Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

Sarissa: "Nemesis"

Επιστροφή στην ενεργό δράση έπειτα από δώδεκα χρόνια έχουμε
για τους Θεσσαλονικιούς Sarissa! Ο διάδοχος του “Master Of Sins” πρόκειται για την τέταρτη ολοκληρωμένη τους δουλειά και τιτλοφορείται με μια λέξη “Nemesis”.


Το τι παίζουνε, φαντάζομαι όλοι το ξέρουμε. Για τυπικούς λόγους να αναφέρω ότι αρέσκονται στο heavy – power metal.
Το “Nemesis” έχει διάρκεια σαράντα λεπτά στα οποία ξετυλίγονται εννέα ολοκαίνουριες συνθέσεις. Πλέον στην Ελλάδα θεωρούνται ως μια cult μπάντα για πολλούς λόγους. Η παραγωγή του δίσκου ανήκει στον  Jim Selalmazidis, ο οποίος παίζει το μπάσο και τις περισσότερες κιθάρες σε αυτή την κυκλοφορία. Έλαβαν χώρα στο προσωπικό του home studio  εκτός από τα τύμπανα που ηχογραφήθηκαν στο Mix Studio από τον Fotis Demertzis και τα φωνητικά που έγιναν στο Underground Studio από τον Nik Logiotatidis.
  Θα αναφέρω την πιο πρόσφατη σύνθεσή τους η οποία είχε τον David Mano στην κιθάρα (από το 2005), τον Jim Salalmazidis κιθάρα, δεύτερα φωνητικά, μπάσο, πλήκτρα όπου πήρε τη θέση του Nick Iglezos το 2006, Tassos Pananoudakis, στο μπάσο (το 2006) και Vasilis Topalidis πίσω από το μικρόφωνο, επίσης μπήκε στη μπάντα το 2006.
Ποιοι αποτελούν αυτή τη στιγμή τους Sarissa, είναι άγνωστο καθώς η τράπουλα έχει ανακατευτεί πολλάκις από το 2006 και έπειτα.
Επίσης έχουμε μεταπήδηση από την Black Lotus που ήταν η προηγούμενη δισκογραφική τους στην ROAR (Rock Of Angels Records) , η οποία στεγάζει μπάντες όπως οι Bonfire, Outloud, Operation:Mindcrime (του Geoff Tate), Redrum, Monument κλπ.
Στα δια ταύτα τώρα, το άλμπουμ κινείται σε υψηλά επίπεδα και στα γνώριμα μονοπάτια που τους μάθαμε συνεχίζοντας αυτό που ξεκίνησαν το 1985. Όλες οι συνθέσεις τους είναι πάρα πολύ καλές, χωρίς φλυαρίες και περιττά σημεία. Το μπάσο εξακολουθεί να έχει αυτόν τον πρωταγωνιστικό ρόλο και να ξεχωρίζει ο ήχος του σε πολλά σημεία και θαρρώ ότι αυτό είναι και από τα σήματα κατατεθέν τους.
Εν έτη 2016, εξακολουθούν να εντυπωσιάζουν και παρ’ όλες τις εσωτερικές αλλαγές τους βγάζουν προς τα έξω τον χαρακτήρα μιας μπάντας και όχι ενός solo project. Μια από τις καλύτερες μπάντες που έχει δει ποτέ η ελληνική metal σκηνή και ειλικρινά δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από άλλα συγκροτήματα.
Πρόκειται για μια δισκάρα! Αξίζουν την προσοχή σας και σίγουρα είναι μια πολύ καλή προσθήκη για την δισκογραφία σας και φαίνεται να διεκδικούν και αυτοί μια θέση για τα καλύτερα της χρονιάς που διανύουμε.
No Man’s Land!!!

Γιώργος Βαλιμίτης

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

PINK FLOYD: “Animals”

Τροφή για σκέψη με κοινωνικά και πολιτικά μηνύματα, θα μπορούσε εύλογα να είναι μα φράση αν
ζητούσαν μια σύντομη περιγραφή για το στίχο του. “Ζώα” με μια λέξη.
 Το “Animals” είναι βγαλμένο από τα σπλάχνα του Roger Waters και πρόκειται για ένα ακόμα δικό του παιδί, βασισμένο όμως στο πολιτικό μύθο της “Φάρμα Των Ζώων” του George Orwell, με τους στίχους του να περιγράφουν ποικίλες κατηγορίες στην κοινωνία, σαν διαφορετικά είδη ζώων.
Η θεματολογία του, χωρίζεται σε τρεις τάξεις: τα δεσποτικά και αδίστακτα γουρούνια (Pigs, όπου διασπάται και αυτό με τη σειρά του σε τρία τμήματα Pigs: On The Wings Pt1, Pigs: Three Different Ones και Pigs: On The Wings Pt2), τα μάχιμα σκυλιά (Dogs) και τη τυφλή και άκριτη αγέλη των προβάτων (Sheep). Η νουβέλα επικεντρώνεται στον σταλινισμό, το άλμπουμ είναι μια κριτική του καπιταλισμού, διαφέροντας όμως και πάλι στο ότι τα πρόβατα τελικά ξεσηκώνονται για να εξουδετερώσουν τα σκυλιά. Τα τραγούδια αρχικά, δεν συνδέονταν μεταξύ τους εννοιολογικά και πρόκειται για μία συλλογή κομματιών που εξελίχθηκαν για τις ανάγκες του άλμπουμ. Η έννοια τους, περιγράφει την προφανή κοινωνική και ηθική αποσύνθεση της κοινωνίας, παρομοιάζοντας την ανθρώπινη κατάσταση με εκείνη των απλών ζώων (σύμφωνα και με τον συγγραφέα Glenn Povey). Ο δίσκος, πέραν της κριτικής που ασκεί στη κοινωνία –εξακολουθεί να είναι επίκαιρος και αυτός 37 χρόνια μετά- , αποτελεί εν μέρει και την πληρωμένη απάντηση του rock στο κίνημα του punk (για την εποχή που μιλάμε) το οποίο βρισκόταν τότε σε συνεχή αύξηση δημοτικότητας. Αποτέλεσε μια μηδενιστική δήλωση κατά των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών που επικρατούσαν αλλά και μια αντίδραση στον γενικό εφησυχασμό και την νοσταλγία που φαινόταν να περιβάλλει τη ροκ μουσική, κάνοντας έτσι  προφανή στόχο το συγκρότημα για τους punk μουσικούς.
Από τα τρία τμήματα του τραγουδιού “Pigs’’, το μόνο άμεσα αναγνωρίσιμο πρόσωπο είναι η Mary Whitehouse (ηθική αγωνίστρια), η οποία περιγράφεται σαν το περήφανο σπίτι του ποντικιού της πόλης (Hey you, Whitehouse, Ha ha charade you are. You house proud town mouse).
Το “Sheep'' περιέχει μια τροποποιημένη έκδοση του 23ου  Ψαλμού, η οποία συνεχίζει την παράδοση “Ο Κύριος είναι ο ποιμένας μου” με λέξεις όπως “με κάνει να κρεμαστώ από άγκιστρο σε ψηλούς τόπους και με μετατρέπει σε αρνίσια παϊδάκια” (He maketh me, to hang on hook, in high places. He converteth me to lamb cutlets). Προς το τέλος του κομματιού τα επώνυμα πρόβατα ξεσηκώνονται και σκοτώνουν τα σκυλιά αλλά αργότερα όμως, συνταξιοδοτούνται πάλι πίσω στα σπίτια τους. Το άλμπουμ ολοκληρώνεται θεματικά, με το δεύτερο μέρος του “Pigs On The Wings”, ένα απλό τραγούδι αγάπης με το οποίο προσφέρεται μια αχτίδα ελπίδας, παρά την οργή που εκφράζεται στα τρία άλλα τραγούδια του album (το Pigs  On The Wings θεωρείται ως ένα κομμάτι). Τα δύο μέρη του κομματιού αυτού, είχαν επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τη σχέση του ιθύνον νου (Roger Waters) με την τότε κοπέλα του.  Το “Animals” ηχογραφήθηκε στο Britania Row το 1976 (Απρίλη με Δεκέμβριο) και συνεχίστηκε μέχρι και τις πρώτες ημέρες του 1977, με τον Brian Humphries να αναλαμβάνει τη παραγωγή (συνεργάτης των Pink Floyd από προηγούμενες δουλειές τους). Τα κομμάτια “Raving And Drooling” και “Gotta Be Crazy”, τα οποία είχαν πρωτοπαρουσιαστεί ζωντανά στις εμφανίσεις τους, για τις ανάγκες της περιοδείας του δίσκου “Wish You Were Here”, επεξεργάστηκαν εκ νέου από τον Roger Waters και παρουσιάζονται εδώ πλέον, κάτω από τους  τίτλους Sheep και Dog αντίστοιχα και διαχωρίζονται στο άλμπουμ από τα τρία μέρη του Pigs.
Όλα τα κομμάτια με εξαίρεση του Dogs (μουσική Waters / Gilmour), γράφτηκαν από τον Roger Waters όπως και όλοι οι στίχοι του. Το “Pigs On The Wings” χωρίστηκε στα δύο, και αυτό διότι τα δικαιώματα, παρέχονται με βάση ανά-τραγούδι. Ο Roger Waters,  έλαβε περισσότερα από τον Dave Gilmour, παρά του ότι το “Dogs” καταλαμβάνει σχεδόν ολόκληρο το πρώτο μέρος του δίσκου. Το τραγούδι περιέχει αναφορές και στη ιδιωτική ζωή του Roger Waters, όπως για παράδειγμα στον νέο (τότε) ρομαντικό έρωτά του με την Carolyne Anne Christie. Ο Gilmour ήταν έξαλλος, από τη γέννηση του πρώτου παιδιού του και δεν συνέβαλε τίποτε άλλο στο “Animals”. Το ίδιο έγινε και με τους Ritchard Wright και Nick Mason, όπου έγινε και ο πρώτος δίσκος των Pink Floyd, με μηδενική συμβολή του. Για τις ανάγκες της περιοδείας μελλοντικά, η μπάντα είχε συζητήσει να προσλάβει έναν δεύτερο κιθαρίστα και βρήκαν βοήθεια στο πρόσωπο του Snowy White, όπου καλέστηκε και στο studio.  Όταν λοιπόν ο Waters και ο Mason διέγραψαν κατά λάθος ένα από τα ολοκληρωμένα κιθαριστικά σόλο του Gilmour, ο White κλήθηκε να ηχογραφήσει ένα σόλο για το “Pigs On The Wings”. Αν και η απόδοσή του είχε παραληφθεί από την κυκλοφορία του βινυλίου, περιλήφθηκε στην 8 ιντσών κασέτα. Το εξώφυλλο του “Animals”, ανατέθηκε στην Hipgnosis, η οποία είχε σχεδιάσει τα προηγούμενα εξώφυλλα των album της μπάντας. Τους προσφέρθηκαν αρχικά,  τρεις ιδέες, με μία εκ των οποίων να έχει ένα μικρό παιδί που μπαίνει στο υπνοδωμάτιο των γονιών του και τους βρίσκει να κάνουν σεξ δηλαδή να “συνουσιάζονται σαν τα ζώα”. Παρόλες αυτές τις ιδέες όμως, το τελικό εγχείρημα, ασυνήθιστα, σχεδιάστηκε από τον Roger Waters. Εκείνη την εποχή ζούσε κοντά στο Clapham Common, και οδηγούσε τακτικά από το παρελθόν, στο Battersea Power Station (σταθμός παραγωγής ηλεκτρικού), το οποίο από τότε φαινόταν πως πλησίαζε στο τέλος της ωφέλιμης ζωής του.
Η θέαση του κτιρίου επιλέχθηκε για να καλύψει τη κεντρική εικόνα, και οι Pink Floyd ανέθεσαν στη γερμανική εταιρεία Ballon Fabrik (που είχε κατασκευάσει προηγουμένως τα αερόπλοια των Led Zeppelin) και στον Αυστραλό καλλιτέχνη Jeffrey Shaw να κατασκευάσουνε ένα μπαλόνι – γουρούνι, 30 ποδιών (9,10 μέτρα), το οποίο βάφτισαν αργότερα Algie. Το μπαλόνι ήταν φουσκωμένο με ήλιο και με ικανότητες να ελίσσεται, έτσι, για τις ανάγκες της μαγνητοσκόπησης, στις 2 Δεκεμβρίου, προσέλαβαν έναν εκπαιδευμένο σκοπευτή έτοιμο να πυροβολήσει σε περίπτωση που διέφυγε. Δυστυχώς όμως, οι κακές καιρικές συνθήκες καθυστέρησαν τις εργασίες, και ο διευθυντής του συγκροτήματος Steve O'Rourke παρέλειψε να ξανακαλέσει το σκοπευτή, για δεύτερη ημέρα και το μπαλόνι έσπασε χωρίς να αγκυροβολήσει και εξαφανίστηκε από μπροστά τους.
Τελικά προσγειώθηκε στη περιοχή Kent και βρέθηκε από έναν τοπικό αγρότη, ο οποίος ήταν προφανώς οργισμένος, με το σκεπτικό ότι είχε τρομάξει τις αγελάδες του. Το μπαλόνι ανακτήθηκε και η μαγνητοσκόπηση συνεχίστηκε για τρίτη ημέρα, αλλά οι πρώτες φωτογραφίες του σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας θεωρήθηκαν ως καλύτερες, οπότε, παρέμειναν έτσι και η εικόνα του γουρουνιού, προστέθηκε αργότερα σε μία από αυτές. Το θέμα του άλμπουμ, συνεχίζεται και πάνω στο βινύλιο και στις ένθετες εικόνες της συσκευασίας. Στη πρώτη πλευρά του δίσκου, επάνω στην ετικέτα, εμφανίζεται ένα απόσπασμα τραβηγμένο από κατοπτρικό φακό, με ένα σκύλο να βρίσκεται στην Αγγλική εξοχή. Η δεύτερη πλευρά, περιλαμβάνει ένα γουρούνι και ένα πρόβατο, ρυθμισμένα ακριβώς στην ίδια θέση. Ο χειρόγραφος χαρακτήρας του ντράμερ της μπάντας Nick Mason, χρησιμοποιήθηκε ως τον τύπο γραφής της κυκλοφορίας, σε ολόκληρη τη συσκευασία. Το κεντρικό πλαίσιο του στο άνοιγμα, χαρακτηρίζεται από μονόχρωμες φωτογραφίες που δηλώνουν την εμφανή εγκατάλειψη, γύρω από το σταθμό ηλεκτροπαραγωγής.
Το “Animals”, είδε τα φώτα τις δημοσιότητας, μέσω των Harvest Records (Αγγλία) και Columbia Records (Αμερική), όταν αναρτήθηκε στα ράφια των δισκοπωλείων στις 23 Ιανουαρίου 1977 στην Αγγλία και στις 12 Φεβρουαρίου στην Αμερική, κατακλύζοντας έτσι τη δεύτερη θέση και την εικοστή έβδομη στα charts αντίστοιχα. Επανακυκλοφόρησε σε cd το 1985 και στην Αμερική το 1987, σε ψηφιακό remaster cd και με νέο artwork, πάλι, το 1994.
Ακολούθησε άλλη μια επανακυκλοφορία του, σε περιορισμένο βινύλιο αυτή τη φορά, το 1997 και μία άλλη εορταστική έκδοση του στην Αμερική την ίδια χρονιά, όπως και το 2000 ξανά, μέσω της Capitol Records. Συμπεριλήφθηκε στα box – set “Shine On’’ όπως και στο περιορισμένης κυκλοφορίας “Oh, By The Way”. Ένα καταπληκτικό άλμπουμ που ακόμα και σήμερα παραμένει επίκαιρο, ντυμένο με τα Progressive rock στοιχεία που χαρακτήρισαν το γνώριμο ήχο των Pink Floyd ανά τα χρόνια και που μαζί με τα “Darkside Of The Moon” και “The Wall”, αποτελεί το δισκοπότηρο της δικής τους Αγίας Τριάδας για τον σκεπτόμενο άνθρωπο. Εξακολουθώ να πιστεύω πως τόσο οι δύο αυτοί δίσκοι, όσο και τούτος, εάν έβρισκαν θέση σε κάθε σπίτι, σε κάθε γωνιά του πλανήτη, ανεξάρτητα από τι είδους μουσική ακούει ο καθένας, ο κόσμος που ζούμε σήμερα, θα ήταν πολύ καλύτερος.

Tracklist:
1. Pigs (On The Wings, Part 1)
2. Dogs
3. Pigs (Three Different Ones)
4. Sheep
5. Pigs (On The Wings, Part 2)

ΜΕΛΗ:
Dave Gilmour: κιθάρα, μπάσο, talk – box, συνθεσάιζερ, δεύτερα φωνητικά και πρώτη φωνή στο πρώτο μισό του ‘’Dogs’’

Roger Waters: μπάσο, φωνητικά σε όλα τα κομμάτια, δεύτερα φωνητικά, ακουστική και ρυθμική κιθάρα

Richarg Wright: ηλεκτρικό πιάνο, hammond, πιάνο, συνθεσάιζερ και δεύτερα φωνητικά

Nick Mason: τύμπανα και κρουστά

Snowy White: πρόσθετη κιθάρα στο “Pigs On The Wings”

Γιώργος Βαλιμίτης

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Dream Theater: "The Astonishing"


Επιστροφή στα μουσικά δρώμενα έπειτα από τρία χρόνια αποχής
έχουμε για τους Dream Theater. Σίγουρα το διάστημα είναι μεγάλο για αυτό και ίσως αποφάσισαν να μας βομβαρδίσουν με πολλά κομμάτια. Τριάντα τέσσερα στο σύνολο, ναι καλά διαβάσατε και με μέση διάρκεια περίπου δύο ώρες και δέκα λεπτά.

Το είδος τους το γνωρίζουμε όλοι αυτά τα χρόνια, όπως και το τι εκπροσωπούνε οπότε δεν θα αναλωθούμε σε κάτι τέτοιο και πάμε κατευθείαν στο ψητό. Ή μήπως όχι και υπάρχουν εκπλήξεις;
  Για αρχή, τετραπλό βινύλιο και διπλό cd μας έρχεται το The Astonishing”, όπως είναι και ο τίτλος του νέου τους δίσκου. Μέσα σε αυτές τις δύο ώρες ξετυλίγεται μια επική ιστορία αγάπης, προδοσίας και λύτρωσης με σαφή πρόθεση να βγει σε περιοδεία σαν μια μεγάλη ροκ όπερα – θεατρική παραγωγή, όπως ακριβώς γίνεται και στην στουντιακή του ακρόαση.
  Τα στοιχεία που δανείζονται εδώ, θυμίζουν πολύ αυτά των Avantasia, T.S.O. (Trans-Siberian Orchestra), των Pain Of Salvation (στα Road Salt)  αλλά (φυσικά) και των Pink Floyd στο The Wall καιThe Final Cut που έχουν πιο αφηγηματικό χαρακτήρα.
  Στιχουργικά τώρα, σχεδιάστηκε και γράφτηκε από τον John Petrucci, και η ιστορία λαμβάνει χώρα περίπου 200 χρόνια στο μέλλον, όπου οι βασιλεύοντες δυνάμεις επέτρεψαν στους “Nomacs” να καταστείλουν μουσική έκφραση υπέρ του ηλεκτρονικού θορύβου.  Με έναν τρόπο παρόμοιο με αυτό των Rush στο “2112”, ο «Εκλεκτός» ξεσηκώνεται από τη "καταπίεση" με την προσφορά της μουσικής ως δώρο για την ανθρωπότητα - τη μουσική για να χρησιμεύσει ως όχημα για να ωθήσει την επανάσταση και να αποκαταστήσει την ανθρωπότητα.  Η ιστορία περιλαμβάνει πολλούς χαρακτήρες (οχτώ είναι οι βασικοί μόνο), σκηνές και διάφορα σκηνικά που ξαφνιάζουν ακόμα και τον πιο δύσκολο ακροατή.
  Μουσικά, αυτό που παρουσιάζουν εδώ, είναι πραγματικά πολύ διαφορετικό από αυτό που οι Theater μας έχουν συνηθίσει.
  To The Astonishing, είναι μια ολόκληρη θεατρική παράσταση, παρόμοια με των Pink Floyd το “The Wall” και κινείται ακριβώς σε αυτό το ύφος. Κάθε τραγούδι εξαρτάται από το προηγούμενο σ το πλαίσιο του να στηριχθεί τόσο στιχουργικά όσο και μουσικά. Στέκονται βέβαια τα κομμάτια από μόνα τους, αλλά χάνεται η ουσία. Τα ηχητικά εφέ που χρησιμοποιούνται εδώ, είναι για να δημιουργήσουν μια κινηματογραφική ατμόσφαιρα και υπάρχουν μερικά χορωδιακά και συμφωνικά στοιχεία.
Η αφήγηση της ιστορίας  από τον James LaBrie είναι θεαματική και δουλεύτηκε πάνω στο κορμό των τραγουδιών, οπότε αποφεύχθηκε η «κακή» ποιότητα κατά την ροή της μουσικής.  Σε γενικές γραμμές, με ξαφνιάσανε, μιας και δεν είμαι οπαδός τους, και πραγματικά πρόκειται για ένα καταπληκτικό άλμπουμ και διαφορετικό. Το  μεγάλο μέρος της διαφορετικότητας  αυτής εδώ είναι ότι αν πάρετε το έργο στο σύνολό του, θα διαπιστώσετε ότι πληρώνει φόρο τιμής στην πραγματικότητα σε πολλές διαφορετικές μορφές της μουσικής (ροκ, τζαζ, κλασική, κλπ) και με αυτό τον τρόπο ειδικά υποστηρίζεται η κληρονομιά των Dream Theater και γενικά σε όλες τις μορφές της μουσικής τους έκφρασης.
  Ο δίσκος είναι χωρισμένος σε δύο πράξεις και μοιρασμένος στα δύο cd’s αντίστοιχα. Το πρώτο μέρος (Act I) ακολουθείται από την αφήγηση των είκοσι πρώτων κομματιών ενώ η εξιστόρησή του ολοκληρώνεται με το υπόλοιπα δεκατέσσερα που εξελίσσουν την ιστορία στο δεύτερο μέρος (Act II).
  Εδώ για εμένα οι D.T. ωρίμασαν, ενώ τα solo και οι υπέρ αναλύσεις σε τεχνικές απουσιάζουν και αυτό είναι που γίνεται για πρώτη φορά και προς τιμήν τους, γιατί έτσι δείχνουν ότι μπορούν να σταθούν σε κάτι διαφορετικό χωρίς να χάνεται η ταυτότητά τους. Εννοείται πως υπάρχουν αλλά όχι στον βαθμό που ξέρουμε και σε σημείο που χάνεται η ουσία του πράγματος.
Η αλήθεια είναι πως δεν πίστευα ποτέ ότι θα άκουγα ένα τόσο μεγάλο και ποιοτικό έργο από τους Dream Theater χωρίς να υπάρχουν τέτοιες μηχανορραφίες ή επαναλαμβανόμενες μελωδίες και ήχοι σε άλλες οκτάβες και σε μιμήσεις (μορφολογικός όρος). Όλα αυτά τα στοιχεία αντικαταστάθηκαν από εκφραστικό πιάνο, μια καταπληκτική αφήγηση, με υποστηρικτικούς ρυθμούς και με αρκετές δόσεις κιθάρας σε διαφορετικό επίπεδο από ότι έχουμε μάθει. Τα πληκτρά εδώ, όταν δεν αρκούνται στα πιανιστικά στοιχεία, μου θυμίζουν σε πολλά σημεία  τον ήχο των Deep Purple, πράγμα που λειτουργεί θετικά μιας και το να μαθαίνεις από τους μεγάλους, αλλά να μην τους αντιγράφεις είναι κάτι που μόνο θετικά μπορεί να μετρήσει στο βιογραφικό σου.
  Ένα άλλο θετικό στοιχείο, είναι ότι καταφέρνουν να σε ταξιδέψουν και να σου δημιουργήσουν εικόνες, μεταφέροντάς στο κόσμο που αφηγούνται. Εδώ για εμένα ο LaBrie έχει όλα τα εύσημα και δείχνει το γιατί έχει την θέση του τραγουδιστή στους Theater. Ίσως το να είχανε τελικά κάποιους καλεσμένους να μοιραζόντουσαν τα φωνητικά, να έδινε έναν άλλο τόνο, αλλά εκεί πιστεύω πως θα χανόταν η λειτουργικότητα του «βάρδου» τους.
  Κλείνοντας, το άλμπουμ είναι διαφορετικό, δεν αρέσκεται σε κιθαριστικά θέματα και τεχνικά θέματα, είναι πιο πολύπλοκο αλλά από άλλη έννοια, είναι πιο θεατρικό, πιο musical, δεν κουράζει τον μέσο ακροατή και εδώ έρχεται και το μεγάλο στοίχημα που βάζουν οι Theater: είτε θα το λατρέψεις είτε θα το μισήσεις. για τα γούστα τα δικά μου, ανήκω στη πρώτη κατηγορία πράγμα που συνεπάγεται φίλε αναγνώστη πως αν και εσένα σου αρέσουν και σε εντυπωσιάσουν όλα τα παραπάνω, τότε αυτό το άλμπουμ, θα λάμπει στη δισκοθήκη σου.
Συνίσταται ανεπιφύλακτα λοιπόν και με υποψηφιότητα για τα καλύτερα του 2016.

Γιώργος Βαλιμίτης

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

Beatles: "Beatles For Sale"


To “Beatles For Sale” είναι το τέταρτο άλμπουμ των Beatles και
κυκλοφόρησε στις 4 Δεκεμβρίου 1964, εποχή που η Μπητλομανία βρισκόταν στην κορύφωσή της, καθώς λίγους μήνες πριν οι Beatles είχαν κυκλοφορήσει το “A Hard Day’s Night” και είχαν περιοδεύσει για πρώτη φορά στις ΗΠΑ.

Η ηχογράφηση έλαβε χώρα στα EMI Studios, στην Abbey Road του Λονδίνου και παραγωγός ήτανε ο George Martin. Το εξώφυλλο παρουσιάζει τους Fab Four να έχουν φωτογραφηθεί από τον Robert Freeman στο Hyde Park του Λονδίνου. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ, πως το “Beatles For Sale” ήταν η πρώτη τους κυκλοφορία με gatefold εξώφυλλο.
Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε βιαστικά για να προλάβουνε την κυκλοφορία του πριν τα Χριστούγεννα και για το λόγο αυτό κοσμείται μόνο από οκτώ συνθέσεις του διδύμου John Lennon – Paul McCartney, οι οποίοι λόγω των συνεχών τους υποχρεώσεων δεν είχαν τον απαραίτητο χρόνο να συνθέσουν περισσότερα τραγούδια.
Έτσι, ο δίσκος  περιλαμβάνει και έξι διασκευές οι οποίες αποδεικνύουν με τον καλύτερο τρόπο την αγάπη τους για το rock ‘n’ roll και τα blues. Ας μην ξεχνάμε πως αυτά τα τραγούδια πρωτόπαιξαν οι Beatles, όταν ξεκινούσαν την καριέρα τους  στις συναυλίες που έδιναν και αποτυπώνουν με τον καλύτερο τρόπο την εποχή εκείνη.
Για πολλούς παραμένει το πιο αδύναμο άλμπουμ της μπάντας (μαζί με το Yellow Submarine). Ξεκινάει με τρία μελαγχολικά τραγούδια και φαίνονται έντονα οι επιρροές του John Lennon από τον Bob Dylan ιδιαίτερα στο “I’m A Loser”. Από την περίοδο αυτή το συνθετικό δίδυμο Lennon – McCartney αρχίζει να αποστασιοποιείται, άσχετα αν στα credits αναφέρονται μαζί.
Οι συνθέσεις τους βέβαια είναι αρκετά καλές, αλλά πολλοί φίλοι του γκρουπ περίμεναν περισσότερες συνθέσεις στο στυλ του “Eight Days A Week”, το οποίο αποτέλεσε το έβδομο #1 hit-single στις ΗΠΑ, ενώ να σημειώσουμε ότι το άλμπουμ πήγε στο #1 στη Μεγάλη Βρετανία όπου και παρέμεινε για 11 εβδομάδες.
Όσον αφορά τις διασκευές, τραγούδια όπως “Rock ‘n’ Roll Music”, “Words Of Love” και “Everybody’s Trying To Be My Baby” τα αποδίδουν στο μέγιστο βαθμό, ενώ κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντα κορυφαία τραγούδια του δίσκου είναι τα “No Reply”, “I’m A Loser” και I Don’t Want To Spoil The Party.
Η έκδοση του βινυλίου, που έχουμε στην κατοχή μας, κυκλοφόρησε το 2012 σε 180gr μαύρο βινύλιο και αποτελεί ακριβή ανατύπωση της stereo αυθεντικής έκδοσης του 1964.

Tracklisting

Side One

  1. No Reply
  2. I’m A Loser
  3. Baby’s In Black
  4. Rock ‘n’ Roll Music (Chuck Berry)
  5. I’ll Follow The Sun
  6. Mr. Moonlight (Roy Lee Johnson)
  7. Kansas City/Hey-Hey-Hey-Hey (Jerry Leiber, Mike Stoller/Richard Pennima)




Side Two
1. Eight Days A Week
2. Words Of Love (Buddy Holly)
3. Honey Don’t (Carl Perkins)
4. Every Little Thing
5. I Don’t Want To Spoil The Party
6. What’s You’re Doing
7. Everybody’s Trying To Be My Baby (Carl Perkins)

Δημήτρης Σαλτογιάννης

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Night Ranger: “Rock in Japan- Greatest Hits Live”


Το αμερικάνικο συγκρότημα με εξαιρετικές στούντιο κυκλοφορίες
στο ενεργητικό του δίνει εδώ και πολλές δεκαετίες εκπληκτικά δείγματα τι εστί καλοπαιγμένο, εμπνευσμένο και δυναμικό hard rock/aor.

Μεγάλα πλεονεκτήματα στην μηχανή τους είναι πρωτίστως οι φοβερές ερμηνείες και το παίξιμο του μπασίστα και τραγουδιστή Jack Blades όσο και απίθανες κιθαριστικές κανονιές του φοβερού διδύμου Brad Gillis και  Jeff Watson ενώ τεράστια και  μεγάλη είναι η συμβολή του κημπορντίστα  Alan Fitzgerald και της δυναμικής προσωπικότητας του ντράμερ Kelly Κeagy, ο οποίος παράλληλα τραγουδά σε υπέροχα άσματα της μπάντας όπως τα επικά μπαλαντοειδή,  “Sister Christian” και “Sentimental Street”.
Βρισκόμαστε λοιπόν στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και το συγκρότημα έχει χάσει τον προσανατολισμό του λόγω της grunge καταιγίδας αλλά και των εσωτερικών προβλημάτων με πολλές απώλειες. Ευτυχώς όμως το 1996 επιστρέφουν οι Jack Blades και Jeff Watson μιας και είχαν αντικατασταθεί από τον  ταλαντούχο Gary Moon (Three Dog Night, Jeff Paris).
Οι NIGHT RANGER αποφασίζουν να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα και επανέρχονται με όλα τα όπλα τους και πραγματοποιούν μία περιοδεία στην Ιαπωνία  που είχαν διαπρέψει στην δεκαετία του ’80.
Ο grunge και alternative ήχος που κυριαρχούσε καθολικά σε Αμερική και Ευρώπη είχε βάλει στο περιθώριο αρκετά σχήματα με τον ανάλογο ήχο και πλέον όσοι «επέζησαν» πάλευαν να κρατηθούν ζωντανοί μέσω των εμφανίσεων σε χώρες που το κοινό τους αγαπούσε ακόμη.
Έτσι λοιπόν και οι Αμερικανοί κατορθώνουν να επιβιώσουν αλλά και να αναβιώσουν το δοξασμένο παρελθόν τους αφού η βάση του κοινού τους που είναι στην χώρα του ανατέλλοντος ηλίου δεν πρόδωσε ποτέ τους Night Ranger και στην τουρνέ που ακολούθησε την ίδια χρονιά, η αποδοχή ήταν ξανά  μεγάλη. Επιστέγασμα αυτής της επιτυχημένης περιοδείας ήταν  η κυκλοφορία του Rock in Japan- Greatest Hits Live”  το 1997 που αρχικά έγινε μόνο στην Ιαπωνία και δύο χρόνια αργότερα στον υπόλοιπο κόσμο.
Στο Rock in Japan- Greatest Hits Live” υπάρχουν σπουδαία κομμάτια της μπάντας με τα  “Don't Tell Me You Love Me”, “Sister Christian”, “(You Can Still) Rock in America”,  “When You close your Eyes” , "Eddie's Comin' Out Tonight"  και “Rumours in the Air” να αποδεικνύουν το φοβερό ταλέντο τους τόσο με το αστείρευτο παίξιμό τους, την φρεσκάδα στον ήχο τους  αλλά και την μοναδική ενέργεια που εκπέμπουν πάνω στην σκηνή.
Tα ξεχωριστά κιθαριστικά σόλα των Brad Gillis και Jeff Watson απλά επιβεβαιώνουν την άριστη διάθεση που είχε η μπάντα στην τουρνέ στην Ιαπωνία ενώ η ενέργεια, το πάθος και  η ορμή του  Jack Blades κάνουν τούτη την κυκλοφορία απαραίτητη για κάθε οπαδό του μελωδικού σκληρού ήχου.

Φώτης Μελέτης

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

Wishing Well featuring Graham Bonnet: "Hippie Heart Gypsy Soul"


Οι Wishing Well είναι μία hard rock από το Ελσίνκι της
Φινλανδίας. Και θα μου πείτε…χτες κουβεντιάζοντας για το θανατικό που αφανίζει τις τάξεις των rock ειδώλων με το φίλο Κώστα Θ. σχολιάσαμε και για το χαμό του στιβαρού μπασίστα Jimmy Bain και η κουβέντα πολύ αβίαστα εστίασε σε μία χαρακτηριστική αυστραλέζικη φωνή:

Tου θρυλικού Graham Bonnet (Rainbow, Michael Schenker Group, Alcatrazz ως σπουδαιότερες συνεργασίες…)   που για πολλοστή φορά δάνεισε τη φωνή του στους εν λόγω Σκανδιναβούς για την κυκλοφορία του πρώτου τους  single "Hippie Heart Gypsy Soul" που θα είναι προάγγελος του πρώτου δίσκου τους "Chasing Rainbows" που θα  κυκλοφορήσει από Inverse Records.
Πρόκειται για μία πιασάρικη μελωδική σύνθεση που προϊδεάζει για μία πολύ καλή  στο σύνολο της μουσική προσπάθεια.
"Θέλαμε να δώσουμε ώθηση στο δίσκο και όταν συνθέσαμε το "Hippie" αμέσως συνειδητοποιήσαμε, ότι ο  Graham θα ήταν ο τέλειος τραγουδιστής της σύνθεσης για πολλούς λόγους! Είμαι θαυμαστής του και ο ίδιος και είναι φανταστικό που τα καταφέραμε!! Ο τραγουδιστής μας  Peter James Goodman εξάλλου δεν έχει κανένα πρόβλημα καθώς είναι και ο ίδιος μεγάλος του θαυμαστής! Είμαι περήφανος και ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα και εντυπωσιασμένος που στην ηλικία των 68 ετών, ο Graham Bonnet τα καταφέρνει περίφημα", μας εξομολογείται ο συνθέτης του τραγουδιού και κιθαρίστας των Wishing Well, Anssi Korkiakoski.
Από την πλευρά του ο Graham Bonnet είναι πού απασχολημένος τούτη τη χρονιά, καθώς πρόκειται να κυκλοφορήσει προσωπικό δίσκο από την Frontier Records καθώς και την επίσημη βιογραφία του αργότερα την άνοιξη, από τον συγγραφέα Steve Wright …θα εμφανιστεί σε συναυλία τον Απρίλη στη Φινλανδία έπειτα από την αυστραλιανή του περιοδεία. Δηλώνει σχετικά: "με προσέγγισαν τα παιδιά της μπάντας και όταν άκουσα το (τραγούδι) αμέσως θέλησα να το τραγουδήσω! Είναι μία πιασάρικη σύνθεση και ταιριάζει με τη φωνητική μου ευρύτητα. Μου αρέσουν και οι στίχοι.
Ηχογραφήσαμε τα φωνητικά μου στο Λος Άντζελες και η μπάντα ηχογράφησε τα μέρη της στη Φινλανδία. Είμαι έτοιμος να συνεργαστώ με κάθε σοβαρή μπάντα που έχει καλά τραγούδια. Εύχομαι στα παιδιά ό,τι καλύτερο" !
Η μπάντα προς το παρόν προωθεί το και το δίσκο της και θα εμφανιστεί ζωντανά όσο μπορεί περισσότερο στη διάρκεια της χρονιάς.
Τη μπάντα αποτελούν οι Anssi Korkiakoski στην κιθάρα, ο Rip Radioactive στα τύμπανα, ο Richard Becker στο μπάσο και ο  Peter James Goodman στη φωνή, όλοι τους έμπειροι μουσικοί εμφανιζόμενοι με άλλες μπάντες αποφάσισαν να δημιουργήσουν τους Wishing Well. Τους ευχόμαστε κάθε επιτυχία!


Νότης Γκιλλανίδης

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

The Cult: "Hidden City"

Η τριλογία που ξεκίνησε το 2007 με το “Born Into This”,
συνεχίστηκε το 2012 με το “Choice Of Weapon”, ολοκληρώνεται πια με το “Hidden City” που σύντομα θα βρίσκεται στα ράφια των δισκοπωλείων αλλά και σε ηλεκτρονικές μορφές όπως συνηθίζεται τελευταία.


Ο συνδετικός κρίκος που ενώνει αυτούς τους τρις δίσκους, αφορά μια αλληλένδετη σειρά εμπειριών και οράματα με τα υποκειμενικά θέματα της λύτρωσης και της αναγέννησης, μπολιασμένα με την μουσική των The Cult ή καλύτερα του Ian Astbury και του Billy Duffy. Η μπάντα αυτή τη στιγμή νομίζω ότι βρίσκεται στα καλύτερά της εδώ, κάτι που απουσίαζε για πολλά χρόνια.
Το σχήμα απαρτίζουν εκτός από τον Ian (που παίζει και κιθάρα εδώ) και τον Duffy, από τον έτερο συνοδοιπόρο από το 2006 John Tempesta στα τύμπανα, Damon Fox (πλήκτρα, κιθάρα, δεύτερα φωνητικά), Chris Chaney (μπάσο), Bob Rock (κιθάρα και πλήκτρα) και για τις ζωντανές εμφανίσεις χρέη μπασίστα εκτελεί ό Grant Firzpatrick.
  Το Hidden City με το που πατάς το κουμπί για να ξεκινήσει, σε πιάνει από τα μούτρα με το Dark Energy το οποίο ξεκινά με ένα up tempo και αρχίζει να ξετυλίγεται σταδιακά αποκαλύπτοντάς σου το τι κρύβεται σε αυτό αλλά και στην πορεία. Όλα τα στοιχεία που λατρέψαμε στους The Cult βρίσκονται εδώ και κάνουν παρέλαση, είτε με σκοτεινά κομμάτια και πιο μυστικιστικά (“Deeply Ordered Chaos”), χορευτικά σημεία (“Dance The Night”), μπαλάντες (“In Bloodή Birds Of Paradise”), γοτθικά και hard rock (“Lilies”), λίγο πιο art και jazzy (“Sound And Fury”), πιο σκληρά (“Heathens”, “Avalanche Of Light”). Με λίγα λόγια, μέσα στις δώδεκα συνθέσεις του, χωρίς bonus καλούδια αυτή τη φορά, έχει από όλα ο μπαξές. Όλα τα στοιχεία που αγαπήσαμε στους The Cult, δηλώνουν βροντερό παρόν.
  Το άλμπουμ λοιπόν, πρόκειται για μια πιο σύγχρονη και πιο hard rock εκδοχή τους, με ποικιλία, αλλά όχι ακριβώς στο ίδιο στυλ που έγιναν γνωστοί. Αν όμως το ακούσετε προσεχτικά, θα εντοπίσετε και τα χορωδιακά μέρη, και το σήμα κατατεθέν στις κιθάρες και τα riffs και φυσικά την όμορφη και λυρική ποίηση του Ian. Για τον γράφοντα, το Hidden City είναι ότι καλύτερο και πιο ολοκληρωμένο έχουν κυκλοφορήσει από την εποχή του Ceremony. Οι The Cult είναι σε τρελά κέφια (όπως και η φωνή του Ian Astbury). ώριμοι, σύγχρονοι, πιο δεμένοι από ποτέ, με τον κλασικό τους ήχο να δηλώνει παρόν.
  Έχοντας σαν γνώμονα όλα τα παραπάνω, συν τον επιπλέον ξάφνιασμα με την έναρξή του που σου αφήνει τις θετικότερες τον εντυπώσεων (και είναι δύσκολο μετά να αλλάξεις γνώμη ακούγοντας και το υπόλοιπο άλμπουμ), δεν έχω παρά να το προτείνω ανεπιφύλακτα και μάλιστα να το φυλάξω στο συρτάρι για τα υποψήφια καλύτερα της χρονιάς που διανύουμε (και δεν είναι απλά ενθουσιασμός).
Ναι, από τώρα γιατί οι The Cult επέστρεψαν και είναι λατρεία, τέλος!

Γιώργος Βαλιμίτης

Υ.Γ.: Το άλμπουμ σπέρνει και θερίζει, φέρτε τους και από τα μέρη μας!

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Wigelius: “Tabula Rasa”

Έχουμε κουράσει με τις διαπιστώσεις ότι η σκανδιναβική
aor/melodic rock σκηνή την τελευταία 15 ετία βγάζει μικρά διαμάντια. Τα περισσότερα συγκροτήματα του παγωμένου βορρά κυκλοφορούν εξαιρετικά άλμπουμ, πανέμορφες συνθέσεις και έχουν σημαντικούς και συνήθως αδικημένους μουσικούς.

Η μπάντα των σουηδών WIGELIUS, σχηματίστηκε το 2011, όταν κέρδισε σε ένα τηλεοπτικό σόου, ο τραγουδιστής Anders Wigelius  και δεν αποκλίνει μουσικά και συνθετικά πολύ από τα σχήματα που έχουν αναδείξει τον συγκεκριμένο ιδίωμα δίνοντας βαρύτητα στο πιο  aor στοιχείο.
Οι συνθέσεις περιέχουν όλο εκείνο το μελωδικό φάσμα ήχων που έχουν αγαπήσει οι φαν του είδους. Οι εμπνευσμένες ερμηνείες ταιριάζουν  και παντρεύονται άψογα με τις κιθαριστικές εξάρσεις και τα θαυμάσια σόλα του Jakob Svensson που το παίξιμο του είναι ποικιλότροπο και αριστοτεχνικό ενώ τα επιμέρους γοητευτικά πλήκτρα δημιουργούν ένα πετυχημένο αποτέλεσμα.
Τα κομμάτια που υπάρχουν στο “Tabula Rasa” ικανοποιούν απόλυτα τον οπαδό του σκανδιναβικού aor ήχου αφού ο δίσκος ξεκινά με το ‘80s υπέροχο Do It All Again”,  συνεχίζει με το δυναμικό “vu” και κλείνει αρχικά με το Long Way From Home” που φέρνει στους FM.
Το Yesterdays News” θυμίζει λιγάκι από Winger και Harem Scarem, το “Please, Please, Please” αντιγράφει έξυπνα τους H.E.A.T. ενώ τα These Tears I Cry”,  “Set Me Free”, “Run With Me” και Time Well Wasted” ξεχωρίζουν για τα θαυμάσια ρεφρέν τους.
H ακουστική μπαλάντα “9 Out of 10” αναδεικνύει τη φωνή του Anders Wigelius, το “Ma Chérie” ακούγεται πολύ συναισθηματικό ενώ το  Love Is The Key” αποτελεί την  μέτρια στιγμή του άλμπουμ.
Συνοπτικά οι WIGELIUS με το “Tabula Rasa”  βάζουν άλλο ένα λιθαράκι ώστε να αναδειχτούν  μία ακόμη  ανερχόμενη δύναμη του melodic rock/aor ήχου και με λίγη τύχη μπορεί το όνειρο προς την κορυφή να γίνει πραγματικότητα.

Φώτης Μελέτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...