Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

gaeleri: "Gates Of Rome"



Για να γιορτάσουν την 20η επέτειο από τη σύστασή τους, τα
τέσσερα μέλη της αρχικής σύνθεσης των Σουηδών hard rockers, gaeleri επανασυνδέθηκαν και αποφάσισαν κυκλοφορήσουν το -μόλις τέταρτο- άλμπουμ τους.


 Το φθινόπωρο του 2012 ο τραγουδιστής τους Anders Vidhav (Bengtsson) και ο κιθαρίστας Niklas Rollgard ξαναβρέθηκαν σε μια συναυλία στην Κοπεγχάγη και πάνω από πολυάριθμα γυάλινα κουφάρια βύνης θυμήθηκαν τα παλιά. Διαλυμένοι ήδη επτά χρόνια πριν και με τελευταία τους κυκλοφορία το "A Bright Day" του 2002, αισθάνονταν ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Σύντομα ξαναβρέθηκαν, κάλεσαν και τους άλλους δύο (Jonas Andersson, μπάσο και Patrik Borgkvist ντράμς) από το αρχικό σχήμα και εγένετο επανένωση.

Είχαν ξεκινήσει το 1992 και το ταξίδι τους -με συνεχείς περιοδείες στη Σκανδιναβία- κράτησε 13 χρόνια και απέδωσε τρία άλμπουμ παλιού καλoύ hard rock στα χνάρια των Thunder και των παλιών Whitesnake.

Το νέο άλμπουμ έχει τον τίτλο "Gates of Rome" και παρά το παραπλανητικό του εξώφυλλο που παραπέμπει σε power metal είναι παραπάνω από ικανοποιητικό για όσους τρέφονται με ευρωπαϊκό ήχο. Ηχογραφήθηκε στα Ladahland studio του Helsingborg με τον Jokke Petterson ως ηχολήπτη και συμπαραγωγό. Η τελική μίξη έγινε από τον Anders "Theo" Theander στα Roastinghouse Studios, του Malmoe. Με άλλα λόγια ένα «σπιτικό», αλλά καθόλου πρόχειρο άλμπουμ, με πολύ καθαρό ήχο και ύφος που οπωσδήποτε εκφράζει τη μπάντα (καθ΄ότι συνυπογράφουν το τελικό αποτέλεσμα με τον Petterson).

Τα κομμάτια είναι δυνατά και εύληπτα, ενώ η μίξη των επιρροών -από Zeppelin, ως σύγχρονο ευρωπαϊκό melodic rock - είναι πετυχημένη. Από το εναρκτήριο "Ready Οr Νot", οι ηλικίας σαρανταφεύγα Σουηδοί είναι προφανές ότι το απολαμβάνουν και η ευφορία περνάει στον ακροατή. Με το "Queen Of Time" η φόρα εξακολουθεί, ενώ τα πλήκτρα του "Wannabe" οδηγούν σε fm rock δρόμους. Το ομώνυμο συνδυάζει ευκολομνημόνευτη μελωδία και ριφ, με τη φωνή του Anders Vidhav σε πλήρη ανάπτυξη (σε χρώμα θυμίζει κάπως τον δικό μας George Gakis, με μεγαλύτερη έκταση). Το σφιχτοδεμένο συναυλιακό "One Touch" και το καθαρόαιμο A.O.R. "One Step Closer" ξεχωρίζουν από το υπόλοιπο υλικό, το οποίο δεν υπολείπεται σε ενέργεια και φρεσκάδα, παρ΄ότι ένα- δύο σκληρότερα κομμάτια ακούγονται τετριμμένα.

Ο ήχος αυτός εκφράζει δυνατά τα ηχητικά πιστεύω των Σουηδών και μαρτυρά ότι είχαν πράγματι καλό λόγο να νιώθουν ότι πρέπει να ξαναβρεθούν και να φτιάξουν μουσική μαζί. Παρά το αντιτουριστικό τους παρουσιαστικό, οι gaeleri, δικαιούνται ένα καλό άκουσμα. Μακάρι να έχουν περισσότερη τύχη τώρα, παρά στα '90s, όταν το grunge και το nu metal είχαν περιθωριοποιήσει τον ήχο πολλών γκρουπ σαν κι αυτούς.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Foo Fighters: "Sonic Highways"


Πότε για τελευταία φορά αντιμετωπίσαμε ένα μουσικό άλμπουμ με όρους road movie; Όταν στο ο Dave Grohl συνάντησε και πάλι μετά από 20 χρόνια τον παραγωγό των Nirvana, Butch Vig, για το Wasting Light του 2011, οι Foo Fighters άρχισαν να ακούγονται σαν μπάντα που έχει, για πρώτη φορά, ανέβει επίπεδο. Αυτή τη φορά ο Vig κυριαρχεί και πάλι με τον σφιχτοδεμένο και προσηλωμένο στο στόχο ήχο του.


Όμως, ποιός είναι αυτός ο στόχος; Να το κύριο ενδιαφέρον του 8ου άλμπουμ των Foos.
Του πιο «κλασσικόηχου» άλμπουμ τους, εδώ που ακούγονται λιγώτερο δισδιάστατοι από κάθε άλλη φορά. Εδώ που τα μοτίβο τους («αργό-γρήγορο», «νευρωτικά ήπιο- εκκωφαντικό») αυτή τη φορά φωτοσκιάζονται. Ένας δίσκος που μπορεί να προσεγγιστεί πιο εύστοχα αν θυμηθούμε ποιός είναι ο κυρίως υπεύθυνος για τη δημιουργία του.

Ο Dave Grohl. Το αναπάντεχο ταλέντο που ξεπήδησε από την μετα-πανκ ανεξάρτητη σκηνή, έζησε ως παγκόσμιος ροκ σταρ για τρία χρόνια και το ξεπέρασε, βάζοντας μπρος να υλοποιήσει τον ήχο που υπήρχε μέσα στο κεφάλι του. Έναν ήχο ασυμβίβαστο, νεανικό και σκληρό. Με ριζωμένη στην ψυχή του την κολλεγιακή αγριάδα των ανεξάρτητων σχημάτων μέσα απ΄τα οποία ξεπήδησε. Το θέλουμε ή όχι, είναι ο τελάλης του ροκ ν΄ρολ της γενιάς των 40something και ευτυχώς τα τελευταία χρόνια δείχνει να έχει αποδιώξει από την τραγουδοποιία του τη βαριά σκιά του Cobain. Πολυτάλαντος και γεμάτος ενέργεια, δεν έχει πρόβλημα να παίζει session, να γράφει τραγούδια, να ερμηνεύει με την απαιτούμενη έκφραση, ακόμη και να σκηνοθετεί.

Προεκτείνοντας την έμπνευση που του έδωσε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, το "Sound City" (2013), ένα ντοκυμανταίρ για το ομώνυμο θρυλικό στούντιο ηχογραφήσεων του L.A., ο Grohl έφτιαξε το "Sonic Highways", από άφθαρτο υλικό. Ένα παλιομοδίτικο άλμπουμ 8 κομματιών, διάρκειας 42 λεπτών, ηχογραφημένο on the road, σε μια «ταξιδιωτική» περιοδεία σε 8 πόλεις των Η.Π.Α., επιλεγμένες για το διαφορετικό χρώμα και τις μουσικές επιρροές που αναδίδει καθεμιά. Σικάγο, Νάσβιλ, Ώστιν (Τέξας), Joshua Tree (Καλιφόρνια), Νέα Ορλεάνη, Σηάτλ, Λος Άντζελες, Άρλινγκτον (Βιρτζίνια). Ως κερασάκι, σε κάθε ένα κομμάτι συμμετέχουν μουσικοί που συνδέονται ή ταυτίζονται με την περιοχή.
Παράλληλα, ο
Grohl ανέλαβε να κινηματογραφήσει και να σκηνοθετήσει ένα ντοκυμανταίρ που ήδη από τον Οκτώβριο που μας πέρασε προβάλλεται σε τηλεοπτικές συνέχειες στο HBO, όπου αναπαράγεται το ταξίδι του συγκροτήματος στις 8 πόλεις και τα ντεσού των ηχογραφήσεων διανθίζονται με συνεντεύξεις από μεγάλες μορφές που διαμόρφωσαν το τοπίο της αμερικάνικης μουσικής των τελευταίων 50 ετών, από τον Willie Nelson, τον Tony Joe White, τον Rick Nielsen, τον Rodney Bigenheimer και τον Billy Gibbons έως τον Steve Albini, τον Rocky Erickson και τον Dr. John.

Είναι ένα σάουντρακ; Ένα πιασάρικο πολυμορφικό προϊόν; Μια και δεν έχουμε την ευκαιρία να δούμε τα τηλεοπτικά επεισόδια (πέραν των trailer στο site του HBO), αυτό που μας μένει είναι το μουσικό άλμπουμ. Και αυτό έχει πράγματι χαρακτήρα. "A musical map of America," όπως δηλώνει ο Grohl. Οι Foo Fighters ξεδιπλώνουν αυτό τον χάρτη μπροστά στο κοινό, τον ισιώνουν με τον ακραιφνή κιθαριστικό ήχο τους και προσφέρουν αφορμές για εξερεύνηση επιρροών, καθώς τον αναμιγνύουν με τους απόηχους από το παρελθόν και γίνονται με τον τρόπο αυτόν πρεσβευτές της «παναμερικανικότητας» του ροκ ν' ρολ.

Ακούγεται γνήσιο σε σύλληψη όσο και μεγαλεπήβολο το εγχείρημα. Στην υλοποίησή του, πάντως, αποδεικνύεται και πετυχημένο, αναδεικνύοντας το σχήμα του Grohl σαν ένα από τα πιο σημαντικά στη σημερινή ροκ σκηνή. Ανανεώνει μέσα από το μουσικό αυτό ταξίδι τα ροκ αισθητήρια. Δεν είναι απλό κάτι τέτοιο για ένα πολυπλατινένιο γκρουπ, που το σύνηθες είναι να αναμασήσει διασκευές ή να υποκύψει σε τυχοδιωκτικές και κακοχωνεμένες ηχητικές παρεκκλίσεις από τα στάνταρ του. Εδώ η ταυτότητα του γκρουπ διατηρείται, αλλά εμπλουτίζεται. Ο Grohl τα καταφέρνει γιατί δεν είναι κολλημένος στα «ανεξάρτητα» γεννοφάσκια του. Θαυμάζει το κλασσικό ροκ, αλλά είναι πάντα γκαραζοπανκ μέχρι διαρρήξεως εγκεφαλικής ουσίας, είναι θαυμαστής του Lemmy, αλλά ταυτόχρονα και των The Knack, των Abba, των Beatles και των The Germs. Έχει αποδείξει, εξάλλου, ότι ζει για το ροκ, έχοντας συνοδεύσει πίσω απ΄τα τύμπανα με ενθουσιασμό 15χρονου φαν, Tom Petty, Prodigy, Slash, David Bowie, N.I.N., Stevie Nicks και Paul McCartney μεταξύ πολλών άλλων.

Χωρίς ηχητικές παρωπίδες λοιπόν, ο δίσκος γίνεται ένα όχημα περιπλάνησης στο αχανές χωνευτήρι των «Ηνωμένων»/διχασμένων πολιτειών, απ΄όπου ξεπήδησε το σύγχρονο αμερικάνικο ροκ. Το ηχογραφημένο στο Σικάγο "Something From Nothing" έχει τη γνώριμη πυρετώδη δομή των Foos, ενώ, σκαρφαλωμένη σ΄ένα σχεδόν μεταλλικό ριφ (ενισχυμένo από τα ακκόρντα του Rick Nielsen των Cheap Trick), η απεγνωσμένη κραυγή του Grohl "...f#ck it all, I come from nothing..." γίνεται το μανιφέστο επιβίωσης του αουτσάϊντερ, πέρα από γεωγραφικά και χρονικά πλαίσια. Το ηχογραφημένο στην Washington "The Feast And The Famine" είναι ένα ανυποχώρητο punk ξέσπασμα, βγαλμένο από «το σάουντρακ της εφηβείας μου», παραδέχεται ο Grohl (Minor Threat και Fugazi έρχονται στο νου), καθώς στα "gang vocals" είναι οι παλιοί του συνοδοιπόροι στους Scream, Peter Stahl και Skeeter Thompson. Στο ηχογραφημένο στη Nashville μελωδικό δυναμό "Congregation" (σε στυλ ύστερων Bad Religion), κάνει φωνητικά ο βραβευμένος με Grammy country τραγουδιστής Zac Brown. Στο ηχογραφημένο στο Austin του Τέξας "What Did I Do?/God As My Witness" ακούγεται η κιθάρα ενός 30χρονου που έχει ήδη αναγορευθεί «το μέλλον του τεξανού blues», του Gary Clark Jr.. Το "Outside", ηχογραφημένο στην έρημο της Καλιφόρνια, θα μπορούσε να θεωρηθεί η καρδιά του άλμπουμ, μια έντονη ηλεκτρική περιήγηση με αλλαγή τόνου κάπου στη μέση και λιτές, ατμοσφαιρικές φράσεις από τον μεγάλο Joe Walsh. Τα ριφ του "In The Clear" προεκτείνονται από τα πνευστά της "Preservation Hall Jazz Band", μιας μπάντας-θεσμού για την παραδοσιακή Jazz της Νέας Ορλεάνης. Το ψυχεδελίζον "Subterranean" φέρει τη σφραγίδα του Seattle όπου και έχει ηχογραφηθεί, εξ ου και τα υπνωτικά φωνητικά από τον 38χρονο τραγουδιστή των ανεξάρτητων Death Cab For Cutie, Ben Gibbard. Το δε επτάλεπτο "I Am A River" (ηχογραφημένο στη Νέα Υόρκη), έχει ένα απογειωτικό φινάλε, με έγχορδα της Los Angeles Youth Orchestra και μαέστρο τον μεγάλο Toni Visconti (παραγωγό του Bowie).

Ακόμη και το σερβίρισμα του μάρκετινγκ συνηγορεί για κάτι πέρα απ΄τα συνηθισμένα. Το άλμπουμ κυκλοφορεί με 9 διαφορετικά εξώφυλλα. Στα οκτώ απεικονίζονται μεταμοντέρνες συνθέσεις των αρχιτεκτονικών σημείων αναφοράς κάθε μιας από τις πόλεις στις οποίες αυτό ηχογραφήθηκε και στο ένατο κυριαρχεί (ενώ απλώς διακρίνεται σε όλα τα προηγούμενα) το σύμβολο της αιώνιας επανάληψης (το ξαπλωτό «8»), μια αναφορά τόσο στη σειρά που έχει το άλμπουμ στη δισκογραφία των Foos, όσο και στην αέναη ροή της ηλεκτρικής μουσικής, μέσα απ΄τις "ηχητικές λεωφόρους".

"We need a monument / and dreams will come / and dreams will come/ is there anybody there? / anybody there?" ωρύεται ο Grohl στο ρεφρέν του "Feast And The Famine". Ποιό να' ναι αυτό το «μνημείο» που ο Grohl ισχυρίζεται ότι «χρειαζόμαστε»; Ποιό το «ιερό δισκοπότηρο» του ροκ, ο ιερός του μονόλιθος; Ακόμη κι αν δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, το άλμπουμ των Foo Fighters μας λέει ότι αυτό που αξίζει είναι η θαρραλέα εξερεύνηση προς αναζήτησή του.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Soundgarden: "Echo of Miles"


Θέλοντας να κάνει ένα διάλειμμα ο Criss Cornel και η παρέα του στους Soudngarden, προκειμένου να παραμείνουν στην επικαιρότητα, κυκλοφορούν μια ακόμα best of συλλογή. Αυτή τη φορά όμως, τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά και το “Echo Of Miles” μας έρχεται στο πακέτο των τριών cd και δεν έχει μόνο την λειτουργία των καλύτερων τους κομματιών.


Ο λόγος είναι ότι τα τρία του τμήματα, “Origanls”, “Covers” και Oddities, είναι πάνω κάτω όπως περιγράφονται από τον τίτλο τους. Με λίγα λόγια…
  Το πρώτο cd, δηλαδή τοOriginals”, περιέχει στο σύνολό του 18 κομμάτια τα οποία πρόκειται είτε για ακυκλοφόρητα, είτε για εκδόσεις από Ep’s, είτε για live εκδοχές, είτε για b-sides και κομμάτια που έμειναν τελικά εκτός από τα αρχικά σχεδιασμένα b-sides.
  Το δεύτερο μέρος του με τίτλο Covers, έχει 17 τίτλους οι οποίοι προέρχονται από διασκευές σε τραγούδια που  βρήκαν θέση σε κάποια b-sides, σε άλλες συλλογές ή είναι ακυκλοφόρητα μέχρι σήμερα, στην μορφή στουντιακών ή ζωντανών εκτελέσεων.
  Το τρίτο και τελευταίο δισκάκι που λέγεται Oddities, βασίζεται κυρίως στα b-sides και Ep’s που έχουν βγάλει όλα αυτά τα χρόνια, με τα 15 συνολικά τραγούδια του να περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων, re-mix εκδόσεις και ακυκλοφόρητους τίτλους.
  Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, το πακέτο αυτό, απευθύνεται περισσότερο στους είδη υπάρχοντες οπαδούς και φίλους τους επειδή πρόκειται για “τυράκι” που θα κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον τους,  χωρίς όμως να αποκλίνει από το να κερδίσει και μερικούς καινούριους.
Έχει μεν την λειτουργία μιας συλλογής αλλά δεν στέκεται μόνο σε αυτό καθώς κάνουν ένα παραπάνω βήμα δίνοντας στους ακροατές τους αδέσποτα κομμάτια και άλλα που έμειναν στο συρτάρι για χρόνια επιχειρώντας να δημιουργήσουν έναν λόγο για να μην τους “ξεχάσουν”.

Γιώργος Βαλιμίτης

AC/DC: "Rock Or Bust"



Από αμνημονεύτων, εδώ και τριάντα κάτι χρόνια που άρχισε να γράφει το δικό μου μουσικό ρολόι, κάθε καινούριο της συμμορίας των Αυστραλών ήταν η χρυσή μας ευκαιρία. Να επιβεβαιώσουμε γιατί ακούμε αυτή τη μουσική. Να επιχειρηματολογήσουμε για ποιό λόγο το καθαρόαιμο ροκ ν΄ρολ δε χρειάζεται πειράματα. Να παραδειγματίσουμε πώς ένα μεγάλο γκρουπ ξέρει να επιστρέφει, όσο κι αν απουσιάζει.



Να πανηγυρίσουμε που μέσα σους διάφορους εποχιακούς μουσικούς συρμούς κατορθώνει και γίνεται γίνεται mainstream, με ταυτότητά του του έναν μικροσκοπικό σάτυρο με σχολική στολή και μια διαολεμένη Gibson ανά χείρας.
Μετά την οριακή συναυλία τους στο Ο.Α.Κ.Α. το Μάϊο του '09, οι αφοσιωμένοι πιστέψαμε ότι ναι, το είδαμε, μπορεί να υπάρχει παράδεισος. Ακόμη και οι άπιστοι Θωμάδες προσκύνησαν. Αγέραστοι. Άφθαρτοι. Οι δεύτεροι Stones. Ξεχάσαμε φαίνεται ότι όλων η φτιάξη, ταλαντούχων κι ατάλαντων, γράφει στην ούγια περίπου τα ίδια υλικά.

Τα νέα για τον Malcolm όσο καθυστερούσαν να επιβεβαιωθούν, τόσο περισσότερο μας προετοίμαζαν για το χειρότερο. Η αδόκητη καταδίκη του σε αργό κι επώδυνο εκφυλισμό των εγκεφαλικών του λειτουργιών από alzheimer στα 61, κανονικά θα έπρεπε να διαλύσουν την τελευταία πιο αξιόπιστη και πιο ξεροκέφαλη μηχανή του ροκ. Η κατάσταση έμοιζε να μην έχει γυρισμό, όταν έγινε γνωστή και η σύλληψη του ντράμερ Phil Rudd για συμμετοχή σε απόπειρα ανθρωποκτονίας. Το γκρουπ, σε χειρότερη ίσως θέση ακόμη κι από κείνον τον Φεβρουάριο τριάντα πέντε σχεδόν χρόνια πίσω, όταν έχασε τον Bon Scott. Κι όμως το "Rock Or Bust", το 15ο άλμπουμ τους σε 40κάτι χρόνια ιστορίας, προαναγγέλθηκε μέσα στο καλοκαίρι και μόλις κυκλοφόρησε. Ως γνωστόν, ο μόνος τρόπος να ξεπεράσουν τα χτυπήματα, είναι να προχωρήσουν.  

Ο μεγαλος απών έχει συμμετάσχει, λέει ο Angus, στο γράψιμο των τραγουδιών και αυτού του δίσκου. Ακούγεται περισσότερο με φόρο τιμής παρά με αλήθεια. Ηχογραφημένο σε τρεις εβδομάδες, το άλμπουμ είναι πολύ μικρό σε διάρκεια (μόλις 34'), με τα περισσότερα απ΄τα 11 κομμάτια του να στριμώχνονται στα τρία λεπτά. Ο Angus -πιο κουρασμένος από ποτέ, αδελφός είναι αυτός- με το γνωστό αυστραλιανό του τραύλισμα έχει δηλώσει ότι ήταν σκόπιμο να προσεγγίσουν ένα «'60s κλίμα», να δώσουν μια αίσθηση αμεσότητας στο αποτέλεσμα.

Όσον αφορά το πόσο λείπει όμως απ΄αυτό το τελικό αποτέλεσμα η ρυθμική ραχοκοκκαλιά και το συνθετικό άγγιγμα του Malcolm, δεν μπορεί κανείς να πει ψέμματα. Κανένα χέρι δεν είναι ίδιο με του Malcolm στο να εκδικείται τις χορδές, κανένα κοφτό ακκόρντο δεν παίζεται με την ίδια ρηξικέλευθη μονομανία του ανθρώπου που δημιούργησε αυτή την ίδια την αίσθηση. Πάντως, η οικογένεια Young κατέφυγε στην μόνη λογική λύση: να διατηρήσει το DNA του ήχου και κυριολεκτικά. Ο 58χρονος Stevie Young - ανιψιός των αδελφών Young, γιος του άλλου αδελφού, Stephen Young (ήταν ο ίδιος που το Μάη του '88, στην περιοδεία του "Blow Up Your Video" είχε και πάλι ντουμπλάρει το θείο Malcolm που εκείνη την περίοδο είχε δυσεπίλυτες διαφορές με το μπουκάλι) αναλαμβάνει τη ρυθμική κιθάρα. Τότε ήταν φτυστός ο θείος, τώρα είναι ένα αγριεμένο γεροπαλλήκαρο, με κόμμωση που προδίδει την ηλικία του (αν και δίπλα σε τοτέμ όπως ο Malcolm δεν έχει τύχη κανένας αντικαταστάτης).

Η παγκόσμια προσμονή για το καινούριο υλικό έχει επιταθεί από την κυκλοφορία των δύο σινγκλ, νωρίτερα μέσα στο φθινόπωρο. Με που μπαίνει το ημίαιμο αγρίμι (διασταύρωση "Nervous Shakedown" με "Back In Black"), "Rock Or Bust", νιώθει κανείς τη σχεδόν ενδοφλέβια επίδραση του πατενταρισμένου ηλεκτρισμού των AC/DC. Το βίντεο με την κυκλική αρένα τω παπουδοειδών οπαδών, γεμάτων τατού και ραφτά, είναι ό,τι πιο κοντινό σε εκκλησίασμα -  Βοήθειά μας. Κατά πόδας ακολουθεί το "Play Ball", μ΄αυτό το ελλειπτικό Keithrichardειο ριφ κι ένα βίντεο γεμάτο καμπυλοειδείς προκλήσεις (το λογοπαίγνιο με το "balls" τον έχουν εφεύρει οι ίδιοι καμιά σαρανταριά χρόνια πριν). Τα σινγκλ, από το '88 και μετά, είναι κατά κανόνα μέσα στα καλύτερα κομμάτια των δίσκων τους. Πάντα σφιχτοδεμένα, φέρνουν στο μυαλό τα βασικά συστατικά του ήχου τους, με ρεφραίν που κρατάνε. Αυτό συμβαίνει και εδώ. Από το τρίτο κομμάτι και μετά όμως, μια αναμονή για μια έξαρση που δεν έρχεται. Το "Rock The Blues Away" κρατάει το ενδιαφέρον με τα ράθυμα gang vocals, αλλά το "Miss Adventure" είναι σαν outtake από οποιοδήποτε άλμπουμ τους από το "Razor's Edge" και μετά. Το "Dogs Of War", αργόσυρτο και αυθεντικά απειλητικό προβιβάζεται, αλλά το "Got Some Rock & Roll Thunder" μοιάζει με επανεκτέλεση του "Money Made" (από τα λίγα μέτρια του ".Ice"). Το "Hard Times" είναι ξαδερφάκι του "Danger", με λιγώτερα δεύτερα φωνητικά και το "Baptism By Fire" είναι σαν κάτι που έμεινε δίκαια έξω απ΄το "Ballbreaker". Το "Rock The House", άλλο ένα mid-tempo με τον Johnson να κυριαρχεί, θα χρειαζόταν επιμελές γυάλισμα και 20'' παραπάνω χώρο για ένα κανονικό σόλο του Angus. Πάνω που το "Sweet Candy" χτυπάει στόχο -ένας ηλεκτροκίνητος δεινόσαυρος με αναβάτη τον Angus να ξεχειλώνει την SG- κλείνει στα γρήγορα το δίσκο το "Emission Control", ένα boogie της σειράς, που ακόμη κι αν το άφηναν σε κάποιο box set για το μέλλον, κανείς δεν θα παραπονιόταν.

Η ρυθμική βάση (Rudd/ Williams) είναι πάλι στιβαρή, ο Angus είναι που μερικές φορές κρύβεται από την κάπως βιαστική μίξη. Κρίμα, μια και η φωνή του Brian Johnson ακούγεται 20 χρόνια νεώτερη, κάτι που έχει να κάνει σίγουρα με τα Warehouse Studios του Vancouver, τον παραγωγό Brendan O' Brien και τον μίκτη Mike Fraser.
Το όλο άλμπουμ παραπέμπει σε "Flick Of The Switch", μ΄εκείνο το εμμονικό, ξερό μεταλλαγμένο blues της μετά-Mutt Lange- εποχής, αυτή τη φορά πιο δυνατά ηχογραφημένο, αλλά σχεδόν καθόλου ραφιναρισμένο. Το πάθος στην εκτέλεση πάντα εκεί, τα θανατηφόρα hooks όμως περιορισμένα. Σχεδόν όλο το υλικό μια ταχύτητα πιο κάτω (το "Play Ball" είναι το πιο γρήγορο). Η ένταση και τα δαιμονιώδη κομμάτια του μόλις έξι χρόνια παλιού "Black Ice", απουσιάζουν χαρακτηριστικά. Αν εξαιρέσει κανείς τα δύο σινγκλ, υποφέρουν σχεδόν όλα από τετριμμένους τίτλους. Αυτό και το και το "Stiff Upper Lip" θα πρέπει να είναι τα δύο άλμπουμ με τα λιγώτερα αξιομνημόνευτα κομμάτια. Πώς νιώθει ο πιστός fan αναλογιζόμενος ότι μπορεί να είναι η τελευταία τους στουντιακή παραγωγή; Άβολα...

Και οι πλέον αιθεροβάμονες γνωρίζουν ότι δεν είναι η εποχή για να περιμένουμε τη δευτέρα παρουσία από τους όλο και λιγώτερους ζώντες θρύλους της μουσικής. Προτιμώτερο ως πιστοί, κάθε δισκογραφικό σημάδι απ΄το θεό του ροκ ν΄ρολ να το καλοδεχόμαστε με αγαλλίαση, αλλά και με τη δέουσα συγκατάβαση. Δεν υπάρχει κι επιλογή, εδώ που τα λέμε. Τα χρόνια δεν γυρνάνε πίσω, it's rock or bust. Για σήμερα, για αύριο, για όσο πάει...

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

CELEBRATING JON LORD: "The Rock Legend"


Όταν περιγράφουμε έναν μουσικό θρύλο, πιστεύω ότι δε λαθεύουμε μιλώντας για τον μοναδικό μαέστρο Jon Lord και το rocktime.gr "παρουσιάζει" τη μεγάλη γιορτή που οργάνωσαν οι φίλοι και συνεργάτες του πριν από μερικούς μήνες.

Ο μουσικός θεσμός του The Sunflower Jam ξεκίνησε στα 2006 από την κ. Jacky Paice, σύζυγο του συνοδοιπόρου του Jon Lord  για δεκαετίες στη μουσική και τη ζωή,  του ακούραστου ντράμερ των Deep Purple, Ian Paice και αφορμή ήταν  μία συνάντηση που είχαν με έναν νεαρό οπαδό των Purple που είχε κτυπηθεί από καρκίνο. Τότε λοιπόν ο  Ian Paice με το φίλο και συνεργάτη του για πολλά χρόνια  Jon Lord, χάρισαν μερικές υπογεγραμμένες αφίσες στο νεαρό, που έπειτα από δύο εβδομάδες δυστυχώς κατέληξε ο νεαρός που είχε νοσηλευθεί στο University College London και του είχε παρασχεθεί φροντίδα και περίθαλψη εξαιρετική στο ιατρικό κέντρο. Γνωρίζοντας το γεγονός αυτό η Jacky Paice θέλησε να συγκεντρώσει χρήματα για το κέντρο και έτσι το Sunflower Jam γεννήθηκε…
Πολλοί διάσημοι μουσικοί, όπως οι Robert Plant, Brian May, Alice Cooper και μέλη -πρώην και νυν- των Deep Purple , εμφανίστηκαν τα προηγούμενα χρόνια στη μουσική τελετή/γιορτή τα προηγούμενα χρόνια που ζούσε ο Lord. Το 2012, ο Lord μας αποχαιρέτησε νικημένος από τον καρκίνο και έτσι το  2014 το Jam αφιερώθηκε σε αυτόν το show  χωρίστηκε σε δύο μέρη: στο πρώτο τιμήθηκε η συνεισφορά του  στην κλασική μουσική και στο άλλο για την συνθετική του παρουσία και όχι μόνο, στην rock.
Το cd αφιερωμένο στον κλασικότροπο συνθέτη Jon Lord ανοίγει με την σύνθεση  "Fantasia" σύνθεση που υπήρχε στο δεύτερο προσωπικό δίσκο του, το  Sarabande. Την  Orion Orchestra διευθύνει ο  Paul Mann ενώ την  rock μπάντα  καθοδηγεί ο Wix Wickens από το προσωπικό σχήμα του Paul McCartney. Η σύνθεση ξεκινά με μία μεγαλοπρεπή rock εισαγωγή  πριν τα κλασικά όργανα της ορχήστρας αναλάβουν. Ο Lord γνώριζε καλά, πώς να αναμειγνύει το κλασικό με τα rock στοιχεία καλύτερα από τον καθένα και το εναρκτήριο αυτή σύνθεση το αποδεικνύει περίτρανα!!!
Το "All Those Years Ago" ερμηνεύεται από τον Steve Balsamo ερμηνευτή στη μπάντα του  Jon Lord Band και ο  Micky Moody συνοδεύει με την κιθάρα του. Με τον ήχο των μεσανατολίτικων πλήκτρων να συνοδεύονται από την κιθάρα την στιγμή που ο  Balsamo έχει μία παθιασμένη ερμηνεία συνοδευόμενος από το πιάνο: ΘΑΥΜΑ!! Στο ίδιο πνεύμα ερμηνείας και το "Pictured Within", μία θαυμάσια μπαλάντα ερμηνευμένη από τον Miller Anderson.
Ο  rock δίσκος ξεκινά με το "Things Get Better". Μία σύνθεση γεμάτη ψυχή διανθισμένη  με πνευστά και τον αξεπέραστο ήχο του Hammond οργάνου και τη φωνή του Paul Weller. Στο ίδιο ύφος και το "I Take What I Want", επίσης με τον Weller. Για όλους όσους γνώρισαν τον Lord μόνο από τις hard rock δουλειές του, πραγματικά αυτές οι συνθέσεις είναι μοναδικές. Ο Balsamo επιστρέφει και συνεπικουρούμενος από τους  Sandi Thom και  Moody δίνει μία συναισθηματική απόδοση του αιώνιου ύμνου "Soldier Of Fortune". Όλες αυτές οι συνθέσεις από την συγκεκριμένη περίοδο των  Deep Purple δεν παρουσιάζονται συχνά πλέον και έτσι είναι πραγματικά καλοδεχούμενες , όπως ακριβώς προσαρμόζει ο Balsamo την εκτέλεση από τον  David Coverdale στη φωνή του. Η αποθέωση υπάρχει, όταν ο  αειθαλής Glenn Hughes , επιστρέφει για το  φανταστικό "You Keep On Moving" συνοδευόμενος με την ονειρική συντροφιά των Paice, Don Airey , Moody και  Bruce Dickinson και το αξεπέραστο  "Burn" στο οποίο συμμετέχει και ο πολύς  Rick Wakeman στα πλήκτρα. Ίσως το μοναδικό ατόπημα είναι η θαμμένη κιθάρα στο "Burn" στη μίξη που ανεβάζει πλήκτρα και ορχήστρα! Το προσωπικά αγαπημένο," This  Time  Around "ακολουθεί σε μία εκπληκτική ερμηνεία του  Glenn Hughes...τα λόγια περιττεύουν και το συναίσθημα ξεχειλίζει….
Η τωρινή σύνθεση των  Deep Purple κλείνει το show, αρχίζοντας με το  "Uncommon Man" , από το νέο δίσκο τους και είναι βέβαια αφιερωμένο στο  Lord. Ο κιθαρίστας Steve Morse επιδεικνύει την κιθαριστική του δεξιοτεχνία ενώ ο  Ian Gillan δυνατότερος από ποτέ είναι αψεγάδιαστος φωνητικά. Εξαιρετικές οι εκδοχές από τα Purple διαμάντια  "Lazy" και  "Perfect Strangers" σε ταιριαστή αρμονία με την ορχήστρα (πρωτοπόροι και σε αυτό οι Purple από τη δεκαετία του 70 ) ενισχύονται από τους  Dickinson, Wakeman, Moody, Phil Campbell και τον  Bernie Marsden στην πρώτη επιτυχία τους από τη δεκαετία του 70, το  "Hush" το τραγούδι που όλα ξεκίνησαν για τους  Deep Purple.

Το "The Sunflower Jam" είναι η ετήσια σύναξη των αστεριών του κλασικού ροκ, της κλασικής μουσικής του 20ου αιώνα , όπως αναφέρει κι ο ειδήμων περί τους Purple και Blackmore, φίλος Κώστας Θ., στο   Royal Albert Hall για να τιμήσουν το μαέστρο των πλήκτρων  Jon Lord, που άφησε τον κόσμο της μουσικής φτωχότερο το  2012. Ήταν όλοι εκεί : από τους  Deep Purple, στην σημερινή εκδοχή της μπάντας, από την  MkIII ο μπασίστας/τραγουδιστής Glenn Hughes, ο πρώην -Yes θρύλος των πλήκτρων Rick Wakeman, των  Iron Maiden ο τραγουδισταράς  Bruce Dickinson, ο σολίστας τραγουδιστής Paul Weller , και οι μουσικοί συνοδοιπόροι του εκλιπόντος στους Whitesnake, κιθαρίστες Micky Moody & Bernie Marsden (ο τελευταίος έπαιξε μαζί του στους βραχύβιους ( Paice, Ashton, & Lord band).
Έτσι , παρουσιάζεται το  blues-funk κλασικό από τους  PAL "Silas and Jerome", με τον  Phil Campbell στη φωνή και τον  Marsden στην κιθάρα. Να μην παραλείψω  εκτός από το "Lazy", "When a Blind Man Cries", "Perfect Strangers", και το  "Black Night", όπως και μερικές συνθέσεις από τον πρόσφατο δίσκο των Purple  το Now What? κάνουν τη βραδιά μοναδική!
Μπορεί ο ΜΑΕΣΤΡΟΣ, Jon Lord να εγκατέλειψε τον κόσμο πρόωρα, όμως το πνεύμα του μέσα από το ζωντανό αυτό πειστήριο θα μείνει στους ανθρώπινους αιώνες! Σπουδαίο υλικό αξίζει να αγοραστεί μόνο στην υπερπλούσια έκδοση (Super Deluxe Edition)!!!!

Υ.Γ: Φυσικά, δε γκρινιάζω για την απουσία των Blackmore, Coverdale, συνήθισα πλέον 3 δεκαετίες, όσο , για τον πανταχού παρόντα σε άλλες εκδηλώσεις λαλίστατο Κ J.L. Turner , τουλάχιστον τραγουδά τις συνθέσεις του Blackmore  και του μαέστρου και κερδίζει τίμια το μεροκάματο.

Nότης Γκιλλανίδης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...