Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

THE MATRIX



Το The Matrix είναι μια ταινία την οποία δεν έχει δει ο Τσίπρας, ενώ ο Χατζηνικολάου, παρότι προσπάθησε, κατάφερε να τη δει μέχρι τη μέση…
Πέραν αυτών, των ομολογουμένως άχρηστων εισαγωγικών πληροφοριών, το The Matrix αποτελεί μια από τις σημαντικότερες ταινίες φαντασίας όλων των εποχών και δεν ακούω κουβέντα. Συγκεκριμένα, και οι τρεις ταινίες, είναι αριστουργήματα στον τομέα τους, τελεία, παύλα και bullet time θαυμαστικό!
Το soundtrack που συνόδευσε το πρώτο The Matrix, αποτέλεσε μια χορταστική συλλογή από σχήματα της ευρύτερης rock σκηνής (ναι ρε, και οι Prodigy rock είναι), συνδυάζοντας τη hi tech αισθητική της ταινίας με την (ας πούμε) μόδα που επικρατούσε στα τέλη των ‘90s με τον industrial ήχο.
Έτσι λοιπόν, Marilyn Manson, Ministry, Prodigy, Rob Zombie, Rammstein και λοιποί, συνυπάρχουν με τους Monster Magnet, Rage Against the Machine, Deftones κτλ, προκειμένου να φέρουν εις πέρας ένα soundtrack το οποίο ναι μεν δεν έχει ακυκλοφόρητα κομμάτια (πέραν μερικών remix), αλλά αποτελεί μια εξαιρετική συλλογή τραγουδιών, που εύλογα συντροφεύει το The Matrix.
Άξιο αναφοράς μάλιστα είναι πως αρκετά από τα κομμάτια του album όντως ακούγονται στην ταινία, γεγονός που κάνει το εν λόγω soundtrack να “δένει” πιο πολύ με τη δημιουργία των αδερφών Wachowski (εκ των οποίων ο Larry έκανε εγχείρηση αλλαγής φύλου και πλέον ονομάζεται Lana, έτσι για να μαθαίνετε και κανένα κουτσομπολιό).
Tracklist:
01. "Rock Is Dead"- Marilyn Manson
02. "Spybreak! (Short One)"- Propellerheads
03. "Bad Blood"- Ministry
04. "Clubbed to Death (Kurayamino Mix)"- Rob D
05. "Prime Audio Soup"- Meat Beat Manifesto
06. "Leave You Far Behind"- Lunatic Calm
07. "Mindfields"- The Prodigy
08. "Dragula (Hot Rod Herman Remix)"- Rob Zombie
09. "My Own Summer (Shove It)"- Deftones
10. "Ultrasonic Sound"- Hive
11. "Look to Your Orb for the Warning"- Monster Magnet
12. "Du hast"- Rammstein
13. "Wake Up"- Rage Against the Machine 



Στέφανος Στεφανόπουλος

DREGEN: “Dregen”



Για όσους δεν αναγνωρίζουν αυτό το όνομα, μιλάμε για ένα εκ των κιθαριστών στα πρώτα χρόνια των Hellacopters, και μετέπειτα ηγέτη και frontman των επίσης εξαιρετικών Backyard Babies.
Και λόγω περγαμηνών και ιστορίας στην σουηδική μουσική βιομηχανία, δεν μπορεί παρά να βάζει ψηλά τον πήχη και να απαιτείς ο άνθρωπος αυτός να τον υπερπηδήσει με ευκολία.
Αφού συνεργάστηκε και με τον Michael Monroe, αποφάσισε πως ήρθε η ώρα για να κυκλοφορήσει το πρώτο άκρως προσωπικό του album, που θα φέρει ως τίτλο το καλλιτεχνικό όνομα Dregen, του κατά κόσμον μουσικού Andreas Tyrone Svensson.

Τι να περιμένεις; Garage στοιχεία, hard rock ύφος με blues εκφάνσεις, πιο mainstream pop rock στιγμές και απλές, αλλά πολύ αναγνωρίσιμες κιθαριστικές γραμμές.
Το εναρκτήριο “Divisions of me” έχει ύφος κοντά στις δουλείες του με τα προαναφερθέντα σχήματα, με το μίας νότας πιάνο να θυμίζει Hellacopters και “By the grace of God” και πιασάρικο ρεφρέν σε ένα σύνολο γνώριμου αλήτικου Glam rock 'n' roll. Στη συνέχεια, με το πιο radio friendly “Just Like That”, του οποίου το video clip βλέπετε στο τέλος του κειμένου, μπορούν να βρουν χώρο και οι πιο χαλαροί alternative rockers, αφού το τραγούδι είναι πιο κοντά στους Dandy Warhols (ίσως να το παρατραβάω λίγο), παρά στο αλήτικο r'n'r.
Τα πράγματα όμως, γίνονται όλο και πιο ενδιαφέροντα με το blues “Flat tyre on a muddy road” και το πανέμορφο riff, παρέα με τα γυναικεία χορωδιακά, που κάνουν το “Gig Pig”, ένα όμορφο κομμάτι με έντονη γεύση από Guns 'n' Roses.
Στην ίδια διάθεση, που συνδυάζει το garage με το glam σε έναν πολύ φιλικό για τους περισσότερους rockers ήχο, κινούνται και τα δύο επόμενα κομμάτια “Pink Hearse” και “Bad Situation” (από τις καλύτερες στιγμές του album) και ακολουθεί και το όμορφο “One man army”, αν και φέρνει πολύ το “School's Out” του μέγιστου Alice Cooper.
To ωραίο αυτό παρθενικό ντεμπούτο του Dregen τελειώνει με ένα κομμάτι με ελαφριά essence Marilyn Manson (“6_10”), αλλά σε πιο τσαχπινογαρλιάρικο, με ένα πιο αντρικό “Refuse” (και ένα ακόμα χαρακτηριστικό Dregen riff) και κλείνει με το πιο rock 'n' roll “Mojo's Gone”, που θα σε κάνει να χορέψεις.
Αυτό εδώ το solo album του συμπαθή και ταλαντούχου Dregen, δε θα αποκαταστήσει τη Hellacopters νοσταλγία σου, ούτε θα σε απαλύνει από την πολυετή προσμονή νέου υλικού των Babies (όπως δήλωσε ίσως του χρόνου να έχουμε και τέτοιο), αλλά είναι κάτι που σε κάνει ευτυχισμένο και ανοίγει σίγουρα έναν νέο λογαριασμό με τη ροκιά!


Δημήτρης Μαρσέλος

ANGELICA: “Thrive”


Η Angelica Rylin είναι η τραγουδίστρια των πολύ καλών Murder Of My Sweet. “Thrive” ονομάζεται η πρώτη της σόλο προσπάθεια έχοντας πάντα μαζί της τον φίλο της από τους  Murder Of My Sweet και πολυτάλαντο Daniel Flores, ο οποίος κυκλοφόρησε φέτος ένα AOR διαμαντάκι με τους Find Me.
Η ίδια δήλωσε σχετικά με το ντεμπούτο της : “…πάντα ήθελα να κυκλοφορήσω ένα σόλο άλμπουμ σαν αυτό, έναν φόρο τιμής στους ήρωες της παιδικής μου ηλικίας όπως οι Robin Beck, Ann Wilson (Heart) και η Leigh Μatty των Romeo’s Daughter…”
Όπως σε κάθε AOR project που σέβεται τον εαυτό του στις μέρες μας έτσι και η συμπαθέστατη Angelica επιστρατεύει όλη σχεδόν την elite της σύγχρονης μελωδικής ροκ σκηνής με ονόματα όπως Harry Hess, Daniel Flores, Robert Sall, Alessandro Del Vecchio και Anders Wigelius καθώς και Jesper Stromblad (In Flames), Magnus Karlsson (Primal Fear) και Per Berquist (Smash Into Pieces), και το αποτέλεσμα είναι κάτι παραπάνω από ικανοποιητικό. Και λέω κάτι παραπάνω από ικανοποιητικό γιατί από την μια έχουμε μια πολύ καλή φωνή, μια δυνατή συνθετική ομάδα, έναν top παραγωγό αλλά από την άλλη τα τραγούδια μετά από κάποιο σημείο αρχίζουν να επαναλαμβάνονται και να θυμίζουν εκατοντάδες άλλα τέτοια projects (βλέπε Issa κτλ).  
Στα highlights του album συγκαταλέγονται το catchy εναρκτήριο “Breaking My Heart”, το “Can’t Stop Love” που θυμίζει Robin Beck, η εκπληκτική power μπαλάντα “Losers In Paradise” και το ρυθμικό “This Kiss Is Just For You”
Για τους οπαδούς του μελωδικού ήχου και ιδίως για αυτούς που γουστάρουν Robin Beck το “Thrive” θα σας ικανοποιήσει πλήρως.

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

LEAVE'S EYES: “Symphonies of the Night”

ΕΜΠΡΟΣ ΛΟΙΠΟΝ ΚΑΛΑ ΜΟΥ ΑΥΤΑΚΙΑ...
Τι εννοείτε ποιοι είναι οι Leave's Eyes; Μα το σχήμα της πρώην τραγουδίστριας των ανενεργών πλέον Νορβηγών goth- metallers Theatre of Tragedy, Liv Kristine Espanaes, με πολλή βοήθεια από τον πανευτυχή σύζυγο της Alexander Krull και το συγκρότημα του Atrocity.
Αυτή είναι η πέμπτη κατά σειρά solo δουλειά της πληθωρικής (δείτε το εξώφυλλο του νέου δίσκου για να δείτε τι πάει να πει marketing, γατάκια...) υψίφωνου Βαλκυρίας, η οποία δε λέει να μας αφήσει ήσυχους...
Τέλος πάντων, πρόκειται για ένα ακόμη δίσκο συμφωνικού/ατμοσφαιρικού metal με αρκετά περάσματα από κέλτικης προελεύσεως folk, σε κομμάτια όπως το μυθικό “Galswitha”, που συμπληρώνονται βέβαια από την οπερετική φωνή της Espanaes και το death βόθρο του Krull. Σκεφτείτε κάτι σαν μετωπική σύγκρουση των Secret Garden (!!!) και των Lacuna Coil. Οι συνθέσεις ομολογουμένως είναι αρκετά επίπεδες και χωρίς κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πέραν του ότι αυτή η εναλλαγή συμφωνικού και folk μέσα στο ίδιο είναι σαν σκωτσέζικο ντους. Η δε θεματολογία των τραγουδιών περιορίζεται σε μυθικά πρόσωπα(κυρίως γυναικεία) και εν γένει ευρωπαϊκούς μύθους και θρύλους, γεγονός που κάνει το σύνολο να ακούγεται αρκετά τετριμμένο.
Το ερώτημα είναι: ποιός εν έτη 2013 χρειάζεται έναν ακόμη δίσκο οπερατικού metal με γυναικεία φωνητικά μετά από τόσα ευρωπαϊκά, κυρίως, συγκροτήματα που αναμασούν εδώ και χρόνια την ίδια και ίδια συνταγή. ΡΕ, LIV-KRISTINE ΠΟΝΑΝΕ ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΜΑΣ ΡΕ!!!


Καλλίνικος Ρήδας

MASTER KEY: “Sense Reversed”


Φίλοι του prog rock των ‘70s, να σας συστήσω στους Master Key
Τα αδέρφια Νίκος και Τάκης Ταβαλιόν από το Αίγιο, παρουσιάζουν το ντεμπούτο τους album, το οποίο είναι βγαλμένο από άλλες εποχές, τιμώντας σε όλη τη διάρκειά του συγκροτήματα και επιρροές από το παρελθόν, ταξιδεύοντας τον ακροατή σε μια εποχή που progressive δε σήμαινε απαραίτητα 120 νότες ανά μέτρο, και μουσική εξέλιξη περικοκλάδας.
Το πρώτο full length των Master Key έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που αγαπήσαμε στην prog πλευρά των ‘70s… Όμορφες μελωδίες στην κιθάρα που σε ταξιδεύουν, αντικαθιστώντας τα φωνητικά, πλήκτρα σε πρώτους ρόλους, vintage αισθητική, και (φαινομενικά) απλοϊκή μουσική προσέγγιση.
Οι Eloy, οι Yes, οι Pink Floyd και οι Hawkwind στήνουν prog χορό μέσα στις τέσσερις συνθέσεις (συνολικής διάρκειας 33 λεπτών) του “Sense Reversed” και οι εμπνευστές του οφείλουν να είναι περήφανοι για το αποτέλεσμα. Διότι το να κυκλοφορείς εν έτει 2013 έναν instrumental δίσκο με σαφέστατες ‘70s επιρροές θέλει τσαγανό, και όταν παράλληλα καταφέρνεις να παρουσιάζεις μια τέτοια ηχητική πανδαισία, τότε είσαι άξιος συγχαρητηρίων.
Από τις πιο ουσιαστικές δουλειές που άκουσα φέτος, με ένα artwork δια χειρός Μάνθου (Manster Design), το οποίο όχι μόνο κολλάει με το μουσικό περιεχόμενο, αλλά φαντάζει ως η επέκτασή του! Συγχαρητήρια!

Στέφανος Στεφανόπουλος

BENEDICTUM: “Obey”


Ακoλουθώντας πιστά τα βήματα συγκροτημάτων όπως οι Warrior, Psychotic Waltz και Rough Cutt, οι Benedictum έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν ένα ισχυρό fan base και να θεωρούνται δικαίως από τους ισχυρούς πρεσβευτές στον χώρο του παραδοσιακού heavy metal.
Η μουσική τους, για όσους δεν γνωρίζουν, είναι ένα κράμα από τις προαναφερθέντες μπάντες εμπλουτισμένη με στοιχεία από Rainbow και πινελιές από επικά στοιχεία με δυνατές ερμηνείες από τη σέξι Veronica Freeman, πολύ καλή κιθαριστική δουλειά και καλοδουλεμένες συνθέσεις.
Το ντεμπούτο τους “Uncreation” ήταν και συνεχίζει να είναι ένα πολύ καλό δείγμα της μουσικής των Benedictum και γενικά ένα άλμπουμ που δεν πρέπει να λείπει από την δισκοθήκη κάθε τίμιου μεταλλά που σέβεται τον εαυτό του! Με σύμμαχο την Frontiers Records οι Benedictum επιστρέφουν στην σκηνή με το ολοκαίνουριο τους πόνημα που τιτλοφορείται “Obey” για να μας προσφέρουν ακόμη ένα δείγμα ποιοτικού μελωδικού metal.
Μετά το επικό intro “Dream Of The Banshee” ακολουθεί το “Fractured” όπου οι Benedictum εξαπολύουν έναν metal δυναμίτη με τα επιθετικά φωνητικά της Veronica Freeman να θυμίζουν Rob Halford! Ακολουθεί το ομότιτλο και αρκετά βαρύ “Obey” και το “Fighting For My Life” που κινείται στους ίδιους ρυθμούς. Η συνέχεια είναι λίγο πολύ η ίδια με το ένα heavy κομμάτι να διαδέχεται το άλλο μέχρι να φτάσουμε στο φανταστικό “Cry” που συναντάμε και τον μεγάλο Tony Martin. Ίσως από τις κορυφαίες στιγμές του δίσκου αφού έχουμε να κάνουμε με μια κλασσική και πολύ 80’s power ballad. Στο “Apex Nation” έχουμε ίσως ένα από τα πιο heavy τραγούδια του δίσκου και ίσως ένα από τα πιο δυνατά που έχουν ηχογραφήσει ποτέ!
Κλείνοντας αυτό που έχω να προσθέσω είναι ότι οι Benedictum επέστρεψαν με έναν κλασσικό metal δυναμίτη που είναι έτοιμος να συμπαρασύρει τα πάντα στον δρόμο του και να κάνει κάθε headbanger πολύ πολύ ευτυχισμένο!


Βασίλης Χασιρτζόγλου

Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

LEASH EYE: “Hard Truckin’ Rock”


Νικητές του πολωνικού Wacken Metal Battle, έχοντας παράλληλα παίξει στο Sonisphere Festival μαζί με Iron Maiden και Motorhead.
Southernιά με hard rock χαρακτήρα, έτσι όπως μας τον έμαθαν οι Spiritual Beggars επί εποχής Spice. Ίδιου επιπέδου; Όχι, μιας και εδώ δεν υπάρχει Amott, αλλά καθόλα απολαυστικό!
Το hammond του Piotr (Voltan) Sikora σε συνεπαίρνει, οι μπασογραμμές και τα ρυθμικά των Marek (Marecki) Kowalski και Lukasz (Konar) Konarski, κρατούν τις συνθέσεις στιβαρές, τα riff του Arkadiusz (Opath) Gruszka θα τα ζήλευαν πολλές μπάντες του χώρου (παρόλο που δε θα το παραδεχόντουσαν), ενώ τα φωνητικά του Sebastian (Sebb) Panczyk έχουν ακριβώς αυτό το feeling που άνθρωποι σαν τον προαναφερθέντα Spice, έδωσαν στο ιδίωμα.
Το κουιντέτο από την Πολωνία βάζει γυαλιά σε πολλούς του είδους, πατώντας μουσικό γκάζι για να προσπεράσει τα όποια “γατάκια” βρεθούν στο ηχητικό διάβα του. Δεν τους ήξερα, τους έμαθα, και μιας και το “Hard Truckin’ Rock” είναι η τρίτη τους δουλειά θα ψάξω αμέσως και για τις υπόλοιπες!
Φίλε Apollo, συγγνώμη που θα το πω, αλλά μόλις βρήκα τον άνθρωπο που θα έπρεπε να βρισκόταν πίσω από το μικρόφωνο των Spiritual Beggars…

Στέφανος Στεφανόπουλος

PHASE REVERSE: “And Man Created God”

Κοίτα πράγματα... Μια γουλιά καφέ και τι σου ήρθε τώρα; Πατάς το play, Phase Reverse και “And Man Created God” λέει ο τίτλος και ανοίγεις τη ντουλάπα σου. Κάπου είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τα κοντομάνικα, ανέσυρα το παλιό μου thrashάδικο jacket.
Προφανώς λιωμένο, πέρασαν και 25 χρόνια από τότε, μπήκαν και κάτι κιλά. Φόρεσα και τα Ray – Ban (από από το περίπτερο ήταν, μην ψαρώνεις), Jo... δε βλέπεις την τύφλα σου, είσαι και ξυδάτος, γαμώ τα Σαββατόβραδα της Ασφάλτου Άντζυς. Κοίταξα με καθαρή μεσήλικη hangoverίτιδα και υποκριτική μαγκιά τον καθρέφτη και... Ω, της παρακμής το κάγκελο. Αυτά τα ρεμάλια, οι Phase Reverse πώς στον πέοντα τα καταφέρνουν και ακούγονται τόσο cool, το φελέκι μου; Θέλει balls τελικώς για να ακούγεσαι φρέσκος, ενώ τα πλαίσιά σου κινούνται σε γνωστές ακολουθίες: heavy as fakk, αντρίλα, hard άποψη και η περηφάνια του “παράτε με, ότι γουστάρω κάνω”;
Μετά από συμμετοχή σε συλλογές, μια αυτοχρηματοδοτούμενη ομότιτλη δουλειά, ένα singleάκι (“Mindblow”)  και πολλές συναυλιακές δραστηριότητες, αυτό εδώ το κουαρτέτο μπαίνει με το νέο τους album σε επιτελικό ρόλο στα δρώμενα της αφοσιωμένης στο Sabbath-ικό, αμερικανικής κοπής αλλά με τη σφραγίδα αυθεντικότητας της εγχώριας σκηνής, desert heavy metal.
Βουτηγμένα στο καυλόνερο, 15 καταπληκτικά τραγούδια συρραμμένα για ανομολόγητες ιστορίες της καθημερινότητάς μας με θρεμμένο μέσα τους το μικρόβιο της μουσικής για διασκέδαση και όχι απλώς διασκεδαστικής μουσικής. Και πατώντας πάνω σε άμεσα μεν, τριπαρισμένα και έγκαυλα δε, θηριώδη και πρωτογενή riffs, η μπάντα καταφέρνει όχι μόνο να εδραιώσει το metal της στο σήμερα του συγκεκριμένου ύφους αλλά είναι ικανή με το υλικό που διαθέτει να κοιτάξει στα μάτια οποιοδήποτε αστραφτερό mainstream όνομα που συχνάζει στις “ενημερωμένες” radio/ bar friendly playlists (εδώ, ας μου επιτραπεί από τη σύνταξη να γελάσω... πνιχτά και μόνος μου...) και να προκαλέσει παραλήρημα στους θρησκευτικά ταγμένους στην εξέλιξη του rock. Ναι, ακούγοντας τόσα χρόνια μέχρι και σήμερα ογκόλιθους όπως τους Corrosion Of Comformity, τους Kyuss, τους Monster Magnet και φυσικά τους δικούς μας ΤΕΡΑΣΤΙΟΥΣ Nightstalker, είναι εντελώς αδύνατον να μην αντιληφθείς ότι στο κούτελο τους γράφει με μεγάλα γράμματα “Yeah, Let's Rock!”.
Το “And Man Created God” αποτελείται από δεκαπέντε χορταστικότατα κομμάτια, έτοιμα να γεμίσουν κάθε ηχητική ανάγκη. Ποιό να πρωτοξεχωρίσω; Το karagkouna sludge “Land Of Five”, ένα γνήσιο δημοτικό τραγούδι συνοδεία της doom κιθάρας; Τα φοβερά “Born To Be Dead” (μάγκες, πρόκειται περί ύμνου) και “Kill To Repent” που θα ήταν περήφανος ο Mike Dean αν είχε δημιουργήσει για τους Corrosion Of Comformity; Τα Wyndorf-ικά “Fuck For A Buck” και “Tight Rope” (καταπληκτική μπαλάντα που φέρνει στο νου, όλο το 70's- 80's southern rock, όπως βέβαια το εμπλούτισαν οι Pantera και οι συνέπειες των Down του Anselmo); Τα κάργα Sabbath-ικά “ESC”, “Slaver” και “Free And Deranged”; Το doom κατράμι του ομότιτλου; Τα “Ναί ρε! Γουστάρουμε 'stalker ρε αιδοία!” “Divide And Conquer”, “Alone And Broken”; Την speed μανία του πρώτου single “Mindblow”; Ή την νέγρικη πίκρα (λες να διαφέρει από την ελληνική λευκή του Βαμβακάρη;) του καπνισμένου επιλόγου “Earthing”;
Η παραγωγή του δίσκου είναι ένα θέμα προς συζήτηση κι αυτό όχι γιατί έχει να κάνει με την ποιότητα στον ήχο που ακούς. Προσωπικά, το καταχαίρομαι όταν δεν ακούω “γυαλάδες”, ειδικά σε ένα στυλ που η βρωμιά είναι βασικό δομικό στοιχείο. Τα όργανα ακούγονται καθαρότατα, άλλωστε είναι εντυπωσιακή η απλότητα των riff του Chief ενώ την παράσταση κλέβει ο εντυπωσιακός μπασίστας Dragon-K που όχι απλώς συμπληρώνει, αλλά ειδικά σε κάτι εισαγωγικά θέματα και ανάμεσα στα solo, κυριολεκτικά κεντά πάνω στο όργανό του. Ο δε drummer (και καλός φίλος, αλλά μην το δέσεις κόμπο με το κείμενο, αν δεν άξιζαν, θα ελάμβαναν τα cochonnes μου...) Alex, παίζει...εεεεε....Ward-ικά. Παθιασμένα, στακάτα και χτίζει τον τοίχο πάνω στον οποίο κλιμακώνονται οι μελωδίες της μπάντας. Τα δε φωνητικά του Τάκη, αξιοπρεπέστατα, δυνατά και αντρικά όπως αρμόζουν στις ιστορίες που τραγουδά. Θα στο ξαναγράψω. “Τραγουδά”. Δεν αγκομαχά, ούτε σφίγγεται. Χωρίς ίχνος υποκρισίας στη φωνή του, συμπληρώνει αψεγάδιαστα το puzzle των Phase Reverse.
Το “And God Created Man” το απόλαυσα στην κυριολεξία και τώρα που τελειώνω των αναρρωτικό καφέ μου σκέφτομαι ότι, θα ήταν ευχής έργον να άκουγα μέρη του και κατά τις βραδινές μου εξόδους στα κατά τόπους rock bar, υπό συνοδείας των brandy μου. Είναι γεμάτο “hits” και εμπεριέχει πολλά στοιχεία των κινήτρων αφοσίωσης σε έναν καθολικό (και μέσα στο “-ολικό” είναι και το μουσικό) τρόπο ζωής που τείνουν να ξεχαστούν, ακριβώς γιατί είναι σημείο των καιρών η εξομοίωση της “rock” καρδιάς με τις “rock” ακροάσεις. Και δεν απευθύνομαι μόνο σε ενθουσιασμένα νιάτα, που ούτως ή άλλως έχουν δικαίωμα να αναζητήσουν τους δικούς τους ήρωες στη γενιά που ζούνε αλλά μέχρι και σ' εσένα φίλε της καλής μουσικής, που ίσως μέσα από το facebook (ναί μωέ, ασχολείστε και με άλλα κοινωνικά δίκτυα...) γνώρισες το παλιοrock και ίσως το melodic metal των 80's και σου άνοιξε για λίγο κάποιους ορίζοντες (το ότι βέβαια το γύρισες σε Evanesence και Marilyn Manson στην πορεία, είναι άλλο καπέλο).
Όσο για εσένα, τον “μέσα για μέσα” που κοιτάς στον καθρέφτη, μην ντρέπεσαι και μην υποκρίνεσαι, το jacket δεν μπαίνει με τίποτα όσο και να το τραβάς αλλά το να θυμάσαι και να αναγνωρίζεις είναι δική σου δουλειά, αποκτώντας το “And Man Created God” των Phase Reverse, εκτός εάν ήσουν κάποτε στο fan club των “Τρύπες”, οπότε γάμα το.

Ιορδάνης Κιουρτσίδης

OVERPOWER: “It takes a little time”


Μπράβο, ρε Σαλονίκη! Ήθελα να ακούσω κάτι τέτοιο.
Οι Overpower μας προσφέρουν ένα απλό και κατανοητό hard rock με πολύ έξυπνα στημένα κομμάτια, κιθάρες πολύ εμπνευσμένες από Σουηδικά συγκροτήματα τις τάξεως Nomads, Hellacopters και ένα σύνολο που μπορείς να ακούσεις από την αρχή, με το hit “Are you Ready” ως το τέλος, χωρίς να πεις, “ουφ βρε, αδερφέ πάλι”;
Αφού περνούν από το πιο κουστουμάτο rock n roll των Hellacopters καταλήγουν στο πιο αλήτικο των Airborne και θέτουν εαυτούς σε υποψηφιότητα για ένα από τα πιο απολαυστικά και επιτέλους, διαφορετικά ελληνικά πράγματα!
Κουνιέσαι εύκολα με κομμάτια σαν το “On The Way to the top” και το ίσως καλύτερο του album, “It's a new day”, όπου αντιλαμβάνεσαι το δεμένο rhythm session τους και την όρεξη να ροκενρολάρουν μέχρι τέλους.
Δεν φοβούνται την καβλάντα και respect στον τίτλο του κομματιού “Frap's time” και θα σε κάνουν να κουνηθείς ως το πρωί.
Κολλητικά riffs, ρεφρέν που εύκολα θυμάσαι, φωνητικά πολύ πολύ καλά και ικανοποιητική παραγωγή που βοηθάει να χορτάσεις ακόμα περισσότερο τη μουσική των Overpower!
VIVA, SALONICA! Οι Αθηνέζοι σε χαιρετούν!
Υ.Γ. Ελάτε κατά δω, ρε μάγκες να σας καμαρώσουμε!


Δημήτρης Μαρσέλος

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

STEVE HACKETT: “Genesis Revisited- Live At Hammersmith”


Την περασμένη χρονιά ο σπουδαίος μουσικός και καλλιτέχνης Steve Hackett είχε κυκλοφορήσει το εξαιρετικό “Genesis Revisited II” με το οποίο ξαναεκτέλεσε  μερικά από τα κορυφαία αλλά και αδικημένα τραγούδια του συγκροτήματος που τον έκανε διάσημο τους Genesis αλλά και μερικές συνθέσεις από τις σόλο δουλειές του.
Με αφορμή λοιπόν αυτή την θαυμάσια δισκογραφική έκδοση, ο Steve Hackett  θεώρησε ορθό να κυκλοφορήσει και το ανάλογο live (3CD/ 2DVD) από την  ανάλογη τουρνέ που πραγματοποίησε. Το να επαναλαμβάνω πόσο  καταπληκτικές και μοναδικές είναι όλες οι συνθέσεις και οι εκτελέσεις του “Genesis Revisited -Live At Hammersmith”, πιστέψτε με δεν έχει νόημα. Απλά βάζετε σε μία ήρεμη βραδιά στο σπίτι ή σε ένα μεγάλο ταξίδι με το αυτοκίνητο σας, να παίξει τούτο το ονειρικό live και να είστε σίγουροι ότι  θα πλημμυρίσετε από  δυνατά συναισθήματα, μελωδικές αναμνήσεις και η ψυχή σας θα νιώσει τις έντονες prog-rock δονήσεις που μας έρχονται απευθείας από τα  δοξασμένα ‘70
Στο “Genesis Revisited -Live At Hammersmith” συμμετέχουν και απολαμβάνουμε τους Amanda Lehmann, John Wetton (Asia, Family, King Crimson, Uriah Heep, UK), Nik KershawJakko Jakszyk (King Crimson, Tom Robinson, Level 42) και τον κιθαρίστα Steve Rothery (Marillion). 


Φώτης Μελέτης

KICK: “Memoirs”


Οι KICK έχουν μία μικρή αλλά ενδιαφέρουσα πορεία στο χώρο του βρετανικού melodic hard rock, με δύο καλούς δίσκους και κάποιες συμπαθητικές demo κυκλοφορίες, δισκογραφικά όμως η πορεία τους έχει διακοπεί από το 2004 και το συγκρότημα των αδελφών Chris και Mikey Jones  όλο αυτό το διάστημα δεν είχε δείξει κάτι αξιοσημείωτο, εξαιρεμένου ενός σόλο δίσκου του μπασίστα Mikey  Jones το 2006 αλλά και μερικά καλά support με τους Thunder και τους Magnum.
Οι KICK λοιπόν επανέρχονται με το “Memoirs” και στα φωνητικά πλέον δεν βρίσκεται ο εξαιρετικός Nick Workman, μιας και έχει αφιερωθεί στο πετυχημένο μουσικό εγχείρημα των VEGA και τον ρόλο του αναλαμβάνει ο Mikey Jones. Το συγκρότημα έχει αρκετές επιρροές από τους Harem Sacrem, Def Leppard και Alice Cooper αλλά και αρκετές από τους Foo Fighters ενώ η φωνή του Mikey Jones ακούγεται ως πιστό αντίγραφο του θρυλικού Alice κάτι που είναι εμφανές συνθετικά σε ολόκληρο “Memoirs” με χαρακτηριστικά τα “Radio”, “Come Back” και “Highway To The Sun”.
Το “Doesn't Take Much” ακολουθεί τα βήματα των Def Leppard ενώ το “Urban Refugee” ξεφεύγει λίγο από το ύφος της μπάντας μιας και ακούγεται σαν ένα μίγμα του κλασσικού “Ender Sadman” εμπλουτισμένο με garage rock σόλο και BOC ατμόσφαιρα των πρώτων ημερών.
Τραγούδια που ξεχωρίζουν και έδειξαν να ξεφεύγουν από την μετριότητα είναι τα “The Futures Ours”, το μελωδικό “Thrill Seeking Junkie” και το καταπληκτικό “Never Lost That Feeling” με την δυναμική κιθαριστική εισαγωγή του.
Συνολικά το “Memoirs” δεν περιέχει εκείνα τα στοιχεία έμπνευσης και δημιουργίας που θα συγκινήσουν ιδιαίτερα. Φαίνεται ότι  η μακρόχρονη αποχή τους από τη  δισκογραφία δεν τους έκανε καλό και παρότι ενορχηστρωτικά και στο θέμα της παραγωγής ακούγονται όλα ικανοποιητικά, το τελικό αποτέλεσμα νομίζω αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση μοιρασμένο σε καλές και μέτριες στιγμές.


Φώτης Μελέτης

TED NUGENT: “Ultralive Ballisticrock”


Είναι πάνω από 40 χρόνια που αποδεικνύει τον τίτλο του "Motor City Mad Man", ο ιδιόρρυθμος, χαρισματικός, ακραίος πολιτικά μουσικός και άνθρωπος με το όνομα Theodore Anthony Nugent.
Ένας ταλαντούχος, υποτιμημένος κιθαρίστας εξαιτίας της αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς του. Όμως εδώ παρουσιάζουμε τη δημιουργία του καθενός και δεν κρίνουμε και πολύ περισσότερο δεν κατακρίνουμε το χαρακτήρα των ανθρώπων!
Έτσι λοιπόν, στα 65α γενέθλια του, κυκλοφορεί ως αναμνηστικό της γιγαντιαίας περιοδείας του στην Αμερική με τον τίτλο "I Still Believe" το διπλό αυτό cd  συνοδευόμενο από ένα χορταστικό dvd επιγραφόμενο "Ultralive Ballisticrock".
Με μία εκπληκτική μπάντα, που αποτελείται από τους Derek St.Holmes (ρυθμικός κιθαρίστας και φωνή στη μπάντα του από την πρώτη στιγμή), ο μπασίστας Greg Smith (Wendy O. Williams, Alice Cooper, Rainbow, Blue Öyster Cult, Dokken, Vinnie Moore, Joe Lynn Turner, Tommy James & the Shondells, Alan Parsons, The Turtles, Felix Cavaliere, Chuck Negron, Joey Molland, Denny Laine, Mitch Ryder) και τον Mick Brown στα ντραμς (Dokken, Lynch Mob,  Tooth and Nail) παρουσιάζει ζωντανά τις συνθέσεις του Ted Nugent καθώς και την  θεότρελη, ιδιόρρυθμη σκηνική παρουσία του – ηχογραφημένο στην  Πενσυλβάνια το καλοκαίρι του  2011 – διαλύοντας απλά τα ηχεία και την τηλεόραση του σπιτιού σας!
Με σήμα κατατεθέν το καπέλο του αγελαδάρη, γιλέκο στρατιωτικό, μπλου τζηνς  και την κλασική Gibson Byrdland κιθάρα του, ο "Nuge" (άλλη προσφώνηση)  παρουσιάζει εκπληκτικές εκτελέσεις των "Free For All" και "Stormtroopin" (σε αυτό τραγουδά ο St Holmes εκπληκτικά), για να ακολουθήσει το funk "Wango Tango", που "ανασταίνει" τον James Brown για να συνδράμει στα  φωνητικά… μαγεία.
Όλη η παράσταση είναι μοναδικό υπερθέαμα και εάν είστε φίλοι της ΜΟΥΣΙΚΗΣ αναντίρρητα αυτό το "μνημείο" πρέπει να κοσμεί σίγουρα τη δισκοθήκη σας! Στη δική μου, ήδη κατέχει περίοπτη θέση!


Νότης Γκιλλανίδης

MOUNTAIN: “Twin Peaks”


Οι τεράστιοι, και συνάμα παραγκωνισμένοι, Mountain ιδρύθηκαν το 1969 στη Νέα Υόρκη, με το ντεμπούτο τους (“Climbing!”), το οποίο περιέχει το rock ύμνο “Mississippi Queen”, να θεωρείται κλασικό δείγμα blues rock μουσικής.
Ύστερα από μια εξαιρετική συνέχεια, με τίτλο “Nantucket Sleighride” και μια κάπως αμφιλεγόμενη δουλειά (καθότι λειψή) ονόματι “Flowers of Evil”, η μπάντα διαλύεται πρόσκαιρα λόγω εσωτερικών προβλημάτων, με κύριο τις καταχρήσεις του κιθαρίστα και frontman, Leslie West. Το 1972, αντί επιλόγου, κυκλοφόρησε το “Mountain Live: The Road Goes Ever On”, με ζωντανές ηχογραφήσεις που είχε στο αρχείο του το συγκρότημα.
Το Φεβρουάριο του 1974 όμως το group ανασυγκροτήθηκε και προτού βγάλει νέο studio album, κυκλοφόρησε ένα χορταστικό διπλό (τότε) live album, ηχογραφημένο στην περιοδεία που έκανε στην Ιαπωνία!
Το “Twin Peaks” παρουσίασε ένα πιο ολοκληρωμένο live πρόσωπο των Mountain, σε ένα άτυπο best of που ο ήχος του αποπνέει το ‘70s feeling που χαρακτήρισε τη μπάντα.
Το live ξεκινάει το “Never In My Life” από το ντεμπούτο τους και συνεχίζει με το άκρως μελωδικό “Theme for an Imaginary Western”, από τον ίδιο δίσκο. Η studio εκτέλεση του “Blood of the Sun” που ακολουθεί, βρίσκεται στην πρώτη solo δουλειά του Leslie West που βγήκε στην αγορά το 1969 και ονομάζεται “Mountain”! Το (άτυπα) πρώτο μέρος, κλείνει με ένα κιθαριστικό solo, το οποίο οδηγεί στην τεράστια, από χρονικής άποψης, εκτέλεσης ενός εκ των κορυφαίων συνθέσεων της μπάντας, του “Nantucket Sleighride” (από τον ομώνυμο δίσκο). Η διάρκειά του στο “Twin Peaks” αγγίζει τα 32 λεπτά (αντί των σχεδόν 6 που είναι κανονικά) και αποτελεί από μόνο του το δεύτερο μέρος του live.
“Crossroader” από το “Flowers of Evil” για τη συνέχεια, με το all time classic hit, “Mississippi Queen” να παίρνει τη σκυτάλη. Ο ήχος καθόλη τη διάρκεια του “Twin Peaks” δεν είναι ιδιαίτερα καθαρός, προσφέροντας την, κατ’ εμέ, απαραίτητη ατμόσφαιρα (και βρωμιά ενίοτε) που χρειάζεται ένα live album εκείνης της εποχής. Ακολουθεί άλλο ένα κομμάτι από το “Climbing!”, το “Silver Paper”, ενώ το τρίτο και τελευταίο μέρος, κλείνει με τη διασκευή του σχήματος στο “Roll Over Beethoven” του Chuck Berry (την οποία είχαμε συναντήσει και στο “Flowers of Evil”).
Σίγουρα σε κάποιους θα λείψουν κομματάρες όπως “For Yasgur’s Farm” και “Don’t Look Around”, αλλά όπως και να έχει, το “Twin Peaks” αποτέλεσε μια εξαιρετική επιστροφή της μπάντας (παρότι live).
Για την ιστορία, τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς βγήκε στην αγορά το album “Avalanche” και στις 31 Δεκεμβρίου του 1974 η μπάντα έδωσε ένα τελευταίο show στη Νέα Υόρκη, κηρύσσοντας για μια ακόμη φορά τη διάλυσή τους. Το 1983 ένα από τα ιδρυτικά μέλη των Mountain, ο μπασίστας Felix Pappalardi δολοφονείται από τη γυναίκα του και οι επαναδραστηριοποιημένοι από το 1981 Mountain, επιστρέφουν δισκογραφικά το 1985 με το “Go For Your Life”, μια δουλειά αφιερωμένη στον εκλιπόντα Pappalardi. Από τότε ανά χρονικά διαστήματα, το συγκρότημα επανεμφανίζεται με κάποιο νέο album, με το τελευταίο, “Masters of War”, να κυκλοφορεί το 2007 και να απαρτίζεται από διασκευές σε κομμάτια του Bob Dylan, με τη συμμετοχή των Ozzy Osbourne και Waren Haynes (είχαν προηγηθεί τα “Man’s World” το 1996 και “Mystic Fire” το 2002).
Οι Mountain παραμένουν ενεργοί, και παρόλο που δισκογραφικά δεν παρουσιάζουν την ίδια μουσική ζέση με αυτή των πρώτων δουλειών τους, η συνθετική τους παρουσία στις αρχές των ‘70s, έβαλε ένα αρκετά σημαντικό λιθαράκι στο Rock και στην εξέλιξή του. 

Στέφανος Στεφανόπουλος

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

AYREON: “The Theory of Everything”



Στις γωνιές εκείνου του πολυγωνικού εγκέφαλου που λαμβάνει πληροφορίες και τις καταγράφει σε νότες, εκεί που ιστορικά στις μουσικές μνήμες αποθηκεύονται έργα που μνημονεύονται για πολλά χρόνια μετά, εκεί που ο δημιουργός ανήκει στις εξαιρετέες περιπτώσεις γήινης ύπαρξης, μόνο εκεί θα συναντήσεις τον Arjen Lucassen να διαπραγματεύεται το φανταστικό με το πραγματικό, το περίπλοκο με το απλό, την ιδιοφυία με την τρέλα.
Ο πανύψηλος Ολλανδός που θαρρείς πως εκεί “ψηλά” που ζει και κατοικεί, κάτι άλλο υπάρχει μόνο για αυτόν και επειδή δεν μπορεί να μας το πει απλά, μας το δίνει σε ήχο, σε μουσική, σε ένα – κάθε φορά – ατέλειωτο ταξίδι. Το “The Theory Of Everything” είναι εδώ, και είναι αληθινό όσο ποτέ. Η φήμη, η καταξίωση, και η αποδοχή παγκοσμίως του Lucassen, δεν υπήρξαν ποτέ τρικλοποδιά ή παγίδα στην πορεία του. Άξιος καλλιτέχνης μα πάνω από όλα άνθρωπος, καταγράφει εξωκοσμικά ταξίδια παρασέρνοντας σε συναισθήματα μοναδικά. Η λέξη “πρόοδος” είναι αυτή που το αρμόζει.
Ο “maestro” (όπως αποκαλείται από το ευρύ progressive κοινό) δεν αφήνει χρόνο να περνά ανεκμετάλλευτο. Η μία δισκογραφική δουλειά πίσω από την άλλη τον κατατάσσει στους ελάχιστους του είδους  που με αγωνία πάντα περιμένεις την επόμενη φορά που θα εμφανιστεί. Η θεωρία των πάντων ηχεί αληθινή και με κάποιο απροσδιόριστο τρόπο μπορεί να γίνει του καθενός ιστορία (μεταφορικά ή αλληγορικά).
Το να αριθμήσεις και να αναλύσεις λεπτομερειακά όλες τις δημιουργίες του Lucassen ίσως να χρειαστείς και εσύ όσο και ο ίδιος χρειάστηκε για να μας δώσει τη “Θεωρία” του. 18 ολόκληρους μήνες κεκλισμένων των θυρών και ενημερώνοντας μας σε τακτά αλλά αραιά διαστήματα για την εξέλιξη του άλμπουμ, βάζοντας μας αινίγματα για τις όποιες προσχωρήσεις καλεσμένων, έκαναν την προσμονή ακόμη μεγαλύτερη.
Σε αντίθεση με παλαιότερες Ayreon κυκλοφορίες (και όχι μόνο), εδώ έχουμε μετρημένους guest στα φωνητικά -μόνο 7, και να τονίσουμε πως κανείς από αυτούς δεν έχει ξανασυμμετάσχει σε προηγούμενες δισκογραφικές του δουλειές- αλλά η μεγάλη έκπληξη κρύβεται πίσω από απ’ τα μουσικά όργανα που οργιάζουν στα επιδέξια χέρια μεγάλων μορφών. Μια ενδόμυχη ίσως λαχτάρα του Lucassen για συνεργασία με όλους αυτούς πραγματοποιήθηκε σφραγίζοντας σαν με βουλοκέρι ένα από τα πιο όμορφα κομψοτεχνήματα της χρονιάς αυτής.
Μέσα στο “The Theory of Everything” σε αυτήν την υπέροχη rock opera διαδραματίζεται μια ιστορία ποικιλόμορφων συναισθημάτων που μπορεί με τους διαλόγους, τις μουσικές, τις παύσεις ή τα ξεσπάσματα, να σε κάνουν μέρος της παράστασης και θεατή μιας περίεργης ζωής. Μιας ζωής που καταγράφεται σε 4 μέρη (Singularity, Symmetry, Entanglement και Unification) το καθένα αποτελείτε τουλάχιστον από 20λεπτες συνθέσεις γεμάτες συνθέσεις σύντομες και περιεκτικότατες στη θεματολογία (42!). Και βέβαια πολύ καλά καταλάβατε, ένα concept album, ένα έργο ζωντανό, πραγματικό, γήινα προσαρμοσμένο, και από κει κατευθείαν στα παιχνίδια του ανθρώπινου μυαλού.
Με λίγα λόγια η ιστορία έχει ως εξής. Σκηνές του παρόντος για πολύ λίγο σε βάζουν σε μια ιστορία όπου ο “ιδιαίτερος” γιός μιας οικογένειας θα βρεθεί αναίσθητος πεσμένος στο πάτωμα του σπιτιού που έχει επισκευαστεί από παλιός φάρος που ήταν στο παρελθόν. Το αγόρι (Prodigy) έχει πέσει σε έκσταση. Φοβούνται πως είναι νεκρό, αλλά ζει. Η αναδρομή στο παρελθόν θα ξεκινήσει για να δούμε όλη την ιστορία και πως καταλήγουμε στην αρχή.
Ο πνευματικός  του κόσμος είναι τόσο πλούσιος και ατελής που δημιουργεί προβληματισμό στον δάσκαλο του (Teacher) ο οποίος θέλει να καταξιωθεί μέσα από την διάνοια του παιδιού, στον συμμαθητή του (Rival) του οποίου η φιλοδοξία, και ο εγωκεντρισμός του τον φέρνουν στα όρια της ακράτειας της ζήλιας του, στη φίλη του (Girl), που και εκείνη έχει τους δικούς της λόγους να ενδιαφέρεται αλλά και να ανησυχεί συνάμα για το αγόρι. Οι γονείς πάλι (Father, Mother) από την αρχή σε μεγάλη αντιπαλότητα για την συμπεριφορά και την διαφορετικότητα του παιδιού.
Η μητέρα σε απόγνωση θα κάνει τα πάντα για να σώσει τον γιό της και να επαναφέρει την πνευματική και ψυχική του ισορροπία, μεταβιβάζοντας όλον της τον προβληματισμό και την αγωνία για την σωτηρία του σε ψυχίατρο (Psychiatrist) -που θα καταλάβει εξαρχής ότι το παιδί είναι διάνοια και χρήζει άλλη μεταχείριση πέρα του φυσιολογικού κάνοντας πείραμα στην μεθοδολογία της θεραπείας.
Ο πατέρας από την άλλη μεριά χρόνια ολόκληρα βυθισμένος στα βιβλία του, ένας λαμπρός επιστήμονας, έχει αφιερώσει τη ζωή του στην εξεύρεση της Θεωρίας των Πάντων, η εξίσωση που θα εξηγήσει και θα ενώσει όλες τις φυσικές δυνάμεις του σύμπαντος. Αυτό όμως έχει σαν αποτέλεσμα να είναι απών από την οικογένεια, και έτσι η μητέρα να βρίσκεται σε απόγνωση με τον γιό της, ο οποίος ζει πια στον δικό του κόσμο, ακοινώνητος, ζώντας μέσα από μαθηματικά μοτίβα και αναλύσεις.
Ο ψυχίατρος θα δώσει θεραπεία στο παιδί με την συγκατάθεση του πατέρα, εν αγνοία της μητέρας. Θετικά αποτελέσματα εμφανίζονται πλην όμως επικίνδυνα. Ο Prodigy βλέπει εμφανή διαφορά, θέλει απεγνωσμένα το φάρμακο αλλά και από την άλλη μεριά αισθάνεται πως τον καταστρέφει και τον οδηγεί στην τρέλα. Η κοπέλα του τον εγκαταλείπει όταν αντιλαμβάνεται πια πως όλα είναι αναστρέψιμα, ο Prodigy στρέφεται στον δάσκαλο, σχέδια βγαίνουν στην επιφάνεια με τον πάλε ποτέ αντίμαχο του Rival.
Ένας παλιός ερειπωμένος φάρος θα γίνει τώρα το καταφύγιο του, αφού έφυγε από το σπίτι. Σκηνές έντονες θα διαδραματιστούν, οι αψιμαχίες μεταξύ των γονιών κορυφώνονται, ο δάσκαλος σε συνεχή επαφή με τον Prodigy ο οποίος εργάζεται μανιωδώς με την Θεωρία των Πάντων για μήνες τώρα. Όταν πια ο νεαρός θα καταρρεύσει και θα βρεθεί σε κατατονική κατάσταση όλοι θα ψάχνουν έντρομοι να καταλάβουν τι συνέβη την προηγούμενη νύχτα. Ο δάσκαλος όμως γνωρίζοντας περισσότερα θα στραφεί στον πίνακα όπου εργαζόταν ο Prodigy. Στέκεται κοιτάζοντας προσεκτικά,  να βγάλουν νόημα από το κουβάρι των εξισώσεων. Στη συνέχεια, κάνει μια εντυπωσιακή ανακάλυψη… Κάπου εδώ -και πολλά απλόχερα σας έδωσα- σταματά το κομμάτι της ιστορίας το οποίο αν σας φάνηκε ενδιαφέρον να δείτε τι θα πάθετε όταν πατήσετε το play να παίξει.
7 πρόσωπα, τόσοι ρόλοι, με φωνητικές απίστευτες ερμηνείες, παλιοί γνώριμοι, καινούργιες συμμετοχές στην ύψιστη απόδοση. Πάμε να δούμε λοιπόν πόσο αρμονικά ταίριαξαν φωνές με χαρακτήρες.
Με την σειρά που εμφανίστηκαν λοιπόν:
Janne "JB" Christoffersson (Grand Magus) - The Teacher (τραχιά χροιά, μοναδική στο ύφος)
Sara Squadrani (Ancient Bards) - The Girl (μεγάλη έκπληξη με τεράστιες δυνατότητες)
Michael Mills (Toehider) - The Father (κλείσε τα μάτια και άκου, είπες κάτι;)
Cristina Scabbia (Lacuna Coil) - The Mother (αξία διαχρονική)
Tommy Karevik (Kamelot, Seventh Wonder) - The Prodigy (πόσο μα πόσο θεατρική φωνή, γεμάτη συναίσθημα)
Marco Hietala (Nightwish, Tarot) - The Rival (σας έπεισε πως είναι δόλιος και φιλόδοξος; Άρα η πιο κατάλληλη επιλογή του Arjen!)
John Wetton (Asia, King Crimson) - The Psychiatrist (ηλικία, εμπειρία, δοκιμασμένος στα άπειρα, εκπληκτικός απλά)

Στο δίτομο αυτό αριστούργημα ο μεγαλύτερος ίσως ρόλος παίχτηκε από τους μουσικούς. Η επιλογή γνωστών, καταξιωμένων και έμπειρων χειριστών του ήχου και της μελωδίας έλαβαν μέρος εδώ.
Περιγραφικά θα πω:
Ed Warby (Hail of Bullets, Gorefest) – drums
Rick Wakeman (Yes) – keyboards
Keith Emerson (Emerson Lake and Palmer) – keyboards
Jordan Rudess (Dream Theater) – keyboards
Steve Hackett (Genesis) – lead guitar
Troy Donockley (Nightwish) – Whistles, Uilleann pipes
Ben Mathot (Dis) –violin
Maaike Peterse (Kingfisher Sky) – cello
Jeroen Goossens (Flairck) – flute , bass flute, piccolo, bamboo flute and contrabass flute
Siddharta Barnhoorn – orchestrations
Michael Mills (Toehider) – Irish Bouzouki
Wilmer Waarbroek – backing vocals
Arjen Anthony Lucassen – electric and acoustic guitars, bass guitar, mandolin, analog synthesizers,Hammond, Solina Strings

Μια ματιά σου στα ονόματα θα σε κάνουν να καταλάβεις γιατί δεν χρειάστηκε να αναφερθώ πιο αναλυτικά. Περιττό μάλλον. Ενδιαμέσως των κομματιών και τραγουδιών συρραφές εναρμονισμένες σε αυτό το κέντημα χρωμάτων, συναισθημάτων, ήχων.
Σε ένα αριστουργηματικό artwork του Βέλγου ζωγράφου Jef Bertels, ο οποίος αποτελεί “μέλος” πια της οικογένειας Lucassen αφού τον ακολουθεί αρτιστικά από το ”Into the Electric Castle” και εδώ.
Μια παραγωγή ίσως ότι καλύτερο έχει ποτέ καταγράψει ο μαέστρος στα χαρτιά, στους διακόπτες και στα πλήκτρα του.
Στιγμές που με καθήλωσαν. Η παρουσία του Keith Emerson με την συμβολή στα πλήκτρα. Οι υπέροχες μελωδικές γραμμές από έγχορδα και πνευστά στις instrumental παρενθέσεις. Στο “Diagnosis” το μικρό (αλλά τεράστιο) moog solo του Rick Wakeman. Στο “The Parting” ένα guitar solo από τον γίγαντα Steve Hackett. Όλες οι έντονες διαλογικές αποδώσεις μεταξύ γονιών, Prodigy και Rival, κοριτσιού και Prodigy. Το μυστηριώδες τέλος που με κάνει να απορώ αν όντως είναι τέλος ή η όποια επόμενη συνέχεια. Τι μπορεί να συνέβη; Ποιος ήταν ο επισκέπτης εκείνη την παράξενη νύχτα που ο Prodigy μας παρουσιάζει σαν συνεργασία με τον πατέρα του; Και πως μπορεί να ήταν εκείνος αν όπως  υποστηρίζει η μικρή, η μητέρα τηλεφωνούσε για να αναγγείλει την τραγωδία ότι ο πατέρας νωρίτερα είχε αφαιρέσει την ζωή του;
Το μόνο σίγουρο είναι πως η πολλαπλή ακρόαση σε βαθμό απόλαυσης θα με κατακερματίσει, οι πιστοί οπαδοί και φίλοι του Lucassen, θα τον λατρέψουν για άλλη μια φορά και οι νέοι ακροατές θα συναντήσουν κάτι εκπληκτικό.
Μα, σα να θυμάμαι τώρα κάποιες τελευταίες κουβέντες του Prodigy,μαθηματικές εξισώσεις, νούμερα, και ένας ψίθυρος στο τέλος … “Help me”…
To be continued…


Ελένη Λιβεράκου

MELVINS: “Tres Cabrones”


Τίτλος αυτοκριτικής; Ίσως...
Όπως δήλωσε και ο Buzz Osborne “αυτό το Line-up είναι ότι πιο κοντινό στα ‘80s δεχόμαστε να πάμε”.
Ο αρχικός drummer Mike Dillard γυρνάει μετά από 29 χρόνια, για να γράψει αυτό εδώ το album, που βλέπει τους Melvins να συμπληρώνουν 30 χρόνια ζωής. Ο άνθρωπος που τον αντικατέστησε και κρατούσε τις μπακέτες μέχρι πριν από λίγο καιρό, ο Dale Crover αναλαμβάνει το μπάσο.
“Παιδική” ανώριμη παράνοια για την οποία έχουν γίνει γνωστοί οι Melvins διακατέχει και αυτό το album.
Κάτι μεταξύ καλιφορνέζικου hardcore/ punk και alternative metal (“City Dump”, “Dr. Mule”) να συναντά τη Sesame Street, με τραγούδια σαν το “Tie my pecker to a tree” (Δένω τον πιτουφίνο μου σε ένα δέντρο, χαχαχαχα), “99 bottles of beer” και “You're in the army now”.
Μουσική που σε κάνει να σταματάς ότι κάνεις και να αναρωτιέσαι, What the Fuck?
Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν σταματήσει να δουλεύουν και λίγους μήνες μετά το “Everybody Loves Sausages”, ένα cover album μας απασχολούν και πάλι με νέο υλικό που θα το πάρουν μαζί τους στο 30-ετές επετειακό τους tour.
Η ριφάρα στο “Stump Farmer” έχει μία ευθεία ωμότητα που λατρεύω και καταφέρνει να με κάνει χαρούμενο στα 2 λεπτά του και το όλο πόνημα κλείνει με το ροκενρολάδικο “Stick 'em up bitch”!
Αν είσαι παρανοϊκός μουσικά και εμπιστεύεσαι όσους εμπιστεύεται ο Mike Patton και η Ipecac του, τότε στήσε αυτί.
Αν η απλή μουσική είναι αυτό που ψάχνεις, μη χάσεις το χρόνο.
Δε θέλω να μου γκρινιάζεις μετά ότι σε βασανίζω!


Δημήτρης Μαρσέλος

SEVENTH KEY: “I Will Survive”

Μετά από περίπου δέκα χρόνια αδράνειας, οι SEVENTH KEY το συγκρότημα του μπασίστα Billy Greer (Kansas), του κιθαρίστα Mike Slamer (City Boy, Streets, Steelhouse Lane) και του ντράμερ Chet Wynd επιστρέφει δριμύτερο με ένα απολαυστικό prog-aor δίσκο, όπου ο συνδυασμός  δυνατών μελωδικών ριφ και ρεφρέν παντρεύεται πανέξυπνα με τους αριστοτεχνικούς ροκ ρυθμούς.
Κιθάρες, σόλα, ερμηνείες και ενορχηστρώσεις είναι μελετημένα με σοφία και εμπειρία από το τρομερό τρίο και με την βοήθεια αρκετών “γνωστών και άγνωστων” φίλων τους (Billy Trudel, Terry Brock, Bobby Capps στα δεύτερα φωνητικά, τον κιθαρίστα Barry “The Blade” Johnson και τον κημπορντίστα David Manion) δημιουργούν ένα ικανοποιητικό συνθετικά αποτέλεσμα.
Οι μελωδίες, οι ρυθμοί και η τεχνοτροπία αρκετών κομματιών του “I Will Survive” είναι σε ατμόσφαιρα Kansas με πιο χαρακτηριστικό τραγούδι, το “Sea of Dreams” όπου συμμετέχει ο εξαιρετικός David Ragsdale με το βιολί του, ο οποίος  έχει παίξει μαζί τους τη δεκαετία του ‘90 ενώ και σήμερα τους ακολουθεί. Το ίδιο συμβαίνει με το ημιμπαλαντοειδές “What Love’s Supposed To Be” που παραπέμπει λίγο και σε  Damn Yankees ή Night Ranger και παράλληλα το θαυμάσιο ορμητικό ομότιτλο κομμάτι του άλμπουμ όπου τα πλήκτρα έχουν την τιμητική τους. Το “I Want It All” θυμίζει πολύ από Kansas και περιέχει ένα ονειρικό ρεφρέν που αναδεικνύει την πιο progressive και έντεχνη πλευρά των SEVENTH KEY με πολύ έντονο τρόπο.
Στον αντίποδα έχουμε τα “Lay In On The Line”, “I See You There”, “Time And Time Again”, “When Love Sets You Free” και “Down” που έχουν περισσότερο τη σφραγίδα του Mike Slamer και παραπέμπουν σε δυναμικούς μελωδικούς ρυθμούς από τα γκρουπ που έχει συμμετάσχει ενώ η πολύπλευρη κιθαριστική τεχνική και η άψογη εκτελεστική του δεινότητα είναι μοναδική.
Συνολικά έχουμε να κάνουμε με ένα εξαιρετικό άλμπουμ, αντάξιο της ιστορίας και της διαδρομής των δύο μουσικών που αποτελούν τους καθοδηγητές των SEVENTH KEY.

Φώτης Μελέτης


Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

FERGIE FREDERIKSEN: “Any Given Moment”


Ο θρυλικός τραγουδιστής των Toto, Angel και Le Roux, FERGIE FREDERIKSEN κυκλοφορεί το νέο του άλμπουμ “Any Given Moment” μέσω της Frontiers Records. Μια από τις πιο σεβαστές, αν μου επιτρέπεται ο χαρακτηρισμός, φωνές επανέρχεται στο προσκήνιο για να μας χαρίσει έναν ακόμη δυνατό μελωδικό δίσκο.
Το 2010 ήταν μια πραγματικά τραγική στιγμή στην ζωή του καλλιτέχνη αφού διεγνώσθη από τους ιατρούς ότι είχε καρκίνο του ήπατος αλλά συγχρόνως την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε και το πολύ καλό “Happiness Is The Road”. Αυτή τη φορά έχει στην παραγωγή τον “πολύ” Alessandro Del Vecchio, ο οποίος έχει καταφέρει να δώσει στα νέα τραγούδια μια αίσθηση της δεκαετίας του ‘80 με έμφαση στις όμορφες μελωδίες και στην πολύ καλή φωνή του FERGIE FREDERIKSEN, που στην κυριολεξία απογειώνει τα τραγούδια, και εν κατακλείδι να μας προσφέρει απλόχερα ένα ποιοτικό αποτέλεσμα! Επίσης οι καλεσμένοι του Fergie, Bruce Gaitsch (Richard Marx), Robert Sall (WET) και Sven Larsson καθώς και η συμμετοχή της Issa σε ένα ντουέτο βάζουν το κερασάκι στην τούρτα σε αυτήν την πολύ αξιόλογη κυκλοφορία.
Όπως είπα και παραπάνω, ο δίσκος χαρακτηρίζεται από τις όμορφες μελωδίες, τη φωνή του Fergie που πραγματικά δίνει ρέστα με τις ερμηνείες του, τα πολύ καλά τραγούδια και την παλιομοδίτικη ‘80s αισθητική του.
Highlights του δίσκου είναι το up-tempo AOR-άδικο “Times Will Change”, η εκπληκτική μπαλάντα “I’ll Be The One”, τα “How Many Roads” και “Let Go”, όπως επίσης και το αγαπημένο μου “When The Battle Is Over” που θυμίζει αρκετά Survivor.
Μια πραγματικά άκρως ενδιαφέρουσα AOR κυκλοφορία που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη από τους φανατικούς οπαδούς της κλασσικής μελωδικής σκηνής! 


Βασίλης Χασιρτζόγλου

MONSTER MAGNET: “Last Patrol”



Όταν διαβάζω δηλώσεις για “back to the roots” album, σκιάζομαι…
Διότι το ρίσκο του να προσπαθήσεις γυρίσεις σε έναν ήχο που είχες πριν είκοσι χρόνια είναι τεράστιο και το αποτέλεσμα συνήθως δεν είναι το αναμενόμενο. Λογικό βέβαια, άμα αναλογιστεί κανείς πως είναι αδύνατο να αναπαράγεις κάτι που έγραψε υπό άλλες συνθήκες, σε τελείως διαφορετικές μουσικά εποχές.
Το “Last Patrol” το περίμενα με ανυπομονησία, μιας και το προ τριετίας “Mastermind” μου άφησε γλυκιά γεύση, παρότι δεν ήταν καλύτερο απαραίτητα από αρκετές δουλειές του group (ίσως να με επηρέασε το ότι διαδέχτηκε το κάπως αδιάφορο “4 Way to Diablo”). Όπως και να έχει, στο άκουσμα του single “Mindless Ones”, πήρα μια κρυάδα και για αυτό προσέγγισα με αμφιβολίες το νέο τους πόνημα.
Το ταξιδιάρικο (και όμορφο συνάμα) “I Live With the Clouds” δεν αρμόζει για εισαγωγή δίσκου Monster Magnet. Σε οποιαδήποτε άλλη μπάντα ίσως να λειτουργούσε, στην προκειμένη όμως, όχι! Το ομώνυμο κομμάτι είναι πάνω από εννέα λεπτά, αλλά μάλλον δε χρειάζονταν τόσα. Ή καλύτερα, δε βρίσκεται στο σωστό σημείο του δίσκου… Καλοδεχούμενη πάντως η space αισθητική του, η οποία φέρνει στο μυαλό “Superjudge”!
Στη διασκευή του “Three Kingfishers” (Donovan) ο Wyndorf “κεντάει”, με την απόκοσμη χροιά που προσδίδεται στο τραγούδι να κεντρίζει το ενδιαφέρον. Η μερική ψυχεδέλεια συνεχίζεται και στο “Paradise” και αυτό που μέχρι στιγμής μου λείπει είναι ο όγκος. Εξαιρετικό το “Hallelujah” που ακολουθεί, ενώ το “Mindless Ones” εξακολουθεί να μη βγάζει νόημα ως single… Τέτοια κομμάτια, μια φορά και έναν καιρό, ο Wyndorf τα έγραφε ως fillers!
Η κοσμική αύρα που υπάρχει διάχυτη στο “Last Patrol” δε λειτουργεί ανασταλτικά (αυτό έλειπε), αλλά εκ του αποτελέσματος φαίνεται πως το όλο εγχείρημα ήταν περισσότερο εκβιαστικό παρά αυθόρμητο.
Πεσμένα γκάζια και στο “The Duke (of Supernature)”, με το “End of Time” που το διαδέχεται να φέρει τα στοιχεία των Monster Magnet που αγαπήσαμε όλα αυτά τα χρόνια. Και παρά τα οκτώ λεπτά που διαρκεί, δεν κουράζει καθόλου. Επίλογος με το “Stay Tuned”, που συνεχίζει την ψυχεδελική ρότα που διέπει το μεγαλύτερο μέρος του δίσκου.
Ο Dave Wyndorf όντως επέστρεψε τη μπάντα στο διάστημα, αλλά το έκανε μέσω Λαμίας… Σίγουρα δεν κατάφερε να γυρίσει το χρόνο πίσω, αλλά στην προσπάθειά του, έφερε στο φως μερικές πολύ καλές συνθέσεις, οι οποίες ναι μεν δε θα επαναφέρουν το σχήμα στα εμπορικά και ηχητικά επίπεδα του παρελθόντος, αλλά από την άλλη αποδεικνύουν πως οι Monster Magnet διατηρούν μια σχετική αξιοπρέπεια.

Στέφανος Στεφανόπουλος

PLACE VENDOME: “Thunder in the Distance”


Τρίτη δισκογραφική δουλειά μετά από πολύ καιρό για το συγκρότημα των Michael Kiske (πρώην HELLOWEEN) και Dennis Ward (PINK CREAM 69) και οι PLACE VENDOME συνεχίζουν να πατούν σταθερά στα μονοπάτια του melodic hard rock αφού όλες οι συνθέσεις, οι ενορχηστρώσεις και οι ερμηνείες ακούγονται ευχάριστες και πολύ μελωδικές.
Στην συγγραφή των κομματιών έχουν βάλει το χεράκι τους οι Magnus Karlsson (Primal Fear), Timo Tolkki (πρώην Stratovarius), Alessandro Del Vecchio (Hardline), Roberto Tiranti και Andrea Cantarelli (Labyrinth, A Perfect Day), Tommy Denander (Radioactive), Sören Kronqvist (Sunstorm, Issa) και Brett Jones ενώ στα τύμπανα είναι ο Dirk Bruineberg (Consortium Project), στα keyboards ο Gunter Werno (Vandenplas) και στην κιθάρα ο Uwe Reitenauer (Pink Cream 69).
Ο πολυτάλαντος Dennis Ward εκτός από μπάσο, τα φωνητικά και ρυθμικές κιθάρες έχει αναλάβει την παραγωγή και την μίξη του “Thunder in the Distance”.
Tα εκπληκτικά “Power of Music” και “Lost in Paradise” έχουν λίγη από την αύρα του υπέροχου “My Guardian Angel” που υπήρχε στο προηγούμενο δίσκο τους, “Streets of Fire”, ενώ το  εξαιρετικό “Heaven Lost” δίνει ένα ξεχωριστό χρώμα στο δίσκο. Τα “Talk To Me” και “Never Too Late” είναι ένα από τα καλύτερα κομμάτια του άλμπουμ καθώς επίσης και το “Fragile Ground” που είναι το μοναδικό τραγούδι σε πιο alternative μελωδικό ύφος.
Μπορεί λοιπόν οι PLACE VENDOME ως σχήμα, να μην λειτουργούν αυστηρά με τους όρους που απαιτούνται για ένα κανονικό συγκρότημα (live, συχνές κυκλοφορίες) όμως πετυχαίνουν να είναι ενδιαφέροντες και χάρη στην καταπληκτική φωνή του Michael Kiske, να γίνονται αρκετά γοητευτικοί.


Φώτης Μελέτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...