Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Νoely Rayn: "Escape From Yesterday"

Πάντοτε οι Έλληνες ''Thin Lizzy fan club'' έδιναν το απώτατο των
μουσικών, άψογων και καλοπροβαρισμένων ικανοτήτων και του πάθους τους για τη μουσική και πριν μερικές εβδομάδες για τρίτη φορά στο θρυλικό ''Κύτταρο'', όπου υπήρξαμε 300 περίπου μάρτυρες μίας ακόμη αφιερωματικής βραδιάς στον αλησμόνητο Gary Moore.

Oι σκέψεις μου ταξίδεψαν με προσμονή καθώς γνώριζα για την επικείμενη κυκλοφορία τους. Η χαρά μου λοιπόν είναι τρισμέγιστη διότι οι φίλτατοι "μετασχηματισμένοι" μουσικά σε NOELY RAYN κυκλοφορούν την προσωπική τους δουλειά και δισκογραφούνται και επίσημα με το πρωτόλειο τους "Escape From Yesterday"!
Σίγουρα, η μουσική επιρροή τους είναι τα γνήσια τέκνα της Ιρλανδικής γης(Phil Lynnot, Gary Moore)  με την ταυτότητα τους την προσωπική, διάχυτη παντού.
Οι Noely Rayn, δημιουργούν τις μουσικές τους δημιουργίες ακολουθώντας την παράδοση των  Thin Lizzy με διπλή κιθαριστική παρουσία από τους ''μουσικούς Διόσκουρους'' Πάνο Παπαπέτρο και  τον Γιάννη Σίννη, συγκλονιστικούς όπως πάντοτε σε κιθαριστικά  ντελίριο και επιπλέον με έξοχες δόσεις μελωδικών αρμονικών ενορχηστρώσεων  με εμφανέστατες πινελιές παλιού καλού AOR.
Θα ήθελα να ξεκινήσω με την αγαπημένη μου σύνθεση, που όταν την πρωτάκουσα σε πρωτόλεια μορφή ακατέργαστου ''διαμαντιού'' με καθήλωσε: το ''Dazzling Eyes'', ένα πραγματικά ''μελωδικό διαμαντάκι'' με δυναμικότατη ρυθμική γραμμή από τους  Nikos Papadopoulos στις μπασογραμμές και τον ογκόλιθο Akis Gavalas στα τύμπανα , με μία πρώιμη  AOR αίσθηση και την παρουσία του σαξοφώνου από τον Λευτέρη Πουλιού να δίνει άλλο τόνο στην σύνθεση.
Το  feeling Whitesnake  της πρώτης περιόδου(80ς) με το blues/funk  rock να είναι διάχυτο παντού. Μου αρέσει πολύ και φαντάζομαι για την αίσθηση που μου αφήνει να αρέσει σε πολλούς, διότι η μουσικότητα όλων των μουσικών  είναι αδιαπραγμάτευτη.
Σίγουρα σε αυτό συμβάλλει και η ερμηνεία του Μιχάλη Δανδουλάκη (εκπληκτική φωνή σε χαμηλές και ψηλές νότες) πίσω από τα μικρόφωνα, προσδίδει μία γοητεία στις συνθέσεις, κληρονομιά του από την μπάντα διασκευών για τους Whitesnake που συμμετέχει(τους  Saints & Sinners) και σίγουρα προσδιορίζει καλύτερα την ποιότητα φωνής που περιέγραψα!!

Και αφού μιλάμε για τους υπέρτατους Whitesnake η σύνθεση ''Remember Our Midnight'' και η ερμηνεία του Μιχάλη σίγουρα παραπέμπει στο ίνδαλμα του αλλά και σε έναν άλλο μέγιστο performer’ τον Jeff Scott Soto και τη μελωδική του παρακαταθήκη στα 80ς .
Στον rocktime.gr πολύ εκτιμήθηκε, καθώς έπαιζε στα γραφεία της ιστοσελίδας μας την τελευταία βδομάδα, το  AOR-ίζων  ''Painted Sky'', με έντονα  πλήκτρα / synths παρόντα στην σύνθεση.
Στον αρχισυντάκτη του Rocktime.gr, άρεσαν ιδιαίτερα τα ''I Wanna Run'', το μελωδικοροκάδικο  ''Oceans Of Sorrow'' και φυσικά το επηρεασμένο από όπου ξεκίνησαν όλα για την μπάντα πριν μια δεκαετία και βάλε, τους Thin Lizzy δηλαδή,  '' Best Things'' !!!
Στο ''Sins'', όπου ο συνδυασμός ακουστικών και ηλεκτρικών κιθαρών δημιουργούν μία εξαιρετική midtempo μελωδική σύνθεση που παραπέμπουν σε μία αγαπημένη μπάντα τους Shadow King, ενώ το ''Laochra'', αποτίει ''φόρο τιμής'' στην κέλτικη γη και τα τέκνα της(Phil Lynnot, Gary Moore),    για να καταλήξει σε πανέμορφα πρώιμα TOTO ηχοχρώματα.
Συνοψίζοντας, το "Escape From Yesterday", είναι το μουσικό πρωτόλειο που περιμέναμε από 5 ώριμους μουσικούς, έμπειρους και δεξιοτέχνες χρόνια τώρα.
Μελωδικότατο σε όλη την μουσική πορεία του, εντυπωσιακό σε εξέλιξη συνθέσεων είναι ο κατάλληλος σύντροφος για όλους τους κλασικοροκάδες που έχουν εντρυφήσει και στον μελωδικό ήχο!
Το λάτρεψα ήδη και ανυπομονώ ήδη για την συνέχεια!


Νότης Γκιλλανίδης

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

Blondie: "One Way Or Another", fame's gonna get ya


Με το προκλητικό γρύλισμα μιας θηλυκής λεοπάρδαλης γάλακτος
και την άμεσης επενέργειας χυμαδόν ριφφολά του, είναι το κομμάτι που έριξε γέφυρα, ενώνοντας το μουλιασμένο στον ιδρώτα του καταγωγιακού CBGB παρελθόν με το απροσδόκητα φωτεινό, γεμάτο αφθονία, λούσο και επιτυχία μέλλον της μπάντας με το όνομα Blondie.

Από πολλές απόψεις το κομμάτι αυτό υπήρξε η πλέον χαρακτηριστική στιγμή ενός απ' τα κλασσικά new wave άλμπουμ των ροκ χρονικών, του "Parallel Lines", που κυκλοφόρησε το 1978, έβγαλε από μέσα του έξι hit single σε Αμερική και Αγγλία και έφτασε σήμερα να αποτελεί τρανό απόκτημα σε περισσότερες από 20 εκατομμύρια δισκοθήκες ανά τον κόσμο.
Κι όμως, όλα αυτά τα επιτεύγματα ήταν αδιανόητα δύο χρόνια πριν την κυκλοφορία του. Μέσα από το κείνο το μάτσο από μπάντες που γέννησε η Νεοϋορκέζικη έκρηξη του πανκ, πίσω στα 1976, οι Blondie ήταν αυτό με τις λιγώτερες πιθανότητες να αποκτήσει αναγνωρισιμότητα, πολλώ μάλλον παγκόσμια φήμη και επιτυχία.
Οι Ramones, οι Television, οι Talking Heads, αυτοί ναι, ήταν πλασμένοι από κείνη την ουσία που στα μάτια των κριτικών και το μυαλό του κοινού σημαίνουν πρωτοτυπία, ανατροπή, εγκεφαλικότητα. Τί το τόσο ενδιαφέρον να είχε ένα γκαράζ σχήμα της σειράς, με πλήρωμα τέσσερις άντρες και μπροστάρισσα μια τριαντάρα ξανθιά, κόπια της Μέριλιν, με υποδεέστερα όμως σωματικά προσόντα;


Παρ' όλα αυτά, ξαφνικά, το 1977, το single "Rip Her To Shreds", απ' το ομώνυμο ντεμπούτο τους μπήκε στο τοπ-5 της Αυστραλίας. Πριν καλά - καλά το συνειδητοποιήσει ο εγκλωβισμένος μεταξύ δεινοσαυρικής Σκύλας ("Yes", Pink Floyd", Zeppelin") και παραμανοφόρου, αναιδούς Χάρυβδης ("Sex Pistols") μουσικός κόσμος, τα "Denis" (UK#12) και "(I'm Always Touched By Your) Presence Dear" (UK#12), απ' το δεύτερο άλμπουμ τους, "Plastic Letters", τρύπωσαν στα βρετανικά τσαρτ. Συνδύαζαν την απλοϊκή '60s προσέγγιση ενός μουσικά βατού, πανομοιότυπα ντυμένου γκρουπ με μια δόση girl power πίσω απ' το μικρόφωνο. Μια βαμμένη ξανθιά με εξοντωτικά τοξοειδές φρύδι και φιλήδονη οδοντοστοιχία, υποστηριζόμενη από τέσσερις μαντράχαλους με παντελόνια σωλήνες και στενές γραββάτες άρχισε να μην μοιάζει και τόσο άσχημη εναλλακτική λύση για μουσικό καταφύγιο.
Όμως η μεγάλη αγορά, αυτή της Αμερικής, παρέμενε ακόμη έξω απ' την ακτίνα δράσεως του γκρουπ. Ακριβώς τότε είναι που μπαίνει στο σκηνικό ο Mike Chapman, παραγωγός ήδη πετυχημένων μουσικών γκρουπ γκλαμ τσιχλόφουσκας όπως οι Sweet, η Suzi Quattro και οι Mud. Τον είχε φέρει η δισκογραφική να τελειώσει τη δουλειά που είχε αφήσει στη μέση ο Richard Gottehrer, ο μέχρι τότε παραγωγός των Blondie : να φροντίσει με το τρίτο στούντιο άλμπουμ τους να τους μετατρέψει σε κανονικούς σταρ.
«Δεν ξέρω αν ήταν αυτό που λέμε προσχεδιασμένο», αναλογίζεται ο βασικός συνθέτης και κιθαρίστας της μπάντας Chris Stein, «αλλά ξέραμε σίγουρα ότι ο Chapman είχε ανακατευτεί με πολλά τραγούδια που είχαν χτυπήσει το Νο1».



Ειδικά για το "
One Way Or Another", ο Stein είναι βέβαιος: η δουλειά του Chapman προσέδωσε αυτό το χαρακτηριστικό ραφινάρισμα στον ήχο που μπόρεσε να συνδέσει την αγριάδα του πανκ με τη λάμψη της ποπ.
Το κομμάτι ηχογραφήθηκε μεταξύ Ιουνίου και Ιουλίου 1978 στο περίφημο Record Plant της Νέας Υόρκης και συμπύκνωνε μέσα σε τριάμισυ λεπτά ένα πιασάρικο ριφ, μπάσο και ντραμς που κατάφερναν να είναι αιχμηρά και ξεσηκωτικά χωρίς να χάνουν σε μουσικότητα, μια γέφυρα με παλιομοδίτικο organ που καταλήγει να κάνει το εφέ μιας σειρήνας περιπολικού και μια βαβουριάρικη coda που παρέπεμπε στις γκαράζ ρίζες της μπάντας. Πάνω απ' όλα όμως, στο κομμάτι κυριαρχεί η ερμηνεία της βαμμένης ξανθιάς. Της Debbie Harry, aλησμόνητη σε κάθε της φθόγγο.
Ξεκινάει απαλά, φορτωμένη με μια παγερή σνομπαρία που χρειάζεται να τη δει κανείς λάϊβ για να τη διακρίνει. Σύντομα όμως δίνει τη θέση της σε μια κατάμουτρα άσωτη αμφιθυμία, με το απειλητικό "get-ya, get-ya, get-ya" να γίνεται "meet-ya, meet-ya, meet-ya" και να αναδεικνύει φόρα παρτίδα ότι η κυρία έχει γράψει μίλια μέχρι τα 33 της σε αυτοκαταστροφικές σχέσεις, καθώς μιλάει στους στίχους για μια τέτοια, ακόρεστη, πιεστική, σχεδόν βάναυση σχέση, κρατώντας για τον εαυτό της - κι όχι για τον ακροατή- σε ποιό φύλο ανήκει ο κυνηγός και σε ποιό το θήραμα. Όπως και νά' χει, η Debbie δεν αφήνει περιθώρια να περάσεις τον αφηγητή των στίχων ως κανένα θύμα. Γι' αυτό και καταλήγει με σιγουριά "one day, maybe next week, I' m gonna lose you, im gonna give you the slip".
Στην αυτοβιογραφία της, χρόνια μετά, θα αποκαλύψει επί τροχάδην ότι η έμπνευση των στίχων γεννήθηκε από μια ανυπόφορη σχέση:
«Εκείνος δούλευε όλη μέρα σ΄ ένα εργοστάσιο χημικών και έπινε όλη νύχτα. Όταν χωρίσαμε, άρχισε να με ακολουθεί συνέχεια. Με έπαιρνε τηλέφωνο κάθε μία ώρα και τον έβρισκα κάθε λίγο και λιγάκι έξω από την πόρτα του σπιτιού μου. Ο τύπος έγινε τόσο μπελάς, που στο τέλος, μετακόμισα απ' το
New Jersey και βρήκα την ησυχία μου» .
Οι ηχογραφήσεις του σημαδιακού εκείνου άλμπουμ ήταν από δύσκολες ως ανυπόφορες, σύμφωνα τουλάχιστον με όσα θυμάται ο Chapman. «Ήταν πολύ δύσκολοι στο στούντιο. Πέρα από τη Debbie και τον Chris Stein που είχαν δεσμό, οι υπόλοιποι δεν άντεχαν ο ένας τον άλλο. Είχαν όλοι μια τελείως ανώριμη στάση απέναντι σε όλα, κλασσική περίπτωση αντεργκράουντ μπάντας απ' το κύκλωμα της Νέας Υόρκης, εκείνη την εποχή. Ήθελαν να τα κάνουν όλα ίσωμα και δεν τους ένοιaζε τίποτα. Ήθελαν την επιτυχία, όχι όμως και να δουλέψουν σκληρά για να την αποκτήσουν».
Το έργο του Chapman ήταν σκληρό. Υποχρέωσε την μπάντα να βελτιώσει την απόδοσή της, τόσο ατομικά όσο και σαν ομάδα και μετά τους υποχρέωσε σε ατέλειωτα takes για κάθε κομμάτι, προκειμένου να πετύχει δεμένο και ακριβές αποτέλεσμα. Η εμμονή του στην πειθαρχία κόστισε νεύρα, καυγάδες και κλωτσοπατινάδες, αλλά απέδωσε τα μέγιστα.
Το άλμπουμ κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του '78 και σε έναν περίπου χρόνο είχε κάνει την άγνωστη μπάντα απ' το
CBGB διάσημη σε όλη τη γη, με σινγκλ το ένα πιο πετυχημένο απ΄το άλλο : "Picture This" (UK#12 τον Οκτώβριο του '78), "Hanging On The Telephone" (UK#5 Νοέμβριο του '78), "Heart Of Glass" (UK#1 και US#1 στις αρχές του 1979), "Sunday Girl" (UK#1 τον Μάϊο του '79) και τελευταίο το "One Wαy Or Another (US#24, επίσης τον Μάϊο του '79).

Όσο για τη Debbie Harry, ο θρίαμβος ήταν όχι μόνο καλλιτεχνικός, αλλά κυρίως προσωπικός. Δεν έτρεχε τίποτε. Ας είχε αφήσει τα πρώτα νιάτα της γκαρσόνα στο Max's Cansas City, χορεύτρια στη Union City του New Jersey και κουνελάκι του Playboy. Ας είχε κάπως μπανάλ γωνιώδες πρόσωπο και μαλλί δίχρωμο, ξασμένο ξανθό με μαύρη ρίζα, φτιαγμένο κατά λάθος. Τα κοντά baby doll και το αυθάδες χείλι της έγιναν σήμα κατατεθέν για ολόκληρη την μετα-πανκ σκηνή.  Σαν το μαγικό ραβδί του Άντυ Γουόρχωλ να είχε μεταμορφώσει μια ξοφλημένη white trash σταχτοπούτα σε sex symbol πρώτης γραμμής.
Πού να το φανταζόταν. Ότι επειδή ήταν απ' τις γυναίκες που είχε να πει για τη ζωή της περισσότερα απ' όσα έδειχνε αλλά λιγώτερα απ' όσα έκανε τους άλλους να φαντάζονται, ήταν φτιαγμένη, τόσα χρόνια αγνοώντας το η ίδια, από το υλικό απ' το οποίο φτιάχνονται, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, οι ποπ θεότητες.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Santana: "IV"

Το διαδεδομένο φιλολογίζον σετάκι περί «αρπαχτής» και η σχετική
δυσθυμία απέναντι σε βετεράνους μουσικούς που ξαναβρίσκονται καθώς οδεύουν στην τρίτη ηλικία, μπορεί όντως να έχουν τη βάση τους σε κάποιες πολυδιαφημισμένες μούφες του παρελθόντος.

Όμως η αναπαραγωγή τέτοιων βιαστικών ή υπεροπτικών «κριτικών» έναντι κάθε προσπάθειας με την αύρα του “IV” είναι άστοχη, αν δεν αποκαλύπτει μια ελαφρώς συμπλεγματική προσέγγιση όσων γνωμοπώληδων έχουν την ατυχία να αντλούν τα επιχειρήματά τους μόνο απ’ το σήμερα, από μια εποχή δηλαδή που κατασκευάζει εφήμερα είδωλα γιατί κατά βάθος φθονεί το πραγματικό χάρισμα. Ποιός πραγματικά νιώθει ότι έχει την πολυτέλεια να πει σε τέτοιους γερόλυκους να «σταματήσουν»;
Ναι. Ο Carlos Santana ξανασυγκέντρωσε την ομάδα που έφτιαξε τα πρώτα θρυλικά άλμπουμ, μετά από 45 χρόνια. Δεν το αποφάσισε σε μια νύχτα, το παλεύει από το 2013, ενώ παράλληλα δισκογραφεί. Και λοιπόν; Ασφαλώς και θα «θυμίζει τα παλιά» - αυτοί που τα δημιούργησαν δικαιούνται περισσότερο από κάθε άλλον να τους αρέσει η ίδια η δουλειά τους. Ασφαλώς και θα ακούγεται ανοικονόμητο στο μέσο αυτί – οι συγκεκριμένοι μουσικοί ακολουθούν το ένστικτό τους, τη χημεία τους, δεν χρειάζονται να περικόψουν την προσέγγισή τους. Ασφαλώς και θα ακούγεται «αβίαστο» - όλοι οι παίκτες στοIV” είναι πανέμπειροι. Ασφαλώς και δεν συνδέεται ένα τέτοιο project με «αρπαχτή». Όταν βρίσκεσαι κοντά στα 70, χρονικός ορίζοντας μέχρι πρότινος αχαρτογράφητος για τους ροκ μουσικούς, είναι το πιο φυσιολογικό να αναπολείς και το πιο θαρραλέο να δοκιμάζεις να ξαναζήσεις τις καλύτερες στιγμές σου.
Εξάλλου, κανένας από τους συμμετέχοντες δεν έχει ανάγκη να ανακτήσει εκβιαστικά τη δημοφιλία - ποτέ δεν υστέρησε σοβαρά σ΄αυτόν τον τομέα, τα τελευταία 40τόσα χρόνια. 

Ο κινητήριος μοχλός των Journey, Neil Schon, ο νεοσσός της θρυλικής εκείνης παρέας (σήμερα στα 62) αλλεπιδρά όσο λίγοι κιθαρίστες τόσο φυσικά στο φευγάτο, ενστικτώδες παίξιμο του Santana. Είναι επίσης από τους ελάχιστους που μπορούν να παίξουν κιθάρα σε κάθε μουσικό στυλ στο οποίο το όργανο αυτό μπορεί να έχει ρόλο. Η ικανότητά του να εντρυφεί στις ατμόσφαιρες όσο και στον αυτοσχεδιασμό είναι γνωστές.
Ο ντράμερ Michael Shrieve δεν χρειάζεται συστάσεις. Η εικόνα ενός 20χρονου να επιτίθεται στα τύμπανα στο “Soul Sacrifice” επί σκηνής Woodstock ήταν απλώς ο ανεξίτηλος πρόλογος μιας τεράστιας καρριέρας. Ο άνθρωπος, σήμερα στα 66, έχει ηχογραφήσει με το μισό ροκ σύμπαν της γενιάς του, συν το ότι έχει συνθέσει και κάνει παραγωγή σε διάφορα άλμπουμ, μεταξύ των οποίων το σημαδιακό για το μουσικό ύφος εκείνης της σύνθεσης των Santana, “Caravanserai”, στο οποίο, ας μην ξεχνάμε έχει συνυπογράψει με τον Carlos τέσσερα κομμάτια.
Ο 68χρονος Greg Rolie, ανέκαθεν αυτός με την πιο μελωδική φλέβα (το απέδειξε τόσο με τους Journey όσο και με τα προσωπικά του άλμπουμ), έχει να συνεισφέρει τα απελευθερωτικά του φωνητικά, παραπέμποντας στα «κανονικά» άλμπουμ του Santana, όταν ήταν μπάντα, όχι σαν αυτά των τελευταίων 15 χρόνων με τους χιλιάδες guest.
Ο επίσης 68χρονος Michael Carabello, o επιβλητικός αφάνας των τριών πρώτων άλμπουμ, ήταν από την αρχή του γκρουπ, δίπλα στον Shrieve (και τον Jose Areas), υπεύθυνος για τα κρουστά (κυρίως congas) μέχρι και τον Οκτώβριο του ’72, με τα γνωστά οργασμικά σε ρυθμό αποτελέσματα.
Αυτή ήταν η θρυλική μπάντα που συνέπεσε μεταξύ 1970 και 1972, στο απόγειο της πρώτης φάσης των Santana. Μόνο ο μακαρίτης David Brown (μπάσο) δεν θα μπορούσε, εδώ και 16 χρόνια, να βίσκεται μαζί τους. Γι΄αυτό και το οπλοστάσιο συμπληρώνεται εδώ από δύο «νέα» μέλη : ο Karl Perazzo και τα κρουστά του και ο Benny Rietveld στο μπάσο, παίζουν μαζί με τον Carlos μόνον τα τελευταία ... 25 χρόνια (ο δεύτερος με ένα μικρό κενό 5 ετών στα μέσα των ‘90s).
Ο ίδιος ο Carlos Santana, στα 68 κι αυτός, αναγνωρίζεται εδώ και δεκαετίες ως μια κιθαριστική κατηγορία από μόνος του και ως υπεύθυνος κατά μεγάλο μέρος για το πάντρεμα του latin ήχου με την ροκ κιθάρα, κάτι που συνέβαλε στη διάδοση όλου του ηχοχρώματος που υπάγεται σήμερα, από ειδικούς και μη, στον όρο “ethnic”.  Αυτό είναι το 24ο άλμπουμ της μπάντας Santana και δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί πιο εμφατική δήλωση για το τί σημαίνει για τον ίδιο τον Μεξικάνο αυτό το reunion με τους συγκεκριμένους μουσικούς.
Μετά από μια εισαγωγή που θυμίζει ένα πιο moody “E Papa Ré” (Yambu) έρχεται το Shake It, όπου η συνύπαρξη Shrieve, Carabello και Perazzo γεννάει ένα tribal groove, πάνω στο οποίο Carlos και Neil Schon ανταλλάσσουν σόλο. H ανάταση έχει ξεκινήσει. Το “Anywhere You Want To Go” ανακαλεί την ατμόσφαιρα ελευθερίας του “Guajira” και του “Everybody’s Everything” σ΄ένα κομμάτι διαβατήριο για κάθε καλοκαίρι. Το instrumental Fillmore East”, φόρος τιμής στον ιερό τόπο συναυλιών όπου η σύνθεση αυτή μεγαλούργησε, είναι βγαλμένο θά’ λεγες από sessions μαθητών που μεγάλωσαν με το “In A Silent Way” του Miles Davis, με τις κιθάρες να ακολουθούν χαμηλόφωνες υπαινικτικές διαδρομές.
Τα “Love Makes The World Go Round” και “Freedom In Your Mind” με τa τραχιά απ΄το πέρασμα του χρόνου αλλά πάντα με βαθύ συναίσθημα φωνητικά του Ronald Isley των Isley Brothers πιάνουν το ρυθμικό νήμα από κει που το άφησε ο Tito Puente, ενώ η latin οίηση εξακολουθεί με το “Choo Choo”, που τροχοδρομεί πάνω σε βάση “Jingo”, μέχρι ν΄αρχίσουν οι δύο κιθάρες ν΄ανταλλάσσουν γρέτζο κατά βούληση (“All Aboard”). To εκθαμβωτικό instrumental “Sueños" είναι κάτι μεταξύ “Samba Pa Ti” και του μελιστάλαχτου (μεταγενέστερου στη δισκογραφία των Santana) “I Love You Much Too Much”.
Κι ενώ το Caminando ροκάρει καθ΄όλα, στο “Blues Magic” έρχεται μια απολαυστική δικαίωση της συνεύρεσης του Schon και του Carlos, η οποία αναπτύσσεται και στην fusion περιδίνηση του “Echizo”.
O Rolie μοιάζει νά’ ναι αυτός που δίνει συνθετικές ποπ ανάσες (υποβοηθούμενες από διαρκή κιθαριστικά σχόλια) στα “Leave Me Alone”, “You And Iκαι Come As You Are”. Το  επταμισάλεπτο, αναμενόμενα ευρύ και με συναιθηματικές κορυφώσεις της κιθάρας Forgiveness κλείνει το άλμπουμ. Σα να βλέπουμε τον Carlos Santana κάνει μια universal υπόκλιση, με το μήνυμα της «Συγχώρεσης» να είναι από κείνα που έχει πρεσβεύσει και διαδώσει εδώ και χρόνια μέσα απ΄το έργο του.
Αυτό που παίζει κρίσιμο ρόλο είναι η ποιότητα της ηχογράφησης που προσφέρει μια πλήρη surround εμπειρία στον σύγχρονο ακροατή. Όχι ίσως όπως θα ήταν να βρίσκεται σ΄ένα κονσέρτο στην περιοδεία του 1972, αλλά ό,τι πιο κοντινό.
M’ αυτό το χορταστικό άλμπουμ, συμβαίνει κάτι σπάνιο : είναι απ΄αυτά που θα μπορούσε να συστήσει κανείς σ΄έναν παρθένο ακροατή για να γνωρίσει όχι μόνο τον ήχο αλλά και την μουσική ουσία της πιο αξιομνημόνευτης εκδοχής της μπάντας του Santana, έστω και 45 χρόνια μετά την τελευταία ενσάρκωσή της. Η γενιά που έμαθε τον Carlos με το “Smooth” καιρός είναι να πάρει μια γερή γεύση από το πηγαίο και άφθαρτο ταλέντο των παπούδων της.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

Lee Aaron: "Fire & Gasoline"

Στην πραγματικότητα ένα από τα πρώτα live show που
παρακολούθησα και μάλιστα στην αλλοδαπή ήταν της Lee Aaron! Θυμάμαι, σαν να ήταν χθες που η "βασίλισσα του metal", όπως αποκαλούνταν τότε, εμφανίστηκε ως support στους Nazareth τον Οκτώβρη του 1989 στο Giengen της Γερμανίας που είχα πάει για οικογενειακές υποχρεώσεις.

Η Lee Aaron επίσης μου θυμίζει τις πρώτες μέρες μου στο χώρο του hair metal πίσω στα '80ς και την εντύπωση που είχε προξενήσει στην αγορίστικη παρέα μας, στην επαρχιακή πόλη του βορρά.
Το δεύτερο, ομότιτλο της άλμπουμ το 1987 είχε μια αξιοσημείωτη αλλαγή ύφους της Lee. Είχε πλέον αντικατασταθεί η "πονηρή, καυτή εικόνα" της με ένα πιο χαμηλών τόνων look. Με τρία κομμάτια γραμμένα μαζί με τον θρύλο JOE LYNN TURNER, συμπεριλαμβανομένου του single "Only Human" και της μπαλάντας "Dream With Me" γραμμένο μαζί με τον Dan Hill ο δίσκος ήταν κομμένος και ραμμένος για το ραδιόφωνο. Το 1988 έκανε δεύτερα φωνητικά στο "Rhythm of Love" των Scorpions.
Το ενδέκατο και προτελευταίο  της άλμπουμ "Beautiful Things", ένα  pop-jazz υβρίδιο, κυκλοφόρησε στα  2004 και δεν είχε καμία σχέση με το παρελθόν.
 Η Lee Aaron βέβαια συνέχισε να εμφανίζεται σε επιλεγμένα rock και  jazz shows.Μία αναλαμπή για όλους εμάς και για την ίδια φαντάζομαι, ήταν η εμφάνιση της στο Sweden Rock Festival στις 11 Ιουνίου του 2011.
Και πριν γίνω υπέρμετρα νοσταλγικός, ας δούμε τι συμβαίνει σήμερα. Η  Lee Aaron μπήκε στο στούντιο και δημιούργησε ένα δίσκο έτοιμη να ροκάρει. Παραξενεύτηκα, γιατί αυτή η κυκλοφορία ήρθε από το πουθενά! Δεδομένου ότι η τελευταία προσπάθεια στα 2004 ήταν ένα αποκλειστικά jazz άλμπουμ.
 Το "Fire and Gasoline" είναι η μουσική δημιουργία της Lee Aaron με έντεκα συνθέσεις. Η πρώτη σύνθεση τιτλοφορείται  "Tomboy" και ξεκαθαρίζει απόλυτα, ότι ο νέος δίσκος δεν είναι (ευτυχώς) jazz πλέον. Βέβαια,  από την άλλη και πριν ενθουσιαστεί κάποιος δεν είναι στο γνωστό κι αγαπημένο ύφος της "Metal Queen". Είναι απλά (hard-)rock δίσκος που θυμίζει, στην καλύτερη περίπτωση, Robin Beck(καθόλου άσχημο βέβαια!!).
 Σύνθεση γραμμένη για την κόρη της Aaron  το "Tomboy", είναι ένα δυναμικό χαρντροκάδικο τραγούδι, με στίχους που αναφέρονται στην αυτοπεποίθηση και προσωπικά μου θύμισε την αγαπημένη ελληνοαμερικανίδα συμπατριώτισσα μας Electra Barakos και το πόνημα της "Problem Child" που  κυκλοφόρησε πέρυσι.
Εξερεύνηση καινούργιας μουσικής περιοχής είναι το  "Wanna Be". Στις πρώτες νότες ψήγματα  jazz και στην συνέχεια ρυθμικό εύπεπτο  punkrock με στοιχεία που θα αρέσουν.
 Το "Bittersweet" αντίθετα είναι ένα  rock τραγούδι με σπουδαία μελωδία  ενώ το  προσωπικά αγαπημένο "50 miles" αφήνει μία σκοτεινή αίσθηση.
Το ιδιαίτερο είναι ότι η ώριμη και δουλεμένη φωνή της  Lee Aaron ταιριάζει άψογα με αυτό το ύφος!
Θα θυμηθείτε τις  Heart  στο "Nothing Says Everything", μία σύνθεση που πιθανόν ξέφυγε από τους δικούς τους δίσκους.
 Δε θα έλεγα και τα επαινετικότερα σχόλια για το ομότιτλο τραγούδι "Fire and Gasoline". Απλά διεκπαιρεωτικό.
Όμως για να μην παρεξηγηθούν οι τελευταίες μου παρατηρήσεις: πολύ καλύτερο το άλμπουμ από ό,τι το πρόσμενα και η φωνή είναι ακόμη καλύτερη από παλιότερα. Όμως για όποιον θα πάει να αγοράσει το cd  και περιμένει να ακούσει την παλιά, καλή "metal queen" θα απογοητευτεί!
Όχι, δε θα βάλω να ακούσω το  "Metal Queen" του 1984. Οι μέρες αυτές πέρασαν και περιμένω, το επόμενο άλμπουμ που πιστεύω θα είναι δελεαστικότερο...

Νότης Γκιλλανίδης

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

Joe Lynn Turner: ''Street Of Dreams, Boston 1985''

Σίγουρα, ένας συλλέκτης θα ξοδέψει πολλά χρήματα. Σίγουρα, η
συλλεκτική μανία είναι ''αρρώστια'' και πάθος αδάμαστο που φθείρει…σίγουρα, να συλλέγεις μουσική θέλει χρόνο(ποοοολύ…), χρήμα(ποοοοολύ…) και αρκετή τύχη!

Όμως, ένας συλλέκτης μερικές φορές είναι τυχερός και χωρίς να ξοδέψει χρόνο και χρήμα μπορεί να βρει διαμαντάκια που είτε κάποιος θα πλήρωνε μία περιουσία για να τα αποκτήσει ή θα κυκλοφορούσαν έπειτα από δεκαετίες με κόστος μερικά ευρώ …προς τι ο γιγαντιαίος πρόλογος;
Αφενός, διότι πριν από μερικές εβδομάδες που είχαμε την χαρά να τον ξαναδούμε στην Αθήνα μας απογοήτευσε για μία ακόμη φορά με την επιλογή του ρεπερτορίου του και αφετέρου είναι πιθανόν να μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού οι rock τραγουδιστές με τόσο πλούσιο παλμαρέ δίσκων (προσωπικών, με μπάντες ή απλά με εμφανίσεις guest star!
Τριάντα χρόνια στο σανίδι με περισσότερα από 60 δίσκους να πιστώνονται με το όνομα του!! Μας αρέσει είτε όχι ήταν ο μακροβιότερος επιβιώσας τραγουδιστής δίπλα στον ιδιόρρυθμο ''θείο'' μουσικό Blackmore στο όχημα των  Rainbow ακολουθώντας τις φωνάρες των Dio(κατά κύριο λόγο…) και του Bonnet. Μετά τη διάλυση των  Rainbow εξαιτίας της επανένωσης των Purple έκαμε ένα εξαιρετικό δίσκο!
Μπορεί ο Bolton να έγινε ο αγαπημένος τραγουδιστής των ''σπιτονοικοκυρών'', ο JLT κατέκτησε τα FM της Αμερικανικής αγοράς με το pop-rock ύφος του, με τα δερμάτινα του, την πλούσια γυαλιστερή περούκα του και την απίστευτη φωνάρα που μπορεί να τραγουδήσει τα απάντα και με τους πάντες.
Σίγουρα έγινε γνωστός με τους  Rainbow, είχε μία πετυχημένη παρουσία στο πλάι του Malmsteen (κατά τη γνώμη μου και γνώμη πολλών στο καλύτερο άλμπουμ του) αλλά και με τους  Mothers Army (τους θυμάστε;;;;), τους Sunstorm (κυκλοφορεί ο νέος δίσκος με το πρώτο video clip να έχει φιλμογραφηθεί στην Ήπειρο από Έλληνα σκηνοθέτη), τους Deep Purple (ή μήπως να λέγαμε τους  Deep Rainbow), τους Hughes Turner Project (και στην Ελλάδα το 2004)  και πολλά προσωπικά άλμπουμ.

Η συγκεκριμένη συναυλία ηχογραφήθηκε στο Boston Paradise Rock Club και η μπάντα αποτελούνταν από αυτήν που ηχογράφησε το ''Rescue You'', δηλαδή τους  Chuck Burgi (τύμπανα), Al Greenwood (πλήκτρα, από τους ένδοξους  Foreigner), Bobby Messano (κιθάρα – από τους  Starz), και ο νεοφερμένος στο μπάσο από την μπάντα του  Pat Travers, ο Barry Dunaway.
Ο δίσκος είναι μία επιτομή της ηχογράφησης για λογαριασμό του  King Biscuit Radio Show.
 Ο δίσκος περιλαμβάνει φανταστικές συνθέσεις από τον μόλις κυκλοφορήσαντα τότε δίσκο του, το  ''Rescue You'' και η συναυλία ανοίγει με το εκρηκτικό ''I Found Love''.
Ο ανεπανάληπτος δίσκος ''Rescue You'' έχει τη μερίδα του λέοντος στην συναυλία με  8 από τα 11 τραγούδια να παίζονται τη νύχτα εκείνη και το πλήθος να εκστασιάζεται.
Υπόσχεση του J.L.T. είναι την επόμενη φορά που θα έρθει στην Ελλάδα είναι, ότι θα αλλάξει το set list  και θα έχει πλέον δικές του μόνο συνθέσεις, οπότε ευελπιστούμε, ότι θα ακούσουμε ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ και εμείς τις ''θείες'' αυτές μελωδίες!
 Όπως τα ''Losing You'' και ''Rescue You'' που παρουσιάζονται απείρακτα και αυθεντικά σε αυτήν την κυκλοφορία από την εταιρεία  Cleopatra.
 Φυσικά ο αγαπητός Joe δε θα μπορούσε να παραλείψει την έξοχη κληρονομιά των  Rainbow και τραγουδά τα  ''Stone Cold'' και ''Street Of Dreams'' με μία μικρή διαφοροποίηση στο  solo του ''Stone Cold''.
Το ''Feel The Fire''  ηχεί ως η μουσική αναπλήρωση του μέγιστου Michael Bolton που παράτησε τη μελωδία και στράφηκε στην εμπορικότητα του μαζικού….. Ο Messano επάξια αποδίδει μία  funky και εκτεταμένη παρουσίαση του  ''Get Tough'' με όλη τη μπάντα σε έξοχη απόδοση.
Η καλύτερη σύνθεση προσωπικά στο δίσκο τούτο.
 31 χρόνια πέρασαν από την ηχογράφηση αυτή και ο Joe που έχει λησμονήσει(;;;) τον  AOR ήχο ή τις καλές μελωδικές συνθέσεις με τον  Malmsteen και πέρα από τα χρόνια με τους  Rainbow, ο αυτός  και η μπάντα του ποτέ δεν ακουγόταν τόσο μα τόσο εκπληκτικά και άψογα δεμένοι, όπως σε αυτόν τον δίσκο!!!
Εάν δεν κοσμεί τη δισκοθήκη σας ήδη, ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟΝ!

Νότης Γκιλλανίδης

Δευτέρα, 9 Μαΐου 2016

Dynazty: "Titanic Mass"

Η αλήθεια είναι ότι το πράγμα με τούτους εδώ τους Σουηδούς
γίνεται ολοένα και καλύτερο με κάθε τους δίσκο. Οι Dynazty ξεκίνησαν ως μια μπάντα Sleaze/Hard Rock με το ντεμπούτο τους, γίνανε πιο heavy με το εκπληκτικό hard rock / metal δισκάκι "Sultans Of Sin" και μετατράπηκαν σε ένα μελωδικό metal/power metal τέρας με το εξίσου εκπληκτικό "Renatus".

Ειδικά το "Renatus" ήταν ένα πολύ βαρύ, για τα δεδομένα της μπάντας, άλμπουμ  το οποίο συνδύαζε άψογα την hard ‘n’ heavy σκηνή με το σύγχρονο melodic metal  και με τις progressive πινελιές έγινε ένα πραγματικό διαμαντάκι που πρέπει να έχει κάθε οπαδός του metal ήχου.
Με το νέο τους πόνημα, που τιτλοφορείται “Titanic Mass”, οι Dynazty επιστρέφουν και είναι έτοιμοι να ταράξουν τα νερά για ακόμη μια φορά.  Για μένα, το νέο άλμπουμ, είναι η λογική συνέχεια του “Renatus".
Είναι πομπώδες, είναι βαρύ  χωρίς να χάνει τα μελωδικά στοιχεία της μπάντας και περιλαμβάνει εκπληκτικά και καλοπαιγμένα κομμάτια μέσα που θα τραβήξουν την προσοχή με το πρώτο άκουσμα. Τα progressive στοιχεία συνεχίζουν να εντυπωσιάζουν και η φωνή του Nils Molin είναι το κερασάκι πάνω σε αυτό το νέο αριστούργημα.
Το εναρκτήριο "Human Paradox" είναι και πρώτο highlight του νέου δίσκου. Δυνατό, μελωδικό με ένα ρεφραίν που σε κολλάει στον τοίχο με την μια!!!
Τα  "Untamer Of Your Soul”  και ”Roar Of The Underdog”  είναι και τα δύο τέλεια δείγματα της μουσικής των Dynazty. Τσαμπουκαλεμένα με έξυπνα ρεφραίν, μελωδίες να σιγοψιθυρίζεις για μέρες και πάνω απ’ όλα δυνατές ενορχηστρώσεις.
Το κιθαριστικό δίδυμο κυριολεκτικά ζωγραφίζει με τα εκπληκτικά σόλα του και τα heavy riff του. 
Στο "I Want To Live Forever" , το συγκρότημα προσφέρει απλόχερα ένα ακόμη δυνατό δείγμα μέσα από το νέο πόνημα του. Πρόκειται για ένα mid-tempo κομμάτι , πιο σκοτεινό, αλλά με μια πολύ όμορφη μελωδία ενώ στο "The Beast Inside" έχουμε τον απόλυτο power metal ύμνο!
Οι Dynazty με το “Titanic Mass” ελευθερώνουν το metal τέρας που έκρυβαν και δείχνουν πως το να προοδεύεις στην μουσική δεν είναι κακό, αρκεί να βρεις τον σωστό τρόπο και τις σωστές ιδέες.
Για μένα βάζουν τις βάσεις για ΤΟ άλμπουμ της χρονιάς!!!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

Joe Bonamassa: "Blues of Desperation"


Είναι φανερό τα τελευταία χρόνια ότι ο 39χρονος κιθαρίστας παίζει
χωρίς αντίπαλο στο σύγχρονο blues τοπίο. Ή μάλλον, με μοναδικό αντίπαλο τον πληθωρισμό από τις δικές του κυκλοφορίες. Κανένας λευκός στην ηλικία του δεν παίζει έτσι τα μπλουζ. Αυτό, βέβαια, είναι κάτι που ακούει να το λένε γι' αυτόν από τα 15 του.

Είχε προαναγγείλει ότι το επόμενο άλμπουμ του, το δεύτερο με δικές του συνθέσεις μετά το"Different Shades Of Blue" του '14, θα είναι "rock". Έχοντας στο πλευρό του τον παραγωγό Kevin Shirley (συνεχώς εδώ και 10 χρόνια), στα μέσα Μαρτίου κρέμασε στον ψηφιακό κόσμο της ακρόασης το 12ο στη σειρά δίσκο του, το "Blues of Desperation", τον οποίο ηχογράφησε μέσα σε μόλις πέντε μέρες, στην Μέκκα του roots ήχου, την Nashville, προσφέροντας στο κοινό 11 καινούρια κομμάτια. Προεξάρχει σε όλα το αναγνωρίσιμο κιθαριστικό του στυλ (ο μοναδικός κιθαρίστας της εποχής μας που συνδυάζει το άριστο διάβασμα των Jimmy Page, Gary Moore, Jeff Beck, Rory Gallagher συνδυασμένο με το αβίαστο feeling των Buddy Guy, Albert Collins και B.B. King) και η ολοένα και με μεγαλύτερο βάθος και αυτοπεποίθηση φωνή του. Το άκουσμα ενισχύεται από ξεκάθαρες, έμπειρες συνεισφορές μουσικών που ο καθένας έχει μακριά ιστορία πίσω του. Οι δύο ντράμερ Anton Fig και Greg Morrow, ο μπασίστας Michael Rhodes, στα πλήκτρα ο Reese Wynans, οι καλλιτέχνες των πνευστών Lee Thornburg, Paulie Cerra και Mark Douthit, καθώς και οι κυρίες Mahalia Barnes, Jade McRae και Juanita Tippins στα δεύτερα φωνητικά. Τα κομμάτια είναι γεμάτα χαρακτήρα, το καθένα έχει δικό του χρώμα, συνδυάζοντας τον «παραδοσιακό» blues rock ήχο με σύγχρονη, αυθόρμητη κιθαριστική επεξεργασία, που δε διστάζει να μεταβάλλει ρυθμούς, στυλ και συναίσθημα για να δώσει έμφαση στην ουσία κάθε σύνθεσης.
Το "This Train" με το σιδηροδρομικό ρυθμό και το σλάϊντ μπορεί να μην είναι τίποτε εντυπωσιακό, βάζει όμως στο κλίμα ότι επέρχεται ένα δουλεμένο άλμπουμ. Ακριβώς μετά έρχεται και σκάει το κοφτό ριφ του "Mountain Climbing", σαν βαρυκόκαλλο ξαδερφάκι του "The Ocean", που πραγματικά ορειβατεί πάνω σ' ένα αδιαπέραστο rhythm section, με ανάσες από τα γυναικεία δεύτερα φωνητικά. Ακόμη και επιδερμικός ακροατής του Bonamassa μπρεί να ποντάρει ότι το συγκεκριμένο κομμάτι θα μείνει στο live set του για καιρό. Το ομώνυμο, "Blues of Desperation, μαζί με τα "How Deep This River Runs" και "Distant Lonesome Train" έχουν έναν βαρύτονο καμβά, ιδανικό για να επεκταθεί ο Bonamassa χωρίς καθόλου να κουράζει - ένα άλλο του μεγάλο πλεονέκτημα. Το "You Left Me Nothing but the Bill and The Blues" έχει κι αυτό έναν αέρα φτιαγμένο για live, με κορύφωση τα δύο σόλο.

Όλα τα κομμάτια του άλμπουμ -εκτός από ένα- φέρουν δίπλα στην υπογραφή του Bonamassa και εκείνη ορισμένων φτασμένων συνθετών της Nashville όπως ο Tom Hambridge, ο Jeffrey Steele, ο Gary Nicholson, ο Jerry Flowers και σε έξι κομμάτια o James House. Μιλάμε για τους μάστορες του σύγχρονου blues και country ήχου (και πεπειραμένους μουσικούς), που έχουν προσδώσει αυτό το «κάτι» σε καθένα κομμάτι ώστε να στέκει αυτόνομα, όχι, ως συνήθως, σαν αφορμή να κάνει επίδειξη ο κιθαρίστας το brand name του οποίου πουλάει το άλμπουμ.
Το οκτώμισυ λεπτών "No Good Place For The Lonely" έχει ενδοσκοπικό στίχο, έγχορδα στο background κι ένα παραμορφωμένο σλάϊντ μοτίβο (θυμίζει την υπόκωφη οργή του Gary Moore), που όσο περισσότερο το ακούει κανείς, τόσο περισσότερο λειτουργεί (για τα σόλο δε χρειάζεται να ειπωθεί κάτι άλλο). Το πρώτο σινγκλ "Drive" δικαίως σκόρπισε προσδοκίες, με το απλό, σινεματικό του feeling. Το προτελευταίο τρακ, το "Livin' Easy" με το συνδυασμό Chicago style πιάνου, ακουστικής κιθάρας και πνευστών κλέβει την παράσταση. To επίσης ακουστικό γκοσπελίζον "Valley Runs Low" και το καθοδηγούμενο από τα πνευστά σλόου What I've Known For A Very Long Time" κάνουν τον ακροατή να χάσει την αίσθηση του χρόνου. Είναι όντως σημερινά αυτά τα 60 και κάτι λεπτά μουσικής, ή έχουν γραφτεί πριν από δεκαετίες;

Συνήθως όταν κάποιο άλμπουμ καταφέρνει κάτι τέτοιο, να νικήσει το χρόνο με τις πρώτες ακροάσεις, αξίζει πολλά. 

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...