Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

BLACKFIELD: “IV”

Προς το τέλος του θερμότερου καλοκαιρινού μήνα θα έχουμε στη διάθεσή μας το τελευταίο album των Blackfield, το “IV”, aka τον τέταρτο δίσκο τους. 
Αυτό που έδωσε την πρώτη ώθηση στο σχήμα ήταν μάλλον το όνομα του μουσικού Μίδα των τελευταίων ετών στο line-up του σχήματος. Κάθε progster που σέβεται τον εαυτό του παρακολουθεί στενά τον πολυπράγμονα Steven Wilson. Ο τελευταίος βέβαια δήλωσε πως πλέον θα ασχολείται περισσότερο με τους Blackfield σε επίπεδο παραγωγής αποκτώντας σταδιακά, ήδη από το “Welcome To My DNA”, έναν παθητικότερο ρόλο με μικρότερη συμμετοχή σε συνθετικό επίπεδο, παραδίδοντας την “ηγεσία” του σχήματος στο έτερον ήμισυ του πυρήνα τους, τον Aviv Geffen.
Ακόμα κι έτσι μπορεί κανείς να αναγνωρίσει τις πινελιές του άγγλου και σε αυτή τη δουλειά αφού παίζει στις κιθάρες και τραγουδά κάποια από τα κομμάτια. Σίγουρα, όπως ούτως ή άλλως είχε γίνει φανερό από τις απαρχές των Blackfield, δεν ήταν ένα σχήμα ταγμένο στην prog σκηνή και οι επιλογές τους ήταν περισσότερο απλές, ξεφεύγοντας από την περιπλοκότητα που χαρακτηρίζει ό,τι θα περίμενε κανείς από την μία εκ των δύο, κεντρικών μορφών τους.
Σε αυτό το δίσκο υπάρχουν τρία guest, του Brett Anderson (Suede) για το“Firefly”, του Jonathan Donahue (Mercury Rev) για το “The Only Fool Is Me” και του Vincent Cavanagh (Anathema) για τις ανάγκες του “X-ray”, για τον οποίο και ο Aviv Geffen δεν έκανε καμία αναφορά στη διάρκεια της συνέντευξης που μας παραχώρησε! Τι να πω; Μάλλον μία κατ’ εξοχήν επιλογή του Wilson!.
Tα κομμάτια είναι στο σύνολό τους μικρής διάρκειας, όπως και το album στο σύνολο του χρόνου του, σε ύφος pop-rock. Ξεχωρίζει το “Pills” που θυμίζει περισσότερο το σύνηθες καταστροφολογικό Wilson-ικό ύφος, και το “After The Rain” το οποίο είναι ένα νέο άνοιγμα του σχήματος, ή μία δοκιμή στην dubstep σκηνή, ενώ το “X-ray” θα μπορούσε άνετα να αποτελεί μέρος ενός από τους δύο τελευταίους δίσκους των Anathema αφού εκτός από τα vocals του Vincent και το ύφος είναι αρκετά συναφές. Άλλο ένα κομμάτι που άφησε μία καλή εντύπωση είναι το “Kissed By The Devil”.
Ο ζεστός ήχος και η απαλότητα της μουσικής συν το γεγονός ότι, όπως ήταν μάλλον αναμενόμενο, έχουμε ένα καλοδουλεμένο σύνολο και αξιολογότατη παραγωγή το καθιστά σίγουρα ανάμεσα στις καλές επιλογές, για το εν λόγω υφολογικό πεδίο τουλάχιστον!

Φανή Τσουκαλά

ROCK & LACE: “Prey”

Και να που κυκλοφόρησε το πρώτο album των Rock & Lace με τίτλο “Prey”.
To περιμέναμε με περιέργεια για να δούμε αν τα υπόλοιπα κομμάτια του puzzle ταιριάζουν με το “No exception”, το single που αγαπήσαμε ιδιαίτερα πριν από ένα χρόνο.
“Ακόμη ένα rock group;”
Ή για να το θέσουμε πιο σωστά: “τι ήταν αυτό που μας έκανε να τους ξεχωρίσουμε και να τους συμπεριλάβουμε στις playlists του Καλοκαιριού;”
Μα αυτές οι αγαπημένες αντιθέσεις φυσικά… Ξεκινώντας από το όνομά τους που τονίζει ακριβώς αυτό: τη γοητεία (άρα και την επιτυχία) των δημιουργικών αντιθέσεων. Αυτός ο συνδυασμός, η έλξη του αντιθέτου που προκαλεί το ενδιαφέρον, είναι διάχυτος σε όλο το album. Δυναμικά κομμάτια αλλά και μπαλάντες, καθαρά rock φωνητικά από την υπέροχη φωνή της Gale Petrouπου συνδυάζονται ακόμα και με brutal back vocals.
Ξεχώρισα το “Upon my Lips” και το ομώνυμο “Prey”, άκουσα με ενδιαφέρον τη διασκευή του “Bang Bang” των Sony and Cher και δεν “προσπέρασα” το“No exception” που ακούγεται πλέον φιλτραρισμένο με μια ανανεωμένη full length album ματιά…
Οι Rock & Lace δημιουργήθηκαν το 2010 αλλά έχουν ήδη ξεχωρίσει στις live εμφανίσεις τους σε πολυάριθμες μουσικές σκηνές και σε μεγάλα φεστιβάλ.
Οι εξαιρετικοί μουσικοί Μιλτιάδης Αργυρίου (κιθάρα, φωνητικά), Βασίλης Σαμαράς (κιθάρα) και ο Χρήστος Μπέλλος (μπάσο) συνθέτουν μαζί με τη φωνή της Gale Petrou, ένα αρμονικό,δυναμικό αλλά με έμφαση στις μελωδίες σύνολο,που μας αγκαλιάζει με τρυφερότητα και δύναμη like lace covering a rock…

Εύη Τασάκου

SOUNDGEIST: “More than Just a Word


Λάμπης Κιπενής

Πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση τούτη η μπάντα από το Ηράκλειο της Κρήτης.
Το προ τετραετίας “The fine line between” έδειξε αρκετά πράγματα σχετικά με το τι είναι ικανό το συγκρότημα να κάνει αλλά το νέο τους πόνημα πραγματικά έσκασε σαν κεραμύδα.
Μόλις η δεύτερη δουλειά τους, το “More than just a Word” δείχνει μια ωριμότητα που δεν είναι εύκολο να συναντήσεις σε ένα είδος τόσο απαιτητικό και σύνθετο όπως το progressive/ psychedelic/ ταξιδιάρικο, όπως θέλετε πείτε το, rock. Στο συγκεκριμένο είδος η ποιότητα και η δημιουργικότητα των συνθέσεων, καθορίζουν σχεδόν αποκλειστικά την αξία της κάθε κυκλοφορίας.
Κάθε μέλος του συγκροτήματος αφήνει τον εαυτό του ελέυθερο να ξεσαλώσει με το αποτέλεμα να είναι μια πανδαισία ήχων και συναισθημάτων που δεν γίνεται να σε αφήσουν αδιάφορο. Η κιθάρες του Μανώλη τραβάνε κουπί με τα solo του να ζωγραφίζουν κατά τη διάρκεια της ακρόασης. Πλήκτρα παιγμένα με μαεστρία και ένα μπάσο να δείχνει την αγάπη του στη jazz με κάθε ευκαιρία. Το παίξιμο του Παναγιώτη στα drums μου θύμισαν Mark Zonder ενώ στη φωνή ο Δημήτρης ξεδιπλώνει το ταλέντο του με το συναίσθημα και την εκφραστικότητα που ντύνει τα κομμάτια.
Επιρροές που ξεκινάνε από Jethro Tull και φτάνουν μέχρι Rush και Asia δεν κλέβουν τίποτα από το προωπικό ήχο της μπάντας, αντιθέτως προσθέτουν ένα σημαντικό λιθαράκι στη ποικιλομορφία της δουλειάς τους. Ακούστε τα Time, Innocence, Shelter καθώς και τo οργασμικό instrumental Death και θα διαπιστώσετε ότι οι Soundgeist δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τα ξένα συγκροτήματα του είδους.
Η παραγωγή χρειάζεται μια βελτίωση διότι το βάθος και ο όγκος που λείπει θα έκανε το ταξίδι ακόμα πιο ευχάριστο. Λεπτομέρειες αλλά έχουν τη σημασία τους.  
Το κάθε κομμάτι του δίσκου έχει σαν τίτλο μία και μόνο λέξη αλλά ο λόγος είναι ένας και πολύ απλός. Κάθε κομμάτι είναι πολλά παραπάνω από μια λέξη και το τι είναι εξαρτάται από την ερμηνεία του καθενός. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ακούγοντας το album ο εγκέφαλος είναι σε πλήρη λειτουργία και αδύνατον να μην ερεθιστεί στο μουσικό όργιο που εκτυλίσσεται μπροστά του.
Οι φίλοι του progressive rock θα πρέπει ήδη να πανηγυρίζουν. Οι υπόλοιποι καλό θα ήταν να γίνουν φίλοι του progressive rock και να πανηγυρίσουν και αυτοί. Αν πάλι δεν θέλουν, ας μην γίνουν. ΝΑ ΤΟ ΑΚΟΥΣΟΥΝ ΟΜΩΣ. 
Μπράβο στα κοπέλια. 

Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

CHASING VIOLETS: “Jade Hearts”

Έπειτα από την εξαιρετική κυκλοφορία στο τέλος του 2012 με τον συμβολικό τίτλο “Outside Heaven”, οι γλυκύτατες και ταλαντούχες γαλλιδούλες αδελφέςSarah και Mélissa Fontaine επιστρέφουν.
Επικουρούμενες και πάλι από μία πλειάδα εξαιρετικών μουσικών του μελωδικού χώρου του A.O.R ιδιώματος όπως οι Frédéric Slama (συνθέτης, παραγωγός και μέντορας τους αλλά και ιδρυτής της μπάντας AOR με πλούσιο βιογραφικό συνεργασιών όπως μέλη από Toto, Chicago καθώς και τους Paul Sabu, Tommy Denander, Steve Overland (FM), James Christian (House Of Lords), Paul Shortino (Quiet Riot), Tommy Denander (Alice Cooper, Paul Stanley), τους οποίους κληροδοτεί και στις προστατευόμενες του), Paul Sabu (Kidd Glove), Göran Edman (Yngwie Malmsteen και πολλοί άλλοι), Mikael Erlandsson (Last Autumn's Dream), Bob Harris (Axe), Christian Tolle (David Reece), μέλη από τους  Alien, Hardline και  Lionville, μεταξύ άλλων.
Υπάρχουν και πάλι πανέμορφες μελωδικές συνθέσεις, ευκολομνημόνευτα τραγούδια, μουσικότητα απαράμιλλη όλων των συμμετεχόντων με αποτέλεσμα το “Jade Hearts” με την εξαίρετη παραγωγή να συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία που το καθιστούν την επιτομή μίας άψογης A.O.R κυκλοφορίας!
Το εισαγωγικό  “The Main Attraction” έχει χαρακτήρα Eurovision, με την έννοια της πιασάρικης σύνθεσης, με όλα τα στοιχεία που το καθιστούν εύκολα hit-single. Η σύνθεση “Jade Hearts” – το ομότιτλο του δίσκου – ξεχωρίζει επίσης για το ευφάνταστο solo  στην κιθάρα και τις μελωδικές γραμμές του γενικά. Πιστεύω πως το 7λεπτο έπος “The Scarlet Nymph”  συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία μίας μελωδικής επιτομής, κλείνοντας το δίσκο, που για τους οπαδούς του χώρου θα είναι η απόλυτη καλοκαιρινή μουσική υπόκρουση.
Με δεδομένη λοιπόν την επιτυχημένη συνταγή της πρώτης κυκλοφορίας, που εδώ παρουσιάζεται ενισχυμένη ακόμη περισσότερο, πιστεύω ότι η τρίτη τους δουλειά - που εύχομαι και πιστεύω ότι θα υπάρξει - θα δείξει εάν χωρίς τόσες ενισχύσεις υπάρχει πραγματικό ταλέντο και ικανότητες στις δύο όμορφες αδελφές Sarah & Mélissa. Tους το ευχόμαστε!

Νότης Γκιλλανίδης

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

JAMES LABRIE: “Impermanent Resonance”

Η solo καριέρα του frontman των Dream Theater μας χαρίζει εδώ και 14 (!) χρόνια πολύ καλές δουλειές. Είτε ως MullMuzzler, είτε ως σκέτο James LaBrie, οι πέντε μέχρι στιγμής δουλειές του δίνουν ακριβώς αυτό που θέλει ο διψασμένος ακροατής και fan της φωνής του.
Το πάντρεμα της κλασικής ερμηνείας του LaBrie μαζί με τα brutal φωνητικά τουPeter Wildoer, κάτι που ξεκίνησε από το “Static Impulse” του 2010, αποδείχτηκε εξαιρετική ιδέα, διαφοροποιώντας ακόμη περισσότερο τον ήχο της μπάντας από αυτόν των Dream Theater.
Το “Impermanent Resonance” συνεχίζει ακριβώς από εκεί που σταμάτησε η προηγούμενή του δουλειά, προσφέροντας άλλη μια πολύ καλή δουλεία.
Η αισθητική είναι παρεμφερής με το ύφος που τον έχουμε συνηθίσει, μόνο που πλέον είναι πιο straightforward και λιγότερο φλύαρη σε σχέση με τους Theater, φλερτάροντας παράλληλα και με διάφορα πιο “pop” στοιχεία (μην ψαρώνετε, prog είναι ο δίσκος). Άλλωστε το ζητούμενο του LaBrie εδώ και χρόνια δεν είναι να αναπαράγει αυτό που κάνει με την κύρια του μπάντα. Για αυτό και στις solo δουλειές του είναι λιγότερο πομπώδης ερμηνευτικά, για να ταιριάζει και με το πιο άμεσο περιεχόμενο.
Μην περιμένετε κάποια καινούργια μουσική πρόταση μέσω του“Impermanent Resonance”. Όμορφη μουσική που αποτελεί το ιδανικό ορεκτικό για το επερχόμενο Dream Theater album και θα ευχαριστήσει για μια ακόμη φορά τους fan του LaBrie.

Στέφανος Στεφανόπουλος

NIVA: “Magnitude”

Είστε φίλοι του μελωδικού ήχου και εν γνωρίζεται τους ΝΙVA; Κακώς!
Ο ηγέτης της μπάντας, που όλως τυχαίως λέγεται Τοny Niva, έχει ενδιαφέρον βιογραφικό αφού έχει ξεκινήσει το 1987 με τους παντελώς άγνωστους μεταλλάδες  Zanity, στη συνέχεια συμμετείχε στη σύνθεση του τραγουδιού “Downtown” των φίλων του, Swedish Erotica, κομμάτι  που υπάρχει στο πρώτο τους δίσκο. Έπειτα ασχολήθηκε με πολλά project και γκρουπ όπως οι Malibu Band, οι Tracy Goes Crazy, οι Axia, οι Lion’s Share και οι Oxygen.
Με τους ΝΙVA έχει ήδη κυκλοφορήσει  δύο δίσκους, το “No Capitulation” (1994) και το “Gold from the Future” (2011) από ιαπωνικές εταιρίες και τώρα  επιστρέφει με το εξαιρετικό “Magnitude” που συνοδεύεται από ένα πανέμορφο εξώφυλλο.
Δεν χρειάζονται περισπούδαστες αναλύσεις για το συγκεκριμένο δίσκο, διότι πολύ απλά οι ΝΙVA παίζουν εμπνευσμένο και δυναμικό melodic hard rock προερχόμενο από την χώρα που το ανέστησε τα τελευταία χρόνια (για τη Σουηδία μιλάμε).
Ξεχώρισα με διαφορά τα “Never Too Late”“My First and Only One”,“Never Say Good Bye” και τη φανταστική μπαλάντα “In a Misty Light”. Τα επικά φωνητικά του Τοny Niva (μέχρι και ΑΒΒΑ θυμίζουν), τα πλήκτρα και τα κιθαριστικά σόλο είναι τα δυνατά σημεία του “Magnitude” ενώ η παραγωγή του Marcus Persson (παίζει keyboards στο δίσκο) είναι εκπληκτική. 
Αν λοιπόν δεν έχετε βαρεθεί τις  σκανδιναβικές aor μελωδίες και δεν σας έχουν κουράσει η πληθώρα τέτοιου είδους συγκροτήματα και project, τότε προτείνω ανεπιφύλακτα να τσεκάρετε άλλη μία αξιόλογη melodic κυκλοφορία.

Φώτης Μελέτης

JEF SCOTT: “Ten Stories”

Το 1986, και αφού είχε ωριμάσει το συμβόλαιο του με την Epic Records, ο Jef Scott κυκλοφόρησε το album “Ten Stories”
Οι “Δέκα Ιστορίες”, σε βινύλιο τότε, επανακυκλοφορούν τώρα σε βινύλιο και cd.
Είναι σημείο των δύσκολων καιρών, όταν ρίχνουμε νοσταλγικές ματιές στο παρελθόν. Τότε που ακούγαμε αθώοι μουσική, γιατί δεν μας ένοιαζε αν υπάρχει παρθενογένεση. Συμμετείχαμε στην κυκλοφορία ενός νέου album σαν να πρόκειται για το δικό μας. Η ταύτιση με τον καλλιτέχνη άγγιζε επίπεδα ευτυχίας.
Και ύστερα, ήρθε το πολύ απ’ όλα και τελικά χάσαμε ακόμη και το λίγο ή απλώς το στοίχημα του να παραμείνουμε αθώοι. Πολλές μπάντες, πολύdownload, και επαγγελματικές διαστροφές υπερανάλυσης που μιλούν για κατηγοριοποίηση της μουσικής: “Eίναι Rock, είναι AOR, είναι metal, είναι melodic metal”.
Αυτό που ενδεχομένως θέλει να θυμίσει ο καλλιτέχνης με αυτή την επανακυκλοφορία, είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο ακούγαμε κάποτε μουσική. 10 μουσικές ιστορίες με τίτλους που συνοψίζουν την απλότητα με την οποία πρέπει να αντιμετωπίζουμε ακόμη και τα σημαντικά: “Ιt’s not Funny Anymore” αλλά και “Νew found power”.
Είναι αυτό ίσως που ξεχωρίζει τους αληθινούς δημιουργούς. Όταν δημιουργούν, απομυθοποιούν, γελούν, απολαμβάνουν.
Κλείστε λοιπόν τα μάτια και απολαύστε- όπως παλιά.



Εύη Τασάκου


IRON MAIDEN: “Seventh Son Of A Seventh Son”


Τελικά η προσθήκη πλήκτρων στη heavy metal μουσική προσδίδει σ’ αυτήν μία μελωδική ατμόσφαιρα, μία αρμονία ή στερεί από αυτήν την αγριότητα που αποτελεί και το κύριο χαρακτηριστικό της;
Σε αυτό το δύσκολο, διαχρονικά, ερώτημα απάντησαν μουσικά οι Iron Maiden  με το έβδομο κατά σειρά στούντιο άλμπουμ τους, “Seventh Son of a Seventh Son”.
Ο δίσκος κυκλοφόρησε στις 11 Απριλίου του 1988, οπότε χρησιμοποιούνται για πρώτη φορά πλήκτρα, που παίζονται απ’ τον Michael Kenney, τον μέχρι τότε τεχνικό μπάσου του Steve Harris και σε συνδυασμό με τα  bass και guitar synthesizers καθιστούν τον ήχο πιο progressive. Η μπάντα, με αυτόν τον τρόπο, θέλησε να εξελίξει ακόμη περισσότερο τον ήχο που δημιούργησε στο “Somewhere in Time” του 1986.
Το αποτέλεσμα  δίχασε κριτικούς και κοινό, αφού μία μερίδα δεν συμφωνούσε με την ιδέα της μαλακότητας του ήχου. Από την άλλη πλευρά υπήρχαν επαΐοντες  και οπαδοί που ισχυρίζονταν πως αυτή η μεταστροφή έκανε προσιτούς τους Iron Maiden και σε διαφορετικό μουσικόφιλο κοινό. Όπως και να’ χει το άλμπουμ κατέκτησε το νούμερο 1 του UK Albums Chart και το νούμερο 12 του US Billboard 200. Ταυτόχρονα σηματοδότησε και την τελευταία δισκογραφική συνεργασία του Adrian Smith με το γκρουπ μέχρι την επιστροφή του το 2000 με το “Brave New World”.
Το “Seventh Son of a Seventh Son” αποτελεί έναν concept  δίσκο, ο οποίος στηρίζεται σε λαϊκές δοξασίες, που θεωρούν ότι ο έβδομος γιος ενός έβδομου γιου, χωρίς την παρεμβολή θηλυκών ατόμων στις γεννήσεις, διαθέτει μαγικές ικανότητες! Για του λόγου το αληθές ο Steve Harris εμπνεύστηκε την ιδέα, αφότου διάβασε το μυθιστόρημα φαντασίας του 1987, Seventh Son, το οποίο έγραψε ο Αμερικάνος συγγραφέας Orson Scott Card.
Μουσικά το άλμπουμ αρχίζει με το εκπληκτικό “Moonchild” κατά το οποίο, μετά τη μικρή αφήγηση του Bruce Dickinson υπό συνοδεία ακουστικής κιθάρας και την ατμοσφαιρική εισαγωγή των keyboards, οι κιθάρες ξεσπούν σε ανύποπτο χρόνο παίρνοντας φωτιά από την μεγάλη ταχύτητα που αποκτούν! Το “Infinite Dreams” που ακολουθεί, αποτελεί μία όμορφη power ballad που θυμίζει αρκετά το “Revelations” από το “Piece of Mind” του 1983. Τα “Can I Play with Madness” και “The Evil That Men Do” είναι και τα πιο εμπορικά και πιασάρικα τραγούδια του δίσκου, κινούμενα στο γνώριμο μουσικό ύφος των Maiden. Το ομότιτλο κομμάτι συνιστά έπος, πράγμα στο οποίο συμβάλλουν η μελωδία, που δημιουργεί ένα κλίμα μυστηρίου, τα μακροσκελή κιθαριστικά σόλο και η συγκλονιστική ερμηνεία στα φωνητικά. Το “The Prophecy” είναι άλλο ένα κλασσικό Maiden κομμάτι, με τις ακουστικές κιθάρες  στον επίλογο ν’ ακολουθούν φλαμένκο μονοπάτια. Το “The Clairvoyant” ξεχωρίζει για την υπέροχη εισαγωγή του, η οποία διαμορφώνεται από το μπάσο του Harris. Το άλμπουμ κλείνει με το “Only the Good Die Young” το οποίο χαρακτηρίζεται  για τα καλπάζοντα ριφ, ενώ στον επίλογό του επαναλαμβάνεται η εισαγωγή του “Moonchild”.
Γενικά οι ατμοσφαιρικές μελωδίες, που αμφιταλαντεύονται μεταξύ αργών και γρήγορων ρυθμών, τα υπέροχα επικά φωνητικά, τα μανιώδη σόλο, το τεχνικό παίξιμο από τα μουσικά μέλη και η άρτια παραγωγή (Martin Birch) συνθέτουν την συνολική εικόνα.
Στο πλαίσιο προώθησης του “Seventh Son of a Seventh Son” πραγματοποιήθηκε η παγκόσμια περιοδεία 7th Tour Of A 7th Tour από τις 28 Απριλίου 1988 έως τις 12 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς! Στο πρόγραμμα περιλαμβανόταν και η Ελλάδα κάτι που έγινε εφικτό στις 13 Σεπτεμβρίου 1988 στο γήπεδο της ΑΕΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια! Επιπλέον το μουσικό σχήμα εμφανίστηκε στο Donington Park Festival της Αγγλίας στις 20 Αυγούστου 1988, παίζοντας μπροστά σε 107.000 άτομα, το μεγαλύτερο κοινό την ιστορία της διοργάνωσης!
Εν κατακλείδι είτε πρόκειται για ένα αριστούργημα είτε για κάτι το  κατώτερο των δυνατοτήτων μίας μπάντας σαν τους Iron Maiden, το “Seventh Son of a Seventh Son” δεν θα πρέπει σίγουρα να λείπει από τη δισκοθήκη των οπαδών και μη!
Trackisting
1.Moonchild     
2.Infinite Dreams   
3.Can I Play with Madness    
4.The Evil That Men Do   
5.Seventh Son of a Seventh Son     
6.The Prophecy         
7.The Clairvoyant   
8.Only the Good Die Young       
Μέλη
Bruce Dickinson - lead vocals
Dave Murray - guitar
Adrian Smith - guitar, synthesized guitars
Steve Harris - bass guitar, bass synth
Nicko McBrain - drums, percussion
Michael Kenney -keyboards, synthesiser on Infinite Dre
ams

Νίκος Καπίρης

Σάββατο, 10 Αυγούστου 2013

VARIOUS ARTISTS: “Metal For Jesus”


Ένα “ουράνιο” μήνυμα  μας έρχεται με αυτήν την συλλογή από την Σουηδία!
Σωστά καταλάβατε, καθώς ο Johannes Jonsson που επιμελείται τούτη την συλλογή, είναι ο υπεύθυνος για τη μεταλλική κοινότητα στην Σουηδία, που με την σειρά της αποτελεί την κινητήρια δύναμη του χριστιανικού metal στην Σκανδιναβία. 17 συνθέσεις από 5 διαφορετικές μπάντες όπως οι Narnia, Divinefire, Golden Resurrection, Audiovision και Modest Attraction αποτελούν μία καλή εισαγωγή στο χριστιανικό metal, όπως αυτό παρουσιάζεται από τους χριστιανούς Σκανδιναβούς “αδελφούς” μας. Οι τίτλοι των συνθέσεων ενδεικτικοί και σαφώς προσανατολισμένοι και στίχοι με θέματα προερχόμενα από την Αγία Γραφή.
Οι Narnia μελωδική metal μπάντα με 7 κυκλοφορίες και περιοδείες με τους Ronnie James Dio , Statovarius , Sonata Arctica για να αναφέρουμε ορισμένα ονόματα ενδεικτικά. Από τις περισσότερο αγαπημένες χριστιανικές metal μπάντες και όχι μόνο…
Οι Audiovision, σόλο project του Christian Liljegren με συμμετοχές στο πρώτο άλμπουμ τους, το  ”The Calling” από τους Kiss , Whitesnake, Europe, Yngwie Malmsteen’s Rising Force. Το 2010 οι Audiovision περιόδευσαν με τους τρισμέγιστους (κόψε κάτι, αυτολογοκρισία) Stryper σε Σουηδία και Γερμανία.
Οι Divinefire μεταλλική μπάντα  που συνδυάζει το μελωδικό  metal με ακραία metal στοιχεία σε ένα μοναδικό συνδυασμό. Η μπάντα έχει κυκλοφορήσει  5 studio albums και επιτυχημένες περιοδείες, που αλλού; στην Ιαπωνία… Ξεχωρίζει για το speed-άτο  συμφωνικό metal της.
Οι Golden Resurrection νεοκλασική power metal μπάντα που ιδρύθηκε και αυτή από τον Christian Liljegren (Narnia) και τον εξαιρετικό στη φωνή (οπερετικό) και στην κιθάρα Tommy ReinXeed από την power metal μπάντα ReinXeed. Έχουν κυκλοφορήσει 3 studio albums και το τελευταίο τους “One Voice For The Kingdom” είχε θετικές κριτικές από τη μεταλλική κοινότητα. Περιοδεύουν συχνά- πυκνά σε  Σκανδιναβία και Γερμανία.
Οι Modest Attraction μπάντα που δραστηριοποιήθηκε στα 1991-1997 παίζοντας  70s επηρεασμένο hard rock στα ίχνη των Deep Purple, Rainbow, The Sweet και  Uriah Heep περιοδεύοντας με  Uriah Heep και Glenn Hughes (Deep Purple, Black Sabbath) στην Ευρώπη. Δύο άλμπουμ στο ενεργητικό τους και ένα mini lp.
Ανεξάρτητα με την θρησκευτική πίστη σας, που προσωπικά σε όλες αυτές τις “χριστιανικές “ κυκλοφορίες μάλλον είναι το επίχρισμα, θα βρείτε στοιχεία καλής μουσικής και θα περάσετε με ευχάριστα ακούσματα πίνοντας το καφεδάκι ή το ουίσκι σας.


Νότης Γκιλλανίδης

MYSTERY: “2013”

Οι Mystery κατάγονται από την  Αυστραλία και μετά από μια επιτυχημένη περιοδεία στην Ιαπωνία και την συμμετοχή τους στο διάσημο φεστιβάλ ROCKLAHOMA είναι πανέτοιμοι για την κυκλοφορία του ντεμπούτο τους με τον απλό τίτλο “2013”.
Η μπάντα ήδη μετράει σχεδόν τρία χρόνια ζωής και ο ήχος της μπορεί να χαρακτηριστεί από δυνατά riff-άκια, φωνακλάδικα και πιασάρικα ρεφραίν, ένα σφιχτοδεμένο rhythm section, τον απαραίτητο 80’s αέρα και γενικά καλοδουλεμένα τραγούδια.
Οι Mystery τα τελευταία δυο χρόνια έχουν παίξει με δυνατά ονόματα της παγκόσμιας σκηνής, όπως οι Jaded Heart, Manowar, Guns N Roses, At Vance και Alice In Chains μεταξύ άλλων, πράγμα που τους γέμισε εμπειρία και αυτό μπορεί να φανεί στον ήχο τους.
Μετά από ένα μικρό και σύντομο intro οι Mystery μας βάζουν δυνατά στο κόλπο με το εναρκτήριο “Raise Your Fist”. Βάλτε λίγο από την αλητεία του ήχου των μέγιστων Motley Crue, λίγο τα φωνακλάδικα ρεφραίν των Quiet Riot και μια δυνατή δόση από την νέα γενιά του Ευρωπαϊκού hard rock και έχουμε το τέλειο ορεκτικό πριν περάσουμε στο κυρίως γεύμα!
Το άλμπουμ συνεχίζει με τα πολύ καλά “Freedom”, “Nonstop To Nowhere” και “Test Of Time” για να πέσει λίγο, συνθετικά, με τα μέτρια “On Fire” και “Lost In Time”. Τα τελευταία δυο τραγούδια που κλείνουν αυτήν την πρώτη κυκλοφορία των Mystery μπορούν να χαρακτηριστούν απλά καλά χωρίς να προσφέρουν κάτι το ιδιαίτερο. 
Κλείνοντας θα έλεγα πως οι Mystery με το πρώτο τους πόνημα δεν εντυπωσιάζουν αλλά ούτε και σε αφήνουν αδιάφορο! Κάποιες αρκετά καλές, έως πολύ καλές, συνθέσεις σου ανοίγουν την όρεξη αλλά στο σύνολο τους τα τραγούδια κουράζουν λίγο και στο τέλος σε αφήνουν με την όρεξη… Η απόφαση δική σας.


Βασίλης Χασιρτζόγλου

LAWLESS: “Rock Savage”

Οι Lawless είναι μία μπάντα που δημιουργήθηκε από τους παλαιούς στο “κουρμπέτι”, Neil Ogden και Paul Hume από την εξαιρετική μπάντα των Demon, από τις επιδραστικότερες και σημαντικές του New Wave of British Heavy Metal.
Συνεπικουρούνται από τον κιθαρίστα Howie G των άλλων μεγάλων του χώρου, των Persian Risk και τον μπασίστα Josh Williams των Headrush. Με αυτά τα ονόματα περιμένουμε να ακούσουμε ευθύ hard rock με αρκετά παλιομοδίτικα κλισέ... Καθόλου άσχημα. Ακόμη και οι τίτλοι παραπέμπουν σε  old school metal: “Heavy Metal Heaven”, “Rock n Roll City” και “Metal Time”. Σίγουρα ακούγονται ρετρό, σαν να βρισκόμαστε πίσω στα 80ς με το κλασικό heavy metal  που όμως στις μέρες μας είναι απλά hard rock.

Μένω ικανοποιημένος από την πολύ καλή παραγωγή, την πολλή μελωδικότητα του άλμπουμ και τα όμορφα κιθαριστικά solo του Howie G καθώς και τα έξυπνα riff που υπάρχουν σε όλες τις συνθέσεις!

Τα φωνητικά του Paul Hume σε φόρμα χωρίς υπερβολές ταιριαστά με το ύφος της μπάντας. Διασκεδαστικό πόνημα, που δε θα κουράσει και ακούγεται ευχάριστα χειμώνα – καλοκαίρι. Άσμα που ξεχώρισα: Where Heroes Fall, σύνθεση με τα όλα της!


Νότης Γκιλλανίδης

Εντυπώσεις από το...ROGER WATERS' “The Wall”



Δε θυμάμαι άλλη φορά μουσική συναυλία στην Ελλάδα να συνοδεύεται από τέτοιο σωρό δημοσιευμάτων που δεν έχουν σχέση με τη μουσική αυτή καθεαυτή.
Όλα ξεκίνησαν με τη μεταφορά της συναυλίας από το Ο.Α.Κ.Α. στη Μαλακάσα, παράπονα και καταγγελίες από την πλευρά των καταναλωτών, την επαναφορά της στο Ολυμπιακό Στάδιο και την ανακοίνωση- άδειασμα του Roger Waters, ο οποίος συνεχάρη τους αδελφούς Έλληνες που πίεσαν ώστε να γύρισε το show στο αρχικό venue.

Έπειτα, ο Waters σε δηλώσεις του ανέφερε τη Χρυσή Αυγή, η οποία απάντησε με ήθος και πολύ ευγενικά (αστειεύομαι έτσι;) και ο πρώτος βγήκε μετά από αυτό σε video και μίλησε για φτηνά εισιτήρια των 18 €, που τελικά ήταν σε συγκεκριμένες θύρες και ήταν διαθέσιμα από 25 Ιουλίου και όποιος προλάβει. Αυτή η κίνηση στενοχώρησε πολλούς από κείνους που είχαν καταβάλει μεγαλύτερα ποσά εξαρχής και ξαφνικά βλέπουν ότι θα μπορούσαν να γλιτώσουν λίγα από τα χρήματα τους.
Εκτός αυτών, το show σήκωσε θύελλα διαμαρτυριών από Εβραίους ανά τον κόσμο για την επικόλληση του Άστρου του Δαυίδ στο φουσκωτό γουρούνι που πετάει κατά τη διάρκεια του “The Wall” και από μέρους συναδέλφων του μουσικών όπως ο David Draiman των Disturbed (link).

Αλλά ας ξεκινήσουμε το οδοιπορικό και την εξιστόρηση της εμπειρίας του να παρακολουθείς μία τόσο μεγάλη οπτικοακουστική παραγωγή.
Μετά από αρκετό περπάτημα, ΜΕΤΡΟ και προαστιακό και έξτρα περπάτημα, αλλά χωρίς ιδιαίτερη ταλαιπωρία, ο συντάκτης οδοιπόρος βρέθηκε να κάθεται στην Press Area που είχε στηθεί στη Θύρα 25 του Ο.Α.Κ.Α. Αν ήταν ποδοσφαιρικός αγώνας, θα ήμουν σκέτος άρχοντας, αλλά και για συναυλία διαγωνίως δεξιά της σκηνής θεωρούμαι αρκετά προνομιούχος. Κάποιοι πιο οργανωμένοι είχαν και κιάλια τσέπης για να βλέπουν της λεπτομέρειες που το γυμνό μάτι δεν ξεχωρίζει.

Το γλυκό βουητό του κόσμου που όλο και αυξανόταν, ως την έναρξη του show, ήταν το κατάλληλο support act για μια τέτοια βραδιά.
21.30 η ώρα και ο Roger Waters εμφανίζεται τρέχοντας πέρα δώθε και χαιρετώντας, ως τη στιγμή που με την βοήθεια του επιτελείου του ντύνεται ώστε να μοιάζει αξιωματούχος κάποιας Υπηρεσίας Πληροφοριών.

Ακολουθεί ηχητική εισαγωγή που λέει “Ι am Spartacus” σε διάφορες γλώσσες (στα ελληνικά έγραφε “Είμαι ο Πάρτακος”, χαχαχα) και οι μεταφράσεις γέμισαν το τείχος το οποίο είχε ένα μεγάλο κενό στο κέντρο, στο σημείο που ήταν στημένοι οι μουσικοί. Πυροβολισμοί από μαχητικά Στούκας γέμισαν το χώρο δείχνοντας το πόσο καλά λειτουργούσε η τετραφωνία (γυρνούσες ενστικτωδώς να βρεις από που έρχεται ο θόρυβος) και ένα ομοίωμα αεροπλάνου εμφανίστηκε από την αντίθετη πλευρά της σκηνής και έπεσε πάνω στο τείχος γκρεμίζοντας ένα κομμάτι του.

Με το άκουσμα του “Another Brick in The Wall Part 1”, ο κόσμος αντιδρά με κραυγές και χειροκροτήματα και είναι εκεί που καταλαβαίνεις το τι θα ακολουθήσει.
Στο “Part 2” έχει εμφανιστεί ήδη ένας φουσκωτός “δάσκαλος” με κέρατα και βούρδουλα και ένα τσούρμο μπόμπιρες με μπλούζες που γράφουν “Fear Builds Walls” (ο φόβος κτίζει τείχη), διώχνουν το τέρας από τη σκηνή.

Στο τέλος, ο Roger Waters ευχαριστεί τα παιδάκια για την εξαίρετη εμφάνιση τους και όλους εμάς που ήρθαμε στο Στάδιο. Μιλώντας σπασμένα ελληνικά (“Είναι δύσκολη η γλώσσα σου”, μας είπε) αφιέρωσε το επόμενο τραγούδι στα θύματα των πολέμων και της κρατικής τρομοκρατίας. “Mother” σε μια εξαιρετική εκτέλεση με την προβολή του ίδιου του Waters σε μικρότερη ηλικία να το τραγουδάει.
Το τείχος έχει αρχίσει και κλείνει όλο και περισσότερο και σε κάποια φάση η αριστερή του πλευρά γράφει “ΝΑ ΓΑΜΗΘΕΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ” και ο κόσμος ζητωκραυγάζει τη δήλωση αυτή.

Στο “Don't Leave me now” εμφανίζεται φουσκωτή διασταύρωση γυναίκα/ αλογάκι της Παναγίας στα δεξιά του Roger Waters και αφού ακούγεται το “Another Brick in The Wall Part Part 3” και το σύντομο “Goodbye Cruel World”, η ώρα είναι 22.30 και το προγραμματισμένο διάλειμμα έρχεται. Εξάλλου είναι Άγγλοι οι κύριοι και δεν αργούν εύκολα.

Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος, το τείχος κατακλύζεται από φωτογραφίες θυμάτων πολέμων και κρατικών ή παρακρατικών δολοφονιών, όταν 20 λεπτά αργότερα και αφού το τείχος έχει κλείσει τελείως ακούγεται το “Hey You”, που σημαίνει την αρχή του δεύτερου μέρους.

“Is there anybody out there?” με τα μάτια του Waters σε κοντινό πλάνο να μας κοιτάνε προβαλλόμενα στο τείχος και ξάφνου ένα σαλόνι εμφανίζεται στην αριστερή μεριά του, όπου ο Βρετανός κάθεται και τραγουδάει το “Nobody Home”.
Άλλη μια δυνατή στιγμή ήρθε με το “Bring the Boys Home”, με μήνυμα στο τείχος όλο νόημα. “Every gun made, every warship launched, every rocket fires, signifies in the final sense a theft, from those who hunger and are not fed, from those who are cold and are not clothed”, απόσπασμα από λόγο του Προέδρου Eisenhower το 1952.

Ακολουθεί ένα από τα πιο σημαντικά τραγούδια των Floyd, το “Comfortably numb”, με το εξαιρετικό σόλο στην κιθάρα από τον Dave Kilminster.
Και να σου το μπαλόνι-αγριογούρουνο με το Άστρο του Δαυίδ (που δημιούργησε αντιδράσεις Εβραϊκών λόμπι), το σφυροδρέπανο και το σήμα του δολαρίου, να κάνει βόλτες πάνω από την αρένα στο “The Show must go on”. O Waters ντύνεται και πάλι “ασφαλίτης” και μας πυροβολεί στο “In The Flesh” και στη συνέχεια αναρωτιέται αν υπάρχουν παρανοϊκοί στο Στάδιο. “Αυτό είναι για εσάς” λέει και “Run Like Hell”.

“Stop” και “The Trial”, στο τέλος του οποίου το τείχος γκρεμίζεται και οι μουσικοί βγαίνουν από τα συντρίμμια για το “Outside the Wall”. O Roger Waters με τρομπέτα, o drummer Graham Broad με ukelele, o John Carin με ακουστική κιθάρα, ο Dave Kilminster με banjo, ο Harry Waters με ακορντεόν, ο G.E. Smith με μαντολίνο και ο τραγουδιστής Robbie Wycoff μας αποχαιρετούν με τον αρχηγό τους να τους παρουσιάζει έναν έναν και όλοι μαζί υποκλίνονται μπροστά μας, ευχαριστώντας μας ξανά και ξανά.

Ένα ολοκληρωμένο θέαμα που θα μάγευε ακόμα και όσους δεν έχουν σχέση με τη rock μουσική και τα έργα των Pink Floyd. Ίσως η μεγαλύτερη στιγμή τούτης της χρονιάς!
Ευχαριστούμε, Roger Waters!


Υ.Γ. Το μήνυμα που βγάζει το The Wall είναι σημαντικό και πρέπει να ακουστεί, ακόμα και αν προέρχεται από άνθρωπο, ο οποίος είναι τώρα όσο πλούσιος γίνεται. Το μήνυμα πρέπει να αγκαλιαστεί και να παραμείνει διαχρονικό, ακόμα και μετά το θάνατο του μεγάλου αυτού δημιουργού. 

ρεπορτάζ - Στέφανος Μαρσέλος
 photos: Αναστασία Βερτεούρη

Εξομολογήσεις από τους Jacob's Dream



Ξεκινώντας ως Iron Angel το 1994 και κυκλοφορώντας το πρώτο τους demo ως Jacob's Dream to 1996, οι power metallers από το Ohio κυκλοφόρησαν έκτοτε αρκετά album ενώ αυτή την περίοδο επανακυκλοφόρησαν σε βινύλιο το demo και το ντεμπούτο τους, ενώ παράλληλα δουλεύουν πυρετωδώς για την κυκλοφορία του επόμενου στούντιο album. Το Rockway δεν έχασε την ευκαιρία να μιλήσει με τον John Berry, κιθαρίστα και ιδρυτικό μέλος των JD και ας δούμε τι είχε να μας πει…

Γεια σου John από την ηλιόλουστη Ελλάδα, ποιο είναι το status της μπάντας αυτή την στιγμή;
Γεια σου Γιάννη και σε ευχαριστώ για τον χρόνο που μας αφιερώνεις. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε διαδικασία συνθέσεως. Έχουμε γράψει καμιά 15αριά κομμάτια για την επόμενη κυκλοφορία μας. Είμαστε ευχαριστημένοι με όλα τα τραγούδια και θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο να επιλέξουμε ποια θα μπούνε στο επόμενο cd και ποια θα κρατήσουμε για το επόμενο. Προβάραμε κάποια από αυτά τακτικά με την ελπίδα να τα παίξουμε live και να δούμε την αντίδραση του κόσμου. Είναι κρίμα που παίζουμε μόνο τοπικά και όχι για τους οπαδούς μας στην Ευρώπη επειδή η αλήθεια είναι πως η βάση οπαδών μας και οι πραγματικοί οπαδοί του αληθινού heavy metal βρίσκονται κυρίως εκεί και ο κόσμος εδώ δεν ξέρει πως να συμπεριφερθεί πλέον όταν παίζουμε γι’ αυτούς πραγματικό metal. Πάντα ικανοποιούμε το κοινό αλλά δεν υπάρχουν και πολλοί τύποι που έρχονται να ακούσουν το δικό μας στυλ μουσικής αυτές τις μέρες.

Από την στιγμή που είναι η πρώτη φορά που έχω τη δυνατότητα να συνομιλήσω μαζί σου, θα ήθελα να πάμε για λίγο στο παρελθόν της μπάντας και να μας μιλήσεις για τους λόγους που οδήγησαν τον David Taylor (πρώην φωνητικά) να εγκαταλείψει την μπάντα και πως φτάσατε στην επιλογή του Chaz Bond ως αντικαταστάτη;
Πολύ θα το ήθελα να είμαι σε θέση να σου πω το τι συμβαίνει στο κεφάλι του David Taylor αλλά πάντα ήταν δύσκολο να το καταφέρω, έτσι ήταν και μάλλον έτσι θα είναι και στο μέλλον. Από τότε που τον γνωρίσαμε είχε το ένα πόδι στην μπάντα και το άλλο εκτός. Ακόμα και όταν τα πράγματα πήγαιναν καλά για εμάς εκείνος πάντα συζητούσε για την αποχώρησή του. Κάθε φορά προσπαθούσαμε να τον μεταπείσουμε ώστε να παραμείνει ακόμη λίγο ώσπου κάποια στιγμή του είπαμε “φίλε αν δε θέλεις να το κάνεις αυτό τότε φύγε και θα βρούμε κάποιον άλλον”. Οπότε κι εκείνος συνεχώς έφευγε κι επέστρεφε συνεχώς. Έπειτα από την ιδιαίτερα έντονη σε στρες περίοδο που περάσαμε γράφοντας το “Theater of War” o Dave είχε φτάσει πραγματικά στα άκρα. Τελικά όταν ο νέος μας τότε ντράμερ και ο ρυθμικός κιθαρίστας τράβηξαν τους δικούς τους δρόμους ο Dave πήρε την απόφαση να φύγει κι εκείνος. Ακόμη έλεγε ότι ήθελε να κάνει ακόμη ένα cd αλλά χρειαζόταν κάποιο χρόνο εκτός μπάντας και ποτέ δεν εμφανίστηκε να δουλέψει στο καινούργιο υλικό. Τότε ήταν που επικοινωνήσαμε με τον Chaz Bond που ήταν έτοιμος και πρόθυμος να συμμετάσχει στην μπάντα.


Πιστεύεις πως το ότι ήσασταν για τόσα χρόνια “ανεξάρτητη” μπάντα σας κράτησε καθηλωμένους; Αν και πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα αφού υπογράψατε με την Retroactive Records;
Το ότι ήμασταν ανεξάρτητοι μας έδινε την δυνατότητα να είμαστε περισσότερο καλλιτέχνες από ότι επιχειρηματίες και αν έπρεπε να επιλέξω ανάμεσα στα δυο θα επέλεγα τη δύσκολη απόφαση να είμαι καλλιτέχνης. Όταν είσαι μια μπάντα με συμβόλαιο αναγκάζεσαι να συμπιέσεις την δημιουργικότητά σου στο χρονικό περιθώριο που σου υπαγορεύει η εταιρεία. Θα ήταν ιδανικό να μπορούσαμε να έχουμε όλο το χρόνο που χρειαζόμαστε για να συνθέσουμε και να ηχογραφήσουμε έναν δίσκο και μετά να το αφήσουμε σε μια εταιρεία που θα ξόδευε τόνους από χρήματα για να μας προμοτάρει υπερατλαντικά κι έπειτα να μας στείλει σε μια καλά οργανωμένη Ευρωπαϊκή ή Νοτιοαμερικανική περιοδεία για μερικές εβδομάδες με κάποιες μπάντες ανάλογου ύφους. Αυτό μπορεί να μην ακούγεται ως υπερβολικό να το αναζητούμε αλλά ποτέ κανείς δεν μας προσέφερε μια τέτοια πρόταση συνεργασίας. Οπότε εμείς επιλέγουμε τον άλλο δρόμο της δημιουργικής ελευθερίας κι έχοντας αναλάβει η ίδιοι το δύσκολο έργο να προμοτάρουμε τους εαυτούς μας στις αγορές από τις οποίες είμαστε αποτραβηγμένοι.

Πρόσφατα επανακυκλοφορήσατε τόσο το demo όσο και το ντεμπούτο σας από την No Remorse records, πως πηγαίνουν μέχρι τώρα; Υπάρχουν σκέψεις για να επανακυκλοφορήσετε και την υπόλοιπη δισκογραφία σας;
Αυτό είναι φανταστικό! Ακόμη δεν μπορώ να πιστέψω πως το Jacobs Dream κυκλοφορεί σε βινύλιο. Μας πήρε αρκετό καιρό μέχρι να το καταφέρουμε αυτό και καθόσον δουλεύαμε τις λεπτομέρειες συζητήσαμε για την επανακυκλοφορία κι άλλου υλικού από την No Remorse. Εκείνοι είπαν ας ξεκινήσουμε με αυτό αρχικά κι έπειτα συζητάμε για άλλα projects.

Ας μιλήσουμε για το επόμενο βήμα σας και το album που ήδη ετοιμάζετε. Υπάρχει τίτλος και ημερομηνία κυκλοφορίας; Λαμβάνοντας υπόψιν πως κάθε σας album είναι διαφορετικό από τα προηγούμενα, σε ποιο μονοπάτι βαδίζετε αυτή τη φορά;
Ο τίτλος που έχουμε ως τώρα είναι από το ομότιτλο τραγούδι “Where Vultures Gather”. Δεδομένου ότι μας παίρνει αρκετά χρόνια να συμπληρώσουμε τα τραγούδια για ένα album, συχνά περνάμε από αρκετές διαφορετικές διαθέσεις έμπνευσης. Νομίζω πως αυτό είναι που κάνει τα album αλλά και τα τραγούδια μεμονωμένα να ακούγονται τόσο διαφορετικά το ένα από το άλλο. Πιστεύω πως το cd πηγαίνει από το ένα στυλ στο άλλο σε φάσεις. Αν βάζαμε τα τραγούδια του cd στην σειρά που γράφτηκαν θα πηγαίναμε από το ένα συναίσθημα στο άλλο κ.ο.κ. Ξεκινάει από κάποια πιο μοντέρνα τραγούδια και συνεχίζει στο prog στυλ των Fates Warning και τελειώνει με κλασικό επικό metal.

Κάποιες άλλες λεπτομέρειες;
Παίζουμε με την ιδέα να κυκλοφορήσουμε τα κομμάτια που δεν θα χωρέσουν σε αυτό το cd είτε ως κάποιο EP, είτε ίσως ως δωρεάν υλικό για ψηφιακό κατέβασμα από το διαδίκτυο για τους οπαδούς. Υποθέτω πως θα είχε πολύ ενδιαφέρον να ακούσουμε από τους οπαδούς μας τι θα προτιμούσαν.


Τι σε εμπνέει να γράψεις τα κομμάτια των Jacobs Dream; Ποια είναι η συνήθη διαδικασία;
Γράφω αρκετούς στίχους καθώς ασχολούμαι με διάφορα πράγματα κατά την διάρκεια της ημέρας και αν κάτι μου κολλήσει στο μυαλό συνήθως θα προσπαθήσω να γράψω μερικές στροφές και ένα ρεφρέν. Αυτό συνήθως αρκεί για να ξεκινήσω να γράφω την μουσική για να τους συνοδεύσει. Επίσης κάποιες στιγμές παίζω κάτι ενδιαφέρον στην κιθάρα ή στο synth και τρέχω να το δείξω στον Chaz και αν του αρέσει του κάνω ένα αντίγραφο για να το ακούει για λίγο μέχρι να εμπνευστεί κάποιος στίχους γι’ αυτό. Άλλη φορά ο Johnny Noble κι εγώ απλά θα χαζολογάμε στο στούντιο αραδιάζοντας μερικά ενδιαφέροντα riff προσπαθώντας να τα ενώσουμε. Κάποιες στιγμές σε αυτό το cd κάθισα πίσω και άφησα τον Chaz και τον Jon να βάλουν μερικές ιδέες εσκεμμένα χωρίς να ανακατευτώ ώστε να έχουμε πραγματικά εναλλαγή στην διαδικασία σύνθεσης και ξέρεις κάτι; Δούλεψε πραγματικά θαυμάσια.

Ποιο είναι το επίπεδο της μουσικής μόρφωσης των μελών της μπάντας και πόσο σημαντικό πιστεύεις πως είναι αυτό πραγματικά; Εσύ είσαι αυτοδίδακτος κιθαρίστας;
Νομίζω πως ο James ο μπασίστας μας έχει την περισσότερο εκτενή μουσική μόρφωση. Έχει παίξει double bass σε τζαζ και κλασσικές μπάντες στο σχολείο και διαβάζει μουσική. Κι εγώ διάβαζα μουσική και πήρα κάποια μαθήματα κατά το παρελθόν αλλά διστάζω μακριά από την θεωρία και όλα αυτά. Ο Chaz επίσης έκανε μαθήματα κλασικών φωνητικών. Νομίζω πως ο Jon και ο Gary έχουν μεγάλη βιβλιοθήκη με εκπαιδευτικά βίντεο αλλά δεν έχουν παρακολουθήσει αρκετά μαθήματα. Η τεχνική κατάρτιση είναι θαυμάσια αν αναπτύσσεται στην κορυφή έκφρασης “από καρδιάς”. Δεν υπάρχει υποκατάστατο για την δυνατότητα να μοιράζεσαι την καρδιά σου με το κοινό. Από την στιγμή που μπορείς να το κάνεις αυτό έπειτα προσθέτεις γλυκιά τεχνική ανδρεία, πραγματικά μπορεί να διευρύνει την εμφάνισή σου. Και μιας και μιλάμε γι’ αυτό δεν μας θεωρώ μια τεχνική μπάντα. Υπάρχουν τόσες νέες μπάντες που πραγματικά ξέρουν τι παίζουν και είναι αρκετά εντυπωσιακές από αυτήν την άποψη.

Αρκετά από τα κομμάτια σας θεματολογικά αναφέρονται στον Χριστιανισμό. Σε μια σκηνή που όλες οι μπάντες υιοθετούν αυτό το σκληρό και διαβολικό στυλ εσείς δείχνετε να κολυμπάτε ενάντια στο ρεύμα. Πως καταλήξατε σε αυτή την απόφαση;
Αυτό πραγματικά δεν αποτέλεσε κάποια απόφαση από εμάς. Πάντοτε μας φαινόταν κωμικό που οι μπάντες ανταγωνιζόντουσαν να δείχνουν πιο “κακές” από τις άλλες και που έπαιρναν τον εαυτό τους τόσο σοβαρά. Δεν έχουν δει άραγε το Spinal Tap; Αυτό είναι το heavy metal, είναι διασκέδαση, υποτίθεται πως είναι στην κόψη του ξυραφιού να θεωρηθεί γελοίο αλλά χωρίς να το παίρνεις τόσο σοβαρά. Πρέπει να έχει πλάκα. Σίγουρα έχουμε μιλήσει σοβαρά σε κάποια κομμάτια μας για σοβαρά θέματα. Έχουμε μια άποψη για τον κόσμο την οποία εκφράζουμε ανά καιρούς μέσα από τα κομμάτια μας αλλά το κάνουμε με τέτοιο τρόπο που οι άνθρωποι που δεν βλέπουν αντίστοιχα τα πράγματα να πουν “λοιπόν, δεν είμαι βέβαιος ότι πιάνω το νόημα αυτού που θέλουν να πουν, αλλά είναι γαμιστερή μπάντα”. Αυτός είναι και ο τρόπος που αισθανόμαστε εμείς για τις αγαπημένες μας μπάντες. Έχουμε βρει μια καταπληκτική αδελφότητα μεταξύ των metal οπαδών στην Ευρώπη. Υπάρχει αυτός ο ενωτικός δεσμός μεταξύ των ανθρώπων που ακούνε metal, αφήνουν τις όποιες διαφορές τους απέξω και αυτό είναι κάτι που ο κόσμος που είναι στην απέξω το παραβλέπει εντελώς. Ανεξαρτησία, αφοσίωση, ακεραιότητα και τιμή είναι πράγματα που σέβονται οι metalheads εκεί. Αυτό μας εντυπωσίασε αφού ήταν κάτι οικείο σε εμάς και τα πιστεύω μας. Πιστεύω πως αυτά είναι στοιχεία που προσδιορίζουν έναν αληθινό οπαδό και είναι κάτι που σπανίζει αυτές τις μέρες.


Υπάρχει περίπτωση να σας δούμε ζωντανά στην Ελλάδα;
Στείλτε μας τα αεροπορικά εισιτήρια και θα παίξουμε ζωντανά ακόμη και στο σαλόνι σας (σ.σ. πολλά γέλια)

Σε ευχαριστώ πολύ, υπάρχει κάτι άλλο που θες να πεις;
Απλά να σε ευχαριστήσω για τον χρόνο σου και την ευκαιρία που μας δίνεις να μιλήσουμε στους αναγνώστες του Rockway.


Συνέντευξη στον Γιάννη Φράγκο

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

SCORPION CHILD: “Scorpion Child”

Αρχίζει και γίνεται αρκετά  κουραστικό αυτό που συμβαίνει τελευταία με πολλές μπάντες, οι οποίες μιμούνται και αντιγράφουν προκλητικά τον ήχο και τα συγκροτήματα των seventies χωρίς καμία νέα φρέσκα ιδέα.
Εδώ με την περίπτωση των Scorpion Child δεν έχουμε να κάνουμε με ένα συγκρότημα που απλά και λογικά επηρεάζεται από ένα μεγάλο σχήμα ή από τους ήχους του περασμένου αιώνα και προσπαθεί να καθιερωθεί στη παγκόσμια μουσική ροκ σκηνή, αλλά ακούω με απογοήτευση μία εκνευριστική και μελετημένη αντιγραφή συνθέσεων, εκτελέσεων και ενορχηστρώσεων των Led Zeppelin. Σε αυτό συμβάλει και η πολύ επιστημονική παραγωγή του Chris “Frenchie” Smith (THE ANSWER, JET) η οποία θυμίζει πιο έντονα το θρυλικό συγκρότημα.
Οι Τεξανοί Scorpion Child έκατσαν λοιπόν και μελέτησαν όλα τα άλμπουμ των Led Zeppelin, και o τραγουδιστής Aryn Jonathan Black έμαθε να ξελαρυγγιάζεται σαν τον Robert Pant. 
Το αποτέλεσμα μπορεί να ακούγεται ικανοποιητικό και εκρηκτικό σε πολλά σημεία αλλά οι συγκρίσεις και οι μνήμες είναι που τους εκθέτουν.
Την τιμητική τους εκτός από τους Led Zeppelin, έχουν οι Black Sabbath, οι Uriah Heep, οι Pentagram, και οι Lucifer’s Friend όπου δίνουν ακόμη πιο βαρύ άρωμα από τα αξέχαστα seventies ενώ ακολουθούν πιστά και τα βήματα των GRAVEYARD, WOLFMOTHER και RIVAL SONS.
Όσοι αγαπάτε τους κλώνους μεγάλων και ιστορικών συγκροτημάτων που παίζουν τέλεια αλλά χωρίς την δική τους προσωπικότητα μπορείτε να τσεκάρετε άνετα. Εγώ θα προτιμήσω να ακούσω τα Led Zeppelin “II” και “IV”.

 Φώτης Μελέτης

FARRADAY: “Shade of Love”



Οι FARRADAY είναι μια μελωδική rock μπάντα που έχει τις ρίζες της στην Ελλάδα. Έτσι λοιπόν μετά από τους εκπληκτικούς Wild Rose ακόμα έρχεται ακόμη ένα όνομα που θα ταρακουνήσει για τα καλά την Ευρωπαϊκή μελωδική σκηνή!
Ο ιθύνων νους πίσω από τους FARRADAY είναι ο κιθαρίστας/ συνθέτης/ πληκτράς και τραγουδιστής Roy Da Vis και ο Stathis Spiliotopoulos που είναι υπεύθυνος για την παραγωγή του άλμπουμ καθώς επίσης και τα drums.
Έτσι λοιπόν και μετά από πολλά χρόνια σε διάφορα projects, μπάντες, EP και γενικά μετά από πολλά χρόνια στην μελωδική σκηνή οι δυο τους αποφάσισαν πως ήρθε η ώρα να μοιραστούν τα κοινά τους όνειρα και να κάνουν το επόμενο βήμα τους δημιουργώντας τους FARRADAY.
Η διάρκεια των ηχογραφήσεων διήρκησε σχεδόν έξι μήνες και το αποτέλεσμα όλων των κόπων τους εκφράζεται με το ντεμπούτο τους το οποίο τιτλοφορείται “Shade Of Love”. Δέκα ολόφρεσκα και μελωδικότατα τραγούδια που παραπέμπουν σε άλλες εποχές που το AOR και το melodic rock ήταν τρόπος ζωής και έκφρασης, έρχονται να μας ζωντανέψουν μνήμες και να μας θυμίσουν γιατί αγαπάμε αυτό το είδος της μουσικής τόσο πολύ. Με το εναρκτήριο κιόλας άσμα “One Way Ticket To Hollywood” κολλάς με το εκπληκτικό ρεφραίν και την πιασάρικη μελωδία. Στο “Shade Of Love” τα πλήκτρα παίρνουν τον πρώτο ρόλο ενώ στο “Tonight” οι τύποι βάζουν πιο πολύ τσαμπουκά και ένταση και δημιουργούν ένα από τα καλύτερα φετινά hard rock τραγούδια.
Κλείνοντας την κριτική αυτό που έχω να πω είναι πως οι FARRADAY κερδίζουν τις εντυπώσεις με το πρώτο τους πόνημα. Σίγουρα δεν ανακαλύπτουν την Αμερική και δεν μπορούν να χαρακτηριστούν πρωτότυποι! Βαδίζουν πάνω σε μελωδίες που έχουν παιχτεί αλλά το κάνουν με τέτοιο τρόπο που δε γίνονται βαρετοί και προσθέτουν και αυτοί το λιθαράκι τους στο οικοδόμημα που λέγεται AOR σκηνή και κοιτάνε με αισιοδοξία το μέλλον για ακόμη μεγαλύτερα πράγματα! Ωραίες μελωδίες, καλοδουλεμένα τραγούδια και καλή παραγωγή σε ένα πολύ καλό άλμπουμ.


Βασίλης Χασιρτζόγλου

PAT TRAVERS BAND: “Can Do”



Είναι μία από τις θερινές νύχτες, απότοκος μίας εξουθενωτικής ημέρας και εσύ δεν έχεις διάθεση να περιπλανηθείς εκτός των τειχών της οικίας σου για να ψυχαγωγήσεις το είναι σου. Τουναντίον θέλεις να ερωτοτροπήσεις με τη μοναξιά σου και να ταξιδέψεις στον κόσμο της αχαλίνωτης φαντασίας και των προσωπικών οραμάτων σου.
Μοναδική σου συντροφιά υπό το απαλό φωτισμό αποτελεί το ποτό που σε χαλαρώνει (και ότι άλλο θέλεις εσύ, αλλά υγιεινό) και η μουσική ατμόσφαιρα που αποπνέει το τελευταίο άλμπουμ των Pat Travers Band, “Can Do”.  
Η τελευταία δισκογραφική προσπάθεια του Καναδού hard rocker τραγουδιστή, κιθαρίστα και keyboardist, Pat Travers, κινείται σε hard rock ύφος (Long Time Gone) εμπλουτισμένο με metal (Can Do,), southern (Armed and Dangerous, I'm With You), blues (Dust and Bones), soul (Waitin' On The End of Time), funk (Stand Up/ Give It Up), rock 'n' roll (Red Neck Boogie) και ατμοσφαιρικά (Diamond Girl, Wanted) στοιχεία.
Παρατηρείται δηλαδή ένας συγχρωτισμός στυλ και συνθέσεων που αφήνουν αμείωτο το ενδιαφέρον του ακροατή από την αρχή ως το τέλος και ταυτόχρονα προσαρμόζονται στις ανάγκες του σήμερα, έτσι ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι εύηχο στο αυτί. Βέβαια κάποιοι αυτόκλητοι θεματοφύλακες του σκληρού ήχου ενδεχομένως να ξινίσουν τα μούτρα τους με τις κατ’ αυτούς παρωχημένες μελωδίες, αλλά πριν ψέξουν τον Pat Travers θα πρέπει ν’ αντιληφθούν τη φράση που είχε πει ο Γάλλος διανοούμενος Pierre Bourdieu: “Μπορεί ν’ ανήκει κανείς σε κάποια εκλεκτή σφαίρα, αλλά να κατέχει ασήμαντη θέση. Να είναι εκείνος ο μουσικός ο χαμένος μέσα στην ορχήστρα, που αναφέρει ο Patrick Suskind στο έργο του Κοντραμπάσο”.
Αυτό δεν ισχύει επ’ ουδενί λόγω για τον Pat, ο οποίος φαίνεται να γνωρίζει καλά το αντικείμενό του, γι’ αυτό όπως και ο ίδιος αποσαφήνισε εξ’ αρχής: “Όταν επικοινώνησα με την Frontiers για να ηχογραφήσω ένα νέο studio album, με ρώτησαν εάν θα μπορούσα να δημιουργήσω μουσική νοσταλγική των προηγούμενων δίσκων μου, που έγιναν στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη νότια Φλόριντα των Η.Π.Α. στα τέλη του ‘70 και αρχές του ‘80”.
Ανεξάρτητα από το συνθετικό σκέλος του μουσικού αυτού εγχειρήματος τα φωνητικά του Pat βρίσκονται σε εξαιρετική κατάσταση, παρά το προχωρημένο της ηλικίας τους, οι κιθαριστικές γραμμές και τα σόλο συνιστούν πρότυπο για κάθε υποψήφιο hard rock guitar hero, το μπάσο και τα ντραμς προσδίδουν στον ήχο μία πομπώδη παρουσία και τα πλήκτρα συμπληρώνουν τη μελωδική ατμόσφαιρα. Αξιοπρόσεχτα κομμάτια είναι η καταπληκτική διασκευή στο “Here Comes the Rain Again” των Eurythmics με τo rock-reggae ρυθμό και τη Monica Travers, γυναίκα του Pat, στα backing vocals, καθώς και το instrumental “Keep Calm and Carry On” στο οποίο ξεδιπλώνονται οι μουσικές δυνατότητες της μπάντας και ο συνδυασμός funk μπασογραμμής και των psychedelic rock κιθαριστικών μελωδιών.
Συμπερασματικά, το “Can Do” μπορεί να ενταχθεί άνετα στο top 20 των καλύτερων άλμπουμ της χρονιάς.


Νικόλαος Καπίρης

MEGADETH: “Super Collider”


Το γεμάτο fillers “Th1rte3n” μου είχε αφήσει έντονη πικρία και ακόμα απορώ με όσους πήραν στα σοβαρά ένα δίσκο του οποίου οι καλύτερες στιγμές αποτελούνταν από παλαιότερα sessions και b-sides. Ντροπή ρε!
Don’t worry, το “Super Collider” αποτελείται από καινούργια κομμάτια και μπορεί να μην είναι τόσο τραχύ και επιθετικό όσο το “Endgame”, αλλά τουλάχιστον φροντίζει να παρουσιάσει μια δική του προσωπικότητα. Ίσως πιο εμπορική από ότι μας έχει συνηθίσει ο Dave Mustaine, αλλά μη φανταστείτε και radio friendly καταστάσεις.
Το “Super Collider” κινείται περισσότερο στα χνάρια του “United Abominations”. Εύπεπτες μεταλλικές συνθέσεις, με τον Dave να οργιάζει κατά στιγμές πάνω στην κιθάρα του και με έναν Broderick να “κεντάει” δίπλα του.
Κλασσικά Megadethικά θέματα (“Kingmaker”, “Built for War”), hard rock ύφος (“Super Collider”, “Burn!”), mid tempo καταστάσεις (“Dance In the Rain”, “Beginning of Sorrow”, “The Blackest Crow”), συναυλιακά κομμάτια (“Off the Edge”, “Forget to Remember”, “Don’t Turn Your Back”), συν μια πολύ συμπαθητική διασκευή στο “Cold Sweat” των Thin Lizzy, συντελούν έναν “εύκολο” μεν δίσκο, αλλά συνάμα σε κάτι που δεν περνάει αδιάφορο στο μέσο ακροατή. Σίγουρα δε θα μνημονεύεται όπως οι παλαιές καλές δουλειές τους, και όποιος περιμένει κάτι τέτοιο πλέον από τους Megadeth, βρίσκεται σε μεγάλη πλάνη!
Προσωπικά θεωρώ πως το “Endgame” θα αποτελούσε ένα πολύ πετυχημένο κύκνειο άσμα για τους Megadeth, αλλά από τη στιγμή που εξακολουθούν να παρουσιάζουν ένα αξιοπρεπές (κατά καιρούς) δισκογραφικό πρόσωπο, ας συνεχίσουν την όποια πορεία τους. Ούτως ή άλλως το ζητούμενο και για αυτούς είναι οι περιοδείες και όχι κάποια επιστροφή σε κάποιον heavy/ thrash θρόνο.
Highlights: “Kingmaker”, “Dance in the Rain”, “The Blackest Crow”, “Forget to Remember”.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...