Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Emerson, Lake & Palmer: “Trilogy”

Bρισκόμαστε εν έτει 1972, το λεγόμενο progressive rock έχει ήδη
ξεκινήσει την μεγάλη του επίθεση και οι πρωτοπόροι του είδους, Emerson, Lake & Palmer κυκλοφορούν τον τρίτο δίσκο τους και η καλλιτεχνική εξέλιξη του εξαιρετικού τρίο βρίσκεται σε πλήρη ακμή.
 Η έννοια τεχνο-ροκ με τους E.L.P. αποκτάει άλλη διάσταση αφού εκτός από τις δαιδαλώδεις ενορχηστρώσεις, τις εμπνευσμένες μελωδίες και το τέλεια εκτελεστικά μέρη έχουν ξεκινήσει ένα μεγάλο και όμορφο ταξίδι, γεμάτο ευρηματικές δημιουργίες που έμειναν στην ιστορία.

Η προσωπικότητα του κημπορντίστα Keith Emerson είναι τρομερά έντονη και ώριμη όσο ποτέ άλλοτε εκείνη την περίοδο και μπορεί η αριστουργηματική φωνή του μπασίστα Greg Lake να αναδεικνύει και την πιο “δύσκολη” σύνθεση όμως το prog σχήμα παραδίδει σεμινάρια καλλιτεχνικής ευφυΐας.
Φυσικά η αγάπη τους για την κλασσική μουσική κυριαρχεί στο δίσκο και αυτό φαίνεται στο ανεπανάληπτο "Hoedown"  σύνθεση του μεγάλου αμερικανού μουσουργού Aaron Copland και στο  "Abaddon's Bolero"  εμπνευσμένο από το από το Bolero του Μaurice Ravel ενώ και το  ολιγόλεπτο "Fugue" είναι  μία πιανίστικη άσκηση απλά και μόνο για την επιβεβαίωση των επιρροών τους.
Τα συνθεσάιζερ του μακαρίτη πλέον Keith Emerson έχουν πάρει φωτιά και ο αστείρευτος μουσικός εγωισμός και των τριών μουσικών είναι εκπληκτικός με τον ντράμερ  Carl Palmer να προσθέτει μπόλικη ενέργεια και μαεστρία όπως γίνεται στον "The Sheriff".
Ο επιβλητικός  ηλεκτρισμός στα "The Endless Enigma (Part One ,Part Two)"  και του  "Living Sin"  επαναφέρει τους E..L.P. στις ροκ αναζητήσεις τους  ενώ το ομότιτλο "Trilogy" έχουμε έναν ασταμάτητο οργασμό μεταξύ των τριών μουσικών που μετατρέπετε  σε έναν prog-rock έπος με τον  Keith Emerson να παρασύρει τους μουσικούς του, συντρόφους σε ένα επικίνδυνο ροντέο ρυθμών.
Η τρυφερή μπαλάντα “From the Beginning” (το έχουν διασκευάσει και οι Dokken) θυμίζει ότι ο λυρισμός και το συναίσθημα δεν έλειψε ποτέ από όλες τις κυκλοφορίες των Emerson, Lake & Palmer παρά το γεγονός ότι απέκτησαν χιλιάδες οπαδούς με τις ανεξάντλητες art-ιστικες εκτελέσεις τους.
Τέλος δεν μπορούμε να μην σχολιάσουμε και το μεγάλο ταλέντο του σπουδαίου μουσικού Greg Lake που εκτός από μπάσο και φωνητικά παίζει και όλα τα κιθαριστικά μέρη του άλμπουμ.
Εν κατακλείδι το "Trilogy" είναι ο συναρπαστικός art-rock δίσκος που οφείλουμε να έχουμε όλοι στην δισκοθήκη μας και αποτελεί σίγουρα ένα  από τους θεμέλιους λίθους στην πολυετή ιστορία του progressive rock.

Φώτης Μελέτης

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

Rick Springfield: "Rocket Science"

O Rick Springfield. Δε γνωρίζω, πόσοι από εσάς θυμάστε τον εν
λόγω ως Dr. Noah Drake στην τηλεοπτική σειρά General Hospital ή από τη μεγάλη επιτυχία του στα 80’ς το "Jessie’s Girl". Εμένα προσωπικά η συγκεκριμένη σύνθεση με σημάδεψε και με κατέστησε οπαδό της μουσικής του.

Η αλήθεια είναι, ότι δεν κατέχω την πλήρη δισκογραφία του καλλιτέχνη αλλά εκτιμώντας την πλειονότητα τους που κυμαίνονται στο χώρο του μελωδικού γένους ασχολούμαι μαζί του με συνέπεια δεκαετιών!
Ο νέος δίσκος του, με τίτλο "Rocket Science", είναι ο  18ος στουντιακός από τα  1972 (γεγονός άγνωστο για τους περισσότερους, ότι είναι πολυχρόνια η παρουσία του στη μουσική δημιουργία, παρεκτός εάν είστε οπαδοί).
Ένα από τα πράγματα που αγαπώ στη μουσική του είναι η άμεσα αναγνωρίσιμη φωνή του, οι ευφάνταστοι και παιχνιδιάρικοι στίχοι αλλά και η μελωδία που στολίζει τις συνθέσεις του.
Όλα αυτά τα στοιχεία είναι παρόντα και στην καινούργια μουσική του δημιουργία  αλλά (απεχθάνομαι αυτό το αλλά …) η μουσική κατεύθυνση στρέφεται αρκετά έως αρκετά, και με χαλά, σε μία  pop country διάθεση.
Προφανώς όσοι το ακούσετε θα διαπιστώσετε του λόγου το αληθές και σίγουρα δεν είναι από τα αγαπημένα μου στα αλήθεια. Συνθέσεις όπως τα  "Light This Party Up", "The Best Damn Thing" και το "We Connect" έχουν σίγουρα αυτό το  rock αίσθημα για το οποίο έγινε γνωστός αλλά από την άλλη πλευρά τα "That One", "Pay It Forward" και το  "Found" είναι πολύ  Southern για τα μουσικά γούστα μου. Το εμπνευσμένο στιχουργικά από τον αμερικανικό εμφύλιο  "All Hands On Deck" αποτίει φόρο τιμής στον πατριωτισμό και τους στρατιώτες, δείγμα της στιχουργικής του ευελιξίας.
 Δε θα έλεγα, ότι είναι κακός δίσκος το "Rocket Science". Απλά, θεωρώ ότι απέχει από ροκ ρίζες που μας είχε συνηθίσει... Παραμένει ένας ταλαντούχος καλλιτέχνης και συνθέτης ολκής που απλά πειραματίστηκε(;) με την country σκηνή. Ούτε ο πρώτος είναι, διότι οι υπεραγαπημένοι Bon Jovi έπραξαν το ίδιο, ούτε ο τελευταίος. Θέλω να σημειώσω, ότι οι πολλαπλές μου ακροάσεις δεν κατάφεραν να  με πείσουν ώστε να εκφράσω την ευαρέσκεια μου και για τούτον το δίσκο…ακούστε και αποφασίστε!

Νότης Γκιλλανίδης

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Magnum: "Sacred Blood "Divine"

Ο Tony Clarkin σίγουρα θα έπρεπε να πάρει βραβείο για την
παραγωγική σταθερότητα του στις συνθετικές επιδόσεις! Από τα μέσα της δεκαετίας του '70 είναι ο βασικός αρχιτέκτονας της παγκόσμιας και διαρκούς επιτυχίας των Magnum.
 Και στο  "Sacred Blood "Divine" Lies", που είναι το 19ο studio άλμπουμ της μπάντας, έχει τον ίδιο ρόλο συνθέτοντας τον μάλιστα πριν ακόμη να κυκλοφορήσει το "Escape from the Shadow Garden"…

Από την εναρκτήρια και  ομότιτλη σύνθεση   "Sacred Blood "Divine" Lies" η μπάντα  δείχνει τις προθέσεις της για την επιτυχία που γνώρισε στα τέλη των 80ς, αρχές των 90’ς .
Ως οπαδός των Magnum θα τολμούσα να γράψω, ότι η "βαρύτερη" προσέγγιση στις κιθάρες από τον  Tony Clarkin σε συνδυασμό με τη χαρακτηριστικό εκθαμβωτικό ήχο των πλήκτρων του Mark Stanway και την στιβαρότητα της ρυθμικής γραμμής του μπάσου και των τυμπάνων από τους Al Barrow και  Harry James είναι η τέλεια συνταγή για συνθέσεις, όπως οι "Crazy Old Mothers" και "Afraid Of The Night".
Για να επικεντρωθούμε στον χαρισματικό ερμηνευτή Bob Catley, που αποτελεί το ιδανικότερο συμπλήρωμα του Clarkin, χαρακτηριστικά στον καλογυαλισμένο "ύμνο" "Twelve Men Wise And Just".
Μεταξύ άλλων ξεχωρίζουν και τα "πιασάρικα" "Gypsy Queen", "Princess In Rags (The Cult)" και το "Quiet Rhapsody" που έχουν τα συστατικά της επιτυχίας: εξαιρετικές  μουσικές φράσεις, αξιομνημόνευτα ρεφραίν που σε καλούν να τα ακούσεις ξανά και ξανά.
Προσωπικά αγαπημένο το "Don’t Cry Baby" που κλείνει το δίσκο με ιδιαίτερα ξεχωριστό τρόπο και εμφανή την σφραγίδα της συνθετικής ικανότητας του Clarkin.
Συζητούσα τις προάλλες με φίλο που λατρεύει κι αυτός τους Magnum και συμφωνήσαμε, ότι δεν υπάρχει δίσκος αυτής της μπάντας που να είναι έστω μέτριος ή κακός.
Όταν οι δύο συνεργάτες Tony Clarkin και  Bob Catley δεν έχουν κάτι να δώσουν συνθετικά/ερμηνευτικά τότε απλά δεν κυκλοφορούν μουσικά.
Κοντά 40 χρόνια από την πρώτη κυκλοφορία της μπάντας  ηχεί/ακούγεται φρέσκια, ανανεωμένη υπενθυμίζοντας τις ένδοξες μέρες της!

Νότης Γκιλλανίδης

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

Bachman–Turner Overdrive: “Japan Tour”

Οι περισσότεροι από εμάς που ακούμε το κλασικό ροκ της
δεκαετίας του ’70, γνωρίζουμε τους Bachman–Turner Overdrive από τρία τέσσερα φανταστικά κομμάτια και αγνοούμε το υπόλοιπο και εξαιρετικό υλικό τους. Ειδικά τα πρώτα άλμπουμ τους είναι από τις καλύτερες κυκλοφορίες εκείνης της δεκαετίας και σίγουρα υποτιμημένες από το ελληνικό κοινό.

Η συνθετική βάση του σχήματος ήταν ο Καναδός κιθαρίστας και τραγουδιστής Randy Bachman, ήδη γνωστός από τους Guess Who και μετέπειτα  Brave Belt και στην πορεία αφού δημιούργησε τους BTO, ο ήχος τους έγινε πιο heavy rock.
Το 1973 λοιπόν ο Randy Bachman αποφάσισε να σχηματίσει με την βοήθεια των αδελφών του (τον  ντράμερ Robbie Bachman  και κιθαρίστα Tim Bachman)  μία νέα μπάντα που συμπληρώθηκε με την συνεργασία του μπασίστα  C.F. Turner μία κορυφαία μουσική προσωπικότητα του rock n' roll και για αυτό άλλωστε ονομάστηκαν και Bachman–Turner Overdrive.
Σημαντική στιγμή των BTO ήταν το τρίτο στούντιο άλμπουμ τους, με τίτλο “Not Fragile” (1974) το οποίο περιέχει και το μεγάλο τους hit με τίτλο "You Ain't Seen Nothing Yet" που δυστυχώς δεν υπάρχει στην συγκεκριμένη live κυκλοφορία.
Το “BTO Live – Japan Tour” κλείνει εκείνη την περίοδο τον πρώτο και πιο δημιουργικό κύκλο των καναδών ρόκερ αφού μετέπειτα ο Randy Bachman αποχωρεί από το σχήμα (επιστρέφει το 1984) και οι επόμενες κυκλοφορίες είναι σχετικά μέτριες.
Στο συγκεκριμένο live album περιλαμβάνονται σπουδαία κομμάτια της μπάντας με κορυφαίο φυσικά το “Takin' Care of Business" που υπάρχει στο δεύτερο στούντιο δίσκο των Bachman–Turner Overdrive.
Το βαρύ και καθηλωτικό μπάσο - ειδικά στο  “Welcome Home” - οι southern/hard rock καταιγισμοί, οι ερμηνείες γεμάτο ένταση και πάθος αποτελούν ένα θαυμάσιο και ηλεκτρισμένο κοκτέιλ. Στην δεύτερη κιθάρα είναι πλέον ο Blair Thornton, που έχει αντικαταστήσει επάξια τον Tim Bachman ενώ τα κιθαριστικά παιχνιδίσματα και το ατελείωτο φλερτ με τα αλλεπάλληλα  σόλα  του Randy Bachman κάνουν ένα δυναμικό δίδυμο και πλημμυρίζουν το συγκεκριμένο live σε αδυσώπητους heavy rock ρυθμούς μέσα σε κλίμα αποθέωσης από τους σχιστόμάτηδες οπαδούς τους.
To σανίδι παίρνει κυριολεκτικά φωτιά από την κιθαριστική φρενίτιδα της μπάντας και όλο αυτό τραγούδι με τραγούδι ανάβει ακόμη περισσότερο και γίνεται μέχρι τέλος ένα συναρπαστικό και «επικίνδυνο» ροκ ταξίδι που οδηγεί στην αιώνια καταξίωση.
Ακούστε τα εκπληκτικά "Don't Get Yourself in Trouble",  Roll on Down the Highway” και Let It Rideγια να ανακαλύψετε ξανά την κρυφή ροκ δύναμη των Καναδών μουσικών.
Το “BTO Live – Japan Tour” κυκλοφόρησε το 1977 αλλά οι ηχογραφήσεις και η τουρνέ έγινε το 1976 στην πετυχημένη περιοδεία που έκανε το συγκρότημα στην χώρα του ανατέλλοντος ηλίου ενώ επανακυκλοφόρησε τόσο το 2012 όσο και στην συλλογή “BachmanTurner Overdrive: 40th Anniversary”.
Για τους λάτρεις των seventies και του classic rock μία εκπληκτική κυκλοφορία για τους υπόλοιπους ένα διαμάντι που πρέπει να αποκτήσετε άμεσα.

Φώτης Μελέτης

Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Iggy Pop: "Post Pop Depression"

Διατρέχουμε την εποχή όπου οι μουσικές μοναδικότητες έχουν
αρχίσει, με την βιολογική τους έκλειψη, να φέρνουν το μουσικό κοινό προ μιας αμείλικτης πραγματικότητας : τα εκατομμύρια των ακροατών που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην «εποχή του ροκ» (1960-2000) απομένουν, μήνα το μήνα, με λιγώτερους ζωντανούς θρύλους.

Μετά την πρόσφατη ανακοίνωση του 69χρονου (στις 21/4) Iggy Pop ότι «πιθανόν», με το τελευταίο του άλμπουμ που δούλευε από τις αρχές του προηγούμενου χρόνου, να εγκαταλείψει την δισκογραφία («για να φτιάξεις ένα πραγματικό άλμπουμ πρέπει να μπορείς να ρίξεις όλη σου την ενέργεια εκεί μέσα. Και αυτή είναι τώρα πια περιορισμένη», δήλωσε το Φεβρουάριο), αυτή η αίσθηση αδυσάρεστης νομοτέλειας ενισχύεται. Όμως το «καινούριο» άλμπουμ του Iggy Pop, ο οποίος από κάθε άποψη υπήρξε και παραμένι μια απ΄αυτές τις τελευταίες μοναδικότητες, γεμίζει μουσική ικανοποίηση και θαυμασμό. Έρχτεται μάλιστα ως αντίδοτο να τονώσει την πεποίθηση στον ροκ κόσμο ότι ο μεγάλος καλλιτέχνης δεν υποχωρεί, ούτε αποχωρεί ποτέ.
Ο τίτλος του άλμπουμ, "Post Pop Depression", παραπέμπει σε τερματικό σταθμό, τον σταθμό που κείται κάπου στο εγγύς μέλλον, όταν, μετά την «απόσυρσή» του ο Iggy Pop θα γίνει ξανά James Osterberg και κατόπιν μέρος της συλλογικής μουσικής μνήμης. Το φορτίο των στιχουργικών θεμάτων του είναι βαρύ, όμως η μουσική τους επεξεργασία σαφής και σημερινή.
Σ' αυτό έχουν καίρια συμμετοχή οι μουσικοί συνοδοιπόροι του Pop, οι οποίοι δικαιούνται να είναι περήφανοι για τη συμμετοχή τους σ' αυτή την τόσο ουσιαστική προσπάθεια.
Ο 43χρονος Josh Homme των Queens Of The Stone Age (και των Them Crookes Vultures) έχοντας δεχθεί την πρόσκληση του Pop τον Ιανουάριο του 2015, κατέληξε ένα χρόνο μετά να έχει γίνει όχι μόνον ο παραγωγός του άλμπουμ, αλλά να έχει συνεισέφερει στις συνθέσεις (παίζει κιθάρα, μπάσο, πλήκτρα και κάνει τα δεύτερα φωνητικά) τόσο εκτελεστικά, όσο και προσθέτοντας σ΄αυτές κάτι από το δικό του ύφος.
Ο 46χρονος Dean Fertita, το δεξί χέρι του Homme τα τελευταία 9 χρόνια και συμπαίκτης του Jack White στους The Dead Weather, συνεισφέρει με κιθάρες και πλήκτρα και ο 30χρονος Matt Helder των Arctic Monkeys με την ανάληψη του ρυθμικού μέρους. Όλους μαζί, η ερμηνεία και οι στίχοι του Iggy Pop τους συνέχει σ' ένα ατμοσφαιρικό τοπίο που παραπέμπει στις πιο art στιγμές του.

Δεν υπάρχει εδώ «σύμβαση», αναμάσημα ή μισο-ψημένη ιδέα. Σε αντίστιξη με το "Ready To Die" του 2013, όπου η garage δυναμική των Stooges αψήφησε για μια (τελευταία ίσως) την βιολογική φθορά, εδώ έχουμε μια περιεκτική, σχεδόν υπαρξιακή, περιήγηση. Καθώς ο Iggy πραγματοποιεί έναν απολογισμό γύρω από την πορεία και την μουσική του κληρονομιά (".my shadow Is walking in front of me / and I hope I'm not losing myself tonight"), ο εσώτερος Sinatra του αναλαμβάνει τα ηνία.
Μετά τα 60 ο φωνητικός αυτός εαυτός δεν είχε κανένα λόγο να κρυφτεί, το αβαθές των βιωμάτων του τον ανακαλεί φυσικά. Πρώτος ο
Bowie είχε συλλάβει αυτή τη βαθιά - και όπως αποδεικνύεται αγέραστη - ποιότητα στη φωνή του, η οποία, πλάϊ στην ικανότητά του να σερβίρει με δωρικές φράσεις έντονες εικόνες, έγραψε μουσική ιστορία.
Στο "Break Into Your Heart", προειδοποιεί σαν καλός διαρρήκτης τί πρόκειται να συμβεί. Με το πρώτο σινγκλ"Gardenia", ένα ερωτικό τραγούδι για μια φευγαλέα θηλυκή ηρωίδα, απ΄αυτές που εμφανίζονται σαν φαντάσματα στην στιχογραφία του ("The streets are your home - now where do you roam?"), δίνει στον κόσμο ένα από τα πιο αισθαντικά και μυστηριώδη τρακς των τελευταίων χρόνων ("all I want to do is tell gardenia what to do tonight").

Στο "American Valhalla" διερωτάται στην ουσία αν υπάρχει τίποτε «μετά», με πλήκτρα που θυμίζουν αχνά την υπνωτιστική δύναμη του "China Girl".  "I have nothing but my name", ακούγεται να ομολογεί με ανατριχιαστική ειλικρίνεια στο κλείσιμό του. Με το "In The Lobby" ένας τζαζ-πανκ ρυθμός κουβαλά στίχους για το πού μπορεί να καταλήξει η υπερβολή ("six feet under").



To "Sunday" είναι ένα μικρό αριστούργημα που αναπολεί τις εποχές με τον Bowie στο Βερολίνο, το καλλιτεχνικό του peak. Κάθε νότα του, με τα ξερά τύμπανα και την σχολιαστική κιθάρα του Homme έχει σημασία για το αποκτάς και το τί σου λείπει στο τέλος της ημέρας ("The days roll on and then comes Sunday, Sunday afternoon").
Το επιθετικό και σκληρό "Vulture" επιβεβαιώνει αβίαστα το πόσο εύκολα ένα οποιοδήποτε κομμάτι του Pop μπορεί να φτιάξει γύρω του την ατμόσφαιρα ενός μικροταραντινικού κόσμου.

Το «αυστηρό» "German Days" και το συναισθηματικά διαπεραστικό "Chocolate Drops" ("There's nothing in the stars, if you fail not move, there's nothing in the dark, it's just some old excuse. Hangin' on, let it go"), στέκουν σε πολύ ψηλό σημείο. Ειδικά στο δεύτερο, ακούγεται τόσο άμεσος, βαθύς και σαρδόνιος όσο ποτέ ("When you get to the bottom, you're near the top/ the shit turns into chocolate drops").
Το μεγαλοπρεπές εξόδιο ακούει στον τίτλο "Paraguay" (με την ζωώδη mantra "wild animals they do - never wonder why - just to do what they goddamn do"). Ένα ιδιοφυές κομμάτι που μ΄ένα απροσδόκητο, νευρωτικό, break στη μέση αφήνει τον Iggy να παρασυσθεί σ΄ έναν παροξυσμό θυμού απέναντι στους πάντες και τα πάντα.
Τη
φήμη, την κριτική, την τεχνολογία, την έμπνευση, όλα ("There's nothing awesome here .I' m tired of it - I don't want you, yes I'm talking to you - I wanna go to Paraguay . with servants and bodyguards to love me -  free of criticism - "You take your motherfucking laptop/ And just shove it into your goddamn foul mouth - And down your shit heel gizzard - You fucking phony two faced three timing piece of turd - And I hope you shit it out").
 Κι έτσι τελειώνει το άλμπουμ, απροσχημάτιστα, με τον τρόπο που μόνον ένας νέος εν βρασμώ επί εξήντα τόσα χρόνια μπορεί.
Ένα άλμπουμ με μόλις 9 κομμάτια (41 λεπτά σε διάρκεια), το οποίο αν τυχόν συναντήσει τον ακροατή σε περίοδο ενδοσκόπησης, θα του αφήσει σημάδια.
Στα 50 τελευταία χρόνια του ροκ, πιο «μεγάλος» είναι αυτός που φεύγει τελευταίος, για έναν τουλάχιστον λόγο: γιατί, ανεξαρτήτως τρόπου και τυχηρών, έχει κερδίσει το δικαίωμα να αφήσει, ακόμη και κοντά στην έβδομη δεκαετία του, άλμπουμ σαν κι αυτό στο σεντούκι με την κληρονομιά του.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τρίτη, 5 Απριλίου 2016

AOR: "L.A Darkness"

Είναι σημαδιακό τελικά το όνομα της μπάντας που ηγείσαι! Ο
εύστροφος και δεξιοτέχνης πολυοργανίστας Γάλλος, Frederic Slama εύστοχα αποφάσισε να ονομάσει το μουσικό του όχημα με το μουσικό γένος που αγαπά και αγαπάμε : AOR. Και κατορθώνει αίσια άλλες φορές με εξαιρετικές (όπως τούτη εδώ) άλλες με πολύ καλές κυκλοφορίες (συνήθως) να μετρά το δέκατο πέμπτο δίσκο του, το LA Darkness.

Η μαγεία των δίσκων και η επιτυχία τους, πέρα από τις  ευρηματικά μελωδικότατες συνθέσεις και τη δεξιοτεχνία των οργάνων έγκειται αφενός στην επιλογή και συμμετοχή πρώτης κατηγορίας τραγουδιστών και μουσικών του μελωδικού γένους αλλά και την πολύτιμη βοήθεια σε όλα τα μέτωπα του ανθρώπου που είναι παρών σε εξαιρετικές μελωδικές κυκλοφορίες: τραγουδιστές (ερμηνευτές καλύτερα) όπως οι Jeff Scott Soto (Talisman, W.E.T), ο Steve Overland (FM, The Ladder), ο Kevin Chalfant (The Storm, 707, υποψήφιος και ικανός αντικαταστάτης του τρισμέγιστου Steve Pery/Journey), ο Jesse Damon (Silent Rage, Kiss), ο Henry Small (Prism), ο Paul Sabu (Only Child, Kidd Glove, John Waite), ο Philip Bardowell (Unruly Child, Places Of Power) και ο  Rick Riso (Chasing Violets).
Ο δε "άνθρωπος ορχήστρα" και κιθαρίστας λαμπρότατος αλλά και παραγωγός πολυσχιδής  Tommy Denander συνδράμει και πάλι.
Με τις συνθέσεις να υπενθυμίζουν μπάντες μουσικά μεγαθήρια, όπως σημειώνει και το δελτίο τύπου της Escape, με τους Foreigner, Giant, Journey και  Toto να δίνουν τη μουσική τους παρακαταθήκη απλόχερα.
Από το πνεύμα των  80'ς που είναι διάχυτο στο "Heart In Pawn" με την υπερφωνάρα του  Steve Overland, στην σύνθεση που με γοήτεψε  από την στιγμή που υπερατλαντικά το cd έφτασε στην κατοχή μου,  το "One Foot In Heaven" που η εύπλαστη φωνή του λατρεμένου Kevin  Chalfant  το απογειώνει στην "στρατόσφαιρα του μελωδικού παραδείσου", βγαλμένο, όπως παρατήρησε κι ο συνοδοιπόρος Βασίλης Χασσιρζόγλου, από τους μοναδικούς δίσκους των The Storm!
Γενικά, διαπιστώνεται ότι οι συνθέσεις είναι ελαφρά βαρύτερες από ό,τι σε προηγούμενες κυκλοφορίες χωρίς να απομακρύνονται από τη μελωδική πανδαισία και έχοντας πάντοτε το  AOR των  A.O.R περιτύλιγμα. Εντονότερα τα κιθαριστικά δαχτυλίσματα, με λαμπερές κιθαριστικές προτάσεις/ιδέες παντού διάχυτες! Να μείνω και στις δύο επιπλέον συνθέσεις της αμερικανικής έκδοσης που επέλεξα: εκτός από την επανεμφάνιση των ικανότατων  Γαλλίδων καλλιτεχνίδων:
Sarah & Mélissa FONTAINE(Chasing Violets) και την συνδρομή της ιταλικής μελωδικής αρμάδας με τους Mario PERCUDANI, Stefano LIONETTI στις κιθάρες, στα πλήκτρα του Alessandro DELVECCHIO στο μπάσο της  Anna PORTALUPI και στα τύμπανα του  Pierpaolo MONTI θα πρέπει να σημειώσουμε την παρουσία των θρυλικών Bruce GAITSCH (κιθαρίστας, παραγωγός έχει συνεργαστεί με έναν τόμο καλλιτεχνών) και του Tommy Funderburk που εκτός της φωνή που τραγουδά σε δίσκους τα δεύτερα φωνητικά του υπάρχουν σε δίσκους των  Whitesnake, Magnum, Richard Marx για να αρκεστώ σε ολίγους από δαύτους!!
Το "LA Darkness" είναι ταιριαστό για το χώρο του  Μελωδικού Ροκ και  AOR πλήρως "βαπτισμένο στα νάματα των 80’ς".
Με όλες αυτές τις ευκολομνημόνευτες / πιασάρικες μελωδίες  να παραμένουν στο μυαλό και τα αυτιά μετά το πρώτο άκουσμα του δίσκου…θέλετε κι άλλα; Δεν περιγράφω άλλο!

Νότης Γκιλλανίδης

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016

Supersonic Blues Machine: "West of Flushing, South of Frisco"



Όσοι έχουν ζήσει μακριές νύχτες σε μικρές σκηνές
παρακολουθώντας μπάντες να παίζουν με ηλεκτροφόρα μπλουζ οίηση (και ευτυχώς υπάρχουν αρκετές), γνωρίζουν ότι εκεί δημιουργείται μια απαράμιλλη αίσθηση, ένας δεσμός μεταξύ μουσικών και κοινού.


Ο απλός, ζεστός blues ήχος βρίσκεται μακριά από τα εκτελεστικά καθωσπρέπει του ωδείου και όσο πιο κοντά γίνεται στην ψυχή παικτών και ακροατών. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι τo ηλεκτρικό μπλουζ, από τον Walter Trout και τον Buddy Guy μέχρι τους Govt Mule και τον Joe Bonamassa ως ένα είδος πηγαίο, έχει γνωρίσει άνθηση τα τελευταία χρόνια, περισώζοντας ό,τι μπορεί από την έρημο της σύγχρονης μουσικής σκηνής.  
To "West of Flushing, South of Frisco" είναι το ντεμπούτο ενός τρίο, των Supersonic Blues Machine, που μακάρι να εξακολουθήσουν να υπάρχουν και να μην περιοριστούν σε επίπεδο project. Tα μέλη του έχουν καθένα τεράστιο παλμαρέ, κάτι που υπογραμμίζει ότι στο δίσκο αυτό παίζουν με κύριο κριτήριο το τί αγαπούν να παίζουν.
Ο 47χρονος μπασίστας και παραγωγός Fabrizio Grossi έχει γίνει γνωστός από την παρουσία του δίπλα στον Steve Vai, ενώ έχει παίξει ή και αναλάβει καθήκοντα κονσόλας σε αναρίθμητες παραγωγές τα τελευταία 20 χρόνια (στο μυαλό έρχονται πρώτα οι Bonamassa, Leslie West, Paul Stanley, Alice Cooper, Robin Beck, George Clinton).
Ο 39χρονος κιθαρίστας και τραγουδιστής Lance Lopez, γέννημα θρέμμα της Λουζιάνα έχει μεγαλώσει με Stevie Ray Vaughn, Hendrix και James Brown και αφ' ότου στα 22 βραβεύθηκε σε τοπικό διαγωνισμό για το παίξιμό του με μια Fender Stratocaster πήρε τους δρόμους, έχοντας ανοίξει τις συναυλίες ονομάτων όπως οι B.B. King, Jeff Beck, Steve Vai και ZZ Top.
Ο 62χρονος Kenny Aronoff έχει πιάσει τις μπαγκέττες για λογαριασμό του μισού ροκ πληθυσμού (Dylan, Mellenkamp, Elton John, Bob Seger, Neville Brothers, Stevie Nicks, Santana, Joe Jackson και η λίστα μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ).
Αυτοί λοιπόν οι τρεις σοβαροί παίκτες έφτιαξαν τον πρώτο πολύ δυνατό δίσκο του 2016, συνθέτοντας δικά τους blues κομμάτια μπολιασμένα με rock και soul, που φέρνει τον ακροατή στην πρώτη θέση κάποιας απ' αυτές τις ζεστές βραδιές ψυχικής εγγύτητας που αναφέραμε παραπάνω. Η χημεία μεταξύ τους είναι αξιοθαύμαστη, οι συνθέσεις, η καθεμία τους με ιδιαίτερη δυναμική και οικονομία, συνέχονται από συναίσθημα, που φωτίζει διαφορετικά κάθε φορά η τραχιά φωνή του Lopez.
Τα καλά νέα δεν σταματούν όμως εδώ. Οι πορείες των τριών μουσικών και η φήμη που έχουν οι ίδιοι δημιουργήσει για τις ικανότητές τους και την στάση τους έχει προσφέρει στο δίσκο μια πλειάδα ονομαστών
guest, που παίζοντας μαζί με το γκρουπ αναδεικνύουν τα κομμάτια ο καθένας με τον δικό του αμίμητο τρόπο.
Ο Billy Gibbons σολάρει και γρυλίζει στο γκαζωμένο "Running Whiskey".
O Warren Haynes (Govt Mule) χρωματίζει το southern διαθέσεων "Remedy'. O μέγας Walter Trout ανταλλάζει πωρωτικά σόλο με τον Lopez στο "Can't Take It No More".
O (εκ των 100 μεγαλύτερων κιθαριστών του 20ου αιώνα, σύμφωνα με το Rolling Stone) Robben Ford φτιάχνει ένα βαθύ αισθαντικό mood στο "Let's Call It A Day". O τεξανός Chris Duarte γεμίζει με βρώμικες φράσεις το βαρύ φανκ του "That's My Way" και ο ιδιοφυής Eric Gales αναδεικνύει την πιο χεντριξογενή του πλευρά στο βαρυκόκκαλο "Nightmares And Dreams".
Δεν είναι όμως ένα άλμπουμ που βασίζεται στους guest. Το "Let it be", ένα βαρύ μελωδικό κομμάτι με λυτρωτικά γυναικεία χορωδιακά στο ρεφραίν και (άλλο ένα) έντονο σόλο από τον Lopez είναι απολαυστικό, ενώ τα "Ain't Fallin Again" και "Bone Bucket" πάνε πίσω στους Free και τους ZZ Top αντίστοιχα, με ανανεωτικές συνέπειες.
Eκεί που το τρίο αποδεικνύεται άφοβο και δρέπει δικαίως το θαυμασμό είναι στην διασκευή του "Ain't no love (in the heart of the city) του Bobby Bland. Αν δεν έχει κανείς chops, δεν το ακουμπάει. Από τις πιο πειστικές διασκευές που έχουν γίνει τελευταία.
Μεγάλη υπόθεση η αμεσότητα και η αλήθεια στο ροκ. Τέτοιες ποιότητες, δε, έχουν την ικανότητα να σε  γραπώνουν αμέσως.
Υποψήφιο από τώρα για blues rock άλμπουμ της χρονιάς.



Παναγιώτης Παπαϊωάννου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...