Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Τι σχέση μπορούν να έχουν οι Iron Maiden με τους Beatles, οι Van Halen με την ΕΡΤ και ο M.Jagger με τους Whitesnake;



http://rockway.gr/

Τι σχέση μπορούν να έχουν οι Iron Maiden με τους Beatles, τι κοινό μπορούν να έχουν ο τραγουδιστής των Rolling Stone με τον David Coverdale των Whitesnake, ο Νταλάρας με τους Jethro Tull, o Elton John με το heavy metal, οι ξεχασμένοι Kajagoogoo με τους  Porcupine Tree και οι Van Halen με την ελληνική κρατική τηλεόραση;

Παρακάτω θα περιγράψω μερικές ιδιαίτερες συνεργασίες, άγνωστα συμβάντα και "ασήμαντες" λεπτομέρειες για συγκροτήματα και μουσικούς της ροκ και hard rock μουσικής που έχετε λατρέψει. Ξεκινάμε λοιπόν...
- Που να φανταζόταν ο κιθαρίστας των Iron Maiden, ADRIAN SMITH ότι μία μέρα θα συνεργαζόταν με απόγονο των Beatles. Και όμως αυτό συνέβη με τον ντράμερ Zak Richard Starkey (γιος, του ντράμερ Ringo Starr) που παίζει στο δίσκο "Silver and Gold"(1989) των ASAP ή αλλιώς "Adrian Smith and Project". Ο Zak Starkey στη συνέχεια έπαιξε σε σπουδαία σχήματα με πιο γνωστά τους The Who και Oasis.
- Τι μπορεί να συνδέει τον Mick Jagger και τον David Coverdale, εκτός βέβαια από τον υπερβολικό σεξισμό τους; O σύνδεσμος τους είναι ο σχετικά άγνωστος αλλά πολύπειρος μπασίστας Colin Hodgkinson, τον οποίο βρίσκουμε να παίζει στο πρώτο σόλο δίσκο του τραγουδιστή των Rolling Stones που τιτλοφορείτο "She's The Boss" (1985) αλλά και στο εξαιρετικό "Slide it In" των WHITESNAKE που είχε κυκλοφορήσει το 1984. Ο Colin Hodgkinson έχει παίξει επίσης και σε άλμπουμ σπουδαίων καλλιτεχνών όπως είναι οι Alexis Korner, Jon Lord , Cozy Powell και Schon & Hammer.

- Ο Γιάννης Πετρίδης είναι ένας από τους καλύτερους αλλά και ιστορικούς ραδιοφωνικούς παραγωγούς της χώρας μας  και από τους μεγαλύτερους συλλέκτες δίσκων σε όλο τον κόσμο. Το 1979 είχε κατορθώσει να φέρει σε τηλεοπτική εκπομπή της κρατικής τηλεόρασης τους φοβερούς VAN HALEN για να παρουσιάσουν μερικά κομμάτια τους. Δυστυχώς δεν υπάρχει σύμφωνα με ομολογία του ίδιου του Γιάννη Πετρίδη, αρχειακό οπτικό ντοκουμέντο από εκείνη την εμφάνιση των VAN HALEN.
- Υπήρχε ποτέ περίπτωση οι SAXON και ο Elton John να συνεργαστούν; Αυτό στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 ήταν λίγο αδιανόητο. Έλα όμως που το 1986 βρέθηκαν σε διπλανά στούντιο και ο πολύ πετυχημένος καλλιτέχνης ενθουσιάστηκε με τα μεταλλικά ριφ της παρέας του Biff Byford που ηχογραφούσαν εκείνη τη χρονιά, το "Rock the Nations". Αποτέλεσμα ήταν ο κύριος Elton John να παρατήσει για λίγο τις ηχογραφήσεις του δικού του album "Leather Jackets"  και να παίξει πιάνο στο εκρηκτικό "Party 'til You Puke" και στο πανέμορφο "Northern Lady" του "Rock the Nations".
- Και μια ο λόγος για τον Elton John αξίζει να σημειώσουμε ότι συμμετέχει έστω και δια αντιπροσώπου στο δίσκο "Plaza" των Socrates Drank the Conium με τον στιχουργό Gary Osborne ενώ την παραγωγή έχει αναλάβει ο Vic Coppersmith-Heaven (Jam, RollingStones, PeterGabriel, Joe Cocker, Black Sabbath). Στη συνέχεια η παρέα των Γ. Σπάθα, Α. Τουρκογιώργη και Α. Αντύπα, περιοδεύει σε Αγγλία και Σκωτία μαζί με τους UFO, σε 24 πόλεις, με αποκορύφωμα την εμφάνιση στο "Hammersmith Odeon" του Λονδίνου στις 14 & 15 Απριλίου 1983. Τα συγχαρητήρια που πήραν από τον Lemmy, τον Gary Moore και τον Jeff Beck μνημονεύονται στην αυτοβιογραφία του Αντώνη Τουρκογιώργη με τίτλο “To Συγκρότημα”.

- O συνθέτης του κλασσικού τραγουδιού "Dust in the Wind", Kerry Livgren και κιθαρίστας  των μεγάλων prog-rokers Kansas συνεργάστηκε με τον αξέχαστο R.J.DIO, στο σόλο album του πρώτου "Seeds of Change" του 1989 (Kerry Livgren/AD). Ο πρώην τραγουδιστής τον Rainbow και Black Sabbath τραγουδά τα "Mask of the Great Deceiver" και "To Live For the King".
- Αμέτρητα είναι τα sessions που έχουν κάνει σε πολλούς μεγάλους καλλιτέχνες τα μέλη των TOTO. Οι συνθέτες του “Hold the Line” και του “Africa” συνέχισαν ασταμάτητα να συμμετέχουν σε διάφορους δίσκους (ήταν πολύ καλές οι αμοιβές τους) και με την δημιουργία των Toto και έκαναν πολλές φορές παράλληλη δράση. Όμως το κορυφαίο session στην καριέρα τους  είναι όταν ο κιθαρίστας Steve Lukather, ο πληκτράς David Paich, ο ντράμερ Jeff Porcaro  και ο κημπορντίστας Steve Porcaro (δηλαδή σχεδόν όλο το γκρουπ) συμμετείχαν ενεργά στο πιο εμπορικό δίσκο όλων των εποχών, στο "Thriller" του Michael Jackson.

- Ένα βράδυ που οδηγούσε η STEVIE NICKS (Fleetwood Mac) ακούει στο ραδιόφωνο το "Little Red Corvette" του Prince και παθαίνει παροξυσμό με την μελωδία του τραγουδιού. Καλεί στο τηλέφωνο τον Prince που έρχεται το ίδιο βράδυ και ηχογραφούν το θαυμάσιο "Stand Back" που υπάρχει στο σόλο και διπλά πλατινένιο δίσκο της με τίτλο "The Wild Heart" που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 1983. Αξίζει να σημειώσουμε ότι κιθάρα στο δίσκο της παίζει ο Steve Lukather των Τοto!

- Ο διάσημος κριτής του American Idol, μουσικός Randy Jackson εκτός άλλων συνεργασιών και μετέπειτα τηλεοπτικών παραγωγών έχει, παίξει  μπάσο στο δίσκο των Journey που ονομάζεται "Raised on Radio" και κυκλοφόρησε το 1986.

- Δεν είναι και πολλοί εκείνοι που γνωρίζουν ότι οι εκπληκτικοί prog-rockers γερμανοί Eloy που είναι ιδιαίτερα αγαπητοί στην χώρα μας, στα τέλη Μαρτίου του 1981 το συγκρότημα έδωσε δύο συναυλίες στη χώρα μας, η πρώτη στο γήπεδο του Σπόρτιγκ στα Πατήσια και η  δεύτερη έλαβε χώρα στη Θεσσαλονίκη στο Palais de Sport. Τυχεροί όσοι ήταν παρόντες...



- Οι KAJAGOOGOO στα eighties ήταν αρχικά οι ανταγωνιστές των Duran- Duran στη Μ. Βρετανία και είχαν κάνει μία μεγάλη εμπορική επιτυχία με το κομμάτι "Too Shy". Ο Nick Beggs, ιδρυτής και μπασίστας εκείνης της εφήμερης pop μπάντας συμμετέχει τα τελευταία χρόνια σε δίσκους σπουδαίων προοδευτικών καλλιτεχνών όπως του Steve Hackett (Genesis), Steven Wilson (Porcupine Tree) αλλά έχει παίξει μαζί με τον John Paul Jones  (Led Zeppelin).  Μιας και ο λόγος για το μεγάλο μπασίστα και συνθέτη των Led Zeppelin, τον συναντάμε να παίζει μαντολίνο στο "Another Round" και πιάνο στο "Miracle"(In Your Honor) στο δίσκο “In Your Honor”(2005) των FOO FIGHTERS.

- Τι σχέση μπορούν να έχουν οι  γερόλυκοι Scorpions με τον Eric Bazilian συνθέτη που έγραψε το "All You Zombies" και "Johnny B" (μαζί βέβαια με τον Rob Hyman των αμερικανών HOOTERS); Η είδηση είναι σχετικά γνωστή αφού ο Eric Bazilian έχει συνθέσει ένα πολύ μεγάλο μέρος ενός από τους καλύτερους προσφάτους δίσκους των γερμανών hard rockers που τιτλοφορείτο Humanity: Hour I (2007). O Eric Bazilian έχει γράψει κομμάτια για τους Bon Jovi, Cyndi Lauper και Journey.

- Στο αγαπημένο μου  τραγούδι, "What About Love" των HEART από τον ομότιτλο δίσκο τους που κυκλοφόρησε το 1985, στα backing vocals ακούγεται η θρυλική φωνή της  Grace Slick από τους Jefferson Airplane και Jefferson Starship, ενώ  την πρώτη εκδοχή του κομματιού έχουν εκτελέσει οι καναδοί Toronto.

- Στο μέτριο άλμπουμ των Ελβετών KROKUS που έγινε  όμως χρυσό σε πωλήσεις στις ΗΠΑ με τίτλο “The Blitz” (1984) το τραγούδι "Boys Nite Out" συμμετέχει συνθετικά ο πασίγνωστος Bryan Adams, (και ο Jim Vallance) ενώ ο τραγουδιστής των Survivor, Jimi Jamison συμμετέχει στα δεύτερα φωνητικά.

- Τον Μάιο του 1992 μία απρόσμενη συνάντηση επί σκηνής (η οποία δίχασε οπαδούς και κριτικούς) ανάμεσα στο εντεχνολαϊκό αοιδό Γ.Νταλάρα και τον ηγέτη των Jethro Tull,  Ian Anderson είχε ως αποτέλεσμα να ερμηνεύσουν μαζί το παραδοσιακό "John Barleycorn" και το “Ruby Tuesday” των Rolling Stones. Η συμμετοχή αυτή καταγράφεται στo δίσκο μόνο για το κομμάτι "John Barleycorn" πoυ κυκλοφορεί τo συγκρότημα συγκεvτρώvovτας ζωvταvές ηχoγραφήσεις από τη συγκεκριμέvη περιoδεία τoυ, που τιτλοφορείται "Jethro Tull A Little Light Music".
- Στο πολυπλατινένιο άλμπουμ των FOREIGNER, "Agent Provocateur" του 1984, όπου υπάρχει η τεράστια επιτυχία τους "I Want to Know What Love Is" συμμετέχουν δύο σχετικά γνωστοί pop καλλιτέχνες της εποχής, ο  Tom Bailey στα φωνητικά από τους Thompson Twins και ο  Wally Badarou στα synthesizer των LEVEL 42.

- Ο κιθαρίστας των Σουηδών Europe, John Norum είχε παντρευτεί το 1995 την  Michelle Meldrum, βασικό δημιουργό των υπέροχων Phantom Blue. Δυστυχώς η  Michelle Meldrum, έφυγε από τη ζωή στις 21 Μαΐου το 2008 από εγκεφαλική αιμορραγία.



Φώτης Μελέτης

AVENGED SEVENFOLD: “Hail to the King”


Δύσκολο το να διαδεχθείς ένα album σαν το “Nightmare”, που σε έμπασε για τα καλά στα μουσικά δρώμενα και σου έδωσε και την μερική αποδοχή των μεταλλάδων.
Και ομολογουμένως, ήταν ένας πάρα πολύ καλός δίσκος! Το ύστερα από 3 χρόνια, “Hail to the King”, δεν απογοητεύει, αλλά σίγουρα δεν έχει τη μουσική στόφα του προκατόχου του.
Το εναρκτήριο “Shepherd of Fire” είναι ένα Metallica meets Megadeth κομμάτι, καλό μεν, αλλά περισσότερο μοιάζει με “διασκευή”, παρουσιάζοντας μια ολική έλλειψη ταυτότητας εκ μέρους της μπάντας. Το ομώνυμο “Hail to the King” έχει ένα πιο “epic” feeling στο refrain, το “Doing Time” είναι μια κλασική Avenged Sevenfold σύνθεση, ενώ το “This Means War” είναι το “Sad But True” σε μια πιο ελεύθερη απόδοση. Επικούρα και στο καθόλα ανθεμικό “Requiem”, που δεν εντυπωσιάζει, αλλά σίγουρα αφήνει γλυκιά γεύση στον ακροατή.
Έχοντας φτάσει στα μέσα του album, το μέχρι στιγμής συμπέρασμα είναι πως το “Hail to the King” αγκομαχεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, πέφτοντας στην παγίδα της (ουσιαστικά, άνευ λόγου) έμμεσης αντιγραφής. Τα τραγούδια είναι καλά, αλλά φαίνονται να κινούνται μέσα σε πολύ συγκεκριμένα πλαίσια, προκειμένου, ηχητικά, να είναι ευρύτερα αποδεκτά.
Συνέχεια με το “Crimson Day”, μια μπαλάντα που περιφέρεται στη σφαίρα της αδιαφορίας, με το “Heretic” που ακολουθεί να συνεχίζει τη heavy ατμόσφαιρα του album. Το “Coming Home” γαμάει (έτσι, γιατί είμεθα και επιστήμονες…) και για τον γράφοντα αποτελεί την καλύτερη σύνθεση του δίσκου. Πολύ καλό και το “Planets”, το οποίο πλησιάζει σε αισθητική τις συνθέσεις του “Nightmare”. Το δεύτερο μισό ευτυχώς έχει λιγότερα copy paste. “Acid Rain” για το τέλος, αργόσυρτο, μπαλαντοειδές, μελωδικό, μελαγχολικό και καθόλα εξαιρετικό.
Ύστερα από αρκετές ακροάσεις, μπορώ να πω με σιγουριά πως το “Hail to the King” εύκολα είναι η πιο heavy κυκλοφορία των Avenged Sevenfold, με καλές στιγμές μεν, αλλά με έλλειψη πρωτογενούς έμπνευσης. Δεν έχεις λόγο να το θάψεις, αλλά δεν έχεις και λόγο να το λατρέψεις. Περνάς καλά ακούγοντάς το, αλλά από την άλλη δε δικαιολογούνται τα τρία χρόνια που μεσολάβησαν από το “Nightmare”.
Όπως προείπα, δεν απογοητεύει ιδιαίτερα τον ακροατή. Ίσως επειδή το εν λόγω album, όντως είναι ένα τρόπον τινά κάλεσμα στο μεταλλικό κοινό, πιο επίσημο αυτή τη φορά, το σχήμα να θέλησε να το παίξει “safe”, με αποτέλεσμα να περιορίσει τις όποιες δυνατότητές του. Από εμπορικής άποψης πάντως, σίγουρα θα πάει καλά, οπότε δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας εκ μέρους της μπάντας. 


Στέφανος Στεφανόπουλος

NINE INCH NAILS: “Hesitation Marks”

Γνωστό και μη εξαιρετέο μουσικό σχήμα, με οδηγό και ιδρυτή, τον ιδιοφυή Αμερικάνο μουσικό, Trent Reznor.
Αφού κέρδισε το Oscar μουσικής για το “The Social Network”, ταινία σκηνοθετημένη από τον David Fincher, μαζί με το συνοδοιπόρο του Atticus Ross (ο οποίος έχει βάλει και στους ΝΙΝ το χεράκι του) και κυκλοφόρησε δουλειά σε συνεργασία με τη γυναίκα του (How to Destroy Angels- “Welcome Oblivion”), ανέβηκε η λίμπιντο της έμπνευσης του, αποφασίζοντας να κυκλοφορήσει ένα ακόμα κλειστοφοβικό album με τους ΝΙΝ.
Το όγδοο, κατά σειρά, πόνημα τους έσκασε μύτη στις 30 Αυγούστου, σε πολλές διαφορετικές εκδόσεις, με ξεχωριστά εξώφυλλα η καθεμιά, 5 χρόνια μετά την κυκλοφορία του “The Slip”.
Ακούγοντας το, ταξιδεύεις σε σκοτεινά και ύποπτα industrial σοκάκια, όπου ο ερωτισμός και η παράνοια μπορούν να συναντούνται χωρίς παρεξήγηση.
Κομμάτια με νόημα και περίσσια έντονη ατμόσφαιρα, όπως τo “Copy of A” και το μαύρο “Came back Haunted”. Ρομαντισμός και εσωτερική αναζήτηση με τα “Find my Way” και “Disappointed”, πιο Pop εξάρσεις με τα “All Time Low” και “Everything”, χορευτική διάθεση κατά μήκος των 61ος λεπτών με κομμάτια σαν το “Satellite”.
Επίσης, γουστάρω τους τίτλους τραγουδιών, όπως “Various Methods of Escape”, που είναι και κομματάρα ομολογουμένως, και “The Eater of Dreams”, που είναι μια εισαγωγή λίγων δευτερολέπτων, που ανοίγει το “Hesitation Marks”.
Για να βοηθήσουν στο αποτέλεσμα, καλέστηκαν μουσικοί με περγαμηνές, όπως οι Lindsey Buckingham (Fleetwood Mac), Pino Palladino (John Mayer Trio, The Who) και Andrew Belew (King Crimson). Η παραγωγή είναι κρυστάλλινη, η ατμόσφαιρα μαγικά τρομακτική και συνάμα ερωτική και η φωνή του Reznor στα γνωστά υψηλά επίπεδα (βλ. “I would for you”).
Ο άνθρωπος αυτός δυσκολεύεται να μας απογοητεύσει και βάζει τη σημαία του για μια ακόμη φορά στην κορυφή του μουσικού Έβερεστ.
Ένα από τα higlights της χρονιάς που διανύουμε, αναμφισβήτητα!

Δημήτρης Μαρσέλος

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

ANNEKE VAN GIERSBERGEN: “Drive”


Η μικρή Ολλανδέζα μεγάλωσε και μάλιστα αρκετά…
Μην περιμένετε να ακούσετε τίποτα από το υλικό καλλιτεχνών που έχει συνεργαστεί, όπως The Gathering, D.Townsend, Anathema, November's Doom κλπ. Στο “Drive” έχουμε να κάνουμε με απλοϊκό pop/rock το οποίο έχει κάποιες κιθαριστικές ενέσεις και επιρροές Lacuna Coil και The Cranberries, αλλά μέχρι εκεί. Αν δεν ήταν η Anneke με το πραγματικά τεράστιο ταλέντο της και την απερίγραπτα παθιασμένη της φωνή μάλλον η παρουσίαση για το εν λόγω album θα είχε τελειώσει ήδη στις πρώτες 2-3 γραμμές.
Ευτυχώς ή δυστυχώς όμως η Anneke το κάνει πολύ δύσκολο να βγάλεις το φτυάρι και να αρχίσεις να θάβεις. Πέμπτη στούντιο απόπειρα υπό την σφραγίδα του ονόματός της και με μια φράση θα το περιέγραφα ως καλή επιλογή για συντροφιά σε ταξίδι με πολύωρη οδήγηση. Δεν σου αφήνει τίποτα, αλλά σε φορτίζει θετική ενέργεια κατά την διάρκεια της ακρόασης. Ειδικά τα “We live on”, “Treat me like a lady”, “Drive” και “The best is yet to come” ακούγονται πολύ ευχάριστα καθώς με το δεξί πόδι κολλημένο στο πάτωμα αφήνεις πίσω σου τα χιλιόμετρα.
Υπάρχουν όμως και πιο chill out στιγμές όπως τα “She”, “Mental Jungle” και “Shooting for the stars”, ενώ δεν λείπουν και πιο έντονα συναισθηματικά φορτισμένες στιγμές όπως το “My mother said” σε ύφος πιάνο μπαλάντας. Οι ηχογραφήσεις έγιναν full band στο στούντιο κόντρα στο ρεύμα που θέλει όλα να γίνονται από το διαδίκτυο. Άλλωστε με τους συγκεκριμένους μουσικούς η Anneke έχει φάει “ψωμί και αλάτι” στο δρόμο και έχουν αποκτήσει πλέον χημεία ως μπάντα.
Η Anneke δείχνει πλέον αποφασισμένη να διατηρήσει αυτή την πορεία στις solo δουλειές της και σίγουρα απευθύνεται σε ένα ιδιαίτερα ευρύ ακροατήριο ρισκάροντας ως ένα σημείο τους φίλους που απέκτησε στο ξεκίνημα της καριέρας της. Αυτό που μένει πλέον είναι ο ακροατής να αποφασίσει εάν θα συμπορευτεί ή όχι μαζί της. Κυκλοφορεί στις 23 του Σεπτέμβρη από την Inside Out σε CD και ψηφιακή διανομή.


Γιάννης Φράγκος

JESSE DAMON: “Temptation in the Garden of Eve”


Ο Jesse Damon δεν είναι άγνωστος στον χώρο της μελωδικής hard rock σκηνής! Αποτελεί τον frontman των Silent Rage οι οποίοι προσπάθησαν  να κάνουνε το “μπαμ” με την κυκλοφορία του εκπληκτικού άλμπουμ “Don’t Touch Me There” το 1989.
Η αλήθεια είναι πως πέραν της συγκεκριμένης κυκλοφορίας δεν με απασχόλησαν ιδιαίτερα  με τις μετέπειτα κυκλοφορίες τους και είχα χάσει τα ίχνη τους μέχρι τώρα που έπεσε στα χέρια μου το promo του χαρισματικού συνθέτη/κιθαρίστα και τραγουδιστή Jesse Damon.
Για όσους δεν το γνωρίζουν, ανάμεσα τους και εγώ, το “Temptation In The Garden Of Eve” είναι το τρίτο άλμπουμ του Damon. Όπως είπα και παραπάνω δεν είχα ιδέα ότι ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης έχει ήδη τρεις κυκλοφορίες και θα κρίνω το νέο του πόνημα με βάση το αγαπημένο μου “Don’t Touch Me There”.
Στο “Temptation In The Garden Of Eve” ο Damon συνεργάζεται με τους Paul Sabu, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την παραγωγή, τον γνωστό και μη εξαιρετέο Eric Rango και τον Pete Newdeck των Eden’s Curse.
Το άλμπουμ ξεκινάει δυναμικά με το “Garden Of Eve”, τραγούδι που θυμίζει λίγο Silent Rage του παρελθόντος και ανοιγει την όρεξη για το τι πρόκειται να ακολουθήσει στην συνέχεια! Στο “Black Widow” θα ορκιζόμουν πως τραγουδάει ο David Reece των Bangalore Choir! Η συνέχεια περιλαμβάνει τα πιο AOR “Save The World” και “I Need You Forever” τα οποία διακρίνονται για τις όμορφες μελωδίες τους, τα πολύ ωραία φωνητικά και τις εκπληκτικές κιθαριστικές τους γραμμές.
Το “Temptation In The Garden Of Eve” σίγουρα περιέχει και κάποια μέτρια τραγούδια αλλά στο σύνολο του είναι ένας αρκετά καλός δίσκος με πολύ καλές ενορχηστρώσεις και ένα διάχυτο 80’s αέρα που τον κάνει ελκυστικό για όλους τους οπαδούς του μελωδικού hard rock ήχου.   


Βασίλης Χασιρτζόγλου

DEVILDRIVER: “Winter Kills”


http://rockway.gr/
Είχα στεναχωρηθεί πολύ πριν από 11 χρόνια, διαβάζοντας για τη διάλυση των Coal Chamber, αλλά αμέσως το κενό ολοκληρώθηκε από την ενσωμάτωση του τραγουδιστή, Dez Fafara, στο σχήμα που αρχικά είχε σαν όνομα το Deathride.
Η αλλαγή στο Devildriver ήταν και τελευταία και μετά από 5 όμορφα album, με πιο πρόσφατο το δυναμικό “Beast”, επιστρέφουν ακόμα πιο γεμάτοι με το “Winter Kills”.
Η γκρούβα που τους διακρίνει είναι εδώ, και η ζυγαριά δείχνει να έχουν βαρύνει πολύ και να προσφέρουν μουσικούς ογκόλιθους, σαν τα “Desperate Times” και το ομώνυμο “Winter Kills”, με riff που σκοτώνει.
Ο Fafara τα σπάει διαρκώς, κατά τη διάρκεια του album και ανεβοκατεβαίνει σε ένταση και τονικότητα, χωρίς να ξεφεύγει από τα άγρια φωνητικά του.
Αν και άλλαξαν μπασίστα με τον Chris Towning να ταλαιπωρεί τις 4 χορδές και εταιρία μεταπηδώντας από τη Roadrunner στην Napalm Records, καταφέρνουν να κυκλοφορήσουν και πάλι ένα album δυναμικό και άξιο αγοράς, με τραγούδια βόμβες (“The Appetite”).
Λατρεύω να ακούω έξυπνα κομμάτια, όπως το “Curses and Epitaphs”, με μια τρομερή μελωδία να ξετυλίγεται στα μέσα του κομματιού και το τυμπανιστικό όργιο στο “Carings Overkill”, που ακολουθεί με πείθει ακόμα περισσότερο για την ποιότητα του έκτου πονήματος των Αμερικανών.
Στο μεγαλύτερο κομμάτι της μουσικής, έχουμε να κάνουμε δυναμικό metalcore, περασμένο από κάποιο φίλτρο γκρούβας και για να αλλάζει που και που το κλίμα, σκάνε μύτη κάποια κιθαριστικά solos εμπνευσμένα από πιο κλασικά heavy metal πρότυπα (με το πιο όμορφο στην καρδιά του “Haunting Refrains”).
H μελωδία με τις κολλητικές κιθάρες είναι και πάλι το δυνατό σημείο, που παρέα με την γεμάτη φωνή του Fafara, κάνεις τους Devildriver ένα σχήμα που έχει αποτύχει στο να απογοητεύει.
O χειμώνας δεν σκοτώνει... η συνέχεια γνωστή και με μουσική υπόκρουση το "Winter Kills".

Δημήτρης Μαρσέλος

ANNIHILATOR: “Feast”


http://rockway.gr/
Κατ' αρχάς, πριν καν γράψω έστω και την παραμικρή κουβέντα, οφείλω να ξεκαθαρίσω προς τους αγαπητούς αναγνώστες, ότι δεν δύναμαι, ούτε και μπορώ να είμαι αντικειμενικός με ένα από τα μεγαλύτερα πάθη της μισής και άχρηστης (έτσι λένε τα γκάλοπ δηλαδή) ζωής μου. Και το κρίμα στο λαιμό μου.
Για σχεδόν 30 χρόνια, ο Jeff Waters, ο ιδρυτής / συνθέτης / κιθαρίστας των Annihilator, αποτελεί ενεργό και αναπόσπαστο μέρος της παγκόσμιας metal σκηνής. Δεν θα σου πω ούτε μια κουβέντα για τα “Alice In Hell” και “Never, Neverland” και την γνωστικιστική Art βόμβα που αποτελούσαν στον χώρο της Τέχνης, ούτε για την περιφρόνηση που ένιωθα για την metal κοινότητα, όταν αναλογιζόμουν την άγνοια (τα λεφτά φέρνουν την ευτυχία-προβολή) των, ανά τα έτη, πεπραγμένων του που ακολούθησαν.
Ακούραστος ηγέτης, αυτός ο άνθρωπος δεν φαίνεται να έχει κορεστεί από την μακρόχρονη τριβή του μέσα στη μουσική βιομηχανία,. Μεταλλάς μέχρι το κόκκαλο, βουτηγμένος μέσα στη μανία της δημιουργίας, χτυπάει για μια ακόμη φορά με την παρέα του, προσφέροντάς μας το νέο του λεύκωμα εμπειριών, το 14ο album της μπάντας που τιτλοφορείται “Feast”, ένα ολόφρεσκο όραμα μελωδικού thrash υψηλών ταχυτήτων, καταφέρνοντας να κρατήσει σε υψηλά δεδομένα τον ήχο και τις συνθέσεις, παράγοντας υλικό αξιολογότατο που τιμάει το βάρος της φανέλας των δημιουργών του και που αποτελεί συνάμα ένα πανέμορφο κομμάτι του puzzle που λέγεται Annihilator.
To “Feast” είναι πανέμορφο, δυναμικό και ευέλικτο με ποικιλία έκφρασης. Φυσικά το κεντρικό σημείο του είναι η απόδοση του βιρτουόζου Waters, με τα εξελιγμένα riffs που διεισδύουν στον εγκέφαλο και τα ξεσαλωμένα solo – αποθέωση τεχνικής. Και είμαι ιδιαίτερα ευτυχής που ο συνοδοιπόρος του τα τελευταία 10 σχεδόν περίπου χρόνια, ο τραγουδιστής/ rhythm κιθαρίστας Dave Padden, όπως φυσικά και οι Mike Harshaw στα drums και Almberto Campuzano στο μπάσο (φοβεροί παιχταράδες) εμπλουτίζουν σε σοβαρό βαθμό τις καταπληκτικές επιλογές του συνθέτη.
Το album ανοίγει με το “Deadlock”, μια μαζική thrash επίθεση, απολύτως ενδεικτική για το κλίμα του δίσκου, ένας πρόλογος που εμφανίζει καθαρά τις κατευθύνσεις που ακολουθούνται. Το ίδιο ισχύει και για το “No Way Out” που ακολουθεί, αν και διαφοροποιείται σε μεγάλο βαθμό, αν και ίδιου ύφους, λόγω του ιδιόμορφου ρυθμικού σκέλους. Εντυπωσιακή είναι η απόδοση των υπολοίπων μελών της μπάντας, πράγμα φυσιολογικό, άν κοιτάξεις και στο παρελθόν της μπάντας, μιας και όλα τα μέλη που επέλεγε ο Waters να τον συνοδεύουν κατά καιρούς, ήταν ισάξια τεχνικά με τον ίδιο και σίγουρα ένα μεγάλο κομμάτι του μύθου των Annihilator ανήκει και σ' αυτούς.
Ανεπαίσθητα θα νιώσεις μια αύρα από τους Metallica στο “Smear Campaign”, ένα επιθετικότατο, speed τεμάχιο, με πυρηνοκίνητη riffoσειρά και εκτυφλωτικό solo. Το "No Surrender" ξεχωρίζει μέσα στη ροή του δίσκου σε σχέση με  τα υπόλοιπα κομμάτια, είναι από μόνο του ένα “περιπετειώδες” κομμάτι, με τον ήχο του να παρουσιάζεται “ασταθής”, πλέοντας σε ένα δισυπόστατο ρεύμα που αναμιγνύει 90's και 70's  καθαρό, ανόθευτο hard rock αίσθημα με το σύγχρονο, εκλεπτυσμένο thrash.
Στην δυάδα που αποτελούν τα “Wrapped” και “Demon Code”, νιώθεις την επιθυμία της μπάντας να τα “σπάσουν”. Γλεντζέδικα, επιταχυνόμενα τραγούδια, με σχεδόν punk ανεμελιά, αλλά με την μεγαλοπρέπεια μιας αναγνωρισμένης δημιουργικής μηχανής, οι Annihilator εξαπολύουν χορταστικές δόσεις headbanging / beer drinking μουσικής, χωρίς ψυχοπαλέματα, με μεγάλα solo και πανίσχυρες μελωδίες.
Σε κάθε δίσκο που φέρει το όνομα Annihilator, υπάρχει πάντα μία (καμιά φορά και δύο) στιγμή κατά την οποία το ενεργειακό κτήνος που λέγεται Jeff Waters, αποφασίσει να σιγήσει τα όπλα του. Και η ήσυχη αυτή πτυχή, επιλέγει πάλι για να εκφραστεί με μια 80's hard rock λυρική σύνθεση, μια καταπληκτική μπαλάντα για ακόμη μια φορά, το “Roula Gyrna, Den Tha Se Xanadeiro ”...εεεεε, συγγνώμη το “Perfect Angel Eyes”, μια ήσυχη  rock κανταδίτσα, τετριμμένη μεν, απολαυστικότατη δε, στα πρότυπα των “Only Be Lonely”, “Innocent Eyes” και λοιπών ομοειδών τους. Με Dj-ική αντίληψη στην τοποθέτησή του, το “Fight The World” ξεκινά με ένα μελωδικότατο, ακουστικό intro, για να γυρίσει ξαφνικά σε ένα δοκίμιο Slayer-ικής αλλοφροσύνης στα δομικά του riff και ένα από τα ουσιαστικότερα solo του Waters, ever.
Ο επίλογος του “Feast”, είναι το μεγαλύτερο και ταυτόχρονα το πιο διαφοροποιημένο τραγούδι. Το επικό “One Falls, Two Rise” ξεκινά ως μια ευαίσθητη, αρμονική rock μπαλάντα, στη συνέχεια κλιμακώνεται, με συνεχής, σχεδόν prog εναλλαγές ανάμεσα σε επιθετικά και ακουστικά θέματα, solos “άλλος-με-κιθάρα-για-πέταμα;” και ίσως με τις πιο μελαγχολικές στιγμές του album, στα ακόρντα του τελευταίου μισού λεπτού. Εξαιρετικό.
Για την ιστορία να αναφέρω, ότι ως bonus, το “Feast” συνοδεύεται και από ένα δεύτερο CD το οποίο ονομάζεται “Re-Kill”. Σε αυτό η μπάντα, διασκευάζει τον εαυτό της και είναι όντως λίγο περίεργο να ακούς ύμνους που τραγουθήθηκαν από τους Randy Rampage και Coburn Pharr, να εκτελούνται από τον Padden, αλλά βάζοντας στην άκρη τον παθολογικό μου έρωτα για συνθέσεις όπως τα “Alison Hell”, “King Of The Kill”, “W.T.Y.D”, “Refresh The Demon”, “World Salad”, θεωρώ ότι επιτυγχάνονται και οι δύο αντικειμενικοί στόχοι. Και ο Padden είναι άψογος στην απόδοση και τα τραγούδια ακούγονται ολόφρεσκα στην προσαρμογή τους σε τεχνολογία ηχογράφησης, είκοσι και πλέον ετών. Σαν bonus, ωραία ιδέα, δεν λέω, αλλά σε καμμία περίπτωση δεν υπερσκελίζει το νέο υλικό.
Οι Annihilator λοιπόν, στο σήμερα, το Σωτήριον Έτος 2013, μας προσφέρουν μια μεγάλη δισκάρα, ένα άθροισμα εντυπωσιακής, ουσιαστικότατης μουσικής. Μια γιορτή, ένα συγκλονιστικό cocktail thrash δύναμης και power ταχυτήτων, πρωτότυπου, έντονου, άψογα εκτελεσμένου (καλά, θα μπορούσε να υπάρξει αμφιβολία επί τούτου;), δυναμικότατου έργου, γραμμένου από την πένα του Sensei Jeff Waters, που περικλείει μέσα του όλη τη βρώμα του βαρβάτου, με πολλά σερνάμενα ούμπαλα, HEAVY FAKKIN' METAL.
Δεν έχω να πω κάτι άλλο. Ένα “Εγώ”, είναι ακόμη περήφανο για τον Νο1 υπεύθυνο γλύπτη της σημερινής του μορφής. Ι Am Schizo and I Will Never Be Alone.

(ΥΓ. 10/10... αφεντικό σχώρα με...είναι γραμμένο για μια Ελεύθερη Ψυχή).


Ιορδάνης Κιουρτσίδης

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

SOUL CAGES: “Moon”



Εκεί που τα παράξενα, τα πολύπλοκα, τα υπερβολικά αποκτούν την ετικέτα της κουλτούρας, μπάντες (που έτσι κι αλλιώς έχουν γράψει με κεφαλαία γράμματα το όνομα τους στην μουσική) που εμφανίζονται όχι συχνότερα από κομήτες όπως οι Γερμανοί SOUL CAGES, μπορούν πάρα πολύ εύκολα να σου θυμίσουν πως είναι να παραμιλάς στο άκουσμα ενός καινούργιου άλμπουμ, πόσο μάλλον όταν αυτό καταφτάνει μετά από σχεδόν 14 ολόκληρα χρόνια άπνοιας.
Ναι, η αναμονή αυτή έκανε τους άλλοτε φαν της μπάντας (όχι όλους) να κουραστούν και να εξαφανιστούν. Το ενδιαφέρον να μειώνεται, τα νέα να λιγοστεύουν, και το άλμπουμ και η επανεμφάνιση τους να έχει γίνει ένα όνειρο. Με τα άλμπουμ κατά σειρά, “Soul Cages” 1994, “Moments” 1996, “Craft” 1999 και τις χρονολογίες αυτές να έχουν εγκατασταθεί για τα καλά στο μνημονικό σου σύστημα, το “Moon” που μόλις ήρθε, κάνει το όλο σκηνικό να μοιάζει surreal.
Και γιατί όχι; Γιατί να περιμένουμε κάτι διαφορετικό, από το απόλυτο ξαφνικό; Έτσι λοιπόν συνεχίζουν από κει ακριβώς που είχαν σταματήσει, έκαναν τον χρόνο φίλο, και όταν ένιωσαν πως μπορούν να δώσουν ακριβώς αυτό που ήθελαν ξανά στους πιστούς φίλους τους, βγήκαν στην επιφάνεια. Και θα αναρωτηθείς, “μα, γιατί; Τι στην ευχή έγινε όλα αυτά τα χρόνια;” Επειδή λοιπόν οι SOUL CAGES δεν υπήρξε ποτέ μπάντα του κιλού και του εύκολου θα αναφερθώ όσο γίνεται πιο συνοπτικά σε στοιχεία που αφορούν την απουσία τους όλα αυτά τα χρόνια (παρακάμπτοντας ελάχιστα τον όρο “κριτική- παρουσίαση” που θα γίνει παρακάτω), γιατί οι φαν της μπάντας ενδιαφέρονται να μάθουν, και γιατί όπως και να έχει δεν είναι και το καλύτερο των S.C το δημοσιοσχετίστικο στυλ.
Μη ανήκοντας λοιπόν στην ωμή και καθόλα αδιάφορη πραγματικότητα και θέλοντας ουσιαστικά να ζούνε ανθρώπινα, και στην καθημερινότητα τους, όσο σκληρή και δύσκολη υπήρξε απέναντι τους τόσο εκείνοι προτίμησαν να μείνουν έξω από το λούκι του θεάματος και της φήμης. Πολλά προσωπικά προβλήματα, και δυσκολίες τους υποχρέωσαν να βάλουν μια μακροχρόνια παύση στην εξέλιξη τους. Έτσι αποφάσισαν πως πρέπει να σταματήσουν. Όχι να διαλύσουν. Με κάποια από τα τραγούδια που τώρα ακούμε στο “Moon” να έχουν γραφτεί σχεδόν λίγο μετά από το “Craft” είναι σαν να ξυπνάς από κώμα. Σαν να μην σταμάτησαν ποτέ και απλά συνεχίζουν.
Το 2011 ήταν σχεδόν το άλμπουμ έτοιμο, πάλι όμως εμπόδια διέκοψαν την κυκλοφορία και ο θρύλος του underground prog metal με art rock στοιχεία κάνει τεράστια την ανυπομονησία των φανατικών οπαδών. Τι να πεις όμως, το μόνο που αρκεί είναι να ακούς.
Τελικά έφτασε η στιγμή, ναι! Μοιάζει ρομαντικό, εεε; Εκεί όπου ο δυνατός αέρας θα φυσήξει και θα ανοίξει η πόρτα επιτρέποντας σε ένα σωρό σκουπίδια να εισχωρήσουν στην μουσική σου είσοδο, κάπου εκεί λοιπόν σαν φυλλαράκια από υπερήλικα δέντρα, θα πέσουν μπροστά σου νότες βαριές, μοναδικές σε χαρακτήρα και ύφος και θα σε κάνουν να αναριγήσεις από χαρά και συγκίνηση σαν να μην σταμάτησες ποτέ, σαν να συνεχίζεις από κει που σε άφησαν.
Ένα εξώφυλλο όπως πάντα, ψυχεδελικό, που μόνο εκείνοι ξέρουν τι για αυτούς σημαίνει. Παράξενοι άνθρωποι αυτοί οι Γερμανοί. Ναι, σκέφτομαι, πόσοι άραγε ακόμα έμειναν τόσο όμως αυθεντικοί, και τόσο ευγνώμονες στο ακροατήριο τους; Παίζουν πραγματικά για τους λίγους και τους ευχαριστούν συνέχεια, με κάθε ευκαιρία.
Αφού ανοίξεις το άλμπουμ, με απίστευτη λαχτάρα περιμένεις να ακούσεις, δεν ξέρεις τι, και υποθέτεις τα πάντα. Όλα αυτά που σου έλειψαν από αυτούς όλα αυτά τα χρόνια. Πολύ γρήγορο και δυναμικό “Always Meet Twice” να ζωγραφίζει κιθαριστικά με lyrics που σκοτώνουν στην κυριολεξία. “Darkness” και αυτό με γρήγορους ρυθμούς και με την φωνή της Beate Kuhbier να συνοδεύει τον Thorsten που έχω την εντύπωση πως είναι σε πολύ καλή φόρμα. “The Moon”, και το λάτρεψα από την πρώτη στιγμή που το άκουσα. Κιθάρα και γλύκα στην απόδοση, ήσυχο, σαν το φως του φεγγαριού. (…you are strong while the angels sleep, you are the guiding light whom the dead souls follow, you are the silent observer of human sins, you watched the earth when it was young and innocent…).
Ευαισθητοποιημένοι ορκισμένοι να μην αλλάξουν ούτε μια νότα από αυτό που χαρακτηρίζει τον ήχο τους μοναδικό. Προσπαθώντας να ξορκίσουν την κατάρα και να την αποσύρουν από αγαπημένο πρόσωπο, μόνο και μόνο να μιλήσουν μαζί του για μια στιγμή. Συναισθήματα που ταλανίζουν ψυχή και μυαλό αποκωδικοποιούνται σε νότες. Πόλεμος με τον εσωτερικό κόσμο, στο “Tomorrow”, παίζει με δύο εαυτούς, δεν σε νοιάζει, δεν σε ενδιαφέρει, ίσως αύριο θα… Μεγάλα μουσικά χαλιά κάνουν τα τραγούδια να ηχούν πιο δραματικά, και είναι. Όσο προχωράς στο άκουσμα του άλμπουμ καταλαβαίνεις ότι τα πλήκτρα τα υπερβολικά που υπήρχαν στην αρχή εποχής “Soul Cages” άλμπουμ, έχουν καταλαγιάσει πια και οι κιθάρες με συνοδεία του εκπληκτικού Jörg Nitschke στα τύμπανα κάνουν το “Moon” στην ολότητα του να ηχεί πιο heavy.
Το “Beautiful” ξεκινάει με πλήκτρα τύπου ’90 που σου υπενθυμίζει τα λεγόμενα τους, πως μπορεί να εξαφανίστηκαν μεν, μουσική έγραφαν πάντα δε. Στίχους γεμάτους λυρισμό που εκτελούνται με τον καλύτερο τρόπο, μα τι να πεις όταν διαβάζεις “…once you might feel the hopelessness, then you will know what's pain, the sorrow will get you and you will understand, maybe it's me who will show…”.
Αυτή η εξομολόγηση κλείνει με ένα instrumental κομμάτι, το “Point One” (πάντα το συνηθίζουν άλλωστε), στο οποίο προσυπογράφουν όλοι μαζί και ξεχωριστά. Να τονίσω ότι ο μπασίστας που τους κράτησε παρέα όλα αυτά τα χρόνια (από το 2003) ο Jörg Bode, και που αποχώρησε από την μπάντα το 2012, υπάρχει ενεργά σε αυτό το άλμπουμ. Την θέση του την πήρε ο Ingo Vieten πολύ καλός μπασίστας και φίλος των παιδιών για πάρα πολλά χρόνια, ο οποίος ηχογράφησε και έκανε την παραγωγή στο “Moments”, και στην κυκλοφορία αυτή τώρα έκανε τη μίξη και το mastering.
Μέσα στο άλμπουμ, θα βρεις τους στίχους με μικροσκοπικά γραμματάκια, και θα το ψάχνεις για μικρές αλλά γεμάτες ουσία λεπτομέρειες. Η παραγωγή είναι αξιόλογη αν σκεφτεί κανείς ότι τα έκαναν όλα μόνοι τους, στο δικό τους studio. Ναι, πιο απλά δεν γίνεται. Το θέμα είναι ότι είναι πια πίσω, επέστρεψαν, δηλώνουν έτοιμοι να μπουν ενεργά πάλι και με πολύ όρεξη για μουσική, συναυλίες και επικοινωνία με τον κόσμο. Ίσως και όλα αυτά τα χρόνια η σιγανή και μακροχρόνια αγάπη και του Ελληνικού κοινού, τους τροφοδότησε και έτσι τώρα είναι ξανά κοντά μας.
Ο Jörg Nitschke, ο ντράμερ της μπάντας, δηλώνει: “Είμαστε όλοι πάρα πολύ καλοί φίλοι και μας αρέσει να κάνουμε συνέχεια μουσική μαζί, μόνο που χρειαζόμαστε κάποιες φορές καμιά κλωτσιά στον… ξέρεις που! Λέω με σιγουριά πως θα παίζουμε για πολύ ακόμα μέχρι τα μαλλιά μας και τα γένια μας να γκριζάρουν, και να είστε σίγουροι για αυτό, γιατί το “αστέρι” σε αυτήν την μπάντα είναι πολύ καλό και εξαιρετικά ισχυρό ενάντια σε όλα”.
Καλώς ήρθατε πάλι πίσω, με αγάπη μοναδική και πίστη σας περιμένουμε, λέω εγώ.
Ξέρεις, με τον καιρό και βουτώντας σε μοναδικές μουσικο-διανοητικές τάσεις μπορείς να ψωνίσεις κάθε λογής “διαστροφή”. Έτσι, φτάνοντας στο τέλος, με ένα μοναδικό άλμπουμ μέσα στο 2013, με χρόνο που δεν ξεπερνά τα 45 λεπτά και 8 κομμάτια εγώ του βάζω ένα τίτλο και μόνο... “Always meet twice, darkness, the moon, the curse. Tomorrow waiting beautiful point one”.


Ελένη Λιβεράκου

COLDSPELL: “Frozen Paradise”


Στα χνάρια των δύο προηγούμενων επιτυχημένων άλμπουμ τους, συνεχίζουν οι Σουηδοί COLDSPELL αφού με την τρίτη τους, δισκογραφική κυκλοφορία που τιτλοφορείται "Frozen Paradise" επιβεβαιώνουν πανηγυρικά πόσο ταλαντούχο και δημιουργικό συγκρότημα είναι.
Η παρέα του κιθαρίστα και ηγέτη του συγκροτήματος, Michael Larsson, χάρη στο άψογο και βιρτουόζικο παίξιμο του, αποδίδει ένα θαυμάσιο μίγμα hard ‘n heavy συνθέσεων (επηρεασμένο κυρίως από Whitesnake τελευταίας φουρνιάς και πρώιμους Rainbow) γεμάτο από melodic ρυθμούς με όπλο αιχμής την εξαιρετική και δυναμική φωνή του Niklas Swedentorp.
Ο “παγωμένος παράδεισος” των Σουηδών περιέχει αργόσυρτες και γοητευτικές εισαγωγές, επιβλητικά πλήκτρα από τον Matti Eklund, κιθάρες που στροβιλίζουν σαν τυφώνας, ερμηνείες που σε καθηλώνουν, έντεχνες ενορχηστρώσεις που τις απογειώνουν το εκρηκτικό δίδυμο Chris Goldsmith (μπάσο) και Perra Johanson (ντραμς) και μία εκπληκτική ατμόσφαιρα που ξεκινά με ένα melodic hard rock τέμπο και εξελίσσεται πολλές φορές σε metal δυναμίτη.
Κομμάτια που ξεχώρισα είναι το συναρπαστικό “Soldiers” με τις κιθάρες να μεταμορφώνονται σε σκωτσέζικες γκάιντες και να δίνουν ένα πιο επικό ύφος στο εν λόγω τραγούδι όπως κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στο “Legacy” ενώ το “Paradise” σε κερδίζει για την “γλυκιά” αγριάδα του.
Επίσης ξεχώρισα το “Life 2 Live” με το υπέροχο ρεφρέν, το “Falling” με τις έξυπνες εναλλαγές του, το πομπώδες και μαγευτικό “Angel of the World” καθώς και το “Alive” με το περήφανο ρυθμό του.
Οι COLDSPELL λοιπόν κυκλοφορούν ένα από τους πιο καλοδουλεμένους και αξιόλογους δίσκους της χρονιάς και επειδή το Rockway.gr έχει αδυναμία στη συγκεκριμένη μπάντα, νομίζω ότι πρέπει να μας κάνετε το χατίρι και να τους ακούσετε δυνατά και με τα ηχεία στο κόκκινο!


Φώτης Μελέτης

PROJECT THEORY: “Dead Inside”

Οι Project Theory, μια εξαμελής μπάντα από την Πτολεμαΐδα δημιουργημένη στα τέλη του 2012, μας παρουσιάζουν το παρθενικό τους 2-track demo που κινείται στα πλαίσια του σύγχρονου nu metal/ core (ταμπέλα βάλε εσύ, δεν τα πολυκαταφέρνω σε κάτι τέτοια).
Πολύ ενεργητικά τραγούδια και τα δύο, το μεν “Dead Inside” στακάτο, με ωραίο ρεφραίν, rap-like φωνητικά από τους δύο τραγουδιστές της μπάντας και πολύ καλές κιθάρες, το δε “Regret” πιο ανθεμικό και catchy, αν και πιο απαιτητικό τεχνικά σα σύνθεση.
Το υλικό είναι αρκετά καλό και δείχνει ότι οι πιτσιρικάδες αγαπούν αυτό που κάνουν. Η προσθήκη των διπλών φωνητικών ανήκει στα θετικά τους εγχειρήματος, δίνοντας χώρο στην ανάπτυξη των ιδεών τους.
Ένα αξιοπρεπέστατο ξεκίνημα, εύχομαι να συνεχίσουν την προσπάθειά τους γιατί έχουν τις ικανότητες να δημιουργήσουν πολύ ωραία πράγματα (άποψη που υπερασπίζομαι προσωπικώς, μιας και τους έχω παρακολουθήσει live, ως support των ΠΑΝ και Nightstalker, δίνοντας μου θετικότατη εντύπωση).
Eίς αναμονήν πλήρους δουλειάς λοιπόν κι εδώ είμαστε...


Ιορδάνης Κιουρτσίδης

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

HERMAN RAREBELL & FRIENDS: “Acoustic Fever”



Μία ευχάριστη έκπληξη με περίμενε ακούγοντας το HERMAN RAREBELL & Friends: “Acoustic Fever”. Ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι επρόκειτο για άλλη μια “αρπαχτή” και για μία εκνευριστική επανάληψη συνθέσεων των Scorpions που έκαναν τον HERMAN RAREBELL πλούσιο και διάσημο.
Βλέποντας όμως το tracklist διαπίστωσα ότι κάτι καλό “ψήνεται” και ευτυχώς οι ενστάσεις μου διαψεύστηκαν στη συνέχεια πανηγυρικά.

O γερμανός ντράμερ που μεγαλούργησε με τους Scorpions στην πιο εμπορική εποχή τους, κυκλοφορεί λοιπόν ένα πολύ καλό άλμπουμ που περιέχει 13 πανέμορφα τραγούδια της πρώην μπάντας του, εκτελεσμένα σε ακουστική μορφή από σπουδαίους και μεγάλους ερμηνευτές δίνοντας έτσι μία άλλη γοητεία και αίγλη σε λιγότερα γνωστά και αδικημένα κομμάτια των Γερμανών hard rockers.
Τα δύο πιο δημοφιλή τραγούδια που υπάρχουν στο  δίσκο είναι τα “Dynamite” και “Rock You Like A Hurricane” όπου το πρώτο τραγουδά ο Johnny Gioeli (Hardline, Axel R Pell) και το δεύτερο ερμηνεύει ο Bobby Kimball (Toto) σε αρκετά δυναμικό ύφος και από τους δύο καλλιτέχνες.
Φοβερές εκτελέσεις, έξυπνες ενορχηστρώσεις και παθιασμένες ερμηνείες έχουμε στο “Is There Anybody There” από τον Alex Ligertwood (Santana, Average White Band), στο συναρπαστικό “Passion Rules The Game” από τον John Parr και στο “Loving You Sunday Morning” από τον Michael Voss (Casanova, Demon Drive, Mad Max, Silver).
Το ενδιαφέρον στοιχείο στο HERMAN RAREBELL & Friends: Acoustic Fever είναι ότι υπάρχουν 4 τραγούδια από το υποτιμημένο αλλά υπέροχο “Animal Magnetism” με το ομότιτλο κομμάτι να ερμηνεύεται εκπληκτικά και ατμοσφαιρικά από τον εντελώς άγνωστο καλιφορνέζο Michael Nagy ενώ το “Falling In Love” με τον Gary Barden (MSG) και το “Don’t Make No Promises” από τον Jack Russell (Great White) στέκονται επάξια στις αρχικές εκτελέσεις, κάτι που επιτυγχάνεται ακόμη περισσότερο με το θαυμάσιο “Make It Real” που τραγουδά ο  Doogie White (Rainbow, Cornerstone, Yngwie Malmsteen's Rising Force, Praying Mantis).
Από το “Blackout” βρίσκουμε το αγαπημένο μου “You Give Me All I Need” με τον Don Dokken στα φωνητικά να κάνει μία μελωδικότατη ερμηνεία και το εκπληκτικό “Arizona” με τον George Daniels (προσωπική ανακάλυψη του H. Rarebell) να πετυχαίνει άψογα τη χαρούμενη διάθεση του κομματιού. Αξιοπρεπέστατες και έντονες ερμηνείες έχουμε στο “Love Is Blind” με τον Paul Shortino (King Kobra, Quiet Riot) και στο κλασσικό “Another Piece Of Meat” από τον Tony Martin (Black Sabbath).
Μεγάλο όπλο στην εξαιρετική συνολική εικόνα και δημιουργία του δίσκου ήταν το ταλαντούχο παίξιμο και οι συναρπαστικές ενορχηστρωτικές παραλλαγές του κιθαρίστα Robby Lochner (Rob Halford's Fight, Eddie Money), του μπασίστα Dario Seixas (Firehouse, Crown Of Thorns) και των José A. Rodríguez και Corey Whitehead στις ισπανικές κιθάρες και τα flamenco solos ενώ να μην ξεχάσουμε και τον εμπνευστή και ντράμερ του άλμπουμ HERMAN RAREBELL που έδωσε νέα πνοή, φρεσκάδα και ομορφιά σε αδικημένα τραγούδια των Scorpions.


Φώτης Μελέτης

MAT SINNER: “Touch of Sin 2”


Ο Mat Sinner επιστρέφει στα μουσικά δρώμενα με το “Touch Of Sin 2”. Όχι, δεν πρόκειται για μια ολοκαίνουρια δουλειά του συμπαθέστατου Mat, αλλά αφορά ένα re-make του κλασσικού πλέον “Touch Of Sin” του 1985 το οποίο έχει υποστεί ένα lifting για να ακούγεται φρέσκο και μέσα στις απαιτήσεις της εποχής! 
Επίσης το άλμπουμ περιέχει και τρία ολοκαίνουρια τραγούδια με αποτέλεσμα να κάνουν το συνολικό πακέτο ακόμη πιο δελεαστικό!
Στο “Touch Of Sin 2” ο Mat προσκαλεί τους φίλους του David Readman (Voodoo Circle, Pink Cream 69), Erik Martensson (W.E.T.), Diego Valdez (Helker) και Tom Naumann (ex-Primal Fear) και ξαναδημιουργεί από την αρχή έναν από τους πιο κλασσικούς δίσκους του τότε!
Για αυτούς που έχουν ήδη την πρώτη έκδοση του 1985, ναι αυτή με το εντυπωσιακό εξώφυλλο, και είναι ήδη οπαδοί των Sinner δεν υπάρχουν και πολλά να πω για το τι πρόκειται να ακούσουν. Ποιοτικό, πιασάρικο και τσαμπουκαλεμένο hard rock με ωραίες ενορχηστρώσεις και δυναμικές κιθάρες και πάνω απ’ όλα παθιασμένα φωνητικά είναι αυτά που θα συναντήσει κάποιος ακούγοντας το “Touch Of Sin”.
Από τα νέα τραγούδια το “Don’t Believe A Word” είναι απλά ύμνος! Up-tempo ρυθμοί με μια θετική διάθεση και ένα ρεφραίν που θα σιγοτραγουδάς για μέρες! Το “Blood On The Sand” είναι και αυτό πολύ καλό, πιο ζόρικο, με ωραίες ενορχηστρώσεις και ένα πολύ καλό σόλο! Και φτάνουμε στο τρίτο και τελευταίο νέο τραγούδι του δίσκου στο “Heat Of The City”. Προσωπικά μου θύμισε Accept με καλύτερο τραγουδιστή! Με μια λέξη ξεσηκωτικό!
Κλείνοντας αυτό που έχω να προσθέσω είναι πως οι νέες εκτελέσεις δίνουν στα ήδη πολύ καλά τραγούδια μια έξτρα ώθηση και πως τα τρία νέα κομμάτια μας ανοίγουν την όρεξη για μια μελλοντική κυκλοφορία! Αγοράστε το με κλειστά μάτια! 


Βασίλης Χασιρτζόγλου

THELEMITE: “Slave to Desire”


Το ντεμπούτο album των Αθηναίων Thelemite κυκλοφορεί από την Steel Gallery Records και απευθύνεται στους φίλους του καλού μελωδικού heavy/hard rock.
Το τρίο απαρτίζουν οι Γιάννης Μανόπουλος (φωνητικά, κιθάρες, synth), Νίκος Μιχαλακάκος (μπάσο) και Τάσος Κολιός (ντραμς). Χορταστική κυκλοφορία με 44 λεπτά διάρκεια και 15 κομμάτια να περιλαμβάνονται στο cd, τα 3 από αυτά επιπλέον της αρχικής ηχογράφησης του 2012 κι έπειτα από την συμφωνία που έκλεισαν με την SG.
Ασχολίαστη η αναφορά στον Aleister Crowley μέσω του ονόματος τους και μπαίνω κατευθείαν σε αυτό που μας ενδιαφέρει, το μουσικό περιεχόμενο της δουλειάς τους. Η προσπάθεια που έχουν καταβάλει αλλά και το ταλέντο είναι ευδιάκριτο από την πρώτη κιόλας ακρόαση.  Ο Μανόπουλος (Crimson Fire) λειτουργεί σαν ελβετικός σουγιάς αφού τα κάνει όλα (και συμφέρει), γράφει κομμάτια που θες να τα ξανακούσεις, έχει όμορφες ιδέες στα synth, κάνει πολύ καλή δουλειά στις κιθάρες, τραγουδάει έτσι όπως ακριβώς πρέπει να ακούγεται η φωνή στα κομμάτια του αν και στο συγκεκριμένο τομέα υπάρχει πολύ χώρος για βελτίωση.
Ο μπασίστας της μπάντας στέκει και μόνο ως παρουσία κίνητρο να αρπάξεις να ακούσεις το album. Με θητεία στις 2 από τις αγαπημένες μου μπάντες, τους Spitfire και ειδικά τους Dark Nightmare (αλλά και τους Ragenheart) δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητος. Και για άλλη μια φορά παίζει με ψυχή συνεισφέροντας σημαντικά στο τελικό αποτέλεσμα. Τηρουμένων των αναλογιών και αφού λάβουμε υπόψη ότι έκαναν οι ίδιοι την παραγωγή, έχουμε να κάνουμε με έναν δίσκο που στο σύνολό του “μιλάει” με τον λυρισμό και την δύναμη των κομματιών που περιέχει κι αυτή είναι άλλωστε η ουσία και το ζητούμενο.
Οι ίδιοι αναφέρουν πως ο ήχος τους απευθύνεται σε φίλους των Black Sabbath (εποχής Martin), Malmsteen, Praying Mantis και Warlord. Εγώ θα συμπλήρωνα επίσης των Dokken, Rainbow, Dio και Helloween αλλά και δεκάδες άλλες κλασικές μπάντες του χώρου. Το album περιέχει όμορφα κιθαριστικά σόλο, ατμοσφαιρικά σημεία, ακόμη και νεοκλασικίζουσες πινελιές. Κυρίως όμως είναι ποτισμένο στην μελωδία και προκαλεί πληθώρα συναισθημάτων στον ακροατή.
Όποιος καταφέρει να ξεπεράσει συμπλεγματισμούς τελειομανίας και συμπτώματα φυλετικής κατωτερότητας θα μπορέσει να δει ότι το “Slave to desire” κουβαλάει μέσα του την χαμένη αθωότητα του heavy metal. Ελπίζω πραγματικά να υπάρξει συνέχεια, να φιλτραριστούν οι αρκετές τους αδυναμίες και να επιστρέψουν με μια δεύτερη, ακόμη καλύτερη δουλειά.


Γιάννης Φράγκος

Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

HAKEN: “The Mountain”


Σχετικά νέα μπάντα, με πολύ καλό βιογραφικό όμως σε ότι αφορά τις live εμφανίσεις της και ήδη με δύο album στο ενεργητικό της.
Το τρίτο πόνημα των εξ Αγγλίας Haken έρχεται για να πείσει το prog κοινό πως το “Visions” του 2011 δεν ήταν ένα πυροτέχνημα, αλλά η αρχή μιας παγκόσμιας καριέρας. Διότι μπορεί το “Aquarius” του 2010 να πέρασε απαρατήρητο, αλλά η συνέχεια ανέδειξε τις προοπτικές του σχήματος και αποτέλεσε λόγο συζήτησης στα απανταχού prog πηγαδάκια.
Το “The Mountain” από ότι φαίνεται δεν προσπαθεί να μιμηθεί τον προκάτοχό του, αλλά σίγουρα δε θέλει να απομακρυνθεί και από τη μουσική ταυτότητα των Haken.
Η ολιγόλεπτη μελωδική εισαγωγή ονόματι “The Path” (η οποία φέρνει στο μυαλό Queen), οδηγεί στο “Atlas Stone”, ένα εκπληκτικό progressive κομμάτι, που μου θύμισε αρκετά Umphrey McGee και Tiles. Το “Cockroach King” δείχνει τις Yes και Spock’s Beard καταβολές της μπάντας (οι οποίες διαφαίνονται καθόλη τη διάρκεια του album), ενώ στο “In Memoriam” οι Riverside σου κλείνουν το μάτι. Το “Because It’s There” σε συνεπαίρνει με τη μελωδικότητα του και αποτελεί ένα μικρού μήκους διάλειμμα από τον καθαρά prog χαρακτήρα του “The Mountain”. Το “Falling Back to Earth” τα έχει όλα. Εναλλαγές, ατμόσφαιρα και επική χροιά (προς το τέλος). Τρομερή στιγμή! Ακολουθεί το μελαγχολικό “As Death Embraces”, με τις Queen επιρροές του, το οποίο διαδέχεται το εκρηκτικό “Pareidolia” με τα ethnic στοιχεία του και τα μουσικά περάσματά του να θυμίζουν συνεργασία Led Zeppelin με Dream Theater! Τα φαντάσματα των Porcupine Tree και των Anathema αιωρείται πάνω από τον εννιάλεπτο επίλογο με τίτλο “Somebody”. Ιδανικό κλείσιμο για ένα σχεδόν αριστουργηματικό album.
Μη νομίσετε ούτε για μια στιγμή πως τα στοιχεία και οι επιρροές που φέρουν τα κομμάτια αποτελούν μιμήσεις και αντιγραφές. Οι Haken έχουν βασίσει τον ήχο τους πάνω σε παλαιάς, αλλά και νέας κοπής progressive σχήματα και το αποτέλεσμα κολακεύει στο μέγιστο βαθμό τους δημιουργούς του, καθώς τις συνθέσεις διέπει μια προσωπική ηχητική σφραγίδα που συνδυάζει αρμονικά το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.
Εννέα κομμάτια, εννέα διαφορετικά ταξίδια, μέσα σε 62 λεπτά μουσικής, που αποδεικνύουν πως το progressive ιδίωμα έχει να δώσει πολλά ακόμα.


Στέφανος Στεφανόπουλος

WOLFPAKK: “Cry Wolf”


Wolfpakk, το allstar-project του Mark Sweeney και του Michael Voss, μετά το επιτυχημένο ντεμπούτο τους το 2011, ετοίμασαν το δεύτερο album ονόματι "Cry Wolf", το οποίο κυκλοφορεί 30 Αυγούστου.
Για άλλη μια φορά λοιπόν, συγκεντρώθηκαν οι υπερδυνάμεις γνωστής "αφρόκρεμας" guest μουσικών και τραγουδιστών για να ικανοποιήσουν τις πλέον υψηλές απαιτήσεις μας, όπως: Amanda Sommerville, Göran Edman, Doogie White, Blaze Baley, Don Airey, Tony Carey κ.α.
Γενικά συμπαθώ αυτές τις κινήσεις/ project, γιατί πολύ απλά μου κινούν την περιέργεια, αλλά πάντα το μεγάλο "μυστήριο" είναι ποιοι τα κάνουν για να τα κονομήσουν και ποιοι για να επιτύχουν κάτι ανώτερο όσον αφορά το προσωπικό τους έργο. Δεν θα μπω στη διαδικασία να το ψάξω το θέμα, γιατί σκάβοντας πολλές φορές χτυπάς κοτρόνα...!
Ενδιαφέρουσα πληροφορία για το περιεχόμενο του "Cry Wolf", είναι το κομμάτι που δημιούργησαν προς τιμή και για τον εορτασμό του Wacken Open Air για το 2013 ως ανεπίσημο anthem για το φετινό πασίγνωστο φεστιβάλ και το όνομα αυτού είναι "Wakken". Μπορείτε να το ακούσετε στο SoundCloud (ή όπου αλλού κυκλοφορεί πλέον).
Δεν νομίζω ότι έχουμε πολλά να "κρίνουμε" σε αυτό το album, είναι μια αψεγάδιαστη δουλειά, σε παραγωγή, εκτέλεση, συνθετικά κλπ, κλπ. Ξέρουμε τι να περιμένουμε πριν ακόμα το ακούσουμε για ευνόητους λόγους και κυρίως όσοι γνωρίζετε και έχετε ακούσει την πρώτη κυκλοφορία του project, "Wolfpakk", αλλά και να μην έχετε ιδέα για τι πράγμα βασανίζω το πληκτρολόγιο, αν είστε φαν του είδους ξέρετε τι να περιμένετε μόνο και μόνο λόγω ονομάτων.
Εγώ ίσως να κάθομαι να το ακούσω από περιέργεια, όπως προείπα, αλλά παιδιά δεν τρελαίνομαι καθόλου, ούτε βρίσκω αυτό το "κάτι" που με κάνει να πω "ουάου". Είναι "κλασσικά" τα πράματα ρε αδέρφια! Βέβαια αυτά είναι υποκειμενικά θέματα. Ακόμα και έτσι πρέπει να σας ενημερώσω πώς θα ακούσετε πολλά ευχάριστα πραγματάκια, δυνατά και soft και σας συμβουλεύω να γευτείτε αυτήν την ποικιλία χωρίς ενδοιασμούς. Για να καταλάβετε τι εννοώ, πάρτε μια γεύση τώρα από streaming και περιμένετε μέχρι τέλη του μήνα για να το κάνετε δικό σας ολοκληρωτικά άμα γουστάρετε...! Chao!


Λένα Φιλιππούση

TROUBLE: “The Distortion Field” Featured



Οι Trouble απ' το Chicago των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν πάντα ένα συγκρότημα που έπαιζε το παιχνίδι του εκτός των παροδικών ρευμάτων και των επιταγών της εκάστοτε εποχιακής μόδας, κι αυτό είναι κάτι που κάνουν με περηφάνια απ' τα τέλη της δεκαετίας του '70.
Με τους τρείς πρώτους δίσκους τους όρισαν το παραδοσιακό doom metal, ενώ στη συνέχεια έδειξαν σε πολλούς (συμπεριλαμβανομένων προσωπικοτήτων του διαμετρήματος ενός James Hetfield ή ενός Dimebag Darrell) πως να κουρδίζουν χαμηλά τις κιθάρες τους χωρίς να χάνουν σε πιστότητα και ποιότητα ήχου ή ακεραιότητα συνθέσεων, δημιουργώντας σχολή στον ευρύτερο heavy rock/ metal χώρο και επηρεάζοντας βαθιά τα stoner rock φυντάνια των 90's και 00's.
Η φωνή του Eric Wagner, του frontman της κλασσικής περιόδου των Trouble, βρίσκεται ανάμεσα στις πιο χαρακτηριστικές που έχουμε ακούσει στη βαριά μουσική και μπορεί σαν σχήμα να μην κατάφεραν ποτέ να γίνουν εμπορικά τεράστιοι παρόλη τη σκληρή δουλειά τους, έχουν καταφέρει όμως να κερδίσουν το σεβασμό ενός αρκετά μεγάλου πυρήνα θαυμαστών ανά τον κόσμο που τους ακολουθεί πιστά παρά τις αλλαγές μελών και των δυσκολιών που έχουν αντιμετωπίσει ανά τα χρόνια.
Η τελευταία δισκογραφική τους δουλειά “Simple Mind Condition” κυκλοφόρησε 6 χρόνια πριν και χωρίς να απογοητεύσει, έδειχνε κάποια σημάδια κόπωσης και συνθετικής στασιμότητας, ενώ οι περιπέτειες του Wagner με τα ναρκωτικά αντανακλώνταν στην σχετικά αδιάφορη και άνευρη φωνητική του απόδοση. Μετά τον διωγμό του τελευταίου απ' το σχήμα, οι Trouble πήραν το μεγάλο ρίσκο να καλέσουν στο πλήρωμα τους τον αλητάμπουρα Kory Clarke (ο τύπος έχει κυκλοφορήσει μερικούς απ' τους πιό αξιόλογους hard rock δίσκους των 90's με τους ηρωικούς Warrior Soul), μια συνεργασία που όμως δεν επέφερε καρπούς με αποτέλεσμα να λήξει και να βρεθούν ξανά σε αναζήτηση τραγουδιστή.
Πριν ένα χρόνο και κάτι ψιλά λοιπόν, το συγκρότημα ανακοίνωσε πως πλέον στο μικρόφωνο θα βρίσκεται ο Kyle Thomas (Exhorder, Floodgate, Alabama Thunderpussy) κι όσοι ξέρουν τι εστί Thomas χαμογέλασαν με νόημα περιμένοντας εναγωνίως την κυκλοφορία του επόμενου δίσκου των Trouble κάπου μέσα στο 2013. Η ώρα αυτή επιτέλους ήρθε και το “The Distortion Field” είναι πλέον εδώ δείχνοντας πως η αναμονή άξιζε μέχρι και την τελευταία στιγμή.
Ο δίσκος ξεκινάει με το μαγκιόρικο mid-tempo ύμνο “When the Sky Falls Down” αφήνοντας μας απ' την αρχή να καταλάβουμε πως όλα όσα περιμέναμε απ' τους Trouble είναι στη θέση τους και μάλιστα με μια ανανεωτική δόση φρεσκάδας. Ο Kyle Thomas ακούγεται σε εκπληκτική φόρμα και η heavy metal φωνάρα του, που φέρει κάτι από R. J. Dio και Tony Martin στα πιό σκληρά τους, ανεβάζει το υλικό ένα σκαλί πιο ψηλά και το κάνει να ακούγεται πιο κοντά στην τρέχουσα εποχή.
Η τριάδα των “Paranoia Conspiracy”, “The Broken Have Spoken” και “Sink or Swim” ροκάρει και γκρουβάρει αποτελεσματικότατα θυμίζοντας τις μέρες του ομώνυμου “Trouble” του '90, ενώ η εισαγωγή του ασήκωτου “One Life” (κάποιοι ίσως τη θυμούνται κι ως εισαγωγή του τελευταίου show τους στην Ελλάδα πρόπερσι τον Οκτώβρη) χαρίζει απλόχερα ανατριχίλες και κάνει σαφές το γιατί το κιθαριστικό δίδυμο των Franklin/ Wartell είναι ένα απ' τα πιο χαρακτηριστικά που ακούστηκαν ποτέ σε αυτή τη μουσική.
Στη συνέχεια οι τόνοι πέφτουν με το “Have I Told You”, μια υπέροχη μπαλάντα που με κέρδισε απ' την αρχή αφού ακούγεται οτιδήποτε εκτός από γλυκανάλατη και ξενέρωτη, αλλά μετά απ' αυτό σκάει το πιο heavy κομμάτι του album με τίτλο “Hunters of Doom” που σφύζει από riff-άρες και το οποίο, μαζί με το ευθυτενές “Sucker”, ίσως ξυπνήσουν κι άλλες μνήμες σε κάποιους αφού ήταν κι αυτά μέρος του setlist των Trouble σε εκείνη τη συναυλία-γλέντι στο Fuzz.
Ενδιάμεσα απ' αυτά τα δύο ακούγονται δύο άλλες κομματάρες, το “Glass of Lies” με το πωρωτικό doom outro του και το “Butterflies” το οποίο περιέχει το απόλυτο solo section του δίσκου. “The Greying Chill of Autumn” για τη συνέχεια κι ορίστε και μια μικρή τζούρα ψυχεδέλειας στο κουπλέ και στο μεσαίο μέρος του. Στα καπάκια σκάει το ταξιδιάρικο σφηνάκι του “Bleeding Alone” που στρώνει το δρόμο για το “Your Reflection” το οποίο με τα υπέρβαρα riffs του, το ανοιχτό ρεφρέν του και τα μαγικά του solo κλείνει υποδειγματικά τo “The Distortion Field”.
Είμαι πραγματικά χαρούμενος που οι Trouble του 2013 δεν αναλώνονται σε αναμασήματα του παρελθόντος και αποστεωμένες φόρμες αλλά δείχνουν τις δοντάρες τους στα ίσα σε όσους τολμούν να τους αμφισβητήσουν ή να συγκριθούν μαζί τους. Όλα μέχρι στιγμής δείχνουν πως στο στρατόπεδο τους τα πράγματα δουλεύουν ρολόι και εύχομαι από καρδιάς να συνεχίσουν να μας προσφέρουν τόσο ποιοτικούς δίσκους με αυτή τη σύνθεση γιατί, όπως και να το κάνουμε, οι με το στανιό επανασυνδέσεις συχνά είναι σημάδι  απελπισίας και χαμένου παιχνιδιού. Στηρίξτε τους!


Κωνσταντίνος Κουτάς

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...