Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

ΙΝΚ: "Loom"


H ελληνική ροκ σκηνή, σε αντίθεση με τις περισσότερες δομές της
ελληνικής κοινωνίας παρουσιάζει άνθηση. Χαρακτηριστικός ενδείκτης το δεύτερο άλμπουμ των INK από την Αλεξανδρούπολη. Δουλεμένος ήχος και γερές δόσεις συναίσθημα, πάνω σε goth/μεταgrunge ρίφολα.

Όπως και να το πάρει κανείς, 20 και κάτι χρόνια αφ΄ότου ο ήχος αυτός κυριάρχησε, σήμερα ακούγεται αρκούντως vintage. Όσοι μεγάλωσαν με Mission, Smashing Pumpkins, Tea Party, Paradise Lost και Type O' Negative με το "Loom" όχι μόνο θα βρεθούν στο στοιχείο τους, αλλά θα χαρούν το πρώτο άξιο άλμπουμ του 2016.
Καταλυτική σ' αυτό και η ανάμιξη του "δικού μας" grunge guru, Johnny Bacolas (Alice In Chains, Second Coming), στον οποίον ανήκει η παραγωγή και η ενορχήστρωση στο "Ophelia" καθώς και η συμμετοχή του Craig Walker των ARCHIVE με δεύτερα φωνητικά στα "Sirens" και στο "Ophelia".
Οι Kostas Apostolopoulos (κιθάρες), Chris Tsantalis (φωνητικά), Stavros Tsantalis (ντραμς) και Dra (μπάσο) ακούγονται ατμοσφαιρικοί και ογκώδεις σε καλές αναλογίες (αυτό το "alternative" tag είναι το ισοδύναμο όσων χρησιμοποιούν το επίθετο «εξαιρετικός» επειδή αδυνατούν να προσδιορίσουν ειδικώτερες αποχρώσεις), αποδεικνύοντας ότι μετά το "Diary" του 2009 δεν έμειναν με σταυρωμένα τα χέρια. Εδώ παρουσιάζονται πιο κατασταλαγμένοι, με τίμιες και εύστοχες συνθέσεις. "Persephone", "Ophelia" και "Rain" μας αποκαλύπτουν το συνθετικό απόσταγμα μιας μπάντας που μπορεί να έχει μόνον ανοδική πορεία. Δεν μιμούνται κάτι, είναι ένα ελληνικό συγκρότημα που ξέρει αυτό που ζητάει καθώς και αυτό που του αρέσει να παίζει.
Στο βίντεο κλιπ του "Persephone" δείχνουν μάλιστα ότι εννοούν και οραματίζονται καθαρά το έργο τους, έχοντας στο επίκεντρο ένα θηλυκό με σπάνια όσο και εντυπωσιακή κατατομή.
Η live παρουσίαση του δίσκου σε ευρύ κοινό θα είναι καταλυτικό κριτήριο για τις δυνατότητές τους. Αν τα καταφέρουν να αναπαράξουν το σκοτεινό συναίσθημα του cd θα συγκινήσουν. Αξίζουν ένα καλό άκουσμα, ιδίως για όσους είναι μέσα στον ήχο τους. Δεν είναι και πολλά τα συγκροτήματα που μπορούν να περηφανεύονται ότι έχουν ακούσει τέτοια ενισχυτικά λόγια από τον ίδιο τον Jeff Martin των Tea Party ("They have the heart, the passion and the desire, they're going to succed").

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

CAMEL:" Pressure Points: Live in Concert"


Eίναι η εποχή που τα “βαριά χαρτιά” του λεγόμενου προοδευτικού
ροκ όπως οι Yes και οι Genesis το έχουν γυρίσει στο mainstream και το aor, οι Pink Floyd με τους ELP ουσιαστικά δεν υφίστανται και οι Jethro Tull με τους Kansas κυκλοφορούν μετριότητες.Έτσι λοιπόν απέμειναν οι Camel να κρατούν ταπεινά και αθόρυβα όρθια τη σημαία του prog rock.

Βρισκόμαστε στο 1984  και η μπάντα περιοδεύει  για να προωθήσει το δίσκο “Stationary Traveller” που είχε ως  θέμα τους πρόσφυγες που προσπαθούσαν να φύγουν από το ανατολικό Βερολίνο “σπάζοντας” το περιβόητο τείχος και να βρουν τη τύχη τους, στο Δυτικό Βερολίνο.
Στις 11 Μάιου της ίδιας χρονιάς οι Camel κυκλοφορoύν  το “Pressure Points: Live in Concert” ηχογραφημένο στο Hammersmith Odeon  σε ένα μεγαλειώδες live show που έδωσαν, όπου η εκπληκτική ερμηνεία, το πάθος του Andrew Latimer και το χαρισματικό παίξιμο του στη κιθάρα φτιάχνει μία μοναδική ατμόσφαιρα και σε αναγκάζει να παραδοθείς άνευ όρων σε ένα παραμυθένιο ταξίδι γεμάτο ουράνιες μελωδίες και συναρπαστικούς ρυθμούς.
Η εκτελεστική δεινότητα όλων των μελών δεν χρειάζεται να περιγραφεί, ούτε να επαναλάβουμε πως όλες οι συνθέσεις αποτελούν ένα χρήσιμο δείγμα καλλιτεχνικής αφύπνισης σε όσους νομίζουν ότι έχουν κάποια σπουδαία ροκ μπάντα.
Μέχρι και το εκρηκτικό σαξόφωνο του Mel Collins προκαλεί δυνατές αναθυμιάσεις jazz-rock ρυθμών ενώ καθοριστική είναι η παρουσία του ντράμερ Paul Burgess (10cc, Jethro Tull, Magna Cartα) και του Colin Bass στο μπάσο.
Στη σκηνή του Hammersmith Odeon όμως εκείνη τη βραδιά υπήρχε και ένα μεγάλο όπλο του γκρουπ...Το ή καλύτερα τα όπλα ήσαν οι πληκτράδες, Ton Scherpenzeel (Kayak) και Chris Rainbow (The Alan Parsons Project) -  με σημαντικές ερμηνευτικές στιγμές -  και ο μακαρίτης Pete Bardens (ως guest) όπου μαζί με τον Andrew Latimer δημιουργούσαν  αισθήματα πρωτόγνωρης rock ευδαιμονίας χάριν στη μελωδική δύναμη που διέθεταν και τις εμπνευσμενες ενορχηστρωτικές εναλλαγές τους.
Στο “Pressure Points: Live in Concert” η αρτιότητα συνδυάζεται θαυμάσια με το progressive συναίσθημα και η περιπλάνηση σε ήχους και μουσικούς δρόμους που δεν εμπεριέχουν επιτηδευμένες και προβλέψιμες συνθέσεις.
Η Kαμήλα” παρά τα μετέπειτα προβλήματα της δεν σταμάτησε να μας συγκινεί  και να μας σας θυμίζει πόσες άγνωστες μουσικές πολιτείες μας γνώρισε.
Εκείνη η βραδιά όμως είχε και τα ευτράπελα της αφού λόγω προβλημάτων φωτισμού, δεν εγκρίθηκε να συμπεριληφθεί ολόκληρη η συναυλία τόσο στο βινύλιο όσο και στην ανάλογη βιντεοκασέτα που κυκλοφόρησε τότε.
Το 2009, το  “Pressure Points: Live in Concert” βγήκε ξανά στην αγορά  και σε remastered έκδοση όπου περιλαμβάνει έξι επιπλέον κομμάτια που δεν υπήρχαν στην αρχική έκδοση με το αξεπέραστο "Lady Fantasy" να κοσμεί και να διορθώνει τις τότε παραλείψεις της Decca Records.

Φώτης Μελέτης

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

W.A.S.P.: "The Last Command"


Το εξώφυλλο είχε τον Angus Young, μέσα σ΄ένα faux κάδρο από
συρματόπλεγμα, να σημαδεύει το φακό με την Gibson SG. Δίπλα του, με ξύλινα κεφαλαία: «Αφίσσα JUDAS PRIEST», «Αφιέρωμα στους AC/DC», «JIM MORRISON", "JIMI HENDRIX". Και στη «ΜΕΤΑΛΟ-Κριτική», με το εξώφυλλο σε σμίκρυνση, δίπλα στο "Live After Death", τους Faithful Breath και τους Vice Human, εκείνος ο δίσκος.

«Αυτός είναι ο νέος δίσκος των W.A.S.P. που όπως μας είπε πρόσφατα ο ιδρυτής και τραγουδιστής τους Blackie Lawless πρόκειται για μια ανανεωμένη δουλειά με κύριο χαρακτηριστικό το καλύτερο δέσιμο της μουσικής με έναν επιπλέον νέο ήχο επενδυμένο επάνω στους στίχους που αυτή τη φορά έχουν κάποιο σαρκαστικό χιούμορ... Πράγματι αληθεύουν τα όσα είπε, κι εξαρχής θα μπορούσε να διαπιστώσει κανείς αυτή την «αλλαγή» ακούγοντας το πρώτο κομμάτι του δίσκου το "Wildchild" το οποίο ξερνάει φωτιές αλλά ταυτόχρονα κρατάει ένα μεγαλόπρεπεπο τέμπο (ιδιαίτερα στην κιθάρα). Χιουμοριστικό το "Blind In Texas" το οποίο είχα την ευκαιρία να δω και σε βίντεο. Στο όλο τους παιχνίδι έχουν μπλέξει και τους ΖΖ ΤΟP ... Επιδεικτικό και σκανδαλώδες το "Ballcrusher" και γεμάτο εξυπνάδα το "Fistful Of Diamonds". Τα "Last Command" και "Sex Drive" κατέχουν μια καλή θέση στο δίσκο και γενικά θα μπορούσα να πώ ότι οι W.A.S.P. μπήκαν σε μια ευαίσθητη τροχιά πλέον, αφού η δημοτικότητά τους αυξάνεται συνεχώς ανά τον κόσμο. Για όσους αναζητούν τον πύρινο ήχο, οι W.A.S.P. έχουν έξω από την πόρτα τους το "Last Command.
Αυτά έγραφε ο Γιάννης Κουτουβός στο τεύχος Δεκεμβρίου του '85. Έτσι γράφονταν κάποτε οι «κριτικές», με ένστικτο, γι΄αυτό και ήταν πραγματικά επιδραστικές.

Στον ένα ημερολογιακό χρόνο ζωής που συμπλήρωνε τότε το "Heavy Metal (υπότιτλος "Hard Rock") στις προθήκες των ελληνικών περιπτέρων, οι W.A.S.P. παρουσιάζονταν απανωτά. Εξώφυλλα, «αφιερώματα», αφίσσες, ο Blackie να πίνει αίμα απ΄το κρανίο, ο Blackie με το πριονωτό σπασουάρ, η τετραμελής μπάντα αφιονισμένη, με γκριμάτσες τέτοιες που θα έκαναν τον παππά κάθε ενορίας να πλακωθεί σε τρισάγια, να ζητά ενισχύσεις διάκων από τη Μητρόπολη και παρουσιολόγιο στα κατηχητικά. Ήταν το συγκρότημα που, παρ΄όλο που ανήκε στο δεύτερο, λιγώτερο επιδραστικό, κύμα, του αμερικάνικου μέταλ (Motley Crue, Twisted Sister, Ratt, Quiet Riot) και υπολειπόταν σε δημοφιλία των Maiden, Scorpions, Priest, Motorhead, Ozzy, Saxon, AC/DC, συνόψιζε όλα τα κοινωνικώς εξοβελιστέα στίγματα του τρισκατάρατου «χέβυ μέταλ»:
Αλητήρια εμφάνιση, τεράστια μαλλιά, εξώκοσμα κοστούμια (κάτι μεταξύ road warriors του Mad Max και "Warriors" του Walter Hill), φωνητικά δαίμονα με μπηγμένο το σταυρό στην καρωτίδα, στίχους για βίαιο και σαδιστικό σεξ. Στις συναυλίες πετούσαν ωμό κρέας στο κοινό, είχαν μια όρθια σχάρα όπου έδεναν κάτι πρόστυχα ντυμένες γκόμενες και τις «βασάνιζαν», κρανία, πυρσούς, ψεύτικο αίμα κατά γαλόνια να χύνεται all around και σαν υπόκρουση έναν κιθαριστικό παροξυσμό μετ΄ουρλιαχτών, πολύ κοντά στο white noise.
Είχαν μπει σε όλες τις λίστες με τα «επικίνδυνα», «σατανικά», «βέβηλα», «διεφθαρμένα» ροκ γκρουπ. Το ακρωνύμιό τους δε σήμαινε, βέβαια, «σφήκα» («γι΄αυτό έχει ρε μ@λ@κα και τελείες ενδιάμεσα», πετάγανε υπεροπτικά οι πιο βγαλμένοι), αλλά σήμαινε, λέει, κάτι αδιανόητα "We Are Satan's Preachers", ή "We Are Sexual Perverts". Χωρίς πολλά - πολλά, οι W.A.S.P. ήταν η απαγορευμένη - και γι΄αυτό εμμονική- παραίσθηση δύναμης κάθε σπυριάρικου γυμνασιόπαιδου. Και μόνον το ότι είχαν κομμάτι με τον τίτλο "F@#k Like A Beast", που ήταν απαγορευμένο και δεν μπορούσαμε να το βρούμε και να το ακούσουμε, τους έδινε στα μάτια μας υπερφυσικές διαστάσεις.
Τον Δεκέμβριο του '85, ο δεύτερος εκείνος δίσκος τους αναμενόταν με δίψα. Ακριβέστερα, με προσμονή ναυαγού, παγιδευμένου σ΄ένα σύμπαν μεταξύ τελευταίου θρανίου, τριγωνομετρίας και παστέλ T-shirt, με όλους τους Frankie Goes To Hollywood, Wham και Smiths να αναζητούν κερκόπορτες προς το μυαλό.



Η κριτική του Κουτουβού, πάντα έβαζε τη σπίθα. Ήταν αυτό που χρειαζόμαστε, σε δίσκους και κασσέτες Capitol.
Με το που μπαίνει το "Wild Child", ένας άγριος άνεμος βγαίνει απ΄τα ηχεία, κάνοντας τις κιθάρες ν΄ακούγονται αχανείς και τη ρυθμική βάση σχεδόν tribal. Δεν υπάρχουν εδώ οι πριονοκορδέλλες του πρώτου άλμπουμ, αλλά ένας μαεστρικά αφημένος χώρος στον ήχο, μέσα στον οποίο η φωνή του Blackie αλυχτάει, τρυπώντας στρώματα από συνθεσάϊζερ και ανεβάζοντας με το ρεφραίν κάθε εφηβική φαντασίωση στα ύψη ("I' m a Wild Child - Come and love me - I Want you - My heart's in exile, I need you to touch me, 'cause I want what you do - I want you"). Υπόδειγμα ηχοληψίας και παραγωγής, από τον άνθρωπο που, με την εταιρία του, Pasha Records, συνταγογράφησε το πρώτιστο μέταλλο ("Metal Health" των Quiet Riot, '83) για την υγεία των εφήβων της εποχής, τον οραματιστή αλλά παρεξηγημένο Spencer Proffer.

Η συνέχεια έρχεται κάπως πεζή, καθώς τo "Ballcrusher" (με το βιτσιόζικο στίχο "Such a vicious wicked woman, black magic voodoo queen, lesbo-nymphomaniac, she had a girlfriend at seventeen"), το "Fistful Of Diamonds" και το "Jack Action" πατούν μεν στην κατάμουτρη φόρμα του πρώτου δίσκου, αλλά ακούγονται κάπως νερωμένα, με τύμπανα κούφια και κιθάρες που ξύνουν, χωρίς όμως τον αναμενόμενο όγκο. Τα εφέ πηγαίνουν κι έρχονται (πολυβόλο στο τελείωμα του "Action", απόσπασμα από δελτία ειδήσεων της Wall Street στην εισαγωγή του "Diamonds", ντέφια, κρόταλα και απόκοσμα φωνητικά στο "Wild Child") τα φωνητικά είναι επεξεργασμένα και ενισχυμένα, ενώ τα συνθεσάϊζερ φωτοσκιάζουν, όσο γίνεται, ένα υπερφαζαριστό hard rock.
Εκεί, στο τέλος της πρώτης πλευράς, έρχεται το καθηλωτικό "Widowmaker", με το sitar, τον απειλητικό αέρα να σφυρίζει στην εισαγωγή και την κινηματογραφική δύναμη των στίχων ("A thousand years I've roamed the plains - And waved the hand of doom - I've seen the tears that fall like rain from the waste and all  the ruin [...] The smell of sorrow fills the fields - And lingers in the sky - The littered ground will swallow down - The souls that fill my eyes"), να υπενθυμίσει τη δύναμη της μουσικής που έχουμε διαλέξει ν΄ακούμε.
Η δεύτερη πλευρά αρχίζει απροσδόκητα, με ένα διαολεμένο boogie ("Blind In Texas") στη φλέβα των -ζεστών ακόμη από την επιτυχία του "Eliminator"- ZZ Top, με το στίχο του να εδραιώνει το πιώμα σε εχθρικό έδαφος ως αναφαίρετο δικαίωμα των χέβυ μέταλ θεών όπως ο Blackie, που το hangover δεν τολμούσε να τους αγγίξει ("I drank Dallas whiskey and lost my mind - had high balls in Houston 3 for a dime - everything starts to spin - loaded on gin - I feel out the door what I say is - I' Blind In Texas"). Ο παραλληλισμός της άγριας δύσης και των εκτός ελέγχου ρόκερ είχε επιχειρηθεί ξανά (Ratt με το "Wanted Man", σχεδόν την ίδια περίοδο Saxon με το "Rock N' Roll Gypsy"), αλλά το βίντεο αυτό με το αρμαντίλλο και το αλκοόλ να ρέει, δείχνει και είναι "the real deal".



Το "Cries In The Night" είναι μια στοιχειωμένη μπαλάντα (πολύ πριν οικειοποιηθεί τον όρο "power ballad" και η κάθε αρτιμελής Μαράϊα), με προσεγμένη δουλειά στα δεύτερα φωνητικά και λόγια που αποκαλύπτουν ότι πίσω απ΄το άτρωτο προσωπείο του Blackie υπάρχουν ρωγμές ανθρωπιάς ("they pull at my hair, and call out my name, they think I' cool and got worries with fame- but I'm living to lose and dying to win - with these people around me, my patience wears thin"). Κι έρχεται το δίδυμο "The Last Command" και "Running Wild In The Streets", με τα συναυλιακά ρεφραίν, τα κιθαριστικά εφέ και τις τονισμένες μελωδικές γραμμές, να διχάσουν. Οι κιθάρες πιο πίσω, ο παλμός από συνθετικό ήχο να λειτουργεί ξεσηκωτικά, τα σόλο και οι φράσεις των Chris Holmes και Randy Piper υπολογισμένα. Δύο από τα καλύτερα φροντισμένα metal κομμάτια της εποχής, να αποποιούνται της αιχμής τους στο βωμό της μουσικότητας. Ο συρμός του "Sex Drive" είναι μια μέτρια υποσημείωση, σ΄ένα έντονο, εύγευστο αλλά κάπως άνισο άλμπουμ.

Άνισο γιατί το φιλόδοξο μουσικό άνοιγμα που επιχείρησαν ο Proffer και ο Blackie είχε διπλό αποδέκτη : το mainstream αλλά ταυτόχρονα το πιο «ενήλικο» hard rock ακροατήριο. Ο Blackie, στα 29 του τότε, σκόπιμα πιο προσγειωμένος στις συνεντεύξεις της εποχής, δήλωνε περήφανος ότι παίζει αυτή τη φορά «14 διαφορετικά όργανα» και ότι είχε σκοπό με τα συνθ να βάλει «φαντασία» στον heavy rock ήχο, για να μπορεί ο ακροατής «ν΄ακούει λεπτομέρειες στο δίσκο ακόμη και μετά από πέντε χρόνια». Είναι αλήθεια ότι επιδιώκοντας να αποστεί από το προφίλ του άμουσου και χυδαίου ρόκερ, είχε φτιάξει όχι το δεύτερο, αλλά κατευθείαν το πέμπτο του άλμπουμ. Είναι επίσης αλήθεια ότι ήταν και παραμένει ένας δίσκος για ακρόαση σε καλά ακουστικά, με τις λεπτομέρειες να υπάρχουν όντως και σε σημεία να απογειώνουν το άκουσμα σε σχέση με το μέσο χέβυ μέταλ άλμπουμ της εποχής.
Όμως η παγίδα για τους W.A.S.P. του '85 είχε στηθεί. Το μέχρι τότε «αποκρουστικό» γκρουπ βαφτίστηκε σε μια νύχτα «εμπορικό» από τους επαγγελματίες θάφτες του διεθνούς τύπου και αυτό άρχισε να περνάει στο κοινό. Έχοντας μέχρι τότε συγκεντρώσει τα πυρά της P.M.R.C., της οργάνωσης των συζύγων των Αμερικάνων πολιτικών που ήθελαν να «καθαρίσουν» το ροκ από τις νοσηρές επιρροές, ο Blackie, όταν ξεκίνησε η περιοδεία για το "Last Command",  είχε αποφασίσει το stage show να είναι, για τα δικά του μέτρα, πολύ πιο συμβατικό : πάνε οι ημίγυμνες, το κρέας και το αίμα, απλώς τέσσερα παλούκια με ομοιώματα των κεφαλών των μελών του γκρουπ και μια πολυεπίπεδη σκηνή με εκτυφλωτικά φώτα. Οι υπερβολές της άγρας δημοσιότητας είχαν κάνει τη ζημιά για καλά. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας '85-'86, οι W.A.S.P. δέχονταν βροχή απειλές για βομβιστικές επιθέσεις, αίθουσες εκκενώνονταν, συναυλίες αναβάλλονταν ή ματαιώνονταν και απ΄ έξω απ΄όσες γίνονταν διαδήλωναν εκατοντάδες αγριοχρίστιανων με πλακάτ και το μάτι να γυαλίζει, αφορίζοντας τους τέσσερις σατανάδες και την επικίνδυνη κραιπάλη τους.
Τον ίδιο τον
Blackie τον είχαν πυροβολήσει δύο φορές άγνωστοι, ενώ του είχαν κόψει μια φορά τα φρένα από τη Μάστανγκ του και σώθηκε από τύχη. Ρηξικέλευθη επιλογή να προκαλείς την πουριτανική Αμερική της εποχής Ρήγκαν με κομμάτια από ωμό κρέας, βαρύ θόρυβο και στίχους για «κτηνώδεις» συνουσίες.
Εξ αιτίας όλων αυτών, όπως ήταν αναμενόμενο, όσοι είχαν «επενδύσει», έφθασαν να χάνουν άφθονα δολλάρια μέσα σε λίγους μήνες. Το χρέος στην Capitol και την Pasha εκτινάχθηκε και το χρήμα δεν επέστρεψε στα ταμεία, παρά το ένα εκατομμύριο των πωλήσεων και τα δύο -κλασσικά πλέον- βίντεο ("Blind In Texas" και "Wild Child") που έκαναν μάταια ό,τι γινόταν για να αλωθεί το MTV.
Οργισμένος και με τις προσδοκίες διαψευσμένες, ο αρχηγός επιχείρησε επαναφορά αναλαμβάνοντας ο ίδιος την παραγωγή («κανείς δεν θα μου ξαναπεί πώς πρέπει να ακούγομαι» - μια άδικη βολή κατά του Spencer Proffer) και επαναφέροντας τα τρυκ με το αίμα και το σπέρμα για την προώθηση του επόμενου άλμπουμ. Όμως το "Inside The Electric Circus" (Οκτώβριος '86) ήταν ανέμπνευστο και, το χειρότερο, προβλέψιμο και ελάχιστα σοκαριστικό ή απειλητικό. Σπάνια το ίδιο κόλπο μπορεί να λειτουργήσει το ίδιο αποδοτικά για δεύτερη φορά στη show business, ιδίως εφόσον το προηγούμενο άλμπουμ αποκάλυπτε ότι υπήρχε ένα μουσικό απωθημένο που παρέμενε ανεκπλήρωτο.

Με το "The Last Command", καθώς φαίνεται, χάθηκε προσωρινά μια σημαντική ευκαιρία για όλο τον σκληρό ήχο και θύμα ήταν οι W.A.S.P.. Ή θα γινόταν ξεδιάντροπα εμπορικός (κάτι που έγινε ένα χρόνο μετά), ή θα βρισκόταν στο περιθώριο. Το labeling της εποχής ήταν αδυσώπητο. Ο ίδιος ο Blackie Lawless θα αγωνιζόταν σε ολόκληρη την καρριέρα του να πείσει ότι ήταν σοβαρός συνθέτης, κάτι που το κατάφερε εν μέρει με το ρεβιζιονιστικό, καθαρό μέχρις υποκρισίας από καταχρήσεις, "The Headless Children" του '89 και ιδίως με το αλά "Tommy" βαρυθεματικό κόνσεπτ άλμπουμ "The Crimson Idol" του '92, όταν όμως το μουσικό τοπίο είχε μεταλλαγεί εντελώς.
Αργότερα, μεταξύ '99 και 2004 αναλώθηκε σε επίμονες επανεπισκέψεις στο «αιματηρό», με την ένταση στα κόκκινα, ηχητικό παρελθόν του πρώτου άλμπουμ, για να δηλώσει τελικά το 2007 ότι «δεν ξαναπαίζει το ".
Beast"», καθώς ανακάλυψε ξανά τη χριστιανική του πίστη και ανατροφή, που τον οδήγησε στο να αποκηρύξει το κομμάτι και όσα αντιπροσώπευε. Δεν έχει μέχρι σήμερα σταματήσει να περιοδεύει με νέα μέλη στη μπάντα (και πολλή προηχογραφημένη βοήθεια, λένε οι αυτόπτες) και να κυκλοφορεί σκοτεινά, δυστοπικά άλμπουμ με κάτι σαν πολιτικά «μηνύματα» στη στιχουργική τους βάση. Ο απολωλώς πρίγκηπας της Βαβυλώνας, με τα χρόνια, μας προέκυψε νουνεχής προφήτης.
30 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το "The Last Command" είναι από τα πιο επιτυχημένα άλμπουμ του καταλόγου των W.A.S.P. από πλευράς πωλήσεων. Οπωσδήποτε θα έχετε συναντήσει κάτι πρώην γυμνασιόπαιδα του τότε, που, ανεξάρτητα από την τεθλασμένη πορεία της ζωής τους, ακόμη νιώθουν να τους συνεπαίρνει αυτός ο ατίθασος αέρας στο άκουσμα της εισαγωγής του "Wild Child".
Ζουν ανάμεσά μας.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Eric Bell: "Εxile"


Ο άνθρωπος που ήταν ο συνοδοιπόρος του μεγάλου Phil Lynott
(1969-1973), ο κιθαρίστας που ακούγεται στο "Whiskey In The Jar" και το "The Rocker" εκδιώχθηκε από τους Thin Lizzy επειδή ήταν «βαρετός» μετά την πρώτη αμερικάνικη περιοδεία, δεν σταμάτησε ποτέ να ηχογραφεί, παρ΄ότι το ενδιαφέρον για τις ηχογραφήσεις του υπήρξε διαχρονικά μικρό.

Το 9ο προσωπικό του άλμπουμ - το πρώτο μετά από κάτι παραπάνω από 6 χρόνια είναι μια stripped down προσπάθεια, απεξαρτημένη από απαιτήσεις «παραγωγής» και φιλοδοξιών γενικώτερα. Κατά τον ίδιο τρόπο που αρκετοί ρόκερ της ηλικίας του (Neil Young, Mark Knopfler, Bob Seger) ξεδιπλώνουν τις πρωτογενείς επιροές τους από country, folk, blues και rock n' roll, έτσι και o Bell κινείται μεταξύ προβλέψιμου, χαμηλότονου και -ενίοτε- με κάποιο δείκτη περασμένης ζωτικότητας ακούσματος.

Η βάση των στίχων δε θα μπορούσε να είναι άλλη από αυτοβιογραφική και ο τόνος είναι τρίτης ηλικίας χωρίς εξάρσεις (ξεχωρίσει το ροκαμπίλυ "Rip It Up", το ηλεκτροφόρο "Concrete Jungle" και το "Deep In Your Heart" στο γνώριμο από τα προσωπικά του άλμπουμ παλαιοLizzy χρώμα), σαν το ηχητικό ισοδύναμο μιας ταινίας όπως το "The Straight Story" του Lynch, όπου από πρώτη άποψη δε συμβαίνει τίποτε, γιατί οι εντάσεις είναι στα εσώτερα του πρωταγωνιστή, με τις γωνίες των στραβών και των ανάποδων αμβλυμένες από τον χρόνο, αλλά με τα σημάδια τους πάντα εκεί. To βέβαιο είναι ότι ο Bell ακούγεται ειλικρινής και εντελώς απροσχημάτιστος απ΄την αρχή ως το τέλος. Ό,τι πιστοποιητικά αξιοσύνης χρειαζόταν τα έδωσε με τους Thin Lizzy και με τη μπάντα του Noel Redding 40 περίπου χρόνια πριν. Τώρα απλώς εκφράζεται με την κιθάρα του, σα να παίζει για τους στενούς του φίλους και μόνο.

Υπάρχει βέβαια κι ένα πραγματικά συγκινητικό τραγούδι, το τελευταίο του άλμπουμ "Song For Gary", σε ημιδιηγηματικό ύφος για τον μεγάλο Gary Moore, τον οποίο ο Bell γνώρισε ακόμη αμούστακο να κουβαλάει εδώ και κει μια κιθάρα ίσα με το μπόϊ του, κι όμως έφυγε πολύ νωρίτερα απ΄τον ίδιο, στα 58.hope someday we' ll meet again" ακούγεται να λέει ο Bell, κι όταν είναι κανείς 68 με μια τέτοια πορεία πίσω του, το εννοεί, περισσότερο από ποτέ στη ζωή του.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Last Autumn's Dream: "Paintings"


Στην ιστορία αυτής της μελωδικότατης μπάντας συναντάμε έναν
από τους χαρακτηριστικότερους τραγουδιστές/συνθέτες του μελωδικότατου ιδιώματος, τον Mikael Erlandsson από το Gothenburg της Σουηδίας.


Στη δημιουργία της μπάντας συμπράττει με έναν εξαιρετικά τεχνίτη της εξάχορδης, τον Andy Malecek από μία γερμανική εξαιρετικά μελωδική  hard rock μπάντα, τους Fair Warning.
Ο Mikael και ο  Andy ξεκίνησαν για να δημιουργήσουν ένα δίσκο και γι’ αυτό διάλεξαν τους καλύτερους για να πλαισιώσουν το μουσικό τους εγχείρημα!
Οι  Ian Haugland, Mic Michaeli και ο  John Leven των τεράστιων μελωδών Europe-που τότε ήταν σε απραξία – και οι  LAST AUTUMN'S DREAM γεννήθηκαν στα  2003!
Το εκπληκτικό πρωτόλειο μουσικό δημιούργημα τους αποτελεί σπουδαία κληρονομιά στο μελωδικό θησαυροφυλάκιο της σκανδιναβικής χερσονήσου!!
Όμως η μπάντα ξαφνικά έχασε τα 3/5 της, που επέστρεψαν να μεγαλουργήσουν για δεύτερη φορά με την επιστροφή των υπέρτατων  Europe.
Η τραγικότητα κορυφώθηκε μετά την κυκλοφορία του δεύτερου δίσκου τους, όταν ο μπασίστας και μέλος των μελωδικότατων  hard rockers, Talisman  μπασίστας  Marcel Jacob, μη αντέχοντας τη μάχη με την επάρατη νόσο "έθεσε τραγικά τη ζωή του στην ανυπαρξία"… οι αντικαταστάτες τους Nalley Påhlsson (Treat, Therion) και ο ντράμερ Jamie Borger (Talisman, Treat, Secret Service) εντάχθηκαν στην μπάντα και της έδωσαν νέα, δημιουργική πνοή!
Κι ο Andy Malecek όμως αποφάσισε να εγκαταλείψει το συγκρότημα στα 2014 για προσωπικούς λόγους και αντικαταστάθηκε με τον πανέξυπνο κιθαρωδό Peter “Pac” Söderström, που στις προηγούμενες κυκλοφορίες της μπάντας συνεισέφερε ως ρυθμικός κιθαρίστας.
Ο δε παραγωγός Ulf Wahlberg εντάχθηκε στην μπάντα ως πληκτράς. Παρόλες όμως τις κακοτυχίες, τις τόσες αλλαγές στην σύνθεση του σχήματος η μπάντα παραμένει ισχυρή δημιουργικά και παρουσιάζει στους πιστούς οπαδούς της ακόμη ένα αριστούργημα: το "Paintings", που ο τίτλος περιγράφει ακριβέστατα το περιεχόμενο και τη μουσική επένδυση των συνθέσεων: ζωγραφιές με μελωδία-μελωδία-μελωδία…
Συνθέσεις, όπως τα μελωδικότατα ροκάδικα κομμάτια :
"My Mistake To Make", "Won'tcha Stay The Night", "Bring Out The Heroes", "Too Late" ή το χαρακτηριστικότατο σκανδιναβικό "διαμαντάκι" και προσωπικά αγαπημένο,   "An Eye For An Eye", "φωνάζουν" με το πρώτο άκουσμα ότι είναι  συνθέσεις των  LAD.
Η ενδιαφέρουσα διασκευή στο  "Take It On The Run" (των "θεούληδων" R.E.O. Speedwagon) ή το πανέμορφο  "In Case Of Landing On Water", κάνουν το δίσκο να ηχεί δυναμικότερος και άκρα ενδιαφέρων! Όσο για το "γιαπωνέζικο δωράκι"  "Even When I Hate You" έχει ένα πανέμορφο  AORάδικο αίσθημα.
Άψογη μουσικότητα, εξαιρετικός τραγουδιστής, καλοδουλεμένες συνθέσεις’ ένας δίσκος που συνδυάζει τον παραδοσιακό ήχο των Last Autumn’s Dream με ηχοχρώματα AOR και επαυξημένη την  rock  πινελιά στον ήχο, χάρη στην εξαιρετική δουλειά του  Peter Pac Soderstrom.
Ίσως ο καλύτερος δίσκος τους μαζί με τον πρώτο!
Ελπίζω να είναι εδώ για πολλά-πολλά χρόνια ακόμη στο μελωδικό στερέωμα για να κάνουν τα ακούσματα μας ενδιαφέροντα!!

Νότης "Rock Star Crazy" Γκιλλανίδης

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

Gotthard: "Live & Bangin΄"


Πληροφοριακά η μπάντα πήρε το όνομα της από τον άγιο Gotthard
Massif.Δυστυχέστατα, ο αρχικός μέγιστος φωνητικά τραγουδιστής της μπάντας Steve Lee, βρήκε τραγικό θάνατο σε περιοδεία με φίλους, καβαλώντας την αγαπημένη του μηχανή στις 5 Οκτωβρίου του 2010.

Στις  11 Νοέμβρη του  2011, οι Gotthard ανήγγειλαν τον καινούργιο τραγουδιστή τους , τον Nic Maeder, μέσα από την επίσημη ιστοσελίδα τους στο Facebook και πρόσφεραν δωρεάν από τον ιστότοπο του γκρουπ,  τη νέα σύνθεση για κατέβασμα, το "Remember It's Me".
Το Δεκέμβρη του  2012, οι Gotthard ξεκίνησαν τη  Firebirth Tour, για την προώθηση του  10ου  στουντιακού δίσκου του με τον τίτλο "BANG!".Ένας λοιπόν δίσκος που αντιπροσωπεύει την μπάντα με τον χαρισματικό αυτόν τραγουδιστή είναι το πρόσφατα κυκλοφορήσαν με τον ηχηρότατο τίτλο "Live & Bangin’"!!
Ο δίσκος ηχογραφήθηκε κατά την περιοδεία για την προώθηση του δίσκου τους  Bang! στην πόλη  Baar της γενέτειρας τους Ελβετίας στα 2014 και αρχικά κυκλοφόρησε μέσω της ιστοσελίδας της μπάντας μόνο για τα μέλη του  FanClub ως ένδειξη ευχαριστίας για τις δύσκολες μέρες που πέρασε το συγκρότημα…όμως το  "Live & Bangin’" κυκλοφόρησε και ως  CD στην Ιαπωνία από την  Marquee Inc / Avalon.
Πρόκειται για ένα επίσημο "παράνομα ηχογραφημένο" δίσκο/official bootleg (στην καλλιτεχνική-συλλεκτική αργκό) – αλλά πρόκειται για μία εξαιρετική ηχογράφηση σε επιμέλεια του κιθαρίστα της μπάντας  Leo Leoni και στα  75 λεπτά της ηχογράφησης απολαμβάνουμε καθάριο, κρυστάλλινο ήχο με την μπάντα σε φοβερή απόδοση!
Σε καμία περίπτωση δεν αδικούμε έναν εξαιρετικό, νεοφερμένο τραγουδιστή τον Nic Maeder, που η απόδοση του από το ηχοσύστημα του σπιτιού μας μεταφέρει νοερά στο χώρο της συναυλίας, αλλά η θύμηση και η αισθαντικά χαρακτηριστική φωνή του Steve Lee θα μείνει για πάντα χαραγμένη στα αυτιά και στην ψυχή μας!
Διαβάστε παρακάτω τι περιλαμβάνει το εν λόγω live.

 1. Let Me in Katie 2. Bang! 3. Get Up 'N' Move On 4. Sister Moon 5. Right On 6. Master of Illusion 7. Feel What I Feel 8. The Call 9. Remember It's Me 10. What You Get 11. The Train 12. C'est La Vie 13. That's It (Car Crash) 14. Mountain Mama 15. Lift U Up 16. Thank You 17. Anytime Anywhere


Νότης Γκιλλανίδης

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

David Bowie: "Blackstar"


Χρειάζεται τεράστια κλάση για να μπορέσει ένας συνθέτης και
περφόρμερ, ακόμη κι ένας από τους μεγαλύτερους στην εποχή του ροκ ν΄ρολ, να εμπνευστεί και να υλοποιήσει ένα requiem για τον εαυτό του. Αυτός όμως ήταν ανέκαθεν ο David Bowie. Απρόβλεπτος, παθιασμένος και φευγαλέος, άγνωστο προς ποιά κατεύθυνση κάθε φορά.

"In style", λοιπόν, ο άνθρωπος που κάποτε «Πούλησε τον Κόσμο», που ξαναγεννήθηκε ως Ziggy, κατόπιν «Έπεσε στη Γη», περιπλανήθηκε στο Βερολίνο ως Λευκός Δούκας, θύμισε στο mainstream πώς είναι να είσαι σόουλ εικόνισμα και «Απολύτως Πρωτάρης», ο όλα αυτά και παραπάνω, μας χαρίζει το 27ο και αποχαιρετιστήριο δισκογράφημά του. Συγκινητικό χωρίς να είναι μελοδραματικό και απ΄ άκρη σ΄άκρη οραματικό. Σα να καλεί το σύγχρονο μουσικό κόσμο να τον παρακολουθήσει στο πείραμά του, υποσχόμενος ότι θα αναπτύξει τις ιδέες του στο επόμενό του βήμα. Γνωρίζοντας όμως, εδώ και ένα χρόνο περίπου, ότι δεν θα έχει την ευκαιρία να το πραγματοποιήσει ποτέ.
Συμπαραγωγός ο άνθρωπος που ξέρει όσο λίγοι το έργο του, ο Tony Visconti.  Ο ήχος του πειραματικός, θυμίζει το "Bells" του Lou Reed, κι απ΄την τριλογία του Βερολίνου περισσότερο το "Low", με μέγιστο όπλο του τις jazz ενορχηστρώσεις (ειδικά το σαξόφωνο του Donny McCaslin δημιουργεί τοπία όπου το παλιό και το φουτουριστικό αναμιγνύονται με εντυπωσιακά αποτελέσματα) και τα ambient περάσματα.
To εναρκτήριο 10λεπτο "Blackstar" είναι ένα δυσοίωνο ηλεκτρονικό ποτάμι μέσα απ΄ το οποίο αναδύονται ανατολίτικα χρώματα και φράσεις πνευστών, πριν οδηγήσει σ΄ένα ξέφωτο πλήκτρων που αποπνέει αγαλλίαση. Οι αναφορές για το επικείμενο τέλος του αφηγητή-υποκειμένου, διαρκείς ("Something happened on the day he died - Spirit rose a metre and stepped aside - Somebody else took his place, and bravely cried  - I'm a blackstar, I'm a star star").
Η αναζήτηση αυτοπροσδιορισμού, πάντα ένα αίνιγμα χωρίς λύση με τον Bowie, εξακολουθεί ακμαία, αλλά και αγωνιώδης ["I can't answer why (I'm not a gangster) - But I can tell you how (I'm not a flam star) - We were born upside down (I'm a star star) - Born the wrong way 'round (I'm not a white star - I'm a blackstar, I'm not a gangster - I'm a blackstar - I'm not a pornstar, I'm not a wandering star- I'm a blackstar]. Το βίντεο κλιπ του κομματιού, μια σημειολογική πυκνογραφία, μεταξύ ταινίας τρόμου και αποκαλυπτικού οράματος:
Νέοι σπαρταρούν σα δαιμονισμένοι και συρρέουν κυκλικά με τελετουργικό τρόπο, εσταυρωμένα σκιάχτρα, ένα κρανίο -
holy grail και μια ιέρεια με πυκνά φρύδια, ο ίδιος αδυνατισμένος και με αραιά μαλλιά, αλλά ένα πάθος απροσμέτρητο, σαν κήρυκας μιας μυστικής θρησκείας να μαγνητίζει τον θεατή, κρατώντας ανά χείρας ένα βιβλίο με απ΄έξω το Μαύρο Άστρο.
Ακολουθεί το "'Tis A Pity She Was A Whore". Ο στυγνός τίτλος και το ξερό beat οδηγούν ένα βαρέως σωβινιστικό (άραγε ταίριαζαν ποτέ τέτοιες politically correct προσεγγίσεις στο υλικό του;) στιχουργικό περιεχόμενο πάνω σε Κολτρέϊνεια πνευστά, που σε στιγμές παραπλανούν, παραπέμποντας τον ακροατή σ΄ ένα εστέτ "Lodger" ή "Scary Monsters".

Το παραισθησιογόνο τζαζ στοιχειό με τον τίτλο "Sue (Or In A Season Of Crime)" έχει φωνητικά που περιδινούνται μεταξύ ζηλοτυπίας, τρυφερότητας και κυνισμού για κάποια άπιστη Sue, ενώ το πυρετώδες "Girl Loves Me" έχει ελλειπτικό στίχο, σα χαμένο μέσα σε παραληρηματικό μονόλογο και ψυχρό ηλεκτρονικό beat (σαν outtake του "Low").
Αντίβαρο η σόουλ αίσθηση του "Dollar Days", ένας αιθέριος απολογισμός με ένα μακρύ outro jazz σαξόφωνου  ["I'm dying to - push their backs against the grain - and fool them all again and again - I'm trying to (...) don't believe for just one second I' m forgetting you"].
Γνωρίζοντας ότι αυτό θα είναι το τελευταίο κομμάτι στη δισκογραφία του, με το "I Can't Give Everything Away" ο δούκας του αμφίσημου προχωρά σε μια ανυπόκριτη δήλωση - υπογραφή ("Seeing more and feeling less - Saying no but meaning yes - This is all I ever meant - That's the message that I sent"), καθώς η μπαλάντα μοιάζει ν΄απογειώνεται με τη βοήθεια εγχόρδων και πνευστών σ΄ένα τοπίο μεταξύ "Loving The Alien" και "Absolute Beginners".  
Όμως προεξάρχει όλων το τρίτο τρακ, το περιβόητο "Lazarus". Αν το άλμπουμ αυτό ήταν μια μίνι όπερα, τούτο θά' ταν το λιμπρέττο της. Με το καθηλωτικό video clip, ο Bowie αποκαλύπτεται για μια ακόμη, τελευταία και καταλυτική, φορά. Λίγο πριν το φυσικό του θάνατο, παραμένει δισυπόστατος.
Ο ένας καθηλωμένος στο νεκροκρέβατο, αγωνιζόμενος να αδράξει λες κάποιον  αόρατο εχθρό ("Look up here, I'm in heaven - I've got scars that can't be seen - I've got drama, can't be stolen - Everybody knows me now"). Κι  ο άλλος ακμαίος, δημιουργικός, εμμονικός, αγέρωχος, ηδυπαθής ("Βy the time I got to New York - I was living like a king - then I used up all my money - I was looking for your ass"). Στο τέλος, ο δεύτερος πισωπατά και με αυτοσυγκράτηση που κόβει την ανάσα κλείνεται μέσα σε μια ντουλάπα αντίκα. Εκεί ανήκει, σαν ένα κλασσικό κοστούμι που δε γερνάει ποτέ. Έτοιμος να ξανάρθει στη μόδα οποτεδήποτε ("Just like the fashion icon he is", όπως έγραψε και το Rolling Stone).
Ο δε ασθενής στο κρεβάτι, στο τέλος  λυτρώνεται  μ' ένα "Oh I'll be free - just like that bluebird".
Τo συγκινησιακό φορτίο του άλμπουμ είναι πολύ βαρύ για να το αντιμετωπίσει κανείς «κριτικά», είτε είναι κανείς fan, είτε όχι.  Ένα μουσικό εξόδιο που θα μνημονεύεται για πολλά χρόνια.
Μόνον ο David Bowie θα μπορούσε να μεταμφιέσει τον ίδιο τον επερχόμενο θάνατό του στο ακροτελεύτιο κομμάτι τέχνης του, σκηνοθετώντας το μέχρι κεραίας. Θα το θυμόμαστε σαν ένα σκοτεινό "Show Must Go On", από τον μοναδικό καλλιτέχνη που (επαν)εφηύρε άπειρες φορές τον εαυτό του.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016

Gary Moore: "Dirty Fingers"


Επιτέλους, ένας από τους σπανιότερους και καλύτερους δίσκους
του αείμνηστου και εκπληκτικού κιθαρίστα GARY MOORE (όσα επίθετα και να γράψω θα είναι λίγα κ. αρχισυντάκτη), το "Dirty Fingers" που επανακυκλοφορεί ψηφιακά επεξεργασμένος από την Victor Japan ειδικευόμενη σε ανάλογες κυκλοφορίες εταιρεία, με K2HD επεξεργασία σε HQCD (τεχνικοί όροι , υπάρχουν οι ερμηνείες στο διαδίκτυο για όποιον ενδιαφέρεται).

Ο δίσκος  ηχογραφήθηκε στα 1981 για την Jet Records αλλά σκονίζονταν για δύο χρόνια στα υπόγεια της εταιρείας , ώσπου κυκλοφόρησε τελικά στην Ιαπωνία, όπου ο Gary είχε γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής,στα 1983.
Ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία του δίσκου είναι ότι αυτό το άλμπουμ "γεννήθηκε" από  συνεργασία αστέρων, όπως: ο πρώην τραγουδιστής  του  Ted Nugent  Charlie Huhn, ο μπασίστας των Jimmy Bain (Rainbow/Dio) , η ιδιοφυία των πλήκτρων  Don Airey και ο "βράχος" στα τύμπανα Tommy Aldridge.
Υπάρχει λοιπόν ένας "τόνος" ιστορίας σε αυτόν το δίσκο τόσο η μουσική του άλμπουμ όσο και οι μουσικοί που συμμετέχουν το αποδεικνύουν περίτρανα.
Το "Dirty Fingers" είναι ένας ακατέργαστος, ευθύς hard rock δίσκος παιγμένος με πάθος και πολύ αίσθημα όπου υπάρχουν μοναδικές στιγμές στη δισκογραφία του υπεραγαγαπημένου Gary Moore  με εμπνευσμένα κιθαριστικά  riffs, καταιγιστικές μπασογραμμές και ντραμς που τα "σπάνε" με χαρακτηριστικότατο δείγμα το εναρκτήριο "Hiroshima".
Τα "Nuclear Attack" και "Run to Your Mama" παρουσιάζουν μοναδική "μουσική μονομαχία" στα αξεπέραστα κιθαριστικά σόλος του Gary  και τα συνθεσάιζερ του  Airey! Το  είναι "Rest in Peace" μία σύνθεση που ξεχειλίζει συναίσθημα και καταδεικνύει τη μοναδική κιθαριστική δεξιοτεχνία του "θείου" μουσικού Gary Moore.
Εξαίρετη και η ιδιότυπη διασκευή στο "Don't Let Me Be Misunderstood" , μία σύνθεση που γράφηκε στα 60ς και έγινε δημοφιλής από τους θρυλικούς The Animals. Η διασκευή του Moore είναι  heavy, ακατέργαστη και καυτή! Κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντος ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ η καλύτερη εκδοχή που υπάρχει στο "Don't Let Me Be Misunderstood".
Από ό,τι καταλάβατε το "Dirty Fingers" είναι ένα θανατηφόρο hard rock άλμπουμ , που μέχρι σήμερα υπέφερε από τις κάκιστες μεταφορές σε cd  από τα αρχικά master tapes.
Υπάρχουν πολλές επανεκδόσεις αλλά τούτη εδώ η  K2HD επεξεργασία σε  HQCD είναι η καλύτερη από τις 4 που έχω στη συλλογή μου.
Μοναδικό άλμπουμ από το μάστορα της ηλεκτρικής κιθάρας αείμνηστο Gary Moore.

Υ.Σ θα ήθελα να αφιερώσουμε εκ μέρους του rocktime.gr σε δύο αδελφικούς φίλους που έχουν τιμήσει όσο λίγοι τον Gary Moore: τον Πάνο Παπαπέτρο και το Γιάννη Σίννη.

ΜΕΛΗ
Gary Moore – κιθάρα , φωνή
Don Airey – πλήκτρα
Jimmy Bain – μπάσο
Tommy Aldridge - τύμπανα
Charlie Huhn- φωνή

 
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

1. Hiroshima
 
2. Dirty Fingers
 
3. Bad News
 
4. Don`t Let Me Be Misunderstood
 
5. Run to Your Mama
 
6. Nuclear Attack
 
7. Kidnapped
 
8. Really Gonna Rock
 
9. Lonely Nights
 
10. Rest in Peace


Νότης Γκιλλανίδης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...