Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Europe: "War of Κings"


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: Η Ευρώπη της ελληνικής μυθολογίας υπήρξε
σύμφωνα με τις «μαρτυρίες» της εποχής απαστράπτουσα και αντικειμενικά πολύ όμορφη.


(O «δωδεκάλογος» του δωδεκάθεου και ο πόλεμος των βασιλέων...)

Αποδεικτικό στοιχείο, ότι έπεσε στον «έρωτα» του Δία… Και μπορεί ο «θεός των θεών», να υπήρξε ο πατέρας όλων των μεγάλων εραστών και καρδιοκατακτητών της ιστορίας του τότε γνωστού κόσμου, ωστόσο πρέπει να του αναγνωρίσουμε πως «ένα γούστο» ανέκαθεν το είχε.
Δεν πήγαινε με όποια έβρισκε μπροστά του… Είτε ήταν κόρη του, είτε αδερφή του, είτε οτιδήποτε άλλο. Συμπέρασμα, η Ευρώπη ήταν μια θεά της ομορφιάς και ο Δίας είχε γούστο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2: To 1987 η Εθνική Ελλάδος στο μπάσκετ πέτυχε το μεγαλύτερο αθλητικό θαύμα όλων των εποχών, «μέχρι το επόμενο»  όπως έλεγε ο «ήρωας» εκείνης της απρόσμενης επιτυχίας, ο μεγάλος  Νίκος Γκάλης.
Ένα χρόνο πριν οι Σουηδοί hard rockers Europe κατάφεραν ένα ανάλογο «μουσικό θαύμα», καταφέρνοντας σε «χρόνο ρεκόρ» να κατακτήσουν «εκ του μηδενός», τις κορυφές των charts όλου του κόσμου.
Από την Γροιλανδία μέχρι τη Νέα Ζηλανδία και από την Μογγολία, μέχρι την Γη του Πυρός… Και το κυριότερο; Τις κορυφές των charts σε ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία και Ελλάδα!!!
Συμπέρασμα; Ελλάδα και Europe έχουν μια «καρμική σχέση», την οποία δεν γνωρίζουν εκατέρωθεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3: Τα χρόνια των Μνημονίων και των πολιτικών λιτότητας σε όλη την Ευρώπη, το Eurogroup έχει μπει για τα καλά στην ζωή μας. Δυστυχώς οι Europe (the group) παραμένουν μακριά από την προσοχή του μέσου ροκ ακροατηρίου στην χώρα μας.
Το "Final Countdown" ένας από τους ροκ δίσκους με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών στην Ελλάδα, αντί να τους βοηθήσει, τους προσέφερε αρνητική δημοσιότητα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: Βίκινγκς… Οι Europe είναι Σουηδοί…
Είναι οι «πατεράδες» μιας από τις πιο σημαντικές metal σκηνές του κόσμου. Ίσως της πιο σημαντικής στην Ευρώπη. Μιας Ευρώπης που μαστίζεται από συμφέροντα.
Μιας ανθρωπότητας που μαστίζεται από συμφέροντα. Μιας ανθρωπότητας που οι «βασιλιάδες» της, σφάζονται για την προσωπική τους ιδιοτέλεια. Ούτε καν για εκείνη των λαών τους.
Ο «πόλεμος των βασιλέων» είναι μια σύγχρονη παγκόσμια πραγματικότητα, η οποία θα έπρεπε να προβληματίζει τους πάντες…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5: Οι Europe μετά από 32 χρόνια δισκογραφικής παρουσίας, έβγαλαν ένα άλμπουμ, το οποίο σίγουρα ΔΕΝ θα τους βάλει στα σαλόνια όλου του κόσμου, όπως κατάφεραν το 1986 με το θρυλικό "The final countdown".
Ωστόσο οι πέντε πρώην ξανθοί με μπούκλες και νυν μαυροφορεμένοι Σουηδοί κατάφεραν να κάνουν και πάλι το θαύμα τους. Το "War of kings" αποτελεί την απενοχοποίηση τους.
Οι περισσότεροι στην ροκ κοινότητα, ποτέ δεν εκτίμησαν την ποιότητα και το ταλέντο τους… Ούτε το πόσο επιδραστικοί υπήρξαν για την Ευρωπαϊκή hard rock σκηνή.
Το "War of Κings" είναι ένα album, όπως και τα περισσότερα τους (πλην εκείνων στα οποία έκανε κουμάντο η δισκογραφική τους εταιρεία), το οποίο οι Europe – πριν και πάνω απ’ όλα το έγραψαν και το έπαιξαν – για τους Europe.
Άλλωστε όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες, πάντα γράφουν μουσική πρωτίστως για τον εαυτό τους. Από εκεί και πέρα το "War of Κings" είναι ένα μουσικό έργο, το οποίο έχει αποθεωθεί περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο στην πολύχρονη πορεία τους, από τους μουσικοκριτικούς όλου του κόσμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6: Στο δια ταύτα, πρόκειται για μια 70’s μουσική πανδαισία, στην οποία η μπάντα για πρώτη φορά στην καριέρα της, καταφέρνει να συνδυάσει την αναμφισβήτητη δεξιοτεχνία της, την οποία γνωρίσαμε περισσότερο στα άλμπουμ της πρώτης περιόδου, με την συναισθηματική ωρίμανση που μας προσέφεραν απλόχερα στα άλμπουμ της δεύτερης περιόδου.
Το "War of Κings" σε σχέση με τις υπόλοιπες δουλειές τους, μας προσφέρει και κάτι άλλο, το οποίο ενδεχομένως να έλειπε και να είναι εκείνο, που έκανε τους μουσικοκριτικούς να «τρελαθούν»… ΥΦΟΣ… Ένα μεγαλοπρεπές, αυστηρό, αλλά βαθιά συναισθηματικό ΥΦΟΣ…
Σαν εκείνο που δίδαξαν στους λαούς όλου το κόσμου, μέσω της πολιτιστικής τους υπεροχής, οι αρχαίοι ημών πρόγονοι.

 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7: Το να κάτσω να κάνω μουσική ανάλυση με ύφος ψευτοσοβαρού μουσικοκριτικού, μάλλον είναι βαρετό και υποκριτικό, αφού είμαι δεδομένα οπαδός της μπάντας.
Απλά θα πρέπει να συμπληρώσω ότι παραγωγός του album είναι ο Dave Gobb. Ένας νέος σε ηλικία και βραβευμένος με Grammy Αμερικάνος μουσικός παραγωγός, σε country δίσκους. Αυτός ο κύριος λοιπόν είναι το μεγάλο μυστικό του συγκεκριμένου album.
Η δουλειά του, κατά την γνώμη μου, είναι η καλύτερη δουλειά που είχαν οι Europe σε οποιοδήποτε άλλο album της καριέρας τους.
Αν συνυπολογίσουμε πως ο Gobb είναι ο άνθρωπος πίσω από τις εκπληκτικές δουλειές των Rival Sons, αντιλαμβανόμαστε ότι ο συγκεκριμένος «τύπος» στο μέλλον θα μας απασχολήσει ακόμα πιο έντονα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8: "Στο War of King" λάμπει το ταλέντο όλων των μουσικών του συγκροτήματος… Σχεδόν ισομερώς… Μέχρι και μπάσο ΑΑΑ εθνικής ακούμε…
Για να είμαι ακριβής, τόσο καλό μπάσο σε δίσκο των Europe είχα ν’ ακούσω από το αγαπημένο μου (και των ίδιων και των μουσικοκριτικών) "Wings of tomorrow". Επίσης θα πρέπει να επισημάνω πως για πρώτη φορά μετά το "Out of this world", οι Europe δεν «φοβούνται» πλέον την εκτεταμένη χρήση πλήκτρων.
Το σήμα κατατεθέν των Europe – καλώς ή κακώς – είναι αυτά τα «τρισκατάρατα» πλήκτρα… Η εκτεταμένη χρήση τους, αποτέλεσε σημείο τριβής στα λαμπερά χρόνια του The final Countdown και Out of this world.
Έκτοτε, όποτε πλησίαζε ένα νέο άλμπουμ των Europe, όλοι περίμεναν ν’ ακούσουν πλήκτρα και πλήκτρα δεν άκουγαν.
To "War of Κings" είναι τίγκα σε Hammond, Mellotron κλπ κλπ… ΜΟΝΟ που αυτά πλέον δεν ενοχλούν. Αντιθέτως προσθέτουν και δίνουν βάθος στον – ούτως ή άλλως – πολύ γεμάτο ήχο του cd… Mic Michaeli respect maestro. Επιτέλους…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9: Τα golden boys των Europe (με την καλή έννοια) είναι ο μορφονιός (και στα 52 του) με την αγγελική φωνή Joey Tempest και ο αντικομφορμιστής John Norum.
Στο "War of Kings" και οι δύο μας παρουσιάζουν 12 διαφορετικές πτυχές του εαυτού τους. Πτυχές που τις γνωρίζαμε ή τις συναντάμε για πρώτη φορά.
O τίτλος «δωδεκάλογος» του δωδεκάθεου και ο πόλεμος των βασιλέων» περιγράφει με κάπως αδόκιμο τρόπο την συνεισφορά, αυτών των δύο σπουδαίων μουσικών σ’ αυτό το υπέροχο άλμπουμ…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10: Το "War of Κings" είναι ο δέκατος δίσκος αυτής τους σπουδαίας μπάντας και στην ουσία το «10 το καλό» που θα έλεγε ο ποιητής της εξέδρας…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11: Το "War of Κings" είναι το νέο θαύμα των Europe. Μέχρι το επόμενο…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12: Το "War of Κings" είναι ΠΟΛΥ ΑΠΛΑ ο hard rock – και όχι μόνο – δίσκος της χρονιάς…


Αριστοτέλης Βασιλάκης


Mark Knopfler: "Tracker"



Οι Dire Straits υπήρξαν από τα μεγαλύτερα εμπορικά μεγέθη του
πρώτου μισού της δεκαετίας του '80, παρ' ότι η φωνή και η φρασεολογία της κιθάρας του αρχηγού τους, Mark Knopfler, ήταν εκτός τόπου και χρόνου για την flashy και επιφανειακή εποχή.


Από την αρχή της δισκογραφικής του πορείας ο Knopfler ήταν περιζήτητος ως guest κιθαρίστας (πρώτα έρχονται στο νου το "Slow Train", το "Solo In Soho", το "Boys And Girls" και το "Private Dancer", μεταξύ δεκάδων άλλων). Ακόμη και πριν το τελευταίο άλμπουμ των Dire Straits ("On Every Street", 1991) είχε φανερώσει την αγάπη του για την country και τα blues, είχε ξεκινήσει να γράφει σάουντρακ, να κάνει παραγωγές για νέους και λιγώτερο νέους καλλιτέχνες.
Ως ένας από τους επιζώντες της υπερβολής των '80s, έχει πράγματι σταθεί με ειλικρίνεια και ακεραιότητα στο έργο του.
Το τελευταίο του άλμπουμ ("Privateering", 2012) υπήρξε μια απροσδόκητη επιτυχία σε Ευρώπη και Αμερική, μια διπλή συλλογή από παραδοσιακά αμερικανικό ήχο των δεκαετιών του '50 και '60, με το υλικό του οποίου περιόδευσε εκτεταμένα.
Σ΄αυτό το όγδοο προσωπικό άλμπουμ του, ο πρώην σούπερ-σταρ, στα 65 πια, δοκιμάζει μια καθαρά roots προσέγγιση στην «παλιά» μουσική που πάντα άκουγε στο μυαλό του.
Φλάουτο, φλογέρα, ακορντεόν, μπάντζο τρομπέτα και φολκ κλίμα και τζαζ ματιά στα ηλεκτρικά όργανα. Ολόκληρο το άλμπουμ είναι χαμηλόφωνο, με αυτοεξομολογητική αύρα, μινιμαλιστική κιθάρα (μπόλικη slide) και χρειάζεται ακροάσεις για να εισχωρήσει κανείς στα κομμάτια του.
Πιο εύκολα, είναι η αλήθεια, το καταφέρνεις αν είσαι συνομίληκος του καλλιτέχνη.
Μόνο με προσοχή, περίσκεψη και διάθεση για αναπόληση μπορεί να προσεγγίσει κανείς τα κομμάτια του "Tracker" και μόνον αν έχεις πιάσει το ύφος και το frame of mind του δημιουργού του, ενός ανθρώπου που παίζει στη σκηνή χαλαρά στα όρια της ατονίας ρουφώντας τσάϊ, με την αναγνωρίσιμη -ακόμη κι απ΄την πρώτη νότα- country αίσθηση στις άκρες των δακτύλων και την ανυποχώρητα εσωστρεφή "J.J. Cale απ΄τη Γλασκώβη" φωνή.
Τα "Laughs And Jokes and Drinks And Smokes", "Lights Of Taormina", "Wherever I Go" και "Mighty Man" ξεχωρίζουν οπωσδήποτε, αλλά, πρέπει να τονιστεί ότι ολόκληρος ο δίσκος είναι ιδιοσυγκρασιακός.
Ο ίδιος ο Knopfler με το γνώριμο, απροσχημάτιστο στυλ του εξηγεί το προφανές:
«Ο τίτλος του άλμπουμ μου προέκυψε μέσα από την προσπάθειά μου, τόσες δεκαετίες, να βρώ το μουσικό μου δρόμο. Από την προσπάθειά μου να παρακολουθήσω το πέρασμα του χρόνου.
Ερευνώντας τους ανθρώπους, τα διάφορα μέρη και γεγονότα από τη δική μου ζωή. Από την προσπάθειά μου να φτιάξω μουσική, από τη διαδικασία να γράψω και να ηχογραφήσω τραγούδια μέσα στο στούντιο».

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

The Clash: "Combat Rock"


«Εκεί που οι περισσότεροι ψευδοπροφήτες και μονίμως
διαμαρτυρόμενοι του new wave περιμένουν έναν θαυμαστό, καινούριο κόσμο, οι Clash παλεύουν με νύχια, με δόντια και με τις κιθάρες τους να σώσουν αυτόν που έχουμε, με τον μόνο τρόπο που ξέρουν». - περιοδικό Rolling Stone, φθινόπωρο 1981.


Η αρχή της δεκαετίας του '80 είχε βρει τoν κόσμο του rock σε τραυματική αφασία από τις κραιπάλες των '70s.
Με την πληγή από τον παράλογο θάνατο του Lennon χαίνουσα, τον Dylan μόλις «αναγεννημένο εν Χριστώ», τους Stones χαμένους σε disco αναζητήσεις, τους Zeppelin διαλυμένους και με τον Bonham μακαρίτη, τους Who να μη μπορούν πια, τους Eagles να έχουν προτιμήσει σόλο πορείες, τους Floyd κλεισμένους μέσα στο τείχος τους, την περηφανή γενιά του Woodstock τοξικοεξαρτημένη (όση δηλαδή είχε μείνει έξω απ΄τα ξύλινα κοστούμια), τον Bowie σε διαρκή απεξάρτηση και βαθιά ετεροφυλόφιλη περίσκεψη, τους περισσότερους παραμανοφόρους ακολούθους των Pistols να νιώθουν κι αυτοί ότι «εξαπατήθηκαν» και τον Zappa να έχει κλείσει παραπάνω από δέκα χρόνια προβλέποντας την κατάρρευση αυτή και χλευάζοντάς την, το ευπώλητο όσο ποτέ ροκ είχε, πράγματι, παραδοθεί στο «σύστημα».
Από τη μια στο «ενήλικο» ροκ των άλμπουμ με ομογενοποιημένο ήχο, μαζί με κάτι πανούργα υβρίδιά του (βλ.
Police) και από την άλλη στο «νέο» κύμα, μια ολόκληρη γενιά παικτών με στενές γραβάτες, κοντά μαλλιά και μια ασίγαστη απέχθεια στα σόλο κιθάρας, έτοιμη να πέσει με νέα ορμή στα σαγώνια των δισκογραφικών.

Μέσα σε όλα αυτά, the only band that matters. Οι Clash.

Αφ΄ότου όρισαν τον ήχο της μετα-πανκ αντίστασης στην επελαύνουσα τότε Θατσερική λαίλαπα με το χωρίς προηγούμενο αιχμηρό και μουσικά πλουραλιστικό "London Calling", ανάγκασαν την CBS να κυκλοφορήσει ένα τριπλό άλμπουμ στην τιμή διπλού ("Sandinista"), γεμάτο reggae, ska, dub μίξεις, jazz και hip-hop περάσματα (κατά πολλούς το πρώτο ethnic άλμπουμ από ροκ γκρουπ), συνέχισαν απτόητοι να κορυφώνουν την πρόκληση φορώντας μπλουζάκια «Μπριγκάτε Ρόσσε», ποζάροντας με κόκκινες μεσίστιες σημαίες και τοποθετούμενοι δημόσια υπέρ των αναξιοπαθούντων του τρίτου κόσμου και των ανταρτών της Νικαράγουα και του Ελ Σαλβαδόρ.
Το καλοκαίρι του '81 κυριολεκτικά κατέκλυσαν με τον ήχο και την επιρροή τους τη Νέα Υόρκη. Δρώντας με ακραιφνή αδιαφορία για κάθε στυλ, στην εποχή που έμελλε να ορίσει όλα τα στυλ (τα '80
s), στα τέλη του '81 άρχισαν να ετοιμάζουν το νέο τους χτύπημα. Όμως είχαν ήδη ενοχλήσει περισσότερο απ΄όσο και οι ίδιοι μπορούσαν να φανταστούν το οικοδόμημα της μουσικής βιομηχανίας.
Η παγίδα ήταν στημένη και οι μέρες τους μετρημένες.


Μέσα στο συγκρότημα, τα «εγώ» των δύο κύριων συνθετών, Strummer και Jones, είχαν υπερτροφήσει επικίνδυνα. Και οι δυό τους είχαν μπει από καιρό σε μια συγκρουσιακή δίνη με τον μάνατζερ Bernie Rhodes - που επέστρεψε στις τάξεις τους μετά από επιμονή του Joe Strummer και επιδίωκε να τους χειραγωγεί- και με τον παραγωγό Glyn Johns -που ζητούσε λιγώτερη μουσική διάχυση και πιο «μαζεμένο» μουσικό έργο. Ο ακατάβλητος και πάντα εξωστρεφής Joe Strummer είχε αρχίσει να έχει αριστερόστροφες ενοχές για την τεράστια επιτυχία και την αναγνώρισή τους στην Αμερική.
Συγχρόνως, επηρεαζόμενος κατά πολύ από τον
Bernie Rhodes, δεν έβλεπε με καλό μάτι το κύλισμα του Mick Jones στις μεγεθυμένες από βουνά κοκαίνης παραισθήσεις ροκ μεγαλείου, χωρίς να σημαίνει ότι ο ίδιος ήταν αθώος τέτοιων δραστηριοτήτων.
Ο Jones, από την άλλη, αισθανόταν ότι οι μουσικές αναζητήσεις του ασφυκτιούσαν από τον Rhodes (που θεωρούσε ότι χωρίς αυτόν οι Clash δεν θα ήταν τίποτε). Την ίδια ώρα, η ραχοκοκκαλιά του πολυσχιδούς ήχου του γκρουπ, ο Topper Headon, ήταν ήδη εθισμένος στην ηρωίνη και ο φωτογενής μπασίστας Paul Simonon όταν δεν έμενε αμέτοχος, αλλοιθώριζε προς προσωπικά πρότζεκτ.

Το νέο άλμπουμ αρχικά προοριζόταν κι αυτό για διπλό και θα είχε τον αβανταδόρικο τίτλο "Rat Patrol from Fort Bragg", ο οποίος έφερε για μια ακόμη φορά σε σύγκρουση τα μέλη του γκρουπ και εγκαταλείφθηκε. Οι ηχογραφήσεις είχαν γίνει στη Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο, με τον Glyn Johns να είναι αναγκασμένος να κάνει μεγάλες περικοπές, καθώς το υλικό αποτελείτο από μακρόσυρτα, ακατάτακτα σε στυλ - και πάλι - τραγούδια.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε τελικά το Μάϊο του '82, πάνω που το βρετανικό πολεμικό ναυτικό κατευθυνόταν προς τα Φώκλαντς. Η ασυμβίβαστη ροή της μουσικής, η δύναμη των στίχων, το εξώφυλλο (το συγκρότημα σαν αλητοσυμμορία στη μέση μιας εγκαταλελλειμμένης σιδηροδρομικής γραμμής), αλλά και ο γενικός τίτλος ("Combat Rock"), δεν αφήνουν πολλά περιθώρια : Είναι μια τελευταία, αγέρωχη, όσο και απεγνωσμένη μάχη. Η τελευταία, κατά πολλούς, αναμέτρηση του ροκ με τον βιομηχανικό κόλαφο των πλαστικών hits που θα κατακλύσουν τη δεκαετία.

Ξεκινά με το αγριεμένο ska-punk μανιφέστο "Know Your Rights" (σαν απομεινάρι του "Sandinista"), με στίχους που αρπάζουν τον ακροατή απ΄το γιακά:

"This is a public service announcement - with guitaaaar" ουρλιάζει ο Strummer.

"Know your rights, all three of them. /The right not to be killed. Murder is a crime, unless it is done by a policeman, or an aristocrat. /The right to food money, providing of course, you don't mind a little investigation, humiliation, and, if you cross your fingers, rehabilitation. /The right to free speech (as long as you're not dumb enough to actually try it)".

Το άλμπουμ έχει ορμή αλλά δε στερείται από τις εξωτικές αποχρώσεις του "Sandinista". Πίσω από το "Know Your Rights" έρχεται μια ημιτελής ψυχεδελική άσκηση βασισμένη στα κρουστά ("Car Jamming") με συνειρμικούς στίχους του Strummer.
Έχει το "Red Angel Dragnet", ριγμένο με τα μούτρα σε μια dub εμμονή, που μιλά για την αυτοδικία στους σκοτεινούς δρόμους της μεγαλούπολης, με τον Kosmo Vinyl (φιγούρα του περιγύρου του γρουπ, dj και μετέπειτα παραγωγός) να κλωθογυρνάει ατάκες από τον «Ταξιτζή» του Σκορτσέζε. Το "Straight To Hell", μια off - beat κατακραυγή για την ανισότητα, την ανεργία των βιομηχανικών εργατών, τον αποκλεισμό των μεταναστών, την εγκατάλειψη των παιδιών που άφησαν πίσω τους οι αμερικάνοι στρατιώτες στο Βιετνάμ.
Το "Overpowered By Funk", έναν φανκ πυρετό με εικόνες από το αμερικάνικο γυρολόγιο των Clash τα δύο προηγούμενα χρόνια. Το δυσοίωνο "Ghetto Defendant", μια αλληγορία για το πώς η αντικουλτούρα απορροφάται από το mainstream, με σχολιαστική φυσαρμόνικα και υποβλητική απαγγελία από τον beat ποιητή Allen Ginsberg.

Αλλά κυρίως, το "Combat Rock" έχει δύο κομμάτια, που πλέον ακόμη και ο τουριστικός ακροατής του ροκ αναγνωρίζει. Δύο κομμάτια που σηματοδότησαν την ραγδαία κατάπτωση του γκρουπ, πάνω ακριβώς που του έβαζαν στο χέρι το εισητήριο για το πέρασμα στις mainstream συνειδήσεις, με την τεράστια επιτυχία που σημείωσαν.

Το ένα είναι το "Should I Stay Or Should I Go". Γραμμένο και τραγουδισμένο από τον Mick Jones, ένα εθιστικό ροκ ριφ γύρω από το προαιώνιο ερώτημα για το αν πρέπει -και ποιά στιγμή- να εγκαταλείψεις το σκάφος σε μια σχέση. «Όταν παίζαμε ελεύθερα, τέτοια πράγματα μας άρεσε να γράφουμε» θα πει ο ίδιος με νόημα αργότερα. Τα "gang" backing vocals στα ισπανικά («με προφορά απ΄το Εκουαδόρ», θα διακωμωδήσει αργότερα ο Strummer) και οι κραυγές λύτρωσης στη μέση (.) βοήθησαν να καταγραφεί σε εκατομμύρια υποσυνείδητα, μέτρο προς μουσικό μέτρο. Έφθασε Νο 8 στο Billboard τον Ιανουάριο του '83. Το Μάρτη του '91, έντυσε μια τηλεοπτική διαφήμιση για τα "Levi's 501" και έφθασε στην κορυφή των αγγλικών τσαρτ.
Η ύστατη ειρωνεία για ένα διαλυμένο, περίπου μια δεκαετία πίσω, συγκρότημα που όταν ξεκίνησε είχε στόχο του να βάλλει κατά του ξεπουλήματος της μουσικής στην κρεατομηχανή των εταιριών.
Και το δεύτερο κομμάτι, το "Rock The Casbah", που κτίστηκε πάνω σε ρυθμό και μελωδία στο πιάνο γραμμένη και ηχογραφημένη από τον Headon, σε μια εποχή που οι σχέσεις του γκρουπ ήταν κάκιστες, σε σημείο να μην βρίσκονται σχεδόν ποτέ όλοι μαζί στο στούντιο. «Δεν υπάρχει κανένας ρομαντισμός και καμία τρυφερότητα στο φανατισμό. Αυτό θέλει να πει το τραγούδι», θα πει αργότερα ο Strummer που έγραψε τους στίχους μονοκοντυλιά, γυρνώντας κατάκοπος κάποιο πρωί, σε μια μικρή γραφομηχανή.
Οι στίχοι μιλούν για την απαγόρευση της ροκ μουσικής από κάποιον άραβα «Άρχοντα», που μάλιστα καλεί τα πολεμικά αεροπλάνα να «βομβαρδίσουν» τον πληθυσμό που παραβαίνει το νόμο. Όμως ο λαός τον αψηφά και
rocks the casbah (σε κατά προσέγγιση μετάφραση, σείει το «φρούριο»). Ήταν το πρώτο βίντεο-κλιπ των Clash που έτυχε μεγάλης προβολής από το ΜΤV, από τα πρώτα μάλιστα που περιλάμβανε τοποθέτηση προϊόντων.


Όσο για την κληρονομιά αυτής της ανεπανάληπτης, αραβοφέρνουσας ragtime ρίμας; Κατά μια θλιβερή πολιτισμική παρερμηνεία, συχνή στο χώρο της δημοφιλούς μουσικής, ο τίτλος του τραγουδιού ήταν γραμμένος πάνω σε μια από τις πρώτες βόμβες που έριξαν τα αμερικάνικα βομβαρδιστικά στο Ιράκ το '91. Ο Strummer ξέσπασε σε κλάμματα όταν άκουσε την περηφανώς ηλίθια όσο και διαστροφική υφαρπαγή των στίχων του, σε κάποιο δελτίο ειδήσεων.

Ο ουσιαστικός συνθέτης του κομματιού, ο ντράμερ Topper Headon, εκδιωγμένος από το Μάϊο του '82 απ΄το συγκρότημα λόγω της εξάρτησής του απ΄την ηρωίνη, είδε κάποια μέρα την Άνοιξη του '83 στην τηλεόραση το βίντεο για το δικό του τραγούδι, υποφέροντας από στερητικά σύνδρομα σ΄ένα Λονδρέζικο καταγώγιο. Στη θέση του στα τύμπανα ήταν ο Terry Chimes. Όμως, το τελευταίο συγκρότημα που μπορούσε να σείσει τα μουσικά πράγματα, είχε φθάσει στο τέλος του δρόμου.

Παρ΄ότι οι θριαμβευτικές εμφανίσεις των Clash σαν support στην αποχαιρετιστήρια περιοδεία των Who στα τέλη του '82 χαιρετίστηκαν από την αισιόδοξη μερίδα του κοινού ως «παράδοση σκυτάλης» από τους παλιούς ασυμβίβαστους ήρωες των '60s στους φρέσκους υπέρμαχους του ροκ, η πορεία υπήρξε καταστροφική και σύντομη. Ο Mick Jones εκδιώκεται από τον Strummer και τον ραδιούργο Rhodes το Σεπτέμβριο του '83 και η μπάντα θα σέρνεται ψυχορραγώντας με δύο νέα εντελώς «ψαρωμένα» μέλη μέχρι τις αρχές του '85. Το καλοκαίρι του '85 οι «νέοι Clash» θα εμφανιστούν στο "Rock In Athens '85", αφήνοντας ενθουσιώδεις εντυπώσεις στο πεινασμένο δικό μας κοινό, αλλά ο ασθενής προ πολλού δεν ανανήπτει.
Ο
Mick Jones έχει σχηματίσει τους ηλεκτροφανκ Big Audio Dynamite (και γνωρίζει επιτυχία) και ο Strummer θα ταλαιπωρηθεί πολλαπλά (αποτυχημένα πρότζεκτ σε σινεμά, δισκογραφία, άρνηση από τον Jones για επανένωση του γκρουπ), πριν συνειδητοποιήσει τί φίδι υπήρξε ο μέντορας, φίλος και μάντατζέρ του, Bernie Rhodes.

Περίπου αυτό υπήρξε το "Combat Rock". Η τελευταία ηρωική πράξη αμφισβήτησης, η τελευταία προσπάθεια του ροκ να υπερβεί τον εαυτό του, η τελευταία δημιουργική συνύπαρξη δύο μεγάλων μουσικών οραματιστών, των Jones και Strummer.
Ένα απαιτητικό, ακατηγοριοποίητο και σκοτεινό άλμπουμ, με παραφωνία τα δύο up-tempo σινγκλ που διέτρησαν την ποπ υποκρισία των τσαρτς από το '82 και για πάντα.

«Κάναμε ένα προς ένα όλα τα λάθη που κάνει ένα συγκρότημα που ξεκινά από το μηδέν και θέλει να φθάσει στην κορυφή», θα πει αργότερα ο Jones. Πράγματι. Χρήμα, μωροφιλοδοξία, απειρία, ναρκωτικά, σκοπιμότητες όλων των τρωκτικών που ζώνουν κάθε ταλαντούχο συγκρότημα, αποπροσανατόλισαν και τελικά κατεδάφισαν τους Clash. "You can crush us, you can bruise us, but you'll have to answer to.".
"Rock History", για να παραφράσουμε ένα στίχο απ΄το "Guns Of Brixton". Και σ΄αυτήν την πολύπαθη Ροκ Ιστορία, το "Combat Rock" έχει δυσεύρετη μουσική αξία.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Tigertailz: “Young & Crazy”


Οι Tigertailz ξεκίνησαν το 1984 από το Κάρντιφ της Ουαλίας και
θεωρήθηκαν αρκετά πιο glam ειδικά στον τομέα της εμφάνισης από ανάλογα σχήματα του είδους.


Με βασικούς πρωτεργάτες τον κιθαρίστα Jay Pepper και τον φυσικό ηγέτη της μπάντας μπασίστα Pepsi Tate (Huw Justin Smith) κατάφεραν και βρήκαν τον τραγουδιστή Steevi Jaimz (πρώην China Rouge, Treason, Crash Co) ο οποίος έπεισε και έφερε στο γκρουπ τον αμερικανό ντράμερ από το Κολοράντο Ace Finchum.
Μετά λοιπόν από αρκετό ψάξιμο και ένα mini tour με τους Tokyo Blade σε Ολλανδία και Γερμανία οι Tigertailz και με δύο αποθεωτικές βραδιές στο ιστορικό Marquee Club του Λονδίνου καταφέρνουν και υπογράφουν συμβόλαιο με την περίφημη δισκογραφική εταιρία Music For Nation με την οποία κυκλοφόρησαν το 1987 το ντεμπούτο τους άλμπουμ “Young & Crazy”.
Ηχητικά ο δίσκος δεν διέφερε από τις κλασικές glam metal/rock μπάντες εκείνης της περιόδου και οι συγκρίσεις με γκρουπ όπως οι Poison και οι Μοtley Crue ήταν αναπόφευκτες. Σκληροί sleazly ρυθμοί, επιτηδευμένα άτεχνα κιθαριστικά σόλα, άγρια φωνητικά και ένα punk-rock υπόβαθρο συνθέτουν το “Υοung & Crazy”.  Υπέροχα τα τραγούδια LivinWithout You”, “Shameless”, “Star Attraction”, “Shoot to Kill καθώς και το μελαγχολικό “Fall in Love Again όπου οι Tigertailz πετυχαίνουν να κάνουν ένα εξαιρετικό ξεκίνημα.
Συνολικά το “Young & Crazy” είναι ένας καλός δίσκος κυρίως για εκείνους που αρέσκονται σε glam καταστάσεις με το νεανικό πάθος και την τρέλα που χαρακτήριζε την μπάντα όταν πρωτοξεκίνησε και η οποία συνέχισε στη δεκαετία του ’90 με άλλον τραγουδιστή, με ένα εκπληκτικό δίσκο το “Berzerk” αλλά και με τον μπασίστα Pepsi Tate να αποχαιρετά τον μάταιο τούτο κόσμο το 2007. Το “Young & Crazy” στην επανέκδοση του περιλαμβάνει ένα bonus cd με τραγούδια του άλμπουμ στην πρωτογενή έκδοση του και με μερικά επιπλέον sessions τραγούδια(διασκευάζουν μέχρι και Cheap Trick) όπου μπορείτε να τα βρείτε και στο άλμπουμ “Original Sin” που κυκλοφόρησε το 2003.

Φώτης Μελέτης



Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

Τοbruk: Pleasure & Pain




Δυστυχώς στην ιστορία της μουσικής και ιδιαίτερα στον λεγόμενο "σκληρό ήχο" υπάρχουν συγκροτημάτα που μπορεί να τα έδωσαν όλα για να αφήσουν το στίγμα τους αλλά το κοινό δεν τους τίμησε δεόντως.

Μία τέτοια περίπτωση παρουσιάζουμε στο Rocktime.gr και αφορά τους Bρεττανούς TOBRUK που δημιουργήθηκαν το 1981 από τον τραγουδιστή Snake (Stuart Neal), τον κιθαρίστα Nigel Evans και τον κημπορνήστα Jem Davies. Το παζλ συμπληρώθηκε με τους Μike Brown (μπάσο), Mike Newman (κιθάρα) και τον Eddie Fincher στα ντραμς.
 


Oι επιρροές τους ήταν κατεξοχήν AOR με μπόλικη δόση ΝWOBHM και θύμιζαν πρώιμους Bon Jovi. Με βάση το Μπερμπιγχαμ το γκρουπ περιόδευσε σχεδόν παντού στην χώρα τους και το  1983 κυκλοφορούν από την ΝΕΑΤ Records , το πρώτο τους σινγκλ με τίτλο “Wild On the Run” μαζί με το “The Show Must Go On”.
Oι  TOBRUK όμως δεν βρήκαν την ανταπόκριση και  την βοήθεια που ήθελαν από την δισκογραφική τους εταιρία και προσπάθησαν να βρουν κάτι καλύτερο και τα κατάφεραν με το συμβόλαιο στην ΕΜΙ.
Όλο αυτό το διάστημα η μπάντα δούλεψε σκληρά και έκανε αρκετές συναυλίες με τους Diamond Head και UFO.
Το παρθενικό τους άλμπουμ κυκλοφόρησε λοιπόν τον Μάιο του 1985 ηχογραφημένο στα περίφημα Warehouse studios της Φιλδέλφειας με παραγωγό τον πασίγνωστο Lance Quinn (Bon Jovi, Lita Ford) και είχε τον τίτλο “Wild On The Run” (δανεισμένος ο τίτλοε από το πρώτο τους σινγκλ).
Το άλμπουμ ήταν καταπληκτικό γεμάτο δυναμικά melodic hard rock κομμάτια με την φωνή του Snake να δίνει ακόμα πιο wild έκδοση των τραγουδιών .
Η μπάντα αν και είχε θετικές κριτικές δεν πήγε καλά εμπορικά και οι τουρνέ που έκαναν με Manowar, Tokyo Blade, UFO τους βοήθησε να κρατήσουν δυνάμεις για το επόμενο βήμα τους, μιας και τα όνειρά τους ήταν για επιτυχία και αποδοχή από το αμερικάνικο κοινό.
Έτσι λοιπόν το 1987 κυκλοφορούν το δεύτερο δίσκο τους με τίτλο “Pleasure and Pain” (FM Records) όμως παρά το γεγονός ότι ήταν ένας πολύ καλός δίσκος η απογοήτευση για τη νέα εμπορική αποτυχία έφερε και τις τριβές στο γκρουπ με αποτέλεσμα να φύγουν δύο από τα ιδρυτικά μέλη, ο τραγουδιστής Snake και ο ντράμερ Εddie Fincher και να σχηματίσουν ένα αντίγραφο της πρώην πμάντα τους τους συμπαθητικούς IDOL RICH.


Σε κατάσταση διάλυσης οι TOBRUK προσπάθησαν να μαζέψουν τα κομμάτια τους και με δανεικό τραγουδιστή τον Τοnny Martin (μετέπειτα Black Sabbath) που έπαιζε εκείνη την περίοδο με τους  Alliance προσπάθησαν  να ανασυγκροτήσουν την μπάντα.
Μάταια όμως εκτός από κάποια demo που ηχογράφησαν δεν υπήρχε και η ανάλογη συνέχεια αφού και ο κιθαρίστας του γκρουπ Nigel Evans έδωσε τέλος στους TOBRUK και συνέχισε να παίζει με του τρομερούς SHY.

Η μετέπειτα πορεία του Snake ήταν με τους Wildhearts που δεν κατάφερε ο ίδιος να κυκλοφορήσει τίποτα επίσημο ενώ δυστυχώς τον Δεκέμβριο του 2006 έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 43 ετών .

Οι Jem Davis και Eddie Fincher σχημάτισαν στη συνέχεια τους Midnight Blue στην οποία συμμετείχε και ο Doogie White (Rainbow, Y.Malmsteen).

To 2001 επανακυκλοφόρησαν τα δύο άλμπουμ των TOBRUK σε μία συσκευασία με τον τίτλο “Recaptured” με επιπλέον σπάνιο και ακυκλοφόρητο υλικό το οποίο αξίζει να το βρείτε και να το αγοράσετε.

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
 


  • The Girl with the Flyaway Hair (WEA - Ireland) 1981
  • Wild on the Run 45 (Neat) 1983
  • Wild on the Run (Parlophone / EMI) 1985
  • Wild on the Run [Re-released with Bonus Live Disc] (Majestic Rock Records) 2007
  • Pleasure + Pain (FM Revolver) 1987
  • Recaptured (Phoenix) 2001
Φώτης Μελέτης


Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

Hanoi Rocks: "All Those Wasted Years"


Όσο απίθανο κι αν ακούγεται να ρέει ροκ ν΄ρολ σε φλέβες
Φιλανδών, αυτή ήταν η καύσιμη ύλη που ώθησε μια φιλόδοξη μπάντα απ΄το Ελσίνκι να μετακομίσει το Σεπτέμβρη του ’81 στο Λονδίνο.


Έχοντας περιφέρει στη Σκανδιναβία το ζωηρό μουσικό υβρίδιό τους από πανκ και Stones, αποφάσισαν, με μηδενικό κομπόδεμα, αλλά σκυλίσια αυτοπεποίθηση, αποκτημένη από μια ζωή κυριολεκτικά του πεζοδρομίου, να αναμετρηθούν με τη μουσική τους μοίρα.
Δυόμισυ χρόνια και τέσσερα στούντιο άλμπουμ αργότερα, τον Δεκέμβριο του ’83, το γκρουπ είχε παίξει σε κάθε καταγώγιο Βρεττανίας, Ιαπωνίας και Σκανδιναβικής χερσονήσου που διέθετε δικό του P.A. και μπαρ γεμάτο μπασταρδεμένο αλκοόλ.
Είχαν μάλιστα καταφέρει ν’ αναταράξουν τα αντεργκράουντ πράγματα του –σε πνιγηρά new wave και blue eyed soul κλίματα τότε- Λονδίνου, με μια σειρά συναρπαστικών εμφανίσεων, με αποτέλεσμα η CBS να τους προετοιμάζει για το πολυπόθητο άλμα στην Αμερικάνικη αγορά.
Οι ηχογραφήσεις για το επόμενο lp θα ξεκινούσαν σε μερικές εβδομάδες με τον πολλά βαρύ Bob Ezrin (μέχρι τότε: Alice Cooper, KISS, Aerosmith, Peter Gabriel, The Babys) πίσω απ’ την κονσόλα.
Η ευκολότερη λύση για την εισροή ρευστού ήταν ένα «επίσημο» live, που, χωρίς πολλά φτιασίδια, θα κυκλοφορούσε στην Ιαπωνική αγορά, όπου ήδη λατρεύονταν παροξυσμικά. Ο μάνατζέρ τους Seppo Vesterinen ήταν βέβαιος ότι έτσι θα μπορούσαν να πληρωθούν με φρέσκο χρήμα στούντιο και μεσάζοντες αλλά και να εξασφαλιστούν επαρκείς ποσότητες από μπουκάλια και σκόνες ώστε η φυσική και πνευματική κατάσταση των πέντε αγυρτών που απάρτιζαν το συγκρότημα να παραμείνει σε ελεγχόμενη αφασία.
Μια ακόμη βραδιά στη μεσαίας χωρητικότητας Μέκκα του ροκ, στο θρυλικό Marquee Club του Σόχο ήταν ό,τι χρειαζόταν για να αιχμαλωτιστεί επαρκώς ο ήχος της περιοδεύουσας παρακμής τους. Μηχανικός ήχου ένας δικός τους άνθρωπος, ο Mick Staplehurst, ενώ την επεξεργασία της ηχογράφησης ανέλαβε ο πρώην μπασίστας των Mott The Hoople και συμπαραγωγός του τελευταίου στούντιο άλμπουμ τους, Peter “Overend” Watts.
 Ποιοί ήταν όμως αυτοί οι μυστήριοι Φινλανδοί που ανέβηκαν στις αρχές Δεκεμβρίου του ’83 στη σκηνή του Marquee;
Πρώτα απ΄όλους το ανδρόγυνο φαινόμενο που άκουγε στο όνομα Μichael Monroe (πραγματικό όνομα Matti Fagerholm). Ένας 22χρονος με οξυζεναρισμένα αγκαθωτή κώμη, ση-θρου αμάνικα, νομαδικά φουλάρια κλεμμένα απ΄τον Steven Tyler, φουλ γυναικωτό μέϊκ-απ κατευθείαν απ΄τους New York Dolls, κάτι από τον σεξουαλικά αμφιλεγόμενο μαγνητισμό του πρώϊμου Jagger και μια από σκηνής ευχέρεια να αποδίδει τις ιστορίες αστικής παράνοιας, πόνου, εξάρτησης και ξοδεμένης λαγνείας των τραγουδιών με ενέργεια Iggy Pop και αγοραία πόζα τραβεστί.
Σαν να μην έφτανε αυτός ο οπτικός ορυμαγδός, ήξερε να πετάει στο μίγμα κι ένα σχεδόν διεστραμμένο ταλέντο σε σαξόφωνο και φυσαρμόνικα.
Ο συνομήλικος του, ο τσιγγάνικης ρίζας Φινλανδός μεγαλωμένος στη Σουηδία Andy McCoy (πραγματικό όνομα Anti Hulkko), μια κακομούτσουνη, αλητήρια επιμειξία Keith Richards και Johnny Ramone, με χαϊμαλιά, μπαντάνες, σκουλαρίκια και καπέλα σε πιθανά και απίθανα χρώματα, ήταν η «μηχανή»: έγραφε σχεδόν όλη τη μουσική, κρατούσε τη σόλο κιθάρα και ήταν ο λοστρόμος της κραιπάλης σε όλη την ακολουθία από βρώμικα παρασκήνια και άθλια ξενοδοχεία που άφηνε η μπάντα πίσω της από το ’79 και μετά.
Δίπλα σ΄αυτούς τους δύο, υπήρχαν άλλοι τρεις : Ο Razzle (Nicholas Dingley – ο μόνος Άγγλος) ένας κοπαναράς μετρονόμος που είχε πάρει με θράσος τη θέση του προηγούμενου ντράμερ τους το καλοκαίρι του ’82, να συνέχει τον ρυθμό πάντα με μια δόση τοξικής επιτάχυνσης, ο μπασίστας Sammy Yaffa (κατά κόσμον Sami Lauri Takamäki) με το σκελετωμένο παράστημα και το μπλαζέ (οπωσδήποτε και απ’ την πρέζα) ύφος μαζί με τον ρυθμικό κιθαρίστα Nasty Suicide (Jan- Markus Stenfors), να λοκάρουν τα κοφτά ριφ και να ποζάρουν με καουμπόικα καπέλα, κομπάρσοι στο πιο αυτοκαταστροφικό γουέστερν που δεν είχε ακόμη κυκλοφορήσει. Όλοι μεταξύ 20 και 22 χρόνων.
Το live που ηχογραφήθηκε και κινηματογραφήθηκε (με προσθήκη δύο – τριών κομματιών από προηγούμενες εμφανίσεις) είναι μια αντιπροσωπευτική συλλογή από τα πιο δυνατά, συναυλιακά δοκιμασμένα, κομμάτια από τη μέχρι τότε δισκογραφία τους (‘81-‘83).
Ξεκινώντας με το ζέσταμα του κλασσικού “Pipeline”, το ένα κομμάτι σχεδόν απνευστί ακολουθεί το άλλο. Πυρετώδεις tribal ρυθμοί (“Oriental Beat”), μετα-πανκ γκάζια και stomp (“Motorvatin’”, “Tragedy”, “11th Street Kidz”), ακόμη και μπαλαντοειδή παραναλώματα (“Until I Get You”, “Don’t You Ever Leave Me”).
Οι καταραμένοι loser χαρακτήρες των “Visitor”, “Taxi Driver”, “Lost In The City” ενσαρκώνονται με ιδρώτα και απόγνωση καθώς ο McCoy πετάει τα Beck-οειδή και ChuckBerry-ικά σόλο του και ο Monroe ερμηνεύει νευρωτικά, με κάτι ημιπαράφωνες μαχαιριές από σαξόφωνο και περάσματα από φυσαρμόνικα να προσθέτουν ένταση στην όλη εμπειρία.
Το κρεσέντο έρχεται με ένα ισοπεδωτικό, τριπλό χτύπημα διασκευών: “Under My Wheels” (Alice Cooper), “I Feel Alright” (The Stooges) και “Train Kept A Rollin’” (Yardbirds), όπου παραληρούντες περίεργοι απ΄το κοινό ανεβαίνουν στη σκηνή αδυνατώντας να συλλάβουν κατάλληλο τρόπο να εξωτερικεύσουν τον ψυχοσωματικό συντονισμό που έχει περάσει το γκρουπ από τη σκηνή στην πλατεία του πακτωμένου Marquee. Στο βίντεο τελειώνουν με μια βίαιη εκτέλεση του “Blitzkrieg Bop” (Ramones), με τον Razzle στα φωνητικά και τον Monroe πίσω απ’ τα τύμπανα.
 Δυστυχώς, ο θεός του ροκ ν΄ρολ είχε άλλα σχέδια γι’ αυτούς.
To “All Those Wasted Years – Live At The Marquee” κυκλοφόρησε μέσα στο ’84, σε διπλό lp και σε VHS αρχικά στην Ιαπωνία. Τον Αύγουστο του ’84 κυκλοφόρησε διεθνώς το “Two Steps From The Μove” και ταυτόχρονα ξεκίνησε η εκτεταμένη τους περιοδεία (Ιαπωνία, Βρεττανία, Σκωτία), που αυτή τη φορά θα περνούσε τον Ατλαντικό.
Στις 8 Δεκεμβρίου του ’84 και ενώ οι εμφανίσεις τους στη Δυτική Ακτή τους περίμεναν ήδη sold – out, μετά από ένα πολυήμερο διάλειμμα ακολασίας με τους τότε «βασιλιάδες» του Sunset Strip, Mötley Crüe, o Razzle σκοτώνεται ακαριαία, όταν ο Vince Neil (ο γνωστός) στουκάρει το De Tomaso Pantera του σ΄ένα αυτοκίνητο στο αντίθετο ρεύμα. Είχαν πάει να αγοράσουν μπύρες από κοντινή κάβα, λιώμα και οι δύο.
 Η κατρακύλα υπήρξε ραγδαία. Η περιοδεία ακυρώθηκε και μέσα στο ‘85 διαλύθηκαν. Ο Monroe μετά τα τριάντα έκανε σόλο καρριέρα και επισταμένες προσπάθειες να αποδείξει ότι ήταν στρέϊτ, ο McCoy χάθηκε στις ουσίες, ο Nasty Suicide μετά από μερικά δισκογραφήματα στο στυλ των Hanoi έγινε φαρμακοποιός, ο Sammy Yaffa συνέχισε να παίζει και να ηχογραφεί σε low key σχήματα, μαζί με την …γυναίκα του. Το 2001 πάντως οι McCoy και Monroe, ως εκ θαύματος, επανασυνδέθηκαν και το όνομα Hanoi Rocks έκανε έναν ανέλπιστο γύρο θριάμβου που διήρκεσε 8 χρόνια και απέδωσε τρία άλμπουμ ακόμη. Αλλά αυτά, όπως λέγεται, είναι μια άλλη ιστορία.
 Ευτυχώς που πρόλαβαν να αφήσουν πίσω τους το “All Those Wasted Years”, τη ζωντανή απόδειξη του πόσο δυνατοί ήταν επί σκηνής. Σπανιότατο για χρόνια να το βρεις σε βινύλιο, σχεδόν αθέατο μέχρι την εποχή των remastered cd –και παντελώς ανεκθείαστο– στην Ελλάδα, είναι ένα live άλμπουμ που στέκεται άνετα πλάϊ σε ηφαίστεια ενέργειας της βινυλιακής εποχής όπως τα “Kick Out The Jams” (MC5), “It’s Alive” (Ramones), “Live” (Status Quo), “Stupidity” (Dr. Feelgood).
 Είναι να μην αρχίζει κανείς να υφαίνει τα sine qua non σκεπτικά στην ιστορία του ροκ.
Όμως μέσα απ’ αυτό το live (και το video), η ηχητική και η οπτική συνθήκη φωνάζει από χιλιόμετρα: αν δεν θα υπήρχαν οι Hanoi Rocks του ’83 δεν θα ακουγόταν ούτε θα έδειχνε έτσι η όλη σκηνή του L.A. των ‘80s, ούτε θα γνωρίζαμε ποτέ τους Guns N’ Roses το ‘88. Κι από κει και πέρα, δένει κανείς στην αλυσίδα ό,τι καταλαβαίνει.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου



Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

H.E.A.T.: ”Live in London”

Τα 2014 βρήκε τους σουηδούς μελωδικοροκάδες H.E.A.T. να
κυκλοφορούν την 4η ολοκληρωμένη προσπάθεια τους “Tearing Down The Walls” και να γίνεται δεκτή και πάλι με διθυράμβους!

 Όταν ξεκινούσαν στα 2008 με το ομώνυμο ντεμπούτο τους, όλοι μιλούσαν για την μεγαλύτερη ελπίδα στο μελωδικό ροκ κι όταν αποχώρησε η φωνάρα Kenny Leckremo (sorry guys, προσωπική εκτίμηση!), πολλοί θεώρησαν ότι έφτασε το άδοξο τέλος, όμως , η τύχη τους χαμογέλασε κι ανακάλυψαν στο πρόσωπο του Erik Gronwall ( νικητή του σουηδέζικου Idol ) τον ιδανικότερο αντικαταστάτη! Νεαρός, τσαμπουκαλεμένος, λατρεία του κοινού (ιδίως του γυναικείου…) με εξαιρετική φωνή περισσότερο hard rockάδικη και λιγότερο μελωδική   κατάφερε με το γκρουπ  να έχει δύο υπερεπιτυχημένες κυκλοφορίες και έτσι το Μάιο του 2014 στο Highbury Garage του Λονδίνου , μπροστά σε ένα αλαλάζον κοινό, ηχογράφησαν την εμφάνιση τους.
Ο ήχος δεν είναι τόσο καλογυαλισμένος κι αποδίδει καλύτερα όλην την ενεργητικότητα της μπάντας επί σκηνής , την απαράμιλλη μουσικότητα όλων , σε συνδυασμό και τις εκτενείς εισαγωγές κάθε τραγουδιού , ο δίσκος θα ικανοποιήσει με την αυθεντικότητα και την αίσθηση ενός επίσημου bootleg! Για μία ακόμη εμφάνιση δε , ο υπερκινητικός frontman Erik Gronwall κάνει το live  αυτό να ξεχωρίζει από άλλων συγκροτημάτων, που ακούγονται σα να είναι τραγούδια στο στούντιο με παρουσία κοινού, χάρη της αστείρευτης ζωντάνιας του που μπορούν οι Έλληνες φίλοι μας να τη διαβεβαιώσουν καθώς τους ενθουσίασε με την παρουσία του στο κύκνειο Firefest 2014.
Η συναυλία είναι μία μίξη από ύμνους , όπως τα εναρκτήρια  “Point Of No Return” και  “A Shot At Redemption”, ή τα περισσότερο  αλληλεπιδραστικά  “In And Out of Trouble” (με την συμμετοχή του Herman Li των  Dragonforce) και το  “Downtown”.
Επίσης , ύμνος που τραγουδά όλο το κοινό το  “Tearing Down The Walls”  ή το “Mannequin Show” , όπου το κοινό με την παρότρυνση του  Erik επιδίδεται σε  headbanging, για να ακολουθήσουν οι συνθέσεις που  παρουσιάζουν  την σκληρότερη εκδοχή της μπάντας , τα “Inferno” και  “Enemy In Me”.
Τα δύο τραγούδια των  encore είναι από την προηγούμενη κυκλοφορία τους το δίσκο  “Address The Nation” και είναι τα  “Breaking The Silence” και το  “Living On The Run”. Κατά τη γνώμη μου από τα περισσότερο εμπορικότερα ροκ τραγούδια της δεκαετίας!
Ο δίσκος δεν ολοκληρώνεται με το αγαπημένο του κοινού “Beg Beg Beg” (παιζόταν  μόνο στη Γιαπωνέζικη περιοδεία…)   όπως και το  “Danger Road”  που καταστράφηκε η παρουσίαση του από ένα δυσλειτουργικό  keyboard.
Βέβαια, η αγαπημένη μου  AOR περίοδος εκπροσωπείται από το αγαπημένο προσωπικά “1000 Miles” (που εξοβελίστηκε αργότερα από το σετ των συναυλιών αργότερα…)  και το εξαιρετικό  “Late Night Lady”!
Στην τελική ο δίσκος παρουσιάζει την τωρινή εικόνα της μπάντας: δυναμικό μελωδικό hard rock  και σίγουρα δεν απλά η μπάντα - ελπίδα της δεκαετίας των 00ς….είναι ΑΠΛΑ Η ΜΠΑΝΤΑ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΣΤΟ ΜΕΛΩΔΙΚΟ ΧΩΡΟ (κι ας λατρεύω τη φωνή του  Kenny Leckremo)!!!

 Νότης Γκιλλανίδης

Toto: “Toto XIV”



Υπάρχουν συγκροτήματα που όσο και αν τα πολέμησαν οι κριτικοί, εκείνα κατάφεραν όχι μόνο να επιβιώσουν για δεκαετίες αλλά ανάγκασαν να υποκλιθούν κάμποσοι “ειδήμονες” στο μεγαλείο τους.

Ο λόγος για τους θαυμάσιους ΤΟΤΟ όπου το ρητό “Πρώτα σε αγνοούν, μετά σε κοροϊδεύουν, μετά σε πολεμούν και στο τέλος τους νικάς” που έλεγε ο Γκάντι ταιριάζει απόλυτα στους διαχρονικά επικριτές τους.
Φυσικά δεν  πρόκειται να αποθεώσω τους αμερικανούς, με  βάση την εμπορική τους επιτυχία διότι ετούτη η μπάντα πρώτα από όλα έγραφε ΚΟΡΥΦΑΙΑ άσματα.
Ειδικά όσοι έχετε ακούσει τους πρώτους δίσκους θα καταλάβετε ότι έχω δίκιο και δεν θέλω να αναφερθώ στο γεγονός ότι έχουν πουλήσει εκατομμύρια δίσκους, έχουν σκαρφαλώσει στην κορυφή των τσαρτ (και στις δύο πλευρές του ατλαντικού) και έχουν κάνει δεκάδες sold out συναυλίες ώστε  να μην μείνω μόνο σε αυτό το επίπεδο σύγκρισης.
Ερχόμενοι τώρα  στη νέα δουλειά των ΤΟΤΟ που επιστρέφουν στη δισκογραφία μετά από εννιά χρόνια στουντιακής αποχής και αφήνοντας πίσω τους οριστικά το αρκετά progressive και αξιόλογο προηγούμενο δίσκο τους  “Falling In Between” έχουμε να επισημάνουμε τα εξής:
Το γκρουπ έχει πλέον  ως πυρήνα  τους  David Paich, Steve Lukather  και  Steve Porcaro αλλά και τον  παλιό τους τραγουδιστή Joseph Williams (ερμηνευτής στα άλμπουμ των Τοto, Fahrenheit και The Seventh One) ενώ στα τύμπανα συναντάμε τον πολύπειρο Keith Carlock.
Το ξεκίνημα του δίσκου γίνεται με το δυναμικό Running Out of Time” με την κιθάρα του Steve Lukather  να σηκώνει περήφανα ξανά τη σημαία των Toto και να μας προδιαθέτει θετικά για το τι θα ακούσουμε στη συνέχεια.
Ευτυχώς το Burn” που ακολουθεί αναδεικνύει την γοητευτική συνθετική έμπνευση του γκρουπ αφού περιέχει ένα «ογκώδες» μελωδικό ρεφρέν ενώ το Holy War” παρά τις έξυπνες ενορχηστρωτικές εξάρσεις του δεν ενθουσιάζει ιδιαίτερα.
Το  “21st Century” είναι ουσιαστικά  μία εξαιρετική και μοντέρνα blues σύνθεση όπου οι Toto επεμβαίνουν και  καταφέρνουν  να “κολλήσουν” σε αιώνιους κλασσικούς  ρυθμούς την μοναδική aor ευφυΐα τους.
Το Orphan” που ακολουθεί αποτελεί ακόμη μία εκπληκτική στιγμή του άλμπουμ ενώ οι πομπώδεις μελωδίες στο περίφημο και ανατριχιαστικό Unknown Soldier (for Jeffrey)”  είναι αξεπέραστες  και το κομμάτι λάμπει και στιχουργικά.
Η συνέχεια ανήκει στο The Little Things” που  είναι απλά αδιάφορο ενώ το “Chinatown” μας γυρνάει στις εποχές του “Rosanna” και του “Africa” και σίγουρα θα αγαπηθεί από τους οπαδούς με το πρώτο άκουσμα.
H μπαλάντα All The Tears That” ακολουθεί τις μελωδικές σταθερές του γκρουπ, όπως ανάλογα συμβαίνει και στο πανέμορφο  Fortune” ειδικά στο τομέα των δεύτερων φωνητικών.
Το Great Expectations”  ξεκινά σε απαλό μπητλικό ύφος και μετατρέπεται σε απίστευτο έπος, όπου κιθάρες, πλήκτρα, μελωδίες  ερμηνείες σμίγουν μαγικά και μας χαρίζουν μοναδικές στιγμές μουσικής ευδαιμονίας!!!
Τέλος στην γιαπωνέζικη έκδοση του άλμπουμ περιλαμβάνεται  τo  βελούδινο Bend” ως bonus track όπου ακούγεται με λίγες αποχρώσεις από Pink Floyd.
Συνοπτικά θα περιγράφαμε ότι η νέα στούντιο κυκλοφορία των ΤΟΤΟ, είναι ένας μικρός μουσικός  θησαυρός  με τρομερές μελωδικές εμπνεύσεις, όπου η απόκτησή του κρίνεται απαραίτητη  μιας και θα βρίσκεται σίγουρα σε πολλές λίστες με τα καλύτερα  άλμπουμ στα τέλη τούτης της χρονιάς.

Φώτης Μελέτης

 

 
 
 
 

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2015

FM : "Heroes and Villains"



Το "Heroes and Villains" είναι το πολυαναμενόμενο ένατο στούντιο άλμπουμ των FM, της θρυλικής αυτής μπάντας, το οποίο ακολουθεί τα επιτυχημένα Rockville άλμπουμ που κυκλοφόρησαν το 2013.



Οι FM όλα αυτά τα χρόνια, όλα αυτά τα τόσο επιτυχημένα χρόνια της καριέρας τους έχουν κυκλοφορήσει πολλά σπουδαία και αξιομνημόνευτα δισκάκια όπως τα "Tough It Out "και "Aphrodisiac" και περιόδευσαν σε όλο τον κόσμο με πολλούς καταξιωμένους καλλιτέχνες όπως η Tina Turner, Meat Loaf, ο Gary Moore, οι Status Quo και με τους μεγάλους Bon Jovi στην περιοδεία του “Slippery When Wet ".
Το 2010, το "Metropolis" ήταν γεγονός και οι FM περιόδευσαν εκτενώς με μπάντες όπως οι Thin Lizzy, Foreigner και Europe και συμμετείχαν σε διάφορα φεστιβάλ.
Το 2013, ήρθε η ώρα για δύο πραγματικά πολύ καλούς δίσκους, τα Rockville Ι και ΙΙ, για να έρθει το σήμερα και το νέο πόνημα της μπάντας με τίτλο "Heroes and Villains".
Οι FM λοιπόν με αυτό το νέο άλμπουμ έρχονται με φόρα και αρκετή έμπνευση για να μας προσφέρουν ακόμη ένα διαμαντάκι που στέκεται επάξια δίπλα στους παλιούς τους κλασσικούς πλέον δίσκους.
Το δυνατό τους χαρτί είναι για ακόμη μια φορά ο Steve Overland, ο οποίος "γεμίζει" κάθε τραγούδι με τις υπέροχες του ερμηνείες. "Digging Up The Dirt" για αρχή και προσωπικά το συγκεκριμένο τραγούδι είναι από τις καλύτερες στιγμές του δίσκου .
Στη συνέχεια, το "You're The Best Thing About Me" είναι ένας μελωδικός ροκ δυναμίτης που σε στέλνει πίσω στα τέλη των 80’s με την Def Lepard-ish αισθητική του. Τα "Life Is A Highway" και "Fire And Rain" κινούνται σε πιο hard rock φόρμες ενώ με το "Incredible" έχουμε να κάνουμε με την πρώτη μπαλάντα του δίσκου.
Τυπικό FM αργό κομμάτι με τν απαραίτητη έκρηξη και περιλαμβάνει μια απίστευτη (θυμίζει πάλι Def Leppard) μελωδία, ωραίες αρμονίες και υπέροχες ερμηνείες από τον Overland. Up-tempo ρυθμοί και πάλι με την εξαιρετικά πιασάρικη μελωδία του "Call On Me" (ακόμη ένα highlight) για να ακούσουμε και κάτι πιο ‘heavy’ με το δυνατό "Big Brother".
Πιστεύω πως αποτύπωσα τα με τον καλύτερο τρόπο τις εντυπώσεις μου από το νέο πόνημα αυτής της πραγματικά θρυλικής μπάντας!
Οι FM επέστρεψαν δριμύτεροι με ένα εντυπωσιακό άλμπουμ που συνδυάζει άψογα το τότε με το τώρα και το αποτέλεσμα είναι σχεδόν τέλειο!!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015

Nightwish: "Endless Forms Most Beautiful"



Επιστροφή μετά από τέσσερα χρόνια δισκογραφικής αποχής για
τους Nightwish. Έχοντας πλέον ξεπεράσει το εμπόδιο, τα θέματα που δημιούργησε η Annete Olzon αλλά και το πρόβλημα της τραγουδίστριας του σχήματος, το οποίο φαίνεται πως λύθηκε (τελείως; προσωρινά;) με την έλευση της ολλανδέζας Floor Jansen (Ex After Forever) δίνοντας κάποιες συναυλίες και κυκλοφορόντας ήδη ένα live album (Showtime, Storytime 2013), ήρθε η ώρα να δούμε τι γίνεται και από πλευρά στούντιο.

Ednless Forms Most Beautiful τιτλοφορείται το νέο τους πόνημα και στόχος τους είναι να δημιουργήσουν ένα νέο φάσμα οπαδών προσπαθώντας παράλληλα να κερδίσουν το χαμένο έδαφος από τις προηγούμενες πληγές τους. Για αυτόν τον λόγο τα μέλη του σχήματος αυξάνονται κατά ένα με τον Troy Donockley να αναλαμβάνει και επίσημα χρέη uilleann pipes, bodhrán, flute, tin whistle, backing vocals. Αυτό που δεν ξέρουμε ακόμα όμως είναι τι γίνεται με την θέση του ντράμερ η οποία χήρεψε όταν ο Jukka Nevalainen εγκατέλειψε την μπάντα το 2014. Την θέση του πήρε ο Kai Hahto τόσο για τις ζωντανές εμφανίσεις αλλά και στον νέο δίσκο, χωρίς όμως να έχει παρουσιαστεί επίσημα σαν το νεότερο μέλος τους, ενώ αναφέρεται και σαν επιπρόσθετος μουσικός. Στην επίσημη σελίδας τους πάντως σαν ντράμερ, αναφέρεται ακόμα ο Jukka.
Στον δίσκο αυτό, συμμετέχουν και οι Richard Dawkins που κάνει τα narrations, ο Pip Williams στα orchestral arrangements και οι Metro Voices τα choir.
Στο σύνολο του, θα συναντήσουμε έντεκα συνθέσεις με την διάρκειά τους να αγγίζουν συνολικά τα 80 λεπτά περίπου. Το ύφος που τους είχαμε μάθει τόσα χρόνια, εξακολουθεί να υπάρχει και η σπίθα δεν έσβησε. Αντίθετα, αυξήθηκαν τα συμφωνικά στοιχεία και τα κέλτικα, αντλώντας χώρο από τα πλήκτρα, όπως και τα κινηματογραφικά στοιχεία. Αυτό που φαίνεται πως έχει χαθεί καθώς για τρίτη συνεχόμενη δουλειά τους απουσιάζει από άλμπουμ τους, είναι τα οπερετικά φωνητικά. Αυτό είναι το ένα κομμάτι σε συνδυασμό με την προηγούμενη αναφορά που αγάπησα στους Nightwish και η αλήθεια είναι πως με χαλάει όταν τους έχω μάθει έτσι, να συνεχίζουν την στροφή που κάνανε μετά τον διωγμό της Tarja.
Στο στούντιο, όλα είναι δυνατά και τις δυνατότητες της Floor, αν μη τι άλλο τις γνωρίζουμε πολύ καλά τόσο από το προηγούμενο σχήμα της όσο και από τις εμφανίσεις της με τους Nightwish. Δεν είμαι φαν της Olzon, ούτε υπήρξα ποτέ, όμως εδώ δεν βρίσκω κάποια διαφορά με εκείνη όσον αφορά το στούντιο κομμάτι της υπόθεσης. Στέκεται πολύ καλά, στερούμενη όμως το να τραγουδήσει σαν σοπράνο για άγνωστους λόγους.
Κάτι που έκανε και η προκάτοχός της, άσχετα με το αν δεν το κατείχε το άθλημα έτσι και αλλιώς. Έχοντας σαν βάσει αυτά τα δεδομένα, φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι η Tarja έφυγε επειδή ήθελαν (-ε) να κάνουν στροφή στον πιο “pop rock” ήχο και προφανώς να παραγκωνίσουν τα οπερετικά φωνητικά.
Για αυτό επέλεξαν και την Olzon να την αντικαταστήσει. Τα συμπεράσματα δικά σας.. Κάπως έτσι επομένως, φτάσαμε στο σήμερα με τα φωνητικά να αλλάζουν κατεύθυνση, θέλοντας κάποιον να μπορεί να ερμηνεύσει τις παλαιότερες συνθέσεις αλλά να ανταπεξέρχεται στο ύφος που επέλεξαν πλέον να κινηθούν.
Η στροφή αυτή τους φέρνει πιο κοντά σε αυτό που πρεσβεύουν οι Avantasia, παρά αυτό που είχαν στο ξεκίνημά τους. Το νόμισμα όμως έχει πάντα δύο όψεις και συνεχίζουν να ρισκάρουν. Το αν θα τους βγει, θα το δείξει ο χρόνος.
Οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες μιας και μιλάμε για το ίδιο σχήμα και ο ρόλος της Jansen ακόμα πιο δύσκολος. Καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να ανταπεξέλθει. Το θέμα είναι τα καταφέρνει; Η απάντηση είναι πως ναι, τα πάει μια χαρά. Είναι πολύ καλύτερη από την Olzon αλλά όχι καλύτερη από την Tarja.
Στις συναυλίες ακούγεται σουπερ και εδώ έρχεται το μεγάλο ερώτημα πως είναι στο στούντιο; Και εκεί, ακούγεται μια χαρά και τα πάει περίφημα. Σχεδόν όλα τα στοιχεία - πλην των φωνητικών - που αγαπήσαμε είναι ακόμα εδώ και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από τα νέα τραγούδια τους.
Το πάντρεμα τους, οδηγεί σε έναν γάμο After Forever με Nightwish και είναι λίγο δύσκολο από την μια όταν τους έχεις μάθει αλλιώς να τους αποδεχτείς έτσι. Και η ζυγαριά τελικά, γέρνει στο να ακούγονται σαν After Forever με την προσθήκη του Tuomas παρά σαν Nightwish. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι που χρεώνεται η ίδια.
Επικεντρωμένοι πλέον σε αυτό το ύφος θα δούμε μέσα από τις νέες συνθέσεις πως κάποια τραγούδια θέλανε οπερετικά φωνητικά, όπως το ομώνυμο για να αναδειχτούν στο έπακρο. Και αυτό είναι καθαρά επιλογή του Μαέστρου Holopainen για δικούς του λόγους.
Κατά την ακρόαση του, φτάνουμε στο τελευταίο τραγούδι που διαρκεί 24 λεπτά και είναι η μεγαλύτερη σύνθεση τους έως τώρα. Ένα πολύ όμορφο μακροσκελές τραγούδι με πολλά συμφωνικά, κινηματογραφικά και  κέλτικα στοιχεία. Άνετα θα μπορούσε να γίνει ταινία μικρού μήκους.
Δύσπεπτο και κουραστικό στο άκουσμα του γιατί είναι πολλά αυτά που χρειάζεται να κατανοήσει ο ακροατής αλλά μαγευτικό από την άλλη, το οποίο απαιτεί πολλαπλές ακροάσεις για να μπορέσει κάποιος να βγάλει σίγουρο συμπέρασμα
. Επίσης, έτσι όπως είναι δομημένο, τα οπερετικά φωνητικά διεκδικούσαν επάξια την θέση τους γιατί είναι οι “Nightwish και όμως ούτε εδώ το συναντήσαμε αυτό.
Ερχόμαστε τώρα στο τελικό αποτέλεσμα.  Το Endless Forms Most Beautiful, είναι ότι καλύτερο έχουν παρουσιάσει μετά την εποχή της Tarja στα φωνητικά. Όχι, δεν είναι το καλύτερο της καριέρας τους, αυτό είναι το Once με τεράστια διαφορά. Σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας εποχής για τους Nightwish, γκρεμίζοντας τις ελπίδες μας να τους δούμε στο παλιό ύφος με εκείνα τα φοβερά φωνητικά.
Το θέμα είναι αν ο ακροατής επιθυμεί να ακούσει τους After Forever με την προσθήκη του Tuomas σαν συμπρωταγωνιστή κι να αποδεχτεί ότι αυτό είναι πλέον οι Nightwish γιατί έτσι επέλεξε ο Tuomas ή θα πει εντάξει, είναι τόσες μπάντες που κάνουν το ίδιο πράγμα με αυτούς, οι Nightwish διαφέρανε σε αυτό, τώρα που κάνανε αυτή την στροφή δεν διαφέρουν από τις άλλες, so what?
Και τι είναι αυτό που τελικά θέλει ο Tuomas;; Να ηγηθεί της  Ά εθνικής ή να παίξει ποδόσφαιρο σε ομάδα β κατηγορίας κρατώντας χαμηλούς τόνους;
Το άλμπουμ αξίζει την προσοχή σας και έχει γίνει πραγματικά φοβερή δουλειά, όχι όμως για να κυκλοφορήσει κάτω από την ταμπέλα Nightwishγια τους λόγους που προανέφερα και αυτήν την φορά, δεν ευθύνεται η τραγουδίστρια.. No more excuses Tuomas.

Γιώργος Βαλιμίτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...