Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Gus G.: "Brand New Revolution"


Ο πολυάσχολος πλέον Gus G., κατά τον κόσμο Κώστας
Καραμητρούδης και το δεξί χέρι του "Θεού", Ozzy, κυκλοφορεί νέο σόλο δίσκο μιας και η κανονική του μπάντα βρίσκεται σε διάλειμμα αυτή τη στιγμή και ο Ozzman κάνει τα δικά του πράγματα με τους Black Sabbath.

Αυτά συμβαίνουν συνήθως όταν δεν κάνει περιοδείες ανά τον κόσμο σαν solo, με τον Madman ή που και που με τους Firewind, βρίσκεται με κάποιο πιεσμένο μεν αλλά επιπλέον ελεύθερο χρόνο δε.
Αυτός ο χρόνος για τον Gus, δεν πάει ποτέ χαμένος και φροντίζει να τον εκμεταλλεύεται πάντα καταλλήλως. Χωρίς να έχει μείνει στάσιμος από τότε που ξεκίνησε την καριέρα του, έβαλε πλώρη για τον δεύτερο προσωπικό του δίσκο Brand New Revolution”.
Δώδεκα νέες συνθέσεις μας παρουσιάζει εδώ συν μία bonus για τους Γιαπωνέζους (μισώ τα προνόμιά τους).
Πέρα από το εναρκτήριο κομμάτι The Quest το οποίο είναι instrumental, όλα τα υπόλοιπα γεμίζουν με τις φωνές των Jacob Bunton, (One More Try, Behind Those Eyes, Brand New RevolutionBurnWe Are One ), Mats Levén (The Demon Inside, Come Hell Or High Water, If It Ends Today), Jeff Scott Soto (Gone To Stay, Generation G) και Elize Ryd στο “What Lies Below ενώ στο ίδιο κομμάτι για τη Γιαπωνέζικη έκδοση η Heather St. Marie, βρίσκεται πίσω από το μικρόφωνο, Την υπόλοιπη μπάντα του πλαισιώνουν ο Marty O' Brien (Lita Ford band) στο μπάσο, ο Jo Nunez (Firewind) στα τύμπανα ενώ ο ίδιος ο Gus G. , εκτός από κιθάρα, παίζει μπάσο σε κάποια κομμάτι και πλήκτρα.
 Αρκετά διαφορετικό από τον προκάτοχό του μας παρουσιάζεται το Brand New Revolution. Ορισμένες συνθέσεις θα μπορούσανε να βρίσκανε θέση σε κάποιο άλμπουμ του Ozzy όπως είναι το “One More Try ή το “We Are One”. Οι συνθέσεις είναι δομημένες με τέτοιο τρόπο ώστε να δίνουν χώρο στον εκάστοτε τραγουδιστή να ξετυλίξει τις δυνατότητές του όπως εκείνος θέλει.
 Η παραγωγή του είναι καλογυαλισμένη όπως συνηθίζεται πλέον στις μέρες μας, με διαύγεια και καθαρότητα στο  άκουσμα του κάθε οργάνου.
Η αλήθεια είναι πως κάτι τέτοιο ορισμένες φορές κουράζει, Η αλήθεια είναι πως κάτι τέτοιο ορισμένες φορές κουράζει, διότι όλα ακούγονται το ίδιο μοντερνοποιημένα και πλέον είναι ακόμα πιο δύσκολο να ξεχωρίσεις σχήματα, κομμάτια ή να σου κάνει κάτι εντύπωση με το πρώτο άκουσμα.
Μερικές φορές τα μοντέλα της τεχνολογίας δεν είναι και τόσο καλά, ειδικά αν σου λείπουν ακούσματα με παλαιότερου τύπου παραγωγή.
  Για solos και βασικά riffs, είναι περιττό  να σχολιάσω, όταν αναφέρεσαι σε προσωπική δουλειά κάποιου  κιθαρίστα και πόσο μάλλον του βεληνεκούς του Gus, που το ότι βρίσκεται δίπλα στον Madman νομίζω μιλάει από μόνο του
  Με μια λέξη, θα το χαρακτήριζα ποικιλόμορφο, σίγουρα όχι καλύτερο για τα γούστα μου από το I Am The Fire  αλλά πολύ δυνατό και με πολλές καλές ιδέες. Δεν είναι από αυτά που θα λείψουν από μια δισκοθήκη που θέλει να είναι ενήμερη, αλλά δεν είναι και αυτό που θα την χαλάσει, ίσα -  ίσα που θα την ομορφύνει.
Αναρωτιέμαι πως θα ακούγεται ο Gus όταν σε δίσκο του Ozzy υπάρξουν δικές του συνθέσεις.

Γιώργος Βαλιμίτης

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Peter Gabriel: "So"


22 Mαίου 1975. Η τελευταία από τις 102 εμφανίσεις της περιοδείας
των Genesis για την προώθηση του “The Lamb Lies Down On Broadway” ολοκληρώνεται στη Becancon της Γαλλίας. Το σουρεαλιστικό σινερομάντσο του Ραέλ, ενός χαμινιού με Πορτορικάνικες ρίζες, παιγμένο live στην ολότητά του, είχε ωθήσει το συγκρότημα των πέντε κολλεγιόπαιδων από το Surrey στα όριά του.

Για τον Peter Gabriel, τον 25χρονο εμπνευστή της περσόνας του Rael, που μόνος του σχεδόν έφτιαξε το περίγραμμα του θεατρικού prog στα ‘70s, με τα εξωφρενικά κοστούμια και τους ονειρικούς στίχους του, το πράγμα δεν είχε γυρισμό.
Έφυγε από τους
Genesis, για μια σόλο καρριέρα που έμοιαζε αβέβαιη και φορτωμένη υπέρβαρες προσδοκίες.
Κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει όσα θα ακολουθούσαν τα επόμενα 10 χρόνια. Ο
Phil Collins σηκώθηκε από το σκαμπώ του ντράμπερ και εξελίχθηκε σε frontman περιωπής και σύντομα (μεταξύ ’81 και ’86) σε έναν από τους πιο επιτυχημένους συνθέτες ραδιοφωνικής ποπ -με ροκ άλλοθι- που γνώρισε μέχρι σήμερα η δημοφιλής μουσική. Όσο για τον Gabriel, ο δρόμος ήταν δαιδαλώδης. Τουλάχιστον μέχρι τον Μάϊο του 1986...   
Μεταξύ 1977 και 1985 είχε κυκλοφορήσει τέσσερα προσωπικά στούντιο άλμπουμ.
Και τα τέσσερα έφεραν σαν τίτλο τους το όνομά του (“
Peter Gabriel”), γι΄αυτό και διακρίνονταν από τα «παρατσούκλια» που έδωσαν κοινό και κριτικοί σε καθένα, με βάση τους συνειρμούς που δημιουργούσαν τα πολύ χαρακτηριστικά (όπως πάντα) εξώφυλλα της διάσημης καλλιτεχνικής ομάδας Hipgnosis (Wishbone Ash, Led Zeppelin, Bad Company, Pink Floyd, Scorpions).
To ντεμπούτο του (“Car", 1977), συγκέντρωσε θετικές κριτικές, παρ΄ότι πολύ πιο στρωτό από τα ιδιοφυώς χαοτικά άλμπουμ του με τους Genesis.
To δεύτερο ("Scratch”, 1978) τα πήγε λιγώτερο καλά σε καλλιτεχνικό και εμπορικό επίπεδο, όμως με το τρίτο (“Melt”, 1980) αναγνωρίστηκε ως αυτόφωτος progressive καλλιτέχνης.
Με τον αντιρατσιστικό παιάνα "Biko" και το κλασσικό πλέον αντιπολεμικό μαρς του "Games Without Frontiers", το τρίτο άλμπουμ του
Gabriel σημάδεψε την αυγή των ‘80s, μιας δεκαετίας στην οποία τα άλμπουμ με υπογραφή μεγάλων σταρ της πρώτης και της δεύτερης γενιάς του rock θα γίνονταν καθεστώς. Με το τέταρτο lp ("Security”, 1982) καθιέρωσε τον μινιμαλιστικό, διαπεραστικό ήχο του, οδηγώντας και σε μια εκτεταμένη περιοδεία, από την οποία προέκυψε το ζωντανά ηχογραφημένο “Plays Live” του ’83. Το 1985 κέρδισε το Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής του Φεστιβαλ Κινηματογράφου των Καννών, για το σάουντρακ στην (από πολλές πλευρές αξιοσημείωτη) ταινία του Alan Parker "Birdy" ("Ο ΄Ανθρωπος - Πουλί").

Ήδη από το ’78, είχε φτιάξει ένα χαμηλού προφίλ στούντιο, σαν προέκταση του σπιτιού που διατηρούσε σε ένα κτήμα στα βορειοανατολικά του Bath. Δύο δωμάτια, ένα για να ηχογραφεί τα φωνητικά του και να δουλεύει τους στίχους και ένα για να ηχογραφείται και να δοκιμάζεται η μουσική.
Καθώς το άτιτλο ακόμη πέμπτο άλμπουμ ετοιμαζόταν, ο
Gabriel ζήτησε από τον παραγωγό του “Birdy”, Daniel Lanois (με φρέσκες τις δάφνες από την αναμόρφωση των U2 στο “Unforgettable Fire”) να εγκατασταθεί στο Ashcombe για όσο καιρό ήθελε και να τον κατευθύνει στο επόμενο άλμπουμ του. Τα αρχικά session αποτελούνταν από τον ίδιο τον Gabriel, τον Lanois και τον κιθαρίστα David Rhodes. Οι πειραματισμοί τους απέκτησαν σχήμα αβίαστα, καθώς δεν υπήρχε χρονοδιάγραμμα, ούτε είχαν να σκεφτούν τις υποχρεώσεις και τις ανάγκες που γεννά η συνύπαρξη πολλών μουσικών με διαφορετικές ανάγκες σε ένα στούντιο. Στην πορεία, πάντως, συνεισέφεραν σημαντικά, μεταξύ άλλων, ο ηχολήπτης Kevin Killen, o μπασίστας Tony Levin (μαζί του από το ‘77), ο τεράστιος περκασσιονίστας Manu Katché (μετέπειτα στην μπάντα του Gabriel, αλλά και σε Sting, Jeff Beck, Al Di Meola, Dire Straits και δεκάδες άλλους) και ο συνήθης ύποπτος Stewart Copeland (των διαλυμένων τότε Police).
 


Στο αρχικό στάδιο, ο εξοπλισμός ήταν υποτυπώδης. Δύο αναλογικά 24κάναλα κασσετόφωνα και ένα τρίτο, τροποποιημένο από έναν ντόπιο μάστορα στα ηλεκτρονικά.
Κυριώτερο στουντιακό όπλο υπήρξε το πρωτοποριακό για την εποχή Fairlight CMI synthesizer, για το οποίο ο ίδιος ο
Gabriel δήλωσε αργότερα ότι κατέστησε εφικτό το να εμπλακεί «περισσότερη ανθρώπινη φαντασία» στο όλο πρότζεκτ, κάνοντας έτσι «τη διαδικασία των αποφάσεων σχετικά με τη μουσική δημιουργία πολύ πιο σημαντική από την ίδια την τεχνική».
Να θυμίσουμε ότι με τον ήχο των τυμπάνων στο “
Melt” (1980), φτιαγμένον με τη βοήθεια των Hugh Padgham και ... Phil Collins, ο Gabriel είχε ήδη ορίσει τον «φουσκωμένο», ηλεκτρονικά επεξεργασμένο («χωρίς πιατίνι») ρυθμικό ήχο που θα κυριαρχούσε σε όλη σχεδόν τη δεκαετία.
 

Αφού ξεπέρασε αρκετές δυσκολίες στο να ολοκληρώσει τους στίχους του (ο ηχολήπτης υποχρεώθηκε να απομονώσει τμήματα φωνητικών του από δεκάδες διαφορετικές εκτελέσεις και να προσθέτει διαρκώς καινούρια, καθώς οι στίχοι σβήνονταν και γράφονταν διαρκώς, ενώ ο Daniel Lanois έφθασε σε κάποια φάση των ηχογραφήσεων να κόψει το τηλέφωνο και να τον κλειδώσει στο στούντιο για να πιεστεί και να συγκεντρωθεί), ο Gabriel ανεπτυξε μια εμμονή με τη σειρά που θα έπρεπε να έχουν τα κομμάτια. Έφτασε μέχρι το να φτιάξει μια κασσέτα με την έναρξη και το τέλος κάθε κομματιού και να τ’ ακούσει συνέχεια, για να δει πώς δένουν σαν σύνολο το ένα μετά το άλλο.

Ο δίσκος τελικά ολοκληρώθηκε το Φεβρουάριο του ΄86 και κόστισε 200.000 λίρες, ποσό ιδιαίτερα μικρό για την εποχή (ιδίως για την ποιότητα της ηχογράφησης).
Τα overdubs έγιναν στο διάσημο στούντιο Power Station της Νέας Υόρκης και το τελικό mastering έγινε στα Townhouse studio του Λονδίνου. Λεπτομέρεια : προτάθηκε στον Gabriel να στείλει το υλικό στη Νέα Υόρκη -χωρίς να πάει- μέσα από ένα  δορυφορικό τηλέφωνο – υπολογιστή (τεχνολογία αιχμής τότε), αλλά εκείνος δίστασε. «Δεν είναι εντυπωσιακό πάντως; Να μπορείς να στείλεις τις μουσικές σου ιδέες μέσω δορυφόρου;», σχολίαζε την Άνοιξη του ‘86. Το διαδίκτυο απείχε τουλάχιστον δέκα χρόνια από τότε και ο πάντοτε πρωτοπόρος Gabriel επρόκειτο να γίνει από τους καλλιτέχνες που θα το αξιοποιούσαν στο μέγιστο τις επόμενες δεκαετίες.

Ο τίτλος του άλμπουμ («Λοιπόν») ήταν ένας σαρδόνιος ελιγμός του Gabriel στην πίεση της Geffen Records, που ήθελε πεισματικά ένα άλμπουμ με «τίτλο» και όχι με το όνομά του πάνω σε διαφορετικό εξώφυλλο, όπως τα τέσσερα πρώτα.
Μέχρι τότε, πίστευε ότι οι τίτλοι στα άλμπουμ «αποσπούν» από το να προσέξει κανείς το εξώφυλλο και τους απέφευγε. Επέλεξε, «λοιπόν» έναν «μη-τίτλο», που δεν παρέπεμπε πουθενά, κάτι που έκανε και στα επόμενα άλμπουμ της καρριέρας του (“Up”, “Us” κ.λ.π.), γνωρίζοντας όμως, όπως είπε αργότερα, ότι το ευσύνοπτο, σχεδόν σαν σλόγκαν, του τίτλου θα βηθούσε στο μάρκετινγκ. «Η μόνη παραχώρηση που έκανα», θα πει αργότερα «ήταν στο εξώφυλλο, δεχόμενος να φωτογραφηθώ (στο μαυρόασπρο ρετρό μοτίφ) του Peter Saville, καθώς μου έλεγαν ότι τα σκοτεινά μου εξώφυλλα απωθούσαν μέχρι τότε το γυναικείο κοινό».

Ποιά ήταν όμως η μουσική προσφορά του “So” : Σε μια συνέντευξή του το 2011, ο Gabriel δήλωσε: «Είχα χορτάσει για καιρό από instrumental πειραματισμούς, ήθελα να γράψω κανονικά ποπ κομμάτια, αλλά με τους δικούς μου όρους». Η παραγωγή του Daniel Lanois ζεστή αλλά διακριτική, πλουσιοπάροχη σε ambient λεπτομέρειες, χωρίς όμως να αποσπά την προσοχή. Το προσωπικό του ύφος διατρέχει και αυτό το πέμπτο του άλμπουμ, όμως, ξεκάθαρα σε σχέση με  τις προηγούμενες προσπάθειές του, η έμφαση στη σύνθεση των 8 κομματιών δόθηκε στη μελωδία και στο δέσιμο με αυτήν στοχείων soul και “ethnic” (πολύ πριν γίνει γνωστός και καθιερωθεί ο όρος), προερχόμενων από βραζιλιάνικη και αφρικανική ρυθμολογία. Επειδή ακριβώς τα στοιχεία αυτά αφορούν κυρίως τη ρυθμική βάση ήταν δομικά στα τραγούδια και δεν γίνονταν αισθητά απλώς ως εξωτικά «περάσματα».

Η μοναδικότητα του άλμπουμ, χωρίς υπερβολή, γίνεται αντιληπτή από τα πρώτα δευτερόλεπτα. Ο Gabriel ήθελε να το πρώτο κομμάτι να ανοίγει με πάταγο και παρ΄ότι δεν συμπαθούσε τον «μεταλλικό ήχο» στα τύμπανα, πείσθηκε από τον Lanois να αναθέσει στον Stewart Copeland των Police να παίξει κρουστά στο "Red Rain". Οδηγούμενο από μια στοιχειωμένη, «πολιτική» ερμηνεία, το κομμάτι, μ΄έναν διάπλατο, οικουμενικό ήχο, μεταφέρει εικόνες ενός πλανήτη που υποφέρει, αποτελώντας την πιο αντιπροσωπευτική μουσική υπογραφή του Gabriel στο μέσο μιας δεκαετίας που αποθέωνε τον ατομικισμό και την υποκρισία.



Η αντίστιξη είναι το μεγάλο όπλο του “So”.
To συνοφρυωμένο “Red Rain” εξαϋλώνεται με την είσοδο του "Sledgehammer". Την ώρα που οι μουσικοί ήταν έτοιμοι να πακετάρουν και αφήσουν το στούντιο, ο Gabriel τους κάλεσε να κάνουν μια «γρήγορη» ηχογράφηση πάνω σε μια «εύκολη» ιδέα του. Έχοντας ως βασική έμπνευση τη δυναμική soul προσέγγιση του Otis Redding, ο Gabriel έψαξε και βρήκε ειδικά για το κομμάτι τον Wayne Jackson, τον μάστορα των πνευστών που είχε δει ο ίδιος να περιοδεύει με τον Redding στα ‘60s.
Και πράγματι, το soul / funk αμάλγαμα, ξένο με ο,τι δήποτε είχε συνδέσει ο Gabriel το όνομά του μέχρι τότε, με την πρίμα φωνή του να αθλείται μεταξύ γυναικείων φωνητικών και μιας μυστήριας λικνιστικής ρυθμικής βάσης -κάτι ανάμεσα στο “Superstition” του Stevie Wonder και το “Fame” του Bowie- έγινε τελικά από τα χαρακτηριστικά κομμάτια όλης της δεκαετίας. Στις 19/7/1986 το “Sledgehammer” έφθασε στην κορυφή του Billboard, εκθρονίζοντας το “Invisible Touch” των ... Genesis του Phil Collins.
H τεράστια επιτυχία του single κατά μεγάλο ποσοστό οφείλεται στο εντυπωσιακό και πρωτοποριακό βίντεο, γυρισμένο από την ομάδα της Aardman Animations με την τεχνική του “stop motion”, όπου το πρόσωπο του Gabriel, σαν ομιλούσα κεφαλή, γινόταν το επίκεντρο χιλιάδων μικρών σκετς και σημειολογικών παιχνιδιών με πηλό, ζωγραφική και ψηφιακή αναπαράσταση. Παρ΄ότι η τεχνική είχε χρησιμοποιηθεί ξανά στο παρελθόν (βλέπε “Road To Nowhere” των Talking Heads), ήταν η πρώτη φορά που γνώρισε τέτοια επιτυχία.
Το “Sledgehammer κατόρθωσε χάρις το βίντεο κλιπ του να παρουσιάσει ως εντελώς καινούριο καλλιτέχνη τον άλλοτε «βαρύ» και σκοτεινό Gabriel σε μια εντελώς καινούρια γενιά καταναλωτών, αυτής του MTV. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία είναι το πιο πολυπαιγμένο βίντεο στην ιστορία του MTV (2011) και το No 4 μεταξύ των «100 πιο σημαντικών μουσικών βίντεο που έχουν γυριστεί ποτέ» (1999). Τα βραβεία αντίστοιχου βεληνεκούς υπήρξαν πάμπολλα για το κομμάτι αυτό, με ξεκίνημα τα 9 συνολικά MTV Music Awards τον Φεβρουάριο του ’87, ρεκόρ που παραμένει ακατάρριπτο μέχρι σήμερα, 29 χρόνια μετά.

Ακολουθεί η πλέον πολιτική θέση του άλμπουμ, το "Don't Give Up", γραμμένο σαν απάντηση για την ραγδαία αύξηση της ανεργίας στην Θατσερική Βρεττανία. Ο διάλογος ενός άνεργου ("a man whose dreams have all deserted (...) ‘cause nobody wants you when you lose") με την αγαπημένη του να τον θάλπει και να τον παρηγορεί. Μια ιδανική σύμπραξη υποδώριων ρυθμικών και μελωδικών στοιχείων, επιτρέπει στο ντουέτο με την νηρηίδα Kate Bush να λάμψει. Κάθε φορά που ο τσακισμένος πρωταγωνιστής δείχνει να παραδίδει τα όπλα, έρχεται σε απάντηση ένας συγκινητικά πειστικός στίχος (“Don't give up 'cause you have friends / you're not the only one / no reason to be ashamed / you still have us/ we're proud of who you are / you know it's never been easy / 'cause I believe there's a place where we belong”).


Η πρώτη πλευρά συμπληρώνεται με το "That Voice Again", στο οποίο ο Gabriel επιχειρεί να εξερευνήσει το θέμα της συνείδησης «αυτής της πατρικής φωνής μέσα στο κεφάλι μας που είτε μας βοηθά, είτε μας κατανικά».

Κυριολεκτικά ιδιόρρυθμο το "In Your Eyes", ανοίγει τη δεύτερη πλευρά (αν και ο Gabriel το ήθελε να κλείνει το δίσκο, κάτι που αποκαταστάθηκε αργότερα, στην εποχή των remastered cd). To πυρετώδες ερωτικό κομμάτι έκανε γνωστό τον Σενεγαλέζο Youssou N’ Dour (εμφανίζεται και τραγουδάει στη γλώσσα του) και  πέρασε στην ποπ μυθολογία από τη σκηνή του Say Anything (1989) που ο John Cusack σηκώνει το κασετόφωνο ψηλά και κάνει «καντάδα» στην (αρκούντως ξενέρωτη) Ione Skye.


Το υποβλητικό Mercy Street βασίζεται (σε μια ακόμη) ιδιαίτερη ρυθμική βάση και μια διττή αρμονική γραμμή φωνητικών (ψιλή και χαμηλή με διαφορά μιας οκτάβας). Με στίχο που εξετάζει ελλειπτικά τη σύνδεση μεταξύ θρησκείας και σεξ, το κομμάτι πρωτογράφτηκε σαν demo στο Rio De Janeiro και η τελική ηχογράφηση έγινε σε πιο αργό τέμπο από το κανονικό, δίνοντας έμφαση στα κύμβαλα και τις ψιθυριστές κιθάρες.

Το φαινομενικά επιφανειακό φανκ του "Big Time" έρχεται και πάλι να αναταράξει την περίσκεψη. Με στόχο να σατυρίσει τον άκρατο καταναλωτισμό της γιάπικης κουλτούρας των ’80s, κατόρθωσε να υποσκάψει όλο το mainstream της εποχής (έφτασε στο Νο 7 του Billboard την Άνοιξη του ‘87). Κάτω από το «εύθυμο, χορευτικό κομμάτι», η ειρωνεία των στίχων μαστίγωνε (“The place where I come from is a small town - They think so small, They use small words – But not me - I'm smarter than that - I worked it out - I've been stretching my mouth - To let those big words come right out”).


Το κλείσιμο του άλμπουμ έρχεται με το ατελές και δυσοίωνο ηχητικό τοπίο του "We Do What We're Told (Milgram's 37)" (για το οποίο γράφτηκε ότι τα ντραμς ακούγονται σαν «χτύπο καρδιάς μέσα από την μήτρα»). Ήταν μια ιδέα που είχε πρωτοδουλευτεί την εποχή του “Melt” και η στιχουργική έμπνευσή του προέρχεται από τα πειράματα του Αμερικάνου ψυχολόγου Stanley Milgram για προσδιορισμό των παραγόντων που καθορίζουν την «υπακοή» των πολιτών σε αυταρχικούς ηγέτες σε συνθήκες πολέμου. Επιμύθιο : Τελικά, κάνουμε ό,τι μας λένε.
Το “So” έφθασε στο Νο1 στη Μεγάλη Βρεττανία (το δεύτερο άλμπουμ του Gabriel που το κατάφερνε) ενώ στην Αμερική παρέμεινε στο τσαρτ για 92 συνεχείς εβδομάδες με υψηλώτερη θέση το Νο 2 (Μάϊο – Ιούνιο του ’86), ελέω Whitney Houston. Στην τελετή των 29ων Βραβείων Grammy, το “So” ήταν υποψήφιο για «Άλμπουμ της Χρονιάς», χάνοντας τελικά από το “Graceland” του Paul Simon.

Όσο το εμπορικό προφίλ του Gabriel βρισκόταν στο απόγειο, τόσο περισσότερο ο ίδιος φρόντιζε να αναδεικνύει τις πρωτοβουλίες τις πιο συμβατές με την πραγματική καλλιτεχνική του φυσιογνωμία. To καλοκαίρι του ’86, επ΄ευκαιρία της συμπλήρωσης 25χρόνων της Διεθνούς Αμνηστίας, συμμετείχε στη σειρά συναυλιών “A Conspiracy of Hope”, μαζί με δεκάδες πρώτα ονόματα (μ.α. U2, Sting, Lou Reed, Bryan Adams, Neville Brothers, Jackson Browne και Joan Baez) προκειμένου να ευαισθητοποιήσει το (αμερικάνικο) κοινό για θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ σε ανάλογες συναυλίες φιλανθρωπικού (εντός και εκτός εισαγωγικών) χαρακτήρα εμφανιζόταν επί δύο χρόνια και πλέον. Ας μην ξεχνάμε το ότι εμφανίστηκε στις 3 Οκτωβρίου 1988 μαζί με Sting, Springsteen, Tracy Chapman και Youssou N’ Dour στο Ο.Α.Κ.Α. (σε μια μεγάλη βραδιά, για όσους ήταν εκεί). Συγχρόνως, από το Φθινόπωρο του ’86 είχε ξεκινήσει την παγκόσμια περιοδεία 93 συνολικά εμφανίσεων για την προώθηση του “So”, η οποία ολοκληρώθηκε στο ... Θέατρο Λυκαβηττού με τρεις αλησμόνητες συναυλίες. Το DVD “Live In Athens ‘87” κυκλοφόρησε το 2013 και αποτελεί αδιάψευστο τεκμήριο του ότι υπήρξαν από τις μεγαλύτερες συναυλίες που είδαμε ποτέ σε ελληνικό έδαφος.
 

Το άκουσμα του “So είναι -κατά σπάνιο τρόπο- απροκατάληπτο όσο και ο τίτλος του, αποκαλύπτοντας ωστόσο δύο διαφοετικά επίπεδαμ, στα οποία λειτουργεί εξίσου καλά. Το πρώτο αφορά τον ανύποπτο ακροατή. Παραγωγή φιλική στο αυτί με καθαρές μελωδικές γραμμές και μια δόση φανκ που το περιβάλλει με –διαχρονικά παραπλανητική- εξωστρέφεια. Το δεύτερο επίπεδο αποκαλύπτει πολλά περισσότερα. Λεπτούς χρωματισμούς που ταιριάζουν με τις συναισθηματικές αποχρώσεις των τραγουδιών, τους οποίους ξεκλειδώνει η ελεγχόμενη, σχεδόν «κλινική», φωνή του Gabriel, αφήνοντας να δώσει ο ίδιος ο ακροατής νόημα στο κομμάτι, «μπαίνοντας» σ΄αυτό, πιο βαθιά και διαφορετικά με κάθε ακρόαση.

Το “So” περιλαμβάνεται σε όλες τις λίστες με τα πλέον χαρακτηριστικά άλμπουμ των ‘80s καθώς και σ΄αυτές με τα σημαντικότερα άλμπουμ όλων των εποχών. Το «δικαίως» μοιάζει πενιχρό επίρρημα.  

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

Socrates Drank the Conium: Ο ελληνικός ροκ μύθος που ξετρέλλανε το σύμπαν...


Οι αλλιώς…Socrates αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια της ροκ μουσικής και βέβαια το γεγονός ότι είναι έλληνες και έκαναν μία σπουδαία πορεία τα έτη που κυρίως, βρετανικά και αμερικανικά σχήματα προωθούσαν οι παντοδύναμες για εκείνη την εποχή δισκογραφικές εταιρίες, τους κάνει ακόμη πιο σημαντικούς.
Το αρχικό τους όνομα ήταν Persons και το ξεκίνημα έγινε το 1969 ενώ έπειτα έκαναν εμφανίσεις σε κλαμπ της Αθήνας, και κυρίως στο "Κύτταρο".
Το πλούσιο ρεπερτόριο τους συμπεριελάμβανε αρκετά κομμάτια διασκευές από καλλιτέχνες όπως ο Jimi Hendrix, Cream, Frank Zappa, Rolling Stones, Αnimals κ.α. ενώ ένα φεγγάρι συμμετείχε και ο κιθαρίστας Johnny Lampizzi.
Το 1970 κυκλοφορούν το πρώτο τους σινγκλ με τίτλο "Κλείσ' τα μάτια σου και άκου" και είναι η μοναδική φορά που χρησιμοποιούν ελληνικό στίχο και την επόμενη χρονιά συμμετέχουν στη συλλογή "Ζωντανοί στο Κύτταρο" με το ορχηστρικό rock-blues κομμάτι "Ηλεκτρικός Σωκράτης" και με τις συνεχόμενες επιτυχημένες συναυλίες που δίνουν έχουν δημιουργήσει τεράστιο θόρυβο για το όνομα τους με πιο χαρακτηριστική τη συναυλία που έδωσαν στο γήπεδο του Σπόρτινγκ, τα Χριστούγεννα του 1970.

Το 1972 ηχογραφούν τον παρθενικό τους δίσκο με τίτλο το όνομα τους (Socrates Drank The Conium), η παραγωγή είναι κακή λόγω των λίγων ωρών που είχαν στη διάθεσή τους και μαζί με το Γ. Σπάθα και Α. Τουρκογιώργη είναι και ο ντράμερ Ηλίας Μπουκουβάλας.
Ξεχωρίζουν τα τραγούδια "Live the country" και το θρυλικό "Starvation" στην αρχική του μορφή ενώ το ψυχεδελικό εξώφυλλο έχει μείνει κλασσικό και ο ήχος τους θυμίζει εκτός από J. Hendrix, τους Fleetwood Mac, Cream και Free.
Την ίδια χρονιά κυκλοφορούν το δεύτερο δίσκο τους, με τίτλο "Taste of Conium" όπου ξεχωρίζουν οι διασκευές στο "Satisfaction" των Rolling Stones και το "See See Rider" των Animals αλλά και το καταπληκτικό "Waiting for the sun".
Η περιπέτεια των Socrates “μεταφέρεται” στην Ολλανδία παίζοντας σε διάφορα clubs και παρότι αρχίζουν να κάνουν αίσθηση με τις δυνατές εμφανίσεις τους αναγκάζονται να φύγουν γιατί δεν έχουν άδεια εργασίας (μέχρι και φυλακή έφαγαν) αλλά και γιατί τους καλούσε το μόνιμο πρόβλημα των ελληνικών συγκροτημάτων… που ήταν ο στρατός.
Το 1973 κυκλοφορούν τον εξαιρετικό άλμπουμ "On the Wings με παραγωγό τον Κώστα Φασόλα  και νέο ντράμερ τον Γ. Τρανταλίδη, όπου γίνεται σαφής ο προσανατολισμός του γκρουπ σε πιο hard rock και progressive μονοπάτια ενώ χρησιμοποιούν και δεύτερο κιθαρίστα, τον Gus Doukakis (Kώστα Δουκάκη).
Ο συγκεκριμένος δίσκος κάνει διάσημους τους SOCRATES και στην Αμερική(!!!) όπου παίζεται μετά μανίας στους κολεγιακούς ραδιοφωνικούς σταθμούς ενώ γίνονται διθυραμβικές κριτικές και από διάφορα αμερικάνικα μουσικά έντυπα (περιοδικό Billboard).
Τα επόμενα δύο χρόνια γίνονται φοβερά πράματα για το συγκρότημα, το οποίο μετακομίζει στο Λονδίνο με αποκορύφωμα την συνεργασία με τον σπουδαίο συνθέτη Βαγγέλη Παπαθανασίου που τους παίρνει μαζί του για να ανοίγουν τις συναυλίες του σε όλη την Ευρώπη ενώ ηχογραφούν την ίδια περίοδο το ιστορικό album "PHOS", όπου έχει αναλάβει και την παραγωγή.
Ο δίσκος γνωρίζει την αποθέωση από κριτικούς και κοινό για την ποικιλία και την υπέροχη έμπνευση των συνθέσεων ενώ η παραγωγή για τα δεδομένα της εποχής είναι σε υψηλά επίπεδα.



Το ηχόχρωμα του Βαγγέλη Παπαθανασίου στα πλήκτρα είναι μοναδικό και τραγούδια σαν τα "Killer" (φοβερή, η απόδοση από τον ντράμερ Γιώργο Τρανταλίδη), "Queen of the Universe" και φυσικά του τρομερό "Starvation" οδήγησαν το γκρουπ στην κορυφή της διεθνής ροκ σκηνής.
Το κομμάτι όμως που έκανε τους SOCRATES διαχρονικούς ήταν το ανατριχιαστικό “Mountains” που κατάφεραν και πάντρεψαν άψογα την ηπειρώτικη παραδοσιακή μουσική με το τεχνο-ροκ ύφος. Το μοναδικό παίξιμο του Σπάθα στην κιθάρα σ’ αυτό το άλμπουμ (αλλά και στους προηγούμενους) είχε μαγέψει και τους πιο δύσκολους ακροατές αφού όλη η διεθνής ροκ κοινότητα μίλαγε για το νέο αστέρι της εξάχορδης θεάς.
Το "PHOS" έχει πουλήσει συνολικά πάνω από 300 χιλιάδες αντίτυπα (!!!) ενώ στην Αμερική κυκλοφόρησε με άλλο εξώφυλλο.
Μετά από πολλές αλλαγές στα μέλη του γκρουπ το 1980 κυκλοφορούν το αξιόλογο "Waiting for Something" και τα τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι τα "Lady" και "Mr wc". Στο δίσκο συμμετέχουν ο Γιώργος Ζηκογιάννης στο μπάσο, ο Νίκος Αντύπας στα τύμπανα και ο Παύλος Αλεξίου στα πλήκτρα.
Το 1981 ηχογραφούν το αδικημένο "Breaking Through" και το τραγούδια που ξεχώρισαν ήταν τα "Master of Disaster", "Born Again", "Don't You Like" ενώ η μπάντα αποτελείται εκείνη την περίοδο από τους Αντώνη Τουρκογιώργη (Φωνή & Μπάσο), Γιάννη Σπάθα ( Κιθάρα) και Νίκο Αντύπα (ντραμς).
Παράλληλα το γκρουπ παίρνει την απόφαση να δοκιμάσει ξανά την τύχη του στο εξωτερικό και για αυτό τον λόγο μετακομίζει στην Αγγλία και κάνουν μία σειρά εμφανίσεων στο γνωστό rock club "Dingwalls", στο οποίο έχουν παίξει εξαιρετικοί καλλιτέχνες όπως οι: Who, Eric Clapton και Jimi Page.
Το 1983 τελικά δέχονται ένα παγκόσμιο συμβόλαιο από την Virgin, αξίας 15.000 στερλινών και ξεκινούν τις ηχογραφήσεις.
Για εμπορικούς λόγους αλλάζουν το όνομα τους σε PLAZA και το 1983 κυκλοφορούν τον ομώνυμο δίσκο όπου συνεργάζονται με τον στιχουργό του Elton John, ονόματι Gary Osborne και το παραγωγό Vic Coppersmith-Heaven (Τhe Jam, Peter Gabriel, Joe Cocker).
Ο ήχος του γκρουπ είναι πλέον λιγότερο ροκ και πιο εύπεπτος κάτι που φαίνεται έντονα στα τραγούδια "Babe I'm Leaving",  "Living in a Hot Town" και στο θαυμάσιο “Stray Dogs” ενώ η περιοδεία που ακολούθησε με τους UFO ήταν άκρως επιτυχημένη (με αποκορύφωμα την εμφάνιση στο Hammersmith Odeon του Λονδίνου στις 14 & 15 Απριλίου 1983) και μουσικοί σαν τον Lemmy (Motorhead), Gary Moore, Jeff Beck, Elton John που παρακολούθησαν την συγκεκριμένη συναυλία  ενθουσιάστηκαν και απέδωσαν δημόσια τα εύσημα τους στο ταλέντο και το άψογο παίξιμο των Socrates.
Η δυναμική live και δισκογραφική τους παρουσία έχει εντυπωσιάσει αρκετά τα μεγαλοστελέχη δισκογραφικών εταιριών με συνέπεια να έρθει και η προτάση για συμβόλαιο, με πιο σημαντική εκείνη της Warner, που τους πρόσφερε  αξίας 50.000 στερλινών, και μόνιμη εγκατάσταση στην Αμερική.
Όπως αναφέρει στην αυτοβιογραφία του, ο Αντώνης Τουρκογιώργης με τίτλο “Το Συγκρότημα” (εκδόσεις Ιανός, ο μελωδός) η πρόταση απορρίφθηκε για δύο κυρίως λόγους:
Πρώτον διότι είχαν όλοι πολλές και σημαντικές οικογενειακές υποχρεώσεις μιας και ηλικιακά ήταν όλοι τότε άνω των τριάντα και δεύτερον διότι όταν συνομίλησαν με μέλη των Icehouse που εκείνη την περίοδο η συγκεκριμένη μπάντα ήταν νο1 στην Αγγλία, τους αποκάλυψε ότι τα λεφτά ήταν πολύ λίγα και παρά την επιτυχία που είχαν, έμεναν σε υπόγεια,  η δισκογραφική τους εταιρεία, τους είχε δώσει μόνο προκαταβολές και για να ξεχρεώσουν  έπρεπε να κυκλοφορήσουν άλλους τρεις δίσκους!
Συνέπεια όλων αυτών ήταν η άρνηση των Socrates στην πρόταση της Warner και το συγκρότημα δεν άντεξε τα νέα δεδομένα και το 1986 αποφάσισαν να διαλυθούν, να επιστρέψουν στην πατρίδα και οι μουσικοί να ακολουθήσουν τους δικούς τους μουσικούς δρόμους.

Το 1999 επανασυνδέονται με μια υπέροχη συναυλία στο Λυκαβηττό και την κυκλοφορούν σε album με τον τίτλο "Live in Concert 1999" και περιέχει εκτός από τις μεγάλες επιτυχίες των SOCRATES, τρία ακυκλοφόρητα τραγούδια και αρκετές διασκευές κυρίως του Jimi Hendrix που αποδεικνύεται και η αγαπημένη επιρροή της μπάντας. Μετά από κάποιες εμφανίσεις έγιναν σημαντικές αλλαγές των μελών και το συγκρότημα πήρε σταθερή μορφή από το 2002 μέχρι και το 2010 με τούς: Γιάννη Σπάθα και Αντώνη Τουρκογιώργη να αποτελούν το βασικό κορμό και το  συγκρότημα στο διάστημα αυτό έκανε μεγάλες συναυλίες σε όλη την Ελλάδα ενώ άνοιξαν και την συναυλία των Toto στην χώρα μας το 2006.
Το 2010, ο Γιάννης Σπάθας, ο Αντώνης Τουρκογιώργης και ο ντράμερ Μάκης Γιούλης μπαίνουν στο στούντιο όπου συνθέτουν τα τραγούδια για μια νέα πολυαναμενόμενη δισκογραφική δουλειά (μετά από το "Plaza") όμως κατά την διάρκεια των ηχογραφήσεων ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα υγείας του Αντώνη Τουρκογιώργη διακόπτει ξαφνικά την πορεία της μπάντας με συνέπεια τα όποια δισκογραφικά σχέδια να μπουν στο πάγο…
Τελευταία νέα για τους λατρεμένους Socrates Drank the Conium δεν υπάρχουν παρά μόνο κάποιες αραιές εμφανίσεις του Γ. Σπάθα.
Εν κατακλείδι θα λέγαμε ότι η όμορφη και συναρπαστική περιπέτεια του πιο σημαντικού συγκροτήματος που γέννησε ετούτη η χώρα, μας έχει γοητεύσει μιας και σε πολύ δύσκολες “ροκ” συνθήκες για ένα ελληνικό σχήμα, το ιστορικό γκρουπ πέτυχε να ξετρελάνει όλο τον κόσμο και να κυκλοφορήσει εξαιρετικούς δίσκους και αξεπέραστα τραγούδια.
Και όπως λέει και ένα υπέροχο τραγούδι τους… Every dream comes to an end”…

Δισκογραφία
    (Appears on) Live at Kyttaro - 1971
    Socrates Drank the Conium - 1972
    Taste of Conium - 1972
    On The Wings - 1973
    Phos - 1976
    Waiting for Something - 1980
    Breaking Through - 1981
    Plaza - 1983
    Live in Concert - 1999
    The Original Singles - Compilation released 2005

Επιμέλεια: Φώτης Μελέτης

Iron Maiden: "The Βοοk of Souls"


Με τα χρόνια, η γενιά των εφήβων του ’80 έχουμε μάθει ν’ ακούμε
τη μουσική των ηρώων μας με την καρδιά και όχι με τα κλινικά κριτήρια της τωρινής μας ηλικίας. Επιλογή αυτοσυντήρησης, ανέπαφη από το στίγμα του «παλιμπαδισμού», της «εθελοτυφλίας» ή του «κολλήματος» που προσπαθεί να μας φορέσει η μουσική του συρμού.

Επιλογή που μερικές φορές, η ίδια η ζωή φροντίζει να αναθερμαίνει με ύπουλες υπομνήσεις για τη θνητότητα αυτών των ηρώων της εφηβείας. Η είδηση, πέρσυ τον Ιανουάριο, ότι ο Bruce Dickinson ήρθε αντιμέτωπος με τον καρκίνο την ώρα που το 16ο άλμπουμ των Maiden ήταν σχεδόν έτοιμο, προσέδωσε στην αναμονή για την κυκλοφορία του μια αίσθηση κατεπείγοντος.
Χωρίς πλέον την αίγλη της τελετουργικής επίσκεψης στο δισκάδικο (πριν 5 χρόνια το “Final Frontier” βρισκόταν σε περίπτερα και ψιλικατζίδικα), αυτή τη φορά η αδημονία για το «καινούριο» ξεκίνησε αρχές του καλοκαιριού και τράφηκε με όλες τις απαραίτητες εθιστικές λεπτομέρειες.
Πρώτη φορά διπλό άλμπουμ, πρώτη φορά μιάμισυ ώρα καινούρια μουσική Maiden, πρώτη φορά ένα 18λεπτο κομμάτι, πρώτη φορά μετά από το ’95 επανέρχεται το κανονικό λογότυπο, με τις αιχμηρές γωνίες στο “M”, στο “R” και στο “N”, πρώτη φορά ένας «κανονικός», καταπρόσωπος Eddie, σαν κι εκείνους τους αυθεντικά ανατριχιαστικούς του Derek Riggs.  
Aυτή τη φορά, οι διθυραμβικές κριτικές ειδικών και μη ιστοτόπων και περιοδικών αποδεικνύεται ότι υπερβαίνουν την υστεροβουλία και συγκλίνουν στην αλήθεια. Το «Βιβλίο των Ψυχών» μπορεί να θεωρηθεί με ασφάλεια το «καλύτερο» άλμπουμ των Maiden από το ’99, πιθανόν δε το πιο ισχυρό σε ειδικό βάρος τραγουδιών μετά τα «κλασσικά» τους (1980 – 1988).
Ήδη από την εισαγωγή τουIf Eternity Should Failένας υποβλητικός Dickinson προδιαθέτει για κάτι ανώτερο. Ο βαρύς καλπασμός του γκρουπ ανασύρει με μιας όλες τις ηχητικές μνήμες του τί διαχρονικά εστί Maiden και η δραματική ερμηνεία του frontman οδηγεί το κομμάτι στα ύψη. Απροσδόκητα δυνατό άνοιγμα δίσκου, το πιο γενναίο εδώ και τρεις δεκαετίες. Παρ΄ότι το άλμπουμ είχε ολοκληρωθεί πριν ο Dickinson ανακαλύψει τον καρκινικό όγκο στο λαιμό του, δύσκολα αποφεύγει κανείς την συγκίνηση. Πάνω σε μια σύνθεση δική του, ακούγεται να τραγουδά με την αυταπάρνηση του ανθρώπου που δεν γνωρίζει ότι λίγο καιρό μετά έμελλε να αναμετρηθεί με την άβυσσο της ασθένειας (“Reef in a sail at the edge of the world, if eternity should fail”) και ευτυχώς να την νικήσει.

Στον Dickinson αποκλειστικά πιστώνεται και μια δεύτερη σύνθεση. To 18λεπτο κινηματογραφικό “Empire Of The Clouds” στο κλείσιμο του δεύτερου δίσκου είναι το πρώτο μετά το “Dance Of Death” του 2003 που πριν καν τελειώσει, πείθει ότι ανήκει στις ιστορικές τους συνθέσεις.
Με τον Dickinson να οδηγεί την πλοκή με πιάνο (για πρώτη φορά) και συναρπαστική αφήγηση (για πολλοστή), βασίζεται στην πραγματική ιστορία ενός από τα χειρότερα αεροπορικά ατυχήματα της προπολεμικής ιστορίας (την πτήση του αερόπλοιου R101 το 1930) και είναι μια παραβολή για την αξία του θάρρους στις εκ των προτέρων χαμένες μάχες (στην προκειμένη περίπτωση αυτό του ηρωϊκού πληρώματος απέναντι στα στοιχεία της φύσης που τελικά γκρεμοτσακίζουν το σκάφος). “Dreamers may die, but the dreams live on” λέει ο Dickinson στην τελευταία στροφή, αποσπώντας υποκλίσεις για μια ακόμη μεγάλη ερμηνεία.
Ανάμεσα σε αυτές τις δύο επικές συνθέσεις του τραγουδιστή περικλείονται μερικά από τα πιο καλοδουλεμένα και εύστοχα κομμάτια των Maiden, σ΄ένα σύνολο από το οποίο δύσκολα εντοπίζει κανείς κομμάτι - «γέμισμα» (πράγμα που τα τελευταία 25 χρόνια ήταν δυσάρεστα συχνό στη δισκογραφία τους). 
Συνολικά, είναι ένα άλμπουμ που αναδεικνύει σε πρώτο πλάνο τους Dickinson και Smith. Πέρα από τα εντυπωσιακά (πρώτο και τελευταίο) κομμάτια που ανήκουν εκ ολοκλήρου στον πρώτο, υπάρχουν δύο (όπως πάντα αξιοπρόσεκτες) συνεργασίες του με τον Adrian Smith.
Η πρώτη, ευτυχώς, αφορά το single. Από το ανεκδιήγητο “Holy Smoke” και μετά, τα πρώτα single των Maiden ήταν συνήθως μια λειψή γεύση κάθε καινούριου δίσκου.
Παρά το τετριμμένο του τίτλου και του βίντεο-κλιπ που το συνοδεύει, το Speed Of Lightείναι το πιο λειτουργικό, «γρήγορο», single από την επανένωση του ’99 και μετά (μαζί ίσως με το “El Dorado”), με στίχο που υπογραμμίζει τη προσωρινότητα, το φευγαλέο. Η δεύτερη (Death Or Glory) ανοίγει τον δεύτερο δίσκο με την δέουσα ορμή και αφορά τις αερομαχίες με τριπλάνα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, φέρνοντας στο νου την πολεμική ταινία “Aces High” του ’75 (απ΄όπου και ο τίτλος του κομματιού τους του ’84).
Ο δε Adrian Smith, (“the texture of the band”, όπως λέει ο Dickinson στο “Flight 666”), με συμβολή στα 6 απ΄τα 11 κομμάτια του δίσκου, με τις λεπτομερείς, καθαρές, μελωδίες του επαναφέρει τον ακροατή στην χρυσή περίοδο ’83-’88 των Maiden, όταν ακόμη και το “Back In The Village” ήταν καλοδεχούμενο και μόνο για τις κιθάρες του. Συγχρόνως, φαίνεται να είναι αυτός που δίνει το στοιχείο μιας ελεγχόμενης ταχύτητας στις συνθέσεις (βλ. και When The River Runs Deep), που συχνά λείπει ή ακούγεται βεβιασμένη από μουσικούς του metal που έχουν πατήσει τα 50.
Ασφαλώς, δεν θα υπήρχε δίσκος των Μaiden χωρίς τη σφραγίδα του μεγάλου.. O ‘Arry Harris έχει δώσει μέχρι σήμερα τόσα πολλά σε επίπεδο συνθέσεων, ώστε θα ήταν άδικο να του ζητά κανείς να γράφει σε κάθε δίσκο ένα “Trooper”, ένα “Hallowed Be Thy Name” ή ένα “Fear Of The Dark”. Αυτή τη φορά (λόγω και κάποιων προσωπικών συγκυριών) αφήνει τα υπόλοιπα μέλη να δώσουν εκείνα σχήμα στις progressive αναζητήσεις του και αφοσιώνεται κυρίως σε στιχουργικό και ενορχηστρωτικό ρόλο, με αποτέλεσμα τα κομμάτια να «αναπνέουν» περισσότερο.
Όσα κι αν είναι τα σέβη προς τον παρ΄ολίγο εξτρέμ της
West Ham, δεν λείπει το να ακούσουμε μια ακόμη φορά την «ξαφνική» αλλαγή στη μέση με τον καλπασμό του μπάσου σε στυλ “Clairvoyant”/”Tailgunner”/”Childhood’s End”/”No More Lies”, ούτε μια ακόμη μακρόσυρτη προσπάθεια αλά “When The Wild Wind Blows”/“Blood Brothers”.
Ο Harris ξέρει πια ότι δεν θα γράψει το επόμενο “Cinema Show”, ή “Watcher Of The Skies”. Γι΄αυτό υπογράφει εξ ολοκλήρου μόνον ένα κομμάτι, ενώ συμμετέχει σε άλλα 5, σε συνεργασία με τους 3 κιθαρίστες. Σε όλα, οι στίχοι του παραμένουν δυσοίωνοι και εσωστρεφείς, αποτυπώνοντας τις φοβίες, την αγωνία απέναντι στον θάνατο, την ψυχική στάση κατά τον πόλεμο (όπως κι αν νοείται αυτός). Στίχοι που μετά από τόσα χρόνια εξακολουθούν να φέρουν έντονη την επίγευση ματαιότητας (“futility”, κατά τους βιογράφους των Maiden Dave Bowler Και Bryan Dray [“Infinite Dreams”, London publ., Boxtree, 1996]), ένα στοιχείο δομικό για τη μουσική των Maiden, που τους διατηρεί διαχρονικά σε στενή επαφή με το βασικό αρσενικό τους ακροατήριο και αποτελεί μέρος της βαρύτητας του ήχου τους.
Αυτή τη φορά το θέμα της αθανασίας της «ψυχής» επανέρχεται στους στίχους με ποικίλες αφορμές.

Στον Harris ανήκει λοιπόν εξ ολοκλήρου μόνον το “The Red And The Black”, με ραχοκοκκαλιά που παραπέμπει κατευθείαν στο “Ancient Mariner…”, μακρύ σε διάρκεια (13:30, θα μπορούσε ίσως να είναι 8), αλλά εξοπλισμένο με όλα τα στοιχεία για να γίνει live staple (χορωδιακά μέρη, προβλεπόμενες αλλαγές ρυθμού, αρμονίες και χώροι για σόλο απ΄όλες τις κιθάρες).
Οι δύο συνεργασίες του Harris με τον Smith, από τις πιο πετυχημένες μετά την επάνοδο του τελευταίου στο σχήμα (The Great UnknownκαιTears Of A Clown, γραμμένο για τον τραγικό κωμικό Robin Williams), είναι απολαυστικές για κάθε Maiden οπαδό. Το ίδιο ισχύει και για τη μία με τον Janick Gers (Shadows Of The Valley) με τις «δισολίες» που οδηγούν το κομμάτι να παραπέμπουν ελαφρώς σε “Duellists” και “Monségur” και να υπενθυμίζουν ότι ο «νέος» του γκρουπ δεν είναι μόνον ο για 25 συναπτά έτη επί σκηνής jester. Η σύμπραξη Harris και Murray στο The Man Of Sorrows, αφήνει τους πιο προγειωμένους, άμεσους στίχους που έχουν δισκογραφήσει, να πλέουν σε αλλαγές διάθεσης, ένα έμμεσο σχόλιο για αμέτρητες ψυχές που υποφέρουν στη δυσάρεστη σύγχρονη συγκυρία. Μόνο τo ομώνυμο The Book Of Souls”, άλλη μια σύνθεση Harris/Gers, είναι που ακούγεται κάπως ανοικονόμητο, καθώς επιχειρεί μια μακρόσυρτη ethnic υποβολή και καταλήγει σε ένα γρήγορο θέμα (με μια ιδέα από ριφ “Losfer Words”) μέσα σε δέκα λεπτά.
Ως προς το artwork, είναι ορατή μια προσπάθεια να προσεγγιστεί θεματικά υπό τύπον “Powerslave”, με έρεισμα τον πολιτισμό των Μάγια (ιερογλυφικά στο εξώφυλλο, «αυτόχειρας» Eddie στο εσώφυλλο).
Ως προς τον ήχο, είναι γνωστό ότι υπάρχουν δύο εποχές Maiden.
Η μία υπό τον τιτάνα Martin Birch και η άλλη, η χωρίς αυτόν. Στην «άλλη», υπάρχει ο Kevin Shirley, που από το ’99 και μετά ηχογραφεί προσεκτικά, χωρίς να προσπαθεί (ή να μπορεί) να αναπαράξει τον κόμπακτ ήχο των πρώτων έξι άλμπουμ (στο “Seventh Son…” επιδιώχθηκε για πρώτη φορά μια πιο «χαλαρή» ηχογράφηση). Από το 2006 και το “Matter Of Life And Deathοι ίδιοι δηλώνουν ότι προτιμούν να ηχογραφούν σχεδόν ”live” τα κομμάτια στο studio, προκειμένου να διατηρηθεί η «αιχμή» στο άκουσμα. Η αιχμή αυτή είναι αισθητή εδώ, σε ολόκληρο το άλμπουμ, πράγμα σπάνιο για γκρουπ που τολμά να εκτεθεί μετά 35 χρόνια καρριέρας σε prog ανοίγματα.
Η μεγάλη διάρκεια του διπλού δίσκου (92 λεπτά) είναι αποτέλεσμα συνειδητού «απλώματος» των συνθέσεων, το οποίο διαπιστώσαμε και στα 2 προηγούμενα άλμπουμ, όχι όμως τόσο επιτυχημένα όσο εδώ.
Oρισμένα κομμάτια (“Book Of Souls”, “The Red And The Black”, ακόμη και το “Empire Of The Clouds”) σε άλλες εποχές θα μπορούσαν να είχαν υποστεί χειρουργικό editing από το χέρι παραγωγού και τότε πιθανόν να κέρδιζαν σε αμεσότητα. Όμως για ένα γκρουπ που ξέρει πώς θέλει το ίδιο να ακούγεται, κάτι τέτοιο θα ήταν ένας αχρείαστος «συμβιβασμός».
Μετά από 16 άλμπουμ και με όλα τα μέλη των Maiden έχουν πατήσει την 6η δεκαετία ζωής τους, μια τέτοια επιλογή, το να ακολουθούν το δικό τους αισθητήριο, εάν θα θεωρηθεί αρτηριοσκληρωτική, τότε αυτόματα ακυρώνει το δημαγωγικό επιχείρημα ότι το γκρουπ «αρκείται» στο να «δίνει αυτό που θέλουν οι fans». Οι Maiden κάνουν και πάλι αυτό που θέλουν και ξέρουν ότι μπορούν, έχοντας κερδίσει ακόμη και το δικαίωμα να ανατρέχουν στις καλύτερες στιγμές τους.
Εξάλλου, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το “
work ethic” τους, όπως και ότι ποτέ δεν αισθάνθηκαν «μεγαλύτεροι» ή πιο «ανήσυχοι» μουσικοί απ΄όσο πραγματικά είναι, ώστε να προσπαθήσουν να ξεγελάσουν το κοινό με τρικ όπως η δραστική διεύρυνση του ήχου τους προς το mainstream ή η υπεραπλούστευση των στίχων τους.

Tο heavy metal τόσο από άποψη θεματολογίας, όσο και μουσικών δομών απέχει απ΄ ό,τι οι μυαλοπώλεις κάθε εποχής αρέσκονται να θεωρούν «επαναστατική» μουσική. Όμως το μουσικό υπόβαθρό του, το οποίο κατά μέγιστο βαθμό οφείλεται στους Maiden, έχει υπάρξει μέσα στα χρόνια σταθερό στήριγμα στην εφηβική ανάγκη των μουσικόφιλων για αναζήτηση ταυτότητας, ανάγκη που έχει ανατρεπτικά στοιχεία από μόνη της και διαρκεί περισσότερο απ΄τη βιολογική εφηβεία. 

Εδώ και χρόνια, δεν είναι τυχαίο ότι heavy metal με βαρίδια παίζουν κυρίως οι γερόλυκοι, ωθώντας το προς το να γεννά καινούριες, αξιόπιστες συνθέσεις ικανές να συγκινούν. Το heavy metal δεν πάει πιο πέρα. Και αυτό το συγκρότημα ποτέ στην 35χρονη καρριέρα του δεν υποδύθηκε ότι παίζει «κάτι άλλο» εκτός από heavy metal. Όπως το όρισαν οι Maiden στα ‘80s, είναι και θα είναι το αντίστοιχο αυτού που λέγεται στο σινεμά “genre movie”. Συγκεκριμένος τύπος, είδος, ακροάματος, που καλείται να αποδώσει «χειροποίητα» κομμάτια, με συναισθηματικό βάρος, κινούμενα μέσα σε μουσικά πλαίσια που τηρούν κάποιους στοιχειώδεις μουσικούς και υφολογικούς κανόνες.
Όσοι λοιπόν βιάζονται να απορρίψουν την πρόσφατη δισκογραφία των Maiden, ή το το ίδιο το “Book Of Souls”, με την υπεροψία που αντιμετωπίζουν μια καλογυρισμένη αστυνομική ταινία (“genre movie”), δηλαδή με επιχειρήματα του τύπου «αυτά τά’ χουμε ξαναδεί» (ή εν προκειμένω «δε μετράνε μία μετά από το τάδε άλμπουμ») μάλλον έχουν σταματήσει να ακούν τη μουσική αυτή με την καρδιά.
Ακόμη χειρότερα, είναι πιθανόν να έχουν υποκύψει στη διαβρωτική λογική του καταναλωτή που «θέλει κι άλλο, όταν και όπως το χρειάζεται» ή στο σύμπλεγμα του μετρίου που δίνει στη μάζα των οπαδών κάθε ιδιώματος το «δικαίωμα» να λοιδωρούν τα είδωλά τους επειδή δεν είναι πια 25 αλλά 58 ετών.


Αν αυτό θα είναι το τελευταίο τους άλμπουμ, δεν το γνωρίζουμε. Στην περίπτωση όμως που θα είναι, κάτι δεκαετίες μετά οι μουσικολόγοι του μέλλοντος θα χρησιμοποιούν το Book Of Souls σαν παράδειγμα για το ότι υπήρξε μια μπάντα ιδιοσυγκρασιακά σκληρού ροκ που δεν παρέδωσε τα όπλα και προσπαθούσε να αξιοποιήσει τη δημιουργική της μούσα μέχρι το τέλος. Και μια τέτοια διαπίστωση συνδέεται άρρηκτα με το τί καταλαβαίνει και ο πιο άσχετος ακόμη από τον όρο heavy metal.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Ailafar: "No Limits"

Οι Ailafar από τη Θεσσαλονίκη δεν είναι καινούργιοι!
Δημιουργήθηκαν στα τέλη του 2006 από τον John Tzortzis για να παρουσιάζει το μουσικό υλικό που συνέθετε.

 Με ένα  demo να κυκλοφορεί στα  2009, το Μάιο συγκεκριμένα και μετά από πολλές εμφανίσεις σε bar και μουσικές σκηνές,  τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου ξεκινούν τις ηχογραφήσεις για το  ''Long way to imagery'' , που ολοκληρώνεται και κυκλοφορεί τον Αύγουστο του  2011 με νέα μέλη στη μπάντα και αρκετούς μουσικούς να συνδράμουν φιλικά!
Νέα αλλαγή στην σύνθεση της μπάντας και εμφανίσεις σε ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά δρώμενα και μετά από ενάμισι χρόνο η μπάντα ολοκληρώνει την προσπάθεια ηχογράφησης, που ξεκίνησε το Μάιο του 2013, το Φλεβάρη του 2015 και να κυκλοφορεί τον Σεπτέμβρη από την ειδικευμένη στις μελωδικές κυκλοφορίες  AOR Boulevard Records.
Με  13 συνθέσεις και συμμετοχές από τους  Stephan Kammerer (Frontline, Stereotide),  Paul Jackson (Roadhouse - Pete Willis band) και David Saylor (Push UK) στη φωνή ο δίσκος απογειώνεται.
Επειδή όμως δε διακατέχομαι από αίσθημα ξενομανίας, θα ήθελα να αποδώσω τα εύσημα  για την εξαιρετική παρουσία τους στις κυρίες που τραγουδούν μοιρασμένα τα τραγούδια: στις Tatiana Economou, Alexandra Mcay, Olga Katsenidou.
Έχω λοιπόν μία βδομάδα  και άλλες συνθέσεις δεν παίζουν στα cd players σπιτιού κι αυτοκινήτου εκτός από αυτές!
Λοιπόν: πλήκτρα, ευφάνταστες κιθαριστικές  διαδρομές και δυναμική rhythm section.
Ακριβώς αυτή είναι η εικόνα! Με το ''No Limits''  τα φωνητικά των κυριών  να παρουσιάζουν ομοιότητα με τις καλύτερες παρόμοιου ύφους τραγουδίστριες και με ακόμη πιο μοντέρνα προσέγγιση, η ουσία είναι ότι πρόκειται για άνω του μέσου όρου AOR/μελωδικού hard pop/rock  μπάντα.
Η δε φωνή της καλλιτεχνίδων  θυμίζει διασταύρωση Ann Wilson, Sandy Saraya, Janet Gardner (Vixen), με αρκετή δόση από  Robin Beck. Όσο για τους τραγουδιστές της αλλοδαπής έχουν δώσει δεκαετίες τα δείγματα της χαρισματικής, μελωδικής παρουσίας τους.
Εάν συνυπολογίσουμε ,  τις συνθέσεις  , τους ικανότατους μουσικούς και την εξαιρετική τραγουδιστική παρουσία όλων έχουμε την τέλεια συνταγή: AOR , μελωδικό  hard pop/rock.
Η κλασική παραγγελία στα 80ς!!
Οι εγχώριοι μουσικοί δημιουργούν εξαιρετικά ακούσματα μουσικότητας , με ταιριαστές, πλουσιοπάροχες δοσολογίες σε πλήκτρα από τον παλαιό γνώριμο από τα έδρανα της σχολής σε επαρχιακή πόλη Πέρυ, καθώς οι "πλούσιες" συνθέσεις και οι φωνές των πολυτάλαντων τραγουδιστών καθηλώνουν τον ακροατή.
Ευκολομνημόνευτα χορωδιακά φωνητικά και πιασάρικες ενορχηστρώσεις που εντυπωσιάζουν. Προσωπικά δε βρήκα σύνθεση filler ήδη με το εναρκτήριο "Live 4 Me Live 4 You" απογειώνεσαι και .ίσως τα ζεστά, μελωδικά  φωνητικά συμβάλλουν σε αυτήν την απογείωση με ατμοσφαιρική εισαγωγή, κιθαριστικό ριφ ευφάνταστο.
Ακολουθεί το "Flood Of Love" με εξαίρετες κιθάρες και γενναία δόση πλήκτρων,  προσωπικά αγαπημένο από την πρώτη ακρόαση το "Two Roses" το τέλειο  FM radio – πίσω στα  80’ς που ο "πειρατικός σταθμός" στη γενέθλια  πόλη μου, όπου για 2 ώρες σε ανάλογου ύφους εκπομπή  που παρουσίαζα , έπαιζε μόνο τέτοια "άσματα"!
Το "Faith In Love" με εισαγωγή ala  Satriani και jazzέ πλήκτρα/πιάνο, την κιθάρα να κελαηδάει μετά από εκπληκτικό σολάρισμα , μία εξαιρετική μπαλάντα ταξιδιάρικη στο ίδιο ύφος και τα υπόλοιπα. Το μεγαλόπρεπο στην εισαγωγή του "Tell Me Why" ακόμη ένα ξεσηκωτικό ροκάδικο κομμάτι. Κλασικός  80'ς ήχος.
Το "Out Of The Blue" μου έφερε μουσικά στα αυτιά μου  μπάντες αγαπημένες όπως Push Uk, Wild Rose, διόλου τυχαίο καθώς τραγουδά και συναρπάζει με τη ζεστή φωνή ο αγαπημένος γνώριμος, " Έλληνας" για λίγο David A. Saylor.
Το "A Way To Your Heart" ένα απολύτως μεθυστικό μελωδικό κομμάτι που αιωρείται το πνεύμα της δεκαετίας του '80 και τραβά τον ακροατή με πιασάρικες γραμμές "γαντζωμένες στο ξόρκι της μελωδίας", με την κιθάρα να "κελαηδά" στο ύφος του Mark Knopfler ενώ το "Ifigenia" είναι ιδανικό για να κλείσει ο δίσκος και να σε αφήσει να παρακαλέσεις για συνέχεια.
!Κομματάρα με τα όλα της!
Μου θύμισαν σίγουρα Winger στη μουσική σύλληψη και στα κιθαριστικά σημεία Tom Petty. Στενοχωριέμαι, που σε δύσκολες εποχές οικονομικής κρίσης, οι προτάσεις εξαιρετικών κυκλοφοριών είναι πολλές και η αγορά τους στεγνώνει τα ήδη αποστραγγισμένα πορτοφόλια μας όμως οι φίλοι που μπορούν διαθέσουν ελάχιστα ευρώ (15e) θα απολαύσουν και θα συνδράμουν ίσως σε μία ακόμη κυκλοφορία της δουλειά της ελληνικής αυτής μπάντας.
Προσωπικά, ήδη συγκαταλέγεται στις καλύτερες κυκλοφορίες του 2015 και συμπληρώνει τη μελωδική ελληνική σκηνή που παρουσιάζει ήδη καταπληκτικές κυκλοφορίες ή αναμένει οσονούπω και άλλες από τους Design, Farraday,  Flyin’ Mercury, Galliard’s Syndrom,  Kingdragon, Soundtruck, Raw Silk, Redrum, Wild Rose (με αλφαβητική σειρά) ενώ η επιμέλεια της ψηφιοποίησης έγινε από τον μελωδικότατο τραγουδιστή, Mitch Malloy.
Τελικά, το φθινόπωρο μπήκε με πολλές μουσικές υποσχέσεις και αφήνει τις εκλογές στην αθλιότητα των καναλιών.

Νότης Γκιλλανίδης

Η μέρα που έφυγε ο Cliff Burton

Παρασκευή, αρχές Οκτωβρίου του '86, μόλις έχει τελειώσει η σχολική εβδομάδα. Καθώς οι παρέες ενώνονται και κατηφορίζουν σ΄ένα φαρδύ παράδρομο προς το κέντρο της πόλης, πέφτω πάνω στους κολλητούς το Ντίνο και το Σώτο, απ΄το διπλανό Λύκειο.
Με τη μία καταλαβαίνω ότι κάτι τρέχει.
Ο Σώτος κοιτάει τις μπότες του και δαγκώνει σκυφτός ένα Μάρλμπορο.
Το στόμα του έχει κρεμάσει προς τα κάτω, σε μια γκριμάτσα που έχω δει μόνο σε κάτι παραιτημένους γεροντάρες σε συνοικιακά καφενεία.

«Άσε ρε μ@λ@#α, σκοτώθηκε ο Κλιφ Μπάρτον, ρε μ@λ@#α . γ@μ&$έ τα να' ουμ'.». Λιτός και περιεκτικός.
Τα πώς, τα γιατί και τα δηλαδή λύθηκαν γρήγορα.
Το λεωφορείο που μετέφερε τους Μetallica στην περιοδεία τους στη Σουηδία, ντελαπάρισε και  ο Cliff Burton κοιμόταν στη λάθος πλευρά. ΣΟΚ!
Ο Σωτήρης δε μιλιόταν. Το γκρουπ που είχε βγάλει τον καλύτερο μέταλ δίσκο της χρονιάς δεν υπήρχε πια.
Μόλις πριν καμιά δεκαριά μέρες μου είχε βάλει ν΄ακούσω όλη την πρώτη πλευρά του "
Master Of Puppets" και αυτός ο ήχος που έβγαινε από τα ηχεία ήτανε συνταρακτικός.
Τα δύο επόμενα χρόνια - τόσο κράτησε η παθιασμένη σχέση μου με το γκρουπ - αντίκριζα με δέος τις φωτογραφίες του Μπάρτον σε εξώφυλλα, εσώφυλλα, αφιερώματα, αφίσες.
Έμοιαζε τόσο πιο μεγάλος από τους άλλους τρεις, πιο συνειδητοποιημένος.
Με το αραιό μουστάκι του, ντυμένος στα τζην πάνω-κάτω, με καμπάνες και μαλλί σέβεντυς μέχρι τη μέση, γάντι με κομμένα δάχτυλα και μπλούζες Samhain και Blue Oyster Cult.
 Με τον δικό του αέρα είχαν φτάσει από το αντεργκράουντ στις πολυεθνικές. Με το δικό του ήχο, στις εισαγωγές ("Battery", "Ride The Lightning"), ή στο ρυθμικό σκελετό ("Master Of Puppets") έδενε κάθε κομμάτι και το έκανε να ακούγεται πειστικό. Άλλοτε σκληρό ("Damage Inc."), ή δυσοίωνα επικό ("For Whom The Bell Tolls"), απόκοσμο ("The Thing That Should Not Be"), σχιζοφρενικό ("Welcome Home [Sanitarium]) ή σκοτοδίνειο ("Fade To Black").
  

Θυμάμαι πεντακάθαρα τη μέρα που έμαθα ότι πέθανε ο Cliff Burdon. Συνεχίζω ν΄ ακούω τα τρία πρώτα άλμπουμ τους (και το "Creeping Death E.P."), όχι μόνο τιμής ένεκεν, αλλά επειδή έχουν αυτή τη νεανική πώρωση «μόνοι μας και όλοι τους», που την αντιλαμβάνεσαι και την αποκωδικοποιείς μόνο σε μια συγκεκριμένη περίοδο της ζωής σου και σχεδόν ποτέ αργότερα. Όσοι έχουν τους δίσκους αυτούς ή έχουν δει τις φωτογραφίες για τις οποίες μιλάω, ξέρουν τί εννοώ.
Ο εκφραστής αυτής της αίσθησης, μουσικά και αισθητικά ήταν και θα είναι ο
Cliff Burton. Και από μια ακατανόητη αδικία της μοίρας σκοτώθηκε σαν σήμερα, 27.9.1986. Κανείς δεν ξέρει πού θα είχαν κατευθυνθεί οι Metallica αν ζούσε. Κανείς δεν μπορεί να στοιχηματίσει πού θα είχε βρεθεί το μέταλλο αν δεν έφευγε έτσι πρόωρα.

Υ.Γ. 1: Το πόσο λίγοι σε προσωπικότητα αποδείχθηκαν οι Μetallica και το πόσο λοξοδρόμησαν αφ΄ότου έχασαν τον «μεγάλο τους αδελφό» (έτσι τον έλεγαν οι ίδιοι) Κλιφ Μπάρτον, φάνηκε από τις εξωμουσικές τους δραστηριότητες (και τις πρωτοβουλίες του τύπου «δίνουμε εντολή να μηνυθούν όσοι κατεβάζουν τη μουσική μας») μέσα στα χρόνια και μάλιστα πολλές φορές. Η ίδια η μουσική τους πορεία με απεξάρτησε σχετικά εύκολα. Το ".And Justice For All" του '88 μου είχε φανεί άνοστο και ανέμπνευστο, όσο κι αν προσπάθησα να το ακούσω προσεκτικά, με το λεξικό στο χέρι.
Το "
Black Album" (δεν ντρέπομαι να πω ότι το πήρα την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του στην Αθήνα και περίμενα και από τους πρώτους στην ουρά στο "Rock City") απέδειξε ότι είχαν πειστεί να κάνουν προκατασκευασμένα βήματα προς την ευρεία απήχηση, στην οποία τελικά παραδόθηκαν. Όλη τη τριετία '91-'93 δεν ξέρω αν με ξενέρωνε περισσότερο το άθλιο grunge ή ότι η κάθε καρακαλτάκα λιγωνόταν με το "Nothing Else Matters".
Όταν τους είδα το '93 στη Νέα Σμύρνη ήταν πάρα πολύ καλοί, αλλά αυτό δεν έφτανε πια, γιατί τα πέντε συνεχόμενα χρόνια (1988-1993) χωρίς σκληροπυρηνικό ήχο, με -σκόπιμα- μέτριας ταχύτητας κομμάτια, με κραυγαλέα μεταστροφή στους στίχους (από το "
Disposable Heroes" στην πολεμοκάπηλη αμερικανιά "Don't Tread On Me") και με κοινό που τους αποθεώνει ενώ είναι ολοένα και πιο άσχετο και mainstream, είναι πάρα πολλά.

Υ.Γ. 2: Το ότι έχουν βγάλει μετά το '96 μέχρι και σήμερα «καλή μέταλ μουσική» την οποία ακούω - τουριστικά - έως και σήμερα, μεγαλώνει την ένταση της απουσίας του μεγάλου Ciff Burton. Στις 27.9.86 σκοτώθηκε σε δυστύχημα η ελπίδα για το μέλλον του μέταλ. Οι ορδές κάτι Blind Guardian και κάτι Five Finger Death Punch (με όλο το σεβασμό) θα μου επιτρέψετε να νιώθω ότι με επιβεβαιώνουν.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2015

Motörhead: "Bad Magic"

Είμαστε η γενιά που έχει κληθεί να θρηνήσει όλους τους άγιους
πατέρες του ροκ ν΄ρολ. Και ενώ οι Jagger/Richards εξακολουθούν να ανεβάζουν τον μέσο όρο προσδόκιμου ζωής αυτής της τόσο ειδικής κατηγορίας μουσικών ειδώλων, υπάρχει ένας, συγκεκριμένος, που αγγίζει τα 70 (τα κλείνει παραμονή της επερχόμενης πρωτοχρονιάς) και που όσο μεγάλωνε, έμοιαζε ολοένα και περισσότερο απίθανο να αιφνιδιαστεί απ΄το χάρο (“Killed By Death”).

Δε σταμάτησε να βγάζει άλμπουμ εκκωφαντικού, γρήγορου και ζωώδους ροκ ν΄ρολ, να διακορεύει μόδες, τάσεις και προκαταλήψεις, να παραμένει σύμβολο για κάθε συνομοταξία “underdog” και να επιβιώνει κάθε ψευδοπροφήτη ροκ-σταρ που στο μεταξύ ερχόταν, πλούτιζε, στέρευε ή υπέκυπτε σε υπερβολική δόση, επειδή «δεν το άντεχε».
Όλα αυτά μέχρι πριν δύο χρόνια, όταν ο χάρος επιχείρησε ρελάνς.

Βηματοδότης άρον - άρον, εγχειρίσεις που παρά λίγο να έχουν μοιραία κατάληξη, δημόσιες τοποθετήσεις του ότι εγκαταλείπει το τσιγάρο και το Jack Daniels «αναγκαστικά», αλλάζοντάς το με κρασί και –τελευταία- με βότκα πορτοκάλι, ακυρώσεις περιοδειών εξαιτίας επιπλοκών του με το ζάχαρο και, μόλις κάτι μέρες πριν (27/8), διακοπή της συναυλίας μετά από 4 κομμάτια, «λόγω δύσπνοιας». Κι όμως, ο άνθρωπος με το πιο αναγνωρίσιμα φονικό μπάσο από τότε που ανακαλύφθηκε το βύσμα, ο Ian “Lemmy” Kilmister, τράβηξε για μια ακόμη φορά άσο μπαστούνι.
Και να το 22ο άλμπουμ των Motörhead στην σαραντάχρονη (και κάτι μηνών) πλέον ιστορία τους, το (κατ΄απόδοσιν) «Άσχημο Ξόρκι».
Μετά το “Aftershock” του ’13, ένα από τα καλύτερα άλμπουμ ολόκληρης της δισκογραφίας τους, όσοι τους παρακολουθούν δεν περίμεναν πολλά. Από το ’95 που ξανάμειναν τρίο, είχαν κυκλοφορήσει εννέα στούντιο άλμπουμ, με μικρές διαφοροποιήσεις στο επίπεδο της τραγουδοποιίας, με καμία όμως σε αυτό της ενέργειας. Οπότε, μια ακόμη δόση έντασης με τρεις – τέσσερις κάπως αξιομνημόνευτους δυναμίτες θα ήταν αρκετή, απλώς και μόνο ως υπόμνηση ότι ο Lemmy εξακολουθεί να επιδεικνύει κάκαλα. Και κάτι τέτοιο είναι πράγματι το “Bad Magic”.
Αυτή τη φορά, το τρίο ηχογράφησε παίζοντας σχεδόν live, ο ένας δίπλα στον άλλο, κατευθείαν στο στούντιο ηχογράφησης. Ο Lemmy στις πρόσφατες φωτογραφίες, τα βίντεο και τα live δείχνει για πρώτη φορά αδυνατισμένος, αλλά στο δίσκο το μπάσο και η φωνή είναι ακόμα εκεί, ατόφια.
Ο 51χρονος Mickey Dee (Μίκαελ Κυριάκος Δελάογλου, καθώς μαρτυρά και η ελληνική κατατομή του) στο 13ο άλμπουμ των Motörhead πίσω από τα τύμπανα και ο 54χρονος Phil Campbell (από το ’84 στο σχήμα, αλλά από το ’95 ως ο μόνος κιθαρίστας) αποδεικνύουν πόσο κρίσιμοι υπήρξαν για να εξακολουθεί να ακούγεται τόσο ορμητικό το όχημα του Lemmy τα τελευταία 20 απ΄τα 40 χρόνια της ιστορίας του.
Η παραγωγή του Cameron Webb (για έκτη συνεχή φορά μετά το “Inferno” του 2004) είναι για μια ακόμη φορά ακριβώς αυτό που πρέπει για την ηχητική ταυτότητα (ντεσιμπελ/σφυροκόπημα/γρύλισμα with a twist) των Motörhead.
Το “Victory Or Die” η πιο εμφατική δήλωση του άλμπουμ, με τον αρχηγό να γρυλίζει ακάλεστος το ρεφραίν, ούτε ένα δευτερόλεπτο πριν ο ηχητικός οδοστρωτήρας ορμήσει απ΄τα ηχεία. Το “Thunder And Lightning” είναι ένα παλαιάς κοπής μυδραλιοβόλο που θα μπορούσε να βρίσκεται σε οποιοδήποτε άλμπουμ της περιόδου ‘79- ‘82, ενώ το “Fire Storm Hotel” είναι στη βάση του ενστικτώδες, βρώμικο λευκό μπλουζ, γεμάτο ιστορίες, σα σκισμένη σελίδα ημερολογίου περιοδείας.
Το “The Devil” ακούγεται σαν ένα μάλλον συμβατικό κομμάτι μέταλλο, όμως έχει σόλο από τον Brian May και τον Lemmy να διατάζει “look at the face of death… right now”.
Tα “Electricity”, “Evil Eye”, “Teach Them How To Bleed είναι απανωτές ενέσεις πανκ αδρεναλίνης, απ΄αυτές που υπάρχουν σε κάθε άλμπουμ τους της τελευταίας εικοσαετίας, το Tell Me How To Killένα ακόμη εσπευσμένο «μανιφέστο παλιοχαρακτήρος» σε πρώτο πρόσωπο, ενώ το Choking On Your Screams” κινείται στη γνώριμη φλέβα των σκοτεινών κομματιών που υπάρχει -τουλάχιστον ένα- σε κάθε άλμπουμ από το ’04 και μετά (βλέπε για παράδειγμα “Brotherhood Of Man”, “Red Raw”, “Year Of The Wolf”).  

Θεωρούμενος ως ένας από τους πιο υποτιμημένους στιχουργούς στο ροκ, πάντα δωρικά αυτοβιογραφικός, ο Lemmy, δεν θα μπορούσε αυτή τη φορά να κρύψει ότι το τέλος του δρόμου, που μια ζωή το έφτυνε περιφρονητικά, μετά από βηματοδότες, εγχειρίσεις, αναπνευστικά προβλήματα, πρωτόγνωρη αδυναμία να σταθεί στη σκηνή, μπορεί να μην είναι πλέον καθόλου μακριά. Σε τουλάχιστον τέσσερα κομμάτια η αναμέτρηση με το τέλος αυτό είναι ευδιάκριτη. Σε δύο απ΄αυτά, η ερμηνεία δεν αγγίζει, αδράχνει.
Το ένα είναι το εύγλωττο “’Till The End”. Από τότε που ο Lemmy έριξε μέσα σε δίσκο του κάτι που έμοιαζε με τραχυπαιγμένη «μπαλάντα» (“Love Me Forever”, 1991), έχει αφήσει πίσω του σπουδαία "αργά" κομμάτια με μια συναιθηματική φόρτιση που εξ ορισμού ήταν μέχρι τότε ξένη με το τί αντιπροσώπευαν οι Motörhead (“I Ain’t No Nice Guy”, “One More Fucking Time”, “Don’t Believe A Word”, “God Was Never On Your Side”, “Lost Woman Blues”, “Lost In The Ozone”).
Και στο κομμάτι αυτό η τσαλακωμένη φωνή τα λέει όλα : “All I know is who I am, I’ ll never let you down, the last one you can trust, until the end”.
Το δεύτερο είναι η διασκευή στο “Sympathy For The Devil” των Stones που κλείνει το δίσκο. Δεν ξενίζει με την άνετη, σχεδόν δικαιωματική, εφαρμογή του στον εκ γενετής κακοτράχαλο ήχο τους, αλλά τρομάζει με την ερμηνεία των στίχων, ως οιωνός αποχαιρετισμού ενός αρχηγού προς τη φυλή του.
Κανείς δεν θά’ θελε να είναι αυτό, το 22ο άλμπουμ των Motörhead, το τελευταίο τους. Δεν έχει σημασία η πραγματική «μουσική» του αξία, που στην όλη δισκογραφία τους θα το κατέτασσε περίπου στη μέση. Είναι ότι περιέχει, για μια ακόμη φορά, όλους τους λόγους που ωθούν τον Lemmy να αψηφά τα πάντα και να μην δέχεται να σταματήσει. «Θα συνεχίζω μέχρι τότε που θα μπορώ να εξασφαλίσω έναν ενισχυτή», είπε μερικά χρόνια πριν.
«Μερικά βήματα μόνο είναι μέχρι το μικρόφωνο. Και με μαγκούρα, θα τα καταφέρνω», είπε πρόσφατα. “That’s the spirit, victory or die”.
Στην ιστορία του ροκ ν΄ρολ είναι, όπως λέγεται, «γραμμένο στη πέτρα» πια. Οι ήρωες δεν ξεχνιούνται και οι θρύλοι δεν πεθαίνουν ποτέ.
Όμως αυτόν εδώ τον χρειαζόμαστε ακόμη ζωντανό. Είθε ο θεός του ροκ ν΄ρολ να κόβει άμουσες παρλάτες από τους ράπερ, γελοίες μεταμφιέσεις από τις διάφορες «Γκαγκά» ντίβες, αίγλη από τα ψεύτικα ποπ είδωλα και να του τα δίνει σε μπασογραμμές.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

Dokken: "Beast from the East"


Ο δίσκος "Beast from the East" είναι η ζωντανή ηχογράφηση των
Αμερικάνων Dokken κατά την περιοδεία τους στην Ιαπωνία τον Απρίλη του 1988 , κατά τη διάρκεια της περιοδείας για την προώθηση του δίσκου "Back for the Attack". Κυκλοφόρησε στις 16 Νοεμβρίου του 1988.

Ο δίσκος παρουσιάζει σε ζωντανή εκτέλεση τα δημοφιλέστερα τραγούδια της μπάντας από τα προηγούμενα  τέσσερα ηχογραφημένα άλμπουμ και ακόμη ένα ηχογραφημένο κομμάτι κι αυτό στο στούντιο, το  "Walk Away".
Επιλέξαμε την συγκεκριμένη ζωντανή κυκλοφορία για να παρουσιάσουμε από τον rocktime.gr , που θα δώσει το παρόν στην συναυλία της  Κυριακής, 7 Ιουνίου 2015  στο   Κύτταρο καθώς το συγκρότημα επιστρέφει μετά από 9 χρόνια στη χώρα μας για δυο live εμφανίσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.
Διότι ανάμεσα στις 5 συναυλιακές επίσημες κυκλοφορίες αυτή είναι η πρώτη , που έγινε χρυσή σε αριθμό πωλήσεων , έχει ένα ιδιαίτερο εξώφυλλο και παίζουν τα ιδρυτικά μέλη της μπάντας με μεγάλη ζέση μπροστά σε ένα φανατισμένο-ως συνήθως- Γιαπωνέζικο κοινό!!!
Επίσης ο δίσκος ήταν υποψήφιο για Grammy Award nomination for the Best Metal Performance το 1990, χάνοντας τελικά από το  "One" των Metallica.
Μέχρι το  1988 , οι  Dokken είχαν κυκλοφορήσει τέσσερα στούντιο άλμπουμ, με τα τρία τελευταία (Tooth and Nail 1984, Under Lock and Key 1985 , Back for the Attack 1987 ) να γίνονται πλατινένια σε αριθμό πωλήσεων!!!
To group άνοιγε τις συναυλίες των Judas Priest, Aerosmith και για πολλές άλλες μπάντες , και η αναγνώρισή του, στο ευρύ κοινό μεγάλωσε αλλά και η πορεία τους κορυφώθηκε συμμετέχοντας  στο  Monsters of Rock Tour του 1988 , μαζί με τους  Metallica , Scorpions , Kingdom Come και τους  headliner , Van Halen.
Έπειτα από το  Monsters of Rock , το συγκρότημα πήγε για περιοδεία στη χώρα του "ανατέλλοντος Ηλίου" , στην οποία ηχογραφήθηκαν πολλές εμφανίσεις της περιοδείας αυτής! Αυτές αποτέλεσαν και το υλικό και για το δίσκο που παρουσιάζουμε, το  "Beast from the East".
Το γκρουπ κέρδισε εκτός από το χρυσό νούμερο στις πωλήσεις  το 1990, και την υποψηφιότητα για  Grammy Award for the Best Metal Performance όπως προαναφέρθηκε, γενόμενο το μοναδικό από τα  Dokken άλμπουμ , που κατάφερε αυτό το επίτευγμα.


Οι Dokken και οι  hair metal ύμνοι τους, όπως και  δυναμικές μπαλάντες τους, πάντοτε ξεχώριζαν από τις υπόλοιπες μπάντες του ανάλογου μουσικού γένους.
Η δυναμικότητα και η ενέργεια που παρουσίαζαν οι Dokken τόσο στο στούντιο, όσο και στην σκηνή σε αυτήν την ηχογράφηση είναι στο απόγειο τους. Τόσο από τη δεξιοτεχνία και ωμότητα του  George Lynch στα κιθαριστικά ριφ, όσο και από τη μουσικότητα των υπόλοιπων: του  Jeff Pilson στο μπάσο, στα δεύτερα φωνητικά  και τα πλήκτρα, αλλά και την παρουσία του Mick Brown στα ντραμς και τα δεύτερα φωνητικά. Όσο για την ιδιαίτερη φωνή του Don Dokken  είναι στην καλύτερη φόρμα της!!
Το συγκρότημα κυκλοφορεί έναν ζωντανό δίσκο με όλες τις επιτυχίες της, μόνο!!
Για τους αφοσιωμένους ακόλουθους των  Dokken , το "Beast From the East"  είναι η κυκλοφορία που επιβάλλεται η αγορά της και μάλιστα στη διπλή  έκδοση της!
Τα ίδια φυσικά ισχύουν και για όλους τους "ασθενείς" της hair metal-ικής "νόσου"!!
Καλή αντάμωση στις συναυλίες τους...

ΜΕΛΗ
 Don Dokken (φωνή)
George Lynch (κιθάρα)
Jeff Pilson (μπάσο, φωνητικά, πλήκτρα)
Mick Brown (τύμπανα)

  Τα τραγούδια
1.       Unchain the Night   
2.       Tooth and Nail       
3.       Dream Warriors    
4.       Kiss of Death        
5.       When Heaven Comes Down        
6.       Into the Fire
7.       Mr. Scary   
8.       Heaven Sent
9.       It's Not Love         
10.     Alone Again 
11.     Just Got Lucky      
12.     Breaking The Chains        
13.     In My Dreams       
14.     Walk Away

Νότης Γκιλλανίδης

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

Mike Tramp: "Nomad"


Το νέο σόλο άλμπουμ του τραγουδιστή των Αμερικανών White
Lion κινείται ξανά σε ήρεμα και μελωδικά μονοπάτια με σαφείς αναφορές στον Tom Petty, Neil Young , John Mellencamp και Roy Orbison.

Το πέρασμα του χρόνου έχει ακουμπήσει αρκετά συναισθηματικά τον Mike Tramp κι αυτό εμφανίζεται στο βίντεο κλιπ του “Give It All You Got” όπου δείχνει τον Δανό ερμηνευτή να μαστορεύει την μηχανή του και τα πλάνα του σκηνοθέτη να επικεντρώνονται επιτηδευμένα στις ρυτιδιασμένο πρόσωπο του και ο ίδιος να το απολαμβάνει.
Φαίνεται ότι οι MIKE TRAMP «ηρεμεί»  από τις έντονες μέρες της μπάντας που μεγαλούργησε τον περασμένο αιώνα και επιθυμεί να το δείχνει και να το προβάλλει και δεν θέλει με κανένα τρόπο να ξεγελάσει παίζοντας σκληρούς poser-αδικους ρυθμούς για να εκμεταλλευτεί το κοινό που τον αγάπησε.
Το Nomad” περιλαμβάνει πανέμορφες μελαγχολικές μελωδίες παιγμένες αυτή την φορά με ηλεκτρική κιθάρα εν αντιθέσει με το προηγούμενο δίσκο του,  ηχούν συνεχώς τρυφερές και ποιητικές ερμηνείες όπου  ξεκουράζουν και αποφορτίζουν κάθε θυμό που μπορεί να έχει ο καθένας μας με όλα αυτά που μας συμβαίνουν.
Τα τραγούδια που πατάνε ένα σκαλί παραπάνω είναι σίγουρα τα υπέροχα τα High Like a Mountain” (μικρός ύμνος)και Wait Till Forever”, το πιο ροκέ “Who Can You Believe” και το αφηγηματικό Bow and Obey” που θυμίζει έντονα ερμηνευτικά τον Eddie Vedder των Pearl Jam.
Ο M. Tramp με τούτο το δίσκο έχει βάλει στόχο να γεράσει όμορφα παρέα με τις αναμνήσεις του και τις μελωδίες που έχει συνθέσει όλα αυτά τα χρόνια.
Άλλωστε αυτή την εκπληκτική φωνή δεν την έχει “σπάσει” ακόμη ο χρόνος (κοντεύει τα 55 έτη) και κατορθώνει να μας συγκινεί και να μας δίνει πολλές δόσεις αυθεντικής ροκ δημιουργίας με το κλασσικό στυλ του ροκά των seventies.
Η ταξιδιάρικη και νοσταλγική ατμόσφαιρα που δημιουργεί το Nomad” είναι η καλύτερη παρέα για το δύσκολο φθινόπωρο που έρχεται.
Μην την προσπεράσετε…

Φώτης Μελέτης

Νeal Schon: "Vortex"


Το "Vortex" είναι ο ένατος προσωπικός δίσκος του Neal Schon και
μάλιστα διπλός! Κανονικά δε θα έπρεπε να συνεχίσω, διότι αφενός δε νοείται φίλος του μελωδικού χώρου να μην τον γνωρίζει και αφετέρου δεν υπάρχει δίσκος που να παίζει κιθάρα ο τύπος και να χαρακτηρίζεται κατώτερος του καλού.

Συνεχίζουμε όμως την παρουσίαση, διότι ο 61χρονος κιθαρίστας αποφάσισε να κάνει το δίσκο του εξ ολοκλήρου οργανικό.
Γεγονός που ίσως μειώσει το ακροατήριο και να κόψει τη φόρα ορισμένων που διψούν για όμορφες συνθέσεις με φωνή…πρόκειται για ένα αμάλγαμα από τα είδη μουσικής που έχει υπηρετήσει με μεγάλη επιτυχία: rock, jazz και worldμουσική.
Ερευνώντας το δίσκο αισθανθήκαμε στο ρετιρέ του rocktime.gr  σαν να βρισκόμαστε στον κόσμο των alien, περιπετειώδες και άκρως ενδιαφέρον, όμορφο και συνάμα δυναμικό και μυστηριώδες.
Tο καλύτερο από όλα είναι ότι στη μουσική αυτή περιπλάνηση  χάνεσαι!
Από τις πρώτες συνθέσεις ταρακουνιέσαι, σε γραπώνουν αλλά είναι τόσο εθιστικές που θέλεις να τις ακούσεις όλες!
Ξεχωρίζουν τα: το "El Matador" που ξεκινά με ένα απλοϊκό (φαινομενικά) intro και πριν εκτοξευθείς σε μοναδικά μουσικά ιδιώματαβρίσκεσαι στις παλιές καλές εποχές των Journey.
Ο μουσικός συνοδοιπόρος του Schon, SteveSmith, φροντίζει γιαυτό , με την επιθετικότητα που αγωνίζεται πάνω στα ντραμς.
Το "Lady M", που συντέθηκε για την αγαπημένη γυναίκα του είναι από τις συνθέσεις εκείνες που σε κάνουν να αισθάνεσαι το πάθος και το αίσθημα μέχρι το μεδούλι.
Ο δεύτερος δίσκος είναι περισσότερο πειραματικός!
Μία ποικιλία μουσική πειραματισμού και περιπλάνησης μουσικής. Ξεχωρίζει το επικό/μεγαλοπρεπέστατο  "Tortured Souls" με πληθώρα πειραματικών ήχων καθώς και το  "White Light" που κλείνει το δίσκο.
Μισό λεπτό…μέγιστη παράλειψη θα αποτελούσε να μην αναφέρουμε μία από τις καλύτερες συνθέσεις του καλλιτέχνη : το "Triumph Of Love" φερμένο από τα 80ς, όπου και σε ταξιδεύει. Ε-Κ-Π-Λ-Η-Κ-Τ-Ι-Κ-Ο!!
Όλα τα όργανα σεμιναριακά παρουσιάζουν πως ο μουσικός πρέπει να ζει το μουσικό του όργανο και όχι απλά να εκτελεί νότες. Φροντίζουν για αυτό οι:
Steve Smith στα τύμπανα, ο Igor Len – με το απίστευτο σόλο του στο  "Eternal Love" – και φυσικά ο επανακάμπτων σπουδαίος πληκτράς Jan Hammer με τον οποίο ο Schon είχε κυκλοφορήσει δύο εκπληκτικά άλμπουμ στα  1981-82.
Το "Vortex" γενικά είναι ένας θαυμάσιος δίσκος. Εάν εξαιρέσουμε κάποιες αναπόφευκτες φυσιολογικές μουσικές επαναλήψεις εδώ και εκεί , υπάρχει στο δίσκο πληθώρα και ποικιλία ήχων και αισθημάτων.
Οι μουσικόφιλοι που αρέσκονται από τα  blues μέχρι και τους αμετανόητους metal-άδες δε θα μπορέσουν να παραβλέψουν ένα θρυλικό μουσικό και το πόνημα το, όπως ο Neal Schon.

 Νότης Γκιλλανίδης

Κelly Keeling: "Mind Radio"

Τα τελευταία 10 και κάτι χρόνια το A.O.R. παίρνει μια λάγνα
εκδίκηση. Ποτέ δεν υπήρχε τέτοια ευρεία απήχηση διεθνώς, από τη Χιλή μέχρι την Τουρκία, αυτού που κάποτε λεγόταν -κάπως υποτιμητικά είν΄η αλήθεια- «ραδιοφωνικού ήχου».

Μιας τάσης στην παραγωγή του corporate rock που κατέλαβε μέσα σε λίγα χρόνια από το hard έως το prog, ξεκινώντας από τα τέλη των '70s. Αυτή η τάση έχει - και είναι συζητήσιμο για ποιούς λόγους- καταλήξει να θεωρείται σήμερα αυτόνομο είδος. Η μεγάλη πλειοψηφία του κοινού έχει φθάσει να αγνοεί το πώς είναι να υπάρχουν μόνο ένα ή δύο κομμάτια με ποπ hook μέσα σ΄ένα hard rock άλμπουμ (γιατί κατά κανόνα έτσι συνέβαινε, από τους Foreigner μέχρι τους Firehouse, μέχρι που ήρθε ο [θου Κύριε] Cobain).
Ο κίνδυνος είναι ξεκάθαρος.
Οι επαγγελματίες συνθέτες ολόκληρων άλμπουμ με ομοιογενή μελωδικά κομμάτια (κυρίως σκανδιναυοί και ιταλοί) μπορεί να εκπληρώνουν έναν απωθημένο της γενιάς των 40άρηδων (να θέλουν ατέλειωτες δόσεις
Journey - Loverboy - Bon Jovi - Def Leppard σε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς, ολόκληρα άλμπουμ από τέτοιο υλικό), αλλά πίσω απ΄όλα αυτά καιροφυλακτεί μια θεμελιώδης αλήθεια : ο πληθωρισμός δεν είναι μόνο οικονομική έννοια και οδηγεί πάντα σε φούσκες και σε ναυάγια. Ενδιαφέροντος, μουσικών ειδών, μουσικών γενεών και τα λοιπά.

Προσπερνώντας αυτές τις φλύαρες παρατηρήσεις, εδώ έχουμε μια άρτια εκδοχή του φαινομένου "'80s A.O.R. με σύγχρονα αναβολικά". Ένα άλμπουμ με 12 κομμάτια που θα μπορούσαν το καθένα τους να είναι single σε διάφορα σχήματα της περιόδου 1989-1991. Και μπροστά απ΄όλα, μια γνώριμη για την τραχιά της μελωδική φύση φωνή. O γεννημένος στη Λουιζιάνα πριν 47 χρόνια τραγουδιστής (και κανονικός μουσικός) Kelly Keeling. Ξεκίνησε το '86 με τους (λατρεμένους των δεύτερης γενιάς AORάδων) Baton Rouge με τους οποίους έκανε τρία ποιοτικά (αν και παντελώς αδιάφορα στην εποχή τους) άλμπουμ. Το '91 εντάχθηκε στους Blue Murder του John Sykes (ακούγεται στο "Nothin But Trouble" του '93). Από το '95 και μετά, εξελίχθηκε σε μια από τις πλέον περιζήτητες φωνές από κάθε hard rocker με συνθετική φλέβα. Με τον John Norum για δύο άλμπουμ, τον Michael Schenker για τρία, τον Carmine Appice για τέσσερα (για την ακρίβεια τους Guitar Zeus του Appice, όπου κιθάρες έπαιζαν κάτι ερασιτέχνες όπως οι Brian May, Yngwie Malmsteen, Neal Schon, Slash, Zak Wilde, Steve Morse, Paul Gilbert και Vivian Campbell). Σειρά είχε η Trans-Siberian Orchestra και διάφορα άλλα project με λιγώτερη ή περισσότερη προβολή.
Αυτό είναι το δεύτερο προσωπικό του, μετά το χορταστικό "Giving Sight To The Eye" του 2005, το οποίο δεν υπολειπόταν σε εντυπωσιακούς guest (Roger Daltrey, Kerry Livgren, Carmine Appice, Tony Franklin).

Εν ολίγοις, αυτό εδώ είναι το δεύτερο άλμπουμ πιστούμενο αποκλειστικά στο όνομά του, μετά από χρόνια περιοδειών με -σχεδόν όλο- το ζων ροκ οικοσύστημα.
Το θέμα είναι : πώς μπορεί να θεωρηθεί το "Mind Radio" κάτι σαν «προσωπικό άλμπουμ», για έναν από τους πιο ευπροσάρμοστους τραγουδιστές του hard rock; Για να απαντήσει κανείς θα πρέπει να έχει υπ' όψιν ποιοί είναι υπεύθυνοι για τα τραγούδια του. Καταρχήν, είναι το δημιουργικό αφεντικό της Frontiers. Μετά τις απανωτές τα τελευταία χρόνια κυκλοφορίες από Ιssa, Hardline, LRS, Fergie Frederiksen, Three Lions και Revolution Saints, δεν μπορεί να αποφύγει κανείς την αίσθηση ότι εδώ έχουμε ένα ακόμη project του A.O.R. μαέστρο Alessandro Del Vecchio. Δε σταματάμε όμως εδώ.
Σε δύο κομμάτια ("Ride The Storm", "Frozen In Time") έχουμε τον Robert Sall (W.E.T., Work Of Art) και σε τρία ("Written In Fire", "Monkey House", "Who Do You Run To") τους συντρόφους του Κeeling από τους Baton Rouge, Jack Ponti και Lance Bulen μαζί με τον ίδιο.
Μιλάμε για την μικτή επιλέκτων του σύγχρονου A.O.R..

Η γραμμή παραγωγής του Del Vecchio (γιατί ας μην εξαπατώμαστε, αυτό είναι πλέον σήμερα το ευρωπαϊκό A.O.R.) αποδίδει έναν ομοιογενή ήχο (με κάποιες σχεδόν παρωδιακές αναφορές σε Kansas και Toto που βγάζουν μάτι), ευπρόσδεκτο για τα αισθητήρια του A.O.R. κοινού του 21ου αιώνα. Το μίγμα τέρπει στον αναμενόμενο υψηλό βαθμό. Όπως λέγαμε κάποτε «είναι φτιαγμένο για το ραδιόφωνο», αυτό είναι φτιαγμένο για ν΄ακούγεται με το shuffle, κανονικά ή με οποιαδήποτε σειρά και υπό οποιαδήποτε διάθεση. Αν είναι τόσο κρίσιμο το να επιλεγούν τα κομμάτια με την πιο άμεση επενέργεια (κάτι σαν ντεπόν κόκκινο), αυτά θα ήταν τα "This Love Our Paradise", "Isolated Man", "Sunshine Over Me", "Take Me To The Limit", "Ride The Storm".
 

Ο τίτλος και το εξώφυλλο (που όχι τυχαία θυμίζει το "Raised On Radio" των Journey του '86) είναι απόλυτα εύστοχος. Αν ο μέσος οπαδός του A.O.R. είχε να διαλέξει ένα τσιπάκι για εμφύτευση στον εγκέφαλο αυτό το καλοκαίρι, αυτό θα ήταν το "Mind Radio". Οι υπόλοιποι θα αναλωθούμε σε περιττές σκέψεις του τύπου «γιατί ο Desmond Child άραγε έδινε μόνον δύο - τρία κομμάτια τη φορά».

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...