Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΣ: “Μάντης και Φονιάς”

Η σπουδαία και ιστορική διαδρομή του ντράμερ, τραγουδιστή και μουσικού Δημήτρη Δημητράκα (PANX ROMANA, ΡΙΦΙΦΙ, Schmetterling, T.V.C) συνεχίζεται με συνοδοιπόρους τους Ανδρέα Τριανταφυλλίδη και Μάκη Πολλάκη με το σχήμα… ή με το άλμπουμ που βαπτίστηκε “Μάντης και Φονιάς”.
Ο δίσκος αποτελείται από πέντε  εξαιρετικές συνθέσεις όπου το παραδοσιακό hard rock συναντά τη εμπνευσμένη μελωδία και την ιδιαίτερη ερμηνευτική ικανότητα του Δημήτρη Δημητράκα ενώ τα απογειωτικά ρεφρέν, οι λιτές ενορχηστρώσεις και οι παθιασμένες συνθέσεις έχουν την τιμητική τους. Όλα αυτά είναι κεντημένα με την κιθαριστική αύρα και το ταλέντο του Ανδρέα Τριανταφυλλίδη που  θυμίζει έντονα το παίξιμό του, κάτι από τις δοξασμένες μέρες του Michael Schenker (UFO) με αποτέλεσμα να δημιουργείται μία γοητευτική άγρια ατμόσφαιρα ενώ παράλληλα οι ποιητικοί στίχοι του Μάκη Πολλάκη (που ζωγράφισε και το πανέμορφο εξώφυλλο) είναι ένα από τα πολύ δυνατά σημεία του δίσκου που το κάνουν ακόμη πιο ελκυστικό.
Η συμμετοχή του τραγουδιστή Νάσου Καββαθά (Joker) στο  σκοτεινό “Μάντης και Φονιάς” και η κρυστάλλινη παραγωγή σε μια αποκλειστικά ανεξάρτητη κυκλοφορία δείχνει το μεράκι των δημιουργών του και προσθέτει άλλο ένα λόγο για να ακούσετε το άλμπουμ. Σημαντική επίσης και η βοήθεια των Χάρη Γερουλάκη (μπάσο) και Θέλμας Καραγιάννης στα φωνητικά!
Στο http://dimitrisdimitrakas.gr/ θα βρείτε χρήσιμες πληροφορίες για τη δημιουργία του δίσκου.


Φώτης Μελέτης

WOLFMOTHER: “New Crown”


Από το πουθενά έσκασε το νέο τρίτο album των Αυστραλών Wolfmother, "New Crown", χωρίς καμιά επίσημη προειδοποίηση.
Ο ιθύνων νους Andrew Stockdale, αφού το 2013 κυκλοφόρησε το παρθενικό του ντεμπούτο, "Keep Moving", πήρε τον Ian Peres και το νέο drummer Vin Steele, και μπήκε στο studio να γράψει το τρίτο album της λυκομάνας, σε δική του παραγωγή.
Τα τραγούδια του δίσκου στο γνώριμο νεο-70s ύφος είναι όπως πάντα ιδανικά για τα ροκ αυτιά, αλλά στην ηχογράφηση μάλλον, δε δένουν μεταξύ τους.
Η αιτία είναι η έλλειψη συνοχής στη μίξη του δίσκου, που άλλοτε φαντάζει ρετροποιημένη ως το κόκαλο και άλλοτε πιο σύγχρονης κοπής, κάνοντας το σύνολο να μοιάζει σα συλλογή με κομμάτια διαφορετικών περιόδων.
Δεν ξέρω αν δεν βρήκε φωλιά σε δισκογραφική εταιρία ή έσπευσε να κυκλοφορήσει το νέο υλικό για να έχει merchandising  στην περιοδεία, αλλά το αποτέλεσμα μοιάζει βιαστικό.
Το πρώτο “How Many Times” είναι ακριβώς αυτό που θα περίμενε κανείς από τους Wolfmother, με καλό και κολλητικό ριφ, που είναι χαρακτηριστικό της συνθετικής ικανότητας του Stockdale και τα φωνητικά του λειτουργούν σωστά στο catchy ρεφρέν του κομματιού, σε μια παραγωγή ισορροπημένη ανάμεσα στο τώρα και το πριν. Όμως στη συνέχεια, ο ήχος αλλάζει συνεχώς.
Στο “Enemy is your mind” το μπάσο ακούγεται τόσο βρώμικο σαν να μην καθάρισε με το βουρτσάκι καλά το βινύλιο ή έχει μασηθεί η πολυχρησιμοποιημένη μου κασέτα, αλλά είναι λες και γράφτηκε 40 χρόνια πριν σε άλλο studio με άλλη φιλοσοφία. Με την κακή έννοια όμως!
Το “Heavy Weight” την ίδια παραγωγή έχει και μάλιστα, χαλάει την ομορφιά του κομματιού και έρχεται το “New Crown” σε πιο σύγχρονα ηχητικά μοτίβα να καθαρίσει τη βρωμιά.
Για να μην μακρηγορώ, ο Andrew Stockdale έβαλε τα χεράκια του και έβγαλε τα ματάκια του σε ένα album που θα πρότεινα εγκαίρως να γίνει remastered.


Δημήτρης Μαρσέλος

TUOMAS HOLOPAINEN: “Music Inspired by the Life and Times of Scrooge”



Ένας από τους καλύτερους συγγραφείς και σχεδιαστές comic books όπως ο Don Rosa προχώρησε στην έκδοση του The Life and Times of Scrooge McDuck πίσω στο 1995.
Πρόκειται για μια από τις βίβλους της μοντέρνας Disney και σίγουρα η καλύτερη αποτύπωση ολόκληρης της ιστορίας ενός από τους εμβλυματικότερους χαρακτήρες της.
Ο Tuomas Holopainen, γνωστός κυρίως μέσα από την συνεχώς μεταβαλλόμενη ιστορία των Nightwish, έχει υπάρξει σαν μουσικός παραγωγός, συγγραφέας, σεναριογράφος και… μεγάλος οπαδός του κόσμου της Disney. Η δουλειά του λοιπόν θα μπορούσε να θεωρηθεί αναπόφευκτα συνδεδεμένη με αυτή του Don Rosa σε κάποιο σημείο της ζωής του, κάτι που ο ίδιος σίγουρα γνώριζε και ονειρευόταν. Κάπως έτσι προκύπτει τώρα το “Music Inspired by the Life and Times of Scrooge”, στο οποίο στέκεται σαν παραγωγός, συνθέτης και πιανίστας.
Στα credits του δίσκου υπάρχουν ορισμένα ονόματα ακόμα, στα πιο ενδιαφέροντα όμως ξεχωρίζουν οι Tony Kakko (Sonata Arctica), Alan Reid (Battlefield Band) και Troy Donockley (Nightwish).
Το “Music Inspired by the Life and Times of Scrooge” θα μπορούσε να αποτελέσει το soundtrack της πιθανής κινηματογραφικής μεταφοράς του The Life and Times of Scrooge McDuck σε μια πιο gothic και επική εκδοχή των γεγονότων που αποτύπωσε ο Don Rosa. Οι συνθέσεις του βρίσκονται ακριβώς πίσω από τον βηματισμό του comic book, η σειρά τους ακολουθεί τα πιο βασικά κεφάλαια του βιβλίου και καταφέρνουν να μεταμορφώσουν την εικόνα σε ήχο πολύ εύκολα και με επιτυχία.
Η μουσική έχει σκοπό να ακούγεται παραμυθένια, είτε αυτό συμβαίνει από σκοτεινές ηχητικές στιγμές, είτε από πιο ευχάριστες, παιχνιδιάρικες και αισιόδοξες. Τα πλήκτρα του Holopainen κρατούν την πρωτιά σ’ αυτή την πορεία, όπως ήταν φυσικό δηλαδή, καθορίζοντας την διάθεση ολόκληρου του εκάστοτε κομματιού ανάλογα με την περίσταση. Το γεγονός αυτό περιέχεται σε μόλις ένα μέρος της αμέριστης προσοχής που δόθηκε στην μουσική αναβίωση του σπουδαίου έργου του Rosa.
Αναπόφευκτα θα μιλήσουμε για το “Music Inspired by the Life and Times of Scrooge” και σε συνάρτηση με τους Nightwish. Εννοείται πως υπάρχουν πολλές στιγμές που θα θυμίσουν κάποια κομμάτια και σίγουρα τα συναισθήματα που προάγουν τα ίδια κομμάτια του φινλανδικού συγκροτήματος. Τόσο στις λίγες συνθέσεις με φωνητικά, όσο και στο πιάνο που γεμίζει το album με την θέρμη του female fronted group που λατρεύεται από πολλούς. Την ίδια στιγμή όμως, ενώ όλα τα παραπάνω ισχύουν, μιλάμε σίγουρα για ένα album που αποστασιοποιείται, στέκεται από μόνο του στον δικό του σκοπό, εξιλεώνοντας εν τέλει τον δημιουργό του και το ίδιο το comic book στο οποίο στηρίζεται.
Ο Tuomas Holopainen κυκλοφορεί το πρώτο solo έργο του και καταφέρνει να δημιουργήσει έναν ολοκαίνουργιο κόσμο μαγείας, φαντασίας, συναισθημάτων, παραμυθιών και συγκίνησης. Ότι πρέπει για κάτι που συσχετίζεται με τον ακόμα μεγαλύτερο κόσμο της Disney. Τόσο μουσικά, όσο και ιδεολογικά, ο φετινός δίσκος του Φινλανδού συνθέτη φέρει δύναμη και ποιότητα από τις λίγες.


Παναγιώτης Πετρόπουλος

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

VILLAGERS OF IOANNINA CITY: “Riza”



Ο πειραματισμός, ως έννοια, είναι αλήθεια ότι γενικά αποτελεί δίκοπο μαχαίρι, όταν αναφερόμαστε σε μουσική και ακόμα περισσότερο όταν αναφερόμαστε σε heavy metal μουσική.
Από τη μία ο φόβος των καλλιτεχνών μη χάσουν ένα ποσοστό των οπαδών του ύφους που τους καθιέρωσε, από την άλλη πολλά τρανταχτά δείγματα ανεμπνευσιάς, “καλλωπισμένης” και προβεβλημένης υπό αυτό το πρίσμα, συν τις σαφώς συντηρητικές τάσεις που γαλουχήθηκαν στη διάρκεια του χρόνου από heavy metal “lifestylers”, τουλάχιστον στη χώρα μας, η απόφαση μιας μπάντας να τολμά ολόφρεσκα εγχειρήματα, έχει τις επιφυλάξεις της.
Οι Villagers Of Ioannina City, είναι μια χαρακτηριστικότατη περίπτωση τέτοιας μπάντας. Με το παρθενικό τους promo EP (από το οποίο τέσσερα τραγούδια βρίσκονται και στο “Riza”), είναι αλήθεια ότι οι Γιαννιώτες μπήκαν στα χείλη πολλών και αναφέρθηκαν σε διάφορες συζητήσεις. Και δικαίως, θα έλεγα, γιατί ρε διάολε, αυτό το crossover που επιχείρησαν, μπολιάζοντας το Sabbathικό, stoner heavy metal τους με τη δημοτική μουσική παράδοση της χώρας μας, είχε πολύ λίγα προηγούμενα να επιδείξει (εξαιρώντας τους Socrates και τις πρωτοποριακές τάσεις των Rotting Christ στις τελευταίες τους δουλειές, οι οποίοι μπόλιαζαν τα κομμάτια τους με riff παραδοσιακής τεχνοτροπίας μεν αλλά αυτό γινόταν προς χάριν εμπλουτισμού, χωρίς να αλλοιωθεί ποτέ ο αμιγώς metal χαρακτήρας τους).
Στο “Riza”, οι δυο τάσεις ισορροπούν απόλυτα, με αποτέλεσμα ένα πάρα πολύ καλό δίσκο, αυθεντικής μουσικής, σε σημείο που πολλές φορές αναρωτήθηκα αν ακούω έναν heavy/ stoner metal δίσκο επηρεασμένο από πατρογονικά ακούσματα ή αν ακούω ένα τσούρμο καυλωμένους τσοπάνους που είπαν να βάλουν τη φλογέρα στον κώλο της Ελενίτσας και να πιάσουν τις εξάχορδες.
Αργόσυρτο, στακάτο metal, με άκρως μελετημένο riffing από τον Αλέξη Καραμέτη (ο οποίος έχει αναλάβει και τα φωνητικά – πολύ καλή η φωνή του, αποδίδει φυσικότατα τους στίχους), δεν ακούγεται καθόλου στατικό, μια και αλληλεπιδρά με doom/ ψυχεδελικά/ μέχρι και post metal ηχοτόπια (αυτό το “Τι κακό”, είναι στοιχειωτικό κομμάτι), με τη συνοδεία κλαρίνου από τον Κωνσταντή Πιστιόλη, καθαρά με τη φιλοσοφία της δημοτικής μουσικής, το οποίο πάμπολλες φορές παίρνει τα πρωταγωνιστικά ηνία, αιθέριους και παιγμένους με άνεση και αέρα ρυθμούς από τους Άρη Γιαννόπουλο (drums) και Άκη Ζώη (μπάσο) και διακριτικά πλήκτρα του Αχιλλέα Ράδη που συμπληρώνει το φόντο.
Τα κομμάτια του EP,  δηλαδή το τσάμικο “Echoes” (στα οποία συνδράμουν η Πουλχερία Τσαβδάρη και Κατερίνα Κωνσταντίνου στα back vocals), το “hit” “Krasi”, το “θα σε κουφάνω αλλά μου ήρθε στο μυαλό το “Woodpeckers from Mars” των Faith No More” “Skaros”, το παθιασμένο και τραγουδισμένο στ' αγγλικά “Nova” και το early 70's pro metal “Tambourla”, με την αλλόκοτη ιστορία που διαδραματίζεται (δεν έχω καταλάβει Χριστό τι αφορά, όσες φορές κι αν το άκουσα, αλλά χαμογέλασα πολλές φορές ακούγοντάς το και ο Ηρακλής Κάκαβος που το τραγουδά, την έχει τη “βίδα” του), ακούγονται ακμαιότατα, τόσο καιρό μετά τη δημιουργία τους (να σημειωθεί ότι το κλαρίνο στα εν λόγω κομμάτια έχει ηχογραφηθεί από τον Γιάννη Χαλδούπη).
Το νέο υλικό επίσης είναι πάρα πολύ καλό. Πέρα από το “Τι κακό” (τραγουδάρα), εξαιρετικά τραγούδια είναι το sludge/ blues “Perdikomata”, το “Jiannim” (...το μαντήλι σου...) σε chill out έκδοση με βουκολική διάθεση, το εκτενές jamming – like “Chalasia” (στο οποίο τα φωνητικά έχει αναλάβει ο Γιάννης Μήτσης) και το Kyuss meets Metsovo “St. Triad”. Όσο για τα μεθυσμένα “Kalesma” και “Riza” (intro και outro αντίστοιχα), δεν έχω να πω κάτι άλλο εκτός... “γεια μας ρε”...
Οι Villagers Of Ioannina City, μου άρεσαν πολύ. Είναι φρεσκότατοι, εντελώς σοβαροί με το αντικείμενο που διαπραγματεύονται, άσχετα με την αντίθεση των φυσικών οργάνων του rock και της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής που θα μπορούσε να τους προσδώσει και μια αν θέλεις χιουμοριστική διάσταση, η μουσική τους είναι ενδιαφέρουσα, το παίξιμό τους είναι λιτό, σαφές και άρτιο, η φωνητική απόδοση είναι άψογη παρά το ελληνόφωνον του εγχειρήματος, κάτι το οποίο εν τέλει δεν δρα και τόσο απωθητικά όσο περιμένω γενικώς από ελληνόφωνα σχήματα, αντιθέτως, ακούγονται δυναμικά και παθιασμένα, ενώ αρκετά καλός είναι ο ήχος, θυμίζοντας πρωτογενείς ηλεκτρικές σταθερές, αν και θα μπορούσε να βελτιωθεί (εντελώς υποκειμενική άποψη, το έχω ξαναπεί, είμαι της βρωμιάς, αλλά δεν έχουν όλοι τ' αυτιά μου...).
Το “Riza” είναι άλλο ένα μικρό διαμαντάκι, που πιθανολογώ ότι όσο περνά ο καιρός, θα λάμπει και πιο πολύ. Δεν τίθεται θέμα ενθουσιασμού, ούτε ωραιοποιήσεως. Αυτό το album δεν την έχει ανάγκη. Soundtrack για τα πανηγύρια (με την καλύτερη έννοια του όρου). Recommended όσο και τα βατραχοπόδαρα στη λίμνη.


Ιορδάνης Κιουρτσίδης

DELAIN: “The Human Contradiction”


Οι Ολλανδοί Delain του πληκτρά και ιδρυτή τους Martijn Westerholt και της Μούσας που ακούει στο όνομα Charlotte Wessels, αυτού του καταπληκτικού λαρυγγιού, είδαν την καριέρα τους να απογειώνεται, συνέπεια του πολύ καλού LP “We Are The Others” όπως επίσης και του περσινού αριστουργηματικού EP “Interlude”.
Μεγάλες περιοδείες, είτε ως headliners είτε ως support acts μεγάλων ονομάτων, με κάθε δουλειά τους, οι Delain αφήνουν το στίγμα τους σε μια σκηνή που τα τελευταία χρόνια πνέει τα ποιοτικά της λοίσθια σε σχέση με την υπερπροσφορά που παρουσιάζει.
Η τέταρτη πλήρης δουλειά τους, το “The Human Contradiction” τους βρίσκει κατ' αρχάς κατά πολύ βαρύτερους σε σχέση με οτιδήποτε άλλο έχουν κυκλοφορήσει. Ο ήχος του μεγάλου Frendrik Nordstrom στα Fredman δεν αφήνει αμφιβολία. Αρενικό συναίσθημα, ογκωδέστατες κιθάρες και το σύνηθες ατμοσφαιρικό φόντο. Συνθετικά, το album είναι σαφές. Συμφωνικό female fronted gothic metal, με μπροστάρισσα τη Charlotte που η απόδοσή της, αυτόνομα, είναι κορυφαία. Τρομερό εύρος στη φωνή της, άκρατος θηλυκός (και όχι θηλυπρεπής) συναισθηματισμός, δύναμη και πάθος στην ερμηνεία των στίχων, οι οποίοι είναι βασισμένοι σε βιβλίο της Octavia Butlers (“Lilith's Brood”).
Αξιοσημείωτη η συμμετοχή του Marco Hietala (Nightwish) στο “Your Body Is A Battleground” και στο συναισθηματικό “Sing To Me” (από τα καλά τραγούδια και τα δυό τους) καθώς και της Alissa White-Gluz που συνδράμει στο επιλογικό “The Tragedy Of The Commons”, ενώ πανέμορφα τραγούδια είναι τα hitάκια “Stardust”, “Army Of Dolls” και το αριστουργηματικό “Lullaby”.
Οι Delain με το “The Human Contradiction” δεν με εξέπληξαν. Βρίσκονται στα ίδια υψηλά επίπεδα απόδοσης, ίσως συνθετικά να υστερεί λίγο σε σχέση με το (κορυφαίο) προηγούμενο album τους, υπάρχουν ένα - δυο σχετικά αδιάφορα σημεία, αλλά υπάρχουν πολλές εξαιρετικές στιγμές που θα ήταν άδικο να μην μνημονευτεί. Δεν αισθάνομαι αδικημένος, το album μου άρεσε πολύ και ομιλών ως metaller (όχι και τόσο ρομαντικός είναι η αλήθεια, ένδειξη γενικής επιφυλακτικότητας με το συγκεκριμένο ύφος), θα μπορούσε να είναι ένα πολύ καλό επιχείρημα σε πιθανές συζητήσεις σχετικά με το μέλλον του gothic metal. Έχει βέβαια παρέλθει ο καιρός των μεγαλείων και του mainstream glam που απολάμβαναν ονόματα όπως οι Nightwish, αλλά ως καλλιτεχνική αξία, αυτό δεν αποτελεί επ' ουδενί κριτήριο. Οι Delain αξίζουν και η μουσική τους είναι ευχάριστη και ουσιώδης. Κι αυτό αρκεί.


Ιορδάνης Κιουρτσίδης

PLANET OF ZEUS: “VIGILANTE”



To “Macho Libre” εκτίναξε τις μουσικές τους μετοχές, δίνοντας τους ένα δυνατό sold out live στο Gagarin το φθινόπωρο του 2012 και στη συνέχεια όλος ο rock κόσμος στην μικρή αυτή γωνία του πλανήτη μιλάει για τους Δίες (όχι τη δίκυκλη αστυνομία).
Περιοδεία, συμμετοχές, χαμός στο άνοιγμα της συναυλίας των Clutch, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, και όλοι περιμένουμε σαν τρελοί το επόμενο επεισόδιο της σειράς.
Και έρχεται λοιπόν το email στο inbox του ταπεινού μουσικού συντάκτη και πατάω το play να δω τι παίζει.
Ο Σεραφείμ (drums) μετράει και σιγά σιγά μπαίνει ένα πολύ όμορφο riff, στο γνωστό heavy rock ήχο με τις southern αναφορές και σκέφτεσαι “Ροκάρουν όσο ποτέ οι μάγκες!”.
Ο Μπάμπης ματώνει τεχνηέντως τις φωνητικές του χορδές και το “The Great Dandolos” είναι ένα εξαιρετικό άνοιγμα και με το σόλο κιθάρα προς το τέλος δείχνει πως το συγκρότημα έχει προχωρήσει και ρισκάρει και σε πιο κλασικά μοτίβα.
Το “Second Coming” που ακολουθεί είναι ένα πολύ ωραίο groovy κομμάτι, σε Clutch μονοπάτια, αλλά με το μοναδικό τρόπο που έχουν αποδείξει ότι έχουν οι Planet of Zeus.
“A Girl named Greed” στη συνέχεια και ο ρυθμός funk-ίζει ελαφρά κάνοντας σε να κουνιέσαι αισθησιακά, περιμένοντας αντίστοιχο θηλυκό κάλεσμα και εκείνη την ώρα το κομμάτι φορτίζει και μπαίνει σε άλλες ταχύτητες, τι οποίες προσπαθεί να περιορίζει γλυκά.
“Burn This City Down”, το οποίο σίγουρα θα θέλαμε να πράξουμε ειλικρινά και θα το τραγουδήσουμε με όλη μας τη δύναμη, έχει πολύ καλό ρεφρέν και αφήνει τη θέση του στο, ίσως πιο “εμπορικό” κομμάτι του album, το “Tornado” και μου δημιουργείται η εντύπωση πως η φωνή του Μπάμπη έχει προοδεύσει ακόμα περισσότερο.
Ηχογραφημένο ζωντανά στο studio δείχνει πως τα παιδιά έχουν τα άντερα να ρισκάρουν και το κάνουν περίφημα. Η ζωντάνια αυτή φαίνεται και κατακλύζει το δίσκο και αυτό φαίνεται ακόμα περισσότερο στο “No Tomorrow”, την μπαλάντα του album που έγινε μεμιάς το αγαπημένο μου κομμάτι.
Μετά έχουμε να κάνουμε με το ομώνυμο “Vigilante”, το οποίο θα κάνει μια αίσθηση με την country/ blues μουσική του πινελιά, δείχνοντας πως οι Planet μέχρι και μουσικό ιδίωμα πάνε να αλλάξουν.
Μέχρι εκεί καταλαβαίνεις πως ο Μπάμπης θέλει να είναι rock και να κάνει την αλητεία του πιο ουσιαστική και όχι μόνο θυμωμένη, ο Σεραφείμ και o Jay μάλλον έχουν αρχίσει να κοιμούνται μαζί και ο Στέλιος κάνει ταξίδι κατά μήκος του ποταμού Colorado μοιράζοντας νότες σε διψασμένους καβαλάρηδες.
“Sky High Heels” και μία ακόμα πολύ heavy στιγμή του “Vigilante” και το rock 'n' roll παίρνει φωτιά με το “Disappointment blues” για να αφήσει το “The Beast Within” να κλείσει το δίσκο με έναν metal τρόπο που έλειπε μέχρι τότε (άλλη κομματάρα αυτή).
Τα γκαρίδια δίνουν και παίρνουν, η γκρούβα υπερτερεί, οι κιθάρες έχουν γίνει Hard rock καουμπόικης φιλοσοφίας και τα πράγματα γίνονται ένα τόνο πιο “ενήλικα”. Αυτό που ίσως λείπει είναι ένα ξεκάθαρο hit, που θα διαλύσει το Youtube με τα δεκάδες χιλιάδες views, αλλά συνολικά είναι τόσο όμορφα φτιαγμένο, με τόση μουσική ουσία που πρέπει να το ακούσεις περισσότερο για να το αγαπήσεις όσο πρέπει!
Μην πέσετε στην παγίδα του εύκολου και ψάχνετε τα διαμάντια στην επιφάνεια, γιατί τα πιο όμορφα πετράδια είναι πιο βαθιά κρυμμένα.
Νομίζω πως μιλάμε για την αγαπημένη μου κυκλοφορία Planet of Zeus, και ένα album σωστά ισορροπημένο ανάμεσα στα πολύμορφα στοιχείο που το αποτελούν!
ΜΠΡΑΒΟ ΡΕ!!!!!

Υ.Γ. Περιμένουμε το video clip, στο οποίο μάθαμε πως ο Μπάμπης κλέβει στην ξερή. Και αν σκεφτείτε να κάνετε video για το “No Tomorrow” ντύνομαι και άστεγος για να συμμετέχω!


Δημήτρης Μαρσέλος

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

SUNSTRIKE: “Rock Your World”


Κι αν οι ALIEN με το “Eternity” με οδήγησαν στην τρέλα, οι Sunstrike ήταν η αποκάλυψη (μέχρι στιγμής) της χρονιάς!
Υπερβάλλω; Καταρχάς η χώρα (Σουηδία) προέλευσης του προϊόντος εγγυάται για το άριστον του… Όπως και ο Καναδάς έτσι και η Σουηδία εγγυώνται για την ποιότητα των μελωδικών τους συγκροτημάτων.
SunStrike κυκλοφορούν λοιπόν την παρθενική δουλειά τους κι αν προσπεράσουμε (όχι αδιάφορα) το εξαιρετικό εξώφυλλο της κυκλοφορίας,  μαθαίνουμε ότι η μπάντα δημιουργήθηκε στα τέλη του 2012 από τον κιθαρίστα Joachim Nordlund και τον ντράμερ Johan Lindstedt από τη γνωστό γκρουπ Astral Doors, που συμπεριέλαβαν τον τραγουδιστή Christian Hedgren (Twilight Force).
Οι Σουηδοί έκαναν ξεκάθαρο αμέσως το είδος της μουσικής που θα παρουσίαζαν παίζοντας καθαρόαιμο, μελωδικό hard rock. Με τις πρώτες δημιουργημένες συνθέσεις αντιλήφθηκαν το αυτονόητο: καλή, μελωδική μουσική δεν υπάρχει χωρίς τα πλήκτρα! Έτσι ο Christian γνώριζε ότι ο καταλληλότερος άνθρωπος γι’ αυτήν την  δυνατή συγκίνηση ήταν ο Fredrik Plahn (Prey) που τελικά συμπλήρωσε το συγκρότημα επί το αρτιότερο και μελωδικότερο. Ένας δεύτερος κιθαρίστας ο  Mats Gesar (Thalamus) και ο μπασίστας Björn Lundqvist (Twilight Force) μετέτρεψαν το  μουσικό project σε κανονική μπάντα και το όνομα αυτής SunStrike. Δύο πρωτόλειες συνθέσεις (demos) ανέβηκαν στην σελίδα κοινωνικής δικτύωσης της μπάντας το  2013 και αμέσως άρχισαν οι πρώτες μεταδόσεις από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς ενώ οι διασυνδέσεις των Astral Doors παρακίνησαν αρκετές δισκογραφικές εταιρίες να ενδιαφερθούν. Για τη μίξη των 12 συνθέσεων ήταν εκεί ο Erik Mårtensson (Eclipse, W.E.T) ενώ για το εξώφυλλο-πίνακα ζωγραφικής ανέλαβε ο Carl-André Beckston (Monowasp).
Ξεχώρισα το “Never Let You Go”, μία πραγματικά καταπληκτική σύνθεση, καθώς και την μπαλάντα “Higher” με όλα τα στοιχεία που ο κάθε A.O.R οπαδός ζει την κάθε μέρα για να ακούει! Στην τελική μου κρίση, εδώ υπάρχει η αλάνθαστη συνταγή της επιτυχίας: old school AOR, με πλουσιοπάροχα πλήκτρα, με τις κιθάρες και τα ντραμς να μοιράζονται αρμονικά τη μελωδία και την στιβαρότητα των συνθέσεων! Θεωρώ πως ετούτο το σουηδικό γκρουπ είναι φτιαγμένο για μεγάλα πράγματα!


Νότης Γκιλλανίδης

DAMNED NATION: “Grand Design”



Οι Σουηδοί DAMNED NATION για τους μυημένους του σκανδιναβικού melodic hard rock  ήχου είναι ένα από τα πιο όμορφα κρυμμένα διαμάντια του  συγκεκριμένου μουσικού ιδιώματος αφού  προετοίμασαν με το καλύτερο τρόπο την έκρηξη φοβερών άλμπουμ και σπουδαίων σχημάτων του Βορρά τη τελευταία δεκαετία.
Οι Σουηδοί  ξεκίνησαν το 1993 και μετά από δύο χρόνια κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους δίσκο που τιτλοφορείται “Just What The Doctor Ordered” στο οποίο συμμετέχει  συνθετικά ο James Christian (House Of Lords). Στη συνέχεια το 1999 επανέρχονται με το δεύτερο άλμπουμ τους, το πολύ καλό “Road of Desire”  και ακολουθεί την επόμενη χρονιά το μνημειώδες “Grand Design” (όπου και παρουσιάζουμε) ενώ  το 2004 έχουμε το “Sign Of Madness” και έπειτα τα ίχνη τους χάνονται.
To  έξοχο “Grand Design” αν και δεν θεωρείται πολύ παλιό άλμπουμ επανεκδίδεται μετά από περίπου 14 χρόνια από τη Z-Records και μας δίνεται η ευκαιρία να ξαναθυμηθούμε ένα αδικημένο γκρουπ από το σχετικά πρόσφατο παρελθόν και μας έρχονται ξανά μνήμες από ένα αριστουργηματικό δίσκο που περιέχει μόνο αγαπημένα τραγούδια. Το “Grand Design” ξεκινά με το “Stonecold Woman”  που αρχίζει με ένα επιβλητικό κιθαριστικό ριφ και στη συνέχεια εξελίσσεται σε μία σύνθεση μεταξύ Deep Purple και Mr. Big. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει με το “Hiding From The World” όπου εδώ το μπάσο ζεσταίνει το έδαφος και στη συνέχεια εκρήγνυται με  το εξαιρετικό και φλεγόμενο ρεφρέν του, που αποτελεί μία θαυμάσια ωδή στο melodic ήχο. Το “Heart On The Run” συνδυάζει με  μία  γοητευτική ρυθμική απλότητα τους Asia, τους Mr. Big και τους Toto.
Το “Fortuneteller” ακούγεται επικό, περήφανο σε πιο heavy μονοπάτια και ερμηνευτικά μαγικό με την βοήθεια της Sofia Svensson στα δεύτερα φωνητικά. Στο ίδιο περίπου μοτίβο είναι το “Eyes Of A Stranger” με το κιθαριστικό πνεύμα του Randy Rhoads  να κυριαρχεί αλλά και το “Hands Of Time” που φλερτάρει κατά διαστήματα με τους με Queensryche, τον Y. Malmsteen και τους Dio. Εδώ οφείλω να επισημάνω ότι η υπέροχη φωνή του Thomas Thorsen θυμίζει  έντονα τον Eric Martin (λιγάκι και David Coverdale) σε ακόμη πιο hard/ melodic έκδοση και αποτελεί το βαρύ πυροβολικό της μπάντας και την βασική αιτία που το συγκεκριμένο άλμπουμ θα μείνει στην ιστορία.
“Desperate Call” και “Going Crazy” παιχνιδίζουν σε λιτές αγγελικές αμερικάνικες aor/melodic φόρμες ενώ το “Scream Of Anger” πετυχαίνει να σε δονεί με πάθος και ένταση αφού περιέχει μία καθόλου “θυμωμένη” μελωδία. Το “Love Reaction” είναι σε Firehouse ύφος ενώ το “Dance In Darkness” είναι γεμάτο με έναν έξυπνο ενορχηστρωτικό όγκο και ακουμπά στις πλάτες των Blue Murder και στις σκληρές στιγμές των Winger.
Οι DAMNED NATION είναι σίγουρο ότι τους γνωρίζουν ελάχιστοι αλλά ευτυχώς με το “Grand Design” κατόρθωσαν να γράψουν τη δική τους μικρή ροκ ιστορία που κάποιος, κάπου, κάποτε  θα μας την διηγείται για να μας θυμίζει ότι τα διαμάντια εκτός από λαμπερά είναι και παντοτινά.
ΥΓ: Το 2004 ο συγκεκριμένος δίσκος είχε κυκλοφορήσει ξανά από την Pony Canyon Records (πιθανόν μόνο για τους Ιάπωνες) με δύο bonus κομμάτια τα “Love & Devotion”  και  “Are You Willing to Forgive”.

 
Οι Σουηδοί DAMNED NATION για τους μυημένους του σκανδιναβικού melodic hard rock  ήχου είναι ένα από τα πιο όμορφα κρυμμένα διαμάντια του  συγκεκριμένου μουσικού ιδιώματος αφού  προετοίμασαν με το καλύτερο τρόπο την έκρηξη φοβερών άλμπουμ και σπουδαίων σχημάτων του Βορρά τη τελευταία δεκαετία.
Οι Σουηδοί  ξεκίνησαν το 1993 και μετά από δύο χρόνια κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους δίσκο που τιτλοφορείται “Just What The Doctor Ordered” στο οποίο συμμετέχει  συνθετικά ο James Christian (House Of Lords). Στη συνέχεια το 1999 επανέρχονται με το δεύτερο άλμπουμ τους, το πολύ καλό “Road of Desire”  και ακολουθεί την επόμενη χρονιά το μνημειώδες “Grand Design” (όπου και παρουσιάζουμε) ενώ  το 2004 έχουμε το “Sign Of Madness” και έπειτα τα ίχνη τους χάνονται.
To  έξοχο “Grand Design” αν και δεν θεωρείται πολύ παλιό άλμπουμ επανεκδίδεται μετά από περίπου 14 χρόνια από τη Z-Records και μας δίνεται η ευκαιρία να ξαναθυμηθούμε ένα αδικημένο γκρουπ από το σχετικά πρόσφατο παρελθόν και μας έρχονται ξανά μνήμες από ένα αριστουργηματικό δίσκο που περιέχει μόνο αγαπημένα τραγούδια. Το “Grand Design” ξεκινά με το “Stonecold Woman”  που αρχίζει με ένα επιβλητικό κιθαριστικό ριφ και στη συνέχεια εξελίσσεται σε μία σύνθεση μεταξύ Deep Purple και Mr. Big. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει με το “Hiding From The World” όπου εδώ το μπάσο ζεσταίνει το έδαφος και στη συνέχεια εκρήγνυται με  το εξαιρετικό και φλεγόμενο ρεφρέν του, που αποτελεί μία θαυμάσια ωδή στο melodic ήχο. Το “Heart On The Run” συνδυάζει με  μία  γοητευτική ρυθμική απλότητα τους Asia, τους Mr. Big και τους Toto.
Το “Fortuneteller” ακούγεται επικό, περήφανο σε πιο heavy μονοπάτια και ερμηνευτικά μαγικό με την βοήθεια της Sofia Svensson στα δεύτερα φωνητικά. Στο ίδιο περίπου μοτίβο είναι το “Eyes Of A Stranger” με το κιθαριστικό πνεύμα του Randy Rhoads  να κυριαρχεί αλλά και το “Hands Of Time” που φλερτάρει κατά διαστήματα με τους με Queensryche, τον Y. Malmsteen και τους Dio. Εδώ οφείλω να επισημάνω ότι η υπέροχη φωνή του Thomas Thorsen θυμίζει  έντονα τον Eric Martin (λιγάκι και David Coverdale) σε ακόμη πιο hard/ melodic έκδοση και αποτελεί το βαρύ πυροβολικό της μπάντας και την βασική αιτία που το συγκεκριμένο άλμπουμ θα μείνει στην ιστορία.
“Desperate Call” και “Going Crazy” παιχνιδίζουν σε λιτές αγγελικές αμερικάνικες aor/melodic φόρμες ενώ το “Scream Of Anger” πετυχαίνει να σε δονεί με πάθος και ένταση αφού περιέχει μία καθόλου “θυμωμένη” μελωδία. Το “Love Reaction” είναι σε Firehouse ύφος ενώ το “Dance In Darkness” είναι γεμάτο με έναν έξυπνο ενορχηστρωτικό όγκο και ακουμπά στις πλάτες των Blue Murder και στις σκληρές στιγμές των Winger.
Οι DAMNED NATION είναι σίγουρο ότι τους γνωρίζουν ελάχιστοι αλλά ευτυχώς με το “Grand Design” κατόρθωσαν να γράψουν τη δική τους μικρή ροκ ιστορία που κάποιος, κάπου, κάποτε  θα μας την διηγείται για να μας θυμίζει ότι τα διαμάντια εκτός από λαμπερά είναι και παντοτινά.

ΥΓ: Το 2004 ο συγκεκριμένος δίσκος είχε κυκλοφορήσει ξανά από την Pony Canyon Records (πιθανόν μόνο για τους Ιάπωνες) με δύο bonus κομμάτια τα “Love & Devotion”  και  “Are You Willing to Forgive”.


Φώτης Μελέτης

MAGNUM: “Escape From the Shadow Garden” Feat


Κάθε νέα κυκλοφορία των MAGNUM για μένα θεωρείται ένα  μικρό  θεόσταλτο δώρο και η αναμονή της με γυρίζει αρκετές δεκαετίες πίσω όταν στα εφηβικά μου χρόνια περίμενα πως και πώς να πάρω το λεωφορείο να το κατέβω στο κέντρο της πόλης  και να γυρίσω τα δισκάδικα για να αγοράσω νέες αλλά και κλασσικές –αθάνατες hard/ heavy rock κυκλοφορίες. 
Τώρα λοιπόν που οι εφηβικές αναμνήσεις  είναι μακρινό και όμορφο παρελθόν ενώ το λεωφορείο έγινε μετρό και η αγορά βινυλίου αντικαταστάθηκε από το youtube και το downloading, ευτυχώς υπάρχουν ακόμη μπάντες σαν τους MAGNUM για να μας  το  θυμίζουν. Διότι οι Εγγλέζοι σε αυτή την πολύχρονη διαδρομή έχουν για σημαία τους την  εντιμότητα και την ταπεινότητα του πραγματικού φωτεινού δημιουργού και διατηρούν με αξιοθαύμαστο τρόπο  την σοβαρή καλλιτεχνική τους συνέπεια  που τους διακρίνει και αποτελούν κατά εμέ, παράδειγμα  προς μίμηση για τα νεώτερα συγκροτήματα που καβαλούν το καλάμι με την παραμικρή επιτυχία.
Τι να πρωτοθαυμάσουμε λοιπόν μετά από τόσα χρόνια από αυτό το σπουδαίο σχήμα και το Escape From The Shadow Garden; Τις απογειωτικές συνθέσεις που γίνονται  ένα παζλ  από ουράνιες επικές και μελωδικές φόρμες; Τις απίστευτες θεατρικές και αρχοντικές ερμηνείες του Bob Catley; Ή τις μαγικές κιθάρες του Tony Clarkin και τα επιβλητικά πλήκτρα του Mark Stanway; Φυσικά και  λατρεύουμε όλα τα παραπάνω  αλλά πάνω από όλα απολαμβάνουμε αυτή την παραμυθένια ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι MAGNUM που σε ταξιδεύει σε άλλους κόσμους και σε άλλες εποχές.
Πολύ δύσκολα γράφονται σήμερα τραγούδια σαν τα “Unwritten Sacrifice” με τον υπέροχο στίχο, το πομπώδες “Wisdom's Had Its Day”, τα Falling For The Big Plan” και “Live 'Til You Die” (με τις φοβερές σόλο κιθάρες) και το… πιο ροκέ “Burning River” ενώ στη μπαλάντα “The Valley Of Tears” (που έχει άρωμα από Pink Floyd), ο Bob Catley  αφηγείται τραγουδιστικά και στέλνει προς άπαντες το μήνυμα ότι παρά τις όποιες αντιξοότητες της ζωής οφείλουμε να αγωνιζόμαστε, να πιστεύουμε και να επιμένουμε στους στόχους και στα οράματα μας. 
Καλό είναι λοιπόν κάποιοι όψιμοι θαυμαστές τους που παλιότερα τους σνόμπαραν ή  απλά τους έβρισκαν συμπαθητικούς να ακούσουν με προσοχή το “Escape From The Shadow Garden” για να νιώσουν το μεγαλείο ενός σημαντικού συγκροτήματος που έχουν το ευλογημένο χάρισμα της έντονης και συναισθηματικά φορτισμένης μελωδικής δημιουργίας.


Φώτης Μελέτης

Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

ALIEN: “Eternity”

Από τις τρεις περισσότερο αγαπημένες μου μπάντες είναι οι Alien! Θα προσπαθήσω λοιπόν να είμαι αντικειμενικός, σύντομος και σταράτος.
Όταν παρουσιάστηκαν τα αρχικά δείγματα πραγματικά ανατρίχιασα ενώ η είδηση για τις πρώτες ηχογραφήσεις που ξεκίνησαν τον Αύγουστο του 2013 με ένα μικρό διάλλειμα για να εμφανιστούν στη 10η  επετειακή διεξαγωγή του πασίγνωστου Firefest, η προσθήκη  μίας νέας σύνθεσης στη setlist της εμφάνισής τους, το "I’m A Fighter", που συντέθηκε πίσω στα  80s από τους  συν-συνθέτες Pam Barlow και Janet Morrison Minto, που επίσης γράφουν και τους στίχους στο νέο δίσκο, ήταν αρκετά για να κλείσουν και να ανοίξουν έναν κύκλο!
Εντάξει, εδώ δεν υπάρχουν τα αξεπέραστα "Feel My Love" και "Brave New Love", ούτε το "Tears Don't Put Out The Fire", που έσπασαν τα ταμεία, αλλά είναι παρόντα όλα τα στοιχεία που έγιναν η αιτία να τους λατρέψουν όλοι οι οπαδοί του μελωδικού A.O.R ήχου. Τούτη εδώ η δουλειά είναι η επιτομή του A.O.R: πλήκτρα με τον Jimmy Wandroph στο φουλ (καλό!), η φωνή του Jim Jidhed μελωδικότατη και κρυστάλλινη (πολύ καλό!), κιθάρα σε αρμονικές και σόλο ευφάνταστα με τον Tony Borg (ακόμη πιο καλό!) ενώ το rhythm section με τους Ken Sandin στο μπάσο και τον Toby Tarrach στα ντραμς είναι μία πραγματικά μετρονομική παρουσία. Τα δεύτερα φωνητικά πλούσια και χορωδιακά συμπληρώνουν το παζλ της αοριάς και θα μου πείτε… που είναι το εξαιρετικό; Υπάρχουν και άλλες παρόμοιες κυκλοφορίες, ίσως και καλύτερες. Απλά το υλικό στο “Eternity” είναι περισσότερο συνεπές στο ύφος που υπηρετούν και τους παρουσιάζει ωριμότερους και ακόμη πιο δεμένους μετά από δεκαετίες.
Ποιες συνθέσεις ξεχωρίζω; Θα έλεγα όλες, αλλά για να τιμήσω την “αντικειμενικότητα… της υποκειμενικότητας” διαλέγω τα Summer Of Love, “Wildheart” και  κυρίως το “What Goes Up”, διότι έχουν τα στοιχεία που προανέφερα στις δόσεις που προτιμώ! Όσοι πιστοί λοιπόν προσέλθετε. Οι "σκυλάδες/ καψούρηδες" του ροκ , όπως μας αποκαλούν εμάς τους "αοράδες", θα παρανοήσετε! Εγώ ΤΡΕΛΛΛΛΑΙΝΟΜΑΙ ήδη!


Νότης Γκιλλανίδης

PRETTY MAIDS: “Louder Than Ever"


Μετά την κυκλοφορία του εκπληκτικού "Motherland", οι γερόλυκοι μελωδικοί metalers Pretty Maids επιστρέφουν με το ολοκαίνουργιο "Louder Than Ever".
Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος, το "Louder Than Ever” δεν είναι μια εντελώς καινούργια δουλειά αλλά αποτελείται από οκτώ επανηχογραφημένα Pretty Maids κλασικά κομμάτια συν τέσσερα ολοκαίνουργια, ειδικά γραμμένα για αυτόν τον δίσκο! "Ο λόγος που αποφασίσαμε να κάνουμε αυτόν τον δίσκο ήταν για να δώσουμε μια νέα πνοή σε κλασσικά μας τραγούδια” εξηγεί ο τραγουδιστής Ronnie Atkins. Πρόκειται στην ουσία για ένα ενδιάμεσο άλμπουμ μέχρι το συγκρότημα να ολοκληρώσει το επόμενο studio album με νέα τραγούδια.
Λοιπόν, ας αρχίσουμε με τα τέσσερα νέα κομμάτια που είναι όλα τους απλά υπέροχα και τυπικά Pretty Maids άσματα με τις γνωστές μελωδίες σε πρώτο φόντο, τις δυνατές ερμηνείες του Ronnie Atkins και υπέροχες ενορχηστρώσεις. Το “Deranged” που ανοίγει το άλμπουμ είναι ένα τυπικό heavy Pretty Maids τραγούδι. Διαθέτει μια πιο σκοτεινή πλευρά χωρίς όμως να χάνει στην μελωδία και ειδικά στο ρεφραίν είναι 100 % Pretty Maids! Το “My Soul To Take” είναι ένα από αυτά τα τραγούδια που σου μένουν στο μυαλό με το πρώτο άκουσμα και σε κάνουν να τα σιγοτραγουδάς για μέρες! Μια γλυκιά μελωδία, άριστα αρμονικά μέρη, εξαιρετικές ερμηνείες από τον Atkins και ένα ρεφραίν που σε κολλάει στον τοίχο! Στη συνέχεια έχουμε το up-tempo heavy "Nuclear Boomerang", το οποίο κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια που τούτη εδώ η μπάντα έχει γράψει ποτέ! Heavy αλλά μελωδικό, με μια πιο μοντέρνα προσέγγιση, με ένα απίστευτα radio-friendly ρεφραίν το "Nuclear Boomerang” εντυπωσιάζει! Τελευταίο, από τα νέα τραγούδια, είναι η όμορφη μπαλάντα "A Heart Without A Home". Τα υπόλοιπα επανηχογραφημένα τραγούδια κινούνται στις original εκτελέσεις τους με μια πιο φρέσκια προσέγγιση χωρίς όμως να χάνουν τίποτα από την αρχική μαγεία τους!
Συνολικά και για ότι αφορά τα νέα τραγούδια, το μόνο που έχω να προσθέσω είναι ότι και τα τέσσερα, είναι ήδη κλασικά! Μελωδίες, ενορχηστρώσεις, φωνητικά, παραγωγή…. τα πάντα ηχούν άψογα! Θα τολμούσα να πω ότι όλα τα νέα κομμάτια θα μπορούσαν εύκολα να σταθούν μόνα τους ως ένα mini-album. Τα υπόλοιπα επανηχογραφημένα τραγούδια συμπληρώνουν τέλεια το “Louder Than Ever”!


Βασίλης Χασιρτζόγλου

FERREIRA: “V”


Ο βραζιλιάνος μουσικός Marco Ferreira και το συγκρότημά του είναι σχετικά άγνωστοι στην χώρα μας παρόλο που το παλεύουν αρκετά χρόνια για ευρύτερη εμπορική και καλλιτεχνική αναγνώριση χωρίς όμως να το έχουν πετύχει μέχρι και σήμερασήμερα παρόλο που έχουν ανοίξει συναυλίες δημοφιλών γκρουπ όπως  των  Dokken, Ratt και Skid Row.
Η διαδρομή του Marco Ferreira όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα ήταν μεταξύ των δικών του κυκλοφοριών και της συνεργασίας του με τα γκρουπ των Goodbye Thrill και Venturia, ενώ στο ολοκαίνουργιο δίσκο έχει ξανά  την βοήθειαβοήθεια του αδελφού του Alex Ferreira (ντραμς) αλλά και του μπασίστα Dario Seixas (Jack Russel's Great White, Firehouse, Crown of Thorns, Goodbye Thrill)
Ο ήχος του “V” θυμίζει  συγκροτήματα όπως οι Harem Scarem, Def Leppard, Mr. Big, Dokken, και Warrant όχι όμως σε τόσο πιασάρικο ύφος αλλά με πιο σοφιστικέ ροκ προσανατολισμό με τις μελωδίες, τα κιθαριστικά παιξίματα και τα φωνητικά του Marco Ferreira να είναι πιο ψαγμένα και τεχνικά σε όλο το άλμπουμ. Γενικά είναι ένας δίσκος που θέλει πολλές ακροάσεις για να σας αρέσει παρά την “αμερικανιά του” και δεν σε κερδίζει με τις πρώτες ακροάσεις διότι εκεί που φαίνεται να “χωλαίνει” (κακώς βέβαια) ο πέμπτος δίσκος των Ferreira είναι ότι δεν υπάρχουν οι συνθέσεις που θα τον απογειώσουν και θα τον κάνουν πιο ελκυστικό για το ευρύ κοινό.
Τσεκάρετε τα “Hit The Door”, “Heaven Is Her Name”, το μπαλαντοειδές “Don't Let Go”, τα θαυμάσια “Superstitions” και “Sometimes Love's Not Enough” καθώς και το μελαγχολικό “In The End” για να μπείτε  καλύτερα στο νόημα του άλμπουμ.
Τέλος ο βραζιλιάνος μουσικός μας είχε εκμυστηρευτεί σε μία παλιότερη συνέντευξη του στο rockway.gr (link) ότι δεν ζει από την μουσική του αλλά από τις ακουστικές παραστάσεις, παίζοντας διασκευές για 4 ώρες, 2 έως 3 νύχτες την εβδομάδα. Ευχόμαστε λοιπόν ολόκαρδα να ζήσει στο εγγύς μέλλον από την δική του μουσική διότι το αξίζει.
Φυσικά ο Marc Ferreira και το συγκρότημα του δεν στερούνται ταλέντου και συνθετικού οίστρου φαίνεται όμως ότι η τύχη για κάτι πιο μεγάλο δεν του έχει φερθεί γενναιόδωρα οπότε η συμβουλή μας είναι ότι  αγώνας για την επιβίωση και την δημιουργία μπορεί να είναι σκληρός και άδικος αλλά δεν πρέπει ποτέ να σταματήσει ειδικά όταν κυκλοφορούν τέτοιοι αξιόλογοι δίσκοι.


Φώτης Μελέτης

CRYSTAL TEARS: “Hellmade”



“The World’ s a stage, we plug 'n' play!”...
Κατά κάποιο τρόπο, πέρα από απαστράπτοντα Big Bang και τους μύθους των εντυπωσιακών “sex, drugs, rock 'n' roll” ιστοριών, το moto που αναγράφεται στην αρχή αυτού εδώ του κειμένου, πιθανολογώ ότι είναι η Μητέρα όλων των κινήτρων, ο καταλύτης σ' αυτήν την σχετικιστική αντίδραση που μετατρέπει το Heavy Metal από μουσική, σε φιλοσοφία ζωής. Αυτό που σε κάνει να θέλεις να πιάσεις μια κιθάρα , όχι για να γίνεις μουσικός (παράδοξο δεν φαίνεται;) αλλά για να αποτίσεις με τον τρόπο σου τον δικό σου φόρο τιμής, για όλες αυτές τις ανατριχίλες που σε διαπέρασαν από κάθε καυλωμένο riff κι από όλα τα refrain που εκστόμισες περήφανα, με σηκωμένη τη γροθιά σου...
Λοιπόν φίλε, ακούγοντας το “Hellmade” των Crystal Tears, την ύψωσα την γροθιά μου. Πολλές φορές. Καθ’ όλη τη διάρκεια του. Τραγούδησα κι εγώ along με τον Soren Adamsen τα ανθεμικά refrain των 11 τραγουδιών που το απαρτίζουν. Τα δάχτυλα μου επιδόθηκαν σε ακατάσχετο air guitaring συνοδεύοντας τους παιχταράδες Κώστα Σότο και Maty Nagy από τα χειμαρρώδη ultra metal riffs και τα καταπληκτικά μελωδικά τους solo. I banged my head too. Με το φρενήρες drumming του Χρυσάφη Ταντανόζη, ο οποίος καθορίζει με τις πανέξυπνες επιλογές του τη ροή του πανέμορφου αυτού album, συνοδευόμενος από έναν άριστο μπασίστα, τον Αλέξη Χαμαλίδη, που κρατά πυκνό κάθε δευτερόλεπτο των συνθέσεων.
Η μουσική που παράγουν οι Crystal Tears στο τρίτο (και κρίσιμο όπως είθισται να θεωρείται) album τους είναι pure heavy metal, δυναμικό, με καταφανείς επιρροές. Δεν γίνεται ούτε για μια στιγμή στατικό και μέσα του φιλτράρονται στοιχεία από μια ευρεία γκάμα στιλιστικών χώρων και τα οποία η μπάντα διαχέει με άνεση, ξεδιπλώνοντας το προσωπικό της ύφος. Τζούρες από U.S. Power (και ειδικότερα Jag Panzer και Nevermore) στα mid tempo “Destination Zero” και “The Devil Inside, στακάτα, πιασάρικα διαμαντάκια τα “Ever Alone”, “Violent New Me” και φυσικά η πάρα πολύ καλή διασκευή στο πασίγνωστο Beds Are Burning των Midnight Oil, πολυφωνικές prog αύρες στα “Out Of The Shadows” (το riff της εισαγωγής του, μου έφερε καρφί στο μυαλό Helloween από την εποχή του “Dark Ride”) και “Psycho Pollution”. Προσωπικές συναρπαστικές στιγμές, χαρακτηρίζονται ασφαλέστατα, τα “The Skies Are Bleeding”, τo “hitάκι” Rock N Growl” με το εξαιρετικό refrain του, το, με ακουστικό όμορφο intro, “Under Your Skin” και ο ύμνος “Resurrection Suicide” ένα μεγαλειώδες speed, σχεδόν melodic death δυναμιτάκι, με την ερεθιστικά σεξουαλική, thrash riffολογία του.
Ο κρυστάλλινος, γεμάτος ήχος που έχει επιτύχει ο γνωστός και μη εξαιρετέος Δημήτρης Λιαπάκης (Mystic Prophecy, Devil's Train, Suicidal Angels μεταξύ άλλων) αναδεικνύει όλες τις αρετές του σχήματος. Τα πάντα ακούγονται καθαρότατα, η απόδοση των συντελεστών αυτής της δημιουργίας φτάνει σε υψηλά επίπεδα, τρομερή κιθαριστική δουλειά συνδυαζόμενη από το φαντασμαγορικό παίξιμο του Ταντανόζη και παθιασμένα, heavy δυναμικά φωνητικά με αποτέλεσμα, ένα σύνολο σφιχτοδεμένης μουσικής, αυθεντικής τουλάχιστον ως προς την τιμιότητα της έκφρασής της.
Τα συγχαρητήρια μου για ακόμη μια κυκλοφορία εγχώριας παραγωγής, η οποία τιμά τα παντελόνια της, κοιτά στα ίσα όλη την παγκόσμια σκηνή (όπως κάνουν πλείστοι ακόμη σύγχρονοι Ήρωες μας, σε όλα τα επίπεδα και σε όλες τις τάσεις) και σίγουρα για την ίδια την μπάντα αποτελεί πλέον δυσθεώρητο πήχη. Crystal Tears, they plug 'n' play, indeed...


Ιορδάνης Κιουρτσίδης

LINDA & THE PUNCH: “Obsession”


Έχουμε λοιπόν μία αγγλική μπάντα που συνδυάζει το μοντέρνο rock ήχο και τη μακρόχρονη παράδοση του AOR melodic rock ήχου.
Οι συγκρίσεις (λίγο υπερβολικές προς το παρόν) θέλουν τη φρέσκια φωνή της Linda να μοιάζει με αυτήν των Pat Benatar και Robin Beck (χμμμ), πιθανόν και αυτήν της Carrie Underwood (νικήτρια στο αμερικάνικο American Idol το 2005- ως προς τη νεανική φρεσκάδα της φωνής).
Για τη μουσική δίσκου του “Obsession”, σίγουρα περιγράφεται ως melodic rock και τα τραγούδια έχουν τη σφραγίδα της  Linda ως ερμηνεύτριας. Ξεχωρίζω το “Kill The Lights”, τη βαρύτερη σύνθεση του δίσκου με πραγματικά βαρβάτα riff. Οι συνθέσεις “Cold Cold World” και “Welcome to London” δείχνουν μία περισσότερο AOR διάθεση ενώ ο δίσκος έχει αξιομνημόνευτες συνθέσεις και δένει αρμονικά φωνή και μουσικούς. Το μελωδικό  AOR στιλάκι υπάρχει και στα “Wake Up Dreaming of You” και το “Lost For Words”, δύο συνθέσεις παραλίγο μπαλάντες.
Τελικά οι Linda & The Punch αποτολμούν στο κλείσιμο του δίσκου μία διασκευή στην κλασική επιτυχία της Patti Smith, τον ύμνο “Because The Night”. Το συγκρότημα το παρουσιάζει ελαφρώς βαρύτερο με τη φωνή της Linda  να έχει το πάθος της Smith, αν και ακολουθεί την πεπατημένη και μερικές στιγμές ακούγεται ελαφρά πιο heavy  στην προσέγγιση. Βέβαια όπως οι περισσότερες προσπάθειες διασκευών καταλήγουν υπέρ του πρωτότυπου και το συγκεκριμένο μάλλον δεν αποτελεί εξαίρεση.
Συμπερασματικά οι καλύτερες στιγμές του δίσκου είναι τα υπόλοιπα τραγούδια και η ερμηνευτική ικανότητα της 21ος ετών  Linda να τραγουδά πολύ καλά καθώς ότι οι Linda & The Punch είναι μία μπάντα που το ξεκίνημα της είναι αξιοπρόσεκτο και είμαστε έτοιμοι να τους ξανακούσουμε…


Νότης Γκιλλανίδης

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

VANDEN PLAS: “Chronicles Of The immortals- Netherworld”



Οι στιβαροί Γερμανοί progressivάδες διέρχονται καλλιτεχνική άνθιση. Αυτήν τη φορά ρίχνουν το μεταλλόμορφο μουσικό ον που παρουσιάζουν από άλμπουμ σε άλμπουμ σε μια ιδιαίτερα καλοφτιαγμένη fantasy περιδίνηση.
Αυτή τη φορά, με το όγδοο έργο τους από το ‘94, φτάνουν μακρύτερα από κάθε άλλη φορά, χάρις στην υπόθεση του “Netherworld” που χαρίζει στο άλμπουμ μια μυθιστορηματική αύρα βγαλμένη από τo σινεμά του υπερφυσικού. Ο Wolfgang Hohlbein, η γραφίδα πίσω από την υπόθεση, δεν είναι μόνον ένα 60χρονο φρικιό με αλογοουρά και fan του γκρουπ, αλλά και ένας συγγραφέας με 200 βιβλία επιστημονικής και επικής φαντασίας (fantasy) με 43 εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως. Αυτός συνέστησε να επιχειρήσει το γκρουπ να συνθέσει μια ροκ – όπερα έτοιμη για να ανεβεί σε θεατρικό σανίδι, υποστηριζόμενη από μια πλούσια παραγωγή, βασισμένη σε μια σειρά διηγημάτων του με τον γενικό τίτλο “Το Χρονικό των Αθανάτων”. Έτσι προέκυψε το “Bloodnight”, μια παράσταση  της οποίας το libretto έγραψε ο ηγέτης των Vanden Plas και τραγουδιστής Andy Kuntz, από κοινού με τον Hohlbein.
Η συνθετική ομάδα του γκρουπ, Stephan Lill (κιθάρες), Günter Werno (πλήκτρα) μαζί με τον Kuntz έγραψαν 19 τραγούδια για την θεατρική παραγωγή. Ο 51χρονος Kuntz, ένας βετεράνος περφόρμερ με εκφραστικό παρουσιαστικό (οποιοδήποτε video του γκρουπ πείθει), απογερμανοποιημένη προφορά και παλμαρέ που περιλαμβάνει από συμμετοχή σε punk μπάντες μέχρι και ένα ανέβασμα του “Jesus Christ Superstar”, ανέλαβε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Με την μπάντα να παίζει ζωντανά κατά τη διάρκεια της παράστασης, το έργο πραγματοποίησε μια εντυπωσιακή πορεία 25 sold-out παραστάσεων στη γενέτειρα πόλη τους, Kaiserslautern, μεταξύ 2012 και 2013. Φυσική εξέλιξη, η πρόθεση όλων των εμπλεκομένων να επεκτείνουν την θεατρική επιτυχία μεταφράζοντάς την σε έναν δίσκο των Vanden Plas με τη μουσική της παράστασης.
Το “The Netherworld- Path 1” αποτελείται από τα 10 κομμάτια του άλμπουμ (με τίτλο “Visions”) που αποδίδουν την πρώτη πράξη της παράστασης, με το δεύτερο και τελευταίο μέρος της (“Path 2”) να αναμένεται να κυκλοφορήσει μέσα στο ‘15. Ο Kuntz στο άλμπουμ είναι ο αφηγητής, αλλά και ο ενσαρκωτής όλων των χαρακτήρων ενώ τα instrumental μέρη έχουν επεκταθεί, διασκευαστεί, ακόμη και ξαναγραφτεί, ώστε να αναπληρώνουν την απουσία των οπτικών ερεθισμάτων που είχαν καθηλώσει τους θεατές στις παραστάσεις.
Γυναικεία φωνητικά, κλασσικές χορωδίες, ερμηνείες από τον Kuntz που εννοούν κάθε μουσικό φθόγγο -στα ύψη και τα βάθη του- και ένας καμβάς από ευέλικτα πλήκτρα, κοφτερές κιθάρες, επιμελημένα σόλο και digital παραγωγή που καταλαμβάνει το κρανίο χωρίς δεύτερη κουβέντα. Κάθε κομμάτι μια μίνι-όπερα (βιολιά, πιάνα, μελωδίες μέσα σε μελωδίες) που θυμίζει σε σημεία παλιούς Queensryche με extra συμφωνική ενορχήστρωση και μια γήινη φωνή που συνδέεται άμεσα με τον ακροατή.
Και ποιά η υπόθεση; “Τα Xρονικά των Aθανάτων – O Κάτω Κόσμος” επιχειρεί να εξερευνήσει υπαρξιακές αναζητήσεις, αυτό που λέγεται στην ποπ ψυχολογία “ζητήματα ταυτότητας”. Τί σημαίνει αθανασία; Ο Andrej Delany (ο κεντρικός χαρακτήρας) γνωρίζει καλά την απάντηση. Όσοι τον συναντούν αντιλαμβάνονται ότι είναι διαφορετικός, εμπειρώτερος, με ισχυρώτερη κράση. Τον αποκαλούν μάγο και τον αποκηρύσσουν ως βαμπίρ ή δαίμονα. Κι όμως διαφέρει μόνο σε ένα στοιχείο: στο ότι έχει ζήσει πολύ περισσότερο χρόνο από τους άλλους. Ο Andrej επιθυμεί διακαώς να γίνει ένα “κανονικό” ανθρώπινο ον, αλλά αδυνατεί να μοραστεί τη ζωή του με τους θνητούς. Αναζητώντας τη λύτρωση περιπλανάται ανά τους αιώνες, αγνοώντας ότι έτσι εκτίθεται στο έλεος των δυνάμεων που έχουν την Αιωνιότητα με το μέρος τους και που εξυφαίνουν έναν μοιραίο ρόγχο γύρω από το λαιμό του. Μια σκοτεινή οπτασία βάζει τον Andrej σε πειρασμό να συμμαχήσει μαζί της και να εισβάλει στο Πάνθεο των παλαιών θεών και να τους πάρει το θρόνο. Χίμαιρες (“Visions”) από την απέναντι πλευρά τον προειδοποιούν για την ανίερη αυτή ένωση. Θα του μιλήσουν για τον χαμένο έρωτα και τις ψυχές των ξεχασμένων παιδιών, δείχνοντάς του έναν “απαγορευμένο δρόμo” προς τον Marius –τον γιο του που νόμιζε νεκρό – και την Maria – τον έρωτα της ζωής του. Και κάπως έτσι βρίσκεται παγιδευμένος στην πρώτη γραμμμή της αιώνιας μάχης του Ουρανού με το Ατέλειωτο Σκοτάδι. Ποιά από τα αρχαϊκά αυτά οράματα είναι η λύτρωση και ποιά η καταστροφή του; Πρέπει να επιλέξει τις επιταγές ποιών οραμάτων θα ακολουθήσει, ενώ η αλήθεια μπορεί να βρεθεί μόνο βαθιά μέσα του. Το άλμπουμ ολοκληρώνεται ενώ η ελπίδα του ήρωα για σωτηρία μοιάζει για πάντα χαμένη.
Αφελές; Μπερδεμένο; Κάπου το έχουμε ξανακούσει; Όπως και νά’χει, μουσικά εντυπωσιακό. Θα το λατρέψουν οι μέχρι φαυλότητος γοτθόφιλοι, οι μεταλλάδες που ακούνε με τα μάτια (και με το goοgle ανοικτό), τα nerds της Middle Earth, όλοι όσοι ορέγονται Opeth καθώς και οι μανιώδεις θιασώτες των πολύπλοκων concept albums. Και έρχεται σε λίγους μήνες και δεύτερο μέρος. 


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

ACHILLEAS DIAMANTIS: “Loaded”


Η μόνη γνώση που είχα για τον Αχιλλέα Διαμαντή, ήταν η συμμετοχή του στο single των Outloud “The Last Days Of December”, με κάποια όμορφα solo στο ομότιτλο τραγούδι.
Ψάχνοντας, ανακάλυψα ότι ως κιθαρίστας έχει συμμετάσχει σε πάρα πολλές κυκλοφορίες του ελληνικού mainstream, έχει κυκλοφορήσει με το jazz – fusion σχήμα Confusion τέσσερα album, ένα album με τη rock μπάντα Null, ενώ συμμετείχε και σε διάφορα TV shows ανακάλυψης ταλέντων στα ιδιωτικά κανάλια.
Στο ψητό τώρα. Το “Loaded” είναι ένας πάρα πολύ καλός κιθαριστικός hard rock δίσκος, με πανέμορφα τραγούδια, δε στοχεύει μόνο σε μελετητές της εξάχορδης που βγάζουν τα μάτια τους πάνω στο όργανο αλλά σε οποιονδήποτε θέλει να ακούσει καλή, εύληπτη και δημιουργική μουσική.
Βασισμένος σε τεχνοτροπίες του Steve Vai και του Joe Satriani, με προσωπικό, αυτόνομο style, περίτεχνα solo που απέχουν από τα σύνορα της αυνανιστικής επιδειξιομανίας, ο Αχιλλέας απλώνει τις ευφάνταστες ιδέες του. Μην περιμένεις την ανακάλυψη του τροχού. Τα τραγούδια έχουν τον αέρα του κλασσικού, σε παίρνουν μαζί τους και σε διασκεδάζουν, κι αυτό είναι το σπουδαιότερο πλεονέκτημα του “Loaded”. Τι το απλούστερο, όταν μιλάμε για hard rock μουσική;
Όλες οι συνθέσεις παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον, με διακριτή την κατανομή στις διαθέσεις τους. Από τη μια τα γρήγορα, heavy και τσαμπουκαλίδικα “Fake Face”, “Big Hearted Love”, “Blue Stone” και “Leave Me Alone” και από την άλλη οι εξαιρετικές, μελωδικότατες μπαλάντες “Heavy Weapon”, “It Hurts To Want You”, “Just For You” (ύμνος, αφιερωμένο εξαιρετικά για σένα Ανθρωπίνα μου!...) ενώ δεν λείπουν και πιο προοδευτικές τάσεις, κάτι που ακούγεται στο “Diastims”, ένα τραγούδι που διαφέρει εντελώς, στο οποίο ο Αχιλλέας εμφανίζει μια τάση να δείξει και κάποιες άλλες αρετές του.
Το “Loaded” μου άρεσε πάρα πολύ. Συνεχίζει την ακολουθία πολύ καλών κυκλοφοριών από τους πολύ ταλαντούχους μουσικούς που διαθέτει πλέον το εγχώριο δυναμικό, έχει ανθεμικό αέρα, αψεγάδιαστο ήχο και πάνω απ' όλα, σπουδαία κιθαριστική μουσική. Ολοκληρωμένα τραγούδια που πιθανά να σου φέρουν στο μυαλό (αν είσαι και έφηβος όπως εγώ, σίγουρα) εποχές που το μόνο που σε άγχωνε ήταν αν είναι κρύα η μπύρα σου ή όχι και αν η Κατινίτσα θα βγει στο απέναντι μπαλκόνι με σουτιέν ή άνευ.
Ένα μπράβο είναι το λιγότερο και εύχομαι το album να έχει την πορεία που του αξίζει.


Ιορδάνης Κιουρτσίδης

WITHIN TEMPTATION: “Hydra”


Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια απλή μπάντα. Μέσα σε μια δεκαετία (από τότε δηλαδή που αποφάσισαν να κάνουν μια πιο εμπορική στροφή στον ήχο τους), οι Within Temptation έχουν πολλαπλασιάσει το κοινό τους και κάθε τους δουλειά αναμένεται με ανοιχτές αγκάλες.
Δεν υπάρχει λόγος να αναφερθώ ξανά στην εκπληκτική φωνή της Sharon, ή στην ευκολία που το υπόλοιπο σχήμα παράγει εν δυνάμει single. Είναι γνωστά αυτά και σε όποιον δεν αρέσει η εμπορική χροιά του group, ας σταματήσει να γκρινιάζει, διότι το τρένο δεν έχει επιστροφή.
Το “Hydra” ξεκινάει δυναμικά με “Let Us Burn”, μια κλασική Within Temptation σύνθεση. Ο συμπαθέστατος Howard Jones (Devil You Know, ex- Killswitch Engage) συμμετέχει στο “Dangerous”, ένα κομμάτι που το video clip είχαμε δει στο τέλος της προηγούμενης χρονιάς.
Συνέχεια με το “And We Run”, με τον rapper Xzibit να κάνει guest vocals, μια σύνθεση η οποία ξενίζει κάπως. Βέβαια δεν είναι πρώτη φορά που ο Xzibit συμμετέχει σε rock δίσκο. Το 2005 είχε κάνει ντουέτο με τον Alice Cooper στο κομμάτι “Stand”, το οποίο προστέθηκε ως bonus track στο δίσκο “Dirty Diamonds” του Alice. Και η αλήθεια είναι πως ούτε εκεί “κούμπωσε” ο εν λόγω κύριος…
Πάμε παρακάτω… Το “Paradise” είχε προκαλέσει σάλο πριν καν κυκλοφορήσει σε video και σε EP, και αυτό διότι είχε ανακοινωθεί η σύμπραξη των Within Temptation με την Tarja, οπότε οι απανταχού female fronted fans, έτριβαν τα χέρια τους. Και φυσικά το αποτέλεσμα δεν τους απογοήτευσε.
Παύση συμμετοχών για τη συνέχεια, με την πρώτη μπαλάντα του “Hydra” (“Edge of the World”) να παίρνει τη σκυτάλη. Μελωδική και λυρική, στα βήματα που μας έχουν συνηθίσει οι Within Temptation.
Μια κίνηση που δεν περίμενα (και δέχτηκα ευχάριστα) λαμβάνει χώρα στο “Silver Moonlight” όπου ο Robert Westerholt (σύζυγος της Sharon) κάνει μερικά growls, θυμίζοντας εποχές “Enter”. Η φωνή του Robert συναντάται και στο μετέπειτα “Tell Me Why”, αλλά όχι σε brutal μορφή.
Τα “Covered By Roses” και Dog Days αντιπροσωπεύουν πλήρως το εμπορικό μουσικό ποιόν του συγκροτήματος και θα σιγοτραγουδηθούν σε ανύποπτο χρόνο ύστερα από μερικές ακροάσεις.
Κλείσιμο με το “Whole World Is Watching”, όπου συμμετέχει ο Dave Pirner των αγαπητών Soul Asylum. Δεύτερη μπαλάντα στο δίσκο, που κλείνει όμορφα το έκτο full length του σεξτέτου από την Ολλανδία.
Στο “Hydra” η μπάντα βάζει στο ηχητικό τραπέζι (σχεδόν) όλα τα χαρακτηριστικά που έχουν μπολιάσει τη μουσική πορεία της. Έτσι όπως η Λερναία Ύδρα διαθέτει πολλά κεφάλια, έτσι και το νέο πόνημα των Within Temptation θέλει να παρουσιάσει λογής ηχητικές προσωπικότητες, όλες με κοινό παρανομαστή τη σύγχρονη χροιά που έχει υιοθετήσει το σχήμα.
Δεν έχει τη συνοχή που είχε το “The Unforgiving”, αλλά σίγουρα είναι δύο κλικ πιο heavy (σχετική έννοια πάντα), ενώ σε γενικές γραμμές έχουμε να κάνουμε με μια καθόλα ολοκληρωμένη δουλειά, με ουσία, η οποία δεν ψάχνει να βρει το χαρακτήρα της (μιας και τον έχει ήδη βρει, σε αντίθεση  με άλλα συγκροτήματα του χώρου), αλλά προβάλει αυτό που θέλει, με τον τρόπο που θέλει, χαροποιώντας το κοινό της. 


Στέφανος Στεφανόπουλος

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...