Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

YES: "Heaven and Earth"



www.rocktime.gr

Με το 21ο άλμπουμ τους σε 45 χρόνια και με μέλη (Howe/Squire/Downes/White) που συλλογικά έχουν υπογράψει περισσότερες μικρές συμφωνίες κι από συνθέτη του 18ου αιώνα, οι Yes επανέρχονται ακμαίοι. Ο Jon Anderson δεν είναι στις τάξεις τους από το 2008 και ο Καναδός Benoît David, του “Fly From Here” (2011) ήταν μια βραχύβια λύση.



Αναπόφευκτα λοιπόν, οι προβολείς θα υποβάλλουν σε εξονυχιστική κριτική την όποια συμβολή στον ήχο τους του νέου τραγουδιστή, αυτού που κυριαρχεί στο μεγαλεπήβολο Heaven And Earth”. O 43χρονος Αμερικανός John Davison, με μια φωνή ανατριχιαστικά όμοια με του Anderson, δεν είναι ένας κλώνος του μοναδικού αυτού ξωτικού. Με σπουδές ηχοληψίας και μουσικής παραγωγής το Seattle, περιοδεύοντας ως κανονικό μέλος των φευγάτων αβαν-γκαρντιστών Sky Cries Mary απ΄το Seattle και των λάτρεων του Tolkin προγκρέσιβ ελιτιστών απ΄το Tennessee, Glass Hammer, έχει υποβληθεί για πάνω από είκοσι χρόνια στις δέουσες θυσίες για τα ροκ πιστοποιητικά του. Το ότι επιλέχθηκε το 2012 ως η νέα φωνή των Yes δεν είναι μόνο μια δικαίωση για το ταλέντο και την ανθεκτικότητα των μουσικών του αισθητηρίων, αλλά και ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα για έναν “άσημο” αλλά ισόβιο θαυμαστή του προοδευτικού ήχου.
Ο Davison αναμίχθηκε κατά πολύ στην σύνθεση των κομματιών του καινούριου άλμπουμ, πράγμα εσκεμμένο, σύμφωνα με τον πατριάρχη του γκρουπ Chris Squire. Οι στίχοι, δε, είναι και αυτοί σχεδόν όλοι δικοί του. Ο τίτλος και η θεματική των στίχων αποπειράται να συνδυάσει τη δυαδικότητα του φθαρτού, υλικού κόσμου και του αγνώστου, του πνευματικού κόσμου, μέσα από τα μουσικά αισθητήρια ανθρώπων που κοντεύουν να ολοκληρώσουν την έβδομη δεκαετία της ζωής τους. Η ανανέωση ήταν ο στόχος και πέτυχε.
Οι Yes ήταν ούτως ή άλλως μια κολεκτίβα με ιδιάζοντα μουσικά κριτήρια. Μια μπάντα για μουσικούς – οραματιστές, ανοικτή στο κοινό των εποχών μόνον αν το κοινό είχε μάθει και ήξερε να ακούει. Είναι μια μπάντα με μακρύ παρελθόν, που υποδέχθηκε και εγκόλλησε στις τάξεις της το νέο μέλος της όπως το ’71 τον Wakeman, το ’74 τον Patric Moraz, το ’80 τον Horn και τον Downes, το ’84 τον Rabin. ‘Ηδη μετά από 45 χρόνια δισκογραφικής παρουσίας, επιστρατεύουν πάλι τον Roger Dean για την δημιουργία του ονειρικού εξωφύλλου, πείθοντας ότι η κολλεκτίβα τους συνεχίζει να βάζει ταιριαστές ψηφίδες στο εντυπωσιακό δια βίου καλλιτέχνημά της.
Η εκφραστική γκάμα και η μελετημένη στιχουργική ύφανση του Davison, ο εκτελεστικός αυτοέλεγχος των -larger than life- Steve Howe, Chris Squire και η μετρημένη παρουσία των κήμπορντς του δεσποτικού και ανέκαθεν με ποπ κλίσεις Geoff Downes δημιουργούν ένα άλμπουμ περιπετειώδες αλλά και μελωδικά στιβαρό, μέσα από ένα ηχητικό αποτέλεσμα που παραπέμπει απευθείας σε κλασσικές στιγμές των Yes. Ειδικά τα “Believe Again”, “It Was All We Knew”, “In A World Of Our Own”, “Subway Walls” είναι ολοκληρωμένα τραγούδια που τιμούν τον μακρύ και βαρύ κατάλογο του ιστορικού σχήματος.
Την παραγωγή υπογράφει ο Roy Thomas Baker. Μαζί του οι Yes είχαν αποπειραθεί να δουλέψουν στα τέλη ’79 στο Παρίσι, στα session που κατέληξαν στο αμφιλεγόμενο “Drama” και την προσωρινή αποχώρηση του Anderson. Ασφαλώς και δεν αποτελεί εγγύηση ποιότητας το όνομα κανενός παραγωγού, αλλά ας μη λησμονούμε ότι ακόμη και οι svengali των ποτενσιόμετρων (και πλέον των οθονών αφής), και αυτοί έχουν σήμερα αρκετά να αποδείξουν. Όπως το ότι δεν έκαναν το όνομά τους διπλαρώνοντας κάποια μουσικά μυαλά που ούτως ή άλλως θα έλαμπαν. Εδώ ο Baker αποδίδει το έργο των Yes με διαύγεια και ευστοχία. Όπως είναι γνωστό, κάτι τέτοιο είναι δύσκολο να το πετύχει ο ο παραγωγός όταν έχει να αντιμετωπίσει εννιάλεπτα κομμάτια
Το Heaven And Earth” είναι ένα ενδιαφέρον άλμπουμ το οποίο κυρίως μας καλεί να αφήσουμε τις ευκολίες περί “δεινοσαύρων” κατά μέρος. Πάντοτε οι Yes έπαιζαν μουσική δυσκολοχώνευτη, αρνούμενοι να επιβιβαστούν το hype, μάλλον δημιουργώντας το (στα ‘70s) ή και εφαρμόζοντάς το στα δικά τους ποιοτικά μέτρα (με τα “90125” και “Big Generator” στα ‘80s). Κανείς δεν δικαιούται να σχολιάζει και να σφυγμομετρά την δημοφιλία ή την διαχρονικότητα της μουσικής με βάση την ηλικία των μουσικών. Ιδίως αν το αποτέλεσμα έχει το ειδικό βάρος αυτού του άλμπουμ.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Bellicose: "Love On Ice"


Η ιστορία των Bellicose, προέρχεται από πολύ παλιά και συγκεκριμένα, από το 1983. Το συγκρότημα δημιουργήθηκε στο Ντάλας, Τέξας, ΗΠΑ, όταν τα μέλη 2 τοπικών συγκροτημάτων ένωσαν τις δυνάμεις τους. Ο Joey Darcangelo ήταν τραγουδιστής των Sabotage και οι Ru Spearman και Michael Laurence ήταν οι κιθαρίστες της μπάντας Rokker και από αυτούς τους τρεις, προέκυψαν οι Bellicose.


Ηχογράφησαν κατά διαστήματα διαφορετικών εποχών, ποικιλίες από demos, τα οποία δεν τα δημοσίευσαν ποτέ έως τώρα στο κοινό.
Ο μοναδικός σκοπός του κάθε demo, ήταν να τους βοηθήσουν, ώστε να εντοπιστούν από μεγάλες δισκογραφικές. Η μπάντα, παρέμεινε πολύ απασχολημένη καθώς έγραφε και ηχογραφούσε νέο υλικό προκειμένου να το στέλνει σε διάφορες εταιρίες κάθε τρείς μήνες.
  Ένα βασικό σημείο στην καριέρα της μπάντας, ήταν η υπογραφή με το μάνατζμεντ της ΜΚΜ όπου τους πρότειναν να ηχογραφήσουν επίσημα το ντεμπούτο άλμπουμ τους και να το κυκλοφορήσουν ιδιωτικά, με το σκεπτικό να αποχτήσουν μια πιο επαγγελματική παρουσία ούτως ώστε να υπογράψουν σε μια μεγάλη εταιρία. Το ντεμπούτο τους ’’Love On Ice’’ ηχογραφήθηκε στα Sound Logic Studio στο Ντάλας, Τέξας και κυκλοφόρησε σε cd το 1989. Το line-up του, αποτελείται από τους Joey Darcangelo (φωνητικά), Michael Laurence (κιθάρα), Ru Spearman (κιθάρα), Tim "Chopper" Grugle (τύμπανα) και Steven Grillo (μπάσο).
  Η μπάντα αντιμετώπισε διάφορες αλλαγές στη σύνθεση της ανα τα χρόνια, με το αρχικό line-up να αποτελείται από τους Joey Darcangelo (φωνητικά), Michael Laurence (κιθάρα), Ru Spearman (κιθάρα), Staley Rogers (μπάσο) και Mike Gage (τύμπανα ) (1984). Ο Staley άφησε τη μπάντα αμέσως μετά το πρώτο demo του 1985, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον Rick Rivera που έδωσε τη θέση του στον Steven Grillo. Λίγο μετά από αυτό, εγκατέλειψε τους Beliicose και ο Mike Gage, όπου το 1987 ήρθε στο συγκρότημα ο Tim "Chopper" Grugle. Έπειτα ξαναήρθε ο Staley, έφυγε πάλι όμως και οι αλλαγές συνεχίστηκαν μέχρι το 1991.
  Το ντεμπούτο τους, το έστειλαν σε όλες τις μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες, σε  ραδιοφωνικούς σταθμούς του κολεγίου, σε τοπικά και εθνικά περιοδικά, αλλά τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα. Παρόλα αυτά, δεν το έβαλαν κάτω και συνέχισαν να γράφουν μουσική ενώ οι αποχωρήσεις εξακολουθούσαν να τους πληγούν με αποτέλεσμα να διαλυθούν λίγο καιρό αργότερα.
  Τα περισσότερα από τα μέλη του συγκροτήματος παρέμειναν φίλοι και εξακολουθούν να διατηρούν επαφές, έτσι, το 2013 αποφάσισαν να επανενωθούν. Η σημερινή σύνθεση είναι: Joey Darcangelo (φωνητικά), Ru Spearman (κιθάρα & φωνή), Eric Keathley (κιθάρα & φωνή), Zak Johnsosn (μπάσο & φωνητικά), Tim "Chopper" Grugle (τύμπανα). Ακολούθησαν μερικές δυνατές συναυλίες και στη συνέχεια υπέγραψαν με την Arkeyn Steel Records.
  Στο νέο κεφάλαιο που άνοιξε για αυτούς, επανακυκλοφορούν το πρώτο τους δίσκο, μαζί με 7 κομμάτια από demo ηχογραφήσεις, σε remaster μορφή με τα 9 πρώτα, να είναι αυτά που κυκλοφόρησαν στο αρχικό cd του 1989. Ο ήχος τους είναι μια μίξη που παντρεύουν το glam rock με το μελωδικό heavy/power. Οι επιρροές τους είναι εμφανής καθώς έχουν πολλά στοιχεία κυρίως από Iron Maiden, Judas Priest και λίγο Motley Crue, δίνοντας περισσότερο έμφαση στη μελωδία και στις δισολίες. Αν μπορούσαν σήμερα να συγκριθούν με κάποια μπάντα, θα έλεγα ότι συνεχίζουν κοντά στα χνάρια που βαδίζουν οι White Wizard, ειδικά φωνητικά, μου θυμίζουν πολύ τον Wyatt Anderson.
  Ακούγονται ευχάριστα και για την εποχή που βγήκε αρχικά ο δίσκος, ήταν πολύ δυνατός ομολογώ. Καταφέρνουν στο σήμερα, να περάσουν αυτά τα στοιχεία του τότε μιας και τα τραγούδια τους, μπορεί να μην είναι όλα κολλητικά, αλλά τα ακούς άνετα στο repeat χωρίς να σε κουράζουν. Μέσα στο άλμπουμ, υπάρχουν διάσπαρτες ωραίες αρμονικές, πολύ καλές δουλείες και εμπνεύσεις, αλλά αισθάνομαι ότι κάπου χάνονται. Ο λόγος που είμαι ‘’διστακτικός’’, είναι η παραγωγή του, η οποία ακόμα και μετά το remaster, ακούγεται στα δικά μου αφτιά, αρκετά παλιό, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα κακό ή να επηρεάζει ιδιαίτερα μιας και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πρόκειται για δίσκο από το παρελθόν. Αν από την άλλη, σκεφτείς όμως πως σε περίπτωση που γυαλίζανε τη παραγωγή παραπάνω μπορεί να έχανε την αίγλη του, οδηγείσαι στο συμπέρασμα ότι είναι και λίγο δίκοπο μαχαίρι. Όμως! Με τη προϋπόθεση ότι ακούς ένα άλμπουμ παλιάς κοπής, τότε μπορείς άνετα να πεις, πως πρόκειται για αδικοχαμένο διαμάντι που ίσως δε μάθουμε ποτέ το τι πραγματικά έφταιξε και δεν ξεχώρισε τότε. Κάτι άλλο που δεν καταλαβαίνω επίσης, είναι γιατί τα demos έμειναν εκτός δίσκου αφού είναι κομματάρες και όχι απλά συμπλήρωμα του δίσκου.
Συμπέρασμα: Το ‘’Love On Ice’’, αποτελεί μια καλή επιλογή (κυρίως) για όσους είναι νοσταλγοί του παλιού ήχου και καλή επένδυση για εκείνους που αγαπούν το ατόφιο μέταλλο.
Καλό είναι όσοι αρέσκονται τα άγνωστα και ξεχασμένα συγκροτήματα να σπεύσουν να αγοράσουν το συγκεκριμένο cd, θα το βρει κανείς σε μια περιορισμένη έκδοση 1000 αριθμημένων αντίτυπων για όσους ενδιαφέρονται από την http://www.arkeynsteel.com/ και την http://www.steelgallery.com/.


Γιώργος Βαλιμίτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...