Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

PRETTY WILD: “Pretty Wild”


Κλασικός και συνάμα ευχάριστος  ήχος με διάθεση για party-καταστάσεις, περιγράφει  αυτή την κυκλοφορία των  Σουηδών Sleaze/Glam Rocker,  Pretty Wild, που κυκλοφορούν το δεύτερο δημιούργημα τους το Γενάρη του 2014.
Οι Pretty Wild δημιουργήθηκαν το  2006 στο Malmoe και η σύνθεση τους ήταν αρχικά οι Krizzy Fields, Kim Chevelle, Johnny Benson και ο Tim Pretty. Ο ήχος τους  προσομοίαζε το metal των  80s και ηχογράφησαν ένα demo  με τρεις συνθέσεις. Όμως, έπειτα από αυτό το γεγονός ο Tim Petty εγκατέλειψε την μπάντα και νέος  frontman ήρθε ο Ivan Höglund. Περιοδείες σε Ευρώπη και Αμερική, είναι η προθέρμανση για την κυκλοφορία του  EP "All the Way" σε αμερικάνικη εταιρία. Αυτά για την ιστορία…
Στο παρόν, οι σουηδοί κυκλοφορούν το δεύτερο  άλμπουμ καθώς το ντεμπούτο τους "All The Way" του 2008 σκαρφάλωσε αμέσως στο σουηδικό billboard ως νούμερο 1 και ξεπούλησε με κινητήριο μοχλό και τις 100 παραστάσεις που ακολούθησαν. Οι 14 συνθέσεις του δίσκου ενθουσιάζουν με το πρώτο άκουσμα, καθώς διαθέτουν πλούσια χορωδιακά φωνητικά, πανέμορφες μελωδίες, έξοχα κιθαριστικά σόλο και φωνή εξαιρετική με γρέζι σε "κατάλληλες δόσεις" που θυμίζει παλιούς εξαιρετικούς ερμηνευτές του είδους!
Ξεχώρισα τα “Wildheart”, μία σύνθεση με πολλή ενέργεια, και “Alive”, με τα εκπληκτικά φωνητικά και τη "βρώμικη" κιθάρα να  sleazάρει ατελείωτα! Το άκουσμα αυτό  απεικονίζει την όλη διάθεση  τους, τόσο στις ζωντανές εμφανίσεις τους, όσο και την ένταση και  την αμεσότητα που βγαίνει στο δίσκο, που κυκλοφορεί η σουηδική Dead End Records, που φαίνεται ότι υιοθετεί τις ανάλογες μπάντες.
Όλες οι συνθέσεις άρτια δημιουργημένες και καλοπαιγμένες μουσικά, αφού οι πρόβες γίνονταν όχι μόνο στο στούντιο, αλλά και σε ζωντανές εμφανίσεις. Το "πνεύμα" των CINDERELLA, GUNS 'N' ROSES, AC/DC, KISS, THE POODLES, WIG WAM, STEEL PANTHER και POISON διάχυτο παντού…  και το σουηδικό Glam/Sleaze στα καλύτερα του.
Μετρονομικό το παίξιμο της rhythm machine από τους Kim Chevelle στο μπάσο και τον Johnny Benson στα τύμπανα, ενώ η κιθάρα sleazάρει από τον Axl Ludwig. Μέτριες συνθέσεις δεν υπάρχουν, μόνο ευθεία "party all night" διάθεση. Εύχομαι μόνο να μην καθυστερήσουν τόσο πολύ την επόμενη κυκλοφορία τους. Εξαιρετικό "εορταστικό" άκουσμα!



Νότης Γκιλλανίδης

SENSER: “To the Capsules”


Κάποιοι κακεντρεχείς θα τους αναφέρουν ως τους “Rage Against The Machine των φτωχών”, αλλά η αλήθεια απέχει από αυτόν το χαρακτηρισμό.
Συνοδοιπόροι του λυρισμού του Zack De La Rocha και της κιθαριστικής πανδαισίας του Tom Morello, οι Senser ήταν λίγο περισσότερο περίπλοκοι από τους Αμερικανούς.
Με ντεμπούτο το 1994 (2 χρόνια μετά από αυτό των RATM), το εκπληκτικό “Stacked Up”, συνδύασαν πανέμορφα τον ακραίο rock ήχο, με το χοροπηδηχτό ρυθμό του hip hop και την ηλεκτρονικότητα του trip hop, φέρνοντας κοντά τους ακόμα και το funk.
Πολλά χρόνια μετά, έχοντας μεγάλα κενά μεταξύ κυκλοφοριών έρχεται τώρα το πέμπτο album τους “To the capsules”, όπου συνεχίζουν να είναι οι Senser που ο κόσμος κάποτε έφερε στις ψηλές θέσεις των UK Charts.
Στίχος καθαρά κοινωνικοπολιτικός, μουσικές στακάτες και ξεσηκωτικές, που περνάνε μέσα από industrial και funk μονοπάτια, με προορισμό το  διάστημα, το οποίο κοσμεί και το εξώφυλλο.
Όμορφη και καθαρή παραγωγή και συνθέσεις που σε σηκώνουν από το καναπέ. Μια θες να φωνάξεις Yo, μια να κάνεις headbanging, αλλά πάντα θες να σπάσεις κάτι από τη χαρά σου. Από το Ministry-ικό riff του “Witch Village” και τη heavy rock αίσθηση του “Wounded Spectre”, ως το ταχύτητας δύομησι λεπτών “Break the Order”, που θυμίζει μέχρι και Suicidal Tendencies, τα υπέροχα scratches του “Liquidity” και το full hip hop “Chemtrails” (ναι, μας ψεκάζουν!) είναι ένας δίσκος που θα σημαδέψει το 2014.
Και στο τέλος, φορούν το διαστημικό τους σκάφανδρο και βουτάνε με φόρα στην μουσική μαύρη τρύπα, με το 7-λεπτο “Let There Be War” και την space rock καταγωγή του!
Οι φίλοι των RATM και των Prodigy που δεν τους ξέρουν από τα παλιά καλά θα κάνουν, με αφορμή τούτο εδώ το album, να τους τσεκάρουν και να πάνε στο AN Club στις 25 Ιανουαρίου και να τους ζωντανά να παρουσιάζουν το “To the capsules”.


BRUCE SPRINGSTEEN: “High Hopes”

Το boss επιστρέφει δύο χρόνια ύστερα από το “Wrecking Ball”, με τον δέκατο-όγδοο δίσκο του.
Μην περιμένετε όμως ένα “κανονικό” album. Στο “High Hopes” ο Bruce Springsteen παρουσιάζει συνθέσεις που δεν είχαν καταφέρει να ενταχθούν σε προηγούμενες δουλειές του, καθώς και μερικές διασκευές. Βέβαια, αυτό παίζει μικρό ρόλο, μιας και το αποτέλεσμα είναι εξίσου εντυπωσιακό, και η δομή του δε σε κάνει να νιώθεις πως ακούς κάποια συλλογή, αλλά μια κανονική κυκλοφορία.
Το album ξεκινάει με το ομώνυμο κομμάτι, το οποίο υπάρχει και στο “Blood Brothers” EP του 1996 και αποτελεί διασκευή σε σύνθεση του Tim Scott McConnell. Για τις ανάγκες του νέου δίσκου επανηχογραφήθηκε και το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό. Αρκετά ενδιαφέρουσα έναρξη, και πάνω απ’ όλα όχι αναμενόμενη.
Το “Harry’s Place” διέπεται από μια 80s ατμόσφαιρα που σε ταξιδεύει προς “Human Touch” μεριά, παρότι πρόκειται για leftover από το “The Rising” του 2002. Το επτάλεπτο “American Skin (41 Shots)” αποτελεί και αυτό παλαιότερη σύνθεση, η οποία αποδιδόταν live την περίοδο 1999-2000. Πολύ όμορφο κομμάτι, το οποίο χρειαζόταν να αποτυπωθεί επιτέλους σε studio μορφή σε κάποιο album. Κάλλιο αργά παρά ποτέ…
Η διασκευή στο “Just Like Fire Would” των The Saints είναι ανέλπιστα καλή, με τον Bruce να δίνει μια εντελώς διαφορετική χροιά στο τραγούδι. Τα “Down in the Hole” και “Heaven’s Wall” αποτελούν και αυτά παλαιότερες ιδέες που είχαν μείνει στο ράφι, ενώ τα “Frankie Fell In Love” και “This Is Your Sword” είναι νέες συνθέσεις (όρκο δεν παίρνω, Bruce είναι αυτός).
Το “Hunter of Invisible Game” μας έρχεται από το 2005, αλλά μέχρι πρότινος δεν είχε βρει το δρόμο του σε κάποιο album. Από ότι φαίνεται, το “High Hopes” αποτελεί ιδανική ευκαιρία. Η επανεκτέλεση του “The Ghost of Tom Joad” (1995) μάλλον είναι αχρείαστη, αλλά σίγουρα ενδιαφέρουσα.
Λίγο πριν το τέλος, έχουμε το “The Wall”, αρχικά γραμμένο το 1998, ενώ σαν επίλογο τη διασκευή στο “Dream Baby Dream” των Suicide.
Εν κατακλείδι, αν είσαι fan του Bruce Springsteen θα ευχαριστηθείς το “High Hopes”. Και αναλογιζόμενος πως τα περισσότερα τραγούδια αποτελούν leftovers, καταλαβαίνει κανείς το πόσο μεγάλος συνθέτης είναι ο εν λόγω κύριος. Διότι ακόμα και οι ιδέες που απέρριπτε κατά καιρούς και έβαζε στο ράφι, είναι τόσο καλές που φτιάχνουν ένα δυνατό album από μόνες τους. Εύγε! 


Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

CASABLANCA: “Riding a Black Swan”

“We'll always have Paris”. Δε φταίω εγώ, φίλε μου αν δεν έχεις δει μία από τις κλασικότερες ταινίες της έβδομης τέχνης.
Βέβαια, είναι απλά συνωνυμία, αφού εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα hard rock συγκρότημα από τη Σουηδία, με σαφή glam προσανατολισμό.
Έχοντας κάνει κάποια αίσθηση με το ντεμπούτο τους, “Apocalyptic Youth”, που χτύπησε πρωτιά στη λίστα των Hard rock albums στη χώρα τους (πλειάδα πολλών όμορφων σχημάτων στο χώρο, οπότε δεν είναι όσο λίγο ακούγεται) και υποψηφιότητα για Καλύτερο νέο rock group από το Classic Rock Magazine (UK). Μπήκαν γρήγορα, στα μεγάλα σαλόνια παίζοντας support στους μεγάλους Kiss και περιοδεύοντας στη Σουηδία με τους Crash Diet και Bullet.
Δεν είναι τυχαίοι μουσικοί όμως, αφού στις τάξεις τους έχουν τους κιθαρίστες Ryan Roxie (Alice Cooper Band) και Eric Stenemo (Melody Club) καθώς και τη drummer των Sahara Hotnights, Josephine Forsman.
Η δεύτερη δουλειά τους, “Riding A Black Swan”, είναι επίσης ιδιαίτερα ευχάριστη και θυμίζει μεγαθήρια του χώρου, όπως φυσικά ο θείος Alice Cooper και οι Skid Row. H αλητεία του glam συναντά την ωριμότητα του AOR και με σεβασμό στο κλασικό rock/metal κοιτάει στο μέλλον κάνοντας κωλαράκια να κουνιούνται.
Συγκρότημα που μπαίνει στην καρδιά μου κοντά στους D.A.D με τραγούδια σαν τα “Hail The Liberation” και “Barriers”, αφού συνδυάζει όλους τους ήχους με ένα τρόπο που δεν με κάνει να νιώσω ότι φοράω ψεύτικες βλεφαρίδες.
Σήκω χόρεψε, κουκλί μου...


Δημήτρης Μαρσέλος

JULIAN ANGEL’S BEAUTIFUL BEAST: “Kick Down the Barricades”



Οι Pink Cream 69 ήταν την Άνοιξη του ‘90 οι πρώτοι (αν ξεχάσεις τους ερασιτέχνες “Killer” του ‘86) παραπάνω από αξιοπρεπείς Γερμανοί sleazy hard rockers που σε μπέρδευαν για την καταγωγή τους. Ήχος βγαλμένος από το sunset strip, ρυθμικά κομμάτια με φωναχτά ρεφρέν και διονυσιακά σόλο να ρέουν. Στο μυαλό έρχονταν κατευθείαν φοινικόδεντρα, τζην σκισμένα στα γόνατα, μαντήλια, φουλάρια και ξανθιές με λίγα ρούχα να ποζάρουν ηδυπαθώς πάνω σε Harley. 
Τα τελευταία πέντε χρόνια, οι Steel Panther έχουν έδεσαν μια πέτρα δύο τόνων στο πόδι των μουσικών αναστολών όλων όσων θα ήθελαν (παραφράζοντας τον John Cuzack στο “High Fidelity”) να είναι “μέλη hair metal μπάντας στο L.A., την περίοδο 1988-1991”. Ίσως και ως ενστικτώδες αντίδοτο στην όλη δυσοίωνη μουσική -και όχι αποκλειστικά- κατάσταση, οι εμμονές με τις ανεπανάληπτες τελευταίες μέρες των πάρτυ της δεκαετίας του ’80 και των sleaze ήχων που τις συνόδευαν ξαναγύρισαν.
Τέτοια περίπτωση είναι και οι τύποι αυτοί. Γερμανοί, με ονειρώξεις μεγαλείου Motley Crue. Το ύφος και το νεύρο είναι σωστό, σα να λέμε ο απροκάλυπτα γερμανικής κατατομής (παρά τις μπαντάνες) Julian Angel έχει μάθει καλά το μάθημα και πράγματι του αρέσει να παίζει και να ντύνεται σαν να είναι Άνοιξη του 1990 και να ετοιμάζεται να κατέβει στο Rainbow Bar & Grill. Βέβαια, ο όγκος του ήχου, το πρόχειρο computerized εξώφυλλο και οι αδρές και όχι φινιρισμένες μελωδίες προδίδουν (για όλα τα σχετικά σχήματα, τα περισσότερα βορειοευρωπαϊκά) ότι έχουν περάσει 25 χρόνια από τον πραγματικό χρόνο του μουσικού φαινομένου που λατρεύουν και επιχειρούν να αναπαράξουν. Δεν υπάρχουν πια παραγωγοί που να κρυφολουστράρουν τον hard rock ήχο μήπως και πετύχουν να περάσουν το πρώτο (το “δυνατό”) single σε ένα ραδιόφωνο στο οποίο κυριαρχούσαν (ακόμη) ο Phil Collins, η Alannah Myles, οι Nelson και οι Wilson Philips. Δεν υπάρχει τέτοια “κάψα”, ούτε των δισκογραφικών να πιάσουν το mainstream, ούτε των A&R (αν υπάρχει τέτοιο πράγμα) να βγάλουν τον επόμενο σταρ, ουτε και των μουσικών εν τέλει.
Στο άλμπουμ αυτό, όλα τα έχει υπό μάλης ο Julian Angel, ο οποίος, όπως και στα δύο προηγούμενα άλμπουμ του (με τους ξεδιάντροπους τίτλους “Adult Oriented Candy” [2011] και “California Suntan” [2012]), ναρκισσεύεται χωρίς αύριο. Παίζει ο ίδιος όση κιθάρα γουστάρει (χορταστική για το είδος), έχει γράψει τα κομμάτια, έχει ενορχηστρώσει ξεπατικώνοντας Poison/ Skid Row/ L.A. Guns/ Kix, ποζάρει μαυρισμένος από λάμπα και με φωνή Vince Neil β’ εθνικής και μακρινού ξαδέρφου του Taime Down των Faster Pussycat μας κερνάει φτηνή “αλητεία δρόμου” βγαλμένη θά’λεγες από τσαλακωμένες σημειώσεις στίχων των Motley Crue που δεν χρησιμοποιήθηκαν στο Dr. Feelgood.
Το εισαγωγικό κομμάτι “Bad Boys Don’t Dance” φωνάζει 1990 και έχει αυτή την “εθιστική” ποιότητα που είχαν τα κομμάτια τότε. Το “Unsexy Love” μοιάζει με βιαστική διασκευή του “Unskinny Bop”. Το “The Night Cries For You” είναι μια απόπειρα μπαλάντας στο στυλ “The Ballad Of Jayne”. Το “High On Love” και το “Six In The Red” θα μπορούσαν να βρίσκονται σε οποιοδήποτε άλμπουμ της διετίας 1989-1990 όλων των πιο πάνω sleaze σχημάτων, και άλλων τόσων που δεν τα κατάφεραν και σήμερα περνιούνται ως cult σε όσους είναι κάτω των 30.
Όσοι ήθελαν να ξεθάψουν τις μπότες και τα φουλάρια τους το έχουν ήδη με τους Steel Panther και μπορούν να πάρουν μια ακόμη δόση με το “Όμορφο Κτήνος” του Julian Angel.
Kατά τ’ άλλα, “End Of the eighties, end of the century” για την ουσία του hard rock. Γνωστά πράγματα αυτά.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

MUSTASCH: “Thank you for the Demon”


Χωρίς να χάνουν χρόνο, οι Σουηδοί heavy rockers Mustasch, αφού είδαν το “Sounds Like Hell, Looks Like Heaven” του 2012 να γίνεται χρυσό στη χώρα τους, ετοίμασαν ένα ακόμα με τίτλο “Thank you for the demon”.
Αφού ο κιθαρίστας/τραγουδιστής τους, Ralf Gyllenhammar (το επίθετο του σημαίνει “χρυσό σφυρί”) έθεσε εαυτό υποψήφιο για την σουηδική συμμετοχή στη Eurovision του 2013 (link) με το κομμάτι “Bed on Fire”, έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά για το νέο υλικό των Mustasch.
Οι τύποι αυτοί δεν βγήκαν χθες. Το “Thank you for the demon” είναι η έβδομη δισκογραφική τους δουλειά και κάποτε οι, μεγάλοι τώρα, Volbeat άνοιγαν τις συναυλίες τους. Φανταστείτε τους Black Label Society, χωρίς τον ήχο του Νότου και με περισσότερες αναφορές στο κλασικό Heavy metal και θα έχεε μια γενική εικόνα για το τι είναι οι Mustasch. Εξαιρετικό songwriting και κολληματικά ρεφρέν και από ότι ακούγεται πολύ όμορφοι και ζωντανά.
Η παραγωγή για μια ακόμη φορά ογκώδης και ιδιαίτερα προσεγμένη, αναδεικνύει τις όμορφες (όχι βέβαια groundbreaking για τον ήχο) συνθέσεις και ο Ralf με την όμορφη χροιά του ξέρει και πάλι τι κάνει.
Το album ανοίγει ιδανικά με το “Feared and Hated”,που αφήνει τη θέση του στο ομώνυμο τραγούδι που μπαίνει ήσυχα με φωνή και πιάνο. Doomίλα από τα rock χρόνια των Cathedral στο ξεκίνημα του “From Euphoria To Dystopia”, που στη συνέχεια παίρνει άλλη μορφή γκρουβάτη και rock n roll. Οι ρυθμοί πέφτουν για λίγο στο Sabbath-ικό “The Mauler”, επανέρχονται στο “Borderline” και φτάνουμε στην 7-λεπτη μπαλάντα “All my life”, η οποία αποτελεί εκ των σημαντικότερων στιγμών του album.
Για να τελειώνουμε με το θέμα, οι Mustasch αξίζουν με το παραπάνω την προσοχή σας! Κάντε τον κόπο! 


Δημήτρης Μαρσέλος

Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

CINDERELLA: “Long Cold Winter”



Οι Cinderella αποτελούν μία από τις πιο υποτιμημένες hard rock μπάντες των ‘80s.
Ενδεχομένως το απόλυτα κιτς image που λάνσαραν, να τους κατέταξε στην συνείδηση της ροκ κοινότητας, ως μια ακόμα glam metal μπάντα του σωρού, απ’ αυτές που η Δυτική πλευρά των ΗΠΑ έβγαλε κατά κόρον την εποχή εκείνη… Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως την πενταετία 1986-1991 το πιο hot είδος μουσικής και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού και στην Ιαπωνία υπήρξε το hard rock στην ευρύτερη εκδοχή του.
Μόνο που οι Cinderella δεν είχαν καταγωγή από το L.A. Ήταν μια blues rock μπάντα της Ανατολικής ακτής με έντονα southern στοιχεία. Ένα πολύ όμορφο μίγμα, Aerosmith- AC/DC... Ίσως η πιο γλυκιά ανακάλυψη του μορφονιού Jon Bon Jovi. Κι αν στο υπερεπιτυχημένο ντεμπούτο τους (Night Songs 1986), φλέρταραν εμφανώς με το μοδάτο εκείνη την εποχή L.A. glam metal, το “Long Cold Winter” αποτέλεσε τον ποιοτικό διάδοχο, ο οποίος κατά τη γνώμη μου αποτελεί την ψυχή των Cinderella.
To άλμπουμ που πάντα ήθελαν να βγάλουν… To άλμπουμ που αγαπήσαμε και συνεχίζουμε να αγαπάμε. Το άλμπουμ που δεν ξεπέρασαν ποτέ, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν βγάλει μέτριο άλμπουμ. Κι αν η μουσική του L.A. είναι καλοκαιρινή, τούτοι εδώ πήγαν απέναντι και μας μίλησαν για το Χειμώνα. Άλλωστε η ίδια η ζωή έχει καταλήξει να είναι ένας μακρύς, κρύος χειμώνας, με καλοκαιρινές εκλάμψεις.
Δέκα τραγουδάρες, η μία καλύτερη από την άλλη. Ούτε ένα filler... Ειλικρινά δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο τραγούδι… Είτε θετικά, είτε αρνητικά… Πρόκειται για ένα σχεδόν τέλειο blues rock άλμπουμ, γεμάτο συναισθήματα, φρεσκάδα, αλητεία, αγυρτεία και φιλοσοφία…
Η ψυχή και αρχηγός των Cinderella, ανέκαθεν ήταν ο Tom Keifer. Ένας ταλαντούχος τραγουδιστής, συνθέτης και lead κιθαρίστας! Ένας τύπος που ενδεχομένως να έκανε μεγαλύτερες κραιπάλες και από τους Motley Crue... Με μια μικρή διαφορά. Τίποτα δεν ήταν επιτηδευμένο. Τίποτα δεν έγινε για να έχουν να γράφουν τα media. Τίποτα δεν έγινε, επειδή ήταν της μόδας. Ο Keifer ήταν ένας γνήσιος συναισθηματικός αλητάμπουρας. Μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Ότι έκανε το έκανε για πάρτη του. Ένας “γύφτος” από τη Philadelphia. Και όλο αυτό “πέρναγε” στη μουσική του.
Μην περιμένετε να σας γράψω ένα ένα τα τραγούδια… Είπαμε δεν υπάρχει ούτε ένα “απλά καλό” τραγούδι. Όλα είναι εξαιρετικά. Αφήστε τον εαυτό σας ελεύθερο… Και ρουφήξτε αυτό το σπουδαίο άλμπουμ από την αρχή ως το τέλος. ΞΑΝΑ και ΞΑΝΑ…

Αριστοτέλης Βασιλάκης

BERGGREN KERSLAKE BAND: “The Sun Has Gone Hazy”


Ο Σουηδός  τραγουδιστής, κιθαρίστας και κιμπορντίστας με την ομολογουμένως απίστευτη φωνή STEFAN BERGGREN (M3-Classic Whitesnake, Razorback, Snakes In Paradise & Revolution Road) συναντήθηκε με τον καταξιωμένο ντράμερ LEE KERSLAKE (OZZY, Uriah Heep) για πρώτη φορά το 2005 στο Friedrichshafen στη Νότια Γερμανία όταν ο Berggren έδινε κάποια shows με τους Μ3 και ο Kerslake με τους Uriah Heep. Μερικά χρόνια αργότερα κατέληξαν να παίζουν ζωντανά στην Ζυρίχη μαζί στην ίδια μπάντα, αλλά όχι κάτω από την σημαία των BKB ακόμα.
Το 2011 ο Kerslake επικοινώνησε με τον Berggren και ρώτησε αν θα μπορούσαν να κάνουν ένα ακουστικό show οι δυο τους στο Ελσίνκι. Ήταν η κατάλληλη χρονική στιγμή που και οι δυο μουσικοί έψάχναν για μια νέα πρόκληση και έτσι το σχήμα των BERGGREN KERSLAKE BAND γεννήθηκε. Ο γνωστός Tomas Thorberg (Snakes In Paradise, Michael Schenker, John Norum) κλήθηκε να αναλάβει το μπάσο. Ο Berggren, επίσης, έφερε Στην μπάντα έναν ακόμη πολύ καλό του φίλο, Joakim Svalberg (Opeth, Yngwie Malmsteen) ως guest.
Ο ήχος του συγκροτήματος είναι η τέλεια μίξη μεταξύ Whitesnake-Uriah Heep με κάποιες πινελιές από Snakes Of Paradise και μια μεζούρα από 70’s ροκ για καλύτερη ισορροπία. Τα φωνητικά του Berggren είναι για μια ακόμη φορά πολύ δυνατά και δικαίως θεωρείται από τις κορυφαίες φωνές στον συγκεκριμένο χώρο! Τα πλούσια πλήκτρα που χρησιμοποιούνται δίνουν στο τελικό αποτέλεσμα μια διαφορετική χροιά και κάνουν το “The Sun Has Gone Hazy” μια άκρως ενδιαφέρουσα πρόταση για όλους τους fan του κλασσικού ρόκ ήχου. Blues-καταστάσεις, βρώμικος και ακατέργαστος ρόκ ήχος, υπέροχες ερμηνείες και πολύ καλή κιθαριστική δουλειά είναι μόνο κάποια από τα συστατικά που συνθέτουν αυτόν τον υπέροχο δίσκο!


Βασίλης Χασιρτζόγλου


CULLOODEN: “Silent Scream”


Ήρθε η στιγμή να αποκτήσει και η σκανδιναβική χερσόνησος, ακόμη μία μπάντα κόσμημα του προοδευτικού μεταλλικού χώρου!
Έπειτα από τους SEVENTH WONDER της Σουηδίας, τους Νορβηγούς CIRCUS MAXIMUS και τους ANUBIS GATE από τη Δανία προστέθηκαν οι Cullooden και ο δίσκος τους “Silent Scream”.
Ξεχωριστή αναφορά πρέπει να γίνει στη δυναμική φωνή του Fredrik Joakimsson που ξεδιπλώνεται εντυπωσιακή σε όλο το εύρος της μουσικής κλίμακας!Βοηθούν και οι συνθέσεις που είναι εξαιρετικά μελωδικές και προοδευτικό χάρισμα, στηριγμένο σε μουσικότητα συνεργασίας χρόνων των Fredrik Joakimsson (φωνή, κιθάρα) και του Michael Södergren στο μπάσo.
Ξεχωρίζω το “Heaven Feels so Hollow”, το ξεκίνημα του οποίου θυμίζει τραγούδι των FATES WARNING σε μοντέρνα έκδοση, αν και στην συνολική εικόνα αποπνέει Hard Rock αέρα, ειδικά στο χορωδιακό του μέρος, που “κολλάει” στο μυαλό. Επίσης το “Endless Tears”, συνδυάζει στοιχεία από τις τρεις προαναφερθείσες αγαπημένες σκανδιναβικές Prog μπάντες. Τις στιλάτες συνθέσεις των CIRCUS MAXIMUS, τα εξαιρετικά φωνητικά των SEVENTH WONDER και την εξαιρετική λυρικότητα των στίχων που έχουν οι ANUBIS GATE. Αυτό το τραγούδι πραγματικά είναι ο ορισμός του Progressive Metal. Το “Star of the Night” κλείνει το δίσκο. Τα πλήκτρα που ανοίγουν το κομμάτι και η μελωδική κιθάρα  πλέκονται αρμονικά με τα γεμάτα αισθαντικότητα φωνητικά. Εξαιρετική σύνθεση!
Κάθε μεταλλική κυκλοφορία έχει αναζωογονητικά στοιχεία αλλά πιστεύω ότι αυτή η πρώτη κυκλοφορία της μπάντας σου φτιάχνει τη διάθεση και τη μέρα!


Νότης Γκιλλανίδης

Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

TUBER: “Desert Overcrowded”

Οι Γεροσταθαίοι ξαναχτυπούν. Μετά από το εκπληκτικό ομώνυμο τους 12-ιντσο βινύλιο του 2012, που μου είχε αλλάξει τον κόσμο (review), ήρθε η ώρα για την πρώτη τους ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά.
Παραμένοντας αυστηρά instrumental, χτυπάνε φραπεδάκι τα μυαλά σου με το εξαιρετικό “Desert Overcrowded”.
To ομώνυμο κομμάτι ξεκινάει το album με τρόπο εξωπλανητικό, σαν αυτόν που πρόσφατα άκουσα από τους Causa Sui, με όλα τα όργανα να ακούγονται τόσο καθαρά που κερδίζουν το καθένα μία θέση, δημοσιοϋπαλληλική (δίχως δηλαδή να απειλούνται από την ανεργία), στην ψυχή σου.
Η εξαιρετική φωτογραφία που κοσμεί το εξώφυλλο δίνει την εντύπωση πως αυτή τη φορά, οι Tuber είναι πιο αισιόδοξοι μουσικά.

Είναι πολύ δύσκολο να παίζεις 10 λεπτά ένα κομμάτι και ο ακροατής να μην κουράζεται δευτερόλεπτο και να βλέπει έκπληκτος μέλη του σώματος του να κουνιούνται αυτοβούλως. Τα καταφέρνουν και πάλι! Πιο ολοκληρωμένα, πιο δυνατά, πιο έντονα, πιο Tuber!
Συνθέτοντας με ιδανικές δυναμικές, τα κομμάτια τους σε οδηγούν σαν τραινάκι του τρόμου, άλλοτε με ταχύτητα, άλλοτε σε σταματούν κρεμασμένο από τα άστρα, άλλοτε σε πάνε αργά και ρομαντικά βόλτα στην έρημο.
Αυτό το “Firebird”, το βάζεις στο repeat και περνάς όλη σου τη μέρα και αλήθεια, απορώ γιατί διαβάζεις ακόμα και δεν πας στη σελίδα τους στο Bandcamp (http://tuber.bandcamp.com/), να γουστάρεις!
Είναι από τις λίγες φορές που ακούω και δεν μου λείπει η φωνή. Την νιώθω κάπου μέσα εκεί!
Αδημονώ τη στιγμή που θα έρθει να τους δω ζωντανά με τους Monkey3 το 2014!



Δημήτρης Μαρσέλος

LAZY AFTERSHOW: “Lazy Aftershow”

Οι Lazy Αftershow είναι μια νέα τριμελής μπάντα από την Θεσσαλονίκη. Σχηματίστηκαν στα μέσα του 2012 και έχουν ήδη στο ενεργητικό τους την κυκλοφορία ενός 7’’ single, καθώς και  πολλές live εμφανίσεις.
Στον πρώτο τους ολοκληρωμένο δίσκο οι συνθέσεις είναι κυρίως instrumental  και όπως μας πληροφορούν οι ίδιοι στο δελτίο τύπου “αποτελούν απόρροια τζαμαρισμάτος στο στούντιο”. Ομολογώ πως μέχρι την στιγμή που έπεσε στα χέρια μου η πρώτη ολοκληρωμένη τους δουλειά, δεν τους γνώριζα και δεν είχε τύχει να τους παρακολουθήσω  σε κάποια live εμφανισή τους ώστε να ξέρω περί τίνος  ακριβώς πρόκειται.
Πατάω play λοιπόν και απο τα ηχεία ξεπηδούν οι πρώτες νότες  του “Punkatolia” το οποίο μπορώ να το χαρακτηρίσω ως “ναι μεν, αλλά”. Και εξηγούμαι: ενώ ξεκινάει με τις καλύτερες προδιαγραφές, κατά την ακροάση του μου αφήνει την εντύπωση πως  θέλει να καταλήξει κάπου, αλλά τελικά  απλώς επαναλαμβάνεται και δεν καταλήγει πουθενά. Από εκεί και πέρα η ακρόαση συνεχίζεται κάπως αδιάφορα θα έλεγα. Μόνο προς το τέλος του δίσκου με τα “PR Smiles” και “So We Joke About Death” μοιάζει να σώζεται λίγο η κατάσταση, αλλά είναι ήδη αργά. Ο δίσκος αποτελείται συνολικά από 7 ορχηστρικές συνθέσεις διάρκειας  περίπου 40 λεπτών κατά τις οποίες το post rock φλερτάρει σε σημεία  με το post punk και την “ψυχεδέλεια”, ενώ  δεν λείπουν και κάποια κιθαριστικά ξεσπάσματα.
Εν κατακλείδι, το πρώτο πόνημα των Lazy Aftershow δεν είναι καθόλου κακό σε γενικές γραμμές, αλλά νομίζω πως η επιλογή του επιθέτου Lazy, μόνο τυχαία δεν είναι.


Όλγα Καραγιαννάκη

NICKELBACK: “The Best of Vol 1”


Ύστερα από την περιοδεία The Hits Tour, οι καναδοί Nickelback κυκλοφορούν την πρώτη επίσημη συλλογή τους, δύο χρόνια μετά το μέτριο “Here and Now”.
Το σχήμα, είτε το πιστεύετε, είτε όχι, μετράει πάνω από 15 χρόνια καριέρας και αποφάσισε να κλείσει έναν άκρως πετυχημένο κύκλο, με ένα best of, που περιλαμβάνει όλες τις μεγάλες επιτυχίες του καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος της (μουσικής) ιστορίας τους.
Η συλλογή επικεντρώνεται και ασχολείται με την πορεία της μπάντας αφότου έγινε γνωστή και μετά, δηλαδή από το 2001 και μετά, προσπερνώντας τα “Curb” και “The State” album (1996 και 1998, αντίστοιχα), κάτι το οποίο, πέραν της εμπορικής χροιάς, είναι μάλλον ανόητο, καθώς ναι μεν οι εν λόγω δίσκοι δεν αποτελούν σημείο αναφοράς για την καριέρα των Nickelback, παρόλα αυτά θα μπορούσαν να εκπροσωπηθούν έστω από ένα κομμάτι ο καθένας.
Ξεκινώντας από το νοσταλγικό “Photograph” και περνώντας από επιτυχίες όπως “Burn I to the Ground”, “Too Bad”, “Rockstar”, “Someday”, “Never Again” και το πλέον κλασικό “How You Remind Me”, το album αποτελεί την τρανή απόδειξη του γιατί οι Nickelback έκαναν τόσο μεγάλη επιτυχία όλα αυτά τα χρόνια. Και ναι, μπορεί να αποτελούν ένα κακέκτυπο των Creed, ή να είναι οι Pearl Jam των φτωχών, αλλά στην τελική ποτέ δεν προσπάθησαν να πείσουν για το ποιόν τους. Επέλεξαν την εμπορική οδό και εκ του αποτελέσματος, μιας χαρά έκαναν.
19 συνθέσεις, εκ των οποίων τρεις είναι παρμένες από το “Silver Side Up” (2001), τρεις από το “The Long Road” (2003), έξι από το “All the Right Reasons” (2005), πέντε από το “Dark Horse” (2008) και δύο από το “Here and Now” (2011). Και αν εξαιρέσουμε την απουσία του “Flat on the Floor”, δε νομίζω πως υστερεί κάπου αλλού το tracklist, ενώ η ένταξη κομματιών όπως “Something In Your Mouth”, “Figured You Out”, “Feelin’ Way too Damn Good” και “Animals” δείχνει πως όποιος και εάν επέλεξε το περιεχόμενο της συλλογής, ήξερα καλά τη δουλειά του.
Εν κατακλείδι, το “The Best of Vol 1” αποτελεί μια πολύ καλή πρόταση για όσους έχουν ασχοληθεί επιφανειακά, ή μόνο μέσω ραδιοφώνου, με τους Nickelback, και δεν είχαν μπει στον κόπο να βάλουν κάποιο cd τους στη δισκοθήκη τους. Επίσης, σίγουρα θα εκτιμηθεί από νεότερες ηλικίες που δεν τους είχαν προλάβει στο μεγάλο “μπαμ” τους, αν και φαντάζομαι πως το ενδιαφέρον ενός τέτοιου κοινού θα είναι περιορισμένο πλέον. Από την άλλη, οι fan δεν έχουν κανέναν απολύτως λόγο να ασχοληθούν με αυτή τη συλλογή, καθώς δεν υπάρχει τίποτα καινούριο ή ακυκλοφόρητο για να τους προσεγγίσει.  


Στέφανος Στεφανόπουλος

BAD RELIGION: “Christmas Songs”

34 χρόνια ιστορίας. Μια από τις σημαντικότερες μπάντες του punk rock ιδιώματος έρχεται τώρα, αφού δεν έχει μάλλον τη συνταγή για να κάνει μελομακάρονα, να διασκευάσει γνωστά χριστουγεννιάτικα τραγουδάκια με το δικό τους τρόπο.
Πρώτα από όλα, να δηλώσω ειλικρινά πως οι Bad Religion δεν έχουν ανάγκη τέτοιου είδους εορταστικές αρπαχτές και μόνο σαν αστείο μπορώ να το πάρω βλέποντας μία αγαπημένη μπάντα με όνομα Κακή Θρησκεία να τραγουδάει τον μικρό τυμπανιστή.
Κατά τα άλλα, υπάρχουν και ωραίες εκτελέσεις που σώζουν το όλο πράγμα σαν αυτή του “O Come, O Come Emmanuel”. Οπότε για να το αγοράσεις πρέπει ή να έχει λεφτά περισσευούμενα ή να είσαι σκληροπυρηνικός οπαδός τους ή να θες να εκνευρίσεις τη γιαγιά σου ανήμερα της Γέννησης.
Το μόνο που μπορεί να ελκύσει αγοραστές-συλλέκτες είναι το “American Jesus”, αγγιγμένο από το μαγικό χέρι του παραγωγού Andy Wallace, το οποίο και κλείνει το 19 λεπτών αυτό δημιούργημα!
Προσωπικά, προτιμώ κάτι σαν το χριστουγεννιάτικο περσινό τραγούδι των NOFX, το οποίο στηλίτευε την όλη υποκρισία-εμπορικότητα της εορτής των Χριστουγέννων.
Μας τα 'παν, μας τα 'παν!


Δημήτρης Μαρσέλος

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...