Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

The Cure: "Disintegration"


Η ημέρα 26η Οκτωβρίου 2016, ξημερώματα, με βρίσκει να ταξιδεύω μέσα σε ένα λεωφορείο, ανάμεσα σε αγνώστους, έχοντας όμως όλοι έναν κοινό προορισμό: τη Βουδαπέστη και τη συναυλία των Cure που λαμβάνει χώρα τη μεθεπόμενη.


Έχοντας ανάμικτα ήδη συναισθήματα για την ξαφνική (και κάπως περίεργη τουλάχιστον για τα μάτια των άλλων) απόφαση να πραγματοποιήσω ένα τόσο μεγάλο ταξίδι φθινοπωριάτικα ενώ εκκρεμούν βαριές επαγγελματικές (και οικογενειακές) υποχρεώσεις, βρίσκω άλλοθι σε γνωστό απόφθεγμα:
Μα όλα τα ωραία στη ζωή έτσι δεν γίνονται, απρόοπτα και χωρίς σχέδιο;

Σκέψεις σκόρπιες και ευκαιρία για περισυλλογή σε ένα ταξίδι που όσο περνάει η ώρα φαντάζει όλο και πιο μακρινό.
Σύνορα, οι απαραίτητοι έλεγχοι με τις εντεύθεν καθυστερήσεις, αναγκαίες στάσεις ….. και όλα αυτά να μεγαλώνουν την αναμονή. Κάποια στιγμή, ο οδηγός μας μεταφέρει τον διάλογο που είχε με υπάλληλο στα σύνορα. Όταν ρωτήθηκε ποιοι είμαστε και πού πηγαίνουμε εκείνος με φυσικότητα απάντησε: «Γκρουπ από τη Θεσσαλονίκη που πηγαίνει στη Βουδαπέστη για συναυλία των Cure». Η απάντηση από τον υπάλληλο ήταν αυθόρμητη:
«Μα καλά, τρελοί είστε ;». Η συνοιδοπόρος του μπροστινού καθίσματος ανταποκρίθηκε ολόσωστα: «Τώρα το καταλάβατε;».
Μέσα στο κλίμα αυτό σκέφτομαι ότι πράγματι, έτσι είναι, και ότι για να γίνει κάποιος φαν των Cure πρέπει πρώτα να ξεπεράσει τα συμβατικά όρια στα μουσικά γούστα. Μόνο έτσι θα μπορέσει να διαβεί τα μονοπάτια που εκείνοι χάραξαν με τη μουσική τους, μια μουσική διαποτισμένη από απόγνωση, σκληρότητα αλλά και υπέρμετρη ευαισθησία, όπως δηλαδή ακριβώς είναι και η ζωή η ίδια.



Τα παραπάνω στοιχεία είναι αυτά ακριβώς που κυριαρχούν στο αριστουργηματικό "Disintegration", το όγδοο studio άλμπουμ του συγκροτήματος που κυκλοφόρησε στις 2 Μαϊου 1989 και συμπληρώνει την τριλογία που ξεκίνησε με τα "Head on the door" και "Kiss me kiss me kiss me".
Κατά γενική ομολογία το άλμπουμ αυτό, σκοτεινά σαγηνευτικό και διαποτισμένο από μια μόνιμη μελαγχολία, αναδεικνύεται από κοινό και κριτικούς ως η καλύτερη δουλειά που είχαν να επιδείξουν οι Cure στη μέχρι τότε πορεία τους, αλλά – κατά πολλούς – και μέχρι σήμερα. Μακριά από τα «εύκολα» εμπορικά κομμάτια που τους έκαναν γνωστούς, το "Disintegration" κατάφερε να μετουσιώσει τις πρώτες εσωτερικές αναζητήσεις που εκδήλωσε το γκρουπ ήδη από τις αρχές του ’80, χωρίς βέβαια να παραβλέπεται η επίδραση της κατάθλιψης και της χρήσης παραισθησιογόνων ουσιών από τον Smith.
Όλα τα κομμάτια, ένα προς ένα, συνθέτουν έναν κόσμο λυρικό, αισθησιακής περισυλλογής και σκοτεινού πάθους όπου κυριαρχούν ανέλπιδες καταστάσεις, αλλά την ίδια στιγμή συντίθεται μία πολύχρωμη πραγματικότητα από την οποία αναβλύζει τελικά η πολυπόθητη αχτίδα φωτός στα αδιέξοδα που καταδείχθηκαν.
Μέσα σε όλα αυτά ο θάνατος δεν φαντάζει ως απειλή, είναι η αναπόφευκτη κατάληξη που μπορεί να προσφέρει ζεστασιά και θαλπωρή όταν τελειώσει το ταξίδι της ζωής. Σε αυτό τον σκοπό συμβάλλουν με απόλυτη επιτυχία οι «μελαγχολικές» κιθάρες και τα «πένθιμα» keyboards που με πραγματική μαεστρία ξέρει να καθοδηγεί ο Smith.
Τα φωνητικά εξάλλου είναι εύστοχα λιγοστά αφήνοντας τις ψυχεδελικές μελωδίες να κυριαρχούν.
 


Αν και "Disintegration" ο τίτλος, ο οποίος επιλέχθηκε σε μια περίοδο αντιθέσεων μεταξύ των μελών του γκρουπ, η συνοχή είναι εκείνη που κύρια χαρακτηρίζει τα κομμάτια μεταξύ τους δημιουργώντας μια ιδιοφυή αλληλουχία στις καταστάσεις που περιγράφονται.
Opening track (ιδανικά) το "Plainsong", χτυπάει στα αυτιά σαν μια βροντή που σε εισάγει αυτόματα στον παράξενο κόσμο των Cure, μέσα από την παρουσία και τα λόγια ενός κοριτσιού που συγκρίνει τον καιρό με τον θάνατο και εκφράζει το παράπονο ότι ήδη αισθάνεται σαν γέρος. Μετά από μια τέτοια εισαγωγή, είσαι πλέον έτοιμος για όλα. Ακολουθεί (ως «χαλαρωτικό» διάλειμμα) το πιο συμβατικό "Pictures of You".
Ξεπερνώντας σε διάρκεια τα 8 λεπτά μας φέρνει αντιμέτωπους με τον θλιμμένο δημιουργό του, που αναπολεί κάποια παλιά αγάπη κοιτάζοντας μια συλλογή από φωτογραφίες. Η γλυκιά λύπη του μετουσιώνεται σε τέτοιο βαθμό που μας κάνει να ευχόμαστε να μην επιστρέψει ποτέ αυτή η κοπέλα.
Τρίτο κατά σειρά το "Closedown", με το οποίο δηλώνεται αμετάκλητα ότι «τελείωσε ο χρόνος» μέσα από τη συνοδεία μελωδικών synths. Αμέσως μετά ακολουθεί το περίφημο "Love Song", το γαμήλιο δώρο του Smith στη σύζυγό, το οποίο αποτελεί ταυτόχρονα ένα από τα ομορφότερα τραγούδια αγάπης που γράφτηκαν ποτέ.
Εξάλλου, η δήλωση απερίφραστου έρωτα από έναν κατεξοχήν καταθλιπτικό δημιουργό αποτελεί μια ούτως ή άλλως σπάνια μουσική συγκυρία. Φυσικά η αιώνια ευτυχία είναι μια ουτοπία (κατά τον Smith), γεγονός που μας καταδεικνύεται αρκετά εύγλωττα με το "Last dance": η σχέση έχει δοκιμαστεί, ο καιρός έχει περάσει και το τέλος που πλησιάζει είναι χειρότερο και από τον χωρισμό. Σε όλα αυτά όμως έρχεται να μας κλείσει το μάτι το «ονειρικό» και υπνωτικό «Lullaby» - μια μεγάλη εμπορική επιτυχία - που μας μεταδίδει την αίσθηση που αποκόμισε ο Smith από τη χρήση ναρκωτικών.
Στη συνέχεια, ο ψυχεδελικός ήχος μιας κιθάρας μας εισάγει στο «μισανθρωπικό» "Fascination Street", συνθέτοντας μια παράξενη χορευτική μελωδία με σεξουαλικά υπονοούμενα. Τη σκυτάλη παίρνουν τα βουτηγμένα στην απελπισία αλλά απλά εξαιρετικά "Prayers for rain", "Same deep water as you" και "Disintegration" (το τελευταίο με αυτοκτονικές τάσεις), ενώ η μαύρη διάθεση κάπως μετριάζεται με τα δύο τελευταία κομμάτια "Homesick" και "Untitled". 
  Ως αποτέλεσμα λοιπόν έχουμε να κάνουμε με ένα αληθινό αριστούργημα πραγματικής μουσικής ωριμότητας που δικαίως το περιοδικό "Rolling Stone" το κατέταξε ανάμεσα στα 500 πιο σημαντικά άλμπουμ όλων των εποχών. Γι’ αυτό όσοι το έχουν στην κατοχή τους ας το λιώσουν στην κυριολεξία ακούγοντας το δυνατά.

Mαίρη Γεωργιάδου

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Glenn Hughes: "Resonate"

To λαρύγγι του 65χρονου είναι σπάνιο και οι νότες που εκτοξεύει είναι σε θέση να τρυπήσουν οροφές, αυτό δεν αμφισβητείται. Όμως, από το 1970 και τους Trapeze έως και σήμερα, o Glenn Hughes, ένας από τους πιο «μαύρους» λευκούς soulful τραγουδιστές στην ροκ ιστορία, σημείωσε τις μνημειώδεις του ερμηνείες όταν είχε δίπλα του κορυφαίους κιθαρίστες.


Mel Galley, Ritchie Blackmore, Tommy Bolin, Pat Thrall, Gary Moore, Tony Iommi, Joe Bonamassa.
Εδώ, ο κιθαρίστας Soren Andersen (κάνει και την παραγωγή) και οι συν αυτώ Σουηδοί θεράποντες του Purple-ικού ύφους των ‘70s (hammond κι άγιος ο θεός), κάτι Pontus Engborg (drums) και Lachy Doley (keyboards) είναι φανερό ότι δεν έχουν ανάλογη στόφα (δεν είναι τυχαίο, λ.χ., ότι τα κιθαριστικά σόλο, είναι από ταπεινά έως ανύπαρκτα σε όλο το άλμπουμ).
Κατά μήκος των 11 κομματιών της συλλογής αυτής (συν ένα bonus track στη deluxe edition), η φωνή του Hughes εντυπωσιάζει, προκαλώντας αυτή τη γνώριμη ροή συνειρμών που στιγματίζει τους ακροατές κάποιας ηλικίας όταν ακούνε τους ήρωές τους.
Η ηχογράφηση είναι καθαρή και δυνατή, ζητάει ανάλογα ηχεία και η γενική αίσθηση είναι οπωσδήποτε ευχάριστη.
Όμως οι συνθέσεις δεν έχουν -πέραν της φωνής- την προσωπικότητα που θα έκανε το άλμπουμ όχι βέβαια να σταθεί δίπλα στα αρχέτυπα του παρελθόντος του
Hughes, αλλά έστω να χτυπηθεί στα ίσα με την πρόσφατη παραγωγή των Black Country Communion.
Καλή η ευκαιρία για τον Glenn ν΄αποδείξει –ξανά- ότι ως ροκ φωνή δεν έπαψε ποτέ να μετράει, αλλά ως τέτοια και μόνον μοιάζει το άλμπουμ αυτό. Ευκαιρία για άσκηση στο ροκ ύφος, γιατί είχε καιρό να καταπιαστεί μ΄αυτό. Οι ριφικά βαρύτονοι μοντερνισμοί δε λείπουν (“Let It Shine”, “Flow”, “God Of Money”), όμως είναι τα πιο ευρύχωρα κομμάτια που κερδίζουν (“Steady”, “When I Fall” ή το funky “Landmines”), με τον Hughes, συναισθηματικό και ευέλικτο, στο στοιχείο του.
Ο
Chad Smith στα τύμπανα έχει το αμίμητο νεύρο που χρειάζεται για να ανεβάζει κομμάτια όπως τα Heavyκαι “Long Time Gone” (ίσως το καλύτερο του άλμπουμ), χωρίς όμως είναι αρκετό αυτό για να απογειωθούν.
Πάντως, τις όποιες επιφυλάξεις προς τους υποψήφιους καταναλωτές, τις διαλύει ο ίδιος ο Hughes με την γνωστή του αυταρέσκεια (τί να κάνουμε, δεν έχει ονομάσει πολλούς ο Stevie Wonder ως «my favourite singer»):
"
This will be an album that is entirely Glenn Hughes music. For that reason, it is an important album".
Ασχολίαστο.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Alter Bridge: "The Last Hero"


Σε καθαρά μουσική εγκυκλοπαιδική συζήτηση με την αρχισυνταξία rocktime.gr τέθηκε η ερώτηση: "ποια είναι την εποχή αυτή η σημαντικότερη hard rock/heavy metal μπάντα; Ακόμη και εγώ τώρα που το σκέφτομαι δεν πιστεύω την απάντηση που ξεστόμισα…

Θέλετε, πως ήμουν επηρεασμένος από την προηγούμενη βδομάδα ακούγοντας διαρκώς το δώρο που έκανε κάποιος παλαιός μαθητής/απόφοιτος γνωρίζοντας την "πετριά" μου με τη μουσική, θέλετε την εκτίμηση που μουσικά τρέφω για τον κιθαρίστα Mark Tremonti και τον τραγουδιστή  Myles Kennedy.
Από τα  2004, που η μπάντα των Alter Bridge "έστηνε" το μουσικό οικοδόμημά της  μέχρι τις προάλλες που κυκλοφόρησε το πέμπτο πόνημα της, το "The Last Hero", ήταν η κατάλληλη στιγμή να δώσω την συγκεκριμένη απάντηση, που ξάφνιασε, είναι αλήθεια, τον φίλτατο αρχισυντάκτη: οι επόμενοι  Iron Maiden ή οι  Metallica των ημερών μας βρέθηκαν: είναι οι Alter Bridge!!!
 Στους περισσότερους φίλους που το ανέφερα οι αντιδράσεις ήταν κάπως έτσι: "Πώς μπορείς και το λες αυτό;"  ή "Αυτό είναι γελοίο! " .
Μπορεί να έχουν δίκιο αλλά είναι η  προσωπική μου κρίση, πως έχουμε μπροστά μας μία από τις σημαντικότερες μπάντες της δεκαετίας που διανύουμε.
Τι κάνει μία μπάντα σπουδαία; Ικανότατοι μουσικοί  και ικανότατοι συνθέτες που εκθέτουν τις ικανότητες τους χωρίς να είναι απαραίτητες οι κραυγές και οι τσιρίδες όταν τραγουδούν.
Απλά συνδυάζουν τα "κομμάτια" των μουσικών ικανοτήτων τους και πραγματικά εάν ακούσετε τους Alter Bridge, θα καταλάβετε γιατί κάνω τέτοια σύγκριση!
Μία δυναμικότατη ρυθμική γραμμή που συνδυάζει τα τύμπανα του Scott Phillips και τις ογκώδεις μπασογραμμές του Brian Marshall με "μπροστάρη" την κιθάρα και τα εκπληκτικά δεύτερα φωνητικά "αλά Michael Anthony" του βιρτουόζου  Mark Tremonti και του Myles Kennedy αυτή την μοναδική φωνή και έχετε όλα τα συστατικά για μία εξαιρετική hard rock/heavy metal μπάντα.  Γι αυτό και επιμένω να τους συγκρίνω με τους Iron Maiden, Van Halenκαι τους  Metallica, πάντοτε με το προσωπικό μου μουσικό (και όχι αλάνθαστο) κριτήριο!
Αυτό γίνεται πλέον εμφανές στην πέμπτη τους κυκλοφορία, το "The Last Hero". Από το εισαγωγικό τραγούδι  "Show Me A Leader" ξανοιγόμαστε σε ένα επικό "ταξίδι" λυρισμού.  Το επόμενο άσμα "The Writing on the Wall" είναι το απτό άκουσμα που διαπλέκεται από τα τύμπανα του Phillips και τη φωνή του  Myles. Ένα πραγματικά "θανατερό" κομμάτι. Ακολουθεί ένα βαρύτατο "υφάδι" μουσικής που εξελίσσεται σε μοτίβο  κομψοτεχνίας στο "The Other Side"!
Η πέμπτη σύνθεση του δίσκου, το "My Champion" είναι μία "ωδή" στους γονείς του Myles αλλά εγώ θα έλεγα και στους γονείς όλων μας. Αγαπημένη μου σύνθεση το "Poison in Your Veins" ένα εμπνευσμένο "κομψοτέχνημα" για την πίστη που είναι καλό να έχει κανείς και στις δικές του δυνάμεις.
Καιρό είχα να ακούσω τραγούδι αφιερωμένο σε "ήρωες" και το  "You Will Be Remembered" είναι ένα "καρδιο-παθιασμένο" τραγούδι αφιερωμένο σε αυτούς που χάρισαν τη ζωή τους για την πατρίδα μακριά από κάθε είδους απάνθρωπους -σμούς (και ο νοών νοείτο) σίγουρα η απέχθεια για τους πολιτικούς και τα άνομα κομματικά συμφέροντα βάλλονται στο  "Crows on A Wire" άλλο ένα αγαπημένο τραγούδι στο δίσκο με ένα πανέμορφο ριφ! Ο δίσκος είναι η συνέχεια του δυναμικού Fortress( η προηγούμενη δημιουργία της μπάντας), που έχει ως "απαύγασμα" του συγκροτήματος το  The Last Hero!!!
Το νέο άλμπουμ είναι ένα μοναδικό δημιούργημα με  13  συνθέσεις, μία σπουδαία δημιουργία από μία μπάντα που κάθε οπαδός του hard rock /metal θα αναζητούσε με στιχουργική επένδυση εξαιρετική, όπως ο δίσκος τούτος με απόλυτη δεξιοτεχνία κάνει.

Νότης Γκιλλανίδης

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Bon Jovi: “This House Is Not for Sale”

Τα τελευταία χρόνια ο J. Bon Jovi προσπαθεί να ακολουθήσει ένα δρόμο διαφορετικό και κόντρα σε αυτό που έγινε διάσημος και πετυχημένος. Ειδικά από την κυκλοφορία του Lost Highway (2007) και μετά, έχει απογοητεύσει τους οπαδούς του με τα αμφιλεγόμενα άλμπουμ που έχει κυκλοφορήσει.

Προσωπικά πιστεύω ότι καλά έκαναν οι BON JOVI και ξεκόλλησαν από τις μελωδίες που τους είχαν κάνει πάμπλουτους διότι καλλιτεχνικά εκτός από το να γράφουν  επιτυχίες και όμορφες μελωδίες οφείλουν να κάνουν ένα βήμα παραπέρα να ψαχτούν με ήχους, συνθέσεις και ενορχηστρώσεις και ας αποτύχουν εμπορικά. Δεν θα τους λείψουν τα λεφτά.
Όμως το παράπονο των περισσοτέρων είναι ότι τα τελευταία χρόνια η δημοφιλής μπάντα δεν έχει γράψει τραγούδια που να έχουν χαραχθεί στο μυαλό μας οπότε μπορεί ο γραφών να τους υποστηρίζει ακόμη στον συλλογισμό τους για τα τελευταία δισκογραφικά τους βήματα όμως στις συνειδήσεις των οπαδών  που τους αγάπησαν στα ’80ς και στα ‘90ς μάλλον αρχίζουν και τους ξεγράφουν…
Πιστεύω ότι η μπάντα ήθελε να τραβήξει ένα ποιο “παραδοσιακά αμερικάνικο” ηχητικό δρόμο με βάση τις ερμηνείες και τους ρυθμούς του Bruce Springsteen, συνδυασμένο με αρκετό σύγχρονο ροκ ήχο και παράλληλα με την δυναμική του παρελθόντος που την ακολουθούσε θα μπορούσε να ενθουσιάσει όλες τις γενιές των οπαδών του γκρουπ.
Μάλλον όμως απέτυχε σε αυτό το σχέδιο ειδικά όπως προανέφερα σε εκείνους που γουστάρουν τους Bon Jovi του περασμένου αιώνα!
Νομίζω ότι καθοριστικός παράγοντας σε αυτή την πτώση έπαιξαν τα προβλήματα τον R. Sambora (ουσίες, αλκοόλ) όλα τα προηγούμενα χρόνια όπου γνωρίζοντας ο J.B.Jovi την τεράστια προσφορά του στο σχήμα και την μεγάλη αγάπη που έχουμε όλοι στο πρόσωπο του προσπαθούσε να ισορροπήσει στα πάθη και στο ταλέντο του. Όμως μεγάλος χαμένος από αυτή την κρίση ήταν το ίδιο το γκρουπ αφού ουσιαστικά στερήθηκε μία μεγάλη πηγή έμπνευσης και δημιουργίας.
Τόσο το παίξιμο όσο και η συνθετική του ικανότητα του πρώην κιθαρίστα έδιναν πάντα μία πιο ροκ αλλά και συνάμα συμπαθητική επιδερμική-blues διάσταση σε αρκετά κομμάτια της μπάντας, τα οποία  με την κατάλληλη συνταγή άλλοτε του J. Bon Jovi και άλλοτε του Desmond Child κατάφερναν να γίνονται τα πιο λατρεμένα κομμάτια της υφηλίου. Δυστυχώς όμως όλα τα ωραία έχουν ένα τέλος και ο διάδοχος του στην κιθάρα, ο Phil X μπορεί να παίζει μια χαρά αλλά το συναίσθημα του R.S. δεν μπορεί να το φτάσει.
Ερχόμενοι λοιπόν στο πρώτο άλμπουμ που δεν συμμετέχει ο Richie Sambora, τα συνθετικά δεδομένα αλλάζουν και διαβάζουμε ότι τον έχει αντικαταστήσει στον ρόλο αυτό, ο Αμερικανός  John Shanks με προϋπηρεσία στην μπάντα της Melissa Etheridge ενώ έχει γράψει κομμάτια για την Bonnie Raitt και Joe Cocker, ενώ έχει κάνει παραγωγές στους Carlos Santana, Celine Dion, Sting, The Corrs, Chris Isaak,  Alanis Morissette και Stevie Nicks.
Το This House Is Not for Sale” δεν έχει κάποιο στοιχείο που θα εντυπωσιάσει και φυσικά δεν έχει καμία συνθετική έκπληξη απλά προσπαθεί να δώσει μία μοντέρνα ροκ εκδοχή των Bon Jovi όπως αυτό συμβαίνει με τα   "Living With the Ghost", "New Year's Day"    και "Roller Coaster"  ενώ  και το "The Devil's in the Temple"  φλερτάρει με το modern rock ύφος του γκρουπ με την ερμηνεία του J. Bon Jovi να είναι εξαιρετική.
Τα κομμάτια που έχουν λίγο από την αύρα του νοσταλγικού παρελθόντος είναι το ομότιτλο τραγούδι του δίσκου και τα θαυμάσια  "Knockout"  και “Born Again Tomorrow"  που ξυπνούν μνήμες από το δοξασμένο παρελθόν. Αν θεωρήσουμε κάτι έκπληξη σε αυτό το άλμπουμ είναι το "Labor of Love"  που θυμίζει εκνευριστικά Chris Issak!
Στην deluxe έκδοση του άλμπουμ συμπεριλαμβάνονται άλλα πέντε κομμάτια κι αυτό που ξεχωρίζει είναι το δυναμικό "We Don't Run".
Συνολικά θα λέγαμε ότι έχουμε μία μέτρια κυκλοφορία για την ιστορία της μπάντας που μπορεί στις συναυλίες να τα πάει ακόμη εξαιρετικά όμως στο στούντιο τα πράματα φαίνεται ότι έχουν στενέψει πάρα πολύ και παρά τις μεγαλεπήβολες δηλώσεις που ανέβασαν τις προσδοκίες όλων μας για κάτι τουλάχιστον ικανοποιητικό διαπιστώνουμε ακριβώς το αντίθετο.
Ας ελπίσουμε για το άμεσο μέλλον η μπάντα να αλλάξει ρότα και φυσικά να γυρίσει ο R. Sambora ΤΩΡΑ!!!

Φώτης Μελέτης

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

John Norum: "Face It Live '97"

Αναμφίβολα η δεκαετία του '90 υπήρξε πολύ δύσκολη για όλες εκείνες τις μεγάλες μπάντες των 70’s και των 80’s που ανέβασαν και ποιοτικά και εμπορικά τον λεγόμενο σκληρό ήχο στην κορυφή των μουσικών προτιμήσεων, δύο και πλέον γενεών.

Η επανάσταση του καρό πουκάμισου και των τριών ακόρντων (grunge), σάρωσε σαν λαίλαπα όλη την δεινοσαυρική υπερβολή και καρικατουρικού τύπου εκκεντρικότητα του hair metal. Πλέον την θέση του Jon Bon Jovi, του ξανθού David Coverdale, του Axl Rose, του Joey Tempest και του Joe Elliot, πήραν ο Kurt Cobain, ο Chris Cornell, o Eddie Vedder και ο Jerry Cantrell.
Ακόμα και σοβαροί – υποτίθεται – "δεινόσαυροι" όπως οι Metallica και οι Iron Maiden πήραν την κάτω βόλτα. Αν εξαιρέσει κανείς το φαινόμενο Dream Theater και κάτι παράξενους Βρετανούς εν ονόματι Paradise Lost που ανακάτεψαν την λατρεία τους για τους Depeche Mode και τους Dead can dance με το death metal, η δεκαετία του 90 έστειλε το μεγάλο κομμάτι της σκληρής μουσικής στα υπόγεια γκαράζ. Δηλαδή εκεί όπου γεννήθηκε…
Κάπου εκεί ο John Norum (ο κιθαρίστας που άφησε σύξυλους τους Europe το 1986, δηλαδή την στιγμή ακριβώς που ήταν μαζί με τους Bon Jovi οι πιο hot ροκ μπάντες του κόσμου, συνέχιζε τον δικό του δρόμο. Αυτόν που επέλεξε. Τον δύσκολο δρόμο του μοναχικού καβαλάρη, ο οποίος συνέχιζε σε πείσμα των καιρών να βγάζει το ένα διαμάντι μετά το άλλο.
Βρισκόμαστε στο 1997.
H επανάσταση του Σιατλ πνέει τα λοίσθια. Οι δεινόσαυροι ετοιμάζονται για την μεγάλη ανασυγκρότηση και επιστροφή και ο εσωστρεφής, ντροπαλός, αλλά πηγαία ταλαντούχος Νορβηγός, μετά από 4 εκπληκτικά solo άλμπουμ, αποφάσισε να βγάλει και ένα Live. Όπως ακριβώς έκαναν και τα είδωλα του των 70’s.
Προς το τέλος του 1997 κατά την διάρκεια της Ιαπωνικής περιοδείας  ηχογράφησε  το "FACE IT LIVE ‘97". Μαζί του στην σκηνή ο πολύ καλός τραγουδιστής Leif Sundin, γνωστός από την συμμετοχή του στους Michael Schenker Group και Great King Rat καθώς και οι  Anders Fästader (Great King Rat) στο μπάσο και ο Hempo Hildén στα ντραμς.
Το "FACE IT LIVE ‘97" περιλαμβάνει τραγούδια και από τα 4 προσωπικά άλμπουμ του Norum, καθώς και διασκευές από Free, Thin Lizzy και Europe.
Ακούγοντας το cd τόσα χρόνια μετά, μπορώ να πω, ότι ο Norum είναι ίσως ο πιο υποτιμημένος κιθαρίστας της γενιάς του. Οι εκτελέσεις των τραγουδιών στο live, τις περισσότερες φορές είναι αρτιότερες απ’ ότι στα cd. Ειδικά στα solo κυριολεκτικά σπέρνει. Οι ταχύτητες σε επίπεδο Malmstee και η τεχνική σε επίπεδο Al Di Meola.
Για κάποιον που δεν γνωρίζει εκ των προτέρων τα τραγούδια από την προσωπική καριέρα του Norum, θα του αρέσουν περισσότερο οι διασκευές. Για εμάς που έχουμε επενδύσει εδώ και τρεις δεκαετίες στο απαράμιλλο ταλέντο του Νορβηγού, τον οποίο έχουν εκθειάσει κατά καιρούς δημόσια κιθαρίστες όπως ο Gary Moore, o Michael Schenker, o Scott Gorham, o Yngwie Malmsteen και ο Joe Bonamassa, μας αρέσουν τα πάντα από την αρχή ως το τέλος.

Τracklist
"Face the Truth" – 5:17 (John Norum, Glenn Hughes)
"Night Buzz" – 3:42 (Norum, Henrik Hildén, Michelle Meldrum)
"Make a Move" – 4:52 (Norum, Kelly Keeling, Alan Lorber)
"Good Man Shining" – 3:08 (Hughes, Norum, Mats Attaque, Micke Höglund, Thomas Broman)
"Wishing Well" – 4:34 (Paul Rodgers, Paul Kossoff, Simon Kirke, Tetsu Yamauchi, John Bundrick)
"Where the Grass is Green" – 3:53 (Norum, Keeling)
"Resurrection Time" – 5:08 (Norum, Keeling, Lorber)
"Opium Trail" – 5:21 (Brian Downey, Phil Lynott, Scott Gorham)
"In Your Eyes" – 4:33 (Hughes, Norum, Peter Baltes)
"Blind" – 3:57 (Norum, Marcel Jacob)
"C.Y.R." – 5:22 (Norum, Keeling, Simon Wright)
Guitar Solo – 3:43 (Norum)
"Heart of Stone" – 3:37 (Joey Tempest)
"From Outside In" – 6:12 (Baltes, Norum, Keeling)
"Let Me Love You" – 5:18 (Norum, Jacob)
"Scream of Anger" – 5:01 (Tempest, Jacob)

Aριστοτέλης Βασιλάκης

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

John Miles Βand: “Transition”


Γεννημένος τον Απρίλιο του 1949 ο πολυτάλαντος(φωνή, κιθάρα, πλήκτρα, συνθέτης) JOHN MILES ξεκίνησε την καριέρα του το 1976 και με καθοδηγητή τον παραγωγό Alan Parson κατόρθωσε με το ξεκίνημα του να κάνει επιτυχία στην χώρα του την Αγγλία με το τραγούδι “Music”(έφτασε στο Νο3) από το ντεμπούτο του άλμπουμ “Rebel”.

Μετά και από την κυκλοφορία έξι μέτριων δίσκων αποφασίζει σαν JOHN MILES BAND το Noέμβριο του 1985 να κυκλοφορήσει το έβδομο άλμπουμ που φέρει τον τίτλο Transition” στο οποίο συμμετέχουν οι Bob Marshall στο μπάσο και ο πρώην ντράμερ των Jethro Tull, Barriemore Barlow οι οποίοι με την καθοριστική βοήθεια τριών παραγωγών του κιθαρίστα Τrevor Rabin από τους ΥΕS, του Beau Hill (Ratt, G.Moore, Streets,Kix) και του Pat Maron (R.Plant, Hawkwind) δημιούργησαν ένα αξιόλογο αποτέλεσμα.
Το Transition” περιέχει μία ποικιλία συμπαθητικών εμπορικών ροκ και ποπ ήχων συμπληρωμένα με αισθησιακές μπαλάντες όπως τα “I Need Your Love”, “You ‘re the One” και το θαυμάσιο  “Blinded”( στην επανέκδοση υπάρχει και η σινγκλ μορφή του) που ερμηνευτικά θυμίζει έντονα τον Sammy Hagar.
Ο δίσκος πάντως αρχίζει πολύ δυναμικά με δύο καταπληκτικά τραγούδια το εξαιρετικό “Once In Your Life” και τον ξεχασμένο aor ύμνο  Run”. Σε αρκετά σημεία το Transition” θυμίζει καλλιτέχνες όπως τους Hall and Oates, Go-West, Police και Phil Collins ειδικά σε τραγούδια όπως το “Who Knows” και “Watching Over Me” ενώ εκτός από το “Run” άλλο ένα υπέροχο τραγούδι που κερδίζει τις εντυπώσεις στο άλμπουμ είναι και το “Hard Times”.
Ο δίσκος παρότι ήταν πολύ καλός, εμπορικά απέτυχε και το μόνο που έκανε στην συνέχεια ο John Miles ήταν να κυκλοφορήσει δύο-τρία άλμπουμ και να παίξει σε τουρνέ με τους Tina Turner, Bryan Adams, και να συμμετάσχει  σε άλμπουμ των Alan Parsons Project, Joe Cocker και στο Outrider του Jimmy Page των Led Zeppelin.
Τέλος αξίζει αν αναφέρουμε ότι τo “Transition” επανεκδόθηκε το 2010.

 
Φώτης Μελέτης

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Pretenders: “Αlone”

Δέκατη στούντιο κυκλοφορία για την παρέα της γοητευτικής Chrissie Hynde και νέο άλμπουμ μετά από οκτώ χρόνια δισκογραφικής απραξίας. Το ενδιαφέρον του “Alone” είναι ότι την παραγωγή έχει αναλάβει ο ταλαντούχος Dan Auerbach των Black Keys.

Το περιστρεφόμενο καρουσέλ του νέο δίσκου περιλαμβάνει για άλλη μια φορά alternative  rock ήχοι με μπόλικη μελωδική ατμόσφαιρα από ‘60s που ανακατεύονται με αργόσυρτους μοντέρνους blues- soul ρυθμούς όπως γίνεται στα υπέροχα "The Man You Are", "I Hate Myself" και ακόμη πιο έντονα στο εξαιρετικό ομότιτλο κομμάτι.
Η χαρακτηριστική και ιδιαίτερη φωνή της Chrissie Hynde είναι αξεπέραστη αξία αυτή της μπάντας που άλλοτε μελαγχολεί και άλλοτε δημιουργεί μία παράξενη ρομαντική ατμόσφαιρα. Υπάρχουν και στιγμές που οι συνθέσεις γυρνάνε στα ‘80ς αλλά και στα ‘60ς όπως το θαυμάσιο "Holy Commotion" που ακούγεται αρκετά ποπ ενώ κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα "Roadie Man" και το ερωτικό "Never Be Together".
Η πινελιά του Dan Auerbach είναι σημαντική αφού δίνει ένα μικρό τόνο ανανέωσης στους Pretenders αφού το τελικό αποτέλεσμα είναι κάτι που δεν έχει ξανασυναντηθεί σε προηγούμενες δουλειές τους και παράλληλα δείχνει απέραντο σεβασμό στην ιστορία του γκρουπ  χωρίς να  αλλοιώνει τίποτα από τον ήχο τους. Βέβαια υπάρχουν και δυνατά κομμάτια σαν τα "Gotta Wait"  και "Chord Lord" με πιο ροκ διάθεση  που θα μπορούσαν να είχαν γράψει άνετα και οι Black Keys.
Συνοπτικά θα λέγαμε ότι η Chrissie Hynde με τούτο το δίσκο αναπολεί το παρελθόν και επιστρέφει στους ήχους που την μάγεψαν στην εφηβεία της και μπορεί να έχει πατήσει τα 65 έτη, όμως παραμένει ένα ευαίσθητο,  ρομαντικό  και πάνω από όλα ροκ πλάσμα.

Φώτης Μελέτης

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Chevy: “The Taker”

Το 1980 ήταν η εποχή που το NWOBHM έδειχνε τα δόντια του και είχε ήδη ξεκινήσει μία σειρά αξιόλογων κυκλοφοριών που θα έδειχναν την δυναμική που θα ακολουθούσε το συγκεκριμένο είδος για τα επόμενα χρόνια.

Οι Βρετανοί CHEVY λοιπόν αποφάσισαν εκείνη τη χρονιά να ηχογραφήσουν ένα αδικημένο άλλα έξοχο δίσκο με τίτλο “The Taker”.
Κλασσικοί hard rock ρυθμοί κυριαρχούν στο άλμπουμ, εμπλουτισμένοι με southern πινελιές και τη φωνή του Martin Cure να επιβεβαιώνει την όλη ατμόσφαιρα ενώ οι κιθαρίστες Paul Shanahan και Steve Walwyn κατορθώνουν να αντιγράφουν πετυχημένα μερικά σόλο και μελωδίες από τους τρομερούς Wishbone Ash αλλά και από τον σπουδαίο Michael Schenker.
Οι επιρροές των CHEVY ξεκινούν από Cream και Ten Years After, Τaste και φτάνει στους Uriah Heep, Dust, πρώιμους Thinlizzy και UFO με τους τελευταίους να είναι και το σημείο αναφοράς για τον ήχο της μπάντας.
Χαμένα στο μακρινό παρελθόν αλλά εξαιρετικά κομμάτια περιλαμβάνονται στο “The Taker” με τα “Skybird” και “Cold and Lonely” να κλέβουν την παράσταση και να ενθουσιάζουν με την ενορχηστρωτική τους έμπνευση ενώ τα υπόλοιπα τραγούδια του άλμπουμ είναι θαυμάσια με τα “You Got me Running”, “Shine On”, “Rock On” και το ομώνυμο να ξεχωρίζουν κατά την άποψη μας λίγο παραπάνω.
Συνολικά θα λέγαμε ότι είναι μία αξιομνημόνευτη και ξεχασμένη κυκλοφορία από το παρελθόν και αξίζει όσοι αγαπάτε πραγματικά το hard rock να ανακαλύψετε τούτη την μπάντα.

Φώτης Μελέτης

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

King Bird: “Got Newz”

Oι Βραζιλιάνοι έχουν ξεκινήσει την δισκογραφική τους πορεία από το 2003 και παρότι στην χώρας δεν είναι ευρέως γνωστοί έχουν καταφέρει με τις προηγούμενες τέσσερις στούντιο κυκλοφορίες τους να δείξουν αξιόλογα δείγματα heavy/hard rock.

H νέα τους δισκογραφική δουλειά φέρει τον τίτλο “Got Newz” και αποτελεί ένα εξαιρετικό μίγμα από Black Sabbath (εποχής Dio), Rainbow, Deep Purple και φτάνει μέχρι τους Grand Funk, Lynyrd Skynyrd και Led Zeppelin.
Οι King Bird  αποτελούνται από τους Ton Cremon (φωνητικά), Silvio Lopes (κιθάρα), Fábio Cesar (μπάσο) και ο Μarcelo Ladwig στα ντραμς.
Το “Got Newz” είναι ένα καλοπαιγμένο hard rock  άλμπουμ με πολλές heavy προσθήκες, με όμορφα ρεφρέν ενώ οι ερμηνείες θυμίζουν σε πολλά σημεία τον μακαρίτη R.J. Dio.
Τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι το “Immortal rider” με αρκετές Rainbow αναφορές, το δυναμικό και συνάμα μελωδικό Break away”, το θαυμάσιο “Daybreak”, το “The road you ride” με τα δυνατά κοψίματα και το επικό ρεφρέν καθώς επίσης το "βαρύ" και ασήκωτο “Doomsday” με το ριφ λες και είναι γραμμένο από τον Tony Iommi ενώ στο “Smoke signals” οι επιρροές από Steve Ray Vaughan είναι εμφανείς.
Οι φίλοι του hard και heavy rock και ειδικά οι λάτρεις του ήχου των ‘70s και ’80ς ας τσεκάρουν την συγκεκριμένη κυκλοφορία και θα ανακαλύψουν μία  τίμια και ειλικρινή μπάντα που μας γυρίζει σε εποχές που η μουσική δεν είχε ακόμη βιομηχανοποιηθεί τόσο πολύ.

Φώτης Μελέτης

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

Hardline: "Human Nature"

Οι Hardline ανήκουν στις μπάντες που κατάφεραν με ένα μόνο άλμπουμ να ‘χτίσουν’ μια δυνατή φήμη γύρω από το όνομα τους. Το "Double Eclipse", που κυκλοφόρησε το 1992, ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα από τα αγαπημένα μου άλμπουμ και πιστεύω πως αποτελεί ορόσημο για κάθε οπαδό του melodic hard rock ήχου.

Το 2012, οι Hardline επέστρεψαν με το πάρα πολύ καλό  "Danger Zone". Επίσης, όταν κυκλοφόρησαν το "δύσκολο" άλμπουμ  "Leaving The End Open" ξίνισαν πολλούς από τους φανατικούς οπαδούς τους.
Προσωπικά βρίσκω το  "Leaving The End Open" ένα αρκετά αξιόλογο δισκάκι με κάποια εκπληκτικά άσματα. Έτσι λοιπόν με αυτά και αυτά φτάνουμε στο τώρα με το ολοκαίνουριο πόνημα τους που τιτλοφορείται “Human Nature”. 
Οι Hardline εν έτη 2016 αποτελούνται απο τον τραγουδιστή Johnny Gioeli, τον πανταχού παρών Alessandro Del Vecchio , τον κιθαρίστα Josh Ramos (The Storm), και το rhythm section συμπληρώνουν οι μπασίστρια Anna Portalupi (Tarja) και ο ντράμερ Francesco Jovino (Primal Fear, Jorn ).
Where Will We Go From Here", το εναρκτήριο τραγούδι,  είναι ένα γρήγορο, κιθαριστικό κομμάτι που παραπέμπει στις τελευταίες δουλειές της μπάντας.
Ωραίος ρυθμός, πιασάρικο ρεφραίν και πάνω απ’ όλα τα εξαιρετικά φωνητικά του Gioeli να κλέβουν την παράσταση.  Στη συνέχεια έχουμε το  "Nobody's Fool" το οποίο κινείται σε πιο “Double Eclipse” ύφος ενώ στο "Human Nature" οι Hardline μας προσφέρουν το πρώτο highlight μέσα από το νέο τους άλμπουμ.
Στην ουσία πρόκειται για μια power ballad η οποία περιέχει μια εκπληκτική μελωδία και πάρα πολύ καλές ενορχηστρώσεις.
Το πιασάρικο και αρκετά ρυθμικό "Running On Empty” είναι από τα τραγούδια που σου μένουν με το πρώτο άκουσμα και σε κάνουν να χτυπάς ρυθμικά το πόδι ενώ με το "Take You Home" έχουμε ακόμη ένα αργό κομμάτι με μια πολύ όμορφη μελωδία.
 Σίγουρα το “Human Nature”  δεν είναι ένα νέο "Double Eclipse".
Είναι όμως ένας δίσκος που φέρνει έναν ‘αέρα’ από το μεγαλείο του τότε προσαρμοσμένο στις "ανάγκες" του τώρα(με ότι μπορεί να σημαίνει αυτό μουσικά μιλώντας πάντα).
Δυνατό, πιασάρικο, μοντέρνο σε αρκετά σημεία αλλά με την μελωδία και τα απίστευτα φωνητικά του Gioeli σε πρώτο φόντο.

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Tyketto: “Reach”

Για κάποιον που μεγάλωσε με ακούσματα από AOR έως και Hair Metal τη δεκαετία των 80’s στο άκουσμα της λέξης TYKETTO, ένα τραγούδι σου έρχεται στο μυαλό, ο απόλυτος ύμνος του "Forever Young"!

Το τραγούδι που κάθε σοβαρός "ποζεράς" άκουγε για ώρες και το τραγούδι που έδωσε το εισιτήριο στους Tyketto για να γίνουν ευρέος γνωστοί.  Αλλά παρόλο που αυτή η μπάντα διέθετε όλο το πακέτο για να πάει πολύ ψηλά η έκρηξη του grunge φρέναρε τον Danny Vaughn και την παρέα του καθώς και πάρα πολλούς άλλους της συγκεκριμένης μουσικής σκηνής.
Με ένα πολύ χαρισματικό front-man, όπως ο Danny Vaughn, και ένα συμπαγή ήχο, οι TYKETTO κυκλοφόρησαν  δύο υπέροχους δίσκους που θεωρούνται πλέον κλασσικοί. Το comeback τους το έκαναν με το αρκετά καλό  "Dig In Deep" και σήμερα μας παρουσιάζουν το ολοκαίνουργιο πόνημα τους με τον τίτλο "Reach".
Το "Reach" λοιπόν ξεκινάει με το ομότιτλο τραγούδι και εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κλασσικό κομμάτι Tyketto. Αρκετά ανεβαστικό, με μια διάθεση να ‘φέρουν’ τον ένδοξο ήχο τους πίσω, το "Reach" ακούγεται σαν το τέλειο ορεκτικό για το τι πρόκειται να ακολουθήσει στην συνέχεια. Το πιο groovy και βαρύτερο "Big Money" αναλαμβάνει τα ηνία και θυμίζει, και αυτό, παλιούς Tyketto. Να πω σε αυτό το σημείο πως η φωνή του Danny είναι μεστή, δυνατή και παθιασμένη ενώ τα κιθαριστικά μέρη έχουν μεγαλύτερο όγκο σε σχέση με το “Dig In Deep”.   Στο " Kick Like A Mule " ο ήχος ‘φέρνει’ λίγο από "Strength By Numbers"  ενώ στο  "I Need It Now" έχουμε ακόμη ένα πολύ δυνατό melodic hard rock άσμα με μια πολύ έντονη αίσθηση 80’s.
Με το " Tearing Down The Sky " οι TYKETTO μας προσφέρουν ένα από τα καλύτερα τραγούδια του νέου δίσκου το οποίο θα γεμίσει με χαμόγελα ικανοποίησης κάθε φανατικό οπαδό της μπάντας.  Το ‘χαλαρό’ " Letting Go " θυμίζει λίγο τις προσωπικές δουλειές του Danny Vaughn ενώ τα "Remember My Name", "Sparks Will Fly" και  "The Run" είναι και τα τρία δυνατά δείγματα των Tyketto του σήμερα!!
Επιτέλους οι Tyketto επέστρεψαν με έναν δίσκο αντάξιο των προσδοκιών μου και φυσικά αντάξιο των ικανοτήτων τους. Μπορεί να μην είναι ένα “Forever Young” ΙΙ, αλλά σίγουρα είναι μια κυκλοφορία που θα ικανοποιήσει και τον πιο απαιτητικό οπαδό τους, και τον πιο απαιτητικό fan αυτού του είδους!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2016

Palace: "Master Of The Universe"


Πέρασα τους προηγούμενους μήνες με ένα cd παραμάσχαλα! Το όνομα του Michael Palace, δε μου ήταν άγνωστο καθώς τον γνώριζα ως συνθέτη και κιθαρίστα στους δίσκους των First Signal (με τραγουδιστή τον ιδρυτή του σχήματος Harry Hess), στο σχήμα των Cry of Dawn (με τραγουδιστή τον Goran Edman) και τους Kryptonite (με τραγουδιστή τον Jakob Samuel των The Poodles).

Δημιούργησε λοιπόν το προσωπικό του σχήμα με τους  Rick Digorio στην κιθάρα, τον  Marcus Johansson στα τύμπανα και τον  Soufian MaAoui στο μπάσο.
Σε συζήτηση  όμως με τον καλό φίλο Σπύρο σχολιάζοντας έναν άλλο σπουδαίο μελωδικό δίσκο μου είπε: ''τελικά, δεν έχει κάποια σύνθεση να μείνει χαραγμένη στα αυτιά μας, έχεις ακούσει εσύ κάποιον τέτοιο δίσκο το τελευταίο διάστημα;;
''Σκέφθηκα ένα λεπτό και η αντίδραση μου ήταν άμεση: ''μα και βέβαια! Θα σου τον φέρω αύριο''.
Ο δίσκος του  Palace και της παρέας του έχει την συνδυασμένη γοητεία του κλασικότροπου  rock, ''πλημμυρίδα'' από τα ελκυστικά στοιχεία των 80ς με έντονη την επίγευση του  AOR, με το μελωδικό  hard rock να επισφραγίζει την όλη δημιουργία.
Δυναμικές μελωδίες, πλούσια και καλοδουλεμένα, ώριμα φωνητικά, ευρηματικές ''κιθαριστικές φρασούλες'' που οδηγούν σε ευφάνταστα κιθαριστικά solos με πιασάρικα ρεφρέν.
Η ατμόσφαιρα των τραγουδιών γεμάτη από πλήκτρα που καθοδηγούν τις συνθέσεις με αποτέλεσμα την τέρψη των αισθήσεων αυτών που δεν ακούνε τη μουσική μόνο με τα αυτιά τους.
Ξεχωριστά μιλώντας για τις συνθέσεις, σίγουρα δεν υπάρχει τραγούδι που απλά συμπληρώνει το δίσκο και πρόκειται για πραγματικές ροκάδικες συνθέσεις, χωρίς την πατροπαράδοτη μπαλάντα.
Τα "Path To Light" και  "Rules Of The Game" είναι κάπως πιο αιθέρια στον ήχο τους, αλλά πρόκειται για ''υμνικές'' συνθέσεις ατόφιου μελωδικού  arena rock. Ο δίσκος αποτίει φόρο τιμής στις σπουδαίες μέρες των 80ς όπου το μελωδικό rock γέμιζε εύκολα αρένες.
Αναλυτικά: το λαμπρό ομότιτλο τραγούδι θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η μουσική επένδυση σε μία blockbuster Χολιγουντιανή περιπετειώδη ταινία δράσης και φυσικά θα είναι ένας από τους μελωδικούς ''ύμνους'' της χρονιάς!
Το "Cool Running", με ένα σπουδαίο κιθαριστικό που θυμίζει  σόλο τον δάσκαλο  John Norum στις λαμπρές μέρες των  Europe, όπως και το εξίσου εντυπωσιακό  "Man Behind The Gun".
 Το λαμπρότατα  επιτηδευμένο με πλήκτρα και ''χρώμα'' από τα 80ς δημιουργούν ένα ''πολύχρωμο στιβαρό τείχος μελωδίας'' που ''γιγαντώνεται'' ακόμη περισσότερο από  τα δεύτερα φωνητικά.
Φυσικά ξεχωρίζει η φωνή του  Michael, ένας συνδυασμός ωριμότητας Coverdale και σκανδιναβικών υπέρτατων φωνών, όπως οι  Joey Tempest , Stefan Berggren και Matti Alfonzetti  που προσδίνουν μία  bluesy χροιά στις συνθέσεις. Το "Part Of Me" μία περίτεχνη ημι-μπαλάντα με ένα εξαίσιο σολάρισμα από synthesizer ενώ σας εκπλήξει ευχάριστα το  Giuffria-ακό  No Exit … χωρίς λόγια.
 Προσέξτε τα αμιγώς  AOR, "She Said It’s Over"  και το Toto εμπνευσμένο "Stranger’s Eyes".
Το "Young Wild And Free" είναι ένα  uptempo τραγούδι που ολοκληρώνει το δίσκο με πληθωρικότητα στα πλήκτρα τέτοια που να σας θυμίζει ταινίες των '80ς!
Παράλληλα ο δίσκος εξελίσσεται από το καλό στο καλύτερο: με τα "Cool Running", "Part Of Me", "Path To Light" και το υπερ-πασιάρικο και προσωπικά αγαπημένη σύνθεση για το 2016,  "Matter In Hand". Το  "Master Of The Universe" των Palace Ε-Υ-Κ-Ο-Λ-Α συστήνεται σε όποιον λατρεύει  το κλασικό  '80ς  AOR μελωδικό hard rock και ναι!
Υπάρχει δίσκος που οι συνθέσεις μένουν στα αυτιά σου για πολύ καιρό Σπύρο!

Nότης Γκιλλανίδης

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2016

Van Morrison: "Keep Me Singing"

Το 2016 ήταν η χρονιά που στον Βορειοϊρλανδό τροβαδούρο απονεμήθηκε ο τίτλος του ιππότη. Στα 71 του πλέον ο sir, αφού πριν δυό μήνες επανακυκλοφόρησε το μνημειώδες σετ από τις ζωντανές ηχογραφήσεις του 1973 (“It’s Too Late To Stop Now”) προανήγγειλε την κυκλοφορία του 36ου στούντιο άλμπουμ του, του πρώτου με καινούριο υλικό μετά το “Born To Sing: No Plan B” του 2012.

Έχει τον τίτλοKeep Me Singing”, στο εξώφυλλο ένα αηδόνι και το περιεχόμενό του προσφέρει την οικεία δόση απόλαυσης στους θαυμαστές του.
Ο τίτλος είναι ενδεικτικός για την δίψα του Vαn να συνεχίσει να ακολουθεί το ένστικτό του για σφριγηλές big band προσεγγίσεις στις ρίζες του blues, της jazz, του gospel και της soul. Μετά από έξι βραβεία Grammy, μία καταχώριση στο Rock and Roll Hall of Fame για 3 τραγούδια του (“Moondance”, “Brown Eyed Girl” και “Madame George”) μεταξύ των 500 που έδωσαν μορφή στο rock n’ roll, ένα προσωπικό αστέρι στην Hollywood Walk Of Fame και πολυάριθμες διακρίσεις για τον ίδιo ως ερμηνευτή και συνθέτη, «ο λευκός με το πιο μαύρο φαλσέττο» τον τελευταίο μισό αιώνα, παραμένει φρέσκος και αισθαντικός.
Η ηλικία δεν ήταν ποτέ σύμμαχος του Van Τhe Μan. Ακουγόταν από τα είκοσί του σαν τριαντάρης και από τα εικοσιοκτώ του σαν πενηντάρης. Εδώ και είκοσι χρόνια στην ερμηνεία του είναι ευδιάκριτη η σοφία των τραγουδοποιών που έχουν δει όλη τη διαδρομή και απλώς ξαναπερπατούν τα αγαπημένα τους μονοπάτια από αγνή, απροσχημάτιστη ευχαρίστηση. Η φωνή του, παρ’ ότι μια ιδέα πιο ελεγχόμενη και χωρίς την οξύτητα του παρελθόντος, παραμένει συγκινητικά άμεση.
Τα κομμάτια, όλα (εκτός από ένα) γραμμένα από τον ίδιο τον Van μαζί με τον στιχουργό Don Black, μεταφέρουν αυτή την τόσο χαρακτηριστική αίσθηση που κοινωνεί τόσα χρόνια τώρα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η διασκευή του στο κλασσικό "Share Your Love with Me", που θυμίζει τόσο την εκτέλεση της Arethα (του ’70), όσο και του Bobby Bland (του ’63), όλο μικροανακραγμούς gospel αγαλλίασης και το συγκινητικό "Every Time I See a River" όπου με τις φράσεις ενός τενόρου σαξόφωνου στο background, η φωνή του ακούγεται να καταπλέει σε blues προορισμούς, που όσες φορές κι αν τους έχει κανείς επισκεφθεί, θέλει να τους ξαναδεί (ανάλογη mystic αίσθηση  και στο "Out in the Cold Again" με τα διακριτικά του έγχορδα).


Τα γλυκόπικρα θέματα, η νοσταλγία και η αβίαστα αποσπασματική, σχεδόν σημειολογική ανάκληση αναμνήσεων είναι στοιχεία που έχει ο ίδιος εγκαθιδρύσει στην τέχνη της κατασκευής τραγουδιών πολλά χρόνια πριν. Στο ομώνυμο κομμάτι πιάνει και τη φυσαρμόνικα για να τονίσει ότι γι’ αυτόν το να διαβαίνει με εμπειρία μισού αιώνα δρόμους που ο ίδιος εξερεύνησε πρώτος είναι ούτως ή άλλως μια «καινούρια» αρχή ("Keep me singing, a new beginning - waiting for my change to come....").

Το ονειρικό jazz travelling του "In Tiburon" τον βρίσκει ν΄ αναπολεί τις παλιές ημέρες του στην μικρή Καλιφορνέζικη πόλη, καθώς αφήνεται σ’ έναν ποιητικό συνειρμό απ’ όπου, ανάμεσα απ’ τα bar και τους λοφίσκους, περνούν ο Kerouac, o Corso, o Neil Cassady, o Lenny Bruce κι ο Chet Baker. Ο Van, σα να επικαλείται τον καθέναν ξεχωριστά και όλους τους μαζί λέει : I need to take me back, back down to Frisco - Now we need each other -  Need each other to lean on.
Δε λείπουν βέβαια και οι στιγμές όπου η διάθεση ανεβαίνει. Στo γεμάτο gospel φωνητικά απολογισμικό Too Late”,  στο εξωστρεφές "Going Down to Bangor", ένα ακατέργαστο Chicago blues με φυσαρμόνικα και honky tonk πιάνο, στο "The Pen Is Mightier Than the Sword" με τη blues κιθάρα και τα θαυμάσια μαύρα δεύτερα να υπογραμμίζουν τη σοφία του στίχου. Το "Look Beyond the Hill" είναι ένας τονικός jazz υπαινιγμός με μια ιδέα από “Moondance” στα τρίσβαθά του, ενώ ο δίσκος κλείνει με το "Caledonia Swing", ένα άξιο instrumental επιδόρπιο όπου skiffle, R&B και ska ρυθμοί αναμιγνύονται, σα να προϊδεάζουν ότι ο επόμενος δίσκος του Van ίσως να έρθει απρόβλεπτος, από κείνη τη διαδρομή.

Στο κεφαλόσκαλο των 70plus ο Van δεν έχει καμιά ανάγκη να νεωτερίσει (το έχει άλλωστε κάνει, αναδεικνύοντας roots ακούσματα για ολόκληρες γενιές, όταν κανείς δεν το περίμενε ή δεν του το ζητούσε). Βρίσκεται σε φόρμα και δηλώνει άνετος και ήσυχος στο βίου μονήρες – και συγχρόνως τόσο δοτικό- mood που διατρέχει το έργο του : "Throw another coin in the wishing well - Τell everybody to go to hell…" όπως λέει στο εναρκτήριο "Let It Rhyme".

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

1000mods : “Repeated Exposure To…”

Ξεκίνησαν να ξεχωρίζουν πριν πέντε χρόνια για την άγνοια κινδύνου που εμφάνιζαν τόσο στο στούντιο, όσο και πάνω στη σκηνή. Προσήλωση στον αναλογικό ήχο, κομμάτια - τεμένη στα σαμπαθικά βαρύτονα θηρία και συναυλίες γεμάτες ενέργεια.

Έφτιαξαν το όνομά τους αψηφώντας προκαταλήψεις και δυσκολίες που άλλες μπάντες τις έχουν λυγίσει. Όργωσαν 4 φορές την Ευρώπη με van, μοιραζόμενοι τη σκηνή μεταξύ άλλων με Graveyard, Brant Bjork, Colour Haze, Black Keys, The Atomic Bitchwax, Karma to Burn και συνέχισαν να γράφουν, να προβάρουν,  να παίζουν (μόνο τα δύο τελευταία χρόνια σε “Rockwave Festival”, “Desertfest”, “Up in Smoke 3”, “Lake on Fire”), να κρατούν τους τόνους χαμηλά και το volume ψηλά.
Το τρίτο άλμπουμ των 1000mods, Repeated Exposure to…” είναι η αυτοομολογούμενη κατάθεση της ενοχής τους. Της ενοχής τους στον εθισμό σε ό,τι πιο χαμηλοκουρδισμένο έχει κυκλοφορήσει μεταξύ του “Master Of Reality” και του “… And The Circus Leaves Town ” των Kyuss.
Σε παραγωγή και ηχογράφηση από τον George Leodis με αναλογικά μηχανήματα υψηλής πιστότητας και με ηχητικό φινίρισμα από τον Brad Boatright (τον άνθρωπο που βοήθησε καίρια στο να υλοποιηθεί ο ήχος σχημάτων όπως οι Sleep, Corrosion of Conformity, Nails, Beastmilk, Obituary), το νέο άλμπουμ πετυχαίνει να έχει ακριβώς την επίδραση που σκοπεύει. Ακούγεται σαφώς καλύτερα από τα δύο προηγούμενα και επειδή συμβαίνει αυτό, καταφέρνει με όχημα ένα θυμικό groove μεσαίων ταχυτήτων να παρασύρει τον ακροατή σε μια sludgy, απόκρημνη περιοχή, τραβολογώντας τον μέσα από ψυχεδελικά μονοπάτια κι αφήνοντάς τον μόνο του εκεί. Με μόνη επιλογή, να ξαναπατήσει το play.
Το τελικό αποτέλεσμα ακούγεται σαν την ηχητική υπόκρουση που θά’ βαζε ένας αγουροξυπνημένος Ήφαιστος, λίγο πριν πιάσει τη βαριοπούλα και το αμόνι στο σιδεράδικο των θεών.
Τα κομμάτια περισσότερο από ποτέ ακούγονται «δικά τους». To Loose” έχει μια εισαγωγή που υπόσχεται αέναο mood και τηρεί την υπόσχεσή του, κλείνοντας μετά από οχτώμισυ λεπτά με μια ψυχεδελική coda αλά Iron Butterfly. Το “Electric Carve έχει μια λύσσα σαν αυτή που θά' χε κάποιο μακρινό ξαδερφάκι των πρώϊμων Soundgarden δεμένο στην ηλεκτρική καρέκλα, λίγο πριν κατέβει ο μοχλός και ψηθεί. To “Α.W.” θα προκαλέσει live επιληπτικές κρίσεις με τους νευρώνες από Monster Mognet που διαθέτει. Τo “The Son” είναι ένα από τα καλύτερα κομμάτια τους μέχρι σήμερα, ένα ώριμα παραμορφωμένο τέρας από fuzz, με psych χασίματα που ξεγελούν και μ’ έναν τον Dani σε μια γεμάτη αυτοπεποίθηση ερμηνεία. Δεν μπορεί κανείς εύκολα να απομονώσει πλεονεκτήματα, γιατί το άλμπουμ λειτουργεί σαν σύνολο, από την αρχή μέχρι το τέλος (που έρχεται με το vortexιανό “Into The Spell”), όπως και οι τέσσερις παίκτες, που ακούγονται πλήρως λοκαρισμένοι μεταξύ τους, σε στιγμές μάλιστα απορροφημένοι από τον ίδιο τους τον ήχο (“Groundhog Day”).

Το άλμπουμ είναι διπλωμένο μέσα σε μια τίμια και οπτικά δυνατή φωτογραφική έμπνευση που ανήκει στον Aris Panagopoulos (layout by Fuzz Ink.).
 Θέλει κάκαλα για να ξεπεράσεις τις πολιτισμικές ατραπούς της επαρχίας και να σταθείς στο ξέφωτο της ευρωπαϊκής heavy rock σκηνής, μην ξεχνώντας να βροντοφωνάζεις την καταγωγή σου. Κι αυτοί εδώ έχουν. Γιατί βγάζουν, από τον πρώτο κιόλας μεγάλο τους δίσκο, την ακατάβλητη ώθηση που τους δίνει το μικρό μέρος απ’ όπου ορμώνται. Ένα «δε φοβάμαι τίποτα, γιατί έχω διανύσει ήδη πολύ δρόμο και βλέπω ακόμη περισσότερο μπροστά μου».
Από τα καλύτερα άλμπουμ της φετινής παραγωγής. 


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Nick Cave & The Bad Seeds: "The Skeleton Tree"


Ο διάολος τον εκδικήθηκε. Επί δεκαετίες του υφαρπάσσει τα πρότυπα. Αποδομεί το σκότος με τα τραγούδια του, μεταμορφώνοντας τους δολερούς, τους παράφρονες και τους εγκληματίες σε χαρακτήρες γήινους, συμπαθείς, σε ποιητές.


Τον άφησε λοιπόν να ξεπεράσει το θάνατο του δικού του πατέρα, να γλυτώσει στην εφηβεία και να μην καταλήξει τακτικός πελάτης του σωφρονιστικού συστήματος, να επιβιώσει αρκετές φορές στα νεανικά και τα ώριμά του χρόνια από πρέζα, κατάθλιψη, αγνωμοσύνη, παράταιρους έρωτες. Κι ενώ πλησίαζε το ξέφωτο των 50φεύγα του χρόνων, ο διάολος μονολόγησε μισερά: «Ήρθε η σειρά σου επιλεγόμενε και “Prince Of Darkness”.
Κόπιασε να δεις πώς είναι να ζεις σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο από πόνο, αντί να γράφεις και να τραγουδάς γι’ αυτόν».
Nα επιβιώσει αρκετές φορές στα νεανικά και τα ώριμά του χρόνια από πρέζα, κατάθλιψη, αγνωμοσύνη, παράταιρους έρωτες. Κι ενώ πλησίαζε το ξέφωτο των 50φεύγα του χρόνων, ο διάολος μονολόγησε μισερά: «Ήρθε η σειρά σου επιλεγόμενε και “Prince Of Darkness”. Κόπιασε να δεις πώς είναι να ζεις σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο από πόνο, αντί να γράφεις και να τραγουδάς γι’ αυτόν».
Του πήρε λοιπόν τον έναν απ’ τους δίδυμους γιους του, τον 15χρονο Arthur. Με τρόπο μονοσήμαντα σατανικό, για έναν πατέρα - καλλιτέχνη, που έχει αψηφήσει με τη ζωή και την τέχνη του το θάνατο. Υπό την επήρεια L.S.D. ο νεαρός Cave ανέβηκε στην απόκρημνη κόχη ενός κόλπου στο Βrighton και πήδηξε στη θάλασσα.  Ήταν 14  Ιουλίου του ’15.
Ελάχιστα πράγματα στη ζωή πιο συντριπτικά από το να χάνει γονιός το παιδί του. Απευκτέα ακόμη και για χειρότερο εχθρό, μια συγκυρία εφιαλτική με σχεδόν απάνθρωπη δύναμη, παράλογα άδικη και συνθλιπτική για τον οποιονδήποτε.
Ο Nick Cave θα κυκλοφορούσε τον 16ο δίσκο του, αυτό ήταν γνωστό. Η προσέγγισή του θα ήταν πιο μινιμαλιστική σε σχέση με το “Push The Sky Away, κι αυτό γνωστό. Οι ηχογραφήσεις είχαν ξεκινήσει πριν το τραγικό γεγονός. Ορισμένα τραγούδια ήταν ήδη έτοιμα, μαζί και τα φωνητικά. Όμως από τότε που ο μουσικός κόσμος πληροφορήθηκε το συμβάν, η αναμονή για τον επόμενο δίσκο του περιείχε, εκτός από την αγνή αγωνία για συμπαράσταση μέσω της επιδοκιμασίας για το υλικό, όποιο κι αν ήταν αυτό, και κάποια δόση διεστραμμένης περιέργειας. Πώς θα τραγουδούσε μετά από κάτι τόσο ισοπεδωτικό; Το αποτέλεσμα, όπως κάθε έργο τέχνης γεννημένο μέσα σε πόνο, αφοπλίζει.

You fell from the sky, crash-landed in a field near the River Adur ακούγεται ο Cave στο εισαγωγικό “Jesus Aloneκι αφού πάνω σε Industrial background απλώνει ένα λεκτικό travelling στο οποίο ταυτίζεται με κάποιους διάστικτους κακοτυχίας παρίες αυτού του κόσμου, καταλήγει σ’ ένα with my voice, Im calling you”. Αν δεν γνωρίζει ο ακροατής ότι το τραγούδι έχει γραφτεί πριν το θάνατο του γιου του, παγώνει.


Στο Rings of Saturn, ένας αποκαμωμένος Cave (“maybe Im just  too tongue-tied to drink it up and swallow back the pain) επιστρατεύει την μουσικότητα της ίδιας του της απαγγελίας και μιλά για το αναπόφευκτο του θανάτου με μια παραβολή. Ένα δηλητηριώδες έντομο (ή μήπως ο θάνατος ως θηλυκό;) καιροφυλακτεί, φευγαλέο και ανελέητο (over heaps of sleeping children) καθώς this is what she is and this is what she does.
Συνθετικοί ήχοι και μελωδία πιάνου στο Girl in Amber αφήνουν χώρο για μια ακόμη σπαρακτική ερμηνεία, που επιδρά στον ακροατή ποιητικά στροβιλίζοντάς τον σε αναμνήσεις, απ’ αυτές που αποθηκεύονται στην άκρη του ματιού (“You kneel, lace up his shoes your little blue-eyed boy”, “girl in amber, trapped forever, spinning down the hall”, “the song, the song is spinning since nineteen eighty four), πριν υπογραμμίσει τον αναπόφευκτο επίλογο κάθε απώλειας: I knew the world would stop spinning now since youve been gone / I used to think that when you died you kind of wandered the world / I dont think that any more.
Πάνω στη σκιώδη υπόκρουση του Magneto και πάλι με τσακισμένη φωνή μιλά για επάλληλους έρωτες, που δεν συναντιούνται (“I love, you love, I laugh, you love), παρορμάται να σκοτώσει και να μεταμορφωθεί, όμως τελικά επιμένει γιατί είναι το μόνο που είναι φτιαγμένος να κάνει (“one more time with feeling). Το Anthroceneακούγεται απολογισμικό, σαν outtake από το “An American Prayer” του Morrison ("All the things we love, we lose") και στο I Need You”, με τα δεύτερα φωνητικά σαν χορού από ερινύες, η συντριβή είναι σχεδόν τελειωτική. Μπορεί να ήταν γραμμένο ως θρήνος για έναν έρωτα, όμως το τραγούδι έχει από μόνο του πλέον πάρει άλλη, δική του ζωή (‘I will miss you when you’re gone away forever/ I thought I knew better, so much better/   but nothing really matters when the one you love is gone").


Το αιθέριο κατευόδιο τουDistant Sky και μόνον επειδή είναι ντουέτο (με την Δανή σοπράνο Else Torp), προς στιγμήν δημιουργεί μια αίσθηση παρηγορίας. Όμως στην πραγματικότητα στο έρημο τοπίο του “Skeleton Tree” δεν υφίσταται κάτι τέτοιο, όπως ο Cave αποσαφηνίζει με πίκρα: They told us our gods would outlive us, but they lied. Για να κλείσει το άλμπουμ με το ομώνυμο κομμάτι, μια κατατονική πιανιστική προέκταση του “Distant Sky”, με τη φωνή να υπενθυμίζει nothing is for free και να θάλπει με ψήγματα ανακούφισης τον ακροατή (“…and Its all right now).

O Cave αυτή τη φορά έμελλε να μην υποδυθεί κάποιον ήρωα περιπλανώμενο στα σκότη των παθών του, έχει αθέλητα γίνει ο ίδιος ένας τραγικός χαρακτήρας που υποφέρει από το ύστατο, το μη ανακλητό, βάρος της απώλειας. Η διαφορά μεταξύ της πιο πετυχημένης τραγουδιστικής του μυθοπλασίας και της ρεαλιστικής απόδοσης του δικού του βιώματος ακούγεται πεντακάθαρα στην φωνή του.
Στην ουσία πρόκειται για μελοποιημένα ποιήματα με ελλειπτικό μουσικό υπόβαθρο. Εκεί που ο Cave σε αντίστοιχα εγχειρήματα με τους Seeds όπως το “Stranger Than Kindness” ή το “Christina The Astonishing είχε δουλέψει τις λεπτομέρειες, τις αποχρώσεις, την έκφραση, εδώ αφήνει τα πράγματα ακατέργαστα. Σα να θέλει να διατηρήσει την αμεσότητα, την ειλικρίνεια της κάθε ατέλειας. Σαν να μην έχει τίποτα σημασία πια, πέρα από την ίδια την αρχική ιδέα του θρήνου για την απώλεια.
Είναι τόσο εύκολο, προβλέψιμο, να χαρακτηρίσει κανείς το άλμπουμ αριστουργηματικό μόνο και μόνο για την προσπάθεια του Cave ν’ ανταπεξέλθει στην απώλεια με τον μόνο τρόπο που γνωρίζει, τη δημιουργία, ώστε συνιστά σχεδόν ντροπή να το διατυπώσει κανείς έτσι. Εδώ δεν μιλάμε για ένα απλό άλμπουμ, για ένα σύνολο από μουσικές ιστορίες ή για μια ποιητική συλλογή. Μιλάμε για μια υπαρξιακή κατάθεση εκτός κάθε κλίμακας αξιολόγησης.
Πολλοί πρόλαβαν να πουν ότι είναι από «τα καλύτερά του». Διερωτώμαι αν δικαιούται κανείς έστω και να το πει, ή αν θα επιθυμούσε κάτι τέτοιο ποτέ ο ίδιος. Ο χρόνος θα στιγματίσει το άλμπουμ αυτό νομοτελειακά, γιατί είναι αυτό που έφτιαχνε όταν σκοτώθηκε ο γιος του.  


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2016

Cry of Dawn: “Cry of Dawn”

Mία από τις καλύτερες και ποιοτικότερες φωνές του λεγόμενου melodic hard rock ήχου είναι σίγουρα ο εξηντάρης πλέον Goran Edman με σημαντική προϋπηρεσία στους Madison, Yngwie Malmsteen, John Norum, Glory, Street Talk, Karmakanic, Brazen Abbot, και με μπόλικες και αξιόλογες συνεργασίες με αρκετούς άλλους δημιουργούς και συγκροτήματα.

Αν και ήμουν διστακτικός αρχικά στο τι θα ακούσω αφού θεωρούσα πως ο Goran Edman είχε κουράσει με τις πολλές συμμετοχές του σε μέτρια άλμπουμ τα τελευταία χρόνια, η έκπληξη ήταν μεγάλη διότι, ότι κακία σκέφτηκα για αυτόν τον μεγάλο τραγουδιστή την κατάπια όλη μονoμιάς ακούγοντας αυτό το μικρό διαμάντι της φετινή χρονιάς.
Είχα πολύ καιρό να απολαύσω ένα τόσο δυνατό και γοητευτικό άλμπουμ. Ανεξάντλητες μελωδικές συνθέσεις, ερμηνείες γεμάτες αισιοδοξία και πάθος, θανατηφόροι συνδυασμοί κιθάρας και πλήκτρων και θαυμάσιες εμπνεύσεις στο ενορχηστρωτικό επίπεδο. Τέτοιο εκπληκτικό άλμπουμ με την φωνή του Σουηδού τραγουδιστή  είχα να ακούσω από το μοναδικό και κλασσικό άλμπουμ των Kharma  με τίτλο “Wonderland” (2000).
Το άλμπουμ ξεκινά με το καταπληκτικό “Chance” και μας βάζει βαθιά στον μελωδικό παράδεισο που ακολουθεί. Η συνέχεια γίνεται συναρπαστική με το “Listen to Me” με πολλά γυρίσματα στην φωνή να θυμίζουν Rob Halford.
To When right is wrong” ακολουθεί τα μελωδικά βήματα του ξεκινήματος ενώ το Tell it to my heart” με τα πλήκτρα να έχουν κυρίαρχο ρόλο μαγεύουν και η φωνή του Goran Edman απογειώνει στα ουράνια μία πανέμορφη σύνθεση.
Το Light a light”  aor-ιζει στο φουλ και η ατμόσφαιρα των ‘80s ξαναζωντανεύει αυτή την φορά με τις επιρροές από Journey να γίνονται ιδιαίτερες αισθητές και το Can't go on”  που έπεται να συνεχίζει να μας χαρίζει ένα απίθανο ρεφρέν.
ΤοBuilding towers” είναι μία υπέροχη μπαλάντα όπου πάλι η ερμηνεία του Goran Edman είναι εξαιρετική με κάτι ανάλογο να  ισχύει και για το “Hands around my heart”.
Ακολουθεί τοLife after love” με την κιθάρα να κελαηδάει και τα πλήκτρα να σε πλημμυρίζουν από αισθήματα αισιοδοξίας και χαράς. ΤοYearn” έχει μία ξεχωριστή ερμηνευτική εισαγωγή και στη συνέχεια εξελίσσεται σε μία κλασσική aor/melodic rock σύνθεση ενώ ο δίσκος κλείνει με το φανταστικόTell me” όπου εδώ υπάρχει ο απόλυτος  ορισμός σε ότι ονομάζουμε aor/melodic hard rock ενώ to ρεφρέν του, αναμένεται να  χιλιοτραγουδηθεί.
Τα εύσημα ανήκουν εκτός από τον Goran Edman που έχει βάλει την σφραγίδα του στο ομότιτλο άλμπουμ των “Cry of Dawn” και στους Michael Palace (κιθάρες, μπάσο), Sören Kronqvist (πλήκτρα) και Daniel Flores (ντραμς, πλήκτρα, παραγωγή) που όλοι μαζί έφτιαξαν αυτόν τον  αριστουργηματικό δίσκο.
Ειδικά όσοι λατρεύετε ακόμη τους Night Ranger, Journey, Bad English και Starship οφείλετε να αγοράσετε αυτό το άλμπουμ.
Στα υποψήφια για τα καλύτερα άλμπουμ του 2016…

Φώτης Μελέτης

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

Darrel Treece-Birch: "No More Time"

Ο "μάστορας" στα πλήκτρα της αγαπημένης μελωδικής
μπάντας των Ελλήνων , των Ten, ο Darrel Treece-Birch δεν έχει ίσως πολλές φορές την ευκαιρία να μας παρουσιάσει το εξαιρετικό τάλαντο του. Επίσης, είναι ο ιθύνων νους των Nth Ascension με τους οποίους μάλλον εκδηλώνει τις ικανότητες του και στο prog rock.

Με την προσωπική του κυκλοφορία "No More Time", ο Darrel ξεδιπλώνει τις πολυτάλαντες του ικανότητες στην σύνθεση και με εργαλείο του τα πλήκτρα συνδυάζει εξαιρετικά το rock/prog/ambient "μουσικό αμάλγαμα" των συγκροτημάτων που συμμετέχει ή που επηρεάστηκε: των Ten/Nth/Yes/Floyd, με ελαφρές "δόσεις" του  εξαιρετικού Wakeman  στις εξάρσεις του, διατηρώντας πάντοτε το προσωπικό του ύφος.
 Σε έναν κόσμο αντιγραφών και ανακυκλωμένων μουσικών θεμάτων από το ένδοξο και περίτεχνο παρελθόν, ο Darrel Treece-Birch τολμά σε αυτήν την πέμπτη προσωπική του δημιουργία να πρωτοτυπήσει…
Στο "No More Time" θα ακούσουμε πρωτότυπες συνθέσεις, ταξιδιάρικες, "μαγικά" περίτεχνες με πλούσια πλήκτρα δεμένα με σφιχτοδεμένες ενορχηστρώσεις με αναγνωρίσιμο το  Progressive "άρωμα" σε όλες τους.
Μερικές συνθέσεις έχουν φωνητικά που προσωπικά με ενθουσίασαν με την αιθέρια φωνή της Karen Fell, όπως τα  "Hold On", "Twilight" και το  "Music Of The Spheres".
Άλλα παραμένουν οργανικά και αποτελούν την μουσική υπόκρουση των μελαγχολικών φθινοπωρινών ημερών και συντροφεύουν την αναπόληση των καλοκαιρινών ημερών της ξεγνοιασιάς και της χαλάρωσης των διακοπών…. Αξιάκουστη ιδιαίτερα η τριών μερών σύνθεση  "Nexus (Part 1, 2 and 3)", με την κάθε σύνθεση να λάμπει από μόνη της αποτελώντας μέρος ενός "πολύχρωμου μουσικά πίνακα"!!!
 Το "μουσικό μυστικό" των δεκαπέντε συνθέσεων του δίσκου "No More Time" είναι η πολυποικιλότητα. Από τα δυναμικά  uptempo κομμάτια που συνθέτει ο Treece-Birch εμπνευσμένα από το μελωδικό  Rock των Ten ("Earthbound", "Riding The Waves", "No More Time") μέχρι τα "εύθραυστα μπαλαντοειδή" ("Requiem Pro Caris", "Mother (Olive’s Song)", "Twilight") και τα μεγαλοπρεπή  ("Legacy", "The River Dream").
Μας εκπλήσσουν ευχάριστα το  heavy, κιθαριστικά επενδυμένο "Freedom Paradigm" που αναμιγνύει τη βαρύτητα των Metal θεμάτων με την ηλεκτρονική αίσθηση των  Zeppelin μουσικών θεμάτων. Θέματα που σε "ταξιδεύουν" ακούγοντας τους ήχους της θάλασσας και ζωντανεύουν τη μουσική περιπλάνηση του δίσκου!
Άλλο ένα μοναδικό στοιχείο στη κυκλοφορία του "No More Time" είναι ότι ο δημιουργός  Darrel Treece-Birch  συμπλέκει περίτεχνα :πλήκτρα, μαντολίνο, μπασοκιθάρα, και τύμπανα  . Σε αυτό συμβάλλουν και οι μουσικοί συνοδοιπόροι του από τους Ten, Gary Hughes Band και μέλη των  Nth Ascension, νυν και πρώην, που πλουσιοπάροχα χαρίζουν τη μουσικότητα τους στο τελικό αποτέλεσμα του δίσκου. Πλούσιο μουσικά, περίτεχνο ενορχηστρωτικά το "No More Time" σίγουρα είναι ό,τι καλύτερο μου προέκυψε μετά τις καλοκαιρινές διακοπές και θα με συντροφεύει ως μουσική επένδυση και για τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου…Διαχρονικό soundtrack.
Επενδύστε άφοβα!

Νότης Γκιλλανίδης

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Kansas: "The Prelude Implicit"

Η μεγάλη στούντιο δισκογραφική επιστροφή των Αμερικανών prog-rockers μετά από 16 χρόνια είναι γεγονός και αν μη τι άλλο δείχνει ότι οι μπάντες που κυριαρχούσαν πριν μερικές δεκαετίες επιμένουν να μας αποδεικνύουν πόσο σημαντικές και μεγάλες παραμένουν.

Στην περίπτωση των KANSAS δεν χρειάζεται μία νέα στούντιο κυκλοφορία για να επιβεβαιώσει το τεράστιο μέγεθος τους, διότι με τα εκπληκτικά  άλμπουμ που είχαν κυκλοφορήσει ειδικά την δεκαετία του ’70 κατάφεραν να μείνουν στην ροκ αιωνιότητα.
Τώρα ερχόμενοι στο “The Prelude Implicit” δύο είναι οι σημαντικές αλλαγές στην σύνθεσή τους όπου δεν μετατρέπει ουσιαστικά τα μέχρι τώρα συνθετικά δεδομένα της μπάντας. Έχουμε λοιπόν τον David Ragsdale  στο βιολί στην θέση του τρομερού Robby Steinhardt και τον Ronnie Platt στα φωνητικά στην θέση του άλλου σημαντικού δημιουργού και τραγουδιστή Steve Walsh ενώ για να μην φανούν αυτά τα δύο μεγάλα κενά έχουν προστεθεί ο Zak Rizvi στην κιθάρα και ο David Manion στο πιάνο και keyboards.
To νέο album δεν μας επιφυλάσσει εκπλήξεις αλλά περιλαμβάνει όλα αυτά τα στοιχεία για τα οποία έχουμε λατρέψει τους Kansas σε αρκετό πιο μοντέρνο ύφος κι αυτό οφείλεται πρωτίστως στην κρυστάλλινη παραγωγή των Zak Rizvi, Phil Ehart και Richard Williams.
Έχουμε και λέμε λοιπόν: Εμπνευσμένες ενορχηστρώσεις, πανέμορφες μακρόσυρτες μελωδίες, τεχνική αρτιότητα χωρίς να κουράζει, ερμηνευτικές αρμονίες στο έπακρο, ροκ ακροβατισμοί γεμάτοι δυναμισμό και το μεγάλο ατού είναι  η εκτελεστική πανδαισία του βιολιού που αποτελεί και το σήμα κατατεθέν των Kansas.
Οι Beatles επιρροές είναι σκόρπιες παντού κι σε αυτό τον δίσκο και είναι παραπάνω από εμφανείς με πιο χαρακτηριστικές σε κομμάτια  όπως το “Visibility Zero”.
ΤοWith This Heart”  που ξεκινά το άλμπουμ σε βάζει άμεσα στο κλίμα της μπάντας μιας και οι μελωδίες και η ερμηνεία του Ronnie Platt είναι εξαιρετικές και η χροιά της φωνής του θυμίζουν το Tommy Shaw των Styx. ΤοRhythm in the Spirit” είναι από τα πιο δυναμικά κομμάτια του άλμπουμ με ποικίλες εναλλαγές με τις κιθάρες να έχουν τον πρώτο λόγο ενώ το “The Unsung Heroes” που έχει προηγηθεί είναι μία θαυμάσια μπαλάντα.
Το  “Refugee”  που ακολουθεί έχει έναν ποιητικό λυρισμό που θυμίζει αρκετά τους Kansas των πρώτων άλμπουμ όπως και το The Voyage of Eight Eighteen”  που αποτελεί μία κλασσική σύνθεση της μπάντας ενώ το Camouflage”  υπερτονίζει το πάντρεμα βιολιού και κιθάρας  με το ρεφρέν να απογειώνει την σύνθεση.
Το “Summer”  που ακολουθεί ακούγεται πιο απλοϊκό και σε πιο ροκ ύφος ενώ τοCrowded Isolation” περιέχει αρκετά σύγχρονα prog στοιχεία όπου για άλλη μια φορά το βιολί του David Ragsdale κλέβει την παράσταση και τέλος το ορχηστρικόSection 60” συγκινεί με την μελωδική του αύρα.
Στην deluxe έκδοση του άλμπουμ περιλαμβάνονται επιπλέον κι άλλα δύο αξιόλογα τραγούδια το μελαγχολικό Home on the Range” και το νοσταλγικό “Oh Shenandoah” .
Συνοπτικά οι  Kansas με το The Prelude Implicit” αναπαριστάνουν πετυχημένα τον εαυτό τους στο μεγάλο αυτό ταξίδι που έχουν ξεκινήσει από τον περασμένο αιώνα και μπορεί ορισμένοι να μην άντεξαν αυτή την κουραστική αλλά συναρπαστική διαδρομή όμως κάποιοι άλλοι θέλουν να φτάσουν μέχρι τέλους, οπότε συνεχίζουμε…

Φώτης Μελέτης

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

DangerAngel: “All The King's Horses”

Τρίτη δισκογραφική δουλειά για μία μπάντα που υπάρχει εδώ και μία δεκαετία και η οποία δουλεύει πολύ σοβαρά όλα αυτά τα χρόνια αφού παράγει ήχο αρκετά μπροστά για τα δεδομένα και τα στερεότυπα του hard ‘n heavy rock τόσο με το προηγούμενο όσο και με το νέο άλμπουμ τους.

Σίγουρα το “All The King's Horses” είναι η πιο ώριμη στούντιο κυκλοφορία τους και εκπλήσσει ευχάριστα με τις πρωτοποριακές συνθέσεις, δείχνοντας πόσο σπουδαίο ταλέντο διαθέτουν οι Danger Angel μιας και η η κυκλοφορία κάτω από την ετικέτα της MelodicRock Records τους δίνει την δνατότητα να τους μάθει ακόμη μεγαλύτερο κοινό αλλά και παράλληλα να δείξουν πόσο διαφορετικοί είναι από τα συνηθισμένα γκρουπ του χώρου.
Τα φωνητικά του Βραζιλιάνου B.J. ανεβάζουν κι άλλο την ποιότητα του σχήματος και φυσικά όλων των συνθέσεων όπως και τα υπόλοιπα μέλη δείχνουν ότι ξεφεύγουν από τα συνηθισμένα εκτελεστικά κλισέ. Σημαντικό ρόλο έχουν παίξει τόσο τα πλήκτρα του Ahas που συνδυάζονται μοναδικά με τις κιθαριστικές εμπνεύσεις του
Ethan Snow αλλά η κρυφή δύναμη ακούει στα ονόματα Rudy Rallis στο μπάσο και Tony V στα τύμπανα.
Όταν μιλάμε για σύγχρονο προοδευτικό hard rock album τότε το “All The King’s Horses” είναι ότι καλύτερο έχουν κυκλοφορήσει μέχρι τώρα οι DangerAngel.
O δίσκος ξεκινά με το καταιγιστικό To Kill A Saint”   κινείται σε κλασσικά μελωδικά hard rock μονοπάτια όπως και το υπέροχο Dia De Los Muertos”  που θα ζήλευε να είχε γράψει κάθε νεόκοπο σκανδιναβικό σχήμα που προωθείται σκανδαλωδώς από τα media.
Το  Dead In The Water” που ακολουθεί ξεκινά με τον B.J. σε ρόλο αφηγητή αλλά οι εναλλαγές που έρχονται δίνουν ένα μοναδικό χρώμα, όπου οι σκοτεινές μελωδίες, οι ερμηνευτικές ακροβασίες και οι ενορχηστρωτικές και κιθαριστικές εκρήξεις δημιουργούν μία ουράνια σύνθεση.
 Το Who You Are”  είναι μία σύνθεση που απλά επιβεβαιώνει τον συνθετικό οίστρο της μπάντας ενώ το  Call My Name”  περιέχει έξυπνα κοψίματα, μελετημένες κιμπορντίστικες πλάτες και μία πιασάρικη μελωδία που την σιγοτραγουδώ συνέχεια.
Μπορεί η εισαγωγή του Best Of Me” να φέρνει κάτι από Dickinson όμως η συνέχεια μετατρέπεται σε μία επική σύνθεση όπου οι Queensrÿche συναντούν τους Metallica.
Το  All The King’s Horses”  είναι μία υπέροχη μπαλάντα με τρομερά ξεσπάσματα και παθιασμένα φωνητικά με την κιθάρα του  Ethan Snow να σε καθηλώνει με το εντυπωσιακό παίξιμο του. Στο Speak To Me”  τα πλήκτρα με τον ιδιαίτερο ήχο τους κερδίζουν τις εντυπώσεις και στη συνέχεια η ερμηνεία του B.J. δημιουργεί πολλά ρίγη.
Το “Will You Follow”  ακολουθεί  με γρήγορους και ταχείς ρυθμούς ενώ το  “How About Right Now”  αποδεικνύει πόσο μεγάλη μουσική προσωπικότητα είναι Ahas όπου βάζει την δική του σφραγίδα σε ένα κρεσέντο πλήκτρων!
Το “Devil’s Waltz”  έχει μία εισαγωγή που θυμίζει Depeche Mode με αρκετά προοδευτικό ήχο και με εκπληκτικό ρεφρέν  και το  Hollow Men”  κλείνει  με μπόλικο hard rock δυναμισμό.
Ακούγοντας ξανά και ξανά τον δίσκο νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με μία εξαιρετική κυκλοφορία και φυσικά δεν έχει να κάνει με τα κλασσικά λόγια για να αναπτερώσουμε το ηθικό των συμπατριωτών μας αλλά αντιθέτως για να τονίσουμε ότι μας κάνει ιδιαίτερα χαρούμενους ένα τέτοιο θαυμάσιο άλμπουμ και θα μας συνοδεύει σε ότι ηχοσύστημα διαθέτουμε για πολλούς μήνες ακόμη. Επενδύστε χωρίς αναστολές σε μία από τις σπουδαιότερες κυκλοφορίες της χρονιάς.

Φώτης Μελέτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...