Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

WHITESNAKE: "The Purple Album"

Στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς κάποιοι παλιοί φίλοι από
Αγγλία, μέλη των D.P.A.S (Deep Purple Appreciation Society ) και του MBtP (More Black than Purple ) με ενημέρωσαν, ότι ο μάστορας των τραγουδιών της ερωτικής αγάπης David Coverdale και η υπερλατρεμένη μπάντα του, θα κυκλοφορούσε νέο δίσκο!!

Ο δίσκος κυκλοφόρησε, αλλά και αυτό που πολλοί φαντάζονταν έγινε πραγματικότητα:
Ο David Coverdale επιτέλους αναδιαμόρφωσε μουσικά συνθέσεις  που τραγούδησε ο ίδιος  στους Deep Purple Mark III και  IV.
Και όταν ο αρχισυντάκτης για τo rocktime.gr,  Φώτης Μελέτης μου ανέθεσε την κριτική παρουσίαση του cd  με "έζωσαν τα φίδια".
Tα ερωτηματικά στο κεφάλι μου πολλά και έπρεπε να απαντηθούν. Aναμφίβολα ο τραγουδιστής και η μπάντα ανήκουν στην αγαπημένη μου τριάδα των hard rock καλλιτεχνών! Όμως…
Για να απαντήσω και στη δική σας  πιθανή καχυποψία , πρέπει ιστορικά –σύντομα-στοιχεία να παρατεθούν!
Ο Coverdale για περίπου 2,5 χρόνια’ από τον  Αύγουστο του 1973 μέχρι το Μάρτιο του 1976, όντας μέλος των Purple κυκλοφόρησε αρχικά δύο σπουδαία άλμπουμ  το "Burn" και το "Stormbringer" (το καθένα για δικούς του λόγους…) αλλά και το πολύ καλό αλλά πειραματικό "Come Taste the Band" (επεξηγήσεις στην παρουσίαση του δίσκου από το rocktime.gr).
Σημαδεύτηκε δε, αυτή η περίοδος με ανακατατάξεις στο γκρουπ με  σπουδαιότερο γεγονός την αποχώρηση του  Blackmore για να δημιουργήσει τον Ιούνη του  1975 τους Rainbow.
Το δυσάρεστο γεγονός του θανάτου του μέγιστου μαέστρου των Purple και  Whitesnake – του Jon Lord που μίλησε αρκετές φορές το 2012 για την επανασύνδεση των Purple ήταν πρώτη αφορμή.
Η επόμενη ήταν το σπάσιμο του πάγου ανάμεσα στους  Blackmore/Coverdale , που είχαν προχωρήσει και σε χειροδικία στο παρελθόν (βλ. σχετικά http://bdeeppurplefanforum.runboard.com/t16088), για επανένωση ή δημιουργία Blackmore/Coverdale project (στα πρότυπα Coverdale/Page project ) χωρίς όμως να προκύψει τίποτε.
Έτσι με την προτροπή της συζύγου του Coverdale (Cindy, όπως θα διαβάσετε και σε συνέντευξη του στο  rocktime.gr)  θέλησε να τιμήσει την κληρονομιά των  Purple στο νέο άλμπουμ των  Whitesnake.
Η εισαγωγή γίνεται με το εκπληκτικό "Burn" από το πρώτο ομώνυμο δίσκο του "Mark III" και βρισκόμαστε σε γνώριμα εδάφη καθώς και το "Stormbringer"  που κλείνει το  δίσκο μαζί με το  εμβληματικό "Soldier of Fortune" , που για χρόνια έκλεινε τις συναυλίες των  Whitesnake όλα αυτά τα χρόνια, με τις τρεις συνθέσεις  να αποτελούν για ορισμένους ανίδεους συνθέσεις των "ασπρόφιδων".
Δε θα ήθελα να προχωρήσω σε αναλυτική μουσική παρουσίαση των συνθέσεων, καθώς θα ήταν αδικία για τον τρισμέγιστο μουσικό Blackmore αφενός και αφετέρου η μουσικότητα των νυν μουσικών είναι αδιαμφισβήτητη.
Απλά συνθέσεις  40 ετών ακούγονται φρέσκες και επίκαιρες, ως να κυκλοφορούσαν οι τιτανομεγιστοτεράστιοι  Purple  στις μέρες μας (εννοώ με Blackmore και Coverdale)!
Βέβαια συνθέσεις όπως τα "Mistreated" και "Soldier of Fortune" είναι αξεπέραστα, κλασικά, μοναδικά! Νέα, ενδιαφέροντα στοιχεία άκουσα στα "You Fool No One" (Interpolating “Itchy Fingers”), "Lady Double Dealer", " Lay Down Stay Down".
Θα σύστηνα ανεπιφύλακτα το δίσκο στους οπαδούς των Whitesnake  κατά πρώτο λόγο, στους ανοιχτόμυαλους αμετανόητους των Deep Purple. Επίσης, στους υπόλοιπους  θα πρότεινα να ξεσκονίσουν τα αυθεντικά LP, cd’s των  τιτανομεγιστοτεράστιων.
Δεν θα τολμούσα να προτείνω παρά μόνο σε συλλέκτες (όπως κι εγώ) τόσο την απόκτηση της ιαπωνικής version  καθώς και της Super Deluxe Edition.
 Ένα είναι σίγουρο: όταν οι Whitesnake στην περιοδεία του  2015 περάσουν κι από τα μέρη μας, δε θα πρέπει να λείψει κανείς!
Η παρέα των  Whitesnake Greek female Choir  με τις Angie 'Dragon' Turner, Sylvia WhitehooliganSnake), Alexia Kapa Whitesnake, Athena Giotopoulou ήδη κάνουν πρόβες!!

Νότης Γκιλλανίδης

UFO: “A Conspiracy of Stars”

Αλήθεια τι μπορούμε να περιμένουμε εν έτη 2015 από τους
γερόλυκους UFO; Η απάντηση είναι απλή και αναμενόμενη: καλοπαιγμένο και μερακλίδικο hard rock του περασμένου αιώνα, με αρκετές εξαιρετικές κιθαριστικές σολιές του βιρτουόζου Vinnie Moore και την πνιχτή φωνή του Phil Mogg να συγκινεί ακόμη τα πλήθη.


Aπαιτήσεις από το νέο άλμπουμ της ιστορικής μπάντας στο συνθετικό επίπεδο δεν έχω και ούτε προσωπικά με ενδιαφέρει αφού  ότι  ήταν  να  δημιουργήσουν το έκαναν πολύ πετυχημένα και με εμπνευσμένο τρόπο  τις προηγούμενες δεκαετίες και κυρίως στα ‘70s, όπου ο γερμανός Michael Schenker  έγραψε μαζί τους  ιστορία.
Οι UFO με τους τελευταίους στούντιο δίσκους σίγουρα δεν εντυπωσιάζουν και  απλώς ανακυκλώνουν τον καλό εαυτό τους και παράλληλα  βρίσκουν  μία καλή αφορμή για περιοδεία και συναυλίες αφού αυτό είναι και το δυνατό χαρτί του θρυλικού συγκροτήματος. Ερχόμενοι στο “A Conspiracy of Stars”, τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι το  “Sugar Cane”,  το υπέροχο  "The Real Deal", το μελωδικό "Rollin' Rollin'"  και το "Messiah of Love"  που έχει επιρροές από Steve Ray Vaughn
Το κλίμα σε όλο το άλμπουμ είναι  στη γνωστή συνταγή της μπάντας με τον κλασικότροπο hard rock ήχο, τον οποίο υποστηρίζουν με αγνό  και δημιοργικό επαγγελματισμό, οι παλιοί γνώριμοι της μπάντας: ο πληκτράς  Paul Raymond, ο ντράμερ Andy Parker  και  το πάζλ συμπληρώνεται με το νέοφερμένο  μπασίστα Rob De Luca (Of Earth, Joan Jett and the Blackhearts, George Lynch, Sebastian Bach). Φυσικά όπως ανέφερα και προηγουμένως  το  ελκυστικό κιθαριστικό παίξιμο του βιρτουόζου Vinnie Moore  και οι μεθυστικές ερμηνείες του Phil Mogg  είναι τα συστατικά για να κρατηθεί σε ικανοποιητικά επίπεδα  ο δίσκος.
Συνοπτικά θα κατέληγα στην άποψη να το ακούσετε κάνα δυό φορές το αξιόλογο “A Conspiracy of Stars” αλλά στη συνέχεια ξεθάψτε από την δισκοθήκη σας , τα περίφημα “Force It και  “Lights Out  για να  νιώσετε ξανά την μαγεία  ενός σπουδαίου συγκροτήματος.
   
Φώτης Μελέτης

MARK SLAUGHTER: "Reflections In A Rear View Mirror"

Ασφαλώς θυμάστε τις επιτυχίες “Love Kills” και “Fly To The
Angels”, καθώς και τη καθαρή, κρυστάλλινη φωνή (λίγο ιδιότυπη…), που τα ερμήνευε και που ήταν ο Mark Slaughter, από τις χαρακτηριστικές φωνές της χρυσής περιόδου του hair metal.

Ο γεννημένος στη Νεβάδα , τραγουδιστής των πολυπλατινένιων  SLAUGHTER και πρώην τραγουδιστής στους  VINNIE VINCENT INVASION, επίσης , μέλος της περιοδεύουσας μπάντας SCRAP METAL (μαζί με τον  Eric Martin των  MR BIG/The NELSON brothers και τον  Kelly Keagy των  NIGHT RANGER) ως τραγουδιστής /κιθαρίστας!
Όλα αυτά και πολλά άλλα με ώθησαν να αγοράσω  εσπευσμένα την πρώτη προσωπική κυκλοφορία του, όχι σε μορφή φυσικού ψηφιακού δίσκου ακτίνας (cd δηλαδή…), αλλά σε IDitty card γιαπωνέζικης προέλευσης  και μάλιστα υπογεγραμμένης από τον ίδιο τον καλλιτέχνη!
Εξαιρετικές συνθέσεις, όπως θα εκθέσουμε και παρακάτω, αλλά η έκπληξη/απορία μου, ήταν όταν αρχές Μάη πληροφορήθηκα την κυκλοφορία και σε cd (μήπως ήταν αρπαχτή, αλλά τελικά καθόλου!!).
Σε κάθε περίπτωση το “Reflections In A Rear View Mirror” είναι μία πολύ καλή κυκλοφορία με παραγωγό τον θρυλικό ειδήμονα του ήχου των χρυσών επιτυχιών στα 80’ς, Michael Wagener (SKID ROW/DOKKEN/STRYPER) και είναι το πρώτο δείγμα συνθετικής παρουσίας από το στρατόπεδο των Slaughter από τα  1999 και το τελευταίο δίσκο με τίτλο  “Back To Reality”.
Η μπάντα των  SLAUGHTER περιοδεύει στην αμερικανική ήπειρο  25 χρόνια έπειτα από την μεγάλη έκρηξη , που προξένησε στα μουσικά δρώμενα.
Ο δίσκος φυσικά δε θα μπορούσε να περιείχε κάτι διαφορετικό, από αυτό που μας καλοσυνήθισε ο Mark Slaughter κατά την σπουδαία και αξεπέραστη εποχή των 80’ς:
Ατόφιο αμερικανικό, μελωδικό Rock με τη χαρακτηριστική, υψίσυχνη χροιά της φωνής του και τις συνθετικές ικανότητες του ωριμότερες από ποτέ όπου δημιουργεί τραγούδια μελωδικά και πιασάρικα, όχι βέβαια όπως ο ύμνος του   Hair Metal,  “Up All Night” αλλά σε κάθε περίπτωση ακούγονται ευχάριστα .
Το εναρκτήριο “Away I Go” σφύζει από τον αγαπημένο 70’ς, Groovy Hard Rock ήχο  με μία δόση από τους αγαπημένους MONTROSE, ενώ το  “Never Givin’ Up” κατακτά τη ραδιοφωνική δόξα εύκολα… ένα πραγματικό  hit-single ,όπως αυτά του παρελθόντος!
Το “The Real Thing” είναι επίσης γεμάτο από την αύρα της μουσικής ανανέωσης και ενθουσιασμού’ καθαρόαιμο δείγμα αμερικάνικου  Rock ‘n’ Roll.
Τα ‘'Baby Wants”  και το  “Velcro Jesus” επίσης ελκυστικά με ενδιαφέρουσες ενορχηστρώσεις!
Μου άρεσε προσωπικά το ντουέτο με την  Gena Johnson στο “Don’t turn away” αλλά και η σύνθεση  "Somewhere Isn't Here".  Το τραγούδι που κλείνει το δίσκο, το  “Deep In Her Heart” αναδεικνύει ένα άλλο σημαντικό, όσο και αναπάντεχο στοιχείο της φωνής και της δημιουργικής ικανότητας του  Mark Slaughter.
Ενδιαφέρον δίσκος , όχι μόνο για τους βετεράνους, νοσταλγούς, επιζώντες της λαίλαπας (που μας πήρε και μας σήκωσε μουσικά κι ανεπανόρθωτα χε,χε,χε,χε…) του Hair Metal!!

Νότης Γκιλλανίδης

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

MICHAEL SCHENKER'S TEMPLE OF ROCK: "Spirit On a Mission"


Είναι στο πάλκο από τα τρυφερά 16, έχει περιοδεύσει και αποθεωθεί σε όλες τις σκηνές του ροκ κόσμου μέχρι τα 23, αναγορεύθηκε σε guitar hero από τα 25 μέχρι και τα 30, τον ήθελαν ο Οzzy κι οι Aerosmith, κι εκείνος εξακολούθησε να πίνει...


...Nα εγκαταλείπει τα γκρουπ τελευταία στιγμή, να σωριάζεται επί σκηνής, να γράφει και να ηχογραφεί με όποιον τραγουδιστή του φαινόταν να μπορεί να ταιριάξει με τα κοφτά του ακόρντα.
Είναι ο
Michael Schenker, οι κακές γλώσσες λένε «ο ταλαντούχος απ΄τα δύο αδέλφια».
Πάτησε τα 60 τον Γενάρη που μας πέρασε και ακούγεται και δείχνει απαράλλακτος. Ατόφιος. Μελωδικός. Επίμονος. Με αγγλικά επιπέδου κάτω του
lower (ναι, ακόμη), στεγνός και αινιγματικός, πάνω στη σκηνή με την ίδια στάση - πόδια λυγισμένα πάνω απ΄τη μαυρόασπρη Flying V, να παρασύρεται με τα ίδια του τα ριφ και να εξαπολύει το ένα ενστικτώδες σόλο μετά το άλλο.  
Αυτό το επί δεκαετίες ταυτισμένο με την Flying V ίνδαλμα, εδώ και τέσσερα χρόνια ξαναζεί δεύτερη νιότη με το σχήμα "Temple Of Rock". Σ' αυτό έχουν συμβάλει, όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, τρία «παλιακά» στοιχεία : Πρώτον, ότι επιτέλους έχει βρει έναν τραγουδιστή που ξέρει να γράφει και υποστηρίζει τα τραγούδια του.
Μετά το
cult ανέκδοτο Gary Barden, τον φλύαρο (και με χαμηλό συνθετικό χάρισμα) McAuley και μια σειρά ταλαντούχων τραγουδιστών που προσπαθούσαν να φτιάξουν το βιογραφικό τους δίπλα του, ο 55χρονος (νεούδι) Σκωτσέζος Doogie White μοιάζει ο άνθρωπός του.
Με θητεία στο ατυχές nineties αλμπουμ των Rainbow 20 χρόνια πριν, μια αποτυχημένη οντισιόν για τους Maiden (αποτέλεσμα της οποίας ήταν το να υποστεί η υφήλιος τον Blaze Bayley) και ένα επιτυχημένο πέρασμα από το σχήμα του Malmsteen (2002-2005, όσκαρ ανθεκτικότητας), ο White μπορεί σήμερα να είναι ένας καλοπληρωμένος γυρολόγος με γυμνασμένη φωνή και σταθερό συνθετικό απόθεμα, αλλά δείχνει να έχει βρει το λιμάνι του δίπλα στον Schenker.
Δεύτερον, η σιτεμένη δύναμη της πρώην ρυθμικής βάσης των Σκορπιών.
Οι Francis Buchholtz (61) και Herman Rarebell (65), έχουν δώσει προσωπικότητα στο άκουσμα, κάτι που έλειπε, χωρίς υπερβολή, από το μακρινό 1983 από τα σχήματα του Schenker (τότε με Ted McKenna και Chris Glen, και πάλι ένα δίδυμο που γνωριζόταν πολύ καλά από τους Sensational Alex Harvey Band).
Και τρίτον, ο πολυοργανίστας Wayne Findlay (χρόνια δίπλα στον Schenker) που προσθέτει χρώμα με τις επιλογές του (σ΄αυτό το άλμπουμ με επτάχορδες κιθάρες που πολύ ενέπνευσαν τον Michael, κατά δήλωσή του).

Για όσους ενθουσιάστηκαν με το "Bridge The Gap" του '13 όπου ακούγεται η ίδια σύνθεση, το "Spirit on a Mission" αποτελεί μια πάνω από ευπρόσδεκτη παράταση της απόλαυσης. Μάλιστα, το "S.O.A.M." είναι σκληρώτερο, αγγίζοντας σε σημεία το power metal, ήχο τον οποίο ούτως ή άλλως η κιθάρα του Michael βοήθησε να χτιστεί.
Το "
Vigilante Man" είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα οργής και ακρίβειας, με τον Schenker να λοκάρει ένα από τα αβίαστα γκρουβ του. Μοιρασμένο μεταξύ mid-tempo και γρήγορων κομματιών, ολόκληρο το άλμπουμ καταφέρνει να θυμίσει την κιθαριστική ευδαιμονία των πρώτων άλμπουμ του Michael.
"Saviour Machine", "Bulletproof", "Something of the Night", "Good Times" και "Let the Devil Scream", με την γνωστή Σενκερική οικονομία στην ανάπτυξη (minimum επιδειξιομανία και maximum ντράϊβ), πετυχαίνουν ευθεία το στόχο.

Για να γίνουμε και ελαφρώς tongue in cheek, δεν είναι καιροί να εκθειάζονται χωρίς περίσκεψη οι οποιοιδήποτε Γερμανοί, αλλά αυτός εδώ διαφέρει. Έχει ακολουθήσει τον δαίμονα εαυτού, ξοδεύοντας το ταλέντο του απερίσκεπτα, αψηφώντας χρήμα, δόξα και επιλογές καρριέρας για ένα και μόνο πράγμα, από τα 16 του μέχρι και σήμερα:
Για να παίζει και να γράφει αυτό που ακούει μέσα στο κρανίο του, χωρίς να υπολογίζει
trends, παίζοντας με όποιους αισθάνεται γόνιμος μουσικά, ακόμη κι αν έχει σκοτωθεί μαζί τους στο παρελθόν.
Είναι ένας παλαιάς κοπής ροκ σταρ, ένας αρτίστας της κιθάρας. Αναλογικά, με ποδοσφαιρικούς όρους, ένας Όβερατ, ένας Νέτσερ, ένας Μπράϊτνερ, ξεροκέφαλος και επιδραστικός όσο λίγοι.
Ένα πραγματικό «Πνεύμα σε Αποστολή».



Παναγιώτης Παπαϊωάννου

BACHMAN: "Ηeavy Blues"



Σκέψου να έχεις καβαλήσει ηλικιακά τα 70 και βάλε, να έχεις φάει όλη σου τη ζωή στη σκηνή, σε περιοδείες και στο δρόμο, παράλληλα να ηχογραφείς δίσκους από την δεκαετία του ’60 και να έρχεσαι εν έτει 2015 και να κυκλοφορείς τέτοια δισκάρα!!!



Η εισαγωγή  και  λόγος ανήκει δικαιωματικά στον υπέροχο καναδό Randy Bachman, με χιλιάδες μουσικά ένσημα στο ενεργητικό του κυρίως  με τους The Guess Who και τους  Bachman–Turner Overdrive και ευτυχώς άφησε σπουδαία κληρονομιά με δεκάδες αθάνατες ροκ συνθέσεις για τι νέες γενιές που πρέπει επειγόντως ο Dave Grohl  που ειδικεύεται τελευταία στην παρελθοντολογία  να τις επαναφέρει  και να τις υπενθυμίσει στο νεανικό ροκ κοινό.
Ακούγοντας λοιπόν το “Heavy Blues” έπαθα κυριολεκτικά σοκ με την δυναμική, την ενέργεια, το πάθος, την εκτελεστική δεινότητα και την  αγριεμένη hard ροκιά που εκπέμπει όλος ο δίσκος και αυτό το συνειδητοποιείς με το ξεκίνημα και με το εκπληκτικό  “The Edge”  που θυμίζει έντονα τους λατρεμένους Who αλλά και τους Β.Τ.Ο.
Το πιο σημαντικό κομμάτι στο άλμπουμ είναι οι πολλές και ποιοτικές συνεργασίες, που υπάρχουν, αρχίζοντας  με το  βαρύ και ασήκωτο  “Ton Of Bricks” (θυμίζει αρκετά B.O.C) όπου στην κιθάρα συναντάμε τον εξαιρετικό μουσικό Scott Holiday από τους νέους ροκ ήρωες, Rival Sons.
Η πανδαισία συνεχίζεται  με το ισοπεδωτικό Bad Child”  με την  κιθάρα του Joe Bonamassa να  βρίσκεται σε εκρηκτική κατάσταση και ακολουθεί το μεθυστικό Little Girl Lost”  με την συμμετοχή του άλλου γερόλυκου  Neil Young  με συνέπεια να ξυπνούν μνήμες από το ιστορικό παρελθόν των ’60s και των '70s ενώ το “Oh My Lord” με τον  Robert Randolph να παίζει την pedal steel κιθάρα  πετυχαίνει και  δίνει ξεχωριστό χρώμα στη συγκεκριμένη σύνθεση και σε αυτό βοηθά η σαγηνευτική  ερμηνεία του R.Bachman.
Στο επόμενο τραγούδι , το Confessin' To The Devil” συμμετέχει ο μακαρίτης Jeff Healey  και η rock ‘n’ roll διάθεση είναι έντονη αλλά και συνάμα συγκινητική. Το ομότιτλο κομμάτι είναι ένας πραγματικός  heavy rock  ύμνος, όπου εδώ η συνεργασία με τον Peter Frampton και τα σολάρισματα  είναι επιβλητικά  και κάνει τούτο το άλμπουμ απαραίτητο για όσους υποστηρίζουν ότι ακούει και αγαπά αυτή την μουσική.
ΤοWild Texas Ride” δεν περιλαμβάνει κάποιο συμμετέχοντα έκπληξη, και το ροκάρισμα είναι ατελείωτο ενώ  η καταιγίδα συνεχίζεται με το ορμητικό  “Please Come To Paris”  και τον καναδό συνθέτη και τραγουδιστή Luke Doucet  να  δίνει το alternative χρώμα του άλμπουμ χωρίς να μας ξενερώσει αφού τα  κιθαριστικά τάστα έχουν πάρει  κυριολεκτικά φωτιά… και αυτή σβήνει  με το ήσυχοWe Need To Talk”.
Η παραγωγή είναι  made in: Kevin Shirley (Journey, Mr. Big), οπότε καταλαβαίνετε ότι όλα είναι  σε τέλεια μορφή ενώ  η άλλη ευχάριστη έκπληξη είναι ότι οι μουσικές  κολώνες του καναδού καλλιτέχνη  τις αποτελούν  δύο θηλυκά, η Dale Anne Brendan στα drums και η Anna Ruddick  στο μπάσο.
Εν κατακλείδι θα πω ότι: Ο  Randy Bachman  δείχνει αστείρευτος και ανεξάντλητος  έστω και αν διανύει την έβδομη δεκαετία της ζωής του, έστω και αν υποστηρίζει  ότι αυτή η κυκλοφορία είναι και η τελευταία του... Εμείς δεν τον πιστεύουμε…  αλλά και έτσι να είναι χαλάλι του, διότι κλείνει μία πορεία με ένα πραγματικό έπος!

Φώτης Μελέτης

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Beth Hart: "Better Than Home"




Η αμερικανίδα τραγουδίστρια συνεχίζει με περισσή έμπνευση να
μας χαρίζει ξεχωριστές blues rock/soul ερμηνείες με το νέο της άλμπουμ και πετυχαίνει να γοητεύει ξανά τους οπαδούς της, τόσο με το εκρηκτικό της ταπεραμέντο όσο φυσικά και με αυτή την ανεξάντλητη τραγουδιστική δεινότητα που διαθέτει.


Μπορεί η Beth Hart, δισκογραφικά να έχει ξεκινήσει από τη δεκαετία του ΄90 όμως αρκετοί από εμάς την μάθαμε όχι από την επιτυχία της "LA Song (Out of This Town)" αλλά από τη σπουδαία συνεργασία της με τον εξαιρετικό κιθαρίστα Joe Bonamassa και οι πιο μυημένοι από το τραγούδι "Mother Maria" που παίζει μαζί με τον περίφημο Slash.
Ερχόμενοι στοBetter Than Home” θα διαπιστώσουμε ότι αυτό το φαινομενικά αγριοθήλυκο έχει μέσα της πολλά έντονα συναισθήματα για τον συνάνθρωπό της, για τις δύσκολες καταστάσεις που έχει βιώσει αλλά  και για την μητέρα της και τον σύζυγό της.
Ξεκινώντας ο δίσκος με το  “Might As Well Smile”,  τα πνευστά καταφέρνουν και δίνουν ένα ιδιαίτερο τόνο και συνάμα τα χορωδιακά backing vocals κάνουν ακόμη πιο ελκυστικό το κομμάτι.
  Το Tell 'Em To Hold On”, είναι ένα τρυφερό και απαλό τραγούδι κάτι σαν  ερωτικό χάδι με το ρεφρέν να το απογειώνει ενώ στο ίδιο ακριβώς κλίμα είναι και η θαυμάσια μπαλάντα Tell Her You Belong To Me”.
  Με το  “Trouble” τα πράγματα αγριεύουν και η ροκέ ερμηνεία της Beth Hart, μας δημιουργεί γερές δονήσεις στο κορμί μας, με τα πνευστά να δίνουν για άλλη μια φορά νοσταλγικό χρώμα. Στο ομότιτλοBetter Than Home” και στο  “St Teresa”, οι ρυθμοί πέφτουν και οι μελαγχολικές μελωδίες παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο και κάτι ανάλογο συμβαίνει στοWe're Still Living In The City”.
Η διάθεση ανεβαίνει ξανά με τοThe Mood That I'm In” όπου η κιθάρα γίνεται λίγο πιο funky ενώ η φωνή της Beth Hart  παιχνιδίζει με την αγριάδα της σε πιο ήπιους τόνους.
Ακολουθεί το Mechanical Heart” όπου ξεφεύγει από τις στερεότυπες συνθέσεις του άλμπουμ και περιλαμβάνει αρκετά νέα ενορχηστρωτικά και ηχητικά στοιχεία που προέρχονται από τις μελωδίες που παίζουν όργανα συμφωνικής ορχήστρας. Ο δίσκος κλείνει με άλλο ένα μελαγχολικό και σίγουρα αυτοβιογραφικό τραγούδι το As Long As I Have A Song” ενώ τοMama this One’s for You” ακούγεται πολύ συγκινητικό.
Συνοπτικά θα λέγαμε ότι το “Better Than Home” είναι ένας πολύ προσωπικός δίσκος για την Beth Hart  όπου απουσιάζουν οι δυναμικές blues- rock εντάσεις και οι εκρηκτικές ερμηνείες αλλά κυριαρχούν  οι μπαλαντοειδείς blues-soul ρυθμοί και οι λυρικές εσωστρεφείς μελωδίες.

Φώτης Μελέτης

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

Steven Wilson: "Hand. Cannot. Erase."


Η Joyce Carol Vincent ήταν μια βρετανικής υπηκοότητας μιγάδα
(παιδί μεταναστών από τη Γρενάδα), με τις πενιχρές κοινωνικές και μορφωτικές συνιστώσες εκατομμυρίων σαν κι αυτήν. Ορφανή από μητέρα στα 11 της, την μεγάλωσαν οι τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές της και κινείτο απ' τα 20 της σ΄ένα ρευστό αλλά υψηλού προφίλ background από δουλειές γραφείου, στα έγκατα του Λονδρέζικου Σίτυ.


Περιφερόταν σε ετερόκλητους κοινωνικούς κύκλους, ώσπου, καθώς επίσημες πηγές υποχρεωμένες να τηρούν το απόρρητο λένε, επιχειρώντας να ξεφύγει από μια κακοποιητική ερωτική σχέση, απέκοψε κάθε επαφή από τον περίγυρό της το Φεβρουάριο του 2003.
Παραιτήθηκε από την εργασία της, δεν απαντούσε στις κλήσεις της οικογένειάς της, εξαφανίστηκε. Την βρήκαν νεκρή -με πιθανή αιτία επιπλοκές από κρίση άσθματος- σχεδόν τρία ολόκληρα χρόνια αργότερα, τον Ιανουάριο του 2006, μέσα στο διαμέρισμα που είχε η ίδια βρει μέσω της Πρόνοιας για θύματα ενδοοικογενειακής κακοποίησης, στο Βόρειο Λονδίνο. Ήταν 38 ετών. Το ενοίκιο, οι δόσεις και τα κοινόχρηστά της πληρωνόταν διατραπεζικά για πολλούς μήνες. Κανείς δεν την αναζήτησε. Η διαρκώς ανοικτή τηλεόραση του «τυφλού» σε κοινή θέα διαμερίσματός της δεν ενόχλησε κανέναν και η μυρωδιά της αποσύνθεσης αποδιδόταν από τους περιοίκους στους παρακείμενους κάδους σκουπιδολυμάτων. Το 2011, μέσα από ένα ντοκυμανταίρ της βρετανικής τηλεόρασης, η ιστορία της έγινε γνωστή και η ίδια, μετά θάνατον, αναδείχθηκε σε σύμβολο της ανθρωπιστικής κρίσης που ροκανίζει τα σωθικά των κοινωνιών δυτικού τύπου στις αρχές του αιώνα μας.
Ο
Steven Wilson, ο άνθρωπος που με τους Porcupine Tree υπήρξε επαρκής λόγος για να αναβιώσει στα '90s η progressive rock σκηνή, ένας αναγεννησιακός τύπος, συνθέτης, μουσικός και αφοσιωμένος στο να δημιουργεί ατμοσφαιρική και πειραματική ηλεκτρική μουσική, παρακολούθησε το ντοκυμανταίρ. Είχε βρει την τραγική του μούσα.

Για όσους παρακολουθούν την πορεία του Wilson, δεν θα μπορούσαν να περιμένουν τίποτε λιγώτερο από μια ακόμη τολμηρή δημιουργία. Αυτή τη φορά, η μουσική κοινότητα πρέπει να είναι ευτυχής, καθώς το 4ο σόλο έργο του δεν είναι απλώς από τα καλύτερα άλμπουμ των τελευταίων χρόνων, αλλά ένα concept που συνιστά μια συνολική πολιτισμική θέση με γερά ερείσματα στο παρόν και στο μέλλον. Ένα άλμπουμ παραδοσιακής ροκ λογικής με ακραιφνώς μοντέρνο θέμα και φινίρισμα.

Θα μπορούσε κανείς να ξεκινήσει από μόνο το γεγονός ότι είναι ένα άλμπουμ που έρχεται ευθύς εξαρχής αντιμέτωπο στην διομισάλεπτη λογική της γενιάς του youtube, καθώς απαιτεί την προσοχή των αισθήσεων του ακροατή από την αρχή ως το τέλος. Και την κερδίζει.
Όχι μόνον με τα μουσικά του θέματα, αλλά και με τους στίχους και τις κινηματογραφικές εικόνες που η σύζευξη των δύο δημιουργεί, Με μια πλοκή σαν ταινίας, με ανατροπές, παρενθέσεις, φλας-μπακ και έντονη συναισθηματική φόρτιση. Να υποσημειώσουμε βέβαια ότι ο ήχος του 48χρονου
Wilson, που έζησε, ηχογράφησε και δημιούργησε το κοινό του στην εποχή του cd δεν μπορεί να υποκαταστήσει το βάθος του βινυλιακού ακούσματος των γκρουπ - τοτέμ της δεκαετίας του '70. Είναι ένας ήχος φτιαγμένος (άρτια, βέβαια) για digital αυτιά και για digital μυαλά, όμως φέρει τα αποτυπώματα της ενορχηστρωτικής ιδιοσυγκρασίας της «κλασσικής γενιάς» του progressive, των ηρώων του ίδιου του συνθέτη. (Και) Σε αυτό το δίσκο του, οι πιο προφανείς μουσικές επιρροές είναι οι Genesis της πρώτης πενταετίας, οι King Krimson της μεσαίας περιόδου, οι Rush των nineties και -όπως πάντα- οι κλασσικοί (1973-1980) Pink Floyd.

Όμως, η υποβλητικότητα του "Hand. Cannot. Erase." δεν είναι θέμα στυλ, ούτε ηλικιακής τάξης του κοινού ή του πόσο επιτυχημένα το άκουσμα φθάνει σε στοχευμένο κοινό. Τα κλειδιά που επιβάλουν να ανακαλύψει κανείς την αξία του είναι δύο : πρώτον, επιβάλει στον ακροατή το να προσεγγίσει τη μουσική του με όρους λογοτεχνίας και κινηματογράφου.
Δεύτερον, ακουμπάει την καρδιά ενός σύγχρονου και ιδιαίτερα ενοχλητικού ζητήματος: ποιά είναι η ουσία της ανθρώπινης επικοινωνίας;
Ποιά είναι η λειτουργία της ανθρώπινης μνήμης στον αγώνα του ανθρώπου να προσδιορίσει σήμερα την ταυτότητά του, το να ανήκει και και το να μοιράζεται μέσα από τις σχέσεις που κατορθώνει να αναπτύξει, να διατηρήσει ή να διασώσει;  


Οι στίχοι είναι συστατικοί για κάθε απόπειρα προσέγγισης του άλμπουμ, καθώς εντοπίζουν και αποστάζουν τόσο τα αισθήματα απομόνωσης και αποξένωσης που γεννά ως ζων οργανισμός η μετρόπολη, όσο και την απεγνωσμένη προσπάθεια του κατοίκου - μονάδας αυτής της πόλης να κρατηθεί από τη μόνη ζωντανή αλήθεια, από τα θραύσματα της μνήμης του, στην ουσία από τα κύρια απομεινάρια του ψυχοσυναισθηματικού του βιογραφικού ("A bicycle - A garden wall - A mother's call - A love is born" - "Ancestral").
Ο Wilson, αποδεικνύει ότι είναι άνθρωπος και καλλιτέχνης της εποχής του, καθώς, μέσα από την ιστορία της Joyce Carol Vincent απευθύνεται στα εκατομμύρια των χρηστών των social media με στίχους που σηματοδοτούν το σήμερα μέσα από σκληρούς αντικατοπτρισμούς της παράνοιας των σύγχρονων σχέσεων, ιδίως μάλιστα των «ψηφιακών» τους ιχνών:

"You make a list of all your big regrets - And share with people that you've never met" ("3 Years Older").
 "It's not you, forgive me if I find I need more space- Cos trust means we don't have to be together every day" ("Hand. Cannot. Erase.»).
 "Writing lying e-mails to our friends back home - Feeling guilty if we sometimes wanna be alone" ("Hand Cannot Erase").
"Download love and download war - Download the shit you didn't want- Download the things that make you mad - Download the life you wish you had" ("Home Invasion").
"And in the city there are those that live alone - Twilight brings them from the gloom into our homes - And hiding there among the wreckage left behind - They see things that haunt them when they close their eyes" ("Ancestral").

Οι επανειλημμένες ακροάσεις παίρνουν μαζί τους τον ακροατή, τουλάχιστον αυτόν που έχει στο dna του την ακρόαση μουσικών έργων χωρίς την ανάγκη του επάρατου shuffle. Η instrumental εισαγωγή του "First Regret", δίνει τη θέση του στo "3 Years Older", που αρχίζει μ' ένα ριφ αλά «Τόμμυ» και έχει την αναμνησιακή αύρα των Floyd. Ο ήχος του άλμπουμ αβίαστα γίνεται εικόνα ("You cross the schoolyard with your head held down - And walk the streets under the breaking cloud  -With a hundred futures cascading out - It's complicated" / "There was a time when someone seemed to care - A tourist in your bed, you left him there- And found a simple life with no one to share- It's not complicated").
Το ομώνυμο είναι ένα ιδιοφυές «ποπ» κομμάτι που λειτουργεί σαν συναισθηματικός καταλύτης σε ολόκληρο το άλμπουμ γιατί πράγματι, αν υπάρχει κάτι που δε σβήνει από χέρι (είτε χειριζόμενο γραφίδα, είτε πληκτρολόγιο), είναι ο έρωτας. Ή η αγάπη, αφού το ρεφρέν μας αναγκάζει να εγκλωβιστούμε σ' αυτή την εγγενή αδυναμία διαχωρισμού των δύο εννοιών της αγγλικής γλώσσας ("Together we have this love- Even so it's not enough - Bruised and burned - We won't lose heart - Just because - Life gets hard").

Το "Perfect Life" είναι ένα απλούστατο μελωδικό πέρασμα που διαλύει σωθικά, ιδίως βοηθούμενο από το βίντεο - κλιπ, το εμποτισμένο από την αίσθηση του πόσο υπερβατικά και ανεξίτηλα συναισθήματα μπορεί να γεννήσει μια χωρίς όρους φιλία της προεφηβίας. Και ασφαλώς δεν έχει καμία σημασία αν είναι γραμμένο, όπως και όλο το άλμπουμ, από «θηλυκή» οπτική γωνία. Ο Wilson αποδίδει συγκλονιστικά το ιδανικό της φιλίας, όπως παραμένει εγγεγραμμένο στη μνήμη από εκείνη την ηλικία, θαμπό, αλλά αποθεωμένο ("For a few months everything about our lives was perfect - It was only us, we were inseparable"), για να φθαρεί και να εξαϋλωθεί αργότερα κάτω από τον όγκο της σοβαροφανούς -αλλά ανούσιας- «ενήλικης» επικοινωνίας ("But gradually she passed into another distant part of my memory - Until I could no longer remember her face, her voice, even her name").



Στρατηγικά επιλεγμένες συνθετικές λεπτομέρειες, όπως τα (αλλά "Great Gig In The Sky") φωνητικά της Ισραηλινής Ninet Tayeb στο "Routine", έναν συντριπτικό μονόλογο για την άδεια από ενέργεια νοικοκυρά και μητέρα, προσδίδουν περαιτέρω δραματουργική διάσταση.

Στο "Home Invasion" - Regret No#9" κυριαρχούν οι πολύπλοκες ενορχηστρώσεις, καθώς η καταβύθιση στον αγχωτικό και αντιφατικό εσωτερικό κόσμο της πρωταγωνίστριας επιτρέπει στον Wilson να αποτανθεί στους proggheads (χρησιμοποιώντας από ήχους παραδοσιακού mellotron μέχρι και  ουρανομήκη Gilmour-ικά σόλο). Το "Transcience", σαν κάποιο μελωδικό πέρασμα του Alan Parsons, προσφέρει έκλαμψη ελπίδας ("it's only the start"), πριν έλθει το "Ancestral", ίσως το μουσικό απόγειο του άλμπουμ, με την παιδική χορωδία ("Come back if you want to"), ένα σπαρακτικό σόλο κι ένα μεταλλικό ξέσπασμα από ριφ -σκέτο vortex- προς το τέλος.

O Wilson έχει δηλώσει ότι σκόπιμα αφήνει ανοικτό το τέλος της ηρωίδας του, δεν την θέλει να «πεθαίνει», όπως στο ντοκυμανταίρ που αποτέλεσε και την πηγή της έμπνευσής του. Η τελική γεύση του άλμπουμ μετά το "Ancestral" θα ήταν βαριά και δυσοίωνη. Αλλά είναι με τo "Happy Returns" που επιτυγχάνεται η κάθαρση. Όχι με φθηνά τερτίπια ανακούφισης, όπως σε κάθε οπτικοακουστικό concept μαζικής κατανάλωσης. Αλλά αληθινά. Η ανθρώπινη επικοινωνία αποκαθίσταται, ελλειματική, κοπιώδης, γεμάτη αμφιβολίες, αλλά με μια ασίγαστη ελπίδα, που τόσο λυτρωτικά την κουβαλά ένα ρυθμικό σιγοτραγούδισμα βγαλμένο λες από τα '60s. "Hey brother, I'd love to tell you I've been busy - But that would be a lie - Cos the truth is the years just pass like trains - I wave but they don't slow down".

Μεταξύ πολλών υπερθετικών κριτικών του διεθνούς μουσικού τύπου για το άλμπουμ, έχει γραφεί ότι το "Hand. Cannot. Erase." αποτελεί το "The Wall" της γενιάς του Facebook. Όσο ρηξικέλευθη κι αν ακούγεται αυτή η θέση, τόσο πιο εύστοχη δείχνει μετά από κάθε νέα ακρόασή του.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

Mahalia Barnes & The Soul Mates: “Ooh Yea! – The Betty Davis Songbook”


Τι σχέση μπορούν να έχουν ο φοβερός κιθαρίστας Joe Bonamassa,
με την κόρη του δημοφιλούς στην Αυστραλία ρόκερ, Jimmy Barnes και τον σπουδαίο τζαζίστα Miles Davis;


Αυτό που τους ενώνει λοιπόν εκτός από την μουσική και τα τραγούδια, είναι η 69 χρονη, Betty Davis, πρώην γυναίκα του μακαρίτη τρομπετίστα, η οποία στα μέσα της δεκαετίας του ’70 είχε κυκλοφορήσει μερικά εξαιρετικά σόλο άλμπουμ.
Έτσι λοιπόν η αγάπη στη συγκεκριμένη καλλιτέχνιδα εξελίχθηκε σε συνεργασία του Joe Bonamassa, με την Mahalia Barnes & The Soul Mates όπου διασκεύασαν και εκτέλεσαν εξαιρετικά τα πιο σημαντικά κομμάτια της Betty Davis και όλα αυτά σε παραγωγή του πολύπειρου Kevin Shirley.
Η απίστευτη και δυναμική φωνή της Mahalia Barnes δημιουργεί μία χορευτική και άγρια ατμόσφαιρα σε όλο το δίσκο όπου soul,funk, αλλά και ροκ ρυθμοί  ανακατεύονται και γίνονται ένα εκρηκτικό μίγμα με τα συναρπαστικά ερμηνευτικά ξεσπάσματα  της Mahalia Barnes να κυριαρχούν ολοκληρωτικά.

Η δουλειά, οι ενορχηστρώσεις και τα παιξίματα  που έχει κάνει ο Joe Bonamassa είναι εγγύηση για το τελικό αποτέλεσμα με τα θαυμάσια κοψίματα, τις κοφτές heavy κιθαριές και τις gospel-ικές μελωδίες, τα ερωτικά νιαουρίσματα και τους βασανιστικούς funky groovy ρυθμούς να απογειώνουν κυριολεκτικά ετούτο το δίσκο.
Το πάθος και το feeling  που κυριαρχεί στο “Ooh Yea! – The Betty Davis Songbook” είναι τρομερό αφού μαθαίνει στους νεώτερους και υπενθυμίζει στους παλαιότερους  μια από τις κορυφαίες και αδικημένες φωνές της funk μουσικής αλλά παράλληλα αναδεικνύει ένα σπουδαίο ερμηνευτικό ταλέντο που λέγεται Mahalia Barnes.
Τσεκάρετε άμεσα τη συγκεκριμένη κυκλοφορία και θα νιώσετε ότι σας κτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα με ένα θηλυκό να μην λέει να βγάλει το καλώδιο από την πρίζα με τίποτα μπας και σωθούμε από την τραγουδιστική λαίλαπα που μας εκτόξευσε.

Κομμάτια σαν τα  “If I'm Lucky I Might Get Picked Up”,  “He Was A Big Freak”, “Game Is My Middle Name”, “Nasty Gal” και “Ooh Yea” είναι ότι καλύτερο για να σας “φτιάξει” ολόκληρη τη χρονιά που διανύουμε!

Φώτης Μελέτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...