNSTORM, το ομώνυμο του 2006, το "House of Dreams" το 2009 και το "Emotional Fire" το 2012, καθώς και αναρίθμητα ομόηχα project των τελευταίων χρόνων (Ιssa, Hardline, LRS, Fergie Frederiksen, Three Lions, Revolution Saints, Kelly Keeling), τα οποία επέδειξαν μερικές φορές εύηχα και πάντως αμέσως αναλώσιμα μουσικά προϊόντα.
Η γραμμή παραγωγής του Del Vecchio (γιατί ας μην εξαπατώμαστε, αυτό είναι πλέον σήμερα το ευρωπαϊκό A.O.R. που προβάλει η Frontiers, μια γραμμή ομογενοποιημένης παραγωγής μουσικών placebo) αποδίδει έναν ομοιογενή ήχο, ευπρόσδεκτο για τα αισθητήρια του A.O.R. κοινού του 21ου αιώνα. Το μίγμα τέρπει σε πρώτο άκουσμα, αφήνει μια απρόσωπη μεν, αλλά υποστατή επίγευση ροκ στη δεύτερη, αδειάζει γρήγορα μετά την τρίτη.
Η μουσική είναι «χαλί» για τα φωνητικά του εκάστοτε τραγουδιστή, εδώ του
Joe Lynn Turner, που όπως έχουμε διαπιστώσει live έχει ακόμη αξιοπρεπές λαρύγγι, αλλά οι μπάντες που τον περιστοιχίζουν αποπνέουν έντονη την οσμή αρπαχτής. Τα "Don't Walk Away From A Goodbye" και "Edge Of Tomorrow" είναι ας το πούμε «καλά», η παραγωγή δυνατή, τα heavy γεμίσματα και οι κιθαριστικές αρμονίες πάνε σε κάποια σημεία να δώσουν ταυτότητα, αλλά ψευδομπαλάντες όπως το "Angel Eyes" και  «γρήγορα» κομμάτια όπως τα "Everything You' ve Got" και "You Hold Me Down" οδηγούν στο αρχικό συμπέρασμα.
Λέγαμε κάποτε «είναι φτιαγμένο για το ραδιόφωνο». Τώρα που δεν υπάρχει ραδιόφωνο, τα άλμπουμ του Alessandro Den Vecchio προορίζονται για μουσικά γούστα που λειτουργούν στο shuffle, καταναλώνοντας έναν ήχο χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, με οποιαδήποτε σειρά και υπό οποιαδήποτε διάθεση, αρκεί να έχει «γνωρίσματα» melodic rock.
Όσοι θεωρούν υπερβολικές, άδικες ή αρτηριοσκληρωτικές τις παραπάνω σκέψεις, θα το απολαύσουν.
Η σύνθεση των Sunstorm: Joe Lynn Turner - Lead Vocals, Alessandro Del Vecchio -  Hammond organ, keyboards, backing vocals, Simone Mularoni - guitars, Nik Mazzucconi - bass, Francesco Jovino - drums.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Rival Sons: "Hollow Bones"


Τι είναι αυτό που ξεχωρίζει τις πραγματικά μεγάλες από τις
απλά καλές μπάντες; Μα… φυσικά το χάρισμα να γράφουν τραγούδια, που μπορούν να σε κολλήσουν στον τοίχο από την πρώτη στιγμή και το κυριότερο, αυτά τα τραγούδια να μεγαλώνουν συνεχώς μέσα σου με το πέρασμα του χρόνου.

Οι Rival Sons είναι αναμφισβήτητα ένα από τα πιο καλά κρυμμένα μυστικά του σύγχρονου hard rock, με την ευρύτερη έννοια του όρου και του ιδιώματος.
Αν υπήρχαν στα 70’s ή στα 80’s, σίγουρα θα είχαν αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα τους στην παγκόσμια rock σκηνή. Δυστυχώς γι’ αυτούς γεννήθηκαν στα τέλη των 00’s και το χειρότερο, σε μια χώρα που το hard rock παίζεται σε κλαμπάκια και θεωρείται στιγματισμένο και underground.
Όταν το 2011 έβγαζαν το "Pressure & Time" λίγοι θα περίμεναν την εξέλιξη τους αφού έμοιαζαν περισσότερο με μια «αναλώσιμη» κατάσταση.
Μια αναλαμπή του vintage rock… Κάποιοι κακεντρεχείς τους χαρακτήρισαν Led clones, λόγω των εμφανών Zeppelinικών επιρροών τους.
Ανοησίες των ανίδεων «ειδικών». Έχουμε διαβάσει κατά καιρούς τόσες και τόσες μπούρδες, ειδικά στην Ελλάδα, οπότε τίποτα δεν μας εκπλήσσει πια.
Το "Head Down" που ακολούθησε ένα χρόνο μετά, ενώ ήταν ένα εξαιρετικό άλμπουμ, δεν κατάφερε να τους εκτοξεύσει και δεν αναφέρομαι φυσικά στο εμπορικό κομμάτι της ιστορίας, μιλάω για τα καθαρά καλλιτεχνικό.
Άλλωστε οι μέχρι σήμερα επιλογές των Rival Sons διακρίνονται από έναν εμμονικό και αυστηρό αντικομφορμισμό. Αναφέρομαι ασφαλώς στην καλλιτεχνική εξέλιξη του group.
Η πολυπόθητη καλλιτεχνική καταξίωση ήρθε με το απίστευτο Great Western Valkyrie!!!
Κυριολεκτικά μου έπεσαν τα σαγόνια, από την πρώτη στιγμή που το άκουσα μιας και τέτοιας κλάσης hard rock άλμπουμ είχα να «ρουφήξω» από τα early 90’s. Εξαιρούνται συγκεκριμένες περιπτώσεις που όμως επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Εκεί που λες, επιτέλους κέρδισαν με το σπαθί τους την αναγνώριση που τους αξίζει και τους αναλογεί και πλέον δεν μπορούν να ξεπεράσουν τον εαυτό τους, έρχεται το "Hollow Bones", το οποίο αποτελεί ένα ηχηρό χαστούκι για όποιον πιστεύει ότι η συγκεκριμένη μπάντα, λόγω του «ντεμοντέ» ήχου της δεν μπορεί να κατακτήσει την στρατόσφαιρα της συγκεκριμένης μουσικής.
Και ναι… κυρίες και κύριοι το "Hollow Bones", είναι το καλύτερο τους άλμπουμ. Καλύτερο και από το Great Western Valkyrie!!! Πρόκειται για ένα hard rock κομψοτέχνημα, που ο ΘΕΟΣ της μουσικής οφείλει να το τιμήσει δεόντως.
Όταν ο πολυβραβευμένος παραγωγός τους, ο «πολύς» πλέον Dave Gobb, λέει ενθουσιασμένος ότι οι Rival Sons είναι η μεγαλύτερη hard rock μπάντα του πλανήτη, ο υποφαινόμενος αναγκάζεται – εκ των πραγμάτων – να συνηγορήσει και να επαυξήσει.
Επί του προκειμένου το άλμπουμ τα έχει όλα και τα υπερfuzzαριστά riff του Scott Holiday και τις ψυχεδελικές – σε σχιζοφρενικό σημείο – ερμηνείες του εκπληκτικού Jay Buchanan και βέβαια ένα rhythm section  γροθιά στο στομάχι για πολλές υπερπροβεβλημένες σύγχρονες μπάντες…
Ωστόσο η μαγεία του "Hollow Bones", όπως και του Great Western Valkyrie κρύβεται στην ποιότητα των συνθέσεων. Το γκρουπ δείχνει να βρίσκεται σε συνθετικό παροξυσμό και μας προσφέρει 9 υπέροχες συνθέσεις και 37 (!!!) λεπτά μουσικής πανδαισίας…
Θα επιλέξω να μην κάνω μια song by song κριτική. Άλλωστε υπάρχουν τραγούδια για όλα του γούστα απλά θα σημειώσω πως για πρώτη φορά και μετά από 5 άλμπουμ οι Rival Sons δείχνουν να μην φοβούνται να σκληρύνουν ή να μαλακώσουν τον ήχο τους, ανάλογα με την περίσταση.
Θα κλείσω γράφοντας, πως η αίσθηση που έχω μετά από δεκάδες ακροάσεις του "Hollow Bones" είναι ανάλογη μ’ εκείνη που είχα όταν πρωτoάκουσα τα Use your Illusion των Guns n’ Roses… «Ανεπανάληπτο το Appetite for Destruction, αλλά αυτά εδώ είναι άλλη κλάση».
Μπορεί να ακούγεται κάπως υπερβολικό, έως και ιερόσυλο, αλλά όσοι αγαπάμε αυτή την μουσική θα πρέπει κάποια στιγμή να ξεφύγουμε από τις δεινοσαυρικές εμμονές μας και να αναδείξουμε όσες νέες μπάντες το αξίζουν και να είστε σίγουροι πως οι Rival Sons το αξίζουν με το παραπάνω.
Αισθάνομαι και δεν ντρέπομαι να το γράψω, πως το επόμενο άλμπουμ τους, θα είναι ακόμα καλύτερο!

Αριστοτέλης Βασιλάκης

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

SOTO: “Divak”


To να αρχίσουμε να περιγράφουμε πόσο εξαιρετικός
τραγουδιστής είναι ο Jeff Scott Soto είναι νομίζω περιττό. Το να σχολιάσω επίσης πόσα από τα τελευταία άλμπουμ του, είναι καλά ή μέτρια πάλι δεν έχει σημασία μιας και εν λόγω καλλιτέχνης επί των πλείστων κυκλοφορεί πολύ καλές δουλειές.


Πιστεύω ότι το παιχνίδι για τον Jeff Scott Soto χάθηκε πριν από χρόνια όταν εκδιώχθηκε από τους Journey για αντιεπαγγελματική συμπεριφορά.
Εκεί θα μπορούσε να δείξει σε πολύ περισσότερο κόσμο το μεγάλο ταλέντο του και να μην επαναλαμβάνεται από τα να κυκλοφορεί σόλο άλμπουμ που μπορεί να ενθουσιάζουν αρκετούς από εμάς αλλά το βήμα για κάτι μεγαλύτερο και πιο φιλόδοξο δυστυχώς δεν ευδοκίμησε.
Τώρα ερχόμενοι στην δεύτερη στούντιο κυκλοφορία του, με την επωνυμία κι αυτή την φορά ως SOTO έχουμε με το "Divak" έναν συνδυασμό καταιγιστικού hard rock με metal μανδύα όπου αφενός αναδεικνύει τον εκτελεστικό και ερμηνευτικό οίστρο των SOTO και αφετέρου δείχνει μία εμπνευσμένη και προοδευτική κατεύθυνση στις συνθέσεις όχι βέβαια με όρους prog-rock των seventies αλλά με σημαντικές αναφορές σε μπάντες όπως οι Dream Theater.
Ακούγοντας κομμάτια όπως το εκρηκτικό "Weight of the World", το φρενήρες “Cyber Masquerade” και το εξαιρετικό “Awakened”  δίνονται απίστευτα ρεσιτάλ στις κιθάρες από τον Jorge Salan και  τον BJ. Παράλληλα η  καθηλωτική χρήση των κήμπορντς παντρεμένα με τις τρομερές δεξιοτεχνικές ταχύτητες των David Z στο μπάσο και του Edu Cominato στα ντραμς δημιουργούν μία σύγχρονη metal πανδαισία.
Άλλες συνθέσεις που ξεχωρίζουν είναι το ψυχεδελικό "FreakShow",  το καταπληκτικό "Paranoia" και το μυστηριακό "Unblame".
Στον αντίποδα της heavy ορμής ολόκληρου του δίσκου υπάρχει η μπαλάντα "In My Darkest Hour" ενώ στο θαυμάσιο “Time”, το πνεύμα των Black Sabbath ζει και βασιλεύει.
Το “Divak” συνεχίζει επάξια από εκεί που είχε μείνει το περσινό ντεμπούτο των Soto με τίτλο "Inside The Vertigo" και η είναι ότι καλύτερο έχω ακούσει για την φετινή χρονιά με ήχο που είναι αρκετά χρόνια μπροστά κι σε αυτό συμβάλει και η επιβλητική παραγωγή του J.S.S και του ντράμερ Edu Cominato.
Tέλος στην deluxe edition του άλμπουμ περιλαμβάνονται live εκδόσεις τραγουδιών κυρίως από τον πρώτο δίσκο των Soto και όσοι είστε φανατικοί του Jeff Scott Soto συστήνεται ανεπιφύλακτα.

Φώτης Μελέτης

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

Shiraz Lane: "For Crying Out Loud"

Οι Shiraz Lane είναι ένα hard rock / poser σχήμα που
φτιάχτηκε το 2011 στην Vantaa, της απώτατης Φιλανδίας. Παρ' ότι οι ηλικίες τους μαρτυρούν ότι μετά βίας θα θυμούνται τον Γιάρι Λιτμάνεν στα καλά του, το μουσικό τους αισθητήριο είναι περιέργως κολλημένο μεταξύ 1989 και 1991.

Skid Row, Firehouse, Dangerous Toys, Warrant, Motley Crue, σκισμένα τζην, μπότες και ύφος «αφήστε με, δεν έχω κάνει ντους, συν το ότι κάπως βαρύ το τέταρτο μπουκάλι Τζακ που ήπια χτες το βράδυ».
Το "For Crying Out Loud" είναι το ντεμπούτο τους, μετά το περσινό EP "Be The Slave Or Be The Change".
Κόντρα στο αναμενόμενο sleaze αναμάσημα διάφορων νεόκοπων στυλ από τη σουηδική βιομηχανία A.O.R., αυτοί εδώ έχουν χαρακτήρα.
Τα "Momma's Boy", "House Of Cards", "For Crying Out Loud" και "Mental Slavery" στέκουν δίπλα στα άλμπουμ τρακς όλων των παραπάνω ονομάτων.
Ακούγονται ιδιαίτερα ορεξάτοι και με αυθεντική κλίση προς τα μελωδικά ρεφραίν. Η παραγωγή ανήκει στον 
lead κιθαρίστα Jani Laine (όχι δεν είναι αστείο, είναι το ψευδώνυμό του - για να καταλάβουμε τί κόλλημα τραβάει) που μαζί με τον Miki Kalske φτιάχνουν έναν λεπτό και «τραγανό» κιθαριστικό ήχο, μακριά από το χαμηλοκουρδισμένο σκοτάδι των τελευταίων 25 χρόνων.
Οι
Ana Willman στα ντραμς και ο Joel Alex στο μπάσο συμπληρώνουν έναν ήχο στον οποίο κυριαρχεί ο τραγουδιστής Hannes Kett, ένα μυστήριο baby faced ον, που σε δύο απ΄τα καινούρια τους βίντεο κλιπ βρίσκει τον εαυτό του μακιγιαρισμένος λες και η Linda Blair να διάλεξε να ντυθεί Lizzy Borden, ενώ στα "Wake Up" και "Same Old Blues" (το τελευταίο μια power ballad «εποχής»), είναι στα καλύτερά του.
Και από φήμη δεν τα πάνε και άσχημα. Σχήματα από όλο το φάσμα του σκληρού ήχου όμως οι The 69 Eyes, οι Amorphis, οι Children Of Bodom, οι Lordi και οι Sonic Syndicate ορκίζονται ότι οι Shiraz πάνω στη σκηνή είναι διασκεδαστές και αξιόπιστοι ταυτόχρονα.
Αν και η μουσική παρουσία νοείται ως διαγωνισμός μόνο στα «σανίδια» των απεχθών "a-talent show" , μην ξεχνάμε ότι σπάνια, πολύ σπάνια, υπάρχουν και εξαιρέσεις (με κορυφαία και πιο πρόχειρη τους Barbwire Dolls, που εδώ χλευάστηκαν και στο L.A. έχουν κάνει τον ροκ κόσμο να μιλάει γι΄αυτούς).
Οι Shiraz, παιδιά της εποχής τους, μπήκαν στη διαδικασία των διαγωνισμών, κερδίζοντας το βραβείο "Hard Rock Rising 2014" για καλύτερη πρωτοεμφανιζόμενη μπάντα και εκείνο του "Wacken Metal Battle 2015" (όπου για να αρέσεις πρέπει να παίξεις μπροστά στο κοινό του απαιτητικού ομώνυμου φεστιβάλ)  Από τον περασμένο Σεπτέμβριο υπέγραψαν στη Frontiers και βλέπουν με άλλο μάτι τον κόσμο.
Για να είσαι από τη αφιλόξενη γη των Hanoi και να θέλεις να παίξεις σαν καλοφορνέζος hair rocker προ εικοσιπενταετίας, θα πρέπει να το λέει η καρδιά σου για να μην γελοιοποιηθείς. Αυτοί δεν έχουν τέτοιο κίνδυνο. Θα τους παρακολουθούμε.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Roxette: "Good Karma"


Πιστεύω, ότι δεν υπάρχει μουσικόφιλος που να θεωρεί ότι η μεγαλειώδης
επιτυχία της μπάντας στα τέλη των 90ς πως θα επαναληφθεί με τούτη την κυκλοφορία!Οι ονειρικές επιτυχίες όπως τα "The Look", "Joyride", η μεγαλειώδης μπαλάντα "It Must Have Been Love" καταγράφηκαν με λαμπρά γράμματα στο πάνθεο των επιτυχιών τους.


Πιστεύω λοιπόν, ότι το δίδυμο των Σουηδών καλλιτεχνών δεν είχε φτάσει στο απόγειο της δημιουργικότητας/επιτυχίας του, όταν αναπάντεχα στα  2002 το απίστευτο συνέβη: η  υγεία της Marie βρέθηκε στα "κατώτατα μέρη του Άδη" και η αποκατάσταση της αργή και χρονοβόρα αγγίζει τα όρια της θαυματοποιίας!!!
Ώσπου στα 2011 και μετά την επιτυχημένη περιοδεία στην Ευρώπη ο Per Gessle και η  Marie Frederiksson επέστρεψαν στο στούντιο, ηχογράφησαν και εντυπωσίασαν τους πολλούς οπαδούς τους ανά τον κόσμο.
Τα "Charm School" (2011) και το ακόλουθο δημιούργημα του 2012 με τίτλο "Travelling" μας γέμισαν υποσχέσεις και προσδοκίες.
Έτσι λοιπόν ωριμότεροι οι  Roxette επιστρέφουν με τη δέκατη κυκλοφορία τους, που τιτλοφορείται με τον αισιόδοξο τίτλο "Good Karma" και είναι στην πραγματικότητα ένα δυναμικότατο  pop rock άλμπουμ στην πραγματικότητα. Φρέσκο σε μουσικές ιδέες, γεμάτο πνοή ανανέωσης μουσικής χωρίς να λείπουν τα στοιχεία του παρελθόντος που έκαναν την μπάντα λατρεμένη.
 Αγαπημένες συνθέσεις: το   "It Just Happens", είναι το είδος της δυναμικής μπαλάντας  που "σκαρφαλώνει" σταδιακά και περίτεχνα στον μουσικό "τοίχο" της σύνθεσης σαν "κισσός". Tο είδος της σύνθεσης που έκαμαν την μπάντα μεγάλη και αλησμόνητη. Λάμπει και εκρήγνυται το τραγούδι από την πρώτη στιγμή, όμορφοι στίχοι, πανέμορφο video.
 Το ομότιτλο "Good Karma" αναβιώνει τις ένδοξες μέρες των  1991’ς και παρουσιάζεται ως το δίδυμο αδελφάκι του εκπληκτικού "Fading like a Flower (Every Time You Leave) ".
Πανέμορφο πιανιστικό δραματικό  ριφ που παροτρύνει την κιθάρα στην πρώτη στροφή να "επέμβει" και να θυμίσει στους αφοσιωμένους της μπάντας για μερικά μέτρα το λαμπρό και ξεσηκωτικό "Joyride", που πούλησε 11.000.000 κόπιες σε όλο τον κόσμο!!!! Ατμοσφαιρικό  power pop κομμάτι που θυμίζει επίσης τους θρυλικούς γίγαντες των '80ς Hall & Oates .
Πρώιμα  '80ς με επιρροές  electro-stomper συναντάμε και στο  "This One" All με διαστημικά-υπερηχητικά συνθεσάιζερ!
Ηχητικά ακροβατεί στα eighties και στoν ήχο του 2000 με ένα τελείως  glam-rock beat, που θα ενθουσιάσει πολλούς φίλους του μελωδικοαοροήχου. Σίγουρα φτιαγμένο για hit single και προσωπικά αγαπημένο.
 Περισσότερο στο  rock είναι η σύνθεση  "20 bpm" – με τον  Gessle να τραγουδά. Όλα τα καλούδια και εφέ του στούντιο είναι παρόντα: echo, reverb, whispered backing, crashing machinery, κάνουν το τραγούδι ιδιαίτερα μοναδικό και συναρπαστικό.
 Η αλήθεια είναι, ότι οι περιοδείες για τους Roxette εξαιτίας του προβλήματος υγείας της Marie,  τελείωσαν. Προσευχόμαστε πλέον και ελπίζουμε στην ηχογράφηση και άλλων μουσικών κομψοτεχνημάτων.
Άλλωστε σε δηλώσεις του, ο Gessle στρέφει την προσοχή του διδύμου στην αναβίωση των υπέρλαμπρων  "Look Sharp!" και  "Joyride". Το ευχόμαστε και ελπίζουμε ότι το "καλό κάρμα" τους θα οδηγήσει σε ξέφωτο επιτυχίας, όπως τους λατρεύουμε εδώ και 30 χρόνια!



Τέλος θα ήθελα να με συγχωρέσει ο αγαπητός αρχισυντάκτης του rocktime.gr,  και να μου επιτρέψει έναν προσωπικό μακροσκελέστατο επίλογο με ιδαίτερη αναφορά στη συναυλία που έγινε πριν λίγα χρόνια της Σουηδικής μπάντας στην χώρα μας.
Όταν πριν μερικές εβδομάδες βρέθηκα στα γραφεία της ιστοσελίδας για την καθιερωμένη εβδομαδιαία συνάντηση έπαιζε ήδη ένας δίσκος. Γνώριμος ο ήχος, γνώριμο το ύφος, από τις αγαπημένες στα αυτιά μου φωνές στο τραγούδι και η ερώτηση μου ήρθε αυθόρμητα: ακούμε Roxette;; Καταφατική απάντηση και άμεση η επερώτηση του: θα κάνεις την παρουσίαση λοιπόν;; Είχα να αισθανθώ τέτοια συγκινησιακή μουσικά φόρτιση από το βράδυ εκείνο, όταν η πολυαγαπημένη μου μπάντα των Σουηδών Roxette εμφανίστηκε στην Ελλάδα την Παρασκευή 27 Μαΐου 2011 στο TerraVibe Park.
Διαβάζω σε δημοσιεύματα της εποχής εκείνης: "Εάν με ρωτούσατε πριν δυο χρόνια, αν θα γινόταν ποτέ ξανά μία νέα περιοδεία των Roxette, θα είχα πάρα πολύ γρήγορα απαντήσει "Όχι» ", λέει ο τραγουδιστής, κιθαρίστας και συνθέτης Per Gessle. "Γνωρίζοντας τι πέρασε η Marie (Fredriksson, βασική τραγουδίστρια του συγκροτήματος) καθώς ανάρρωνε από τη σοβαρή ασθένεια που είχε-εγκεφαλικό σοβαρότατης μορφής με αιμάτωμα-, αυτό δεν είναι μόνο απίστευτο, μου φαίνεται σχεδόν μαγικό. Θα είναι υπέροχο να ξανασυναντήσουμε το κοινό μας στον Πλανήτη Γη. "
Αν και ο καιρός της Παρασκευής εκείνης μέχρι τις απογευματινές ώρες με είχε ανησυχήσει αρκετά ως προς το αν τελικά θα βλέπαμε ζωντανά τους Roxette ή όχι, τελικά "υπάρχει Θεός"(το πιστεύω σίγουρα για αιώνιους άλλους λόγους). Η βροχή σταμάτησε, η συναυλία πραγματοποιήθηκε και το βράδυ της Παρασκευής έκλεισε με το καλύτερο τρόπο. Στις 9:45μμ όλα ήταν έτοιμα, τα φώτα χαμηλώσαν, η αγωνία μας πήρε τέλος και στην σκηνή εμφανίστηκαν οι πολυαγαπημένοι μας Roxette, οι οποίοι βρίσκονταν για πρώτη φορά στην πανέμορφη χώρα μας. Μια πολύ όμορφη και ιδιαίτερη βραδιά είχε μόλις ξεκινήσει. Όπως θα δείτε και στο set list η έναρξη έγινε με το πολύ δυνατό Dressed for Success. Όλοι ήμασταν κατενθουσιασμένοι από τα πρώτα κιόλας λεπτά και τα συναισθήματα μας δυνατά και πολλά. Δε ξέρω πώς να σας το περιγράψω. Προσωπικά νόμιζα ότι οι αφίσες που είχα τη δεκαετία των '90ς από τους Roxette έπαιρναν "σάρκα και οστά" μπροστά μου…
Η Marie, o Per και τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας είχαν έρθει με πολύ ενέργεια στις αποσκευές τους και ήταν φανερό ότι ήθελαν πάρα πολύ να πραγματοποιήσουν αυτή τη περιοδεία. Είχαν πολύ καλή σκηνική παρουσία, δεμένοι ως μπάντα και γνώριζαν πολύ καλά πώς να μεταδίδουν το κέφι τους στο κοινό.
Τα ίδια βέβαια ισχύσαν και για την Marie, ίσως σε λίγο πιο ήπιους ρυθμούς, κάτι που είναι απόλυτα κατανοητό γνωρίζοντας τα σοβαρά προβλήματα υγείας που έχει αντιμετωπίσει και το οποία κατάφερε να ξεπεράσει. Πρέπει να έχει κανείς πολύ μεγάλα ψυχικά αποθέματα για να καταφέρνει να παρουσιάζει ένα τόσο αξιοπρεπές και ολοκληρωμένο live. Της αξίζουν πολλά συγχαρητήρια! Επίσης η επαφή των Roxette με τον κόσμο ήταν εξαιρετική. Μου έδιναν την αίσθηση ότι είχαν γίνει ένα με το κοινό τους.
Μας ευχαριστούσαν συνέχεια για την παρουσία μας και έδειχναν πραγματικά ικανοποιημένοι από την απόφασή τους να εμφανιστούν στη χώρα μας. Επανέρχομαι στο μουσικό κομμάτι της συναυλίας το οποίο στο σύνολό του ήταν εξαιρετικό. Το Set List ήταν σχεδόν ίδιο με αυτό που είχε παρουσιαστεί και σε άλλες χώρες. Περιείχε όλες τις γνωστές επιτυχίες των Roxette και μόλις δύο κομμάτια από το τότε πρόσφατο άλμπουμ τους. Καλύτερη στιγμή της βραδιάς; Πραγματικά δύσκολη ερώτηση. Όλα τα τραγούδια ήταν ένα και ένα και ο τρόπος που αποδόθηκαν εξαιρετικός.
Μου άρεσε το μελωδικό I Wish I Could Fly , τα φρέσκα και δυνατά Only When I Dream και She’s Got Nothing On (But The Radio), το οποίο μάλιστα είχε σημειώσει μεγάλη επιτυχία στα ραδιόφωνα του εξωτερικού. Επίσης όμορφη στιγμή ήταν όταν η Marie είχε μείνει σχεδόν μόνη στη σκηνή και τραγούδησε την εκπληκτική μπαλάντα Perfect Day. Εδώ μάλιστα μας απέδειξε ότι η φωνή της είναι σε πολύ καλή κατάσταση και μας συγκίνησε όλους!
Όταν ήρθε η ώρα για το It Μust Ηave Βeen Love γίναμε όλοι ένα και το ρεφραίν ήταν αποκλειστικά δικό μας, χωρίς μουσική έτσι απλά. Επίσης ξεχώρισα το πολύ αγαπημένο Fading Like a Flower. Στις καλύτερες στιγμές μου συγκαταλέγονται φυσικά και τα δύο Encore, με αποκορύφωμα τo The Look και το Listen to Your Heart. Να μην ξεχάσω να σας αναφέρω ότι ακούσαμε και το κλασσικό "συρτάκι" σε μια μοναδική εκτέλεση από τον κιθαρίστα του συγκροτήματος. Όσον αφορά την στάση του κοινού, πιστεύω δε θα μπορούσε να ήταν πιο θερμή. Ενθουσιασμένοι σε όλη τη διάρκεια του live, να τραγουδούν σχεδόν όλα τα κομμάτια, να χειροκροτούν, να φωνάζουν ρυθμικά "Roxette, Roxette". Ήταν ένα κοινό που γνώριζε πολύ καλά για ποιο λόγο βρισκόταν στο Terravibe(σε εποχές που οι διοργανωτές συναυλιών τιμούσαν πραγματικά το rock και τα είδη του).
Επίσης, να αναφέρω ότι ανάμεσα μας βρίσκονταν και μια παρέα Σουηδών fans που ακολουθούσαν τους Roxette σε όλη τους την περιοδεία! Ήταν μια πολύ όμορφη βραδιά που διήρκησε σχεδόν 2 ώρες γεμάτη ήχους από τα αγαπημένα 90’s και που όλοι όσοι βρεθήκαμε εκεί θα τη θυμόμαστε για ΠΑΝΤΑ!
Πλέον η εμφάνιση των Roxette στην Αθήνα πέρασε στην ιστορία και χαίρομαι πολύ που την παρακολούθησα από κοντά.

Νότης Γκιλλανίδης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...