Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

ORPHANED LAND: “All is One”

Πάντα είχα μια αδυναμία σε μουσικούς που έβλεπαν τα πράγματα λίγο πιο διαφορετικά και δεν βιαζόντουσαν να γεννήσουν μουσική χωρίς συναίσθημα.
Θυμάμαι σαν χθες όταν άκουσα το “Beloved's Cry” στην εκπομπή του Άγγελου Γεωργιόπουλου στον 902, τότε όταν ήμουν ακόμη παιδούλι και συγκλονίστηκα. Και εγώ και ο αδερφός μου γίναμε κοινωνοί ενός νέου πράγματος που ως τότε δεν είχαμε ξανασυναντήσει. Ένα μουσικό σταυροδρόμι όπου συναντούνται Ανατολή και Δύση.
10 χρόνια έχουν περάσει από το “Sahara” και οι Orphaned Land αλλάζουν σε κάθε δίσκο και λιγάκι. Κάποιο θα έλεγαν “φλωρεύουν”, μιας που σιγά σιγά αποτίναξαν κάθε δεσμό με το Death metal, αλλά έμειναν progressive ως το κόκκαλο.
Το “All is One” είναι η πέμπτη τους full length ηχογράφηση και εξαρχής δείχνει το πόσο πολύ κινείται σε folk ανατολίτικα μονοπάτια, έχοντας και μια ιδέα χορωδιακών φωνητικών που θυμίζουν τις αντίστοιχες αλλαγές των Σουηδών Therion.
H μουσική εξέλιξη των Orphaned Land έχει να κάνει περισσότερο με την αναζήτηση νέων ήχων από πλευράς Yossi Sassi (ο οποίος έχει και προσωπικό project) και παίζει πλέον οτιδήποτε έχει χορδές, από ούτι ως μπουζούκι και παρέσυρε σε νέα φωνητικά μονοπάτια τον Kobi Farhi.
Το “All is One” είναι μια ανάγκη για ενότητα μεταξύ των ανθρώπων ανεξάρτητα της θρησκευτικής τους επιλογής. Για αυτό το λόγο, ηχογραφήθηκε σε τρία διαφορετικά μέρη, στο Ισραήλ, στην Τουρκία και στη Σουηδία, σε μια προσπάθεια να δώσει ένα μήνυμα ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει να κρίνονται με βάση τον ποιο Θεό πιστεύουν.
Για αυτό το λόγο, θέλησαν σαν promotion track να βγάλουν video clip για το τραγούδι “Brother” που είναι η ιστορία δύο αδερφών, του Ιτζάκ και του Ισμαήλ, παιδιά και οι δυο του Αβραάμ, από άλλη μητέρα. Ο πρώτος έγινε ο πατέρας του Ισραηλίτικου Έθνους και ο δεύτερος του Αραβικού, αλλά όπως τονίζουν οι Orphaned Land, όπως και να έχει δε θα έπρεπε να ξεχνούν πως είναι αδέλφια.
Το album είναι ένα concept ειρήνης μεταξύ των λαών της Ανατολής και όχι μόνο με τραγούδια που απλώνουν το χέρι στο συνάνθρωπο με αγνότητα και χωρίς συμφέρον (“Let the truce be known”). Και μουσικά, Ανατολή και Δύση, συνυπάρχουν χωρίς δυσκολία και δημιουργούν συγκινησιακά φορτία σε κάθε ψυχή που ανοίγεται χωρίς διακρίσεις και υπερηφάνειες.
Στο “Through Water and Fire” ακούγεται και η μητρική του γλώσσα, που περιέργως, εμένα προσωπικά δεν με ξενίζει, ενώ το “Fail” που ακολουθεί είναι ότι πιο κοντινό στο μουσικό παρελθόν των Orphaned Land, με αφήγηση να ακούγεται όμορφα κάτω από τη μουσική, ώσπου ο Kobi βγάζει death metal γδαρμένα φωνητικά, Σουηδικής τεχνοτροπίας. Μην ξεχνάμε πως το ένα τρίτο του album ηχογραφήθηκε στη σκανδιναβική εκείνη χώρα και μιξαρίστηκε από τον έκτακτο κύριο Jens Bogren (Amon Amarth, Opeth, Devin Townsend Project).
Ακολουθεί ένα ορχηστρικό 3-λεπτο για την ελευθερία (“Freedom”), προτού έρθουμε στο “Shama'im”, έναν metal (μη γελάτε) αμανέ που θα σου ζητάει η μάνα σου να βάζει κάθε μεσημέρι που μαγειρεύει. Μπορεί να ακούγεται αστείο αυτό που γράφω, αλλά μιλάμε για εξαιρετικό κομμάτι τέχνης από μουσικούς που αποδεικνύουν και πάλι πως δεν έχουν όρια στο να συνδυάζουν την τοπική τους παράδοση (και άλλων τόπων) με την κάβλα τους για rock. Αν πήγαινε με αυτό το Ισραήλ στη Eurovision, θα κέρδιζε πανηγυρικά και θα ανάγκαζε τον κόσμο να σταματήσει να ακούει ανούσιες ηλιθιότητες.
Στο ίδιο κλίμα, είναι και το “Ya Benaye”, ενώ με το “Our own Messiah”εδραιώνονται και πάλι τα αγγλικά σε ένα τραγούδι παράπονο (“Why do we hold on to these prayers, All these years and nothing has been changed”).
25-μελής χορωδία, 8 βιολιά, βιόλα και τσέλο και ακόμα περισσότερα, σε ένα σύνολο 40 μουσικών, απασχολήθηκαν για να έρθει στα αυτιά μας αυτό το αποτέλεσμα που θα ξενίσει σίγουρα πολλούς και εντυπωσιάσει ακόμα περισσότερους με την αγνότητα του και την αισιοδοξία του πως τελικά η Ειρήνη θα επιτευχθεί.
Το album κλείνει με το 7-λεπτο έπος “Children”, του οποίου τους στίχους πρέπει ο καθένας μας να χωνέψει καλά (“How can we live in this world where lives are bought and sold?”).
Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα μουσικό αριστούργημα. Παραγωγή πεντακάθαρη σαν καλογυαλισμένο διαμάντι, ενορχήστρωση με @@, απίστευτο συνονθύλευμα διαφορετικών μουσικών και μια αίσθηση πως μπορείς να χορέψεις καρσιλαμά, κάνοντας headbanging. Μπήκε στην εικοσάδα μου και θα πετάξει κόσμο από την 5αδα!
Αssalamu alaikum!

Δημήτρης Μαρσέλος

BLACKMORE’S NIGHT: “Dancer and the Moon”

Αφοσιωμένος οπαδός της μουσικής των Deep Purple – Rainbow αναντίρρητα, λάτρης του “θείου” ταλέντου του μουσικού Ritchie Blackmore επί 3,5 δεκαετίες, κάτοχος 4 εκατοντάδων cd’s - dvd’s περίπου από όλες τις μπάντες του, ονειροπόλος της εποχής και της μουσικής επένδυσης του μεσαίωνα, αναμφισβήτητα!
Ακούγοντας λοιπόν το 9ο άλμπουμ  της νέο-μεσαιωνικής-αναγεννησιακής έκφρασης του ζεύγους Ritchie Blackmore - Candice Night σκέφθηκα: ωραιότατη επένδυση μουσική για την τηλεοπτική σειρά The Borgias που προβλήθηκε από τα τηλεοπτικά κανάλια Bravo! (Canada) και Showtime (U.S.)… υπερβολικός; Νομίζω διόλου! Αν εξαιρέσω τα Shadow of the Moon (1997), Under a Violet Moon (1999) και Fires at Midnight (2001), που ήταν εξαιρετικά και χαροποίησαν τους οπαδούς για το διαφορετικό και πρωτόγνωρο, όπου ο βιρτουόζος της κιθάρας μπορεί με δεξιοτεχνία να χειρίζεται και το μαντολίνο, τα υπόλοιπα που ακολούθησαν απλά έμειναν στο ύφος της εποχής που περιγράψαμε αρχικά! Φυσικά θέλει τόλμη για να μπορείς να γράφεις μοναδικά ριφ ικανά για το rock ‘n roll και όμοιας μουσικής ικανότητας για τη μεσαιωνική μουσική στις μέρες μας.
Τι φανερώνει όμως και τι σημαίνει, όταν οι διασκευές από rock συνθέσεις που λατρεύτηκαν στο παρελθόν έχουν φτάσει, από μία που συνήθως υπήρχε σε κάθε άλμπουμ της μπάντας, σε τρεις, όπως εδώ; Με εξαίρετη κιθαριστική δεξιοτεχνία που συμπεριλαμβάνει μερικά λαμπρά solo, πρώτη και καλύτερη διασκευή το “Temple Of The King” των Rainbow! Ακολουθεί το “Lady In Black” των Uriah Heep αγαπημένο τραγούδι ενώ το άλμπουμ ανοίγει με το“Think It’s Going To Rain Today” του Randy Newman σε μία ελαφρά γρηγορότερη εκδοχή από ό,τι το πρωτότυπο. Επίσης, το “Moon Is Shining (Somewhere Over The Sea)” με τα συνθεσάιζερ να γεμίζουν την σύνθεση πριν αυτή ζωντανέψει με τη μοναδική δεξιοτεχνική  δουλειά του Blackmore στην κιθάρα.
Θα αγόραζα το δίσκο μόνο και μόνο για την σύνθεση που κλείνει το δίσκο: το“Carry On… Jon”, αφιερωμένο στον τρισμέγιστο εκλιπόντα μαέστρο Jon Lord, που δεν είναι πλέον ανάμεσα μας. Η κιθάρα “ματώνει” συναίσθημα, ακατέργαστη, δυναμική, κόβει την ανάσα! Και στο φινάλε της σύνθεσης το άκουσμα από το Hammond όργανο ακούγεται, ως ο τζέντλεμαν της rock να μας αποχαιρετά για στερνή φορά!
Το “Dancer And The Moon” σίγουρα δεν είναι rock n’ roll δίσκος, σίγουρα όμως είναι υψηλής ποιότητας η μουσική και σίγουρα ο Blackmore επιβεβαιώνεται για πολλοστή φορά ως παγκόσμιας κλάσης κιθαρίστας και ΜΟΥΣΙΚΟΣ! Εάν σας αρκούν αυτά σπεύσατε. Ειδάλλως, αυστηρά για όσους θέλουν να συμπληρώνουν τη δισκοθήκη τους… όπως εγώ.

MAT SINNER: “Back To the Bullet”

Μια φορά και ένα καιρό το 1990, είχε βγει στην αγορά ένα μουσικό διαμάντι, του οποίου είχε σταματήσει η κυκλοφορία του εδώ και πολλά- πολλά χρόνια.
Αποτέλεσμα αυτού ήταν, εάν κάποιος ήθελε να το αποκτήσει, να μην το έβρισκε ή να αρέσκονταν σε κάποια μέτρια bootleg έκδοσή του, αλλιώς στην καλύτερη σε αντιγραφή εάν κάποιος γνωστός/ φίλος ήταν τυχερός κάτοχός του, μιας και τότε το downloading δεν ήταν στη μόδα.

Επιτέλους, ύστερα από 23 χρόνια το “Back To The Bullet” του Mat Sinner, επανακυκλοφορεί στις 21 Ιουνίου, κάτω από τη δισκογραφική στέγη της AFM records. Η κανονική έκδοσή του, για όσους δεν γνωρίζουν, είχε συνολικά 10 κομμάτια και το ύφος του έβρισκε θέση μεταξύ του Heavy/ Hard Rock ήχου. Στην επανέκδοσή του όμως, θα βρει κανείς ένα επιπλέον bonus κομμάτι (το “She's Got The Look”) που τότε δεν είχε τη τύχη να βρεθεί στο δίσκο και τα video clip των “Call My Name” και “Every Second Counts”.

Το όλο πακέτο, έρχεται με ολοκληρωτικά ξανασχεδιασμένο εξώφυλλο και ένθετο βιβλιαράκι. Όσο για το remaster, την επιμέλεια του ανέλαβε ο Achim Köhler, γνωστός και από τις δουλείες του τόσο με τους Primal Fear όσο και με τους Brainstorm. Επιπλέον συστάσεις δεν χρειάζονται νομίζω, οι παλαιότεροι ξέρουμε τι θα κάνουμε, οι νεότεροι φίλοι του σκληρού ήχου, επενδύστε άφοβα και με κλειστά μάτια.

Γιώργος Βαλιμίτης

POWER STATION: Το ξεχασμένο super group...

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 τέσσερις σπουδαίοι μουσικοί από τον χώρο της pop/rock σκηνής σχημάτισαν τους Power Station. Οι θεωρητικά μουσικά “καταπιεσμένοι” Andy Taylor (κιθάρα) καιJohn Taylor (μπάσο) προερχόμενοι από τους pop αστέρες Duran Duran σε ένα διάλλειμα που έκαναν εκείνη τη περίοδο από τις υποχρεώσεις που είχαν με το συγκρότημα τους κατάφεραν να πείσουν τον τραγουδιστή Robert Palmerμε την βοήθεια του session ντράμερ Tony Thompson (Chic) να φτιάξουν ένα μικρό super group.
Oι ηχογραφήσεις του παρθενικού άλμπουμ τους ξεκίνησαν το 1984 και τον Μάρτιο της επόμενης χρονιάς κατάφεραν να κυκλοφορήσουν τον ομότιτλο δίσκο τους από την ΕΜΙ. Το μουσικό ύφος των συνθέσεων του δίσκου ακολουθεί τα rock, funk, soul και pop μονοπάτια και αυτό οφείλεται κυρίως σε δύο παράγοντες. Πρώτον στο δισκογραφικό παρελθόν των R.Palmerκαι T.Thompson οι οποίοι κυρίως έπαιζαν στο στυλ που προαναφέραμε και δεύτερον στον παραγωγό Bernard Edwards (Rod Stewart, Joe Cocker, Diana Ross, Ian Hunter) μέλος και αυτός των Chic ο οποίος ήταν ένας πραγματικός θρύλος της παγκόσμιας μουσικής. Δύο τραγούδια ξεχώρισαν από το συγκεκριμένο άλμπουμ και αυτά ήταν τα “Some Like It Hot” (στο video πρωταγωνιστεί η διάσημη τρανσέξουαλ της εποχής Caroline “Tula” Cossey)  και η διασκευή στο “Get It On (Bang a Gong)” του Marc Bolan των Τ- RexΜάλιστα τόσο το άλμπουμ όσο και τα δύο singles έφτασαν ψηλά στα chart και πήγαν περίφημα και στις πωλήσεις με αποτέλεσμα να αποκτήσουν ξαφνικά ένα πιστό κοινό.
Παρόλη όμως την επιτυχία των Power Station είχαμε την αποχώρηση του τραγουδιστή Robert Palmer (ναι… είναι αυτός που έκανε επιτυχία με τα κομμάτια Addicted to Love” και Simply Irresistible”) για να στηρίξει την προσωπική του καριέρα με συνέπεια το συγκρότημα στο μεγάλο γεγονός του Live Aid το 1985 να αναγκαστεί να εμφανιστεί με frontman τον Michael Des Barres (Detective, Silverhead) με τον οποίο πραγματοποίησαν την αμερικάνικη τουρνέ τους αλλά παράλληλα πρόλαβαν να παίξουν και σε ένα επεισόδιο της δημοφιλούς σειράς Miami Vice. Τα μέλη της μπάντας όμως είχαν και υποχρεώσεις με τα δικά τους γκρουπ με συνέπεια να μην μπορούν να συνεχίσουν με την ίδια θέρμη οπότε οι Power Station μπήκαν στον πάγο για πολλά χρόνια και επανήλθαν ξανά το 1996. Έτσι λοιπόν την ίδια χρονιά κυκλοφορούν το αξιόλογο “Living in Fear”με λίγο διαφορετικό αυτή τη φορά live up μιας και ο John Taylor δε επιθυμούσε να συμμετέχει οπότε τα μέρη του μπάσου ηχογραφήθηκαν από τον παραγωγό τουςBernard Edwards, ο οποίος δυστυχώς πέθανε την ίδια χρονιά από πνευμονία λίγους μήνες πριν κυκλοφορήσει επίσημα το άλμπουμ.
POWER_STATION
Στο δίσκο υπάρχουν δύο διασκευές τα “Let's Get It On” του αδικοχαμένου Marvin Gaye και το “Taxman” του άλλου μακαρίτη  George Harrison ενώ το ύφος δεν έχει αλλάξει πολύ με τα πνευστά να προστίθενται ακόμη περισσότερο και τις κιθάρες να παλεύουν να δώσουν ένα ποιοτικό ροκ χρώμα στο δίσκο. Κορυφαίες συνθέσεις το ομώνυμο κομμάτι και το “She Can Rock It” ενώ το συγκεκριμένο άλμπουμ κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία με επιπλέον 4 κομμάτια. Το συγκρότημα δεν το έβαλε κάτω και περιόδευσε για την υποστήριξή του, με μπασίστα τον Guy Prattn (Pink Floyd, M.Jackson, Tears for Fears, Roxy Music, Madonna, Gary Moore) με επιπλέον μουσικό στις κιθάρες τον Luke Morley από τους Thunder ενώ το setlist περιλάμβανε ένα μίγμα από παλιά και νέα τραγούδια των Power Station και τραγούδια από τους Chic και τον R.Palmer. Όμως τα πράματα δεν πήγαν καθόλου καλά σε εμπορικό επίπεδο με αποτέλεσμα μετά την τουρνέ το συγκρότημα να διαλυθεί. Η ΕΜΙ κυκλοφόρησε το 2003 ένα best of ενώ την ίδια χρονιά είχαμε δύο τραγικά γεγονότα αφού ο Robert Palmer τον Σεπτέμβριο σε ηλικία 54 ετών πέθανε από καρδιακή προσβολή και στη συνέχεια ο ντράμερ T.Thompson με μεγάλη καριέρα με τουςChic, το Νοέμβριο της ίδια χρονιάς πέθανε από καρκίνο στα νεφρά. Αξίζει να σημειώσουμε ότι εκτός από σημαντικός ντράμερ είχε παίξει με σπουδαίους μουσικούς(Mick Jagger, David Bowie) ενώ σταθμός στην πορεία του θεωρείται η συμμετοχή του στην πρώτη εμφάνιση που είχαν δώσει οιLed Zeppelin στο Live Aid το 1985 μετά το χαμό του J.Bonham. Eπίσης το 2005 η εταιρία τους με αφορμή ότι έκλεισαν 20 χρόνια από την πρώτο τους άλμπουμ επανακυκλοφόρησε το “Power Station 20th Anniversary Edition”με bonus το τραγούδι το“Someday, Somehow, Someone's Gotta Pay” που υπάρχει στη ταινία “Commando”ερμηνευμένο από τον Michael Des Barres.
Φώτης Μελέτης

RICK WAKEMAN: “Myths And Legends Of King Arthur And The Knights Of The Round Table”

Στη μουσική συλλογή σου, έχεις από εκείνα τα album που κάθονται στα ράφια και ανεξήγητα τα νιώθεις να σε κοιτούν στα κλεφτά, σαν να θέλουν να τραβήξουν την προσοχή σου, ξανά πάνω τους.
Εκείνα τα album που τα έλιωσες στο παίξιμο, που σου γέμισαν τη καρδιά και τον νου με ηχητικές ηδονές. Που σε έκαναν ενθουσιώδη και αλαλάζων για την εύνοια της τύχης που επέτρεψε να βρεθούν στο διάβα σου. Ναι, όλοι τα έχουμε. Οι περισσότεροι από μας. Και αν μου ζητούσες, να μας βάλω να βιώσουμε ένα από αυτά, μιας και είναι Κυριακή απόγευμα, στιγμή κατάλληλη για απόλαυση ελληνικού καφέ συνοδεία μουσικής, τότε... ορίστε. Το "Myths And Legends Of King Arthur And The Knights Of The Round Table" του Μεγάλου Rick Wakeman. Nα σε συστήσω.
Ο γεννημένος το 1949 Βρετανός αρμόνιστας, συνθέτης και τραγουδοποιός, έγινε ευρύτερα γνωστός ως μέλος μιας τεράστιας μπάντας, των progressive rockers Yes. Αποχωρώντας από τους Yes  το 1974, συμμετείχε σε πολλά ακρογωνιαία album της δεκαετίας των 70’s, album σχημάτων όπως Black Sabbath, David Bowie, Τ.Rex, Elton John, Cat Stevens κ.α. Επέστρεψε στους Yes το 1976 για τέσσερα χρόνια και μετά και από τη δεύτερη φυγή του, σχημάτισε το side project Anderson, Bruford, Wakeman, Howe, αποτελούμενο από μέλη των Yes.
Λίγο πριν την πρώτη φυγή από το συγκρότημα, ο Wakeman ξεκίνησε τη solo του καριέρα με το album "The Six Wives of Henry VIII (1973). Το "Journey to the Centre of the Earth" (1974) ήταν μια άκρως επιτυχημένη κυκλοφορία, παραμένοντας για αρκετό καιρό στα αγγλικά charts (και απολαμβάνοντας μια σχετική επιτυχία και στις Η.Π.Α. αν δεν με απατά η μνήμη). Το "Myths And Legends ..." κυκλοφόρησε το 1975 και είναι το πρώτο album ως ανεξάρτητος καλλιτέχνης. Αποτέλεσε "hit" στην συνολική πορεία του Rick Wakeman και την χρονιά εκείνη ανακηρύχτηκε ως 15ο πιο επιτυχημένο album στην Αγγλία..
Εκτιμώντας τον δίσκο αυτόνομα, χωρίς το βάρος του ονόματος του δημιουργού και καθαρά με μουσικά κριτήρια, η αλήθεια είναι ότι η ανάλυση, θα μπορούσε και να αποκτήσει απλά συνοδευτικό χαρακτήρα. Ο Wakeman γράφει ένα μπουκέτο τραγούδια βασισμένα στο μύθο και στους χαρακτήρες του Θρύλου του Βασιλιά Αρθούρου και τους εντάσσει σκηνοθετικά στη μουσική του. Θα ήταν λάθος να λάβεις τη δουλειά αυτή ως  ιστορικό δράμα. Υποθέτω ότι το κίνητρο του καλλιτέχνη, ήταν να δώσει μια δική του εκδοχή σε αυτόν το μύθο, αφήνοντας παραδοσιακές πρακτικές, είτε σύνθεσης είτε στιχουργίας , στην άκρη.
Το βασικό μουσικό θέμα του concept εμφανίζεται από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα. Η εισαγωγή του Terry Taplin στον θρύλο "του Σπαθιού το όποιο είναι καρφωμένο στην πέτρα" ("Arthur"), έχει όλα τα σημάδια του μελοδράματος και ακούγεται εντυπωσιακή. Τα μοναδικά φωνητικά του Ashley Holt, κάνουν την εμφάνισή τους, παρουσιάζοντας τις πρώτες στροφές της ιστορίας με τους στίχους, επικούς να συμβαδίζουν με τη φύση της μουσικής. Παρεμβάλλονται διάσπαρτα ηρωικά instrumental θέματα, έξυπνα αναπτυσσόμενα, με κλιμακούμενες διαθέσεις και πάρα πολύ όμορφες και εύληπτες μελωδίες. Ο Wakeman, με μαεστρία γεμίζει κάθε κενό, χαράζει τη ρότα κάθε σύνθεσης συνοδευόμενος από φανερά καταρτισμένους μουσικούς (όπως ο φ-ο-β-ε-ρ-ό-ς μπασίστας Roger Newell) και το αποτέλεσμα είναι άκρως ικανοποιητικό.
Το "Lady Of The Lake" είναι χωρισμένο σε δυο ενότητες - μια χορωδιακή περιγραφή αυτής της πτυχής που θέλει να προσδώσει ο Wakeman και μια κλασσική περίληψη σε πιάνο. Και οι δυο μορφές, πλευρές ιδίου νομίσματος συνάδουν και δίνουν τελικά τη βασική μελωδία που κάνει την εμφάνισή της παραλλασσόμενη, σε όλα τα κομμάτια του δίσκου.
Η "Guinevere", είναι το πιο "άμεσο" track. Με πολύ καλό εισαγωγικό θέμα και ένα μεσαίο οργανικό κομμάτι που φέρνει στο μυαλό αιτιολογήσεις για τη σημαντικότητα όλου του prog rock της εποχής, μέσα σε ένα μπαλλαντοειδές φόντο, με τον τραγουδιστή να ερμηνεύει με λυρισμό και τη χορωδία άρτια ενορχηστρωμένη.  Ένα soft εντάσεων, πολύ όμορφο, τραγούδι.
"Fight! Fight! Fight!". Η κραυγή του "Sir Lancelot And The Black Knight", είναι φανερό ότι προτρέπει για μια απόπειρα, εις βάθους, εκτίμησης του αιωνία καψούρη με την Βασίλισσα, Lancelot. Αξιόλογο τραγούδι, με όμορφο, ρυθμικό couplet και sing-a-long στίχους. Highlight, το καταπληκτικό σόλο, που φέρνει άμεσα στο μυαλό, αύρες από τις θάλασσες των Genesis.
H μεγαλύτερη σε διάρκεια instrumental σύνθεση του album, το "Merlin The Magician", με ένα ακόμη συμφωνικό εισαγωγικό θέμα, εκκινεί το δεύτερο ήμισυ της δουλειάς αυτής. Baroque τεχνοτροπίες με παρουσία άρπας. Μια μικρή παύση λίγων στιγμών και μετά μπαίνει το κυρίως θέμα, μια σύλληψη που παραπέμπει τους Pink Floyd της ταραχώδους προσωπικότητας του Syd Barrett, rock με ουσία και όραμα. Υποθέτω ότι η κύρια επιρροή είναι η εκκεντρικότητα του Μάγου Μέρλιν ως χαρακτήρα, πράγμα που ίσως και να δίνει παραπάνω πόντους αξιολογώντας το ως γεγονός.
Από τα πιο ποιοτικά σημεία του δίσκου είναι το "Sir Galahad". Αλλεπάλληλες μουσικές στρώσεις, μικρής διάρκειας, σε ένα κρίσιμο, για τη ροη της ιστορίας, σημείο (στο όποιο ο Lancelot συναντά το νόθο γιο του), με τον Wakeman να ντύνει τον Ιππότη, με έναν "ηθικό" μανδύα, κοπής του 1975. Πολύ καλά επίσης και τα φωνητικά του Gary Pickford-Hopkin που συμπληρώνουν θετικά τη δομή της μουσικής.
Λογικά, ένα τέτοιο έργο, θα τελειώνει με έναν εξίσου αντάξιο επίλογο. Εξ' ολοκλήρου σχεδόν instrumental, το "The Last Battle", ένα από τα καλύτερα κομμάτια, περιέχει  καταπληκτική μουσική. Με μια αίσθηση από τον κόσμο του Mike Oldfield (τεράστιος), ουσιαστικότατο ως σύνθεση. Ο εμφύλιος πόλεμος, η ήττα του Αρθούρου από τον Mordred, η πτώση των Ιπποτών, η επέλαση των Σαξόνων, ακόμη και η ανακάλυψη των οστών του Αρθούρου, ντύνονται με μουσική μεγαλεπήβολη, συνθέτοντας μια ανεπανάληπτη αυλαία.
Συνολικά, το "Myths And Legends Of King Arthur And The Knights Of The Round Table" του Rick Wakeman, αποτελεί ένα από εκείνα τα διαμάντια Τέχνης, που είναι σαφή επιχειρήματα στις εσωτερικές αναρωτήσεις που όλοι έχουμε σε κρίσεις ρομαντισμού: “Αξίζει τελικά ρε φιλέ να ασχοληθείς;”   
Ε, μα τι σου λέω τόση ώρα; Άναψε τσιγάρο και άκου...

Ιορδάνης Κιουρτσίδης

Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

ALICE IN CHAINS: “The Devil Put Dinosaurs Here”

Χωρίς καμιά αμφιβολία ένα από τα πιο αναγνωρισμένα μουσικά σχήματα της δεκαετίας του 90, ψήγματα των οποίων, ακόμα φαίνονται στις μουσικές άλλων ανθρώπων ανά τον κόσμο.
Από τη στιγμή που έφυγε από τη ζωή ο αυτόχειρας Layne Staley, έπρεπε να περιμένουμε 14 χρόνια ώσπου να ακούσουμε κάτι νέο από τους άρχοντες του Seattle.

Η αντικατάσταση του Staley από τον Duvall, αρχικά προκάλεσε ανησυχία αλλά μόλις ακούστηκε το καταπληκτικό "Black gives way to blue", όλοι χαρήκαν και συζητήσεις γίνανε για την ομοιότητα χροιάς των δύο ανδρών. Το "Check My Brain" έγινε ο σύγχρονος ύμνος των AIC και επιτέλους είχαμε νέο υλικό να λατρέψουμε.

Και τώρα έρχεται η δεύτερη μετά-Staley προσπάθεια και πάλι με εμάς να πιστεύουμε πως δε θα τα καταφέρουν. Πριτς! Οι AIC βγάζουν ένα ακόμα εξαιρετικό album που αν και δεν είναι όσο δυνατό ήταν το προηγούμενο είναι τόσο καλό που δεν σου αφήνει χώρο για γκρίνιες.

Από το εναρκτήριο "Hollow" καταλαβαίνεις πως η βαριά και ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα που έχεις συνηθίσει στις δουλειές τους, είναι ακόμα εδώ και το ογκολιθικό μπάσο του "Stone", που επιλέχθηκε ως προπομπός του album, σε κάνει να κουνηθείς ρυθμικά και να σβήσεις από τα εγκεφαλικά σου αυλάκια, οτιδήποτε καχύποπτο υπήρχε για το μουσικό μέλλον των Αμερικανών.

12 πανέμορφα τραγούδια σε ένα σύνολο 67 λεπτών παρακαλώ! "Lab Monkey""Low Ceiling" είναι τραγούδια που θα ακουστούν σε ραδιόφωνα και dj sets, αφού είναι παράλληλα ποιοτικά και πιασάρικα.

Χαλαρές στιγμές υπάρχουν επίσης ("Voices""Scalpels") και στίχοι που ο καθένας μπορεί να ερμηνεύσει όπως θέλει ("The devil put dinosaurs here, Jesus don't like a queer, The devil put dinosaurs here, No problem with faith just fear") στο ομώνυμο γεμάτο ψυχεδέλεια τραγούδι. Ο δίσκος είναι πιο ήρεμος από τον προκάτοχο του, αλλά πολύ καλοστημένος και γεμάτος νόημα, έχοντας πολλά όμορφα τραγούδια, τελειώνοντας με το φοβερό "Choke".

Αφεθείτε σε ένα ταξίδι στην εσωτερική αναζήτηση, με οδηγό ωραίες συνθέσεις που θα σας κρατήσουν την ιδανική παρέα αυτό το καλοκαίρι. Αφιερωμένο το"Low Ceiling" σε όλους τους κλειστοφοβικούς τύπους (όταν διαβάσετε τους στίχους θα καταλάβετε)!

Χαιρετώ για μια ακόμη φορά τους ALICE IN CHAINS και ελπίζω να είναι κοντά μας για πάντα!

Δημήτρης Μαρσέλος

VISIONS OF ATLANTIS: “Ethera”

Το “Ethera” είναι το 5ο album για τους Αυστριακούς VoA, μια δισκογραφική δουλειά στην οποία δείχνουν να ολοκληρώνουν την στροφή που είχαν ξεκινήσει στον ήχο τους από το προηγούμενο album τους “Delta”.
To συμφωνικό power metal τους απομακρύνεται από την οπερετική πλευρά τους της σχολής Nightwish και συρρικνώνεται σε πιο ευθείς φόρμες, προσεγγίζοντας περισσότερο τον ήχο των Lacuna Coil, αλλά και της προηγούμενης μπάντας της νυν τραγουδίστριας τους, Maxi Nil, τους Elysion (χαρακτηριστικό παράδειγμα το κομμάτι “Avatara”).

Στο “Ethera” κάνει την εμφάνισή του και ο νέος τους κιθαρίστας Cris Tian(στην θέση του Werner Fiedler) τη στιγμή που η μπάντα αποφασίζει να δουλέψει έτσι την παραγωγή του album ώστε τα πλήκτρα και τα φωνητικά να είναι μπροστά από το ρυθμικό μέρος της μουσικής, ενώ το ταίριασμα στις φωνές των Plank και Nil ακούγεται πιο αρμονικό από ποτέ. Από την αρχή μέχρι το τέλος τα τραγούδια αποπνέουν έναν αέρα φρεσκάδας και ευεξίας και οι VoA δείχνουν να κάνουν πιο σταθερά βήματα από ποτέ σε αυτή τη νέα διαδρομή που επιλέγουν να ακολουθήσουν.

Το αδιάφορο εξώφυλλο αποπροσανατολίζει τον, ανυποψίαστο για τη νέα μουσική στροφή της μπάντας, ακροατή και θυμίζει περισσότερο το προφίλ των VoA των πρώτων album. Επιλογικά θα έλεγα ότι το “Ethera” καταφέρνει να ρυμουλκήσει το βαλτωμένο καράβι του ιδιώματος σε αχαρτογράφητα νερά και αυτό μόνο ως θετικό μπορεί να εκληφθεί. Μια αυτιά θα σας κατατοπίσει επακριβώς. Well done!

Γιάννης Φράγκος

MATΩΜΕΝΑ ΡΟΔΑ: “Οι Καρδιές Μας Ηχούν Διψασμένα”


Και τα αυτιά μας ακούν διψασμένα. Διψάμε να ακούσουμε κάτι που δεν θυμίζει κάτι άλλο,μικρό, μεγάλο,κλασσικό να μην είναι “post-something”, να είναι απλώς “something”.
Αυτή είναι η μία, η καλύτερη περίπτωση που περιμένεις να συναντήσεις. Υπάρχει όμως και η άλλη, η αμέσως επόμενη καλή, γιατί είναι ελπιδοφόρα, άρα σημαντική.
Σημαντική για ποιον θα μου πείτε; Yπάρχει η “πανσυπαντικά”, “πανγαλαξιδιακά” αντιληπτή έννοια του σημαντικού; Ναι. Aκόμη και σήμερα μιλάμε και γράφουμε για πράγματα που μας αφορούν όλους: τα νιάτα, τον πόνο, τη χαρά, τη μοναξιά, τον έρωτα, τον έρωτα, τον έρωτα… Και όλα αυτά μοιάζουν συνεχείς αναθέσεις και καλέσματα επιστράτευσης εκφραστικών μέσων των νέων, των δημιουργών και των νέων δημιουργών.
Ζούμε σε μια εποχή που ασελγεί στην έννοια της πίστης και ενώ όλοι μας γκρινιάζουμε και αναθεματίζουμε εύκολα, είναι υποχρέωση μας να σταθούμε πάνω στους νέους καλλιτέχνες που υπογραμμίζουν την αναγκαιότητα της τέχνης και όχι του εαυτού τους.
Μια τέτοια περίπτωση είναι αυτή του νέου γκρουπ Ματωμένα Ρόδα. Και ενώ ήδη με την επιλογή του ονόματός τους δεν μπορούμε να πούμε πως δεν είναι ευδιάκριτες, διάφανες οι επιρροές τους, εντούτοις ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζουν τη μουσική τους, δε θυμίζει καθόλου αδιαφανείς διαδικασίες, αντιθέτως, αξιοπρέπεια, αγάπη και κατάθεση ψυχής.
Με ροκ ύφος και ενδιαφέρουσες ενορχηστρώσεις που συμπεριλαμβάνουν εκτός από την κλασσική σύνθεση ηλεκτρικής κιθάρας, drums και μπάσου, πλήκτρα ακόμη και τουμπελέκι, συνθέτουν τη δική τους ατμόσφαιρα γεμάτη από πληθώρα επιρροών που παρουσιάζουν απενεχοποιημένα,ταξιδεύοντας στις περασμένες δεκαετίες του ελληνικού ροκ, φιλτραρισμένες από τη νεανική τους χροιά.
Με έμφαση στο στίχο που ανακαλεί πολλούς από τους καταραμένους ποιητές, καταφέρνουν να μας δώσουν το αισθητικό τους αποτέλεσμα με νοσταλγία για μια Ελλάδα που έμοιασε μεν με τεθλιμμένη κόρη, αλλά που σίγουρα είχε περιεχόμενο και όχι βλακεία. Σημείο που δείχνει ότι οι νέοι σήμερα δεν είναι αφελείς και άνευ ουσίας εξωστρεφείς, αλλά αντίθετα νιώθουν, προβληματίζονται και φιλτράρουν μέσω της δημιουργίας,ακόμη κι αν καταφεύγουν στο παρελθόν, στο ήδη υπάρχον, και δεν καταφέρνουν να προτείνουν το νέο, το φρέσκο, το ριζοσπαστικό. Είναι πολύ νωρίς ακόμη να βγάλουμε συμπεράσματα γι’ αυτούς, καθώς το “Oι καρδιές μας χτυπούν διψασμένα” είναι μόλις το πρώτο τους album, ωστόσο δεν μπορούμε παρά να επικροτήσουμε τη συνέπεια, την ειλικρίνεια και τη συγκίνηση με την οποία το δημιούργησαν.

Εύη Τασάκου

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

BURNING RAIN: “Epic Obsession”

Πέρασαν 13 ολόκληρα χρόνια για να έχουμε το τρίτο πόνημα των Burning Rain με τίτλο “Epic Obsession” και δε θα συμφωνήσω με αυτούς που ισχυρίζονται ότι η μπάντα άλλαξε τη μουσική της κατεύθυνση και εκφράζουν δυσαρέσκεια γι’ αυτό.
Άλλωστε οι καιροί αλλάζουν, έχει αλλάξει η δεκαετία, ο ήχος είναι πιο μοντέρνος και το “Epic Obsession” σίγουρα ηχεί περισσότερο heavy, πιο “κοφτερό” και περισσότερο επιθετικό.
Σίγουρα υπάρχουν τα στοιχεία που τους καθιέρωσαν από τα δύο πρώτα άλμπουμ, όπως το  funky εναρκτήριο “άσμα” το “Sweet Little Baby Thing”, που θυμίζει το αντίστοιχο από το πρωτόλειο τους αλλά με χροιά 21ου αιώνα.
Ακόμη μία φορά η κιθαριστική δουλειά  του Aldrich είναι σίγουρα εκρηκτική με εκπληκτικά σολαρίσματα, αλλά και η φωνή του St John παραμένει δυναμική, παθιασμένη, συναισθηματική.
H πρώτη μπαλάντα, το “Heaven Gets Me By”, θα μπορούσε να είναι σε δίσκο των Bon Jovi, πριν όμως δύο δεκαετίες (καθόλου άσχημα)! Οι συγκρίσεις με τους Coverdale και  Plant ακόμη είναι ολοφάνερες, ειδικά στο μέγιστο “Our Time Is Gonna Come”, που βασίζεται σε εξαιρετικό ριφ οργάνου Hammond (R.I.P Jon Lord) και την μπλουζ διάθεση του Aldrich στην κιθάρα, αλλά ο St John προσδίδει με τη φωνή του όλο το κλίμα που γαλούχησαν οι δύο τεράστιοι αυτοί τραγουδιστές!
Το τρίτο λοιπόν έργο τους, το μόνο που διαφέρει συγκρινόμενο με τα παλαιότερα, είναι η καλύτερη παραγωγή, καθώς ο ήχος είναι καθαρότατος και τα όργανα ακούγονται ξεκάθαρα σε ένταση και όγκο. Αγοράζονται όλα ή τίποτα!

Νότης Γκιλλανίδης

QUEENSRYCHE: “Queensrÿche”



Το σήριαλ με τους Queensrÿche δεν μου αρέσει…
Διασύρεται ένα σχήμα που γαλούχησε πολύ κόσμο στο metal ήχο και κυκλοφόρησε δίσκους όπως τα “Operation: Mindcrime”, “Empire” και “Promised Land”. Καταλαβαίνω την ανάγκη για αλλαγή, ή λήξης της όποιας συνεργασίας, αλλά τα τερτίπια του Geoff Tate και των πρώην συνεργατών του είναι απλά γελοία.
Καλώς χώρισαν τα τσανάκια τους, αλλά με κάποιο τρόπο πρέπει να καταλάβουν πως δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν και οι Geoff Tate’s Queensrÿche, και οι Queensrÿche (σκέτο).
Τέλος πάντων… Rewind, και πάμε από την αρχή!
Ύστερα από την πανωλεθρία των τελευταίων δίσκων τους, λογικό ήταν να υπάρχει γκρίνια και απογοήτευση στις τάξεις της μπάντας. Ακούγοντας το νέο τους album (και μετά αυτό που κυκλοφόρησε ο Tate), καταλαβαίνεις τις μουσικές διαφορές που είχε το σχήμα με τον πρώην frontman του. Οι μεν ήθελαν να επιστρέψουν στον ήχο που τους ανέδειξε, ενώ ο άλλος ήθελε alternative πειραματισμούς και καθόλου πισωγυρίσματα.
Με τον Todd La Torre πίσω από το μικρόφωνο, οι Queensrÿcheκυκλοφορούν τον καλύτερο δίσκο τους από την εποχή του “Promised Land”. Πιο απλά δε γίνεται να το περιγράψω…
Ναι, ο La Torre ακούγεται σαν κόπια του Tate (σε σημείο παρεξήγησης ορισμένες φορές), παρόλα αυτά άπαξ και αυτό χρειαζόταν για μία αξιοπρεπή δουλειά από το σχήμα, δεν έχω κανένα πρόβλημα.
Το “Queensrÿche” είναι αρκετά άμεσο, βουτηγμένο στις metal καταβολές της μπάντας, αφήνοντας πίσω του τους όποιους πειραματισμούς, έχοντας σε στιγμές αρκετές ομοιότητες με το “Empire”. Μεγάλη βάση έχει δοθεί στις μελωδικές γραμμές των συνθέσεων, ενώ το όλο εγχείρημα μοιάζει λες και γράφτηκε καιρό πριν. Δε θα μου έκανε εντύπωση αν κάποια τραγούδια προϋπήρχαν και είχαν απορριφτεί από τον Tate.
Προσωπικά δεν περίμενα ποτέ να γράψω θετική κριτική για Queensrÿchealbum, μιας και η μουσική ρότα που είχαν επιλέξει αδυνατούσε να με κρατήσει σαν ακροατή. Ούτε καν το “Operation: Mindcrime II” με ευχαρίστησε, μια δουλειά που άπαξ και είχε διαφορετικό τίτλο δε θα είχε συζητηθεί τόσο πολύ.
Μέσα από τις εννέα συνθέσεις (συν δύο intro) του “Queensrÿche” ξεχώρισα τα “Where Dreams Go to Die”“In This Light”“Redemption”“A World Without” και “Open Road”
Το νέο πόνημα των Queensrÿche είναι ώριμο, μεστό και ξέρει ακριβώς που πρέπει να πατήσει μουσικά. Μια νέα εποχή ξεκινάει για το σχήμα.
Geoff Tate’s Queensrÿche vs Queensrÿche, σημειώσατε 2!

Στέφανος Στεφανόπουλος

SAFFIRE: “From Ashes to Fire”




Με καταγωγή από το Gottenburg, της Σουηδίας, οι Saffire είναι μια νέα μπάντα που αποστολή της είναι να υπηρετήσει τον εμπορικό και συγχρόνως μελωδικό hard ‘n heavy ήχο.
Ξεκίνησαν παίζοντας διασκευές σε τοπικά club της περιοχής όταν ξαφνικά αποφάσισαν ότι έπρεπε να κάνουν το επόμενο μεγάλο βήμα τους που θα ήταν να γράψουν δικό τους υλικό και εν τέλει να μας το παρουσιάζουν σε αυτό εδώ το cd το οποίο τιτλοφορείται “From Ashes to Fire”
Όπως αναφέρθηκα και παραπάνω η μουσική των Saffire είναι αρκετά ενδιαφέρουσα, αφού από την μια συνδυάζουν την κλασική hard ‘n’ heavy σκηνή από την άλλη έχουν αρκετές πινελιές από Progressive με μια σύγχρονη προσέγγιση. Η μουσική τους είναι χτισμένη πάνω σε δυνατά και συγχρόνως μοντέρνα κιθαριστικά riffs αναμιγμένα με old-school κιθαριστικές γραμμές, πολύ καλά φωνητικά, και κάποια 80’s Scandi στοιχεία.
Τα τραγούδια στη πλειοψηφία τους είναι πολύ καλά με “έξυπνες” ενορχηστρώσεις και καλοδουλεμένες μελωδίες όπως για παράδειγμα τα"Magnolia""Call Freedom" και "The Betrayer's Fate". Ενώ το Hard Rock στοιχείο βρίσκεται σε κάθε τραγούδι του album, οι Saffire στην ουσία προσφέρουν πολύ περισσότερα από αυτό. Για παράδειγμα, η μπάντα καταφέρνει με ευκολία να ισορροπεί άψογα μεταξύ hard rock και metal με βαρύτερα τραγούδια όπως τα “Kingdom of the Blind” και “Paralyzed”, πάντα όμως με την μελωδία σε πρώτο φόντο! Με το άκουσμα του τραγουδιού“A Symphony Unheard” σου έρχεται ένας αέρας από παλιούς Styx. Αυτή είναι  η progressive πλευρά της μπάντας η οποία ακούγεται και στο "Modus Vivendi", το οποίο επίσης φέρει μια παλιομοδίτικη χροιά. Στο "End Of The World" αναμιγνύουν το blues με το heavy και το αποτέλεσμα είναι απλά υπέροχο! Οι δύο μπαλάντες που περιέχει το ντεμπούτο τους, “What If” και“She Remains a Mystery”, είναι πάρα πολύ καλές με όμορφες μελωδίες, ωραίες ενορχηστρώσεις και πολύ καλά φωνητικά.
Κλείνοντας την κριτική του “From Ashes to Fire” θα πρέπει να τονίσω πως τούτοι εδώ οι Σουηδοί με εντυπωσίασαν με το ντεμπούτο τους. Βάζουν τον πήχη αρκετά ψηλά για πρώτη κυκλοφορία και περιμένω με αγωνία τα επόμενα βήματα τους. Ο συνδυασμός πολλών στοιχείων της γενικότερα αποκαλούμενης σκληρής μουσικής δίνει μια ποικιλία στο τελικό αποτέλεσμα που δεν κουράζει. Στα θετικά επίσης είναι και η πολύ καλή φωνή του Tobbe Jansson που “δένει” τα τραγούδια ακόμη περισσότερο. 

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

FAIR WARNING: “Sundancer”



Από το ομότιτλο ντεμπούτο άλμπουμ τους, οι Fair Warning ήταν πάντα ένα συγκρότημα που κυκλοφορούσε πάντα υψηλής ποιότητας μελωδικούς hard rock δίσκους! 
Αυτοί εδώ οι Γερμανοί συνδυάζουν και συνδύαζαν άψογα τις υπέροχες μελωδίες, τα καλοδουλεμένα τραγούδια, τα πιασάρικα ρεφραίν και φυσικά τα εξαιρετικά και εμπνευσμένα κιθαριστικά μέρη με τα απλά θεϊκά σόλο και riff!  Άλμπουμ όπως το κλασσικό πλέον ντεμπούτο τους και φυσικά τα "Go!" και "Rainmaker" (χωρίς να υποβιβάζω κανένα) είναι δίσκοι που δεν πρέπει να λείπουν από την δισκοθήκη κανενός!
Μετά από κάποια χρόνια  σιωπής, η μπάντα επέστρεψε με το βαρύτερο αλλά ποιοτικό  "Brother’s Keeper” και συνέχισε με το πιο απαλό  "Aura" το 2009. Φτάνουμε λοιπόν στο τώρα και στο νέο πόνημα των Fair Warning το οποίο τιτλοφορείται “Sundancer”
Από το εξώφυλλο, αλλά, επίσης, και από τον τίτλο του άλμπουμ θα συνειδητοποιήσετε αμέσως  ότι η νέα τους δουλειά παραπέμπει, οπτικά και μουσικά, στο εκπληκτικό "Rainmaker", το επιτυχημένο άλμπουμ του 1995 που έδωσε στους Fair Warning διεθνή αναγνώριση.
Από τις πρώτες κιόλας νότες του “Sundancer”, σε κολλάει στον τοίχο! Όλα τα πράγματα που γουστάρω από τους Fair Warning είναι εδώ: μελωδίες, ρεφραίν να τα σιγοτραγουδάς για μέρες, υπέροχα φωνητικά και απίστευτα μελωδικά τραγούδια που φτιάχνουν ακόμα έναν κλασσικό Fair Warning δίσκο. Θα περιέγραφα το “Sundancer” ως την τέλεια μίξη μεταξύ των "Rainmaker", "Go!" και " Brother’s Keeper "!
Υπάρχουν μερικές άριστες up-tempo συνθέσεις, όπως το φανταστικό εναρκτήριο άσμα "Troubled Love", "Keep It In The Dark""Pride" και"Get Real" τα οποία αποτελούνται από έξυπνα ρεφραίν, δυνατές ερμηνείες και άριστες ενορχηστρώσεις. Το "Hit And Run" θα μπορούσε κάλλιστα να βρίσκεται στο “Rainmaker” ενώ το "Send Me A Dream" διαθέτει μια bluesy διάθεση με ένα εκπληκτικό σολάρισμα.
Με λίγα λόγια το “Sundancer” είναι ένα κλασσικό album! Πραγματικά χαίρομαι που μια από τις αγαπημένες μου μπάντες επιστρέφουν με ένα τέτοιο άλμπουμ! Ένα από τα highlights του τρέχοντος έτους!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

DEF LEPPARD: “PYROMANIA”



Όταν το 1980 οι Def Leppard έκαναν το ντεμπούτο τους με το "On Through the Night", αλλά και το "High 'n' Dry" έναν χρόνο αργότερα, ως γνήσιοι εκπρόσωποι του N.W.O.B.H.M., κανένας δεν φανταζόταν ότι λίγα μόλις χρόνια αργότερα η ίδια μπάντα θα κέρδιζε διεθνή αναγνώριση με το "HYSTERIA", έναν pop-metal δίσκο, γεμάτο εμπορικά hit, τύπου "Pour Some Sugar On Me".
Κάπου ανάμεσα σε αυτές τις κυκλοφορίες, και προσπαθώντας ακόμα να βρουν τη μουσική τους ταυτότητα, οι Def Leppard είχαν κυκλοφορήσει το "PYROMANIA", έναν δίσκο που σηματοδότησε την μεταπήδηση του συγκροτήματος από τη New Wave of British Heavy Metal σκηνή στον mainstream χώρο, αλλά αποτέλεσε και τον προπομπό του "HYSTERIA", της πιο επιτυχημένης δισκογραφικής δουλειάς της μπάντας, μέχρι και σήμερα.

Ο εν λόγω δίσκος κυκλοφόρησε στις 20 Ιανουαρίου του 1983, μέσω της Vertigo Records.
Παραγωγός, ο μεγάλος Robert John "Mutt" Lange, γνωστός για την συνεργασία του με τους AC/DC, ο οποίος συμμετείχε και σε μεγάλο μέρος της σύνθεσης όλων των κομματιών του "PYROMANIA".

Πολλοί τότε έκαναν λόγο για έναν δίσκο που θύμιζε AC/DC με μια σαφώς πιο pop χροιά, αλλά και για έναν Joe Elliott του οποίου τα φωνητικά παρέπεμπαν σε Bon Scott, και όχι άδικα.
Πράγματι, τόσο στο "Back In Black" των AC/DC, όσο και στο "PYROMANIA", ο Lange είχε στιγματίσει την παραγωγή με το δικό του, πολύ ιδιαίτερο ύφος, αφήνοντας -αναπόφευκτα- μεγάλα περιθώρια σύγκρισης.

Όπως και να ‘χει, από τη στιγμή που αυτός ο άνθρωπος έβαλε τους Def Leppard στο studio, ο κόσμος της μουσικής θα άλλαζε για πάντα.

Και μπορεί από το "High 'n' Dry" (1981) μέχρι το "PYROMANIA" να μεσολάβησαν δυο σχεδόν χρόνια, ωστόσο αποδείχθηκε πως η αναμονή άξιζε, και με το παραπάνω, αφού το αποτέλεσμα δικαίωσε στον απόλυτο βαθμό τόσο το συγκρότημα, όσο και τον τελειομανή Lange.

Το "PYROMANIA", με τον καινοτόμο ήχο του, έρχεται να φέρει τα πάνω-κάτω στα μουσικά δεδομένα της δεκαετίας του ’80, όντας από τους πρώτους δίσκους που ξεκινά το δημοφιλές pop/metal κίνημα. Με την βοήθεια του Lange, οι Def Leppard κατορθώνουν το σχεδόν αδύνατο, να επιτύχουν δηλαδή την τέλεια μείξη pop και αυθεντικού metal.

Μπορεί, για πολλούς σκληροπυρηνικούς, οι Leppard να πρόδωσαν το “πραγματικό” metal μεταπηδώντας στην λεγόμενη hair-metal σκηνή, θυσιάζοντας τον σκληρό ήχο στο βωμό της μελωδίας, ωστόσο δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός ότι η αυθεντικότητα και το μουσικό μεγαλείο του "PYROMANIA" ήταν αυτά που έθεσαν μια νέα βάση στο hard rock αναδεικνύοντάς το στο κυρίαρχο μουσικό είδος της δεκαετίας του ‘80.

Με δίσκους όπως το "PYROMANIA", ο σκληρός ήχος αρχίζει να γίνεται πιο δημοφιλής, κερδίζοντας μια νέα γενιά οπαδών.

Επιπλέον, οι ίδιοι οι Def Leppard καταφέρνουν να κάνουν το μεγάλο βήμα στην καριέρα τους, αφού πραγματοποιούν το πολυπόθητο άνοιγμα στην αμερικανική αγορά και κατορθώνουν να αναδειχθούν σε παγκόσμια μουσική δύναμη λίγο αργότερα.

Τα 10 κεφάλαια του δίσκου

Από το "PYROMANIA" προκύπτουν 4 singles–ύμνοι με πρώτο σε σειρά το "Photograph" τον Φεβρουάριο του ’83, ίσως το πιο επιτυχημένο single του δίσκου και σίγουρα ένα από τα πιο δημοφιλή και αναγνωρίσιμα κομμάτια της μπάντας, με το εισαγωγικό riff να ηχεί –έκτοτε- αιώνια στο αυτί κάθε rock fan. Θέμα του κομματιού, η πρόωρα χαμένη ηθοποιός Marilyn Monroe.

Το δεύτερο single έρχεται τον Μάιο, με το "Rock of Ages", ένα κομμάτι-ύμνο στην κυριολεξία, αφού αντλεί τον τίτλο του από τον ομώνυμο χριστιανικό ύμνο. Λέγεται ότι ο Joe Elliott εμπνεύστηκε το κομμάτι όταν, κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, ένα μέλος της χορωδίας είχε ξεχάσει ένα βιβλίο με ύμνους στο studio.

Σημειωτέον ότι το "Rock of Ages" είναι το μοναδικό τραγούδι όπου αναφέρεται και ο τίτλος του δίσκου ("…no serenade, no fire brigade, just a PYROMANIA"…)

Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς κυκλοφορεί το "Foolin'", μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του συγκροτήματος, με τον Clark να δίνει ρεσιτάλ παιξίματος.

Το τέταρτο και τελευταίο single του δίσκου κυκλοφορεί τον Νοέμβριο του 1983 και δεν είναι άλλο από το "Too Late for Love", τη μεγάλη μπαλάντα του "PYROMANIA", αλλά και μια από τις πιο ατμοσφαιρικές και ποιοτικές μπαλάντες των Def Leppard.

Πέρα από τα τέσσερα single, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι κάθε κομμάτι του "PYROMANIA" αποτελεί και ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στο hard rock, ενώ εννοείται πως απουσιάζουν τα fillers από τη συγκεκριμένη δουλειά.

Το εισαγωγικό "Rock Rock (`Til You Drop)" έχει καθιερωθεί ως ο απόλυτος rock ‘n roll party ύμνος, ενώ ο συνδυασμός synthesizer-drums στην έναρξη εισάγει τον ακροατή στο γενικότερο ύφος του δίσκου.

Στα highlights περιλαμβάνεται φυσικά και το "Stagefright", ένα από τα πιο heavy κομμάτια του album, με τα ανάλογα riff και solo, αλλά και το "Die Hard The Hunter", ένα αρκετά “αφηρημένο” κομμάτι που ξεκινάει με ηχητικό εφέ ελικοπτέρου, περνάει σε μια μελωδική εισαγωγή με πλήκτρα για να καταλήξει σε έναν αρκετά πιο σκληρό ήχο. Οι στίχοι φαίνεται να αφορούν έναν βετεράνο που προσπαθεί να ενσωματωθεί στην κοινωνία μετά τον πόλεμο.
Άξια αναφοράς είναι και τα αρκετά υποτιμημένα "Action! Not Words", αλλά και η άλλη μπαλάντα του δίσκου "Comin' Under Fire", που απλά παρέμειναν στη σκιά, συγκρινόμενα με τα υπόλοιπα μεγάλα κομμάτια του album.

Το "PYROMANIA" κλείνει με το "Billy's Got a Gun", για πολλούς η πιο metal στιγμή της συγκεκριμένης δουλειάς και αναμφισβήτητα ο καταλληλότερος τρόπος να κλείσεις έναν αριστουργηματικό δίσκο.

Να σημειωθεί ότι η διπλή συλλογή που κυκλοφόρησε το 2005 με τον τίτλο "Rock of Ages: The Definitive Collection" περιλάμβανε 7(!) από τα 10 κομμάτια του "PYROMANIA".

Η συναισθηματική αξία του "PYROMANIA"

Το "PYROMANIA" είναι το τελευταίο album των Def Leppard με τον Pete Willis στην κιθάρα.
Ως γνωστόν, απολύθηκε κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων εξαιτίας του εθισμού του στον αλκοολισμό. Τη θέση του πήρε ο Phil Collen, ο οποίος έπαιξε όλα τα solo των κομματιών αλλά και τα λοιπά μέρη τα οποία δεν πρόλαβε να ηχογραφήσει ο Willis, παρόλα αυτά η επιρροή του τελευταίου σε όλον τον δίσκο είναι κάτι παραπάνω από έντονη.

Και ενώ η ιστορία απέδειξε πως ο Collen υπήρξε άξιος αντικαταστάτης, πολλοί θα συμφωνήσουν πως όλες οι μετέπειτα κυκλοφορίες των Def Leppard στερούνται τη δύναμη και την ένταση των τριών πρώτων album.

Πράγματι, ο Pete Willis είχε τεράστια επιρροή στον ήχο των Leppard και μετά την αποχώρησή του, τα κομμάτια δεν θα είχαν ποτέ ξανά εκείνο το ιδιαίτερο riff style.

Εν ολίγοις και κατ’ ουσία, το "PYROMANIA" σηματοδοτεί το τέλος μιας σπουδαίας μπάντας.
Η χημεία του original line-up, και ειδικά αυτή μεταξύ Willis και Clarke, ήταν αυτό που ουσιαστικά έκανε τις πρώτες κυκλοφορίες της μπάντας τόσο σπουδαίες. Χωρίς τον Pete, οι Def Leppard θα υπέφεραν ένα σοβαρό πλήγμα στη σύνθεση, και όχι μόνο.
Μετά Willis εποχή, το συγκρότημα παρέμεινε σαφώς σπουδαίο, αλλά η αίσθηση όλων ήταν ότι σίγουρα κάτι έλειπε…

Ένας άλλος λόγος που κάνει το "PYROMANIA" μια τόσο ξεχωριστή κυκλοφορία, είναι το γεγονός ότι ο δίσκος αυτός δημιουργήθηκε πριν από όλες τις τραγωδίες που βίωσε η μπάντα, συμπεριλαμβανομένου του τραγικού θανάτου του Steve Clark (1991), αλλά και του σοβαρού τροχαίου του Rick Allen (1984), που του κόστισε το αριστερό του χέρι.

Μετά το ατύχημα, η μπάντα αποφάσισε να μην αντικαταστήσει τον Allen, κάτι που έδειξε το μεγαλείο της φιλίας τους, θα είχε όμως και το τίμημά του.

Στο εξής, οι D.L. δεν θα μπορούσαν να ροκάρουν εξίσου σκληρά, καθώς ο Allen θα ήταν αδύνατον να ξαναπαίξει σε τόσο γρήγορο ρυθμό με ένα μόνο χέρι.

Επομένως το "PYROMANIA" αποτελεί το τελευταίο album των Def Leppard που φέρει τη μαγεία του παιξίματος τριών σπουδαίων μουσικών μαζί: του Pete Willis (που αποχώρησε), του Rick Allens (που αργότερα έχασε το χέρι του) και του πρόωρα χαμένου Steve Clark.
Ίσως γι’ αυτό η συγκεκριμένη δουλειά κατείχε πάντα μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά των θαυμαστών του συγκροτήματος.

Για κάποιους λάτρεις της πρώτης περιόδου του συγκροτήματος μάλιστα, το "PYROMANIA" ίσως να είναι και το τελευταίο album των Def Leppard με «ψυχή», τότε ακόμα που τα 5 νεαρά παιδιά από το Sheffield της Αγγλίας έπαιζαν με αγάπη και δίψα για το rock ‘n roll, πριν προσάψουν στον ήχο τους όλα εκείνα τα εμπορικά στοιχεία που απαιτούσε η αμερικανική αγορά.

Πιθανόν οι Def Leppard να μην αποτελούν το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα του glam-metal, ωστόσο αποτέλεσαν αναμφίβολα τεράστια πηγή έμπνευσης για το κίνημα, καταφέρνοντας ταυτόχρονα να διατηρήσουν τον σεβασμό και της γενικότερης metal κοινότητας.
Ως η τέλεια ισορροπία ανάμεσα στο σκληρό το "High 'n' Dry" και το super εμπορικό "HYSTERIA", το "PYROMANIA" αποτελεί δίχως αμφιβολία την πιο ιδιαίτερη κυκλοφορία των Def Leppard, κάνοντας πολλούς -ακόμα και σήμερα- να παραμιλούν.
Από τους ροκάδες του ‘80 που έτρεχαν στα δισκάδικα να το αγοράσουν σε βινύλιο, στα 90’s, που το αγοράσαμε σε cd, μέχρι και σήμερα -3 ολόκληρες δεκαετίες μετά- που ροκάδες της νέας γενιάς φορτώνουν κομμάτια από το ίδιο album στο iPod, το "PYROMANIA" συνεχίζει να συγκινεί και να γοητεύει.
Όσο κι αν η μουσική αλλάζει και η τεχνολογία προχωρά, κάποιες αξίες παραμένουν σταθερές και αναλλοίωτες στο πέρασμα του χρόνου.
Εάν αυτό δεν είναι ο ορισμός του κλασσικού δίσκου, τότε τι είναι?

Παραλειπόμενα:

- Το 2004, το "PYROMANIA" κατατάσσεται στο νούμερο 384 της λίστας των 500 καλύτερων album όλων των εποχών, σύμφωνα με το περιοδικό Rolling Stone, ενώ το 2006, το Q magazine κατατάσσει το album στο νούμερο 35 της λίστας του με τα 40 καλύτερα album των '80s.

-Το καλοκαίρι του 2009 κυκλοφορεί η remastered version του δίσκου μαζί με ένα live bonus CD από το show του συγκροτήματος στο L.A., στις 11 Σεπτεμβρίου του 1983.

- Το 2009, το "Photograph" καταλαμβάνει την 13η θέση στην κατηγορία των μεγαλύτερων hard rock κομματιών σύμφωνα με το VH1. Το clip του εν λόγω κομματιού είχε βιντεοσκοπηθεί στις 2 Δεκεμβρίου του 1982, ημέρα γενεθλίων του μπασίστα, Rick Savage, ο οποίος έκλεινε τότε τα 22 του χρόνια. Στο εν λόγω βίντεο μάλιστα, έκανε το ντεμπούτο του ο κιθαρίστας Phil Collen.

- Στην εισαγωγή του "Rock of Ages" ακούγεται ο παραγωγός Mutt Lange να κάνει μια ασυνάρτητη αντίστροφη μέτρηση σε ανύπαρκτη γλώσσα που θυμίζει γερμανικά ("Gunter glieben glauben globen"). Σύμφωνα με την ίδια τη μπάντα, κάποια στιγμή ο Lange, κουρασμένος από το κλασσικό «ένα, δυο, τρία, τέσσερα…», άρχισε να λέει ασυνάρτητες λέξεις. Στην μπάντα άρεσε πολύ η συγκεκριμένη λήψη και αποφάσισε να την συμπεριλάβει στον δίσκο. Η ίδια εισαγωγή χρησιμοποιήθηκε πολύ αργότερα στο γνωστό "Pretty Fly (for a White Guy)" των The Offspring, αλλά και στο "Call Me What You Like (If You Like Rock-N-Roll)" του Puffy AmiYumi. Το clip του κομματιού βιντεοσκοπήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1982, στα 25α γενέθλια του κιθαρίστα Phil Collen.

- Παρατηρώντας κανείς το εξώφυλλο του "PYROMANIA", σκέφτεται πόσο προφητικό είναι σαν εικόνα, αν αναλογιστεί την τραγωδία στους Δίδυμους Πύργους, που συνέβη σχεδόν 20 χρόνια μετά τη κυκλοφορία του δίσκου (9-11-2001).
Μια άλλη ανατριχιαστική σύμπτωση αποτελεί και η φωτογραφία της μπάντας στην πρώτη σελίδα του δίσκου, όπου το αριστερό χέρι του Rick Allen δεν είναι ορατό, ενώ όλως περιέργως μπορούμε να δούμε και τα δυο χέρια των υπόλοιπων μελών…

Tracklist (CD):

1. Rock Rock (Till You Drop)
2. Photograph
3. Stagefright
4. Too Late For Love
5. Die Hard The Hunter
6. Foolin'
7. Rock Of Ages
8. Comin' Under Fire
9. Action! Not Words
10. Billy's Got A Gun

Μπάντα:

• Joe Elliott - φωνητικά
• Steve Clark - κιθάρα
• Phil Collen - κιθάρα
• Pete Willis – κιθάρα
• Rick Savage - μπάσο
• Rick Allen – drums
• John Kongos, Booker T. Boffin, - πλήκτρα
• The Leppardettes - background φωνητικά

Λίλιαν Καραχρήστου

JON LORD: “Windows”



Μετά την οδυνηρή απώλεια του μεγάλου μαέστρου-ανθρώπου στις 16 Ιουλίου, αντί αφιερώματος επικήδειου με ίσως τετριμμένες και χιλιοειπωμένες αναφορές ή βιογραφικά, καλύτερο είναι νομίζω να παρουσιάσουμε κάποια από τα σημαντικότερα συνθετικά έργα του.
Έτσι πρώτο στην παρουσίαση βρέθηκε το “Windows”, μία από τις καλύτερες μουσικές συνθέσεις του και θα εξετάσουμε παρακάτω τους λόγους. Έπειτα  από την παρουσίαση ενός άλλου σημαντικού συνθετικού του έργου, του “Gemini Suite” στην Γερμανία στα 1972, ο Jon Lord επέστρεψε στα καθήκοντα του με τους  Deep Purple, που τον κράτησαν απασχολημένο για το υπόλοιπο της χρονιάς όπως και την επόμενη, καθώς οι Deep Purple εφόρμησαν στην κερδοφόρα αμερικάνικη αγορά. Επειδή όμως η επιτυχία έφερε και προβλήματα, το αποτέλεσμα ήταν οι Ian Gillan και Roger Glover τον Ιούνιο του 1973 και με συνέπεια να εγκαταλείψουν τη μπάντα.
Οι εναπομείναντες μπήκαν στη διαδικασία αναζήτησης αντικαταστατών με αποτέλεσμα την αποχή από εμφανίσεις και την συνθετική-studio δουλειά για αρκετές εβδομάδες. Σε αυτό λοιπόν το διάστημα ήρθε σε επικοινωνία ο Lord με τον Eberhard Schoener για μία ακόμη φορά, αφού ήταν ο μαέστρος της ορχήστρας στο κονσέρτο για το “Gemini Suite” (1972). Τα σχέδια προέβλεπαν ακόμη μία παρουσίαση αυτής της παράστασης πάλι στη Γερμανία τον Οκτώβριο του 1973. Στην πραγματικότητα κανονίστηκαν τρείς παραστάσεις για τις 3, 4 και 5 του ίδιου μήνα αλλά εξαιτίας του περιορισμένου χρόνου και πιθανόν εξαιτίας των δυσκολιών για περιοδεία μιας τέτοιας παράστασης. Εν τέλει, μόνο η πρώτη παράσταση δόθηκε στο Μόναχο πιθανόν σε μία προσπάθεια να κρατηθεί το κονσέρτο μακριά από τη δουλειά των Purple  ενώ πολύ λίγα γράφηκαν για την εμφάνιση αυτή στον τύπο της Αγγλίας.
Γνωρίζουμε ότι πήραν μέρος η Yvonne Elliman (Jesus Christ Superstar όπερα , Eric Clapton, Bee Gees) και ο εξαίρετος ντράμερ Pete York (The Spencer Davis Group, Hardin & York). Πιθανόν ακολουθήθηκε το ίδιο setlist με την συναυλία του Γενάρη στα 1972, παραμένοντας περίπου στην εκδοχή του άλμπουμ. Παρά ταύτα φαίνεται πως η βραδιά άρεσε στο κοινό και ψηφίστηκε ως  η καλύτερη για τότε ζωντανή εμφάνιση τα τελευταία 5 χρόνια στη Γερμανία.
Μετά την συναυλία και όπως ακριβώς έγινε με το BBC που πλησίασε τον Jon για την περίπτωση του Concerto for Group and Orchestra το 1969, έτσι και η γερμανική τηλεόραση απευθύνθηκε στους Lord και Eberhard για να συνθέσουν κάτι καινούργιο για λογαριασμό τους, το οποίο θα παρουσιάζονταν ζωντανά τον επόμενο χρόνο και αυτοί συμφώνησαν.
Το 1973 οι Purple ξαναβγήκαν σε περιοδεία  και εκτός από ένα σύντομο διάλλειμα με τον Lord να κάμει εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας το Γενάρη του1974, περιόδευσαν συνέχεια μέχρι το Μάη όταν ο Lord βρέθηκε στη Γερμανία.
Η νέα συνθετική δουλειά ονομάστηκε “Windows” και παρουσιάστηκε την 1η Ιουνίου  στο Μόναχο. Επίσης μεταδόθηκε ζωντανά σε πανευρωπαϊκό δίκτυο (Eurovision network) και παρακολουθήθηκε από 320 εκατομμύρια θεατές. Στην πραγματικότητα ήταν η τελευταία επίδειξη της βραδιάς του φεστιβάλ "Prix Jeunesse", που ήταν ένας διαγωνισμός για νέους συνθέτες, έτσι η ιδέα για ένα "pop group" δεν ήταν τόσο παράξενη όσο μπορεί να ακούγεται. Υπήρχαν δύο νέα στοιχεία: το “Windows” ήταν μία σύνθεση με τρία μέρη. Το μεσαίο τμήμα  είχε παρθεί από την σύνθεση του Jon, “Gemini Suite”, που ταίριαξε ανάμεσα στα δύο νέα μέρη. Επίσης, από την πλευρά του ο Schoener συνέθεσε ένα νέο μέρος και ο Lord το υπόλοιπο. Το άλλο κομμάτι που παρουσιάστηκε ήταν το “Continuo On Bach” στο οποίο ο Lord  προσάρμοσε μία ημιτελή fugue (μουσική σύνθεση) για ηλεκτρικά όργανα μιας μπάντας και μία ορχήστρα (συγκεκριμένα την Munich Chamber orchestra-ορχήστρα δωματίου του Μονάχου). Στην πραγματικότητα η σύνθεση είχε γραφεί για τις εμφανίσεις του Οκτώβρη του 1973, αυτή όμως ήταν η πρώτη δημόσια εκτέλεση.
Έτσι οι Jon Lord, David Coverdale και Glenn Hughes εμφανίστηκαν μαζί (καθώς και ο Tony Ashton), ο Pete York στα ντραμς και ο Ray Fenwick (The Syndicats, Spencer Davis Group, After Tea, Ian Gillan Band, Fancy, Forcefield) στην κιθάρα.
Οι Hughes και Coverdale στην πραγματικότητα δεν πολύσυμμετείχαν. Ο Coverdale τραγούδησε ελάχιστα στην έναρξη του “Windows”, ενώ ο Hughes τραγούδησε λίγο περισσότερο στο μέρος του “Gemini Suite”, κατακρεουργώντας στην ουσία τα φωνητικά του Gillan που υπάρχουν στην αυθεντική εκτέλεση. Aν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι με τον Hughes, τραγουδούσε καλά μέχρι που άρχισε τις τσιρίδες και το αποτελείωσε, όταν συμμετείχε μαζί του και ο Tony Ashton. Τα καλύτερα μέρη είναι κατά τη γνώμη μου τα οργανικά μέρη με μερικά πανέμορφα σόλο των Jon Lord και Tony Ashton.
Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε και  κυκλοφόρησε  αρχικά στη Γερμανία ως ένα είδος αναμνηστικού για το γεγονός, αλλά η  EMI το κυκλοφόρησε παντού στις 26 Ιουνίου του 1974. Στην πραγματικότητα το “Windows” δεν παρουσιάστηκε παρά τις προτάσεις που υπήρξαν, εξαιτίας της άρνησης του Jon Lord, που το θεώρησε κατώτερο του ταλέντου του. Επέστρεψε με τους Deep Purple και η τελευταία του κουβέντα για το “Windows” ήταν στο περιοδικό  Creem: “ποιος μπορεί να πει ποια μουσική θα παραμείνει πιο έντονα στον ακροατή αυτό (δηλαδή το “Windows”) ή το  “Machine Head”; Στοιχηματίζω στο δεύτερο".
Το αυθεντικό βινύλιο του  “Windows” καταργήθηκε το 1977, επανακυκλοφόρησε ως  cd το 1987 από τη Line Records καθώς και κατά τα έτη 1999, 2009 από την εταιρεία Purple Records με επιπλέον σημειώσεις, φωτογραφίες και εξαιρετικό επεξεργασμένο ήχο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα το “Windows”, όπου ο συνθέτης κρίνει πολύ αυστηρά τη δημιουργία του, δείγμα πόσο τελειομανής και  εξαιρετικός μουσικός υπήρξε ο Jon Lord. Τουλάχιστον για 25 χρόνια μουσικά με ταξίδεψε πολλές φορές και δε νομίζω ότι θα πάψει η μουσική του να ακούγεται στα αυτιά μου. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει… Μαέστρο, θα μας λείψεις…

Νότης Γκιλλανίδης

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

TIMO TOLKKI’S AVALON: “The Land of New Hope”

Η πολυδιαφημισμένη επιστροφή του Timo Tolkki γεννάει πολλά ερωτήματα, με το σημαντικότερο να αφορά το κατά πόσο μπορεί ο Φιλανδός κιθαρίστας να παρουσιάσει επιτέλους μια αξιοπρεπή δουλειά…
Από τότε που ξεκίνησαν τα προβλήματα στους Stratovarius, η συνθετική πορεία του Tolkki πήρε την κατιούσα και με μοναδική εξαίρεση το ντεμπούτο των Revolution Renaissance, ότι άλλο κυκλοφόρησε με τον ίδιο στις κιθάρες έχει ήδη ξεχαστεί και διαγραφεί από τις μνήμες των fan του. Η παραφωνία του “Saana- Warrior of Light”, η πλήρης στασιμότητα και μετριότητα των υπόλοιπων δίσκων με τους Revolution Renaissance, η ανουσιότητα των Symfonia (με τον Andre Matos στα φωνητικά), όπως και οι άστοχες δηλώσεις περί “Return to Dreamspace”, συντέλεσαν στον εκθρονισμό ενός εκ των σημαντικότερων power κιθαριστών που έγραψαν ιστορία με δίσκους όπως “Dreamspace”, “Episode”, “Visions” και “Elements pt I” (μεταξύ άλλων).
Οι Avalon φέρονται ως το νέο project του Tolkki και το “The Land of New Hope” αποτελεί μια rock opera, με ενδιαφέροντες καλεσμένους (όπως Rob RockTony KakkoRussel AllenSharon Den AdelElize Ryd και Michael Kiske) σε ένα μάλλον αδιάφορο post apocalyptic concept…
Η γη έχει καταστραφεί από σεισμούς (και καταποντισμούς) και μια ομάδα επιζώντων ψάχνει να βρει τη Χώρα της Νέας Ελπίδας. Κάπου στα ταξίδια τους συναντούν και μια προφήτισσα, η οποία τους πληροφορεί πως αυτή η Χώρα φυλάσσεται και ο φρουρός αφήνει να περάσουν μονάχα όσοι διαθέτουν αγνή καρδιά…
Φαντάζομαι πως μέχρι και τα αρκουδάκια της αγάπης θα ξενέρωσαν με το concept…
Τον Tolkki πλαισιώνουν τρεις keyboardίστες… Oι Jen Johansson(Stratovarius, Mastermind), Derek Sherinian (Planet X, Blck Country Communion) και Mikko Harkin (Luca Turilli’s Rhapsody, Cain’s Offering). Πίσω από τα drums βρίσκεται ο Alex Holzwarth (Rhapsody of Fire, Dol Ammad), ενώ κιθάρες και μπάσο είναι ηχογραφημένα από τον ίδιο τον Tolkki.
Το συνθετικό αποτέλεσμα είναι άκρως αναμενόμενο, αλλά συνάμα αρκετά καλύτερο από αυτό που προσωπικά περίμενα, έχοντας στο νου τα τελευταία πέντε χρόνια μέτριας παρουσίας εκ μέρους του Tolkki. Άλλωστε, ύστερα από τέτοια πολυετή καριέρα, δεν υπάρχει λόγος να αλλάξει μουσική νοοτροπία ο εν λόγω κιθαρίστας. Το ζητούμενο είναι η έμπνευση που απαρτίζει το album, η οποία όμως σίγουρα δεν βρίσκεται στα υψηλά πλαίσια του παρελθόντος.
Σε γενικές γραμμές, το “The Land of New Hope”  είναι μια τίμια δουλειά από κάθε άποψη, η οποία θεωρώ πως θα λειτουργούσε καλύτερα δίχως τους guests και τις εναλλαγές τραγουδιστών. Ο Tolkki έχει τη δυνατότητα να συνθέτει όμορφα και εύηχα κομμάτια (όπως “A World Without Us”,“Enshrined In My Memory”“We Will Find a Way”“To the Edge of the Earth”) και για μια ακόμη φορά καταφέρνει να ταξιδεύσει τους ακροατές του στα mid ‘90s (άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο πετυχημένα).
Το μειονέκτημα του “The Land of New Hope” είναι πως υπερπροσπαθεί και αυτό θεωρώ πως χαρακτηρίζει τις περισσότερες δουλειές του Tolkki αφότου έφυγε από τους Stratovarius. Δείχνει λες και χρειάζεται να αποδείξει το μουσικό ποιόν του, ενώ στην ουσία δεν υπάρχει λόγος για κάτι τέτοιο.
Αυτό πάντως που προδίδει η νέα του δουλειά, είναι η εξαιρετική χημεία που έχουν οι συνθέσεις του με τα γυναικεία φωνητικά, κάτι που ίσως θα έπρεπε να λάβει υπόψη του ο Tolkki για το μέλλον.
Σίγουρα δεν πρόκειται για καμία απίστευτη “επιστροφή”, αλλά στέκεται σε καλά επίπεδα, όντας σα δίσκος ικανός να προσφέρει πρόσκαιρα χαμόγελα στους απανταχού power metallers.
Εν κατακλείδι, ότι καλύτερο έχει βγάλει ο Tolkki από το 2008 και μετά, άρα η ζυγαριά γέρνει προς τη θετική πλευρά…

Στέφανος Στεφανόπουλος

AMAZE ME: “Guilty As Sin”

Το καλοκαιράκι πλησιάζει οσονούπω και πολλοί αδημονούν για τις διακοπές τους.
Θάλασσα, παραλίες, ποτάκι, νυχτερινή διασκέδαση, ταβερνούλα, αυξημένη ερωτική διάθεση… και οτιδήποτε άλλο θέλει να προσθέσει κάποιος!
Τι πιο λογικό να επενδυθούν τα ανωτέρω με την κατάλληλη μουσική και συγκεκριμένα το πέμπτο κατά σειρά άλμπουμ του Σουηδικού μουσικού ζεύγους Amaze Me, “Guilty As Sin”, μετά τα: “Amaze Me” (1995), “Dream On” (1997), “Wonderland” (1998), “Ultimate Collection” (2012).
Ο μουσικός αυτός καμβάς είναι διαμορφωμένος από rock πλαίσιο με ιδιαίτερα τονισμένες πινελιές ποικίλων pop ηχοχρωμάτων, που όλο και κάτι θα σας θυμίσουν και κυρίως από τη δεκαετία του ’80 (ονόματα δεν λέμε, οικογένειες δεν θίγουμε).
Τουτέστιν, μην περιμένει κάποιος ούτε μουσική και στιχουργική αγριότητα, αλλά ούτε και συνθετική πρωτοτυπία. Όχι για να το ξεκαθαρίσω! Ωστόσο πρόκειται για δώδεκα melodic rock ταξιδιάρικα κομμάτια, που αποπνέουν μία ανάλαφρη ερωτική ατμόσφαιρα, η οποία συνάδει με την καλοκαιρινή ραστώνη.
Η δημιουργία τους οφείλεται στον πολυμήχανο Peter Broman (σύνθεση, όργανα, παραγωγή στο δικό του στούντιο) και η ερμηνεία τους στον Conny Lind (Great King Rat, Raceway, Alex Masi, Lars Eric Mattson Shock Tilt και State of Mind).
Εν κατακλείδι ο δίσκος απευθύνεται στο ευρύτερο μουσικά κοινό του rock ήχου και μη, ενώ δεν προτείνεται για τους headbangers και τους κορεσμένους από τα ’80s.

Νικόλαος Καπίρης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...