Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Cats In Space: "Too Many Gods"

Με τέτοιο όνομα στα όρια μεταξύ ακραιφνώς γελοίου και απλώς
ανέμπνευστου, μόνο στη σημερινή αφασική εποχή μπορεί να εμφανιστεί συγκρότημα. Πρόκειται άραγε για φάρσα ή γκρουπ - παρωδία; Κάθε άλλο.


Αν δει κανείς ποιοί το απαρτίζουν, τότε θα καταλάβει ότι έχουμε να κάνουμε με ένα εντελώς παλιομοδίτικο A.O.R. (pomp /soft rock, αν θέλουμε να κάνουμε κατάχρηση των υπο-κατηγοριών) άκουσμα που μας πάει πίσω στις ανύποπτες μέρες της περιόδου '79-'81, όταν τα δυσθεώρητου ύψους hooks, οι ποπ μελωδίες οι συνδυασμένες με ακριβή κιθαριστικά σόλο και η ανάγκη να σηκωθεί κανείς στην πίστα μαζί με το παρεπιδημούν στην ντίσκο κυρίζι (και την ομορφοντυμένη μη μου άπτου συνοδό του μαζί) δεν ήταν αμαρτία. 
Οι κάτω από 35, δύσκολα θα πιάσουν το αστείο, εκτός αν μεγάλωσαν ακούγοντας το "Discovery" από κανέναν θείο τους. 10cc, ElectricLight Orchestra (με μικρή όμως δόση από τη συμφωνική τους υπερβολή), πρώϊμοι Queen, Chicago, REO Speedwagon, Player καιForeigner είναι τα ονόματα που ανακινεί η παραγωγή αυτή. Πολλοί «θεοί» μαζεμένοι, indeed.
Ο Mick Wilson (μουσικός και παραγωγός, που έχει παίξει και συνθέσει με Lionel Ritchie, Cher, Alice Cooper, Alison Moyet, Chris Rea, Donny Osmond, Robin Gibb, Cliff Richard, K.L.F.) και ο Greg Hart (με μικρώτερο, αλλά σημαντικό παλμαρέ στους Moritz) είναι οι συνθέτες όλου του υλικού, το οποίο κατέληξαν να φτιάξουν από καθαρή αγάπη για τα συγκροτήματα των '70s που έδιναν έμφαση στην τραγουδοποιία.

Ευκολοάκουστοι, ρυθμικοί και ιδιαίτερα φιλικοί σε όσους μεγάλωσαν με A.O.R., οι Cats In Space φτιάχνουν ένα άλμπουμ προορισμένο να κατοικοεδρεύσει στο μυαλό όσων αγαπούν τα καθιερωμένα ονόματα αυτού του χώρου. Τα "Last Man Standing", "Only In Vegas", "The Greatest Story Never Told", "Stop" και "Too Many Gods", είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα. Τα κάπως πιο βαριά ριφ υπάρχουν και αυτά, στα "Too Many Gods" και "Unfinished Symphony".
Κύριο συστατικό οι πολυεπίπεδες αρμονίες, τα με συμφωνικό υπόβαθρο πλήκτρα και οι μελωδίες που ρέουν. Δουλεμένες με λεπτομέρεια, εκτεταμένες και «ανεβαστικές».

Ήχος ευρύς, απ΄αυτόν που κάποτε γέμιζε τα ραδιοκύματα και ένωνε ροκ και ποπ οπαδούς μπροστά από το στέρεο, υποχρεώνοντάς τους να παραδεχτούν ότι ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες  προτιμήσεις τους, αυτό που ακούνε είναι «καλή μουσική».
Το συγκρότημα αποτελείται από τους GREG HART (κιθάρες, φωνητικά, συνθεσάϊζερ), PAUL MANZI (Φωνή), STEEVI BACON (Τύμπανα, κρουστά), DEAN HOWARD (κιθάρα), JEFF BROWN (μπάσο, φωνητικά) και ANDY STEWART (πιάνο, συνθεσάϊζερ, wurlitzer). Μια μακράλίστα από guest τους συνοδεύει και περιλαμβάνει τον MICK WILSON (φωνητικά, δεύτερα φωνητικά, πλήκτρα), ANDY SCOTT (των Sweetσε κιθάρες, φωνητικά), JANEY BOMBSHELL (δεύτερα φωνητικά), GREG CAMBURN (σαξόφωνο) και MIKE MORAN (ενορχηστρωτής, πιάνο,όργανο).

Υπενθυμίζουμε : Αν θέλει κανείς να γυρίσει τη χρονομηχανή κάπου μεταξύ '79 - '81 και να μείνει εκεί, ιδανικό.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

David Bowie: “David Live”


Στα τέλη του Οκτωβρίου του 1974, κυκλοφόρησε το πρώτο
ζωντανά ηχογραφημένο διπλό άλμπουμ του πιο ταλαντούχου και ξεχωριστού καλλιτέχνη στην ιστορία της ποπ-ροκ μουσικής, του David Bowie.

Εδώ o David Bowie κλείνει την εποχή του Ziggy και του glam  και βάζει νέους συνθετικούς και ενορχηστρωτικούς  κανόνες στα κομμάτια ενώ οι ηχογραφήσεις προέρχονται από την αμερικάνικη περιοδεία που έκανε  το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς.
Στο διπλό live άλμπουμ δεν υπάρχουν «πειραγμένα μέρη», αντιθέτως συναντάμε φοβερές ερμηνείες, του  “μουσικού χαμαιλέοντα”  και σε μερικά κομμάτια είναι καλύτερες και από τις αρχικές στούντιο εκτελέσεις όπως συμβαίνει με τα “Moonage Daydream” και το “1984”.
Μεγάλη η συμβολή στο να αγαπηθεί ο συγκεκριμένος δίσκος είναι  το σαξόφωνο του David Sanborn  που  οδηγεί σε πολλά σημεία τα τραγούδια του διπλού άλμπουμ σε εκτελεστικές ακροβασίες αλλά και σε τραγουδιστικά ξεσπάσματα ενώ η δυναμική funky-soul διάθεση είναι αποκλειστικά έργο δικό του.
Θαυμάσια η διασκευή στο κλασικό "Knock on Wood" του Eddie Floyd που επιβεβαιώνει τη "διασκεδαστική" λογική του live και εξίσου εξαιρετική διασκευή είναι και το "All the Young Dudes" των Mott the Hoople.
Τα κιθαριστικά όργια του Earl Slick στην πρώτη ουσιαστικά παρουσία του είναι μοναδικά και εκπληκτικά  ειδικά στο  Sweet Thing (Sweet Thing / Candidate / Sweet Thing”.
Σημαντική και η εκτελεστική δεινότητα του οργανίστα  Michael Kamen που αναδεικνύει με τις εμπνεύσεις και το παίξιμο του στα πλήκτρα κι άλλο τις συνθέσεις ενώ η ενέργεια του ντράμερ Tony Newman και του μπασίστα Herbie Flowers απλά βάζουν το κερασάκι στη τούρτα.
Τα  Rebel Rebel” και "The Jean Genie"  διατηρούν την ροκ άποψη του Bowie σε σταθερή βάση ενώ συγκινούν η σπαρακτική ερμηνεία του “Rock 'n' Roll With Me” και η ανατριχιαστική απόδοση του “Space Oddity”.
Mε αυτή την live κυκλοφορία ο Bowie (επανεκδόθηκε το 1990 και το 2005) βάζει τέλος σε μία παραγωγική εποχή για τον ίδιο και ξεκινά την επόμενη χρονιά ένα νέο κύκλο δημιουργίας όπου οι αμφισβητήσεις και η αποθέωση των κριτικών δεν έχουν τελειωμό.


Side one
1. "1984" 2. "Rebel Rebel" 3. "Moonage Daydream" 4. "Sweet Thing I. "Sweet Thing" II. "Candidate" III. "Sweet Thing (Reprise)""
Side two
5. "Changes" 6. "Suffragette City" 7. "Aladdin Sane (1913-1938-197?)" 8. "All the Young Dudes" (originally by Mott the Hoople) 9. "Cracked Actor"
Side three
10. "Rock 'n' Roll with Me" Bowie, Warren Peace (for the music) 11. "Watch That Man" 12. "Knock on Wood" (originally by Eddie Floyd) Eddie Floyd, Steve Cropper 3:08 13. "Diamond Dogs"
Side four No.
14. "Big Brother I. "Big Brother" II. "Chant of the Ever-Circling Skeletal Family"" 15. "The Width of a Circle" 16. "The Jean Genie" 17. "Rock 'n' Roll Suicide"


Φώτης Μελέτης

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

Magnus Karlsson’s Free Fall: "Kingdom Of Rock"

Ένα από τα πιο ‘hot’ ονόματα τα τελευταία χρόνια στην μελωδική
metal σκηνή είναι χωρίς καμία αμφιβολία ο Magnus Karlsson. Είτε ως κιθαρίστας, συνθέτης, παραγωγός είναι υπεύθυνος για πολλά εκπληκτικά project/μπάντες (ALLEN / LANDE, Starbreaker, BOB Catley, Kiske / SOMERVILLE και πολλά άλλα) στα οποία έβαλε την πινελιά του και έχουν γίνει ήδη κλασσικά.

Το 2008 συμμετείχε με τους Primal Fear και μαζί περιόδευσαν ανα τον κόσμο και ηχογράφησαν δύο επιτυχημένα άλμπουμ.
Το 2013, το ντεμπούτο άλμπουμ του Magnus Karlsson κυκλοφόρησε και ήταν ένα πολύ δυνατό δείγμα καλοπαιγμένου μελωδικού metal που περιλάμβανε μια πραγματικά εντυπωσιακή λίστα guest μουσικών.
Σήμερα, ο καλλιτέχνης επιστρέφει με το δεύτερο του πόνημα και για άλλη μια φορά καταφέρνει να συγκεντρώσει κάποιους αναγνωρισμένους μουσικούς κάνοντας το τελικό αποτέλεσμα εξαιρετικό.
Οι Tony Harnell (Skid Row, TNT, Starbreaker), RICK Altzi (Masterplan, At Vance), DAVID Readman (Pink Cream 69, βουντού Circle), JORN LANDE, JAKOB SAMUEL (The Poodles), Joe Lynn Turner (Rainbow, Malmsteen, οι Deep Purple), Tony Martin (Black Sabbath), HARRY HESS (Harem Scarem) και REBECCA DE LA MOTTE πλαισιώνουν τον Magnus και ο καθένας δίνει το προσωπικό του στίγμα.
Το νέο άλμπουμ ξεκινάει με το "Kingdom Of Rock". Ένα τραγούδι που ερμηνεύει ο Jorn και συγκαταλέγεται στα highlight του δίσκου. Δυνατό και μελωδικό με την φωνή του Jorn να οργιάζει το "Kingdom Of Rock" είναι το τέλειο ορεκτικό για το τι ακολουθεί στην συνέχεια. Στο "Out Of The Dark", ο Jakob Samuel, των The Poodles, μας προσφέρει απλόχερα ακόμη μια μοναδική ερμηνεία ενώ τα κιθαριστικά μέρη του Karlsson εντυπωσιάζουν.
Τον θρυλικό Joe Lynn Turner συναντάμε στο πολύ καλό "No Control" ενώ με το πιασάρικο "Angel Of The Night" (D. Readman) έχουμε το απαραίτητο hit-άκι του άλμπουμ. Όπως και στο ντεμπούτο έτσι και τώρα, ο Magnus αναλαμβάνει δράση, σε ότι αφορά τα φωνητικά, και μας παρουσιάζει το μελωδικότατο "I'm Coming For You".
Και φτάνει η στιγμή που κάνει την εμφάνιση του ο Tony Harnell με το "Never Look Away".
Η ένταση δυναμώνει, και ο μοναδικός αυτός front-man δικαιώνει για άλλη μια φόρα το πόσο χαρισματικός είναι σε αυτό το TNT/Starbreaker/80’s άσμα!
Στο "A Heart So Cold" ο Harry Hess με την ιδιαίτερη χροιά της φωνής του μας χαρίζει ακόμη ένα highlight.
Εν κατακλείδι το "Kingdom Of Rock" είναι ένας "μεγάλος" δίσκος που πέρα από το αστείρευτο ταλέντο του MAGNUS KARLSSON περιλαμβάνει μια εντυπωσιακή λίστα guest μουσικών, δυνατές ενορχηστρώσεις, πολύ καλή παραγωγή και  εκπληκτικά τραγούδια!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

Leslie West: "Soundcheck"


Το γέρικο σκυλί του ροκ ν΄ρολ, ακόμη και μ΄ένα πόδι λιγώτερο εδώ
και 4 χρόνια - αθέλητη κληρονομιά από' να ύπουλο ζάχαρο gone very very bad- στα 70 κλεισμένα σήμερα, κυκλοφορεί το 16ο σόλο άλμπουμ του.

Κι από το εναρκτήριο, αυτοβιογραφικό "Left In The Roadside To Die", αφήνει τον πόνο των blues να ξεχυθεί πάνω σε κάτι παραπλανητικά sequencer, σα να καγχάζει τη σύγχρονη εποχή, πριν πιάσει ένα δαιμονισμένο slide.
Γιατί αυτός είναι, όπως ήταν πάντα, ο Leslie West.
Δεν τον γονάτισαν τα γυρίσματα των εποχών, ούτε οι σκληρότυχες διαθέσεις της μοίρας, που πάντα ξεσπούσαν στην καρριέρα του.

Έχασε από καραμπόλα τη συμπερίληψη σ΄έναν διπλό δίσκο και μια ταινία με ασήμαντη επιρροή και τίτλο "Woodstock", έχασε τον μπασίστα του δύο φορές, την πρώτη το '72, πάνω που ήταν έτοιμος με τους Mountain να αναγνωριστεί σαν το μοναδικό επιβιώσαν των '60s κιθαριστικό τρίο, και μια δεύτερη to '83, όταν η ηλίθια, ζηλόφθων και ατάλαντη (πλην δυό - τριών εξωφύλλων επί των οποίων κάθε μαστουρωμένος θα είχε εδράσει δικαίωμα στην αιωνιότητα) γυναίκα του Felix Papalardi, τον πυροβόλησε στο λαιμό. Σα να μην έφταναν όλα αυτά, έχασε μία - δύο δεκαετίες, προσπαθώντας να βρει σταθερό σχήμα και βλέποντας τον εαυτό του ως μόνιμο επιλαχόντα του Meat Loaf για τη θέση του διασημότερου χοντρού στις τάξεις του ροκ. Παρ΄όλα αυτά, δεν σταμάτησε να παίζει.
Όρθιος με την
Les Paul σε μικρά και μεσαία πάλκα, με τα κιλά του να αυξομειώνονται, τα μαλλιά να φθίνουν και να ασπρίζουν και την ψυχή του λευκού blues αδιαπραγμάτευτη. Ούτε ο ακροτηριασμός τον σταμάτησε. Ήταν πίσω στη σκηνή μετά από ελάχιστο χρόνο, καθιστός αυτή τη φορά.
Ο δίσκος λέγεται "Soundcheck" γιατί είναι ακριβώς σα να παίζει ο πρωτομάστορας, σε ένα διάλειμμα για πάρτη του, μετά από 50 σχεδόν χρόνια στη δουλειά. Παίζει απροσχημάτιστα, ό,τι γουστάρει, όπως θέλει ο ίδιος να τ΄ακούει. Για να εμβαθύνει  μάλιστα την απόλαυση επιλέγει μερικές προαιώνιες διασκευές, στις οποίες δίνει μια προσωπική βωματική εκδοχή και προσκαλεί μερικούς «άσημους» φίλους του. Brian May, Bonnie Bramlett και Bobby Whitlock στο "Going Down", Peter Frampton στο "You Are My Sunshine" (σε μια ψυχεδελική blues εκτέλεση από έγκατα ψυχής), Max Middleton στο πιάνο και ως αποκορύφωμα, ο μακαρίτης Jack Bruce κάνει κι αυτός σινιάλο απ΄τον άλλο κόσμο, σε μια κοχονάτη live εκτέλεση του"Spoonful", ηλικίας 27 ετών.
Ο West προσφέρει αβίαστο, ξένο προς την ηλικία του, fuzz στο "Here To Party", blues ευαισθησία στο "One More Reason", δεξιοτεχνία στο instrumental "A Stern Warning" και πλούσιο συναίσθημα σε μια χωρίς λόγια εκτέλεση του "Eleanor Rigby", στο "Stand By Me" (ντουέτο με γυναικεία φωνητικά) και το "People Get Ready" το οποίο ερμηνεύει με ευλάβεια, σαν προσευχή.
Η μουσική και οι μουσικοί μπορούν να δώσουν, αραιά και πού, παραδείγματα ζωής.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Bad Company: “Bad Company”


Μετά την οριστική διάλυση των θρυλικών FREE , στις αρχές του,
δύο πρώην μέλη τους, το 1973, o τραγουδιστής Paul Rodgers και ο ντράμερ Simon Kirke με την προσθήκη του κιθαρίστα των Mott the Hoople, Mick Ralphs και τον μπασίστα Boz Burrell ( King Crimson) και την βοήθεια του δαιμόνιου μάνατζερ Peter Grant (Led Zeppelin) ιδρύουν τους Bad Company.

 Oυσιαστικά είναι ένα  σούπερ γκρουπ με σχετικά έμπειρους και πετυχημένους  τριαντάρηδές μουσικούς ενώ το γεγονός ότι τους καθοδηγεί ο μάνατζερ των Led Zeppelin και εκδίδουν από την εταιρίας του, το άλμπουμ τους από την Swan Song (αλλά και την Island) τους έδωσε το διαβατήριο για την επιτυχία.
Οι φήμες για την επιλογή του ονόματος ανέφεραν ότι ο P.Rodgers ήταν γοητευμένος από την ομότιτλη ταινία που πρωταγωνιστούσε ο διάσημος ηθοποιός Jeff Bridges όμως ο ίδιος λίγα χρόνια αργότερα σε μία συνέντευξή του,  αποκάλυψε ότι προήλθε από ένα βιβλίο της βικτωριανής ηθικής και μία φωτογραφία που υπήρχε ενός αθώου παιδιού που κοιτούσε  ψηλά και την λεζάντα να γράφει το όνομα του συγκροτήματος.



To Νοέμβριο του 1973 το κουαρτέτο ξεκινά τις ηχογραφήσεις του ομότιτλου άλμπουμ, στα Headley Grange του Ronnie Lane's Mobile Studio το οποίο κυκλοφορεί τον Ιούνιο του 1974 σε μαύρο φόντο εξώφυλλο με τα λευκά γράμματα και τις παύλες να αποτυπώνουν το όνομα της μπάντας κατά το ήμισυ.
O δίσκος είναι ο απόλυτος ύμνος των seventies, όπου rock, blues, hard rock και boogie ρυθμοί δημιουργούν γερές δονήσεις με τις συγκινησιακές ερμηνείες να καθηλώνουν άπαντες.
Λιτές και εμπνευσμένες μελωδίες, παραδοσιακοί ροκ ρυθμοί παιγμένοι με πάθος και ένταση δίνοντας το στίγμα μιας ολόκληρης εποχής στο ομότιτλο άλμπουμ του βρετανικού κουαρτέτου.
Το άλμπουμ ξεκινά με το δυναμίτη "Can't Get Enough" και το δίδυμο Paul Rodgers και Mick Ralphs  αποδίδουν άψογα τον ρόλο τους.
Η συνέχεια ανήκει στο επιβλητικό "Rock Steady" με το στακάτο παίξιμο του Simon Kirke να δίνει το τόνο και το κιθαριστικό ριφ στην αρχή του τραγουδιού να μένει ανεξίτηλο στις μνήμες μας.
Ακολουθεί η μελαγχολική διασκευή και συνάμα υπέροχη  μπαλάντα "Ready for Love" (το είχαν πρωτοπαίξει οι Mott the Hoople στο άλμπουμ τους “All the Young Dudes” του 1972) ενώ το μπητλικό "Don't Let Me Down" είναι σε παραπλήσιο ύφος.
 Στη δεύτερη πλευρά του βινυλίου υπάρχει το ανατριχιαστικό ομότιτλο κομμάτι με τη φωνή του  Paul Rodgers συνοδευμένη από πιάνο (παίζει ο ίδιος)  με μία western διάθεση λόγω των στίχων κυρίως. Το ρεφρέν σε απογειώνει και αποτυπώνει  τον χαρακτήρα μιας ροκ γενιάς που μας χάρισε εκπληκτικά άλμπουμ.
To ήρεμο  "The Way I Choose"  προσθέτει άλλη μία ρομαντική και τρυφερή στιγμή στο δίσκο και ακολουθεί το "Movin' On" όπου στο τελευταίο λεπτό, η ροκ ορμή, γίνεται χείμαρρος αφού η κιθάρα του Mick Ralphs  έχει πάρει φωτιά και τα λαρύγγια του P. Rodgers έχουν βγει έξω.
Το κλείσιμο γίνεται με το  "Seagull" που έγραψε ο Paul Rodgers σε μία παραλία θυμίζοντας έντονα Free και την ερμηνεία του να δημιουργεί ρίγη ροκ ευδαιμονίας.
Το “Bad Company album”, έγινε πέντε φορές πλατινένιο με πάνω από δώδεκα εκατομμύρια πωλήσεις και έφτασε στη κορυφή των αμερικάνικων τσαρτ και στο νο 3 των βρετανικών.
Το έγκυρο περιοδικό Kerrang! το τοποθετεί στα "100 Greatest Heavy Metal Albums of All Time" και συγκεκριμένα στο νο 40.
Αντί επιλόγου και οποιαδήποτε άλλης κριτικής παρουσίας σε ένα σούπερ classic δίσκο νομίζω ότι ταιριάζουν οι στίχοι του “Rock Steady”.
“Well When I want to rock steady (yeah)
I know I got to get ready
Close my eyes and I let myself go
Listen to oh baby let the music flow”

Φώτης Μελέτης

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Def Leppard: "Def Leppard"

Δημόσια δηλώνω, ότι εάν οι Def Leppard σταματήσουν να
κυκλοφορούν καινούργιους δίσκους θα σημάνει το τέλος των προσωπικών μου αγορών δίσκων μουσικής!


Όταν στην αρχή των καταλυτικών '80ς η μπάντα και ο πανέξυπνος και ευρηματικός παραγωγός  Robert "Mutt" Lange πουλούσαν ένα "Έβερεστ" δίσκων κάνοντας το επονομαζόμενο  "pop-metal" μουσικό γένος λαμπερό, αξιάκουστα ιδιοφυές και δημοφιλές ειδικά στη νεολαία του κόσμου, ο Νότης δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση!
Το μοναδικό αριστούργημα  "
Hysteria" ήταν η κορυφή.
Η εμπορική επιτυχία της μπάντας συνεχίστηκε και μαζί της συνεχίστηκε η κερδοφόρα παραγωγική συνεργασία με τον "Μίδα της κονσόλας" Μ. Lange . Ακόμα και όταν αυτή τερματίστηκε και συνέχισαν να κυκλοφορούν μέτρια ή απλά καλά άλμπουμ οι αποθεωτικές περιοδείες ήταν αυτές που τους διατηρούσαν στην κορυφή!

Έχουν περάσει επτά ολόκληρα χρόνια από τη χρονιά που κυκλοφόρησαν ένα πραγματικά ενδιαφέροντα δίσκο, το "Songs From the Sparkle Lounge", το μουσικό τοπίο έχει αλλάξει πλέον.
Ο ομώνυμος δίσκος τους κυκλοφορεί από δική τους εταιρεία, καθώς η συνεργασία τους με την
Mercury Records τελείωσε και αυτή. Η νέα κυκλοφορία ανοίγει με το "Let's Go", με έντονο το αίσθημα του "Pour Some Sugar On Me" που δε μας χαλά διόλου.
Το "Dangerous" είναι η απάντηση στην απορία, εάν η μπάντα έχει ακόμη το αισθητήριο για τραγούδια-επιτυχίες, με μία σύνθεση από τη δυναμική παραγωγή ασμάτων για αρένες! Ανυπομονώ, να το ακούσω και να το ζήσω ζωντανά σε αρένα!

Η βαρβάτη μπασογραμμή στο  "Man Enough", χορεύει την σύνθεση, θυμίζει όμορφες στιγμές σε  disco  και αναβιώνει το αξέχαστο "Another One Bites The Dust"…των Queen  βέβαια.
Το Led Zep-ελινικό ψυχεδελικό  folk-blues "Battle of My Own" και η ακουστική μπαλάντα "Last Dance",  είναι κι αυτές πανέμορφες συνθέσεις

Το κιθαριστικότατο  "Sea of Love" θα μπορούσε να υπάρχει και στο εξαιρετικό  "Pyromania". Το "We Belong" που είναι η πρώτη μπαλάντα του δίσκου, μία σπουδαία σύνθεση, όπως μόνο οι Def Leppard μπορούν να δημιουργήσουν ενώ το  "Invincible" αποδεικνύει πόσο  παραγωγικά αόρατη μπορεί να  είναι και η μπάντα αυτή! Συμπεριλαμβανομένων και των ροκάδικων  "Sea Of Love" με ένα σπουδαίο ρεφραίν και το  " Broken N Brokenhearted",  αλλά και ο κλασικός ήχος του "Wings of an Angel". 14 σπουδαίες συνθέσεις υπάρχουν συνολικά στο δίσκο (ανάλογα ποια έκδοση έχετε).
 

Ακούγοντας το νέο λοιπόν δίσκο, καταθέτω πως παρατηρώ και ακούω, ότι τίποτε δεν άλλαξε! Το "Def Leppard" είναι ένας  Def Leppard δίσκος στον οποίο οι  Def Leppard ακούγονται ακριβώς ως Def Leppard! Δεν ακούγεται άσχημα καθώς είναι αυτό που θέλουν να ακούσουν οι οπαδοί της μπάντας!
Το θρυλικό σχήμα δημιουργεί το καλύτερο, βασιζόμενοι στις παραδοσιακές τους δυνάμεις χαροποιώντας τα αυτιά των οπαδών με το καλογυαλισμένο τους hard rock, τις μεγαλειώδεις κιθαριστικές ακροβασίες και τα πανέμορφα χορωδιακά φωνητικά τους!
Γιαυτό αγαπάμε και συστήνουμε ανεπιφύλακτα ΜΟΝΟ Def Leppard!

Νότης "Broke ‘N’ Brokenhearted" Γκιλλανίδης

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Riverside: "Love, Fear and the Time Machine"

Με το έκτο τους άλμπουμ οι Πολωνοί θεράποντες του progressive
βρίσκουν τη μουσική φλέβα από την οποία αναδεικνύεται επιτέλους η κλάση τους. Ένα όχι μόνον από τα καλύτερα φετινά άλμπουμ, αλλά και από τα σημαντικώτερα.

Τον τίτλο του «προοδευτικού» ροκ δεν αντέχεται πια να τον σφετερίζονται ακατάληπτα, χωρίς κατεύθυνση κουραστικά tracks από αποπροσανατολισμένα και με συμπλέγματα ωδείου σχήματα, αλλά μουσικοί που δουλεύουν για το μελωδικό τους όραμα με προσήλωση.
Με το άλμπουμ αυτό οι
Riverside κοιτάζουν στα μάτια τους Porcupine Tree και τους Tool και προσπερνούν σαν εγκλωβισμένα στο μποτιλιάρισμα της “progressive” εσωστρέφειας σχήματα όπως οι Anathema, Opeth και οι Katatonia.
Αφήνοντας πίσω τη βαρύτονη (πιο «μεταλ») πλευρά τους (που έφθασε στα όριά της με το προηγούμενο “Shrine of New Generation Slaves”), ανοίγονται σε πιο ευκρινείς δομές, με αποτέλεσμα το υλικό τους να ηχεί άμεσο όσο και  περισσότερο από ποτέ πριν αυθεντικό. Ο κύριος συνθέτης και τραγουδιστής τους Mariusz Duda προσεγγίζει το υλικό του χωρίς παρωπίδες και με καθαρώτερο ήχο στο μπάσο (όπως εξηγεί σε πρόσφατες συνεντεύξεις, επιδίωξή του ήταν ένας πιο “80s” ήχος).
Οι κιθάρες του Piotr Grudziński, ενώ παραμένουν το κύριο όχημα, δυναμώνουν μόνον όταν το απαιτεί το κομμάτι, με τα πλούσια πλήκτρα του Michał Łapaj να είναι ο πανταχού αντιληπτός συνεκτικός ιστός.
Το αποτέλεσμα είναι ένα ακρόαμα περιπετειώδες, αλλά απόλυτα νοήμoν.
Ένα ηχητικό ταξίδι σκηνοθετημένο με σκοπό, χωρίς πλαδαρά οργανικά ξοδέματα, γι΄αυτό και ελκυστικό προς ευρύτατη γκάμα ροκ κοινού (ακόμη και μη ροκ κοινού, θα τολμούσε να πει κανείς).
Τα φωνητικά του
Duda, πάντα στο μεταίχμιο μελαγχολίας και ονειροπόλησης, οδηγούν τον ακροατή με ασφάλεια στην περιδίνηση των τριών θεμάτων του τίτλου (Έρωτας, Φόβος και η Χρονομηχανή), καθώς ακούγεται πότε σαν ένας νεώτερος Martin Turner, πότε σαν διαλογιζόμενος Maynard Keenan και σε σημεία σαν ένας προγειωμένος μιμητής του Robert Smith.
Καθένα από τα 10 κομμάτια διαθέτει προσωπικότητα. Από το εναρκτήριο, απευθείας επιδραστικό στις αισθήσεις Lost (Why Should I Be Frightened By A Hat?)” μέχρι το λυτρωτικό εξόδιο του Found (The Unexpected Flaw Of Searching)” (με το ρεφραίν “It’s a lovely life”) ξετυλίγεται μια σειρά από ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες ιδέες, με στίχο που απαιτώντας προσέγγιση, εμπλέκει στο κλίμα του δίσκου, με τον τρόπο που το πράττουν τα κλασσικά άλμπουμ μεγάλων συγκροτημάτων.
Το δυνατό
Under the Pillow”, τα γεμάτα αναδυόμενες αλλαγές διάθεσης “Caterpillar and the Barbed Wire”, Towards the Blue Horizon” και “Discard Your Fear” (το τελευταίο το πλέον χαρακτηριστικό του όλου υλικού),  υπνωτιστικό Afloat, το ημι- ψυχεδελικό Time Travellers (“Let’s go back to the world, now it’s 30 years ago, let’s believe that this is our time”) και το «μπορείτε να πέσετε για ύπνο και δεν θα μας λείψετε κύριοι Dream Theater”» “Saturate Me”.
Ανοίξτε το πορτάκι του στέρεο (για χρονομηχανή δεν ξέρω αν σας βρίσκεται πρόχειρη) και χαθείτε άφοβα.

 Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Stryper: "Fallen"


Είναι παρατηρημένο, ότι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ρόκερ είναι
άκρως παραγωγικοί…εντάξει, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Αυτοί που σίγουρα δεν ανήκουν στις εξαιρέσεις είναι οι Stryper.

Στην πραγματικότητα οι δίσκοι τους, στα '80ς και τα πρώιμα  '90ς αλλά και αυτά που κυκλοφόρησαν μετά την επανασύνδεση τους στα 2003, θα έμπαιναν άνετα σε μία χωροχρονοκάψουλα για να αποτελέσουν δείγμα συνδυασμένης μουσικότητας και στίχων .
Και για να μην επικεντρώσουμε την παρουσίαση στις μελιστάλαχτες, δακρύβρεχτες μπαλάντες της μπάντας, ο Michael Sweet και οι συνοδοιπόροι του στο δρόμο του Θεού…εεε στο δρόμο της μουσικής ήθελα να γράψω, μεγαλουργούν και πάλι με ένα δίσκο αντάξιο του μακρύτατου καταλόγου τους στο χώρο του χριστιανικού και όχι μόνο hard rock και heavy metal.
Ο δίσκος ξεκινά με μία καταπληκτική σύνθεση που τραντάζει τα ηχεία. Το "Yahweh", είναι μία από τις καλύτερες συνθέσεις της μπάντας!
Τα έχει όλα! Πρόκειται για μία συναρπαστική ψευδο-progressive σύνθεση, με ένα επικοχωροδιακό ξεκίνημα, που ξετυλίγεται για να καταλήξει σε ένα αφιονισμένο '80ς μεταλλικό μέρος, διανθισμένο με τα απίστευτα φωνητικά του Michael Sweet και ένα μαστορικό blues-ιντερλούδιο που καταλήγει με ένα φινετσάτο χορωδιακό κλείσιμο της σύνθεσης.
Ανεβάζοντας την ένταση το ομώνυμο/ομότιτλο τραγούδι περιγράφει απόλυτα τον εκτροχιασμό και την αμοραλιστική ζωή των συγκροτημάτων του μελωδικού hard rock, που διατηρούσαν επαύλεις, sport αμάξια, όπως οι Ratt, Warrant και  Winger πίσω στην εποχή του Αμερικανού προέδρου  Reagan.
Το δυναμικό  "Pride" ξεχωρίζει με ένα ριφ που κολλάει επιδραστικά στα αυτιά, από τα καλύτερα που έχει γράψει η μπάντα!
Το  "After Forever" βρίσκει τους  Stryper να διασκευάζουν μία κλασική σύνθεση του 1971 των Black Sabbath με ίχνη από  glam rock καλλιτέχνες, όπως οι Slade και οι Sweet, με εμπνευσμένη κατάληξη.
Το  "All Over Again"  ηχεί ως ο συνδυασμός  Bon Jovi του  "Never Say Goodbye, των  ELO του  "Telephone Line" και κάθε δυναμικής μπαλάντας που γράφηκε μεταξύ της ανόδου του  MTV και της πτώσης του  hair metal, απόλυτα θριαμβευτικό.
Εάν τα  "Honestly" και  "I Believe in You" ηχούσαν τόσο εντυπωσιακά, όταν παρουσιάστηκαν, σίγουρα και τούτη εδώ η σύνθεση θα είχε ανάλογα αποτελέσματα ευφορίας ψυχικής και αγαλλίασης μουσικής!
Το "King Of Kings" που κλείνει το δίσκο είναι ακόμη ένα καλοδουλεμένο  hard rock κομμάτι. Ένα από τα καλύτερα του δίσκου που τερματίζει το 50λεπτο επάξια τούτο το μουσικό έπος!
Σίγουρα επέστρεψαν οι STRYPER στα δυναμικά χρόνια τους και μαζί  και εμείς που μεγαλώσαμε με την μπάντα και τον ήχο της!

Νότης Γκιλλανίδης

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Bryan Adams: "Get Up"


Ο πολυπλατινένιος και αγαπημένος Καναδός rocker Bryan Adams
επιστρέφει στα μουσικά δρώμενα με ολοκαίνουργιο δίσκο: το ξεσηκωτικό Get Up, που είναι ο 13ος στη μακραίωνη ιστορία του καλλιτέχνη.

Με εννέα ολοκαίνουργιες συνθέσεις και τέσσερις ακουστικές εκτελέσεις σε αυτές είναι ο frontman των Elo, Jeff Lynne στην παραγωγή και ο παλιός συνοδοιπόρος των επιτυχιών Jim Vallance είναι παρόντες και έτσι το "Get Up" απογειώνεται ή τουλάχιστον είναι ένας αξιοπρεπέστατος δίσκος αντάξιος του σπουδαίου αυτού τραγουδιστή.
 Το " Get Up In" είναι δίσκος της μοντέρνας σύγχρονης μουσικής rock σκηνής, καλός, σίγουρα είναι ευχάριστο να ακούς αναζωογονημένο τον  Bryan Adams να συνεχίζει αυτό για το οποίο έγινε πασίγνωστος και αυτό είναι οι κλασικοί  rock ήχοι.
Αρκεί να μην περιμένεις να ακούσεις μουσικά- δημιουργήματα κολοσσούς της δεκαετίας των 80ς αρχών 90ς.
Τα εναρκτήρια  "You Belong To Me" και "Go Down Rockin’" είναι τα καλύτερα παραδείγματα με έναν προσανατολισμό στο rock των 70ς,ενώ το πρώτο single, Brand New Day"είναι έξοχο δείγμα μείξης rock/pop κατάλληλο για τα σχετικά ραδιόφωνα.
Ο  Adams με τα γρεζαρισμένα φωνητικά ταιριάζει απόλυτα με τις ενορχηστρώσεις, τις καλύτερες από την εποχή του λαμπρού δίσκου "Waking Up the Neighbours" (1991).
Οι ακουστικές επίσης εκτελέσεις αξιοπρόσεκτες, ειδικά το γλυκόπικρο αίσθημα του "We Did It All" , ακόμη και το κουρδισμένο χαμηλότερα  "Brand New Day", αλλά βέβαια οι οπαδοί σίγουρα θα προτιμούσαμε νέες συνθέσεις...

Σε κάθε περίπτωση το "Get Up" είναι γνήσιο δημιούργημα του Adams, που με την επεμβατική συνεισφορά του πολυοργανίστα, συνθέτη και παραγωγού  Jeff Lynne του οποίου η λίστα περιλαμβάνει ονόματα, όπως οι  The Beatles, ο Paul McCartney,  Randy Newman και ο  Tom Petty (ο δίσκος που παρουσιάζουμε θυμίζει αρκετά τον κύριο), όπως και  η παρουσία του με τους Traveling Wilburys (επίσης στοιχεία έντονα υπάρχουν στο δίσκο του καναδού) – θυμίζει περισσότερο τα πρώτα βήματα του Adams.

Μπορεί ο Adams να συνεχίζει να γιορτάζει την επιτυχία των 30ών  γενεθλίων ενός καταπληκτικού δίσκου του, του  "Reckless" με μια προπωλημένη μεγάλη παγκόσμια και το καλοκαίρι να εμφανίστηκε με τον μέγιστο παλαίμαχο ρόκερ Rod Stewart σε συναυλία του  BBC Radio 2 εμφανιζόμενοι στο Hyde Park Festival αλλά θα πρέπει να αναζητήσει ξανά τις μουσικές ρίζες που τον έκαναν μεγάλο!
Και αυτές βρίσκονται στα 80ς.

Νότης Γκιλλανίδης

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Go-Go's: We Got the Beat!

Oι Αμερικανίδες GO-GO’S σχηματίστηκαν το 1978 στο Los Angeles και θεωρούνται ότι ήταν από τα πρώτα καθαρά γυναικεία σχήματα που υπέγραφε τις συνθέσεις του και έπαιζε το ίδιο τα όργανα ενώ η τραγουδίστρια τους Belinda Carlisle έκανε πετυχημένη σόλο καριέρα στo δεύτερο μισό της δεκαετίας του ΄80.
Η θηλυκή μπάντα αποτελείτο από τις: Belinda Carlisle στα φωνητικά, την Charlotte Caffeylead στην κιθάρα και το πιάνο, την Gina Schock  στα ντραμς, την Kathy Valentine  στο μπάσο και την Jane Wiedlin  στην κιθάρα και τα δεύτερα φωνητικά.
Ο συνδυασμός power pop μελωδιών, πανκ-ροκ ρυθμών και υπέροχων διπλών φωνητικών δημιούργησε μία νέα σχολή που κάποιοι κριτικοί τότε την χαρακτήρισαν ως New Wave κίνημα.


Η μπάντα στο ξεκίνημα της έγραψε σε demo πέντε τραγούδια και έπαιζε support με τους Madness οπότε και κατάφερε να δημιουργήσει ένα ευρύ κοινό και να κλείσει ένα καλό δισκογραφικό συμβόλαιο. Ο παρθενικός τους δίσκος κυκλοφόρησε το 1981 σε παραγωγή του Richard Gottehrer και ονομαζόταν “Βeauty and The Beast” κάνει τεράστια εμπορική επιτυχία αφού πούλησε πάνω από 3 εκατομμύρια αντίτυπα, έγινε διπλά πλατινένιο και έπιασε την κορυφή και οι Go-Go’s κερδίζουν το βραβείο Grammy σαν το καλύτερο νεοεμφανιζόμενο γκρουπ.
Το τραγούδι “We Got The Beat” έγινε μεγάλο hit και ακούγεται μέχρι και σήμερα από αρκετά ραδιόφωνα ενώ το άλμπουμ θεωρείται από το περιοδικό Rolling Stone μέσα στα 500 καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών.
Στο ίδιο άλμπουμ υπάρχουν έξοχα τραγούδια όπως τα "Lust to Love", “ Tonite”, Can't Stop The World” και “Our Lips Are Sealed” (το περιοδικό Rolling Stone  το τοποθετεί στα 100 καλύτερα ποπ τραγούδια).

Τον Αύγουστο του 1982 κυκλοφορεί το δεύτερο άλμπουμ του γκρουπ με τίτλο “Vacation” και γίνεται χρυσό ενώ καταφέρνει και φτάνει στο Νο 8 του Billboard και ο ήχος τους θυμίζει έντονα μπάντες των ‘60s. Η τουρνέ που ακολουθεί είχε επιτυχία, κέρδισαν κι άλλο βραβείο Grammy αλλά τα προβλήματα με τα ναρκωτικά κτύπησαν τα μέλη του συγκροτήματος με αποτέλεσμα να παρουσιαστούν και τα πρώτα προβλήματα. Tραγούδια που ξεχωρίζουν εκτός από το ομότιτλο (κυκλοφόρησε και σε cassette single!!!) είναι η διασκευή το Cool Jerk  των The Capitols, το He's so strange”, το “We Don't Get Along”, το "Get Up and Go" που στη δεύτερη πλευρά του υπήρχε το πανέμορφο  “Speeding που ακούγεται και στην ταινία “Fast Times at Ridgemont Highπου πρωταγωνιστεί ο Sean Penn.


To 1984 οι Go-Go’s κυκλοφορούν το τρίτο άλμπουμ, το μέτριο “Talk Show” και προσπαθούν να περισώσουν την κατάσταση με πολυδάπανα video clip κάτι που όμως δεν τους έσωσε από την εμπορική αποτυχία. Ξεχωρίζουν τα “Turn To You” (στο βίντεο κλιπ πρωταγωνιστεί ο ηθοποιός Rob Lowe), το εξαιρετικό “Head Over Heels”, το “Yes or No"  που το συνυπογράφουν με τους Sparks και τα θαυμάσια “Mercenary”  και “You Thought” όμως τα περισσότερα κομμάτια του νέου δίσκου δεν παίχτηκαν ούτε στις συναυλίες που ακολούθησαν αποδεικνύοντας το μέγεθος της απογοήτευσης και από το ίδιο το συγκρότημα.
Οι αλλαγές στο γκρουπ είχαν αρχίσει και παρά την αποδοχή του κόσμου σε ένα υπέροχο live στο Ρίο αποφάσισαν το 1985 να το διαλύσουν. Αυτή που ξεχώρισε μετά την διάλυση και έκανε μεγάλη εμπορική επιτυχία στη συνέχεια ήταν η τραγουδίστρια Belinda Carlisle με τα "Heaven Is a Place on Earth",  "I Get Weak" και αρκετά άλλα χορευτικά ποπ κομμάτια.


Το 1990 oι Go-Go’s αποφασίζουν να επανασυνδεθούν με την κλασική σύνθεση τους για μερικές συναυλίες και έπειτα μπαίνουν στο στούντιο για να επαναηχογραφήσουν δικά τους τραγούδια για μία greatest hits συλλογή. To 1994 με διαφορετικό line up η μπάντα κυκλοφορεί το διπλό Return to the Valley of The Go-Go's” με τρεις νέες ηχογραφήσεις.
Μετά από 17 χρόνια και συγκεκριμένα το 2001 αποφασίζουν να επανασυσταθούν και να κυκλοφορήσουν νέο άλμπουμ με τίτλο God Bless the Go-Go's” με ανανεωμένο ήχο και με την Susanna Hoffs (Bangles) να συμμετέχει σε ένα τραγούδι ως συνθέτης και τον Billie Joe Armstrong (Green Day) να υπογράφει το δυναμικό τραγούδι “Unforgiven” ενώ ξεχωρίζουν και τα “La La Land”, “Apology” και “Stuck in My Car”.
Το εξώφυλλο του άλμπουμ δημιουργήθηκε από τον φωτογράφο Maryanne Bilham  και επικρίθηκε από την Καθολική εκκλησία.
Παράλληλα την ίδια χρονική περίοδο έδωσαν αρκετά live show και έπαιξαν παρέα με τους Elton John, Billy Joel, David Crosby και Paul Simon, στη συναυλία  "An All-Star Tribute to Brian Wilson
Από το το 2010 και μετά, η μπάντα εξακολουθεί να υπάρχει και να παίζει σε διάφορες συναυλίες προσπαθώντας να διατηρήσει τον μύθο του παρελθόντος με την μπασίστρια Kathy Valentine να μην είναι στο σχήμα.
Studio albums
  • Beauty and the Beat (1981)
  • Vacation (1982)
  • Talk Show (1984)
  • God Bless The Go-Go's (2001)

Φώτης Μελέτης

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

W.A.S.P.: "Golgotha"

Ο ινδιάνος Blackie και η παρέα του έξι χρόνια μετά και έπειτα από πολλές συναυλίες για το καταπληκτικό “Babylon”, αποφάσισαν να καθίσουν επιτέλους και να γράψουν νέο υλικό. Και μέσα από εννέα καινούριες συνθέσεις, εγένετο “Golgotha” .

Ο ινδιάνος Blackie και η παρέα του έξι χρόνια μετά και έπειτα από πολλές συναυλίες για το καταπληκτικό Babylon”, αποφάσισαν να καθίσουν επιτέλους και να γράψουν νέο υλικό. Και μέσα από εννέα καινούριες συνθέσεις, εγένετο Golgotha .
 Το άλμπουμ κάνει άλλη μια εξόρμηση στη βίβλο αλλά αυτή  τη φορά με επίκεντρο πάνω στα ιερά εδάφη, όπου σταυρώθηκε ο Ιησούς Χριστός («Γολγοθάς» είναι η Εβραϊκή λέξη για «τον τόπο του κρανίου»).
Ο Blackie Lawless έχει βιώσει την θρησκευτική αναγέννηση, θεωρώντας ότι ορκίστηκε πριν από τέσσερα χρόνια πως δεν θα παίξει ποτέ ξανά live το κομμάτι Animal” (Fuck Like A Beast) και λογοκρίθηκε για κάποια  μέρη του “Chainsaw Charlie” (Murders In The Rue Morgue) επί σκηνής.
Το άλμπουμ είναι μια δυναμική προσπάθεια με μια υποτιθέμενη καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος να δίνει συνείδηση και συγκέντρωση, όπως στο Eyes Of My Maker”.
Παρακαλώντας «Ιησού, σε χρειάζομαι τώρα» στο ομώνυμο τραγούδι, o Blackie είναι ένας εντελώς νέος άνθρωπος αλλά αυτή τη φορά με τεράστια πεποίθηση.
 Μπορεί να μην είναι εξ’ ολοκλήρου ένα concept άλμπουμ όμως δεν διαφέρει ως προς τη δομή από οποιαδήποτε W.A.S.P. άλμπουμ έχω ακούσει στο παρελθόν περιμετρικά.
  Το "Scream" που ανοίγει το άλμπουμ, είναι ένα σφιχτό αρχέτυπο W.A.S.P. με δυνατό μπάσο και φωνητικά. Τα δεύτερα φωνητικά και τα πλήκτρα στο όργανο το κάνουν ακόμα καλύτερο. Επίσης ξεχωρίζει και το επικό Slaves Of the New World Order με τα 8 περίπου λεπτά του να ξετυλίγονται προοδευτικά ενώ τα αφτιά στέκονται στο σόλο του Doug Blair, τόσο σε αυτό όσο και στην επίσης επτάλεπτη μπαλάντα Miss You”.
  Το καλπάζον μπάσο όπως σε κάθε σχεδόν άλμπουμ τους πρωταγωνιστεί σε πολλά κομμάτια, το ίδιο και η δίκαση στα τύμπανα και τα υπόλοιπα γνωστά στοιχεία τους, ειδικά των W.A.S.P. των τελευταίων 4 δίσκων.
  Αν ο Blackie Lawless θεωρεί τον εαυτό του αναγεννημένο,  ας είναι έτσι, δικό του θέμα. Εμάς μας ενδιαφέρει να παίζει καλή μουσική και να ακούμε αυτό που αγαπήσαμε στους W.A.S.P. .
Πόσο καλό όμως μπορεί να του κάνει αυτό μουσικά ώστε να το διατυμπανίζει και να χαίρεται για αυτό;
 Αναρωτιέμαι όμως και πόσο καλός “χριστιανός” μπορεί να είναι όταν κάνει αρπαχτές για τα χρήματα, εκμεταλλευόμενος τους οπαδούς του, στεκούμενος φυσικά στη τελευταία τους εμφάνιση στην Αθήνα που εξ’ αιτίας ενός προβλήματος με το merchandise αρνήθηκαν να παίξουν ολόκληρο το πρόγραμμα ενώ την επόμενη ημέρα δεν απαντούσαν καν στο τηλέφωνο.. Επαγγελματική και χριστιανική συμπεριφορά;
Και φυσικά αυτός που είναι στο τέλος θύμα είναι ο ίδιος ο ακροατής που τον στηρίζει αλλά δεν θα ακούσει ποτέ ζωντανά το Animal και από ότι φαίνεται και το Chainsaw Charlie θα βγει και αυτό από το set list τους.
  Όσον αφορά τον δίσκο σαν δίσκο, αν δεν είχε προηγηθεί το Babylonθα ήταν ένα διαμάντι. Επειδή όμως τα πράγματα έχουν όπως έχουν, το  Golgothaκρίνεται ως πιστή αντιγραφή του προηγούμενου, στην προσπάθειά τους να κάνουν ένα τόσο καλό άλμπουμ.
Καλό το να θες να πατήσεις σε κάτι που αγάπησε ο κόσμος γιατί θα το αγαπήσει το ίδιο και αυτό, όμως μη το ξεπατικώνεις.
Εκεί για εμένα φαίνεται ότι το παιχνίδια χάθηκε κάπου. Ακούστε το και μετά αποφασίζετε.

Γιώργος Βαλιμίτης

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Υpsilon: Το μελωδικό παιδί των Αphrodite's Child

Μετά το οριστικό τέλος των περίφημων Αphrodite's Child με τους οποίους μεγαλούργησε, ο θρυλικός ντράμερ Λουκάς Σιδεράς αποφασίζει να επιστρέψει στην Αθήνα από το Παρίσι (στο οποίο ζούσε) και αναζητά με διάφορους γνωστούς μουσικούς και φίλους του να δημιουργήσει μία εμπνευσμένη μπάντα.

Πρώτα επιχείρησε με τον κιθαρίστα Παντελή Δεληγιαννίδη (Δάμων & Φιντίας, Olympians) και με την προσωπική του μπάντα, τους Lucas Sideras Band να κάνει αίσθηση στην ελληνική ροκ κοινότητα κάτι που δεν ευδοκίμησε και τον ανάγκασε να επιστρέψει στη Γαλλία.
 Εκεί σχημάτισε με τον Λάκη Βλαβιανό (Demmis Roussos Band, Juniors) στο πιάνο, fender rhodes, moog, πλήκτρα, και τον Δημήτρη Κατακουζηνό (Axis) στο μπάσο και φωνή,  τους βραχύβιους Ypsilon, τους οποίος πολλούς μπερδεύουν με τους γερμανούς Epsilon.
Το 1977 στο Παρίσι λοιπόν οι Ypsilon ξεκίνησαν το σύντομο ταξίδι τους στο χώρο του προοδευτικού ροκ και ποπ ήχου.
Το άλμπουμ που ηχογράφησαν το ονόμασαν "Metro Music Man"  και πούλησε πάνω από 60 χιλιάδες παγκοσμίως ένα νούμερο μέτριο για την εποχή αλλά εξαιρετικό  με τα σημερινά δεδομένα.
O ήχος θυμίζει έντονα Procol Harum, Supertramp και Moody Blues λόγω των πλήκτρων και των μελωδικών συνθέσεων αλλά  περιέχει και πολλά στοιχεία από τους Αphrodite's Child.
Συναισθηματικές ερμηνείες συνδυασμένες με λιτές ενορχηστρώσεις όπου παιχνιδίζουν οι prog, folk και mellow rock ρυθμοί που δίνουν μία υπέροχη ομορφιά στο ένα και μοναδικό άλμπουμ που κυκλοφόρησαν οι Ypsilon.
Tους στίχους υπέγραφε η Sharon Woods και σε μερικά τραγούδια κιθάρα παίζει ο  José Sour ενώ στην πορεία, οι Ypsilon συνεργάζονται με τον δημοφιλή κινηματογραφικό συνθέτη Georges Garvarentz για τη ταινία  "Marche Pas Sur Mes Lacets!", εκτελώντας τα “Let me sing my song” και “Cosmic ride” και συμμετέχοντας και σε διάφορες ροκ/ποπ συλλογές της εποχής.

Στα τέλη του 1977, ο Κατακουζηνός και Βλαβιανός αποχωρούν και ο Σιδεράς είχε αναλάβει σχεδόν ολοκληρωτικά τα φωνητικά  παράλληλα, έρχονται αντικαταστάτες στο συγκρότημα και το άλμπουμ κατορθώνει παρά τα εσωτερικά προβλήματα να σκαρφαλώσει στο νο 6 στη Γαλλία, στο Νο 17 στη Γερμανία, στο νο 19 στην Ιταλία, στο νο 20 στην Ολλανδία.
Στην Ελλάδα οι Ypsilon επιχείρησαν να εμφανιστούν στο Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού της ΔΕΘ που δυστυχώς δεν συνέβη ποτέ.

Το γκρουπ  στη συνέχεια ήρθε σε ρήξη με την δισκογραφική του εταιρία την Philips  και διαλύθηκε οριστικά ενώ ο ντράμερ Λουκάς Σιδεράς, συνέχισε την πορεία του στην Αθήνα και συμμετείχε αργότερα στους δίσκους του Στ. Λογαρίδη, των Diesel παρέα με την Sigma Fay και τον κιθαρίστα Γιάννη Δρόλαπα (ΜουσικέςΤαξιαρχίες) και συνεχίζει να παίζει live με τους  Los-Tres και με διάφορα άλλα σχήματα μέχρι και σήμερα.

Φώτης Μελέτης

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Keith Richards: "Crosseyed Heart"


Το τρίτο σόλο άλμπουμ του 72χρονου Κηφ μετά το "Main
Offender" του '92 ήταν αναμενόμενο ότι θα κινήσει μεγάλο ενδιαφέρον. Και πράγματι, περιέχει ικανές δόσεις απ΄ όλα αυτά που μπορούν να τραβήξουν την προσοχή σε κάθε ζώσα γενιά του ροκ.

Από κακοτράχαλα blues (βλ. "Blues in the Morning"), ορμητικά σκαριφήματα προοριζόμενα πιθανόν για το επόμενο άλμπουμ των Stones (που μετά από 10 χρόνια αναμονής δεν άντεξε και βγήκε στην επιφάνεια - βλ. "Heartstopper"), μια διασκευή στην ανέκαθεν προσφιλή του reggae ("Love Overdue"), μια φολκ ανάγνωση ενός παλιού αγαπημένου του κομματιού από τα '50s ("Goodnight Irene"), μερικά αλητήρια αυτοβιογραφικά στάνταρ ("Trouble", "Robbed Blind", "Amnesia" [για τότε που έπεσε από το δέντρο]) με σαρδόνιο στίχο, ακόμη και μπαλάντες που αποκαλύπτουν κοιτίδες ευαισθησίας πίσω από την μπαρουτοκαπνισμένη-αρσενική Marianne Faithful με βρογχίτιδα- φωνή του (μεταξύ των οποίων πιο άμεση η επίδραση του "Nothing on Me").
Το δε ντουέτο με την Norah Jones "Illusion" προσδίδει την mainstream πινελιά που χρειάζεται για να λανσαριστεί το άλμπουμ ως σημερινό.
Μετά το 2011, όταν και ολοκλήρωσε τη συγγραφή, την κυκλοφορία και την προώθηση της αυτοβιογραφίας του ("Life"), ο Richards προσπάθησε ανεπιτυχώς να μαζέψει τους Stones για μια νέα κυκλοφορία.
Το μόνο που απέδωσε η επαναδραστηριοποίησή τους ήταν τα δύο καινούρια κομμάτια της συλλογής "
GRRR!" και κάπου εκεί ο ρόκερ που κατέχει το ρεκόρ σε φορές που έχει ξεγελάσει το χάρο, άρχισε -για πρώτη φορά- να αντικρίζει κατάματα την ιδέα του να αποσυρθεί. Όμως η ανάγκη του για να εκφραστεί μέσα από τη μουσική παραμέρισε, για μια ακόμη φορά, τις δεύτερες σκέψεις που προκαλεί η θνητότητα και ο κορεσμός.
Όπως ακούγεται να λέει στο
documentary "Crossfire Hurricane", «Θα έπαιρνα το ο,τιδήποτε που θα με βοηθούσε να μείνω ξύπνιος τόσο ώστε να τελειώσω με ένα ακόμη καταραμένο κομμάτι».
Έτσι κάπως ο Κηφ στράτευσε ξανά τον πολύτιμο συναυτουργό του στους X-Pensive Winos, Steve Jordan στα τύμπαναν, και με μια ομάδα έμπειρη και στο ίδιο μήκος κύματος με τον ίδιο (Ivan Neville στα πλήκτρα, Waddy Wachtel στην κιθάρα, Bobby Keys στο σαξόφωνο) προέκυψε το "Crosseyed Heart". O ήχος του αρχηγού της φυλής που ακολουθεί με το ένστικτο της ιδιότητας αυτής το προσωπικό του -μουσικό- αισθητήριο.
Δεν έχει σημασία αν ένα τέτοιο άλμπουμ είναι «καλό» με όρους της εποχής του, ή ακόμη και συγκρισιμότητας με τα προηγούμενα δύο προσωπικά του Richards (που μοιάζουν αιώνες παλιά).
Πρόκειται για σελίδες από ένα άχρονο σημειωματάριο του προπάτωρος of all things rock. Ένα άλμπουμ με 15 κομμάτια που αν μη τί άλλο αποδεικνύει ότι η πρώτη ύλη όλης αυτής της πρώτης γενιάς των τοτέμ του ροκ ν΄ρολ είναι το μπλουζ.
Στην περίπτωση, δε, του Κηφ, οι επιρροές είναι τόσο ευρείες και βαθειές, η βιωματική εκφορά των στίχων ηχεί τόσο χαρακτηριστική και η αμεσότητα στη σύνθεση και την εκτέλεση είναι τόσο επιδραστική στον ακροατή, ώστε να μιλά κανείς δικαιωματικά για τον ένα, τον εξ αδιαθέτου απόγονο του ίδιου του
Robert Johnson.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Buddy Guy: "Born To Play Guitar"


Πολύ πιθανόν να είναι κυριολεκτικά ο τελευταίος από τους ζώντες
πρωτομάστορες του ηλεκτρικού blues. Γέννημα - θρέμμα της Λουιζιάνα, ανηφόρισε στα 21 του προς το Σικάγο, για να γνωρίσει τη μέθεξη κοντά σε μύθους όπως ο Howlin' Wolf και ο Muddy Waters.

Παίζοντας ακατάπαυστα, ανέπτυξε σε κείνα τα μέρη έναν χαρακτηριστικό, παθιασμένο κιθαριστικό ήχο που έμελλε να επηρεάσει (κατά την ευφημιστική εκδοχή - οι κυνικοί το λένε «στεγνά αντιγραφεί») όλο το λευκό μπλουζ, από τον Jeff Beck και τον Jimmy Page, ως τον Stevie Ray Vaughan (ο οποίος δήλωνε ότι του χρωστούσε την ίδια την ύπαρξή του). Ακόμη και η αυτού ιδιοφυία ο Jimi Hendrixφημολογείται ότι είχε πει (σε ποιά κατάσταση δεν ενδιαφέρει ακριβώς) "Heaven is lying at Buddy Guy's feet while listening to him play guitar." 
Παρ' ότι διάσημος στο κύκλωμα για τις φορτωμένες ενέργεια live εμφανίσεις του, η δισκογραφία του μέχρι τα τέλη των '60s παρέμενε στη σκιά, καθώς το ορμητικό του παίξιμο απαξιωνόταν ως «θόρυβος» από τους ανθρώπους της Chess. Αρκετά αργότερα, οι διάσημοι λευκοί απόγονοί του (ιδίως ο Eric Clapton) ανταπέδωσαν, επαναφέροντάς τον στο προσκήνιο στα '80s και τα '90s και εξυμνώντας τον ως πρωταρχική επιρροή τους.
Και κείνος, εξωστρεφής και ποτέ μικρόψυχος, όπως και το παίξιμό του, δε σταμάτησε μέσα στα χρόνια να μοιράζεται τη σκηνή με νέα ταλέντα και να περιοδεύει. Με διαχρονική προσήλωση και σεβασμό στις αρχές του 
blues, τέτοια που κάνει την τεράστια δισκογραφία του να μοιάζει με ανθολογία του ίδιου του ιδιώματος.  Είναι ο Buddy Guy, που έκλεισε τα 79 τον περασμένο Ιούλιο και συνεχίζει ακάματος.

Το άλμπουμ αυτό ακολουθεί τα χνάρια μιας αποστολής ζωής, στην οποία ο Guy  αφιερώθηκε από τότε που του είπε ο Muddy Waters"keep the damn blues alive".  Γιατί αυτό ακριβώς κάνει. Από το εύγλωττο ομώνυμο track που ανοίγει, έως το υπερχειλίζον συγκίνηση ντουέτο με τον Van Morrisson "Flesh and Bone" (αφιερωμένο στον μεγάλο εκλιπόντα, B.B. King) και το ακροτελεύτιο "Come Back Muddy", μια εγκάρδια συνομιλία με τον μακαρίτη μέντορά του, Muddy Waters ("... Lord knows you can't be replaced").

Μπορεί να συνυπογράφει τέσσερα μόνο από τα 14 κομμάτια, αλλά σε όλα ο Buddy Guy κυριαρχεί, τραγουδώντας και σολάροντας με την όρεξη τριαντάρη, την αξιοπιστία ενός κιθαρίστα που ηχογραφεί 62 χρόνια ασταμάτητα και την εκφραστικότητα αιωνόβιου σοφού σπουδαγμένου σε λασπωμένα σοκάκια («τά'χω δει όλα πέντε φορές, sit back son να στα κάνω πενηνταράκια»).
Με επίκεντρο τον ήχο - υπογραφή του Σικάγο, αναμιγνύει με άνεση σόουλ, ροκ και 
delta σχήματα, σε μια συλλογή απολαυστική, με το ένα blues άπερκατ να διαδέχεται το άλλο:
το πανέμπειρο "Whiskey, Beer & Wine", το σαρκαστικό σλόου "Crying Out Of One Eye", το πλείσμον σε wah-wah"Turn Me Wild", το στοχαστικό "Crazy World", το αλητήριο "Smarter Than I Was" με τα σαρωτικά σόλο, το ενισχυμένο με πανηγυρικά πνευστά "Thick Like Mississippi Mud". 
Στο "Kiss Me Quick" την κιθάρα του σιγοντάρει η φυσαρμόνικα του Kim Wilson των Fabulous Thunderbirds, που μας πάει πίσω στις χρυσές εποχές της σύμπραξης με τον Junior Wells, μισό αιώνα πριν, στο "(Baby) You Got What ItTakes" μοιράζεται φωνητικά με το κορίτσι - θαύμα της σύγχρονης σόουλ, την 28χρονη Joss Stone, ενώ στο "Wear You Out" ενώνει δυνάμεις με το γρύλισμα και τη διαολεμένη custom made Telecaster του Billy Gibbons, σ' ένα ντουέτο φουλ στις αδυσώπητες κιθαριστικές φράσεις ("Ain't slowing down, 'till I wear you out").

"I was born to play the guitar - People, I got blues running through my veinsακούγεται απερίφραστος στο ομώνυμο.
 Δε χρειάζεται να πει τίποτ' άλλο, ούτε να εξηγήσει.
 Αυτό μετράει στα blues, ότι κάθε φράση είναι βιωμένη.
 Μιλάμε για το μπλουζ άλμπουμ της χρονιάς και από τα καλύτερα που έχουν κυκλοφορήσει φέτος.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Pat Travers Band: “Live! Go for What You Know”


Στις αρχές του 1979, ο καναδός κιθαρίστας και η μπάντα του
ηχογράφησαν το πρώτο ουσιαστικά live album, της μέχρι τότε εξέχουσας πορείας τους και την ίδια χρονιά το έδωσαν στην αγορά.

Ο δίσκος στις ΗΠΑ έγινε αμέσως χρυσός και η δημοτικότητα των Pat Travers Band εκτοξεύθηκε ακόμη περισσότερο κλείνοντας αρχικά και τον πρώτο κύκλο σπουδαίων στούντιο κυκλοφοριών αλλά και αναδεικνύοντας τον μύθο πόσο καταιγιστικοί ήταν στις ζωντανές τους εμφανίσεις.
Στο “Live! Go for What You Know φαίνεται πόσο ποτισμένη είναι η ψυχή του Pat Travers από τις εξάχορδες κλίμακες και με τι πάθος αποδίδει τις λίγες αλλά “καυτές” συνθέσεις του άλμπουμ.
Ειδικά στο κλασσικό “Stevie”, έχουμε το τρίπτυχο…  ερμηνεία, μελωδία, κιθαριστικό σόλο φτιαγμένα μαγικά και αρχέγονα και καθηλώνουν και τον πιο δύσκολο ακροατή.
Οι κιθαριστικοί οργασμοί αλλεπάλληλοι, τα άγρια σόλα σε επίκινδυνο βαθμό, τα κοψίματα και οι ταχύτητες ανεξάντλητες, το πνεύμα του Hendrix ολοζώντανο και διάχυτο παντού και όλα αυτά ο Pat Travers δεν τα έκανε μόνος τους αλλά συνείσφερε σημαντικά ο πολύτιμος συνεργάτης του για εκείνη την περίοδο, κιθαρίστας Pat Thrall.
Η εκρηκτική η διασκευή στο "Boom Boom (Out Go the Lights)" του Stan Lewis είναι όλα τα λεφτά ενώ η παραγωγή του Tom Allom (Judas Priest, Black Sabbath, Def Leppard) απλά βάζει το κερασάκι στην πιο ωραία τούρτα που φάγαμε ποτέ.
Μεγάλη συμβολή και δυναμική στο δίσκο προσφέρει ο τρομερός ντράμερ Tommy Aldridge (Black Oak Arkansas, και μετέπειτα Ozzy Osbourne, Gary Moore, Whitesnake, Ted Nugent και Thin Lizzy) μιας και με τους ντράμερ ο P.Travers είχε πάντα τους καλύτερους αφού και έχουν περάσει από το γκρουπ του, οι Nicko McBrain (Iron Maiden), Carmine Appice  και αρκετοί άλλοι.
Κλείνοντας... μία ατάκα που έπαιζε πολύ εκείνη την εποχή για τον ήχο που έβγαζε ο καναδός  κιθαρίστας και μας βρίσκει σχετικά σύμφωνους  ήταν … "the blues-rock sound of sixties and seventies metal".
Τέλος δεν νομίζω ότι είναι τυχαίο ότι το Guitar Player ψήφισε το: “Live! Go for What You Know” στα καλύτερα 40 live άλμπουμ όλων των εποχών!

Τραγούδια:
    "Hooked on Music" (Pat Travers)
    "Gettin' Betta" (Mars Cowling, Travers)
    "Go All Night" (Travers)
    "Boom Boom (Out Go the Lights)" (Stan Lewis)
    "Stevie" (Travers) -
    "Makin' Magic" (Travers)
    "Heat in the Street" (Jeffrey Lesser, Travers)
    "Makes No Difference" (Travers)
  
ΜΕΛΗ

    Pat Travers - guitar, vocals
    Mars Cowling - bass
    Pat Thrall - guitar, backing vocals
    Tommy Aldridge - drums

Φώτης Μελέτης

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

Queensrÿche: "Condition Human"


Δεύτερη νιότη φαίνεται να διανύουν οι ‘Rÿche και με τη σκιά του
Tate, να έχει πλέον καλυφθεί εντελώς από τον – τουλάχιστον - καταπληκτικό Todd La Tore, δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν ειδικά από το πρόσφατο παρελθόν τους.

Ακόμα πιο ψαγμένος φαίνεται ο καινούριος δίσκος τους.
Το “Condition Human”, έχει ένα πολύ έξυπνο εξώφυλλο το οποίο κρύβει και αυτό τα δικά του μηνύματα, καθώς είναι συμβολικό. Το κοριτσάκι που βρίσκεται σε μια ξεχασμένη σοφίτα ή ένα εγκαταλελειμμένο δωμάτιο το οποίο αντιλαμβάνεται κανείς από τις αράχνες και την παλαιότητά του είναι ντυμένο στα λευκά.
Το λευκό συμβολίζει την αθωότητα, την καθαρότητα, την αγνότητα. Κοιτάζοντας στο παράθυρο, εντοπίζει το σύμβολο τους (το Triÿche δηλαδή) να σχηματίζεται σε αυτό και μέσα από αυτό της επιτρέπεται να δει την θέα προς τα έξω. Αυτό που βλέπει, είναι ένας δυσοίωνος σκοτεινός και απρόβλεπτος κόσμος.
Συνολικά η εικόνα αυτή λοιπόν για τους Queensrÿche, συμβολίζει τον ανθρώπινο παράγοντας που έπαψε να είναι σημαντικός στην εποχή μας και ότι πλέον στον κόσμο μας, το ανθρώπινο στοιχείο έχει χαθεί από το κέντρο του. Οι συνθέσεις του είναι όλες μικρές αυτόνομες ιστορίες και κοινό στοιχείο την εποχή που ζούμε.
Δηλαδή αναπτύσσεται ένα θέμα με βάσει την απάθεια που έχει κυριεύσει τον σημερινό άνθρωπο και η οποία έχει τη ρίζα της στον γρήγορο ρυθμό που αλλάζει ο κόσμος χωρίς να αφήνει περιθώριο να συνειδητοποιήσει, να κατανοήσει και να αντιληφθεί το τι γίνεται γύρω του. Δεν του αφήνει περιθώριο να αναπνεύσει, δεν σου δίνει χρόνο. Ο χρόνος δηλαδή, είναι σαν ένα τόξο που διανύει μια συγκεκριμένη και περιορισμένης διάρκειας τροχιά.
Ο χρόνος που είναι διαθέσιμος για εσένα πάνω στη γη. Όλα αυτά, έχουν σαν στόχο να σε κάνουν να σκεφτείς το πώς θα τον ξοδέψεις, που, με ποιον τρόπο, σε τι, κάνοντας σε να τον χρησιμοποιήσεις σωστά και σε αυτό που πραγματικά έχε σημασία για εσένα. Αυτά τα θέματα θα συναντήσουμε πάνω κάτω εδώ.
Αναπόφευκτες είναι οι συγκρίσεις όμως με τους Operation Mindcrime, την μπάντα του παλιού τους τραγουδιστή. Αυτό διότι σχεδόν ταυτόχρονα κυκλοφορούν και οι δύο κάποιο άλμπουμ, αλλά με ξεχωριστές γραμμές και πλέον με μία μπάντα που να έχει την ονομασία “Queensrÿche” , ελευθερώνοντας και τον κόσμο από το μπέρδεμα που ο «καμένος» Tate δημιούργησε μετά τον διωγμό του.
Εδώ φαίνεται πραγματικά ποιος είναι ποιος και ποιος είναι καλύτερος από ποιον, αλλά και με ξεκάθαρο το μήνυμα για το ποιος ευθυνόταν για την καθοδική πορεία τους.
Τα συμπεράσματα βγαίνουν αβίαστα και εύκολα ακούγοντας τις δουλειές της κάθε πλευράς ξεχωριστά.
Ο ακροατής μπορεί από μόνος του, τώρα που δεν υπάρχει αυτή η κόντρα και οι δίσκοι δημιουργήθηκαν με πιο καθαρό μυαλό τι είναι τα, ποιος είναι ποιος, τι αξίζει ή όχι και να κρίνει. Για τα δικά μου γούστα, χαίρομαι που ήρθε αυτό το διαζύγιο και ξεκαθάρισε το τοπίο στις παραπάνω σκέψεις.
Όπως είναι λογικό, μιλώντας για εμένα πάντα, η θέση μου βρίσκεται υπέρ των τωρινών Queensrÿche, χωρίς να απαξιώνω το (ένδοξο) παρελθόν.
Ναι, τους προτιμώ χωρίς των Tate, τον οποίο και θεωρώ υπεύθυνο για την αρνητική πορεία τους, για την αντικοινωνικότητα που είχανε, την ψεύτικη και πλαστική σχέση με το κοινό και τον αποκλεισμό τους από συναυλιακά γεγονότα.
Τώρα έχουν μια ειλικρινή σχέση με τον κόσμο, τους καλέσανε να παίξουν για πρώτη φορά στα χρονικά τους στο Wacken, γίνανε πιο επικοινωνιακοί και κοινωνικοί και γενικότερα, αφήσανε όλα τα αρνητικά του παρελθόντος με μία και μόνο αλλαγή: αυτή του τραγουδιστή. Πλέον η ομάδα, βγάζει μια αύρα αισιοδοξίας, θετικότητας και πάνω από όλα υγείας. Όσον αφορά το άλμπουμ; Μιλάμε για επιστροφή των Queensrÿche;
Σίγουρα ναι!
Ο δίσκος είναι πάρα πολύ καλός και τα επίπεδα που κινείται είναι υψηλά.
Σίγουρα μην περιμένετε στιγμές Empire, Operation Mindcrime ή Rage For Order, αυτό γιατί τέτοιοι δίσκοι γράφονται μία φορά. Θα μπορούσε όμως να τοποθετηθεί με αξιοπρέπεια και περηφάνια δίπλα τους σε κάποια χρόνια όταν και πλέον ο κόσμος θα το έχει χωνέψει.
Επίσης, πέρα από την τροφή για σκέψη και τους προβληματισμούς που σου δίνουν συνήθως με τους στοίχους τους, απολαμβάνεις ένα δίσκο κατανεμημένο σωστά, με ουσία και φοβερές μουσικές συνθέσεις.
Αν το σκέπτεστε μετά από όλα αυτά να επενδύσετε, θα σας έλεγα, κάντε το με κλειστά μάτια και δώστε τους μιας ευκαιρία, την ευκαιρία που αξίζουν με το σπαθί τους σε αυτή την δεύτερη εποχή πια που περάσανε.

Γιώργος Βαλιμίτης

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Winery Dogs: "Hot Streak"

Αν αυτή η μπάντα υπήρχε πριν καμιά σαρανταριά χρόνια, σήμερα
θα γράφαμε μακροσκελή αφιερώματα και θα κάναμε τα συνηθισμένα "rock μνημόσυνα" ώστε να την μάθουν και πιο επιδερμικοί οπαδοί του σκληρού ήχου.

Συστήνοντας στο κοινό που δεν τους γνωρίζει, το σούπερ-τρίο των Winery Dogs, τους ενημερώνουμε ότι το αποτελούν ο κιθαρίστας και τραγουδιστής Richie Kotzen (Mr. Big, Poison), ο ντράμερ Mike Portnoy (Dream Theater, Flying Colors, Transatlantic) και ο μπασίστας Billy Sheehan (Mr. Big) και από ότι φαίνεται δεν χρειάζονται κι άλλους μουσικούς στη μπάντα τους, για να σαρώσουν τα πάντα με το εκπληκτικό παίξιμό τους.
Συνήθως όταν σμίγουν εξαιρετικοί μουσικοί για να κάνουν κάποιο ευκαριακό project ή κάποιο δήθεν σούπερ γκρουπ, τα περισσότερα άλμπουμ είναι μέτρια  ή αρπαχτές. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με ένα πραγματικό hardn heavy rock κομψοτέχνημα οπου το τιμημένο παρελθόν συναντιέται με το απαιτητικό παρόν.
Αρχικά τις εντυπώσεις τις κερδίζει ο κιθαρίστας και τραγουδιστής Richie Kotzen, όχι μόνο για το όλοκληρωμένο κιθαριστικό feeling που εκπέμπει αλλά και για τις ερμηνευτικές ικανότητες του.
Η ζεστασιά και και χροιά της της φωνής του σε γυρίζει στα δοξασμένα seventies και με τις γκαζωμένες μπασογραμμές του ασταμάτητου και ευρηματικού Billy Sheehan αλλά και την τρομερή prog εκρηκτικότητα και δεξιοτεχνία του Mike Portnoy  έχουμε ένα δίσκο σκέτη απόλαυση.
Το άλμπουμ ξεκινά καταιγιστικά με το “Oblivion” και στη συγκεκριμένη σύνθεση το πνεύμα και οι ταχύτητες των Mr. Big είναι σχεδόν ίδιες.
Το Captain Love είναι μία εμπνευσμένη παραλλαγή του “Perfect Strangers” με ρεφρέν από AC/DC ενώ το ομότιτλο “Hot Streak”  συνδυάζει southern με funky/soul μελωδίες με τον Mike Portnoy να “κοπανά”  ατελείωτα αλλά τον Richie Kotzen να δίνει ένα εξαιρετικό κιθαριστικό ρεσιτάλ που σε καθηλώνει.
Στο “How Long” είναι η σειρά του Billy Sheehan να ισοπεδώσει τα πάντα με το παίξιμο του και  με τον αστείρευτο R. Kotzen  να δανείζεται λίγο από τα "κόλπα" του θρυλικού J. Hendrix και να δημιουργούν ένα μικρό hard rock διαμάντι. Ακολουθεί το “Empire” που ξεκινά εντυπωσιακά και μεταλλάσεται σε ένα  θαυμάσιο “παραμορφωμένο heavy blues ύμνο”  ενώ  το Fire   κάνει μία μελαγχολική και ήρεμη στάση στον hard rock τυφώνα που έχει προηγηθεί.
Το “Ghost Town” ακούγεται μελωδικό με υπέροχες ενορχηστρωτικές αλλαγές και με εξαιρετικό κιθαριστικό σόλο και “The Bridge” συνεχίζει το σερί των δυναμικών ξεκινημάτων όλων σχεδόν των συνθέσεων του νέου άλμπουμ και ξεχωρίζει για τα προσεγμένα κοψίματα και το ιδιαίτερο ρεφρέν του ενώ το  “War Machine” είναι από τις αδύναμες συνθέσεις.
Το “Spiral” σε ξαφνιάζει ευχάριστα αφού προσπαθεί να ακουστεί σαν τους Muse ή  τους Killers και το "Devil You Know" που ακολουθεί επανέρχεται στις ταχύτητες και τον δυναμισμό του άλμπουμ με τη φωνή του R. Kotzen να θυμίζει τον Glenn Hughes.
To "Think It Over" είναι η δεύτερη χαλαρή στιγμή του άλμπουμ και το  "The Lamb" αναδεικνύει το συνθετικό ταλέντο των τριών μεγάλων μουσικών σε ένα πιο σύγχρονο ύφος.
Ακούγοντας ξανά και ξανά το "Hot Streak" διαπιστώνω ότι  είναι ποτισμένο με το αθάνατο  πνεύμα των μεγάλων groups και καλλιτεχνών όπως είναι οι Grand Funk, Jimi Hendrix, Deep Purple, Free, Sly & Family Stone και Frank Zappa που επέβαλλαν τον συγκεκριμένο ήχο και τον έκαναν αιώνιο....
Εκπληκτικό άλμπουμ που πρέπει να διδάσκεται σε όλα τα ωδεία!

Φώτης Μελέτης

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Jailcat: "Men Or Mice"


Οι Jailcat από τη Θεσσαλονίκη υπάρχουν από το 2008 και με το
πρώτο τους full άλμπουμ (το ομώνυμο ΕP του 2010 ήταν απλώς μια καλή αρχή) καταφέρνουν να ανεβάσουν τον πήχυ στο πώς πρέπει ν΄ακούγεται ένα νέο metal συγκρότημα. Ο κύριος λόγος γι' αυτό είναι ότι το άλμπουμ φέρει την υπογραφή του μεγάλου Chris Tsagarides στην παραγωγή και τη μίξη.

Η επιλογή του γκρουπ να απευθυνθεί σε έναν από τους θρυλικούς παραγωγούς (Priest, Lizzy, Ozzy, Gary Moore και άλλοι ως ουκ έστιν αριθμός) και να δουλέψει για καιρό το υλικό του εκτός από τα Fireball Music Studios της Θεσσαλονίκης και στα Ecology Room Studios του Kent (UK) είναι σαφές ότι δείχνει το δρόμο. Για κάποιους σαν τους Jailcat το να είναι γνωστοί στην πόλη τους και να ενισχύονται στα live από το «δικό τους» κοινό δεν μοιάζει αρκετό.
Η προτεραιότητά τους ήταν να καταγραφούν τα κομμάτια τους με τον βέλτιστο ήχο, υπό την αιγίδα ενός μάστορα μεγάλου βεληνεκούς όπως ο Τσαγκαρίδης και σ΄αυτό πέτυχαν. Ολόκληρο το άλμπουμ έχει έναν σύγχρονο, κοφτερό metal ήχο με κιθάρες, και τύμπανα να γραπώνουν την προσοχή και το βαρύτονο και ταχύ
groove να κυριαρχεί.
Eπίσης προσεγμένο είναι τo εξώφυλλο και το όλο lay-out (Karrie White / Eric Kilby), λεπτομέρειες που ανεβάζουν το σύνολο ακόμη και στη σημερινή εποχή της digital ευτέλειας.  
Οι συνθέσεις είναι κατασταλαγμένες, με drive που κατά κανόνα προϊδεάζει για την κορύφωση και την εξέλιξή τους, δουλεμένες ώστε να λειτουργούν live, πεδίο στο οποίο κατά κοινή ομολογία το γκρουπ βρίσκεται στο στοιχείο του. Ξεχωρίζουν εύκολα τα τρία πρώτα.
Το εναρκτήριο "
Addicted To Lies", τόσο γιατί έχουν εκεί πετύχει την ιδανική ισορροπία σε μελωδική γραμμή και ενέργεια, όσο και για το βίντεο κλιπ του και τα "Goodfellas" και "Speak My Mind" για την αυτοπεποίθηση και τη φρεσκάδα τους.
Σε μικρή απόσταση από την πρώτη τριάδα, έρχονται τα "
For The Last Time" και «O.F.A.A.F.O. (To The Sun) από τα βέβαια συναυλιακά highlights του γκρουπ, με την ξεκάθαρη nineties αισθητική και την ευκρινή μελωδία τους.
Το γκρουπ είναι σαφώς δεμένο, καλοπροβαρισμένο και αυθεντικά ενθουσιώδες. Βέβαια, όπως κάθε γκρουπ με μέλη που έχουν κοινό παρελθόν από τα teens και εύχονται να βρουν ακόμη περισσότερο κοινό μέλλον μπροστά τους, αναμιγνύουν τις επιρροές τους (που έρχονται κυρίως από τον ήχο των τελευταίων 20 χρόνων) «δημοκρατικά», χωρίς αυτό να είναι υπέρ της ομοιογένειας του ύφους.
Το "
Burning Pictures", παρ' ότι στην αρχή ακούγεται σαν outtake των Tesla, δείχνει ότι, αν είχε ξεκαθαρίσει την δομή του, θα ήταν ένα πραγματικά σημαντικό κομμάτι, με την καλύτερη -ίσως- ερμηνεία όλου του άλμπουμ από τον Blake στα φωνητικά.
Το "
Life Is Calling", μοιάζει με εναλλακτικό μετά-grunge, ενώ η μπαλάντα "Infallible" αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε μελωδία αλά Skid Row και μια ιδέα νοσταλγικού mood που ξεκινά από τα τέλη των '90s περνάει τελευταία ως αναβιωμένο A.O.R..
Τα δε "Mice" και "When Patience's Gone" είναι '90s μέταλ, δυνατό, αλλά ελαφρώς τετριμμένο.
Τα φωνητικά του Blake είναι ευέλικτα, σωστά, με δύναμη και συναίσθημα, αλλά και με δρόμο ακόμη για να καταλήξουν σε προσωπικό τόνο.
Θυμίζει φορές έναν πιο μελωδικό
Chuck Billy, στα τραβήγματα των συλλαβών έναν πιο νέο Hetfield, ενώ σε στιγμές πάει να φύγει προς Axl Rose και Myles Kennedy.
Αν μιλάμε για λεπτομέρειες, το phrasing θέλει σε σημεία δουλειά για να εξαφανιστεί κάθε ίχνος ethnicity.
Είναι βέβαιο ότι η κυκλοφορία θα τους γεμίσει αυτοπεποίθηση και νέα κίνητρα. Τελικό κριτήριο, εξάλλου είναι η σκηνή, η αντοχή και η εξέλιξη.
Σε όλα αυτά τα επίπεδα οι
Jailcat έχουν παρόν και μέλλον.
Οι Jailcat είναι οι Kelly Blake (lead vocals), George Kats (rhythm guitar, backing vocals), Manny (lead guitar), Fotis Tsaky (Drums), Nick Grey (Bass).

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...