Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Η σύντομη διαδρομή των SIGNAL

Η αποχώρηση του Mark Free από τους King Kobra το 1986, ύστερα από μία σχετικά πετυχημένη συνεργασία, τον ανάγκασε να δημιουργήσει το δικό του συγκρότημα που ονομάστηκε SIGNAL.
Το 1987 έκανε την πρώτη του επαφή με τον μπασίστα Eric Scott (Idle Tears, Alice Cooper) και τον ντράμερ Jan Uvena (είχε συνεργαστεί με τους Alcatrazz και Alice Cooper). Προβληματίστηκαν όμως αρκετά στην εύρεση ενός καλού κιθαρίστα. Αρχικά βρήκαν τον Μike Slammer (Streets, City Boy και μετέπειτα Steelhouse Lane, Seventh Key), όπου όμως βοήθησε μόνο στις πρώτες ηχογραφήσεις γιατί κατέληξαν τελικά στον κιθαρίστα Danny Jacob ( είχε περιοδεύσει με την Sheena Easton).

Το θετικό για τους SIGNAL ήταν ότι η προηγούμενη δισκογραφική πορεία του Mark Free με τους King Kobra, άνοιξε τον δρόμο στο καινούργιο του σχήμα να υπογράψουν άμεσα συμβόλαιο με την ΕΜΙ! Δυσκολεύτηκαν όμως στο κομμάτι της παραγωγής μιας και ήθελαν τον Danny Kotchmarr αλλά οι υποχρεώσεις του με τον Don Henley δεν τον άφησαν να συνεργαστούν και κατέληξαν στον Kevin Elson (Journey, Europe).
Προηγουμένως όμως ο Mark Free, έγραφε τραγούδια για ένα soundtrack της Metal Blade αλλά και για τους SIGNAL και αφού η ΕΜΙ είδε ότι καθυστερούσαν την κυκλοφορία του παρθενικού τους δίσκου, κατάφεραν ύστερα από πιέσεις και μικροπροβλήματα  το 1989 να κυκλοφορήσουν το κλασσικό “LOUD AND CLEAR”.

Το συγκεκριμένο άλμπουμ  αποτελεί μία από τις σημαντικότερες κυκλοφορίες του λεγόμενου melodic/aor ήχου. Η υπέροχη φωνή του Mark Free (όπου μετά έκανε αλλαγή φύλλου και μετονομάστηκε σε Marcie Free) με φοβερά τραγούδια όπως τα “Arms Of A Stranger”, “Does It Feel Like Love”, “Liar”, “Go”, “Wake Up You Little Fool”  δημιούργησε μία ευχάριστη έκπληξη στους οπαδούς του συγκεκριμένου ήχου αφού αποτελείτο από ένα μίγμα από Survivor, Journey, Giant και Asia.
Ο δίσκος περιέχει υπέροχα μελωδικά διαμάντια ποτισμένα με  ουράνιες ερμηνείες συνοδευμένα με δυνατές κιθαριστικές εκτελέσεις. Στη συνέχεια ακολούθησε μία σειρά συναυλιών και στα πλήκτρα συμπληρώθηκε το κενό με  τον οργανίστα Tom Coster Jr, γιο του μεγάλου κιθαρίστα Carlos Santana ενώ πολύ αργότερα, το 2000, κυκλοφόρησε το “Signal Live” από εκείνη τη περίοδο.
Συνθετικά στο “LOUD AND CLEAR” βοήθησαν και οι Mark Baker, Bob Halligan Jnr, Van Stephenson, David Roberts και Eddie Schwartz, δυστυχώς όμως παρά την στήριξη που τους παρείχε η ΕΜΙ, η μπάντα δεν κατάφερε λόγω εσωτερικών προβλημάτων να επιβιώσει κυρίως και μετά από λίγο καιρό διαλύθηκε αλλά άφησαν πίσω τους ένα από τους σημαντικότερους aor δίσκους.

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

VIRGINIA WOLF



Στα μέση της δεκαετίας του ‘80 στο απόγειο της δόξας της hard, heavy αλλά και της aor σκηνής “έσκασε” στη μουσική βιομηχανία το βρετανικό σχήμα των Virginia Wolf με έδρα κυρίως το Worsley- Manchester.
Η ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια στην σύντομη  ιστορία των Virginia Wolf είναι η παρουσία στα τύμπανα του Jason Bonham (γιος του θρυλικού ντράμερ των Led Zeppelin).
To 1986 το γκρουπ κυκλοφορεί το ομότιτλο παρθενικό του δίσκο που κινείται σε κλασσικά aor/melodic μονοπάτια με τον ήχο τους να είναι πιο κοντά στους Foreigner και το κομμάτι “Livin' On A Knife Edge” να θεωρείται δικαίως ένα από τα καλύτερα τραγούδια του είδους. Επίσης από τον ίδιο δίσκο ξεχωρίζουν τα “Only Love”, “Goodbye Don't Mean Forever”, “Waiting for your love”, “Are We Playing with Fire” και “For all we know” (που συμμετέχει ο Spike Edney στα keyboards- θεωρείται το πέμπτο μέλος των Queen) κάνοντας το συγκεκριμένο άλμπουμ κλασσικό και απαραίτητο για κάθε σοβαρή δισκοθήκη.
Την παραγωγή του album ανέλαβε οι  Roger Taylor (Queen) και David Richards όπου με την βοήθεια τους, η μπάντα κατόρθωσε  να περιοδεύσει στην Αμερική ανοίγοντας συναυλίες του σούπερ-γκρουπ εκείνης της εποχής, τους βραχύβιους The Firm, όπου  “φίρμες” ήταν οι Jimmy Page (Led Zeppelin) και o Paul Rogers ( Free, Bad Company).

Το 1987 ακολούθησε το “Push” που ηχογραφήθηκε στο Berkeley, CA στην άλλη πλευρά του ατλαντικού, σε παραγωγή του Kevin Elson (Journey, Europe, Lynyrd Skynyrd), μιας και ο “μέντοράς” τους, Roger Taylor, δε μπορούσε να τους βοηθήσει καθότι απασχολημένος. O δίσκος είχε πιο αμερικανικό χρώμα αλλά δεν κατάφερε να κάνει ιδιαίτερη αίσθηση με αποτέλεσμα να μη υπάρχει εμπορική απήχηση και μετά από τρία αποχαιρετιστήρια live show έβαλαν τέλος στην πορεία τους.
Από το δεύτερο και τελευταίο δίσκο, του συγκροτήματος ξεχώρισαν τα “Standing on the edge of time”, “Tables Have Turned”, “Let It Go” και “The Strangest Thing (It's Called Love)”.

Εκτός από τον Jason Bonham  στο συγκρότημα συμμετείχε ο σπουδαίος ερμηνευτής Chris Ousey (μετέπειτα Heartland, Snakecharmer) και ο κιθαρίστας Nick Bold, οι οποίοι αποτελούσαν και το συνθετικό δίδυμο του γκρουπ, καθώς και ο Jo Burt (μπάσο) με διαδρομή σε  Black Sabbath και Freddie Mercury!
Και τα δύο άλμπουμ των Virginia Wolf επανεκδόθηκαν το 2010 από την Rock Candy Records με το “Push” να περιέχει δύο bonus κομμάτια.

ΦΩΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...