Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Στη σκιά του "Joshua Tree"

Το «Unforgettable Fire» είναι ο πρώτος δίσκος που με έκανε να καταλάβω ότι υπάρχει και κάτι άλλο από τα χορευτικά χιτάκια της εποχής που «παλιώνανε» κάθε μήνα. Η ζωή εκείνου του άλμπουμ ξεκίνησε από το Δεκέμβριο του ’84 όταν πρωτοάκουσα το «Pride» στην αλήστου μνήμης συλλογή, «TOP ’85 Various» και συνεχίστηκε όλο το επόμενο καλοκαίρι, όταν πήρα στα χέρια μου την κασσέτα που είχε απ΄έξω το μυστήριο αυτό κάστρο με το μπορντώ εξώφυλλο και το χρυσό σειρήτι γύρω - γύρω. Η συγκλονιστική  εμφάνιση των U2 στο Γουέμπλεϋ (είδαμε το Live Aid σε μαγνητοσκόπηση τον Αύγουστο του ’85 από την ΕΡΤ-1), οι απανωτές ακροάσεις του “Unforgettable Fire” με γουώκμαν και οι ώρες επί ωρών εκείνο το καλοκαίρι για να μαντεύω τους στίχους, με έκαναν να είμαι βέβαιος. Ναι, ήταν όπως τό’λεγε το «ΠΟΠ & ΡΟΚ»: «οι U2 είναι το παρόν και το μέλλον του ροκ».

Την Άνοιξη του ’87, παρά τις δοσολογίες Motorhead, Maiden, Dio, Priest και Accept που παίρνω για πρωινό, παραμένω -σχεδόν κανονικός- φαν των U2, αφού έχω (πάντα σε κασσέτα) το «War», το «Boy» και το «Under Α Blood Red Sky», που με έχει συναρπάσει με τις εκτεταμένες εκτελέσεις του, παρά τη μικρή του διάρκεια.
Το «Joshua Tree» είναι το καινούριο άλμπουμ τους και διαφημίζεται γερά. Το παίρνω τελευταία βδομάδα του σχολείου, λίγο πριν τις εξετάσεις. Η μουσική στήλη του «Έθνους» (ένα εξάστηλο κάθε Παρασκευή, αμέσως πριν τα Αθλητικά) είχε πριν κάτι μέρες γράψει ότι πήγε στο Νο1 της Αμερικής. Οι πρώτες καθοριστικές ακροάσεις του, αυτές που συνήθως χαράζουν τη μουσική μέσα μας, έγιναν μέσα σε κείνες τις εξετάσεις, της
Δευτέρας Λυκείου, με το φορητό Πανασόνικ του δωματίου μου, το μηχάνημα με τον καθαρώτερο ήχο που έχω ακούσει ποτέ.
Όπως και στο «...Fire», έβλεπες κατευθείαν ότι εδώ έχεις μια κασσέτα διαφορετική. Το εξώφυλλο του άλμπουμ είναι πιστή αναπαραγωγή του δίσκου, με φωτογραφίες στο εσώφυλλο - που ανοίγει - και όλα τα credits με χρυσά γραμματάκια σε μαύρο φόντο. Επιτέλους, όχι πια αυτό το άθλιο άσπρο περιθώριο (πάνω – κάτω), που έβαζαν τότε η EMI και η Capitol στις κασσέτες (η Αtlantic έβαζε αντίστοιχο περιθώριο σε κραχτό κόκκινο ή πράσινο που πάλι μαλακία έδειχνε, καθώς έπνιγε ό,τι χρώμα είχε η σμίκρυνση των εξωφύλλων). Στη γωνία αριστερά, η παραφωνία με τη μικρή ελληνική σημαία ("ελληνικής κατασκευής") είναι αμελητέα, μπροστά σ΄εκείνη την τερατώδη επιλογή να γράφονται όλοι οι τίτλοι στα ελληνικά που κράτησε περίπου ένα χρόνο.
Εκείνο όμως που μου μένει αξέχαστο είναι το περιεχόμενο. Η εισαγωγή με τα κινηματογραφικά πλήκτρα του «Where The Streets Have No Name», που είναι σα να έρχεται από μακριά, με την κιθάρα του Edge να αναδύεται από μέσα τους. Το νεοκυματικό μπάσο του Adam Clayton. Το απέραντο ρεφρέν. Τα δύο κομμάτια που με αφήνουν αρχικά αδιάφορο είναι τα hits («Still Haven’t Found...» και «With Or Without You»). Ειδικά το δεύτερο, το θεωρώ ξεπούλημα, ότι δεν είναι U2. Εκείνο το καλοκαίρι όμως ακούγεται παντού. Γίνεται ηχητική επένδυση σε τόσες πολλές καλές στιγμές που σύντομα γίνεται από αυτά τα κομμάτια τα «υπεράνω κριτικής». Θυμάμαι κάθε μεσημέρι μετά από τις εξετάσεις διαλέγω σαν αποφόρτιση μια σιέστα και η ιεροτελεστία είναι να κολλάω το Πανασόνικ στο μαξιλάρι, να γυρίζω την πρώτη πλευρά στην αρχή (RWW), να το βάζω σε χαμηλή ένταση και να πηγαίνω αλλού. Στα δυσοίωνα μέρη του «Bullet The Blue Sky» με το τεράστιο μπάσο και τις απεγνωσμένες φράσεις του Edge, στα βουκολικά κατατόπια του «One Tree Hill», στο υποβλητικό «Exit», στη μυσταγωγία του «Mothers Of The Disappeared». Ο ήχος μοιάζει τρισδιάστατος, γεμάτος συναίσθημα και εικόνες. Με έναν
Bono που ψιθυρίζει, οργίζεται, λατρεύει, ικετεύει, παραδίδεται. Από την αρχή ξέρω ότι δεν χορταίνεται εύκολα το άλμπουμ αυτό. Θυμάμαι να προσπαθώ να πώ στον κολλητό μου τον Αντώνη «αν είναι καλό» και να μην τα καταφέρνω. Το ίδιο και στη φίλη μου την Ελένη. «Πρέπει να στο δώσω να το ακούσεις, δεν μπορώ να σου το μεταφέρω». 
Όπως κατάλαβα αρκετά αργότερα, η όλη ηχητική αύρα οφείλεται στους Daniel Lanois και Brian Eno που έχουν συνθέσει και υπογράψει επιλεκτικά αριτουργήματα που θα ξοδέψω τις επόμενες δεκαετίες για να τα ανακαλύψω.
Όλες εκείνες οι εξετάσεις του Μαίου του '87 έχουν υπόκρουση «Joshua Tree». Με συγκεντρώνει, με φτιάχνει, γίνεται συνώνυμο ενός καλοκαιριού που έρχεται με τις πάντες. Το είχα ακούσει τόσες πολλές φορές που με το που τελειώνουμε τις εξετάσεις, δίνω την κασσέτα στον Αντώνη και την κρατάει όλο το καλοκαίρι, με τις μελωδικές γραμμές να ηχούν πεντακάθαρα μέσα στο κεφάλι μου.
Μετά από χιλιάδες ακροάσεις, ακόμη και σήμερα, αν το βάλω απ΄την αρχή, δυσκολεύομαι να το διακόψω. 

Υ.Γ. 1: Ξέρω ότι οι "πιουρίστες" το χλευάζουν και δεν το θεωρούν το "καλύτερό τους άλμπουμ". Αλλά είναι ποτέ η μουσική αποσυνδεδεμένη από το βίωμα;  

Υ.Γ. 2: Μια πλήρης ακρόαση του Joshua Tree σήμερα πρέπει να περιλαμβάνει και την ταινία “Rattle & Hum”, το συγκλονιστικό ντοκουμέντο από την αμερικάνικη περιοδεία τους του ‘87, που δείχνει από πού ξεκίνησε η διαπλάτυνση της μουσικής τους με τα παραδοσιακά αμερικάνικα στοιχεία, από πού ήρθαν τα βιώματα που έβαλαν μέσα της και το πώς, τελικά, οι U2 έγιναν το μεγαλύτερο ροκ συγκρότημα των ‘80s.

Y.Γ. 3: Αν είσαι και αρρωστάκι, πρέπει να πάρεις την ειδική έκθεση που έχει έναν κάρο φοβερά b-sides και out-takes από την περίοδο που έγραψαν το Joshua Tree. 

Υ.Γ. 4: Όταν είδα τους U2 αρχές Σεπτεμβρίου του ’10 στο Ο.Α.Κ.Α., χωμένος κοντά στα V.I.P. από πρόνοια (είχα πάει από τις πεντέμισυ), η αλήθεια είναι ότι χρειάστηκε να κάνω κόπο να παραμερίσω στο μυαλό μου όλα αυτά που έχουν μεσολαβήσει από την Άνοιξη του ’87. Την εικόνα του καθεστωτικού συγκροτήματος, χωρίς μουσικό ψάξιμο, απεναντίας με εμμονή στο να απενοχοποιείται (μ.α. «Discoteque») και να κάνει «μεγάλα» και «πιο μεγάλα» show, τον Bono όχι πια ποιητή, αλλά χορτασμένο συνδαιτημόνα όλων των άθλιων ηγεμόνων του πλανήτη, να με ξενερώνει με τις προκάτ παρλάτες του «περί κρίσης». Όλα αυτά όμως πήγαν στο διάολο με την ανατριχιαστική εκτέλεση του «Running To Stand Still» που με έκανε κομμάτια. Μερικές μουσικές έχουν μια δυναμική ακαταμάχητη.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ

Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

COLDPLAY: “Ghost Stories”



Ύστερα από δεκαοκτώ χρόνια ύπαρξης, με ένα ξεκίνημα που συμπεριλάμβανε κομμάτια όπως “Don’t Panic” και “Trouble” με ήχους που μέσα από χιλιάδες πειραματισμούς και εναλλαγές παραμένουν ζωντανοί ακόμα στην μουσική τους, οι Coldplay κυκλοφορούν το δικό τους album… του χωρισμού.
Ο Chris Martin, όπως έχει γίνει ευρέος γνωστό, χωρίζει με την ηθοποιό Gwyneth Paltrow ύστερα από έντεκα χρόνια γάμου και τη γέννηση δύο παιδιών. Από την στιγμή που για χάρη της έγραψε ύμνους όπως “Fix You” και “Swallowed in the Sea” μετά τον θάνατο του πατέρα της, και τα “I am your Baby’s Daddy” (εκτός Coldplay) και “Speed of Sound” για τα παιδιά τους, λογικό ήταν να έρθει και το “Ghost Stories” με την λήξη της αγαπημένης τους πορείας μαζί.
Μέσα από τα πέντε -πολύ διαφορετικά μεταξύ τους- προηγούμενα album τους, οι Coldplay φλέρταραν μονίμως με την αισιόδοξη μελαγχολία, το φως και το χαμόγελο μέσα από τον πεσιμισμό και τις σκοτεινές alternative μελωδίες. Φέτος τους βρίσκουμε σε περισσότερο ambient και ακόμα πιο σκοτεινή περίοδο με έναν Martin που αγκομαχά καθ’ όλη τη διάρκεια του δίσκου, κάνοντας ολοφάνερη την θλίψη του για την εξέλιξη της προσωπικής του ζωής. Τα συνεχόμενα “Inc” και “True Love” είναι τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα.
Το “Ghost Stories” είναι ένα concept album που μιλά για έναν άντρα στην φάση χωρισμού, ξεκινώντας από την επιβίωση της “τραγωδίας” και καταλήγοντας στην κατάσταση της αποδοχής των πραγμάτων. Κατά την διάρκεια αυτού του -κατά κύριο λόγο θλιμμένου- ταξιδιού, οι Coldplay εξερευνούν τις περισσότερο laid-back, post και ατμοσφαιρικές πτυχές της μουσικής τους σε έναν απόλυτα εύθραυστο συναισθηματικά δίσκο.
Υπάρχει βέβαια και η εξαίρεση με το “A Sky Full of Stars”, το περισσότερο pop και dance single του album για το οποίο σημειώθηκαν κακοπροαίρετα σχόλια που ήθελαν τους Coldplay να αντιγράφουν Avicii, την στιγμή που ο τελευταίος επιμελήθηκε την παραγωγή του κομματιού.
Ο δίσκος είναι εμφανές ότι κυκλοφορεί πρόωρα και εξαιτίας του διαζυγίου του Martin, καθώς θα μπορούσε άνετα να κυκλοφορήσει στα τέλη του έτους ή στις αρχές του 2015. Αν όμως ο σκοπός του είναι να εξυπηρετήσει την εξωτερίκευση των αρνητικών συναισθημάτων που προάγουν οι λιγοστές (για τα standards του συγκροτήματος) συνθέσεις του, τότε αποστολή εξετελέσθη.
Οι Coldplay με το “Ghost Stories” αποσκοπούν περισσότερο στην προσθήκη μιας ακόμα αφορμής για νέα περιοδεία παρά στο επόμενο “Viva La Vida”. Οι οπαδοί τους θα βρουν σίγουρα πολλά σημεία που θα τα λατρέψουν, ενώ για ακόμα μια φορά το ραδιόφωνο θα τους απογειώσει. Όσο για την επικείμενη προαναφερθείσα περιοδεία, το σίγουρο είναι ότι θα έχει την ίδια επιτυχία με τις προηγούμενες καθώς δεν ξεχνάμε ότι μιλάμε για ένα από τα πιο επιτυχημένα stadium rock bands της εποχής μας.

Υ.Γ: Μετά από έναν δίσκο σαν και το “Ghost Stories”, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα περιμένουμε πολύ λίγο για το επόμενο δισκογραφικό τους βήμα.


Παναγιώτης Πετρόπουλος

EPICA: “The Quantum Enigma”



Ακόμα ένα album από τους αγαπημένους του κοινού Epica, το έκτο στη σειρά.
Σχετικά λίγο καιρό μετά το αρκετά καλό και ξεχωριστό “Requiem for the Indifferent”, το “The Quantum Enigma” έρχεται πιο ωμό και σίγουρα πιο φιλόδοξο.
Το Ολλανδικό συγκρότημα δείχνει με την νέα του μουσική να ξεφεύγει από κάποιου είδους πολυετούς τέλματος, μιας και μετά από σύντομο χρονικό διάστημα παρουσιάζουν σημαντική εξέλιξη: Τα συμφωνικά μέρη έχουν γίνει περισσότερο heavy, με τα απλά heavy σημεία να ακούγονται ακόμα πιο δυναμικά, πιο επιβλητικά (χάρη στα πλήκτρα που τα “ανεβάζουν” κατά πολύ), ενώ ο Mark Jansen από την μεριά του παρουσιάζεται καλύτερος από ποτέ. Μπορεί η συμμετοχή του να μην πολλαπλασιάστηκε για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, έγινε όμως πιο ουσιαστική και καταλληλότερη με τις συνθέσεις.
Εξέλιξη φυσικά υπάρχει και για την Simone Simons, κάτι που είχαμε παρατηρήσει πριν δύο χρόνια στο “Requiem for the Indifferent”. Προφανώς και υπάρχει πειραματισμός από την μεριά της 29χρονης σοπράνο, από την άποψη όμως διεύρυνσης του ύφους με το οποίο εργάζεται και όχι τα είδη με τα οποία ενασχολείται.
Πέραν της προόδου που εντοπίζεται σε μέρη της όλης παραγωγής, το “The Quantum Enigma” διαχειρίζεται καλά το υλικό του. Περιέχει συνθέσεις με πιο συμβατικές διάρκειες -περισσότερο περί τα πέντε λεπτά- κάτι που δεν συνέβαινε προηγουμένως με το συγκρότημα (όταν δηλαδή είχαμε ορχηστρικές συνθέσεις του ενός λεπτού μέχρι και μακροσκελείς του ενός τετάρτου, από το οποίο θα ξεχώριζε κάποιο πεντάλεπτο μέρος). Μοναδική εξαίρεση το καλοδεχούμενο “The Quantum Enigma – The Kingdom of Heaven Part II” στο κλείσιμο του δίσκου, το οποίο μας κρατά απασχολημένους για δώδεκα λεπτά.
Οι συνθέσεις έχουν ίσως λιγότερη ποικιλομορφία από τον προηγούμενο δίσκο της μπάντας, αυτό όμως δεν είναι κάτι το αρνητικό. Υπάρχει προσήλωση στα πιο “εξωτικά” συμφωνικά μονοπάτια που έχουν στο παρελθόν χαραχθεί από τους Epica, αυτή την φορά με περισσότερη heavy μελωδικότητα, επιπλέον ατμοσφαιρικά backing vocals, βαριές κιθάρες και εξάντληση των άψογων female φωνητικών.
Η παραγωγή του “The Quantum Enigma” είναι εξαιρετική και κάνει λογικό τον χαρακτηρισμό “αψεγάδιαστη”. Αυτό σημαίνει ότι, αφού εξασφαλίστηκε κάτι τέτοιο, μένει να παίξουν μπάλα οι ίδιοι οι Epica. Το κάνουν με την άνεση τους και παραδίδουν ένα βαθιά ικανοποιητικό αποτέλεσμα που κοιτάζει ολόκληρη την δισκογραφική τους πορεία με το κεφάλι ψηλά. 


Παναγιώτης Πετρόπουλος

ΑΡΤΕΜΗΣ: “Mash-Up Sessions II: Νίκος Παπακώστας”



Λαμπαδηφόρος της ελληνορθόδοξης παράδοσης και λαμπαδηδρόμος του χάους που αντιμάχεται το έρεβος της νεοεποχίτικης ψευδοϋποκουλτούρας, ο Αρτέμης μας παρουσιάζει το δεύτερο κατά σειρά concept δίσκο του που φέρει τον τίτλο: “Mash-Up Sessions II: Νίκος Παπακώστας”.
Ο νεοραψωδός εργάζεται σκληρά στιχουργικά, όπως διαφαίνεται καθαρά εκ του αποτελέσματος, για να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου απέναντι στον πνευματικό σκοταδισμό, τη Γκεμπελικού τύπου παραπληροφόρηση, την ηθική παρακμή, την υποδούλωση στα πάθη όπως η υπερηφάνεια και ο φαρισαϊσμός και την εξάρτηση από τα υλικά και πνευματικά αφιόνια. Εντούτοις, δεν αρκείται στο γεγονός αυτό. Τουναντίον, κομίζει το μήνυμα της ελπίδας αντιπροτείνοντας τον πόλεμο κατά των παθών και τη μεταστροφή προς τις μεγάλες πνευματικές αξίες όπως αυτές πρεσβεύονται από την Ορθοδοξία και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, πράγμα που θα μεταρσιώσει και θα μεταστρέψει τον καθένα σ’ ένα λυκόσχημο αμνό. Όλα τα παραπάνω, ενδεχομένως και άλλα που καλείται να εξερευνήσει ο ακροατής, συνιστούν το απόσταγμα της βαθιάς μελέτης του καλλιτέχνη πάνω σε κείμενα όπως είναι η Αγία Γραφή, οι ψαλμοί του Δαυίδ, Αγιοπατερικά (Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος), αλλά και αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων όπως του Πλάτωνα (Πολιτεία), του Ηράκλειτου (Περί Φύσεως) και ιστοριογράφων όπως του Διογένη Λαέρτιου( δύο επιγράμματά του για τον Ηράκλειτο). Όλοι οι στίχοι εκφέρονται από την εναργή, επική και γεμάτη δυναμισμό φωνή του Αρτέμη.
Στο όλο εγχείρημα συμπράττει ο πασίγνωστος Αρτινός μουσικοσυνθέτης Νίκος Παπακώστας ο οποίος έχει τιμηθεί με διεθνείς διακρίσεις (2010 βραβείο της NATIONAL ACADEMY OF MUSIC των Η.Π.Α. για το REQUIEM MEDITERRANEO, 2003 βραβείο για την προσφορά του στη μουσική και για τον αγώνα του υπέρ της προστασίας των δικαιωμάτων των ανεξάρτητων καλλιτεχνών από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Ανεξάρτητων Δισκογραφικών Εταιρειών, 2000 Μεγάλο Βραβείο για τον Πολιτισμό και τη Μουσική Wam 2000 στο Παγκόσμιο Μουσικό Φεστιβάλ των Βρυξελλών Viva Musica, κ.λ.π.). Το ευρύ μουσικό φάσμα του απεικονίζεται ηχητικά στον καμβά πέντε Boom Bap n’ Breaks, ενός Ambient Dub και ενός rap metal κομματιών ζωγραφισμένων με ηχοχρώματα ατμοσφαιρικών μελωδιών κλασσικής και παραδοσιακής μουσικής.
Το συνθετικό αυτό αποτέλεσμα αποδίδεται με καθαρό και ογκώδη ήχο από τους παραγωγούς Junior SP και Dimos Markos. Παράλληλα ο Αρτέμης πλαισιώνεται από ένα μωσαϊκό καλλιτεχνών διαφορετικών μουσικών αποχρώσεων όπως οι Γεωργία Καλαφάτη (Sugahspank, ερμηνεία), DJ Ever B (scratching), Αναστασία Ζαννή (ερμηνεία), Μάνθος Στεργίου (Tardive Dyskinesia, κιθάρα/φωνητικά) και Εβίτα Μπενετάτου (ερμηνεία). Τέλος δεν θα μπορούσε να παραλειφθεί και το εικαστικό κομμάτι της υπόθεσης, καθώς το booklet αποτυπώνει, αφενός τη μυστηριακή ατμόσφαιρα των συνθέσεων με τη βοήθεια των φωτογραφιών που έχουν παραχωρηθεί ευγενικά από την Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Κυρίας των Αγγέλων Γουβερνέτου Χανίων Κρήτης, αφετέρου ένα συναίσθημα χαρμολύπης χάρη στην εναλλαγή φωτεινών και σκούρων χρωμάτων, ενώ ταυτόχρονα τονίζει την ανάγκη επανασύνδεσης με τις πολιτισμικές ρίζες με τη χρήση πολυτονικού συστήματος.
Εν κατακλείδι, ο σύμπακτος αυτός δίσκος δεν θα πρέπει να λείπει από τη δισκοθήκη κανενός Έλληνα που θέλει να αφυπνίσει τον εαυτό του άλλα και τους άλλους(ειδικά τις νεότερες γενιές) είτε πρόσκειται φιλικά στη hip hop σκηνή είτε όχι. Επιτέλους ένα ελληνικό hip hop άλμπουμ που δεν εξυμνεί το σεξ και τη χλιδή.


Νικόλαος Καπίρης

GIOTIS KYTTARIS: “BLUES SPELL”


Εν κλίνη νυν, ασθενών κατάκειμαι και προσπαθώ να μεταφερθώ νοερώς, για να μην κλάψω γοερώς από τις μυαλγίες που μου επέφερε το κοινό μου κρυολόγημα, σ’ ένα απομακρυσμένο τόπο του αμερικανικού Νότου.
Όχι, δεν έχει επηρεαστεί, ούτε η αντιληπτική μου ικανότητα, ούτε η κριτική μου σκέψη. Τουναντίον, το φαντασιακό μου ταξίδι δεν είναι τυχαίο. Σκέφτομαι τα μαρτύρια και την καταπίεση των αφροαμερικανών συνανθρώπων μας και πως όλος αυτός ο πόνος κατατέθηκε καλλιτεχνικά μέσω της μουσικής Μπλουζ. Καθήμενος, λοιπόν, επί της θέσεώς μου σ’ ένα αμερικάνικο μπαρ της Νέας Ορλεάνης, εγγύς του ποταμού Μισσισσιππή, προσπαθώ να πιω μια γουλιά μπέρμπον. Συνταξιδιώτες μου στη νεφελοκοκκυγία αυτή, οι μαγευτικές μελωδίες που εκπορεύονται από το άλμπουμ “Blues Spell” του τραγουδιστή, κιθαρίστα και συνθέτη Γιώτη Κύτταρη.
Διότι ο ήχος του δίσκου και η εν γένει παραγωγή του μας παραπέμπουν στις πρώιμες δεκαετίες του 20ου αιώνα, οπότε και το Μπλουζ βρίσκεται στα σπάργανα, αν και για την ακρίβεια γεννήθηκε μετά από τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο. Μ’ αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να μεταλαμπαδεύσει το πνεύμα της εποχής. Συνολικά ο δίσκος περιλαμβάνει 7 κομμάτια εκ των οποίων τα 2 είναι instrumental συνθέσεις του Γιώτη Κύτταρη και τα υπόλοιπα  είναι διασκευές από συνθέτες όπως ο Tom Waits, ο John Campbell, ο Memphis Minnie και ο Joe Kansas McCoy.
Εντός αυτού του πλαισίου ο βιρτουόζος της κιθάρας εκτελεί αριστοτεχνικά τις συνθέσεις, προσθέτοντας ταυτόχρονα και τη δική του πινελιά. Βέβαια, καταλυτικό ρόλο έχει διαδραματίσει η εμπειρία του στο εξωτερικό, τόσο ως ακροατής κορυφαίων του είδους, όπως είναι οι Lightnin Hopkins, Muddy Waters, John Lee Hooker,  Howlin Wolf κ.λ.π, όσο και ως καλλιτέχνης σε διάφορα κλαμπ. Μάλιστα στην Ιταλία κάποιοι προσφέρθηκαν να εντάξουν κομμάτια του σε μια συλλογή. Συμπαραστάτης στη δισκογραφική του προσπάθεια ο Δημήτρης Δημητράκας (Panx Romana, Ριφιφί), οποίος αναλαμβάνει την παραγωγή αλλά και ο Vasilis Spyropoulos στις ακουστικές κιθάρες.
Συμπερασματικά, πρόκειται για ένα αξιόλογο εγχείρημα, δύσκολο για τα ελληνικά μουσικά δεδομένα και δρώμενα, το οποίο αξίζει την προσοχή του μουσικόφιλου κοινού, ιδιαίτερα εκείνου που προσανατολίζεται στη μπλουζ μουσική κουλτούρα.

Νικόλαος Καπίρης

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

H.E.A.T: “Tearing Down The Walls”


Τέταρτο δισκογραφικό βήμα για τους Σουηδούς και δεύτερο με τον τραγουδιστή Erik Grönwall, ο οποίος όταν ανέλαβε το ρόλο των φωνητικών άκουσε αρκετά άσχημα και άδικα κατά την γνώμη μου σχόλια.
Ευτυχώς με το “Tearing Down The Walls” οι ερμηνείες του αγγίζουν το άριστα και καταφέρνει να κλείσει πολλά στόματα.
Ο δίσκος ξεκινά με τρεις δυναμίτες, τo μνημειώδες “Point Of No Return” με την φοβερή ενορχήστρωσή του, ακολουθεί  το καουμπόικο “A Shot At Redemption” με το απίθανο ρεφρέν και συνεχίζει με το “Inferno” όπου το συγκρότημα επιτίθεται λυσσαλέα σε hard rock ρυθμούς με τον Erik Grönwall να μας απογειώνει με τις παθιασμένες και ορμητικές του ερμηνείες. Έπεται το ομότιτλο άσμα του δίσκου όπου το ακουστικό ξεκίνημα και το μελωδικό του ρεφρέν φέρνει μνήμες από Bon Jovi. Ακολουθεί το “Mannequin Show” με τα εμπνευσμένα πλήκτρα του εξαίρετου Jona Tee να δημιουργούν ένα κορυφαίο melodic hard rock τραγούδι για τη φετινή χρονιά. Το ίδια ισχύουν και για το “We Will Never Die” που φλερτάρει λόγω του ποπ κουπλέ με τα eighties και τον Rick Springfield και να μετατρέπεται στην πορεία σε ένα μικρό aor ύμνο.To “Emergency” έχει τη μελωδική γεύση των Europe με τις κοφτές και σόλο κιθάρες του Eric Rivers να σε παραπέμπουν εκτός από τους Europe και στους Τοto ενώ η υπέροχη μπαλάντα “All The Nights” ξεχωρίζει για την ιδιαίτερη ερμηνευτική απόδοση του Erik Grönwall.
Το “Eye For An Eye” είναι ένα θαυμάσιο classic H.E.A.T. track στο γνωστό ύφος με το οποίο λατρέψαμε τη συγκεκριμένη μπάντα ενώ το “Enemy In Me” έχει πιο heavy διάθεση και τέλος το άλμπουμ κλείνει με το γηπεδικό “Laughing At Tomorrow”. Ξέχασα να αναφέρω ότι η συμβολή του Jimmy Jay (μπάσο) και του Crash στα τύμπανα είναι σημαντική και καθοριστική παράλληλα με  αστραφτερή παραγωγή του Tobias Lindell (βραβευμένος με Grammy) που έχει φτιάξει ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα.
Να σημειώσουμε ότι στη γιαπώνεζικη έκδοση του άλμπουμ υπάρχει ένα επιπλέον φοβερό κομμάτι σε ύφος Bon Jovi, το δυναμικό “Shame”.

ΦΩΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

OUTLOUD: “Let’s Get Serious”



Τρίτη και φαρμακερή για τους Outloud και ο δρόμος για την καταξίωση έκλεισε τον πρώτο του κύκλο με επιτυχία αφού και το “Let’s Get Serious” είναι ένα μικρό κομψοτέχνημα, οπότε στο επόμενο βήμα τους οι Έλληνες melodic hard rockers οφείλουν, τουλάχιστον σε επίπεδο εμπορικής αποδοχής και συναυλιών, να είναι ένα σκαλοπάτι παραπάνω.
Για να πιάσουμε τώρα τα περί καινούργιου άλμπουμ, έχουμε τα εξής: To ξεκίνημα είναι  αρκετά φουριόζικο με το “Death Rock” να κινείται σε μία hard ‘n heavy πορεία όπου οι Skid Row  συναντούν τους Annihilator! Η συνέχεια ανήκει σε τρεις διαδεχόμενους ύμνους, με το “I was so blind” να σου κολλάει στο μυαλό από την υπέροχη μελαγχολική μελωδία του και με το καταπληκτικό aor ρεφρέν του. Ακολουθεί το  πιο ανεβαστικό “One More time” με τον Chandler Mogel να  αποδεικνύει πόσο σπουδαίος αλλά και συνάμα αδικημένος ερμηνευτής, είναι ενώ το “Bury the Knife” ξεκινά σε melodic μονοπάτια με θαυμάσιο ρεφρέν που όμως στη μέση του κομματιού δημιουργείται μία γοητευτική αντιφατικότητα μιας και περιέχει  άρωμα από Iron Maiden με το κιθαριστικό δίδυμο Jim Scordilis και Bob Katsionis να δίνουν μοναδικό ρεσιτάλ.
Το “Like a Dream” συνεχίζει σε aor/melodic hard ρυθμούς και το νιώθεις σαν ένα μικρό μουσικό τρυφερό χάδι, ενώ η ακουστική μπαλάντα “It Really doesn’ t Matter” με αρκετά δεύτερα φωνητικά, κινείται σε ύφος Mr. Big με τα συναισθήματα να παραμένουν όμορφα. Το “A While to Go” παιχνιδίζει με τι γρήγορες αμερικάνικές hard rock ταχύτητες με ελάχιστες πινελιές φυσαρμόνικας (έπρεπε να ήταν περισσότερες…) και με ρεφρέν που φέρνει από τα 80’s. To “All in Vain” είναι από τα καλύτερα τραγούδια του δίσκου όπου ο δυναμισμός εναλλάσσεται με τις ουράνιες μελωδικές ερμηνευτικές αποδόσεις τους Chandler Mogel και παράλληλα στο “Another Kind of Angel” το ξεχωριστό τόνο δίνουν τα aor-prog πλήκτρα της σύνθεσης. 
Ο επίλογος του δίσκου περιλαμβάνει το instrumental “Let’s Get Serious” που χαρακτηρίζεται από την άριστη τεχνοτροπική δομή του με τις κιθάρες να δημιουργούν ένα ατελείωτο πανδαιμόνιο όπου η αγάπη του Bob Katsionis για τους Dream Theater αποτυπώνεται σε πολλά σημεία, ενώ συνυπάρχει σε άλλα με την μελωδικότητα του Neal Schon (Journey) και του Joe Satriani όπου όλα μαζί προσθέτουν μία απερίγραπτη κιθαριστική ευδαιμονία. Επίσης στο “Toy Soldiers” κυριαρχούν οι καταιγιστικοί a la  Judas Priest ρυθμοί και όλα τα λεφτά βέβαια είναι η συμμετοχή-έκπληξη του Mike Orlando από τους εξαίρετους Adrenaline Mob, αλλά και του George Kollias (Nile) στα τύμπανα που παίζει σε όλο το άλμπουμ και έχει δώσει απίστευτη δύναμη στο τελικό αποτέλεσμα.
Η διασκευή του κλασσικού pop-hit, “Enola Gay” (OMD) βάζει το κερασάκι στην τούρτα σε ένα απίθανο δίσκο  όπου η party ατμόσφαιρα του κομματιού προσδίδει μία άκρως αισιόδοξη και νοσταλγική χροιά.
Εύχομαι από καρδιάς το γκρουπ να καταφέρει να παίξει όσα περισσότερα live και σε όσα φεστιβάλ μπορεί, διότι είναι κρίμα τέτοιες εξαιρετικές συνθέσεις (συμπεριλαμβανομένων όλων των δίσκων τους) να μην αναδεικνύονται και πάνω στην σκηνή.

ΦΩΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

BROTHER FIRETRIBE: “Diamond In the Firepit”


Ύστερα από μια αδιάφορη εισαγωγή 20 δευτερολέπτων σκάει το synth που παραπέμπει απευθείας σε melodic rock των ‘80s. Οι Brother Firetribe επέστρεψαν…
Η τρίτη δουλειά των Φιλανδών έρχεται έξι χρόνια μετά το πολύ καλό “Heart Full of Fire” και τέσσερα ύστερα το “Live at Apollo” DVD τους και συνεχίζει τη μουσική ρότα του σχήματος που πατάει κυρίως σε AOR ρυθμούς.
Κινητήρια δύναμη στο group αποτελεί ο πληκτράς Tomppa Nikulainen, ο οποίος έχει αναλάβει το συνθετικό τομέα. Επίσης, στο σχήμα συμμετέχει και ο Emppu Vuorinen (ο κιθαρίστας των Nightwish) που βγάζει μέσω των Brother Firetribe όλα τα hard rock απωθημένα του, και το κάνει καλά. Βέβαια και τα εξαιρετικά φωνητικά του Pekka Ansio Heino πλαισιώνουν άρτια το μελωδικό ποιόν της μπάντας, θυμίζοντας Journey, Europe και Foreigner.
Δεν είναι τυχαίο το ότι το “Diamond In the Firepit” είναι ένας καλός δίσκος. Οι Brother Firetribe ουδέποτε βιάστηκαν να κυκλοφορήσουν album, παίρνοντας όσο χρόνο χρειάζονταν προκειμένου να έχουν στα χέρια τους ένα καλό αποτέλεσμα. Βέβαια, άλλο το να καθυστερείς 2-3 χρόνια και άλλο 6, αλλά από τη στιγμή που η νέα δουλειά κινείται σε υψηλά επίπεδα για το ιδίωμα, κακίες δεν κρατάμε.
Το “Diamond In the Firepit” περιέχει έντεκα μικρούς sing-a-long ύμνους, οι οποίοι θα εξιτάρουν τους AORάδες και θα γοητεύσουν τους melodic rockers, διατηρώντας έτσι το καλό όνομα της μπάντας στο χώρο.
Οι Brother Firetribe, παρά την πολύχρονη απουσία τους, αποδεικνύουν μέσω κομματιών όπως “Love’s Not Enough”, “Far Away From Love”, “For Better or For Worse”, “Edge of Forever”, “Reality Bites”, όπως και της ωραίας διασκευής στο “Winner Takes It All” του Sammy Hagar, πως σε κάποια είδη δε χρειάζεται πρωτοτυπία και ηχητικός αναπροσδιορισμός… Απλά καλή διάθεση και μεράκι!


Στέφανος Στεφανόπουλος

Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

KROKUS: “Long Stick Goes Boom / Live from Da House Of Rust”


Στο θαυμαστό κόσμο του ροκ ν’ ρολ, ο χρόνος είναι ο μόνος αδυσώπητιος εκδικητής.
Έγιναν ανέκδοτο (“ελβετικό ροκ συγκρότημα”), τους λοιδώρησαν ως αντιγραφείς, τους απέρριψαν ως ατάλαντους, τους “έκοψαν” από περιοδείες, πάσχισαν να τους φτιασιδιώσουν ως “εμπορικούς”. Όλα μάταια. Μετά από 38 χρόνια δισκογραφικής παρουσίας και περισσότερες από 2.000 συναυλίες ανά την οικουμένη, απροσδοκήτως ενεργά τα 60αρίσαντα παλιόσκυλα, με το τρίτο τους live άλμπουμ δείχνουν στα ροκ μειράκια “πώς γίνεται”.
Και το κάνουν με μια ηχογράφηση μιας νύχτας μεγάλων συγκινήσεων, αφού η 30η Αυγούστου του 2013 εξελίχθηκε σε πανηγυρικό καλωσόρισμα στη γενέτειρά τους (στον εργοστασιακό “χώρο της σκουριάς” Kofmehl στο Solothurn της Ελβετίας), απ’ όπου ξεκίνησαν το 1975. Με μια κλασσική (σχεδόν αυθεντική) σύνθεση, με την οποία επικυρώνουν, τα τελευταία 4 χρόνια, το πόσο ακατάβλητο σχήμα υπήρξαν και είναι μέχρι και σήμερα: Fernando Von Arb (1977-2004, 2010-2014), Mark Kohler (1984-1988) και Mandy Meyer (1980-1981, 2011-2014) στις κιθάρες, τον Chris Von Rohr (1976-1983, 1988, 2010-2014) στο μπάσο, τον μπροστάρη Marc Storace (1979-1988, 1995, 2003-2014) και το (νέο αίμα) Flavio Mezzodi στα τύμπανα.
Δίπλα σε νευρώδεις εκτελέσεις των “Tokyo Nights” (magnum opus από άφθαρτη ροκ στόφα), “Rock City”, “Screaming In The Night”, “Bedside Radio”, “Fire”, “Easy Rocker” (που ακόμη και στην Ελλάδα φέρνουν κύματα συγκίνησης στη γενιά των σαρανταφεύγα), το γκρουπ με αυτοπεποίθηση ναρκοθετεί την ακρόαση με νεώτερα, δοκιμασμένης ισχύος εκρηκτικά απ΄το οπλοστάσιό του (“Dog Song”, “Hallelujah Rock N’ Roll”, “Live For The Action”), για να καταλήξει το σετ με το αρκούντως οργιαστικό boogie “Hoodoo Woman”, όπου όλη αίθουσα ακούγεται να έχει συντονιστεί.
Ο 62χρονος Marc Storace, δεν φέρνει σε πια “Μαλτέζο μπετατζή” (αλήστου μνήμης χαρακτηρισμός του εγχώριου “ροκ” τύπου στα ‘86), είναι ένα επιβλητικό παπουδοειδές που όχι μόνο το ευχαριστιέται, αλλά ψαρώνει με την άνεση που χειρίζεται την περίφημη τρίτη οκτάβα της φωνής του. Οι δύο “μυτόνγκες” (Vοn Arb, Von Rohr) δεν είναι πια οι “αντιτουριστικές” δευτεροκλασσάτες γερμανόφατσες, αλλά δείχνουν και ακούγονται ως τοτέμ των ροκ outsiders. Οι δε έμπειροι με το σχήμα Kohler και Meyer βάζουν ένταση και βρασμό στο μίγμα, τόσο στα παλιά όσο και στα νέα κομμάτια. Με live όπως αυτό, το γκρουπ αποδεικνύει ότι σε όλη τη μακρά του καρριέρα έφερε τις επιρροές του από τους καλύτερους (AC/DC, B.T.O., Guess Who, Ζeppelin) προφανείς και απαράλλακτες ως ηχητικό τατουάζ. Αλλά τατουάζ φόρου τιμής και όχι ξεπουλήματος.
Σε σύγκριση με το προηγούμενο, διπλό και πολύ χορταστικό live “Fire And Gasoline” (2003, με τους νεαρούς πλην εφεδρικούς Castell, Aeby, Favez), χωρίς υπερβολή, το “Long Stick” ακούγεται πιο ζωντανό και ορεξάτο, αντιστρόφως ανάλογα από την ηλικία των μουσικών που παίζουν σ΄αυτό.
Όσο κι αν κανείς αμφιβάλλει για το αν το πιασάρικο tagline που συνοδεύει την νέα αυτή κυκλοφορία είναι αλήθεια (“1000% Pure, Buttkickin’ Hard Rock”), σίγουρα είναι πιο πειστικά τα μετρημένα λόγια του Malcolm Dome (που όλο και κάτι έχουν δει τα ματάκια του). Το γκρουπ Krokus, από κακόγουστο αστείο, έχει δικαιωματικά γίνει “One of the best hard rock bands of the last 40 years”.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

BATTLEROAR: “Blood of Legends”


Η μπάντα που κατά τη ταπεινή μου άποψη αποτελεί την επιτομή του Epic Metal στην Ελλάδα, επιστρέφει στα δισκογραφικά δρώμενα έξι χρόνια μετά το To Battle and Beyond.
Δύσκολη εξαετία με 3 βασικές αποχωρήσεις μελών που σίγουρα επηρέασαν αλλά τελικά μόνο πρόσκαιρα γιατί οι αντικαταστάτες βρέθηκαν και με μια αρκετά μεγάλη έκπληξη στα φωνητικά, τον True μέχρι το κόκκαλο, Gerrit Mutz των αγαπημένων Sacred Steel
Ακόμα θυμάμαι το σφυρί του Θορ να σκάει στο κεφάλι μου όταν είχα ακούσει το ντεμπούτο τους 14 χρόνια πρίν. Ένα album που θεωρώ ότι δύσκολα θα ξεπεράσουν παρότι και οι επόμενες δύο κυκλοφορίες τους έσπερναν ή μήπως κάνω λάθος;
Το Blood of legends ηχογραφήθηκε στην Ελλάδα στα Devasound studios με το αποτέλεσμα να δικαιώνει τη μπάντα μιάς και η παραγωγή χαρακτηρίζεται ιδανική. Μουσικά ο δίσκος κινείται μεταξύ Asgard και Αθήνας. Αγνό και παρθένο Epic Metal, όχι με το πόδι στο γκάζι αλλά με μια mid-tempo βαρβαρότητα που καθηλώνει σε αρκετά σημεία. Βαρβαρότητα που αποκτά μια λυρική διάσταση με την χρήση του βιολιού που η μπάντα αποφάσισε να εισάγει στο οπλοστάσιό της. Ποτέ άσκοπο αλλά και ποτέ φλύαρο, το βιολί δραματοποιεί τη σφαγή που λαμβάνει χώρα.
Τον Gerrit τον ξέρετε. Αυτοί που γουστάρετε την ιδιαίτερη φωνή του να ξέρετε ότι η δουλειά του στο Blood of legends είναι η καλύτερη που μας έχει παρουσιάσει ποτέ.  Ταιριάζει απόλυτα με τον αργόσυρτο και doomάτο ρυθμό των περισσότερων συνθέσεων χωρίς να υστερεί καθόλου στις τσαμπουκαλεμένες εκρήξεις του δίσκου. Μπορώ να πώ ότι ξεπέρασε και τις προσδοκίες μου. Δεν είναι Eric Adams αλλά πόσοι είναι στο κάτω κάτω;
Οι κιθάρες του Κώστα και του Αντρέα πολιορκούν τις ψυχές μας άλλοτε με την επιθετικά riff τους και άλλοτε με τις μελωδίες τους ενώ το rhythm section, συμπαγές, αποτελεί τον πολιορκιτικό κριό που δεν σταματάει αν δεν γκρεμίσει πρώτα ότι βρεθεί μπροστά του. Δεν υπάρχει πραγματικά κανένα κομμάτι που να υστερεί και θα αδικούσα αν ξεχώριζα κάποιο από τα συνολικά δέκα του δίσκου. Χωρίς να είναι καλύτερα από τα υπόλοιπα, προσώπικα έχω λιώσει τα The swords are drawn και Valkyries above us τα οποία είναι άκρως χαρακτηριστικά αφού το μεν πρώτο αντιπροσωπεύει  τη βάρβαρη  και up tempo πλευρά του δίσκου ενώ το δεύτερο σαγηνεύει με το λυρισμό και το χορωδιακό refrain του.
Από τις καλύτερες κυκλοφορίες στο είδος για φέτος. Το Epic Metal όπως θα έπρεπε να διδάσκεται στα σχολεία. Σπεύσατε.

 

WHITE SISTER (forgotten heroes)



Στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 η παρέα των White Sister αποτελείτο από τους Dennis Churchill-Dries (μπάσο, φωνητικά), Rick Chadock (κιθάρα), Garri Brandon (πλήκτρα, φωνητικά) και τον ντράμερ Gus Moratinos που αντικαθιστάται στη συνέχεια από τον Richard Wright.

Το αρχικό τους, όνομα ήταν Tyrant και ξεκίνησαν να δίνουν μερικά live shows σε πόλεις της Καλιφόρνια όπου άνοιγαν τις συναυλίες των Xciter (το πρώιμο σχήμα των George Lynch και Mick Brown πριν συνεργαστούν με τους Dokken). Ο πολύ καλός συνδυασμός hard rock και aor, οι πομπώδεις μελωδίες που παρέπεμπαν κάτι μεταξύ Journey και Angel καθώς και τα δυνατά φωνητικά των Dennis Churchill-Dries και Garri Brandon, τράβηξαν την προσοχή του Gregg Giuffria (Angel, Giuffria, μετέπειτα House of Lords) που τους βοήθησε στην παραγωγή και την συγγραφή των συνθέσεων ενώ πέτυχαν να κλείσουν δισκογραφικό συμβόλαιο με την αμερικανική ΕΜΙ.

Το 1984 ήταν έτοιμος ο πρώτος δίσκος τους που τιτλοφορείται με το όνομα τους και εκεί υπάρχουν εξαιρετικά τραγούδια, όπως οι μικροί ύμνοι “Can't Say No” και “Straight From the Heart”, το εκπληκτικό “Promises” με ένα φοβερό keyboard solo, τα πανέμορφο “Don't Say That Your Mine” και “Love Don't Make It Right” καθώς και το “Whips” που είναι σύνθεση των Ricky Phillips (Babys, Styx, Bad English), Fergie Frederiksen (Toto) και Punky Meadows (Angel) όταν όλοι αυτοί για ένα φεγγάρι έπαιζαν μαζί στους Angel.
Συνολικά το ομότιτλο άλμπουμ των WHITE SISTER πήγε πολύ καλά σε όλα τα επίπεδα και το συγκρότημα ανέβασε τον πήχη με το πρώτο του βήμα και η συνέχεια αναμενόταν με αγωνία.

Το 1986 λοιπόν κυκλοφορούν το δεύτερο άλμπουμ τους και ονομάζεται “Fashion By Passion” και ο τίτλος είναι επηρεασμένος από τη κορύφωση που υπήρχε εκείνη την εποχή στο λεγόμενο hair metal ήχο και στυλ στο Los Angeles. To group τα “σπάει” με την ΕΜΙ και τους αναλαμβάνει η αγγλική FM REVOLVER όπου το κυκλοφορεί με δύο διαφορετικά εξώφυλλα ενώ υπάρχει και πρόβλημα με τον κιμπορντίστα Garri Brandon που επιθυμεί  εκείνος να έχει τον πρώτο ρόλο στα φωνητικά με αποτέλεσμα να έρθουν σε ρήξη με τον Dennis Churchill-Dries και να αντικατασταθεί o πρώτος από τον David Vincent.
Ο Garri Brandon στη συνέχεια συνεργάστηκε με τον John Parr και έφτιαξε αργότερα τους Radioux City χωρίς να κυκλοφορήσει κάποιο υλικό ενώ αργότερα σχημάτισε του Fast Machine και περιόδευσε μαζί με τους Foreigner.
Το “Fashion By Passion” είναι συγκριτικά αδύναμο με το ντεμπούτο τους και δεν έχει την μαγεία του προηγούμενου δίσκου. Ακούγεται βέβαια σε πιο aor ύφος και περιλαμβάνει κι αυτό πολύ καλά κομμάτια όπως η μπαλάντα “Save Me Tonight”, το διασκευασμένο “Ticket To Ride” των Beatles, και τα υπέροχα “Until It Hurts”, “A Place In The Heart”, “Troubleshooter” (εμπνευσμένο το σόλο στο σαξόφωνο) και  το “April”. Τρία τραγούδια από το συγκεκριμένο δίσκο ακούστηκαν σε διαφορετικές κινηματογραφικές ταινίες και συγκεκριμένα το κομμάτι “Save Me Tonight” στη ταινία Fright Night, το τραγούδι “April” στο Killer Party και το κομμάτι “Dancin' On Midnight” που ακούγεται στη ταινία “Halloween 5: The Revenge of Michael Myers”.
Δυστυχώς οι WHITE SISTER παρά τους δύο καλούς δίσκους που είχαν κυκλοφορήσει και τις πολλές δυναμικές live εμφανίσεις δεν κατάφεραν να γίνουν το μεγάλο όνομα με  συνέπεια το 1989 το συγκρότημα να διαλυθεί  αν και είχαν ετοιμάσει καινούργια τραγούδια (στο youtube ή σε διάφορα πειρατικά blogs μπορείτε να βρείτε μερικά).
Στη συνέχεια, οι Dennis Churchill-Dries (μπάσο, φωνητικά), Rick Chadock (κιθάρα), Richard Wright (ντραμς) έφτιαξαν τους Tattoo Rodeo που κυκλοφόρησαν δύο ενδιαφέροντες δίσκους. Μία μικρή λεπτομέρεια είναι ότι στα πλήκτρα έχει συμμετάσχει ο Joel Goldsmith γιος του μεγάλου συνθέτη τηλεοπτικών και κινηματογραφικών παραγωγών Gerry Goldsmith.
To 1998 η Frontiers κάνει μία απόπειρα να επανασυνδέσει την μπάντα και να κυκλοφορήσει νέο υλικό αλλά τελικά τα σχέδια μένουν στα χαρτιά.

Τον Οκτώβριο του 2008 οι White Sister μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια απραξίας επανασυνδέονται για να εμφανιστούν στο Firefest V που έγινε στο Nottingham της Αγγλίας και αποθεώνονται ενώ η συγκεκριμένη συναυλία κυκλοφορεί την επόμενη χρονιά σε περιορισμένο αριθμό dvd  με τον τίτλο "Straight from the Heart"- (LIVE at Firefest 2008) και εκείνη η επιτυχημένη εμφάνιση, τους οδήγησε να παίξουν ξανά ζωντανά στην Αγγλία στο Firefest VΙ και το 2009.

Δυστυχώς στις συναυλίες που έδωσαν δεν ήταν μαζί τους ο ντράμερ Richard Wright που είχε φύγει από τη ζωή στις 14 Ιουνίου του 2006 σε ηλικία μόλις 44 ετών ενώ αργότερα στις 15 Οκτωβρίου του 2012 υπήρξε άλλη μία θλιβερή απώλεια για τους White Sister αφού πέθανε ο κιθαρίστας Rick Chadock.


Φώτης Μελέτης

ASIA: “Gravitas”


Από τις πρώτες μπάντες που μπήκαν στο μουσικό μου αισθητήριο από πολύ τρυφερή ηλικία ήταν οι ASIA με το ομώνυμο πόνημα τους που κυκλοφόρησε στα 1982 και καθιέρωσε τον όρο supergroup  για πρώτη φορά στο λεξιλόγιο των απανταχού της γης μουσικόφιλους!
Εντάξει, μπορεί τούτη δω η νέα κυκλοφορία να μην έχει την εμπορική επιτυχία του ομώνυμου ντεμπούτο τους, που ήταν το κορυφαίο σε πωλήσεις της χρονιάς κυκλοφορίας του. Μετά από 30  και κάτι χρόνια καριέρας με αρκετές αλλαγές στην σύνθεση τους έχουμε 14 στουντιακές κυκλοφορίες, συμπεριλαμβανομένης και αυτής εδώ, με τους John Wetton, Geoff Downes και Carl Palmer να αποχαιρετούν τον εξαιρετικό Steve Howe, που αποχώρησε έπειτα από την κυκλοφορία του 2012, “XXX”, και αντικαταστάθηκε από τον νεότερο Sam Coulson, που έχει συνεργαστεί με τους G.Covan, Paul Gilbert, Tony McAlpine μεταξύ άλλων.
Το “Gravitas” είναι το πιο ανανεωμένο και φρέσκο άλμπουμ των ASIA έπειτα από τις αξεπέραστες, κλασικές κυκλοφορίες των ‘80s και η  αναζωογονητική πνοή  είναι εμφανής σε όλον το δίσκο, ιδιαίτερα στις κιθαριστικές ενορχηστρώσεις και τα σόλο της κιθάρας. Δηλώνω θαυμαστής της φωνάρας του Wetton  που ξεδιπλώνει το φωνητικό μεγαλείο από το εναρκτήριο “Valkyrie” έως το ενθουσιώδες “Till We Meet Again” (κλασική μπαλάντα στο φημισμένο κι αξεπέραστο ύφος τους). Ο νεοφερμένος Coulson με την κιθαριστική δουλειά του δίνει φρεσκάδα στον ήχο, την στιγμή που τα πλήκτρα του Downes κρατούν επάξια τη μελωδικότητα του  δίσκου και τα τύμπανα του Palmer προσδίδουν την απαραίτητη στιβαρότητα στις συνθέσεις. Ότι λατρέψαμε και θαυμάσαμε στους ASIA υπάρχουν στο Gravitas: θεατρική ατμόσφαιρα, εξαιρετικά περάσματα  από το Hammond και τα synths, ενορχηστρώσεις πιάνου γεμάτες ψυχή, μελωδικά γεμίσματα από κιθαριστικά σόλο και φωνητικά!
Θα πρέπει να ξεχωρίσω και μία σύνθεση; εντάξει, μου καρφώθηκε στα αυτιά και δύσκολα θα φύγει το “Russian Dolls”, που κλείνει άπειρες αναμνήσεις μουσικές και βιωματικές θύμησες τεσσάρων δεκαετιών.


Νότης Γκιλλανίδης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...