Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Cats In Space: "Too Many Gods"

Με τέτοιο όνομα στα όρια μεταξύ ακραιφνώς γελοίου και απλώς
ανέμπνευστου, μόνο στη σημερινή αφασική εποχή μπορεί να εμφανιστεί συγκρότημα. Πρόκειται άραγε για φάρσα ή γκρουπ - παρωδία; Κάθε άλλο.


Αν δει κανείς ποιοί το απαρτίζουν, τότε θα καταλάβει ότι έχουμε να κάνουμε με ένα εντελώς παλιομοδίτικο A.O.R. (pomp /soft rock, αν θέλουμε να κάνουμε κατάχρηση των υπο-κατηγοριών) άκουσμα που μας πάει πίσω στις ανύποπτες μέρες της περιόδου '79-'81, όταν τα δυσθεώρητου ύψους hooks, οι ποπ μελωδίες οι συνδυασμένες με ακριβή κιθαριστικά σόλο και η ανάγκη να σηκωθεί κανείς στην πίστα μαζί με το παρεπιδημούν στην ντίσκο κυρίζι (και την ομορφοντυμένη μη μου άπτου συνοδό του μαζί) δεν ήταν αμαρτία. 
Οι κάτω από 35, δύσκολα θα πιάσουν το αστείο, εκτός αν μεγάλωσαν ακούγοντας το "Discovery" από κανέναν θείο τους. 10cc, ElectricLight Orchestra (με μικρή όμως δόση από τη συμφωνική τους υπερβολή), πρώϊμοι Queen, Chicago, REO Speedwagon, Player καιForeigner είναι τα ονόματα που ανακινεί η παραγωγή αυτή. Πολλοί «θεοί» μαζεμένοι, indeed.
Ο Mick Wilson (μουσικός και παραγωγός, που έχει παίξει και συνθέσει με Lionel Ritchie, Cher, Alice Cooper, Alison Moyet, Chris Rea, Donny Osmond, Robin Gibb, Cliff Richard, K.L.F.) και ο Greg Hart (με μικρώτερο, αλλά σημαντικό παλμαρέ στους Moritz) είναι οι συνθέτες όλου του υλικού, το οποίο κατέληξαν να φτιάξουν από καθαρή αγάπη για τα συγκροτήματα των '70s που έδιναν έμφαση στην τραγουδοποιία.

Ευκολοάκουστοι, ρυθμικοί και ιδιαίτερα φιλικοί σε όσους μεγάλωσαν με A.O.R., οι Cats In Space φτιάχνουν ένα άλμπουμ προορισμένο να κατοικοεδρεύσει στο μυαλό όσων αγαπούν τα καθιερωμένα ονόματα αυτού του χώρου. Τα "Last Man Standing", "Only In Vegas", "The Greatest Story Never Told", "Stop" και "Too Many Gods", είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα. Τα κάπως πιο βαριά ριφ υπάρχουν και αυτά, στα "Too Many Gods" και "Unfinished Symphony".
Κύριο συστατικό οι πολυεπίπεδες αρμονίες, τα με συμφωνικό υπόβαθρο πλήκτρα και οι μελωδίες που ρέουν. Δουλεμένες με λεπτομέρεια, εκτεταμένες και «ανεβαστικές».

Ήχος ευρύς, απ΄αυτόν που κάποτε γέμιζε τα ραδιοκύματα και ένωνε ροκ και ποπ οπαδούς μπροστά από το στέρεο, υποχρεώνοντάς τους να παραδεχτούν ότι ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες  προτιμήσεις τους, αυτό που ακούνε είναι «καλή μουσική».
Το συγκρότημα αποτελείται από τους GREG HART (κιθάρες, φωνητικά, συνθεσάϊζερ), PAUL MANZI (Φωνή), STEEVI BACON (Τύμπανα, κρουστά), DEAN HOWARD (κιθάρα), JEFF BROWN (μπάσο, φωνητικά) και ANDY STEWART (πιάνο, συνθεσάϊζερ, wurlitzer). Μια μακράλίστα από guest τους συνοδεύει και περιλαμβάνει τον MICK WILSON (φωνητικά, δεύτερα φωνητικά, πλήκτρα), ANDY SCOTT (των Sweetσε κιθάρες, φωνητικά), JANEY BOMBSHELL (δεύτερα φωνητικά), GREG CAMBURN (σαξόφωνο) και MIKE MORAN (ενορχηστρωτής, πιάνο,όργανο).

Υπενθυμίζουμε : Αν θέλει κανείς να γυρίσει τη χρονομηχανή κάπου μεταξύ '79 - '81 και να μείνει εκεί, ιδανικό.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

David Bowie: “David Live”


Στα τέλη του Οκτωβρίου του 1974, κυκλοφόρησε το πρώτο
ζωντανά ηχογραφημένο διπλό άλμπουμ του πιο ταλαντούχου και ξεχωριστού καλλιτέχνη στην ιστορία της ποπ-ροκ μουσικής, του David Bowie.

Εδώ o David Bowie κλείνει την εποχή του Ziggy και του glam  και βάζει νέους συνθετικούς και ενορχηστρωτικούς  κανόνες στα κομμάτια ενώ οι ηχογραφήσεις προέρχονται από την αμερικάνικη περιοδεία που έκανε  το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς.
Στο διπλό live άλμπουμ δεν υπάρχουν «πειραγμένα μέρη», αντιθέτως συναντάμε φοβερές ερμηνείες, του  “μουσικού χαμαιλέοντα”  και σε μερικά κομμάτια είναι καλύτερες και από τις αρχικές στούντιο εκτελέσεις όπως συμβαίνει με τα “Moonage Daydream” και το “1984”.
Μεγάλη η συμβολή στο να αγαπηθεί ο συγκεκριμένος δίσκος είναι  το σαξόφωνο του David Sanborn  που  οδηγεί σε πολλά σημεία τα τραγούδια του διπλού άλμπουμ σε εκτελεστικές ακροβασίες αλλά και σε τραγουδιστικά ξεσπάσματα ενώ η δυναμική funky-soul διάθεση είναι αποκλειστικά έργο δικό του.
Θαυμάσια η διασκευή στο κλασικό "Knock on Wood" του Eddie Floyd που επιβεβαιώνει τη "διασκεδαστική" λογική του live και εξίσου εξαιρετική διασκευή είναι και το "All the Young Dudes" των Mott the Hoople.
Τα κιθαριστικά όργια του Earl Slick στην πρώτη ουσιαστικά παρουσία του είναι μοναδικά και εκπληκτικά  ειδικά στο  Sweet Thing (Sweet Thing / Candidate / Sweet Thing”.
Σημαντική και η εκτελεστική δεινότητα του οργανίστα  Michael Kamen που αναδεικνύει με τις εμπνεύσεις και το παίξιμο του στα πλήκτρα κι άλλο τις συνθέσεις ενώ η ενέργεια του ντράμερ Tony Newman και του μπασίστα Herbie Flowers απλά βάζουν το κερασάκι στη τούρτα.
Τα  Rebel Rebel” και "The Jean Genie"  διατηρούν την ροκ άποψη του Bowie σε σταθερή βάση ενώ συγκινούν η σπαρακτική ερμηνεία του “Rock 'n' Roll With Me” και η ανατριχιαστική απόδοση του “Space Oddity”.
Mε αυτή την live κυκλοφορία ο Bowie (επανεκδόθηκε το 1990 και το 2005) βάζει τέλος σε μία παραγωγική εποχή για τον ίδιο και ξεκινά την επόμενη χρονιά ένα νέο κύκλο δημιουργίας όπου οι αμφισβητήσεις και η αποθέωση των κριτικών δεν έχουν τελειωμό.


Side one
1. "1984" 2. "Rebel Rebel" 3. "Moonage Daydream" 4. "Sweet Thing I. "Sweet Thing" II. "Candidate" III. "Sweet Thing (Reprise)""
Side two
5. "Changes" 6. "Suffragette City" 7. "Aladdin Sane (1913-1938-197?)" 8. "All the Young Dudes" (originally by Mott the Hoople) 9. "Cracked Actor"
Side three
10. "Rock 'n' Roll with Me" Bowie, Warren Peace (for the music) 11. "Watch That Man" 12. "Knock on Wood" (originally by Eddie Floyd) Eddie Floyd, Steve Cropper 3:08 13. "Diamond Dogs"
Side four No.
14. "Big Brother I. "Big Brother" II. "Chant of the Ever-Circling Skeletal Family"" 15. "The Width of a Circle" 16. "The Jean Genie" 17. "Rock 'n' Roll Suicide"


Φώτης Μελέτης

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

Magnus Karlsson’s Free Fall: "Kingdom Of Rock"

Ένα από τα πιο ‘hot’ ονόματα τα τελευταία χρόνια στην μελωδική
metal σκηνή είναι χωρίς καμία αμφιβολία ο Magnus Karlsson. Είτε ως κιθαρίστας, συνθέτης, παραγωγός είναι υπεύθυνος για πολλά εκπληκτικά project/μπάντες (ALLEN / LANDE, Starbreaker, BOB Catley, Kiske / SOMERVILLE και πολλά άλλα) στα οποία έβαλε την πινελιά του και έχουν γίνει ήδη κλασσικά.

Το 2008 συμμετείχε με τους Primal Fear και μαζί περιόδευσαν ανα τον κόσμο και ηχογράφησαν δύο επιτυχημένα άλμπουμ.
Το 2013, το ντεμπούτο άλμπουμ του Magnus Karlsson κυκλοφόρησε και ήταν ένα πολύ δυνατό δείγμα καλοπαιγμένου μελωδικού metal που περιλάμβανε μια πραγματικά εντυπωσιακή λίστα guest μουσικών.
Σήμερα, ο καλλιτέχνης επιστρέφει με το δεύτερο του πόνημα και για άλλη μια φορά καταφέρνει να συγκεντρώσει κάποιους αναγνωρισμένους μουσικούς κάνοντας το τελικό αποτέλεσμα εξαιρετικό.
Οι Tony Harnell (Skid Row, TNT, Starbreaker), RICK Altzi (Masterplan, At Vance), DAVID Readman (Pink Cream 69, βουντού Circle), JORN LANDE, JAKOB SAMUEL (The Poodles), Joe Lynn Turner (Rainbow, Malmsteen, οι Deep Purple), Tony Martin (Black Sabbath), HARRY HESS (Harem Scarem) και REBECCA DE LA MOTTE πλαισιώνουν τον Magnus και ο καθένας δίνει το προσωπικό του στίγμα.
Το νέο άλμπουμ ξεκινάει με το "Kingdom Of Rock". Ένα τραγούδι που ερμηνεύει ο Jorn και συγκαταλέγεται στα highlight του δίσκου. Δυνατό και μελωδικό με την φωνή του Jorn να οργιάζει το "Kingdom Of Rock" είναι το τέλειο ορεκτικό για το τι ακολουθεί στην συνέχεια. Στο "Out Of The Dark", ο Jakob Samuel, των The Poodles, μας προσφέρει απλόχερα ακόμη μια μοναδική ερμηνεία ενώ τα κιθαριστικά μέρη του Karlsson εντυπωσιάζουν.
Τον θρυλικό Joe Lynn Turner συναντάμε στο πολύ καλό "No Control" ενώ με το πιασάρικο "Angel Of The Night" (D. Readman) έχουμε το απαραίτητο hit-άκι του άλμπουμ. Όπως και στο ντεμπούτο έτσι και τώρα, ο Magnus αναλαμβάνει δράση, σε ότι αφορά τα φωνητικά, και μας παρουσιάζει το μελωδικότατο "I'm Coming For You".
Και φτάνει η στιγμή που κάνει την εμφάνιση του ο Tony Harnell με το "Never Look Away".
Η ένταση δυναμώνει, και ο μοναδικός αυτός front-man δικαιώνει για άλλη μια φόρα το πόσο χαρισματικός είναι σε αυτό το TNT/Starbreaker/80’s άσμα!
Στο "A Heart So Cold" ο Harry Hess με την ιδιαίτερη χροιά της φωνής του μας χαρίζει ακόμη ένα highlight.
Εν κατακλείδι το "Kingdom Of Rock" είναι ένας "μεγάλος" δίσκος που πέρα από το αστείρευτο ταλέντο του MAGNUS KARLSSON περιλαμβάνει μια εντυπωσιακή λίστα guest μουσικών, δυνατές ενορχηστρώσεις, πολύ καλή παραγωγή και  εκπληκτικά τραγούδια!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

Leslie West: "Soundcheck"


Το γέρικο σκυλί του ροκ ν΄ρολ, ακόμη και μ΄ένα πόδι λιγώτερο εδώ
και 4 χρόνια - αθέλητη κληρονομιά από' να ύπουλο ζάχαρο gone very very bad- στα 70 κλεισμένα σήμερα, κυκλοφορεί το 16ο σόλο άλμπουμ του.

Κι από το εναρκτήριο, αυτοβιογραφικό "Left In The Roadside To Die", αφήνει τον πόνο των blues να ξεχυθεί πάνω σε κάτι παραπλανητικά sequencer, σα να καγχάζει τη σύγχρονη εποχή, πριν πιάσει ένα δαιμονισμένο slide.
Γιατί αυτός είναι, όπως ήταν πάντα, ο Leslie West.
Δεν τον γονάτισαν τα γυρίσματα των εποχών, ούτε οι σκληρότυχες διαθέσεις της μοίρας, που πάντα ξεσπούσαν στην καρριέρα του.

Έχασε από καραμπόλα τη συμπερίληψη σ΄έναν διπλό δίσκο και μια ταινία με ασήμαντη επιρροή και τίτλο "Woodstock", έχασε τον μπασίστα του δύο φορές, την πρώτη το '72, πάνω που ήταν έτοιμος με τους Mountain να αναγνωριστεί σαν το μοναδικό επιβιώσαν των '60s κιθαριστικό τρίο, και μια δεύτερη to '83, όταν η ηλίθια, ζηλόφθων και ατάλαντη (πλην δυό - τριών εξωφύλλων επί των οποίων κάθε μαστουρωμένος θα είχε εδράσει δικαίωμα στην αιωνιότητα) γυναίκα του Felix Papalardi, τον πυροβόλησε στο λαιμό. Σα να μην έφταναν όλα αυτά, έχασε μία - δύο δεκαετίες, προσπαθώντας να βρει σταθερό σχήμα και βλέποντας τον εαυτό του ως μόνιμο επιλαχόντα του Meat Loaf για τη θέση του διασημότερου χοντρού στις τάξεις του ροκ. Παρ΄όλα αυτά, δεν σταμάτησε να παίζει.
Όρθιος με την
Les Paul σε μικρά και μεσαία πάλκα, με τα κιλά του να αυξομειώνονται, τα μαλλιά να φθίνουν και να ασπρίζουν και την ψυχή του λευκού blues αδιαπραγμάτευτη. Ούτε ο ακροτηριασμός τον σταμάτησε. Ήταν πίσω στη σκηνή μετά από ελάχιστο χρόνο, καθιστός αυτή τη φορά.
Ο δίσκος λέγεται "Soundcheck" γιατί είναι ακριβώς σα να παίζει ο πρωτομάστορας, σε ένα διάλειμμα για πάρτη του, μετά από 50 σχεδόν χρόνια στη δουλειά. Παίζει απροσχημάτιστα, ό,τι γουστάρει, όπως θέλει ο ίδιος να τ΄ακούει. Για να εμβαθύνει  μάλιστα την απόλαυση επιλέγει μερικές προαιώνιες διασκευές, στις οποίες δίνει μια προσωπική βωματική εκδοχή και προσκαλεί μερικούς «άσημους» φίλους του. Brian May, Bonnie Bramlett και Bobby Whitlock στο "Going Down", Peter Frampton στο "You Are My Sunshine" (σε μια ψυχεδελική blues εκτέλεση από έγκατα ψυχής), Max Middleton στο πιάνο και ως αποκορύφωμα, ο μακαρίτης Jack Bruce κάνει κι αυτός σινιάλο απ΄τον άλλο κόσμο, σε μια κοχονάτη live εκτέλεση του"Spoonful", ηλικίας 27 ετών.
Ο West προσφέρει αβίαστο, ξένο προς την ηλικία του, fuzz στο "Here To Party", blues ευαισθησία στο "One More Reason", δεξιοτεχνία στο instrumental "A Stern Warning" και πλούσιο συναίσθημα σε μια χωρίς λόγια εκτέλεση του "Eleanor Rigby", στο "Stand By Me" (ντουέτο με γυναικεία φωνητικά) και το "People Get Ready" το οποίο ερμηνεύει με ευλάβεια, σαν προσευχή.
Η μουσική και οι μουσικοί μπορούν να δώσουν, αραιά και πού, παραδείγματα ζωής.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Bad Company: “Bad Company”


Μετά την οριστική διάλυση των θρυλικών FREE , στις αρχές του,
δύο πρώην μέλη τους, το 1973, o τραγουδιστής Paul Rodgers και ο ντράμερ Simon Kirke με την προσθήκη του κιθαρίστα των Mott the Hoople, Mick Ralphs και τον μπασίστα Boz Burrell ( King Crimson) και την βοήθεια του δαιμόνιου μάνατζερ Peter Grant (Led Zeppelin) ιδρύουν τους Bad Company.

 Oυσιαστικά είναι ένα  σούπερ γκρουπ με σχετικά έμπειρους και πετυχημένους  τριαντάρηδές μουσικούς ενώ το γεγονός ότι τους καθοδηγεί ο μάνατζερ των Led Zeppelin και εκδίδουν από την εταιρίας του, το άλμπουμ τους από την Swan Song (αλλά και την Island) τους έδωσε το διαβατήριο για την επιτυχία.
Οι φήμες για την επιλογή του ονόματος ανέφεραν ότι ο P.Rodgers ήταν γοητευμένος από την ομότιτλη ταινία που πρωταγωνιστούσε ο διάσημος ηθοποιός Jeff Bridges όμως ο ίδιος λίγα χρόνια αργότερα σε μία συνέντευξή του,  αποκάλυψε ότι προήλθε από ένα βιβλίο της βικτωριανής ηθικής και μία φωτογραφία που υπήρχε ενός αθώου παιδιού που κοιτούσε  ψηλά και την λεζάντα να γράφει το όνομα του συγκροτήματος.



To Νοέμβριο του 1973 το κουαρτέτο ξεκινά τις ηχογραφήσεις του ομότιτλου άλμπουμ, στα Headley Grange του Ronnie Lane's Mobile Studio το οποίο κυκλοφορεί τον Ιούνιο του 1974 σε μαύρο φόντο εξώφυλλο με τα λευκά γράμματα και τις παύλες να αποτυπώνουν το όνομα της μπάντας κατά το ήμισυ.
O δίσκος είναι ο απόλυτος ύμνος των seventies, όπου rock, blues, hard rock και boogie ρυθμοί δημιουργούν γερές δονήσεις με τις συγκινησιακές ερμηνείες να καθηλώνουν άπαντες.
Λιτές και εμπνευσμένες μελωδίες, παραδοσιακοί ροκ ρυθμοί παιγμένοι με πάθος και ένταση δίνοντας το στίγμα μιας ολόκληρης εποχής στο ομότιτλο άλμπουμ του βρετανικού κουαρτέτου.
Το άλμπουμ ξεκινά με το δυναμίτη "Can't Get Enough" και το δίδυμο Paul Rodgers και Mick Ralphs  αποδίδουν άψογα τον ρόλο τους.
Η συνέχεια ανήκει στο επιβλητικό "Rock Steady" με το στακάτο παίξιμο του Simon Kirke να δίνει το τόνο και το κιθαριστικό ριφ στην αρχή του τραγουδιού να μένει ανεξίτηλο στις μνήμες μας.
Ακολουθεί η μελαγχολική διασκευή και συνάμα υπέροχη  μπαλάντα "Ready for Love" (το είχαν πρωτοπαίξει οι Mott the Hoople στο άλμπουμ τους “All the Young Dudes” του 1972) ενώ το μπητλικό "Don't Let Me Down" είναι σε παραπλήσιο ύφος.
 Στη δεύτερη πλευρά του βινυλίου υπάρχει το ανατριχιαστικό ομότιτλο κομμάτι με τη φωνή του  Paul Rodgers συνοδευμένη από πιάνο (παίζει ο ίδιος)  με μία western διάθεση λόγω των στίχων κυρίως. Το ρεφρέν σε απογειώνει και αποτυπώνει  τον χαρακτήρα μιας ροκ γενιάς που μας χάρισε εκπληκτικά άλμπουμ.
To ήρεμο  "The Way I Choose"  προσθέτει άλλη μία ρομαντική και τρυφερή στιγμή στο δίσκο και ακολουθεί το "Movin' On" όπου στο τελευταίο λεπτό, η ροκ ορμή, γίνεται χείμαρρος αφού η κιθάρα του Mick Ralphs  έχει πάρει φωτιά και τα λαρύγγια του P. Rodgers έχουν βγει έξω.
Το κλείσιμο γίνεται με το  "Seagull" που έγραψε ο Paul Rodgers σε μία παραλία θυμίζοντας έντονα Free και την ερμηνεία του να δημιουργεί ρίγη ροκ ευδαιμονίας.
Το “Bad Company album”, έγινε πέντε φορές πλατινένιο με πάνω από δώδεκα εκατομμύρια πωλήσεις και έφτασε στη κορυφή των αμερικάνικων τσαρτ και στο νο 3 των βρετανικών.
Το έγκυρο περιοδικό Kerrang! το τοποθετεί στα "100 Greatest Heavy Metal Albums of All Time" και συγκεκριμένα στο νο 40.
Αντί επιλόγου και οποιαδήποτε άλλης κριτικής παρουσίας σε ένα σούπερ classic δίσκο νομίζω ότι ταιριάζουν οι στίχοι του “Rock Steady”.
“Well When I want to rock steady (yeah)
I know I got to get ready
Close my eyes and I let myself go
Listen to oh baby let the music flow”

Φώτης Μελέτης

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Def Leppard: "Def Leppard"

Δημόσια δηλώνω, ότι εάν οι Def Leppard σταματήσουν να
κυκλοφορούν καινούργιους δίσκους θα σημάνει το τέλος των προσωπικών μου αγορών δίσκων μουσικής!


Όταν στην αρχή των καταλυτικών '80ς η μπάντα και ο πανέξυπνος και ευρηματικός παραγωγός  Robert "Mutt" Lange πουλούσαν ένα "Έβερεστ" δίσκων κάνοντας το επονομαζόμενο  "pop-metal" μουσικό γένος λαμπερό, αξιάκουστα ιδιοφυές και δημοφιλές ειδικά στη νεολαία του κόσμου, ο Νότης δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση!
Το μοναδικό αριστούργημα  "
Hysteria" ήταν η κορυφή.
Η εμπορική επιτυχία της μπάντας συνεχίστηκε και μαζί της συνεχίστηκε η κερδοφόρα παραγωγική συνεργασία με τον "Μίδα της κονσόλας" Μ. Lange . Ακόμα και όταν αυτή τερματίστηκε και συνέχισαν να κυκλοφορούν μέτρια ή απλά καλά άλμπουμ οι αποθεωτικές περιοδείες ήταν αυτές που τους διατηρούσαν στην κορυφή!

Έχουν περάσει επτά ολόκληρα χρόνια από τη χρονιά που κυκλοφόρησαν ένα πραγματικά ενδιαφέροντα δίσκο, το "Songs From the Sparkle Lounge", το μουσικό τοπίο έχει αλλάξει πλέον.
Ο ομώνυμος δίσκος τους κυκλοφορεί από δική τους εταιρεία, καθώς η συνεργασία τους με την
Mercury Records τελείωσε και αυτή. Η νέα κυκλοφορία ανοίγει με το "Let's Go", με έντονο το αίσθημα του "Pour Some Sugar On Me" που δε μας χαλά διόλου.
Το "Dangerous" είναι η απάντηση στην απορία, εάν η μπάντα έχει ακόμη το αισθητήριο για τραγούδια-επιτυχίες, με μία σύνθεση από τη δυναμική παραγωγή ασμάτων για αρένες! Ανυπομονώ, να το ακούσω και να το ζήσω ζωντανά σε αρένα!

Η βαρβάτη μπασογραμμή στο  "Man Enough", χορεύει την σύνθεση, θυμίζει όμορφες στιγμές σε  disco  και αναβιώνει το αξέχαστο "Another One Bites The Dust"…των Queen  βέβαια.
Το Led Zep-ελινικό ψυχεδελικό  folk-blues "Battle of My Own" και η ακουστική μπαλάντα "Last Dance",  είναι κι αυτές πανέμορφες συνθέσεις

Το κιθαριστικότατο  "Sea of Love" θα μπορούσε να υπάρχει και στο εξαιρετικό  "Pyromania". Το "We Belong" που είναι η πρώτη μπαλάντα του δίσκου, μία σπουδαία σύνθεση, όπως μόνο οι Def Leppard μπορούν να δημιουργήσουν ενώ το  "Invincible" αποδεικνύει πόσο  παραγωγικά αόρατη μπορεί να  είναι και η μπάντα αυτή! Συμπεριλαμβανομένων και των ροκάδικων  "Sea Of Love" με ένα σπουδαίο ρεφραίν και το  " Broken N Brokenhearted",  αλλά και ο κλασικός ήχος του "Wings of an Angel". 14 σπουδαίες συνθέσεις υπάρχουν συνολικά στο δίσκο (ανάλογα ποια έκδοση έχετε).
 

Ακούγοντας το νέο λοιπόν δίσκο, καταθέτω πως παρατηρώ και ακούω, ότι τίποτε δεν άλλαξε! Το "Def Leppard" είναι ένας  Def Leppard δίσκος στον οποίο οι  Def Leppard ακούγονται ακριβώς ως Def Leppard! Δεν ακούγεται άσχημα καθώς είναι αυτό που θέλουν να ακούσουν οι οπαδοί της μπάντας!
Το θρυλικό σχήμα δημιουργεί το καλύτερο, βασιζόμενοι στις παραδοσιακές τους δυνάμεις χαροποιώντας τα αυτιά των οπαδών με το καλογυαλισμένο τους hard rock, τις μεγαλειώδεις κιθαριστικές ακροβασίες και τα πανέμορφα χορωδιακά φωνητικά τους!
Γιαυτό αγαπάμε και συστήνουμε ανεπιφύλακτα ΜΟΝΟ Def Leppard!

Νότης "Broke ‘N’ Brokenhearted" Γκιλλανίδης

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Riverside: "Love, Fear and the Time Machine"

Με το έκτο τους άλμπουμ οι Πολωνοί θεράποντες του progressive
βρίσκουν τη μουσική φλέβα από την οποία αναδεικνύεται επιτέλους η κλάση τους. Ένα όχι μόνον από τα καλύτερα φετινά άλμπουμ, αλλά και από τα σημαντικώτερα.

Τον τίτλο του «προοδευτικού» ροκ δεν αντέχεται πια να τον σφετερίζονται ακατάληπτα, χωρίς κατεύθυνση κουραστικά tracks από αποπροσανατολισμένα και με συμπλέγματα ωδείου σχήματα, αλλά μουσικοί που δουλεύουν για το μελωδικό τους όραμα με προσήλωση.
Με το άλμπουμ αυτό οι
Riverside κοιτάζουν στα μάτια τους Porcupine Tree και τους Tool και προσπερνούν σαν εγκλωβισμένα στο μποτιλιάρισμα της “progressive” εσωστρέφειας σχήματα όπως οι Anathema, Opeth και οι Katatonia.
Αφήνοντας πίσω τη βαρύτονη (πιο «μεταλ») πλευρά τους (που έφθασε στα όριά της με το προηγούμενο “Shrine of New Generation Slaves”), ανοίγονται σε πιο ευκρινείς δομές, με αποτέλεσμα το υλικό τους να ηχεί άμεσο όσο και  περισσότερο από ποτέ πριν αυθεντικό. Ο κύριος συνθέτης και τραγουδιστής τους Mariusz Duda προσεγγίζει το υλικό του χωρίς παρωπίδες και με καθαρώτερο ήχο στο μπάσο (όπως εξηγεί σε πρόσφατες συνεντεύξεις, επιδίωξή του ήταν ένας πιο “80s” ήχος).
Οι κιθάρες του Piotr Grudziński, ενώ παραμένουν το κύριο όχημα, δυναμώνουν μόνον όταν το απαιτεί το κομμάτι, με τα πλούσια πλήκτρα του Michał Łapaj να είναι ο πανταχού αντιληπτός συνεκτικός ιστός.
Το αποτέλεσμα είναι ένα ακρόαμα περιπετειώδες, αλλά απόλυτα νοήμoν.
Ένα ηχητικό ταξίδι σκηνοθετημένο με σκοπό, χωρίς πλαδαρά οργανικά ξοδέματα, γι΄αυτό και ελκυστικό προς ευρύτατη γκάμα ροκ κοινού (ακόμη και μη ροκ κοινού, θα τολμούσε να πει κανείς).
Τα φωνητικά του
Duda, πάντα στο μεταίχμιο μελαγχολίας και ονειροπόλησης, οδηγούν τον ακροατή με ασφάλεια στην περιδίνηση των τριών θεμάτων του τίτλου (Έρωτας, Φόβος και η Χρονομηχανή), καθώς ακούγεται πότε σαν ένας νεώτερος Martin Turner, πότε σαν διαλογιζόμενος Maynard Keenan και σε σημεία σαν ένας προγειωμένος μιμητής του Robert Smith.
Καθένα από τα 10 κομμάτια διαθέτει προσωπικότητα. Από το εναρκτήριο, απευθείας επιδραστικό στις αισθήσεις Lost (Why Should I Be Frightened By A Hat?)” μέχρι το λυτρωτικό εξόδιο του Found (The Unexpected Flaw Of Searching)” (με το ρεφραίν “It’s a lovely life”) ξετυλίγεται μια σειρά από ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες ιδέες, με στίχο που απαιτώντας προσέγγιση, εμπλέκει στο κλίμα του δίσκου, με τον τρόπο που το πράττουν τα κλασσικά άλμπουμ μεγάλων συγκροτημάτων.
Το δυνατό
Under the Pillow”, τα γεμάτα αναδυόμενες αλλαγές διάθεσης “Caterpillar and the Barbed Wire”, Towards the Blue Horizon” και “Discard Your Fear” (το τελευταίο το πλέον χαρακτηριστικό του όλου υλικού),  υπνωτιστικό Afloat, το ημι- ψυχεδελικό Time Travellers (“Let’s go back to the world, now it’s 30 years ago, let’s believe that this is our time”) και το «μπορείτε να πέσετε για ύπνο και δεν θα μας λείψετε κύριοι Dream Theater”» “Saturate Me”.
Ανοίξτε το πορτάκι του στέρεο (για χρονομηχανή δεν ξέρω αν σας βρίσκεται πρόχειρη) και χαθείτε άφοβα.

 Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Stryper: "Fallen"


Είναι παρατηρημένο, ότι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ρόκερ είναι
άκρως παραγωγικοί…εντάξει, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Αυτοί που σίγουρα δεν ανήκουν στις εξαιρέσεις είναι οι Stryper.

Στην πραγματικότητα οι δίσκοι τους, στα '80ς και τα πρώιμα  '90ς αλλά και αυτά που κυκλοφόρησαν μετά την επανασύνδεση τους στα 2003, θα έμπαιναν άνετα σε μία χωροχρονοκάψουλα για να αποτελέσουν δείγμα συνδυασμένης μουσικότητας και στίχων .
Και για να μην επικεντρώσουμε την παρουσίαση στις μελιστάλαχτες, δακρύβρεχτες μπαλάντες της μπάντας, ο Michael Sweet και οι συνοδοιπόροι του στο δρόμο του Θεού…εεε στο δρόμο της μουσικής ήθελα να γράψω, μεγαλουργούν και πάλι με ένα δίσκο αντάξιο του μακρύτατου καταλόγου τους στο χώρο του χριστιανικού και όχι μόνο hard rock και heavy metal.
Ο δίσκος ξεκινά με μία καταπληκτική σύνθεση που τραντάζει τα ηχεία. Το "Yahweh", είναι μία από τις καλύτερες συνθέσεις της μπάντας!
Τα έχει όλα! Πρόκειται για μία συναρπαστική ψευδο-progressive σύνθεση, με ένα επικοχωροδιακό ξεκίνημα, που ξετυλίγεται για να καταλήξει σε ένα αφιονισμένο '80ς μεταλλικό μέρος, διανθισμένο με τα απίστευτα φωνητικά του Michael Sweet και ένα μαστορικό blues-ιντερλούδιο που καταλήγει με ένα φινετσάτο χορωδιακό κλείσιμο της σύνθεσης.
Ανεβάζοντας την ένταση το ομώνυμο/ομότιτλο τραγούδι περιγράφει απόλυτα τον εκτροχιασμό και την αμοραλιστική ζωή των συγκροτημάτων του μελωδικού hard rock, που διατηρούσαν επαύλεις, sport αμάξια, όπως οι Ratt, Warrant και  Winger πίσω στην εποχή του Αμερικανού προέδρου  Reagan.
Το δυναμικό  "Pride" ξεχωρίζει με ένα ριφ που κολλάει επιδραστικά στα αυτιά, από τα καλύτερα που έχει γράψει η μπάντα!
Το  "After Forever" βρίσκει τους  Stryper να διασκευάζουν μία κλασική σύνθεση του 1971 των Black Sabbath με ίχνη από  glam rock καλλιτέχνες, όπως οι Slade και οι Sweet, με εμπνευσμένη κατάληξη.
Το  "All Over Again"  ηχεί ως ο συνδυασμός  Bon Jovi του  "Never Say Goodbye, των  ELO του  "Telephone Line" και κάθε δυναμικής μπαλάντας που γράφηκε μεταξύ της ανόδου του  MTV και της πτώσης του  hair metal, απόλυτα θριαμβευτικό.
Εάν τα  "Honestly" και  "I Believe in You" ηχούσαν τόσο εντυπωσιακά, όταν παρουσιάστηκαν, σίγουρα και τούτη εδώ η σύνθεση θα είχε ανάλογα αποτελέσματα ευφορίας ψυχικής και αγαλλίασης μουσικής!
Το "King Of Kings" που κλείνει το δίσκο είναι ακόμη ένα καλοδουλεμένο  hard rock κομμάτι. Ένα από τα καλύτερα του δίσκου που τερματίζει το 50λεπτο επάξια τούτο το μουσικό έπος!
Σίγουρα επέστρεψαν οι STRYPER στα δυναμικά χρόνια τους και μαζί  και εμείς που μεγαλώσαμε με την μπάντα και τον ήχο της!

Νότης Γκιλλανίδης

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Bryan Adams: "Get Up"


Ο πολυπλατινένιος και αγαπημένος Καναδός rocker Bryan Adams
επιστρέφει στα μουσικά δρώμενα με ολοκαίνουργιο δίσκο: το ξεσηκωτικό Get Up, που είναι ο 13ος στη μακραίωνη ιστορία του καλλιτέχνη.

Με εννέα ολοκαίνουργιες συνθέσεις και τέσσερις ακουστικές εκτελέσεις σε αυτές είναι ο frontman των Elo, Jeff Lynne στην παραγωγή και ο παλιός συνοδοιπόρος των επιτυχιών Jim Vallance είναι παρόντες και έτσι το "Get Up" απογειώνεται ή τουλάχιστον είναι ένας αξιοπρεπέστατος δίσκος αντάξιος του σπουδαίου αυτού τραγουδιστή.
 Το " Get Up In" είναι δίσκος της μοντέρνας σύγχρονης μουσικής rock σκηνής, καλός, σίγουρα είναι ευχάριστο να ακούς αναζωογονημένο τον  Bryan Adams να συνεχίζει αυτό για το οποίο έγινε πασίγνωστος και αυτό είναι οι κλασικοί  rock ήχοι.
Αρκεί να μην περιμένεις να ακούσεις μουσικά- δημιουργήματα κολοσσούς της δεκαετίας των 80ς αρχών 90ς.
Τα εναρκτήρια  "You Belong To Me" και "Go Down Rockin’" είναι τα καλύτερα παραδείγματα με έναν προσανατολισμό στο rock των 70ς,ενώ το πρώτο single, Brand New Day"είναι έξοχο δείγμα μείξης rock/pop κατάλληλο για τα σχετικά ραδιόφωνα.
Ο  Adams με τα γρεζαρισμένα φωνητικά ταιριάζει απόλυτα με τις ενορχηστρώσεις, τις καλύτερες από την εποχή του λαμπρού δίσκου "Waking Up the Neighbours" (1991).
Οι ακουστικές επίσης εκτελέσεις αξιοπρόσεκτες, ειδικά το γλυκόπικρο αίσθημα του "We Did It All" , ακόμη και το κουρδισμένο χαμηλότερα  "Brand New Day", αλλά βέβαια οι οπαδοί σίγουρα θα προτιμούσαμε νέες συνθέσεις...

Σε κάθε περίπτωση το "Get Up" είναι γνήσιο δημιούργημα του Adams, που με την επεμβατική συνεισφορά του πολυοργανίστα, συνθέτη και παραγωγού  Jeff Lynne του οποίου η λίστα περιλαμβάνει ονόματα, όπως οι  The Beatles, ο Paul McCartney,  Randy Newman και ο  Tom Petty (ο δίσκος που παρουσιάζουμε θυμίζει αρκετά τον κύριο), όπως και  η παρουσία του με τους Traveling Wilburys (επίσης στοιχεία έντονα υπάρχουν στο δίσκο του καναδού) – θυμίζει περισσότερο τα πρώτα βήματα του Adams.

Μπορεί ο Adams να συνεχίζει να γιορτάζει την επιτυχία των 30ών  γενεθλίων ενός καταπληκτικού δίσκου του, του  "Reckless" με μια προπωλημένη μεγάλη παγκόσμια και το καλοκαίρι να εμφανίστηκε με τον μέγιστο παλαίμαχο ρόκερ Rod Stewart σε συναυλία του  BBC Radio 2 εμφανιζόμενοι στο Hyde Park Festival αλλά θα πρέπει να αναζητήσει ξανά τις μουσικές ρίζες που τον έκαναν μεγάλο!
Και αυτές βρίσκονται στα 80ς.

Νότης Γκιλλανίδης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...