Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

VINDICTIV: “Cage of Infinity”


Το τρίτο τους δισκογραφικό πόνημα μας παρουσιάζουν οι Vindictiv μέσα από το νέο τους άλμπουμ “Cage Of Infinity” από την Escape Music. 
Στη μίξη του άλμπουμ, συναντάμε τον Lars Chriss (Lion's Share) και στο mastering τoν Mike Lind, ενώ όσον αφορά το εξώφυλλο, την επιμέλεια ανέλαβε ο Carl-André Beckston.
Η κιθάρα του Stefan Lindholm εκτελεί άριστα τον ρόλο της και ο βασικός πυρήνας της μπάντας είναι σταθερός, με τα εξαιρετικά ταλέντα του πληκτρά Pontus Larsson και τον μπασίστα Nalle Påhlsson (Therion, Treat, Zan Clan, Last Autumn's Dream).
Υπάρχουν βέβαια, δύο νέα πρόσωπα στο line-up: ο drummer Henrik Hedman, ο οποίος είναι μια εξαιρετική προσθήκη για το “μουσικό” δέντρο των Vindictiv, αλλά και ο Marco Sandron, ιταλικής καταγωγής, ο οποίος καλείται να αναλάβει τη θέση του τραγουδιστή, προερχόμενος από τη power metal μπάντα Eden's Curse και του οποίου οι φωνητικές ικανότητες έχουν μετατρέψει μια προφανή δύσκολη αποστολή σε ένα ορμητικό θρίαμβο.
Οι ερμηνείες του Sandrom στο “Cage Of Infinity” δεν είναι τίποτα λιγότερο από θεαματικές και τολμώ να υποστηρίξω ότι είναι συγκρίσιμες ακόμη και με τον μεγάλο Jørn Lande και η προσθήκη του, σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας εποχής.
Οι Vindictiv “έχουν ξαναγεννηθεί σαν ένα καινούριο άνθος”, βασισμένοι στην εμπνευσμένη διάθεση τους χωρίς να θυσιάζουν κανένα από το καθοριστικά χαρακτηριστικά τους, τα οποία περιλαμβάνουν τα συνήθη “ύποπτα” κιθαριστικά σόλο αλλά και τα σπουδαία φωνητικά.


Γιώργος Βαλιμίτης

U.D.O: “Steelhammer”


Οι U.D.O. έχουν εμφανιστεί στην Ελλάδα το 2004, το 2002 (στην Κρήτη), το 2001, το 1998 και το 1991, ενώ ο Udo έχει παίξει άλλες δύο φορές με τους ACCEPT, το 1993 και το 1994 στο θρυλικό “Ρόδον”.
Υπάρχει σε αρκετούς φίλους της μπάντας, ή για την ακρίβεια της γρεζαρισμένης φωνής του Udo Dirksneider, σύνδρομο στέρησης! Δε γνωρίζω εάν αυτό καλύπτεται από τις κυκλοφορίες με το προσωπικό του όχημα, τους U.D.O καθώς πλέον αριθμεί 14 κυκλοφορίες και μερικές φορές είναι αλήθεια πως όταν μία μπάντα χωρίζει τους δρόμους των μελών αυτό σηματοδοτεί και το τέλος μίας εποχής. Άλλες φορές, εγκαταλείπει η μπάντα το δημιουργικό της κομμάτι και απλά επανακυκλοφορεί τον κατάλογο των προηγουμένων επιτυχιών -εάν έχει- και άλλες φορές το μέλος που αποχωρεί ή εξαργυρώνει την όποια επιτυχία είχε με την μπάντα ή χάνεται στην αδηφάγα σύγκριση με την προηγούμενη καριέρα του.
Ευτυχώς όμως για τους οπαδούς των θρυλικών Accept, που αγάπησαν τη μουσική του συγκροτήματος και τη φωνή του Udo Dirksneider ο αρχικός τραγουδιστής έχει  λαμπρή και ξεχωριστή καριέρα! Το “Steelhammer” είναι το τελευταίο αξιόλογο πόνημα του Udo και μπορεί τα χρόνια να πέρασαν, αλλά η εκφραστικότητα και το επί σκηνής attitude παρέμειναν ατόφια μεταλλικά!
Μουσικά, οι συνθέσεις παραμένουν πάντοτε δυναμικές, όπως συνήθιζε να ηχογραφεί με τους Accept, αν και πέρα από κάθε σύγκριση δημιούργησε το δικό του μοναδικό ήχο.
Χαρακτηριστικά, οι συνθέσεις “Take My Medicine”, “Metal Machine” και “Death Ride” περιέχουν κλασικό metal ήχο και αποδεικνύουν για πολλοστή φορά τη μαεστρία του τραγουδιστή στο συγκεκριμένο ηχόχρωμα!
Δε θεωρώ πως το “Steelhammer” είναι πρωτότυπο, αλλά αναντίρρητα είναι μία τίμια κυκλοφορία από ένα μαέστρο του είδους. Κερδισμένοι από αυτήν την δουλειά παραμένουν οι φίλοι και της μπάντας του αγέραστου Udo, όσο και οι οπαδοί που δεν ξεχωρίζουν το μεγαλείο των Accept, όπως είχαμε την ευκαιρία να τους θαυμάσουμε σε δύο αποθεωτικές συναυλίες του πρόσφατου παρελθόντος.
Ελπίζω αυτή η κυκλοφορία να αποτελέσει το έναυσμα και να παρακινήσει τους διοργανωτές συναυλιών να προσκαλέσουν τον γερόλυκο για ένα live στη χώρα μας… 9 χρόνια χωρίς τον μαέστρο του γρεζιού σε ελληνική συναυλία, είναι πολλά!

 

IGGY POP AND THE STOOGES: “Ready to Die”


Μη φοβάσαι, φίλε μου! Δεν τραγουδά γαλλικά εδώ. Τι ήταν αυτό πάλι;
Εδώ ξανασμίγει τα τους παλιόφιλους τους The Stooges για να βροντοφωνάξουν πως οι πρωτοπόροι του proto punk είναι ακόμα εδώ και θα συνεχίζουν να μας επηρεάζουν με την rock n roll αισθητική τους.

6 χρόνια μετά το “The Weirdness” που ήταν μεν καλό, αλλά επειδή απείχε πολύ από αυτό που θα περίμενε κανείς από αυτούς τους κυρίους, πήρε πολλές διαφορετικές κριτικές, είτε καλές, είτε κακές.

4 χρόνια μετά το όμορφο “Preliminairies” της προσωπικής καριέρας του Iggy Pop, που άρεσε κατά γενική ομολογία (εννοείται πως δε θα αναφερθώ στο όνειδος με το όνομα “Apres”), ο σπουδαίος Iggy συναντά και πάλι τον Scott Asheton και την παρέα του, δίνοντας μας ένα album αρκετά καλό και όμορφο στο αυτί.

Εύκολες μελωδίες, κολλητικά ρεφρέν και πλέον, μέσω της δικής τους εταιρίας Fat Possum αισθάνονται έτοιμοι να πεθάνουν.

Ο δίσκος ξεκινάει με ραδιοφωνικό hit (“Burn”) και ένα ύμνο στο sex και τα λεφτά (“Sex And Money”), όπου εμφανίζονται και τα πνευστά, και ένα τραγούδι που θα σιγοψιθυρίσουν πάρα πολλοί Έλληνες, το “Job” (“I got a job, but it don't pay shit, I got a job and I'm sick of it”).

Το album δεν είναι κάτι το εκπληκτικό, αλλά περιέχει ένα ορεξάτο και διασκεδαστικό Iggy Pop και αυτό θα ήταν αρκετό ακόμα και αν ρευόταν κατά μήκος του “Gun”, αλλά αντ’ αυτού τραγουδά, “If I had a fuckin' gun I would shoot at everyone”.

Δε θα μακρηγορήσω, γιατί θεωρώ πως δεν υπάρχει λόγος, υπάρχουν παντού στο διαδίκτυο δείγματα του album και μπορείτε και εσείς να το ακούσετε προσεκτικά και να δείτε πως είναι ένα όμορφο δημιούργημα από καταξιωμένους καλλιτέχνες, που προσπαθούν να δώσουν φρεσκάδα στα μουσικά δρώμενα.



Δημήτρης Μαρσέλος

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

IRON KNIGHTS: “New Sound of War”

Οι Λονδρέζοι αποτελούν στην ουσία το μετασχηματισμό των Stuka Squadron (2008-2011 με ένα album κι ένα EP στο ενεργητικό τους, το “Tales of the Ost” και “We drink Blood” αντίστοιχα).
Η αλλαγή αυτή προέκυψε  λόγω προβλημάτων πνευματικής ιδιοκτησίας με απερχόμενο μέλος κι έτσι κυκλοφόρησε το “New Sound Of War” υπό την επωνυμία των Iron Knights.

Μουσικά η μπάντα προσπαθεί να αναπαράγει το NWOBHM κλίμα δυστυχώς όχι με ιδιαίτερη επιτυχία καθώς οι συνθέσεις ακούγονται άδειες, χωρίς δύναμη και η παραγωγή είναι τόσο προφανής ότι έχει “πιεστεί” να δείχνει παλιά και “cult με το στανιό” που εν έτει 2013 (ή 2012 που έγινε η ηχογράφηση) ακούγεται τουλάχιστον ανεπαρκής.

Ο James Duke (vocals) ακούγεται να έχει αυτό το ξεχωριστό στοιχείο στην φωνή του, αν και ο τρόπος που τραγουδάει στο album είναι μονότονος και όπου αποφασίζει να ξεφύγει καταφεύγει σε υπερβολές. Κιθαριστικά οι συνθέσεις δεν έχουν να δείξουν κάτι αξιόλογο πέρα από μερικά μελωδικά ιντερλούδια μερικών δευτερολέπτων και κάποια απλοϊκά riff εδώ κι εκεί.

Αν θα έπρεπε να ξεχωρίσω κάποια από τα κομμάτια αυτά θα ήταν τα “First Legion” και “Bloodstorm”, τα οποία βρίσκονται ένα κλικ επάνω από το υπόλοιπο album. Θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τη θεματολογία των Iron Knights ως βαμπιρικό πολεμικό τρόμο, ενώ το εξώφυλλο τουλάχιστον αδιάφορο (ενώ δε λείπουν και κάποια σύμβολα που παραπέμπουν στη ναζιστική Γερμανία του Β' παγκοσμίου πολέμου ανακατεμένα στην horror αισθητική τους).

Μόνο για φανατικούς φίλους του παραδοσιακού heavy metal που θα πρέπει να είναι προετοιμασμένοι όμως να δεχθούν να ρίξουν πολύ νερό στο κρασί τους.

Γιάννης Φράγκος

THE POODLES: “Tour De Force”

Πάνω που ήμουν σίγουρος πως το σουηδικό κουαρτέτο με το αστείο όνομα θα είχαν φθορά και κάμψη και θα είχαν στερέψει από καλές ιδέες και δυνατές συνθέσεις, ήρθαν να με διαψεύσουν και να παραμείνουν ψηλά στη λίστα με τα καλύτερα συγκροτήματα της τελευταίας δεκαετίας.
Το “Tour De Force” είναι ο πέμπτος studio δίσκος του group σε μόλις οκτώ χρόνια παρουσίας και αυτό το γεγονός αποδεικνύει από μόνο του ότι υπάρχει ακόμη αρκετή ενέργεια και μεράκι για αυτό που υπηρετούν οι Poodles. Η συνταγή για άλλη μια φορά είναι εξαιρετική που περιλαμβάνει σύγχρονους σημερινούς ήχους που άλλοτε γίνονται hard rock και heavy, άλλοτε μελωδικοί και “προοδευτικοί” και άλλοτε πιο συναισθηματικοί όπως είναι η μπαλάντα“Leaving The Past To Pass”.
Υπάρχουν τα αναμενόμενα “Poodles τραγούδια” που θα λατρέψουν οι οπαδοί τους όπως τα “Happily Ever After”, “Going Down” και “Now Is The Time”και σε αυτό βοηθάει η  συναρπαστική και γεμάτη αισιοδοξία φωνή του Jakob Samuelsson.
Το “Kings & Fools” είναι ένα από τα κορυφαία κομμάτια του άλμπουμ που θα έπρεπε να είχαν γράψει εδώ και πολλά χρόνια οι Αerosmith και ακούγεται σαρωτικό ενώ το “40 Days And 40 Nights” αρχικά σε απογοητεύει όμως στη συνέχεια κερδίζει τις εντυπώσεις διότι περιέχει ένα εκπληκτικό ρεφρέν. Με τον μικρό ύμνο που ονομάζεται “Godspeed” νιώθουμε έντονες και αλλεπάλληλες ενορχηστρωτικές δονήσεις με άψογα κοψίματα, τα οποία μετατρέπονται σε ουράνιες κιθαριστικές και ερμηνευτικές μελωδίες ενώ το “Misery Loves Company” που ξεκινά το album και το “Shut Up!” θυμίζουν λίγο από  Motley Crue, με ρεφρέν που είναι ντυμένα στο γνωστό ύφος των Σουηδών.
Εκεί που πάντως εκπλήσσουν οι Poodles και δεν το περίμενε κανείς, είναι με το “Viva Democracy”, το οποίο είναι πιστό αντίγραφο σύνθεσης που παραπέμπει ευθέως στους Metallica/Pantera και παρόμοιος metal προσανατολισμός υπάρχει και στο μέτριο “Only Just Begun”. To album κλείνει με το εξαιρετικό “En För Alla För En” (ως bonus track) και όπως καταλαβαίνετε από τον τίτλο είναι τραγουδισμένο στα σουηδικά και είναι γραμμένο για το φετινό παγκόσμιο πρωτάθλημα χόκεϊ που θα γίνει στην Στοκχόλμη.
Συνοπτικά θα έλεγα ότι το “Tour De Force” θα φλερτάρει να μπει στη λίστα με τα καλύτερα μου album για τη φετινή χρονιά.
ΦΩΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

DEEP PURPLE: “Now What?!”

Τα γερόντια τραγουδούν ακόμη…
40 και βάλε χρόνια ιστορίας, ένα μεγάλο κεφάλαιο της μουσικής
του 20ού αιώνα με μέλη, μια παρέλαση από προσωπικότητες-ακρογωνιαίουςλίθους για τη μουσική μας, τραγούδια-DNA (δεν υπάρχει πρώτη συνάθροιση/πρόβα άνω των τριών πιτσιρικάδων που κρατούν όργανα, που να μην περιέχει στο πρόγραμμά της το "Smoke on the Water") και κυκλοφορίες.  Αλλά πολλές κυκλοφορίες όμως!

Πέρα από τις στουντιακές δημιουργίες, ο αριθμός των διαφόρων live, compilations, remix, altered versions κτλ είναι πάρα πολύ μεγάλος, γεγονός που ίσως στη συνείδηση των φίλων της μπάντας, να αποτέλεσε τροχοπέδη, κυρίως για τις οικονομικές αιτίες αυτών των κυκλοφοριών. Δεν είναι και λίγες οι φορές άλλωστε που δημοσιεύθηκαν οι καυγάδες του guitar Θεού Ritchie Blacκmore με τον μπασίστα Roger Glover για αυτές τις κυκλοφορίες, για το λόγο ότι περιείχε "δευτεράτζα" υλικό που δεν θα έβλεπε ποτέ το φως της δημοσιότητας αν κατείχε τα πνευματικά δικαιώματα ο δημιουργός τους, με αποκορύφωμα τα διάφορα σήριαλ μέσα σ’ έναν χαμό από διαλύσεις, επανιδρύσεις και πολλές διαφορετικές μορφές σαν ενεργό σχήμα, κατά τη διάρκεια του χρόνου.

19η στουντιακή δουλειά λοιπόν το "Now What?!" για τους Deep Purple και με αλλαγές, τόσο στο line up, μιας που πίσω από τα keyboards βρίσκεται ο Don Airey που αντικατέστησε τον αναντικατάστατο Jon Lord (R.I.P. μαέστρο), όσο και στις διαθέσεις της μπάντας.

Αυτό που είναι φανερό από την πρώτη ακρόαση, είναι ότι η μουσική παράγεται από μουσικούς που θα τους χαρακτήριζες πάνω απ' όλα, χαλαρούς. Χωρίς ίχνος άγχους. Κάτι από το οποίο, έπασχε το "Rapture In the Deep" album. Και μάλλον αυτό είναι ο καταλυτικός παράγοντας, έτσι ώστε να πω με ασφάλεια ότι οι Purple δημιούργησαν τον καλύτερο τους δίσκο από την εποχή του "Perpendicular".

Ένα στοιχείο που διαφοροποιείται, είναι ο τρόπος της ερμηνείας του Ian Gillan. Έχει να τραγουδήσει έτσι παθιασμένα πάρα πολύ καιρό. Άκουσε τον στο "Body Line" τη 70ίλα που αποπνέει, ή στο "Blood from a Stone" που θυμίζει υπόγεια, καπνισμένα jazz bar τις μικρές ώρες της νύχτας. Ο Don Airey, προσθέτει πολύ στο τελικό αποτέλεσμα. Το παίξιμο του είναι φρέσκο, εμπνευσμένο, με πολύ groove και εκλεπτυσμένες επιλογές. Φυσικά δεν θα γίνει ποτέ Jon Lord, που ήταν για το hammond ότι ήταν ο Tesla για την φυσική, ούτε θα φτάσει τα επίπεδα της τεχνικής του, αλλά στην τελική, δεν χρειάζεται κιόλας. Σε πολλά σημεία πρωταγωνιστεί, αλλά έχει ποικίλο λόγο και εδώ θα πρέπει να βγάλω το καπέλο στον Steve Morse που δίνει τον απαιτούμενο χώρο στον συνάδελφό του. Ο ίδιος ο κιθαρίστας, με απλές μελωδίες, σε εισάγει εύκολα στο κλίμα του album και σε κομμάτια όπως το “Weirdistan” ή την μπαλάντα “All The Time In The World” ή με το καλπάζων riff του “Hell To Pay”, θα σου αποσπάσει την προσοχή με την εξυπνάδα που διαχέει στο παίξιμο του. Ο Ian Paice, ίσως να μην εντυπωσιάζει με το παίξιμο, αλλά είναι 100% επαρκής για τα τραγούδια του "Now What?!", σταθερός και με την εμπειρία τόσων χρόνων συνεργασίας με τον Glover, παρέχουν το κατάλληλο ρυθμικό υπόβαθρο.

Η παραγωγή είναι στα γνωστά επίπεδα μιας μπάντας του κύρους των Deep Purple και συνολικά το πακέτο είναι πολύ ελκυστικό. Το "Now What?!", είναι μια περήφανη συλλογή 12 συνθέσεων, αξιοπρεπούς hard rock με πολλά όμορφα στοιχεία που, σαν ένας τρίτος αντικειμενικός παρατηρητής, θα τοποθετούσα στα επίπεδα ενός "Perfect Strangers" ή ενός "Machine Head". Συμπαθητικότατο, τιμά το βάρος του ονόματος που το κυκλοφορεί και είναι μια πολύ καλή επιλογή.

Συγχαρητήρια στους Deep Puple και εύχομαι ανάλογη και γιατί όχι ανώτερη , σε ενδιαφέρον και εξέλιξη, συνέχεια.


Ιορδάνης Κιουρτσίδης

STREETLIGHT MANIFESTO: “The Hand that Thieve”



Καλοκαίρι έρχεται και πιστεύω πως είναι η καλύτερη στιγμή για μια τέτοια κυκλοφορία να ζεστάνει τις ψυχές μας.

Αν και οι ίδιοι δεν έρχονται από κάποια καυτή παραλία, αλλά από κάποια γειτονιά του New Jersey, οι Streetlight Manifesto έχουν χορευτικούς καλοκαιρινούς ρυθμούς, που σε κάνει να θέλεις να παραγγείλεις μια Pina Collada.

Κυκλοφορούν και πάλι από τη Victory, αισίως, την πέμπτη τους δισκογραφική δουλειά, με τίτλο “The Hand that Thieve”.

Όσοι τους γνωρίζετε ξέρετε περί τίνος πρόκειται και πιθανότατα να τους είδατε και ζωντανά στο Gagarin, πριν δύο χρόνια, αν δεν απατώμαι.

Για τους υπόλοιπους, θα καταθέσω τα παρακάτω.

Μου αρέσει ο allegro ρυθμός που μυρίζει Λατινική Αμερική και Καραϊβική και αυτός ξεχειλίζει στη μουσική των Streetlight Manifesto, που με το μοναδικό uptempo ska-punk rock τους ξεσηκώνουν τα πλήθη και κάνουν και τους στεναχωρημένους να χαμογελούν.

Η επιτυχία τους έγκειται, κατά τη γνώμη μου στην εκπληκτική χρήση των πνευστών, κατά μήκος των συνθέσεων τους, με τρομπέτα, τρομπόνι και σαξόφωνα να παίζουν μεταξύ της παραλίας και του σαλονιού και στην ιδανική για το είδος χροιά του Tomas Kalnoky, να συναντά και άλλες φωνές στα χορωδιακά ρεφρέν.

Ξεκινάει σχεδόν a capella με τους πρώτους στίχους του “The Three of us” και αμέσως κερδίζει τον ακροατή εξαρχής και τον κάνει να σκέφτεται την ζεστή άμμο και τα δροσερά κύματα κάποιας μακρινής θάλασσας και καυτά μπικίνι πάνω από ηλιοκαμένη σάρκα.

Το ομώνυμο τραγούδι που συναντάται παρακάτω είναι σίγουρα, μια από τις καλύτερες στιγμές του album, να αλλάζει το tempo στα τέλη του σε κάτι πιο κανταδόρικο και το μόρφο 6λεπτο “With any sort of certainty” να δείχνει πως η γκρούπα αυτή δε φοβάται να γράψει και πιο αντισυμβατικά, σε διάρκεια κομμάτια για το είδος.

Με συνθέσεις που ακουμπούν ακόμα και τη samba (“If Only Memories”), το “The Hand that Thieve” θα ακουστεί από ηχοσυστήματα στημένα σε παραλίες όλου του κόσμου, με ανθρώπους να χορεύουν ιδρωμένοι κάτω από το ηλιοβασίλεμα και μπορώ να πω πως και εγώ θα τους κάνω παρέα!

Χορεύουμε τώρααα... όλεεε!



Δημήτρης Μαρσέλος

ΤΗΕ DOORS: Έφυγε από τη ζωή ο κημπορντίστας Ray Manzarek

Ο Ray Manzarek κιμπορντίστας και εκ των ιδρυτικών μελών των Doors έφυγε από τη ζωή στα 74 του χρόνια.
Άφησε την τελευταία του πνοή στο Ρόζενχαϊμ της Γερμανίας. O πολωνικής καταγωγής Ray Manzarek γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Σικάγο και παρότι από μικρός σπούδασε πιάνο, το μουσικό του πεπρωμένο καθορίστηκε από την αγάπη του για το σινεμά. Στην Καλιφόρνια όπου σπούδαζε την τέχνη του κινηματογράφου την τριετία 1962-65 γνώρισε τον Jim Morrison.
Συναντήθηκαν σε μια παραλία όπου ο Jim Morrison του ζήτησε ν' ακούσει κάποια από τα τραγούδια που είχε γράψει. Ενθουσιασμένος ο του πρότεινε να δημιουργήσουν ροκ συγκρότημα. Και κάπως έτσι έγιναν οι Doors.
Με τη συμμετοχή του κιθαρίστα Robby Kriegerκαι του ντράμερ  John Densmore άρχισε η πορεία προς την επιτυχία, την παγκόσμια καθιέρωση και τελικά την πτώση με τον θάνατο του  Jim Morrison το 1971.
Τον Ιανουάριο του 1967 οι Doors εξέδωσαν το πρώτο άλμπουμ τους με τίτλο το όνομά τους, ενώ τον Απρίλιο του 1971 κυκλοφόρησε το "L.Α. Woman" που απετέλεσε το κύκνειο άσμα τους
.

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

WARLORD: “The Holy Empire”

Οι Warlord ποτέ δεν έμοιασαν ηχητικά με άλλη μπάντα. Ούτε η
μουσική τους μπορεί να χαρακτηρισθεί επική, στα στενά πλαίσια που έχουν καθιερώσει οι μπάντες του χώρου στο πέρασμα των χρόνων. 
 Καθοδηγούμενοι από το προσωπικό ύφος και ένστικτο του κιθαρίστα και συνθέτη τους, Bill Tsamis, πάντα άνοιγαν καινούργια μονοπάτια και πρωτοπόροι χάραζαν την δική τους πορεία στον μουσικό ωκεανό. Έντεκα ολόκληρα χρόνια μετά την τελευταία τους κυκλοφορία, επιστρέφουν με νέα δουλειά η οποία αδιαμφισβήτητα θα στιγματίσει κάθε φίλο του ήχου τους. Η κιθαριστική δουλειά του Tsamis (Destroyer) είναι αναγνωρίσιμη από γαλαξίες μακριά και τα κομμάτια κυμαίνονται κατά μέσο όρο σε mid- tempo ρυθμούς. 
Η μελαγχολία που εκπέμπει η φωνή του Rick Anderson (Damien King III) βρίσκει το απόλυτο ταίρι της πλάι στα εκκωφαντικά λυρικά lead και στο γενικότερο ύφος της ηχογράφησης. 
 Ο συνδυασμός τους δίνει μια σχεδόν αέρινη διάσταση στο “The Holy Empire” και εδώ είναι που το δαιδαλώδες παίξιμο του Mark Zonder (Thunder Child) με τα γεμίσματα και την τεχνική που χρησιμοποιεί στα drums, μας θυμίζει πως πρόκειται για metal album. Στο δεξί του χέρι ο Philip Bynoe που αδικήθηκε κάπως από την παραγωγή του δίσκου καθώς η τρομερή δουλειά που έχει κάνει χάνει σε όγκο λόγο της πιο “ανάλαφρης” μίξης που έχει γίνει. Το απόλυτο κομμάτι που ξεχώρισα και μάλιστα με το πρώτο άκουσμα ήταν το “Thy Kingdom Come”.
 Όχι, αυτό το έπος δεν σε ταυτίζει ούτε με πολεμοχαρείς πολεμιστές, ούτε σε μεταφέρει σε αιματοβαμμένα πεδία μάχης, ούτε σου ανεβάζει την τεστοστερόνη, απλά μπαίνει και φωλιάζει μέσα σου... Όσες φορές και αν το άκουσα άλλες τόσες ένιωσα την ψυχή μου να σκιρτά. Στίχοι που προδίδουν εκτενέστερα το μεγαλείο του πνεύματος του δημιουργού τους, απαλλαγμένοι από κάθε κοντόφθαλμη ασχολία του σύγχρονου ανθρώπου και επικεντρωμένοι στο βασικό concept του Τσάμη, το να γίνει η μουσική του εφαλτήριο ώστε να σηκώσει ο ακροατής το κεφάλι του προς τον ουρανό και την Βασιλεία του Κυρίου (άλλωστε ο χριστιανισμός αποτελεί τον κοινό παρονομαστή με τα περισσότερα κομμάτια). Στο τραγούδι συμμετέχει στα φωνητικά και η σύζυγος του R. Anderson, η Barbara Anderson (η οποία αποδίδει τις αρμονικές φωνές και στα “70.000 sorrows”, “Glory”, “Father”, “The Holy Empire”). Τα “70.000 sorrows” και “Night Of The Fury” είναι ακόμη 2 από τα highlights. To πρώτο είναι που ανοίγει και το album και έχει σχεδόν αυτοβιογραφικό στίχο, ενώ το βασικό riff που το απαρτίζει θα σας στοιχειώσει για πολύ πολύ καιρό. 
Το “Night Of The Fury” ήταν και το πρώτο που είχε διαρρεύσει αρκετό καιρό πριν την κυκλοφορία (σε ένα rough mix) και φέρει περήφανα το λογότυπο με το κόκκινο W επάνω. 
Χαρακτηριστικά αναφέρω το φινάλε του κομματιού που πάνω στο βασικό riff δένει με αρμονία ένα μοιρολόι. Εκτός του “Thy Kingdom Come” υπάρχουν επανεκτελέσεις από άλλες 2 παλιότερες συνθέσεις, “Father” (Lordian Guard) και “City Walls Of Troy”. Το “Father” ως το αγαπημένο μου κομμάτι από Lordian Guard δε μπόρεσα να το συνηθίσω εύκολα με την φωνή του Anderson (η Vidonne εδώ είχε δώσει ρέστα με την ιδιαίτερη χροιά της φωνής της στα χαμηλά) και την πιο καθαρή παραγωγή, παραμένει όμως συνθετικά το ίδιο κομμάτι. To δεύτερο, μαζί με τα “Glory” και “Kill Zone” (με τον Giles Lavery στα φωνητικά) θεωρώ πως έπονται του υπόλοιπου δίσκου, πιο άμεσα, με συγκριτικά απλούστερη δομή και με πιο επιθετικά riff τα “Kill Zone” και “City Walls Of Troy”, ενώ το “Glory” πολύ μελωδικό και σχεδόν pop. 
 Για το τέλος άφησα το “The Holy Empire”, ένα 11λεπτο έπος με την επιβλητική εισαγωγή που φλερτάρει περισσότερο με την Lordian Guard περίοδο του Τσάμη. 
Το ρεφρέν του μόνο ψυχική ανάταση μπορεί να προκαλέσει στο άκουσμά του, ενώ το δίδυμο Τσάμη - Zonder αποκαλύπτει πλήρως το μεγαλείο του. Ένα κομμάτι που σφραγίζει κάθε αμφισβητία για την ποιότητα της νέας δουλειάς των Warlord, έξω από τις πύλες της Ιεράς Αυτοκρατορίας. 
 “Why in the world do we feed all our leaders With treasure they steal from the poor? And why in the world do we seal them as keepers With measure of power we abhor?” (“Thy Kingdom Come”).


Γιάννης Φράγκος

Ο Uli Jon Roth παίζει... SCORPIONS


Ο αγαπημένος «σκορπιός» του ελληνικού κοινού “Uli Jon
Roth” επιστρέφει στην Αθήνα για ένα show φόρο τιμής στους Scorpions!!!
Ο ίδιος έχει δηλώσει:

"Το 2013 σηματοδοτεί τα 40 χρόνια από τη πρώτη μου συμμετοχή στους
Scorpions. Το κύριο θέμα αυτής της περιοδείας για είναι αφιερωμένο σε προσωπικά αγαπημένα κομμάτια από τους πέντε δίσκους που ηχογράφησα με αυτή την εξαιρετική μπάντα. Έχω διαλέξει περίπου 30 κομμάτια, όλα από αυτή τη περίοδο ως βάση του ρεπερτορίου, αρκετά από τα οποία δεν έχουν παιχθεί ποτέ ζωντανά ούτε από τους Scorpions ούτε από εμένα. Θα αλλάζουμε τα κομμάτια αυτά κατά τη διάρκεια της περιοδείας καθημερινά γιατί δεν μπορούμε να τα παίξουμε όλα. Θα παίξουμε επίσης μερικά κομμάτια από Electric Sun και Sky Of Avalon αλλά το κυρίως μέρος θα είναι αφιερωμένο στις αρχές των Scorpions."
Ο Uli Jon Roth ξεκίνησε την πλούσια καριέρα του στις αρχές της δεκαετίας του 70’. Το 1973 έγινε μέλος των Scorpions και επηρέασε σημαντικά τον ήχο της μπάντας κατά τη δεκαετία του 70’. Στις μέρες του οι Scorpions έβγαλαν κάποια από τα σημαντικότερα album τους και γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Μετά την αποχώρησή του από τους Scorpions, o Roth δημιούργησε τους Electric Sun με τους οποίους κυκλοφόρησε 3 album. Στη συνέχεια ακολούθησε solo καριέρα με πολλά album, σημαντικές συνεργασίες και έντονο φλερτ με την κλασική μουσική.
Η σχέση του με την κιθάρα είναι κάτι παραπάνω από ερωτική. Ο Roth δημιούργησε μέχρι και δικό του τύπο κιθάρας για να εξυπηρετήσει τις διαρκώς αυξανόμενες καλλιτεχνικές του απαιτήσεις και όσοι των γνωρίζουν μιλάνε για έναν άνθρωπο που έχει πραγματικά αφιερώσει τη ζωή του στο αγαπημένο του μουσικό όργανο.
Την Κυριακή 2 Ιουνίου, ο θρυλικός κιθαρίστας θα βρεθεί στο Κύτταρο για μια και μοναδική εμφάνιση που κανείς δεν πρέπει να χάσει!
ULI JON ROTH @ ΚΥΤΤΑΡΟ LIVE
ΚΥΡΙΑΚΗ 2 ΙΟΥΝΙΟΥ 2013
Προπώληση:  Public (ΣΥΝΤΑΓΜΑ, ΓΛΥΦΑΔΑ, ΠΕΙΡΑΙΑΣ, ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, MALL), Ticket House, Ticket Pro, 123tickets.gr
Τιμή Εισιτηρίου:
 23€
Οι πόρτες ανοίγουν: 20:30

Πληροφορίες www.musicboxproductions.gr
& 210 6465000

Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

CODE OF SILENCE: “Dark Skies Over Babylon”

http://www.rockway.gr/

Νέα μπάντα στο μεταλλικό μουσικό μας πλανήτη, με ιδρυτή των μπασίστα James Murray.
Συνοδοιπόροι του, οι Gus Monsanto (Revolution Reanaissance, Adagio, Symbolica, Lord Of Mushrooms) στη φωνή, Scott McLean (Falloch, Concept Of Time) στα πλήκτρα, John Clelland (The Crows, The Jack, Karma, The Trpubleshooters) στα τύμπανα και Ben Randall (Power Quest) στην κιθάρα.
Με τον βιρτουόζο Randall, στριφογύρισαν πολλά  κεφάλια όταν κέρδισε το βραβείο "ο πιο πολλά υποσχόμενος νεαρός κιθαρίστας" στο διαγωνισμό του 2008 κατά την έναρξη του Guitar Idol στο Λονδίνο, σε ηλικία μόλις 17 ετών. Το φάσμα περιείχε πάνω από 750 διεθνείς συμμετέχοντες και ο Randall κατάφερε να εντυπωσιάσει τόσο τους κριτές, ώστε να σχολιάζουν πως “το επίπεδο της τεχνικής δεξιοτεχνίας του σε τόσο νεαρή ηλικία, συνδυάζεται με ένα επίπεδο διατυπώσεως πέρα από τα χρόνια του”.
Την καταπληκτική κιθαριστική δουλειά του, μπορείτε να την ακούσετε μέσα από τους Code Of Silence και το ντεμπούτο δίσκο τους “Dark Skies Over Babylon” για τον οποίο γίνεται και ο λόγος. Με βάση γύρω από τις θρυλικές ιστορίες των Ναϊτών Ιπποτών, ο ήχος τους είναι σκληρό χτύπημα  που ακόμα στάζει στις επικαλυμμένες με καραμέλα μελωδίες. Οι Code Of Silence θα μπορούσαν ενδεχομένως να αποτελέσουν μία από τις καλύτερες μελωδικές metal μπάντες της νέας γενιάς.
Τα τραγούδια τους ακούγονται πολύ παραπάνω από ευχάριστα, θα έλεγα ότι πρόκειται για δυναμίτες. Απίστευτη φωνή ο Gus Monsanto και οι χορδές της κιθάρας, ζωγραφίζουν στην ταστιέρα φανταστικά. Πραγματικά είναι τρομερός κιθαρίστας και σε όποια μπάντα και αν βρεθεί, θα ξεχωρίζει και θα κάνει παπάδες! Τα πλήκτρα χρωματίζουν τις συνθέσεις με ατμοσφαιρικό τόνο και το rhythm section δουλεύει και αυτό επίσης πολύ καλά.
Φοβερή δουλειά επίσης έχει γίνει και από πλευράς παραγωγής αλλά και το εξώφυλλο που παρόλο που δείχνει κάπως παιδικό, καταφέρνει να μεταφέρει το μήνυμα για του τι πρόκειται να συναντήσει κανείς εδώ.
Ωραίο ξάφνιασμα, πολλά υποσχόμενοι και καταπληκτικός δίσκος το “Dark Skies Over Babylon” για ντεμπούτο, ανεβάζοντας τον πήχη ψηλά με το καλημέρα σας. Ας ευχηθούμε η πορεία τους να είναι ανάλογη αντίστοιχα ή έστω να διατηρηθούν στο ίδιο επίπεδο αργότερα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΙΜΙΤΗΣ

THE TOSSERS: “The Emerald City”

http://www.rockway.gr/
Στο χώρο του Ιρλανδικό punk αναμφισβήτητα τα πρώτα ονόματα που σου έρχονται στο μυαλό είναι οι Flogging Molly και οι Dropkick Murphy’s. Μπάντες με διεθνή καριέρα που ακούγονται ακόμη και από του ελάχιστα αναμεμιγμένους με το είδος.
Οι The Tossers είναι μία μπάντα τέτοιου τύπου. Και μάλιστα όχι μια οποιαδήποτε μπάντα μια και κρατάει την σημαία του Κέλτικου punk ψηλά για μια εικοσαετία. Η καινούργια τους δουλειά με τίτλο “The Emerald City” αποδεικνύει την ποιότητα της μπάντας και ότι μόνο τυχαίο δεν είναι που υπάρχουν στο μουσικό στερέωμα για τόσα πολλά χρόνια.
Το “The Emerald City” περιέχει καταρχάς όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για το είδος… Tin whistle, μαντολίνο, sing-along ρεφρέν, τραγούδι για St Patrick’ s Day, λίγα λόγια για τον θεό, τραγούδι για ουίσκι και παραδοσιακό ήχο. Η αλήθεια είναι πως το μοτίβο είναι προσανατολισμένο περισσότερο στην Κέλτικη παρά στην punk πλευρά. Αυτό για να ξέρουμε τι μας γίνεται. Από κει και πέρα έχουμε ένα συμπαγή ευκολοάκουστο δίσκο που περιέχει τις κατάλληλες συνθέσεις για χορό και τραγούδι και άλλες για να κάθεσαι μόνο σου στο μπαρ και να απολαμβάνεις ευχάριστα το αγαπημένο σου bourbon.
Προσωπικά αγάπησα τα “The Break Of Dawn” και “Where The Beer And Whiskey Flow” γιατί είναι άκρως ανεβαστικά και μέσα σε 2 λεπτά έκαστος κατάφεραν να μου ανεβάσουν την διάθεση. Τα “God Bless You” και το πολυσύνθετο “Wherever You Go” με έβαλαν για το καλά στο Κέλτικο κλίμα και αποδεικνύουν ότι οι The Tossers ξέρουν να δημιουργούν την αγαπημένη τους μουσική με έναν αυθεντικό τρόπο που περιέχει στοιχεία από όλο το φάσμα του Κέλτικου punk.
Όσοι βιαστείτε να κατηγορήσετε τους The Tossers ότι κοπιάρουν μπάντες όπως οι Flogging Molly και οι Dropkick Murphy’s σκεφτείτε πρώτα ότι οι εν λόγω κύριοι έχουν δημιουργηθεί μερικά χρόνια νωρίτερα και παίζουν την συγκεκριμένη μουσική με ελάχιστες παραλλαγές εδώ και 20 πλέον χρόνια. Είμαι σίγουρος ότι οι φίλοι του είδους γνώριζαν ήδη το σχήμα, και το “The Emerald City” έρχεται να τους αποζημιώσει για την μεγάλη τους αναμονή από την προηγούμενη επίσημη κυκλοφορία τους (5 χρόνια).
Όσοι θέλετε να καταπιαστείτε με το είδος, καλό θα ήταν εκτός από τα συνηθισμένα να ρίξετε και μια ματιά στους The Tossers και στο “The Emerald City”.

ΝΙΚΟΣ ΤΟΛΗΣ

Depeche Mode, F.O.X, Space Blanket (Terra Vibe)

http://www.rockway.gr/

Χαράς ευαγγέλια ο ερχομός των Depeche Mode στην Ελλάδα και ειδικά ύστερα από την ακύρωσή τους λίγα χρόνια πριν, οι fan τους προσέμεναν αυτό το live με ακόμη μεγαλύτερη ανυπομονησία και ακόμη πιο ανοιχτές αγκάλες, κάτι που φάνηκε από το πλήθος που κατέφτασε στο Terra Vibe.
Όντας η δεύτερη φορά που τους έβλεπα, μπορώ να πω πως αξίζει να έχεις παρακολουθήσει έστω μια φορά τους Depeche Mode live…

Η πρόσβαση στη Μαλακάσα πάντα δημιουργεί πρόβλημα. Κοσμοσυρροή, μακρινό παρκάρισμα και άγχος για το εάν θα προλάβεις μετά το πέρας της συναυλίας να φτάσεις στο αμάξι σου έγκαιρα, προτού καθηλωθείς ανάμεσα σε πεζούς (που ψάχνουν το πώς θα φύγουν ή το που έχει παρκάρει “το γαμημένο το πούλμαν” με το οποίο ήρθαν), καροτσάκια με μπλουζάκια, καντίνες με “βρώμικο” και τα υπόλοιπα αυτοκίνητα, και αναγκαστείς να κάνεις τρεις ώρες για να φτάσεις σπίτι σου.
Αυτό όμως που δεν περίμενα ήταν το να φάω τόση ώρα για να μπω στο συναυλιακό χώρο! Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, δεν ήταν ανοιχτές και οι δύο είσοδοι εξ αρχής, με αποτέλεσμα να στουμπώσει ο κόσμος και περνώντας μέσα ένας ένας, να δημιουργείται πανδαιμόνιο.

Μάλιστα υπήρξε τόσο μεγάλη καθυστέρηση που κατά τις 21:00 άρχιζαν να βάζουν μέσα το κοινό χωρίς καν να ελέγχουν εισιτήρια κτλ, ενώ προκειμένου να διαμοιράσουν τον μεγάλο όγκο που κατευθυνόταν στη σκηνή, “ελευθέρωσαν” για ένα χρονικό διάστημα την είσοδο με τα 40άρια. Ελπίζω να αισθάνεσαι όμορφα φίλε αναγνώστη που έτρεξες να αγοράσεις εισιτήριο για “μπροστά”!
Κοντολογίς, για μια ακόμη φορά η Didi δε στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και απέδειξε πως δε μπορεί να φέρει εις πέρας ένα live που θα φιλοξενούσε 40.000 κόσμο.
Τα ίδια όμως λέμε χρόνια τώρα, οπότε σταματάω την γκρίνια αναφέροντας απλά την παροιμία “στου κουφού την πόρτα…”

Τους Space Blanket τους έχασα λοιπόν (sorry, δεν ήξερα πως έπρεπε να ξεκινήσω από το μεσημέρι για να καταφέρω να μπω), και η αλήθεια είναι πως έχοντας ακούσει διάσπαρτα τραγούδια τους, θα ήθελα να τους τσεκάρω και live.
Σίγουρα με “χάλαγε” το ότι είχαν διοριστεί support ύστερα από “ψηφοφορία” (ναι, με εισαγωγικά… μην κρυβόμαστε και πίσω από το δάχτυλό μας), αλλά από μουσικής πλευράς έχουν δείξει αρκετά καλά δείγματα. 

Οι F.O.X. είχαν ήδη ξεκινήσει όταν μπήκα. Το σχήμα από το Essex έδειξε το ότι δεν είναι τυχαία το support των Depeche Mode σε Γαλλία, Ελλάδα, Βουλγαρία, Ρουμανία και Τουρκία!
Με το ντεμπούτο τους “Chimera” να έχει λάβει εξαιρετικές κριτικές, το συγκρότημα βγήκε στη σκηνή κεφάτο και φρόντισε να δώσει ένα πολύ ευχάριστο μουσικό μισάωρο και θαρρώ πως κέρδισαν αρκετούς νέους οπαδούς.

Εννοείται βέβαια πως όλοι αδημονούσαν για τους Depeche Mode και περίμεναν πως και πως να τελειώσουν τα support. Λογικό…
Μέσα στο πλήθος έβλεπες όλα τα “είδη”: Τους φανατικούς (που ακόμη και album με πορδές να κυκλοφορούσε το σχήμα, θα το θεοποιούσε), τους “old school” οπαδούς (κατά τους οποίους οτιδήποτε έβγαλαν οι Depeche μετά το “Songs of Faith and Devotion”είναι χάλια), τους “νέους” (που γαλουχήθηκαν στη μουσική του group από το 2000 και μετά), και φυσικά (όπως σε κάθε live μεγάλης μπάντας) τους λεγόμενους “τουρίστες” που γνωρίζουν μετά βίας 3-4 κομμάτια (και όχι απαραίτητα με τους σωστούς τίτλους), αλλά ήρθαν μέχρι το Terra Vibe για το hype της υπόθεσης.

Η ώρα 21:15 και οι Depeche Mode ξεκινούν το δίωρο (και κάτι) set τους, με το “Welcome to my World” (από το “Delta Machine”). Πανζουρλισμός από κάτω, όχι λόγω τραγουδιού (μιας και αρκετοί φαίνονταν πως δεν είχαν ακόμα ακούσει την τελευταία δουλειά της μπάντας), αλλά κυρίως ελέω Dave Gahan, Martin Gore και Andy Fletcher.
Δυστυχώς πολύς κόσμος ακόμη έμπαινε, με αποτέλεσμα να χάσει την έναρξη και στην προσπάθειά του να βρει κάποιο μέρος να σταθεί και να βλέπει, άργησε να μπει στο κλίμα.

“Angel” για τη συνέχεια (πάλι από το νέο δίσκο) και από εκεί και πέρα ξεκινάει ένα εξαιρετικό σερί που περιλαμβάνει τα “Walking In My Shoes” (κλασσικό κομμάτι από κάθε άποψη), “Precious” (για τους λάτρεις του ραδιοφώνου), “Black Celebration” (το οποίο είχαν να το παίξουν σε περιοδεία πάνω από δέκα χρόνια) και “Policy of Truth” (“Violator” και τα μυαλά στο μπλέντερ).

Ο Gahan φωνάζει κατά τη διάρκεια των κομματιών, προκειμένου να ξεσηκώσει το πλήθος, το οποίο έδειχνε κάπως χλιαρό, προδίδοντας παράλληλα με το ύφος και τις κινήσεις του πως για πολλοστή φορά δεν είναι νηφάλιος… Στα αρχίδια μας φυσικά το εάν είναι ή όχι…
Διάλειμμα με το “Should Be Higher” (από το “Delta…”), για να ακούσω επιτέλους το αγαπημένο μου τραγούδι Depeche Mode: “Barrel of a Gun” (το οποίο πάλι είχαν χρόνια να παίξουν live). Η αισθητική μέχρι στιγμής είναι τίγκα ατμοσφαιρική και σε πλήρη συνάφεια με το μουσικό ποιόν της μπάντας.

Εκεί σκάει η πρώτη κοιλιά, με τον Martin να ερμηνεύει το “Higher Love” (μέσα από το “Songs of Faith and Devotion”) και στο καπάκι το “When the Body Speaks” (μέσα από το “Exciter”). Πηγαδάκια, γελάκια, πήγαινε- έλα με μπύρες κτλ, μιας και οι περισσότεροι είχαν πάει για τα hitάκια.

Ακολουθούν τα μέχρι στιγμής single του “Delta Machine” (“Heaven” και “Soothe My Soul”) με το κοινό τουλάχιστον να τα αναγνωρίζει. Λίγα χρόνια πίσω μας πάει το “A Pain that I’m Used To” (κομματάρα, ότι και να λέτε εσείς οι παρελθοντολάγνοι), ενώ αρκετά πιο παλιά (για την ακρίβεια 27 χρόνια πίσω) μας ταξιδεύει το “A Question of Time” (το οποίο παρεμπιπτόντως διαδεχόταν πάλι το “A Pain that I’m Used To” στην “Touring the Angel” περιοδεία τους, το 2006). Και τα δύο κομμάτια παρουσιάστηκαν σε διαφορετικές εκτελέσεις, αρκετά ενδιαφέρουσες.

“Secret to the End” για τη συνέχεια (ναι, από το “Delta…” και αυτό) και εκεί που ο κόσμος αρχίζει να μουρμουράει “πόσα καινούργια θα ακούσουμε επιτέλους;” οι Depeche εξαπολύουν ένα “Enjoy the Silence” ως απάντηση. Και στο καπάκι “Personal Jesus” (με μια mid tempo bluesάτη εισαγωγή), έτσι για να γουστάρουν όλοι (ραδιοφωνάκηδες, die hard οπαδοί, τουρίστες, και γενικά σύσσωμο το Terra Vibe).
Κάπου εκεί μας λένε “Goodbye” (ε, ρε πόσοι θα γράψουμε το ίδιο…) και “αποχωρούν”.

Ελάχιστα λεπτά αργότερα, επανέρχονται με άλλη μια δόση από τα “παλιά”. “Home” λοιπόν και “Halo” αμέσως μετά. Πολύ μπαλάντα ρε παιδί μου…
Λίγο πριν το τέλος (και εάν εξαιρέσουμε το ότι έχουμε ακούσει επτά συνθέσεις από το “Delta Machine”) το κοινό δείχνει να περνάει υπέροχα, με τις πρώτες σειρές να βρίσκονται σε μόνιμη έκσταση. Το “Just Can’t Get Enough” έκανε ακόμη και τον πιο ξενέρωτο να κουνηθεί στο ρυθμό του, ενώ το επιβλητικό “I Feel You” δε μπορούσε να λείπει από το setlist της μπάντας.
Η βραδιά έκλεισε (όπως ήταν λογικό) με το “Never Let Me Down Again”, σύνθεση που βρήκε πολλά ζευγάρια χείλη να τραγουδούν τους στίχους της.
Depeche Mode setlist
Welcome to My World
Angel
Walking in My Shoes
Precious
Black Celebration
Policy of Truth
Should Be Higher
Barrel of a Gun
Higher Love
When the Body Speaks
Heaven
Soothe My Soul
A Pain That I'm Used To
A Question of Time
Secret to the End
Enjoy the Silence
Personal Jesus
Goodbye
Encore:
Home
Halo
Just Can't Get Enough
I Feel You
Never Let Me Down Again



Θεωρώ πως από πλευράς επιλογής τραγουδιών (και με τη λογική πως η περιοδεία γίνεται για το “Delta Machine”), το συγκρότημα τα πήγε αρκετά καλά, αν και σε στιγμές ήταν πιο υποτονικό από ότι θα έπρεπε. Από εκεί και πέρα σε όλους έλειψε ένα “Stripped”, ένα “Everything Counts” ή ένα “Shake the Disease” (μεταξύ πολλών άλλων), αλλά οκ, δε χανόμαστε!
Επίσης, το ότι σνομπαρίστηκε πλήρως το “Sounds of the Universe” (ένα από τα πιο μέτρια album του σχήματος κατ’ εμέ), μόνο θετικό ήταν.

Μικρή ένσταση το ότι με εξαίρεση το “Just Can’t Get Enough”, η μπάντα δεν “ακούμπησε” κάποιο album μέχρι το 1986, απογοητεύοντας εν μέρει τους φανατικούς των πρώτων δουλειών τους.

Την πολύ καλή συναυλία διαδέχθηκε η αναμενόμενη ταλαιπωρία του γυρισμού. Βέβαια όταν βλέπεις τριγύρω σου χαρούμενες φάτσες, χρυσώνεται το χάπι και επειδή δεν έχω διάθεση να γκρινιάξω για πολλοστή φορά για το Terra Vibe, θα κλείσω το report με μια πρόταση που έγραψα και νωρίτερα:
…αξίζει να έχεις παρακολουθήσει έστω μια φορά τους Depeche Mode live…

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
photos: Ανδρέας Πανόπουλος

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

KILLSWITCH ENGAGE: “Disarm the Descent”

http://www.rockway.gr/
Εκ των ηγετών του σύγχρονου metalcore ήχου οι Killswitch
Engage, επανέρχονται στο προσκήνιο με τον πολυαναμενόμενο νέο δίσκο τους "Disarm The Descent" σηματοδοτώντας την επιστροφή του τραγουδιστή Jesse Leach, ο οποίος είχε αποχωρήσει από την μπάντα το 2002, αμέσως μετά την κυκλοφορία του "Alive or Just Breathing" πίσω στα 2003. 
 Αυτή η αλλαγή ήταν αναγκαστική, λόγω της διαγνώσεως δυο ειδών διαβήτη στο σώμα του πρώην πλέον τραγουδιστή Howard Jones, o οποίος άφησε την μπάντα το 2012. Η αλήθεια είναι ότι το, για δεύτερη φορά αυτοτιτλοφορούμενο, "Killswitch Engage" του 2009 (είχε προηγηθεί το ντεμπούτο με το ίδιο όνομα), δίχασε τους φίλους του group. Αποδείχτηκε λίγο στατικό και επαναλαμβανόμενο σε σημεία, παραμένοντας βέβαια στα στάνταρ ποιότητας μιας ήδη καθιερωμένης, στον ήχο αυτό, μπάντας. Οι προσδοκίες για το τελευταίο album ήταν αυξημένες κυρίως για το αν το σχήμα θα συνέχιζε να στέκεται αντάξια μπροστά στο βάρος του ονόματός του. 
 Ε, λοιπόν, οι προσδοκίες όχι μόνο εκπληρώνονται, αλλά οι Killswitch Engage με το "Disarm The Descent", επανέρχονται με έναν κορυφαίο δίσκο, σίγουρα τον καλύτερο της καριέρας τους και με σοβαρή υποψηφιότητα να αναδειχθεί ως η καλύτερη κυκλοφορία στον χώρο του ακραίου metal για τη χρονιά που διανύουμε. 
 Το πρώτο πράγμα που εντυπωσιάζει αυτοστιγμεί, είναι ο ήχος. Βαρύτατος, ξεφεύγει από τα πλαίσια των τελευταίων κυκλοφοριών. Δεν γνωρίζω αν αυτό έγινε εσκεμμένα, για να προσαρμοστεί η μπάντα εκ νέου στο στυλ του Leach ή αν είναι η νέα πορεία που χαράζει ο κιθαρίστας/παραγωγός/ειδήμων νους Adam Dutkiewicz, αλλά η φάση λειτουργεί με καταπληκτικά αποτελέσματα. 
Απέχοντας αρκετά από τον όρο "metalcore" και πλησιάζοντας κατά πολύ τη μελωδική, σύγχρονη εκδοχή του death metal, οι Killswitch Engage δίνουν ένα μνημειώδες έργο, ουσιαστικότατο, πολυδιάστατο με χειμαρρώδη τραγούδια, εξαιρετικά sing-a-long refrains και απίστευτη δύναμη. Από την εισαγωγική κραυγή του “The Hell In Me” με το ματωμένο riff του, νιώθεις απλά την ενέργεια που κοχλάζει. 
Η ερμηνεία του Jesse είναι συγκλονιστική, είτε όταν κραυγάζει είτε όταν μελωδικά χαμηλώνει τους τόνους. Διακρίνει κανείς και μια συνάφεια με το "Alive of Just Breathing", πράγμα που το βρίσκω φυσιολογικό ως album - σημείο αναφοράς και για την ίδια την τεχνοτροπία τους. 
Τα δολοφονικά riffs, η φωνή του Jesse, τα κοψίματα, τα μελωδικά refrain, τα trademark της μπάντας εν γένει. Αν όμως η εισαγωγή ήταν το ιδανικό έναυσμα του εγχειρήματος, η συνέχεια είναι απλά μεγαλειώδης. “Beyond The Flames” και ιδού ο ορισμός του metalcore. 
Φοβερή καθαριστική δουλειά με σαφείς επιρροές σουηδικου melodic death metal, καταπληκτικές αντιθέσεις στα διπλά φωνητικά με τον Adam...“The New Awakening”, με ενα βαρύτατο up tempo brutal εισαγωγικό θέμα και με πολύ ωραία solo. Φοβερός ο Justin Foley στα drums, σκορπά με ζωντάνια τα blastbeats του, όπως επίσης και ο Joel Stroetzel στις κιθάρες, o οποίος σκοτώνει σε κάθε κομμάτι με την απόδοσή του. Το “In Due Time”, πρώτο single του "Disarm the Descent", είναι ένα συμπαγέστατο τραγούδι αλλά παράλληλα είναι και το πιο ευθυτενές . Διαφέρει από το συνολικό κλίμα του δίσκου, δίνοντας ένα πιο ποικίλο χρώμα στις διαθέσεις του, αποτελώντας μια κατά κάποιο τρόπο τομή, στη ροη του. 
Η επαναφορά στη σκληρότητα είναι άμεση. “A Tribute to The Fallen” και οι Killswitch Engage, επιστρέφουν στη πρώτη τους νιότη. Death γρυλλίσματα στο φόντο, εξωφρενικά, ωμα riffs, ένα πισωγύρισμα στην πραγματικότητα του έτους 2000. “Turning Point”, εξαιρετική brutal αισθητική και φοβερή δουλειά στο μπάσο από τον Mike D'Antonio. Το "All we Have", είναι άλλο ένα πιθανό "hit" (αν είναι ευδόκιμος ο όρος στις μέρες μας...), ανθεμικό, το οποίο ακούγοντας το, σίγουρα θα σου φέρει συνειρμούς από το μακελειό στα ανά τον κόσμο mosh pits. Θεόσκληρα φωνητικά από τον Jesse, ένα τραγούδι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του. Σαν μοναχικό διαμάντι στέκει το “You Don’t Bleed For Me”, η "μαλακή" απόπειρα του σχήματος. 
Δεν είναι αυτό που θα αποκαλέσεις ως μπαλάντα, αλλά σίγουρα διαφέρει από τα υπόλοιπα, εκδηλώνοντας μια τάση που δεν εμφανίζεται συχνά σε μπάντες τέτοιου ύφους. Σε γνώριμα πεδία, το "The Call", με τα blastbeats και το πιασάρικο refrain του, με τον Foley να οργιάζει εκ νέου σε ένα απολύτως πιασάρικο τραγούδι που προκαλεί ακατάπαυστο headbanging. “No End In Sight” με την αργή εισαγωγή του, ένα πολύ ώριμο, στακάτο τραγούδι, που κλιμακώνεται σταδιακά επιταχύνοντας τον ρυθμό. Συνθετικά το θεωρώ από τα highlight του album. Το "Always" είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια τραγούδι, με εναλλασσόμενα μελωδικά θέματα από τους κιθαρίστες, αρκούντως βαρύ και ογκώδες. Ο επίλογος του δίσκου, το “Time Will Not Remain”, είναι αντάξιο της συνολικής εικόνας του "Disarm the Descent".
 Ουσιαστικά αποτελεί σύνοψη, όλων των έξοχων στοιχείων που στιγματίζουν την μπάντα και είμαι σχεδόν σίγουρος οτι θα αποτελέσει κι αυτό συναυλιακό "hit". Σαν bonus, υπάρχουν δυο live τραγούδια με καλή απόδοση από την μπάντα ("Numbered Days", "My Curse"). Η παραγωγή είναι καταπληκτική, πράγμα φυσιολογικό αφού ο Adam Dutkiewicz είναι καταξιωμένος στο χώρο ως παραγωγός, έχοντας κάνει πάμπολλες συνεργασίες με όλα τα μεγάλα σχήματα του είδους και θεωρείται ήδη guru του σύγχρονου ακραίου φάσματος. Λεπτομερής, ολοκάθαρη, όλα τα όργανα ακούγονται γεμάτα και συμπαγή και δικαίως αναδεικνύουν τις τεχνικές αρετές των μελών. 
 Killswitch Engage και "Disarm The Descent". Προσωπικά, με διέλυσε. Ποιοτικότατο, πολυεπίπεδο, ένα απολαυστικότατο σύνολο τραγουδιών με όλα εκείνα τα στοιχεία που σε κάνουν να νιώθεις υπερήφανος, ως φίλος αυτής της Τέχνης. Για το 2013, θεωρώ ότι δύσκολα θα το ξεπεράσει κάποιο άλλο album, αν και δεν νομίζω να στεναχωρηθεί κάποιος αν συμβεί αυτό.


Ιορδάνης Κιουρτσίδης

MELVINS: “Everybody Loves Sausages”

http://www.rockway.gr/

 Και εγώ τα αγαπώ πολύ, αλλά μου πέφτουν βαριά στο στομάχι,
οπότε με τη βοήθεια των θεότρελων Melvins θα αρκεστώ στο να τα ακούω. 
 Οι Αμερικανοί αφού έδωσαν έμπνευση στην διαρκώς αναπτυσσόμενη σκηνή του sludge και έχοντας κυκλοφορήσει σχεδόν όσα πράγματα έχουν κυκλοφορήσει και οι Agathocles, επιστρέφουν και πάλι λίγους μήνες μετά το “Freak Puke”, να γιορτάσουν την 30η τους επέτειο με ένα δίσκο με διασκευές, με τίτλο “Everybody Loves Sausages”. Και σε αυτή την απόπειρα δεν είναι μόνοι τους. 
Έφεραν και κάποιους από τους τρελούς τους φίλους για να κάνουν αυτό το album ακόμα πιο απαραίτητο για το φίλο της extreme μουσικής.
 Τι να λέμε τώρα. Το “Warhead” των Venom σε μια εκπληκτική διασκευή με τη πολύτιμη βοήθεια του Scott Kelly (Neurosis), “You're my Best friend” από Queen, ωραία εκτέλεση του “Black Betty”, από τις πιο όμορφες που έχω ακούσει, και διασκευή του “Set it on fire” των Αυστραλών The Scientists με την ευγενική προσθήκη του Mark Arm (Mudhoney). Για αρχή αυτά! Μνημειώδης διασκευή του "Station to Station" του μοναδικού David Bowie, με τον J.G. Thirwell να βάζει το χέρι του, άνθρωπος που έχει συνεργαστεί με ονόματα όπως οι Nick Cave και Marc Almond. To “Attitude” (The Kinks) με τον drummer των Blondie, Clem Burke, διασκευή του “In Every Dream Home A Heartache” των Roxy Music, με τον Jello Biafra στα φωνητικά και τον παλαιό των Tomahawk, Kevin Rutmanis, στο μπάσο μιλάμε χωρίς να επεκταθούμε για μια psycho κυκλοφορία, που μόνο η Ipecac του Mike Patton θα μπορούσε να κυκλοφορήσει. 
 Καλό είναι, καμένε μου φίλε, να το αποκτήσεις και για συλλεκτικούς, αλλά και για καλλιτεχνικούς λόγους. Γίνεται ο χαμός εκεί μέσα, άλλωστε μιλάμε για Melvins. Τι δεν καταλαβαίνεις;


Δημήτρης Μαρσέλος

PARIS: “Only One Life”

http://www.rockway.gr/
 Διαλέγοντας για όνομα συγκροτήματος την διάσημη πρωτεύουσα
της Γαλλίας, δύο άγνωστοι μουσικοί, οι Frédéric Dechavanne (Lead & backing vocals, keyboards) και Sébastien Montet (Lead & rhythm guitars) αποφάσισαν, ως PARIS πλέον, να βουτήξουν στα μελωδικά νερά του μεγάλου aor ποταμού και να δοκιμάσουν τις τύχες τους. 
 Οι βοήθειες στο ντεμπούτο τους, σημαντικές, πρώτα στην παραγωγή που την έχει αναλάβει ο Alessandro Del Vecchio (Lionville, Hardline, Issa) και έπονται εξαίρετοι μουσικοί όπως ο μπασίστας Anna Portalupi (Mitch Malloy, Lionville, Hardline), ο ντράμερ Alessandro Mori (Mitch Malloy, Lionville, Axe), αλλά και οι Robert Säll (Work Of Art, W.E.T.) και Steve Newman (Newman, Big Life) στα backing vocals. Ακούγοντας το “Only One Life” δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα, ούτε άκουσα κάτι ξεχωριστό απλά οι Paris αρέσκονται στο να παίζουν μεστό μελωδικό rock στο ύφος των Τοto, Def Leppard και Bon Jovi χωρίς όμως να απογειώνονται οι συνθέσεις. 
Τα πλήκτρα και η κρυστάλλινη παραγωγή είναι στα θετικά του δίσκου ενώ πολύ όμορφο είναι το τραγούδι “America” όπου κιθάρα παίζει ο Robert Säll (Work Of Art) και η Τοto ατμόσφαιρα είναι διάχυτη σε όλο το κομμάτι. Συστήνεται αυστηρά και μόνο στους φίλους του λεγόμενου aor ήχου.


Φώτης Μελέτης

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

HIM: “Tears on Tape”

http://www.rockway.gr/
 Μεγάλο στοίχημα ο νέος δίσκος των HIM… Διότι πολύ απλά, οι
εποχές που οι κοπελίτσες έσκιζαν τα string και τα σουτιέν τους ακούγοντας τη φωνή του Ville Valo, έχουν περάσει. Λογικό βέβαια μιας από τη μία “μόδα ήταν και πέρασε”, ενώ παράλληλα οι προαναφερθείσες τσούπρες 30ρήσανε και δεν εκδηλώνονται τοιουτοτρόπως πλέον! 
 Επιπρόσθετα, σε ότι αφορά το μουσικό τομέα, είναι ιδιαίτερα δύσκολο να κυκλοφορήσουν ξανά δίσκους όπως “Razorblade Romance” και “Love Metal”. Και από τη στιγμή που το πείραμα του (συμπαθέστατου) “Venus Doom” απέτυχε, το group δεν έχει άλλη επιλογή από το να ακολουθεί την πεπατημένη, κάνοντας αυτό που ξέρει και του βγαίνει αβίαστα (αβάδιστα και αβαβά…) 
 Τρία χρόνια μετά το (καλό μεν, αλλά…) “Screamworks”, οι Φιλανδοί στοχεύουν στην επάνοδό τους, σπρώχνοντας και διαφημίζοντας τη νέα τους δουλειά πολύ περισσότερο από ότι την προηγούμενη. Μόνο που η προβολή δεν κάνει πλέον τον παπά και τα ηχητικά ράσα του group δε θα φέρουν στην κορυφή το group, παρά μόνο θα χαροποιήσουν όσους οπαδούς ακολουθούν ακόμη τη μπάντα. Διότι κύριε Valo, δεν έχω κανένα πρόβλημα σαν ακροατής να με βομβαρδίζεις με radio friendly τραγουδάκια, αλλά όταν φτάνεις στο σημείο να μη μπορείς να κάνεις ούτε αυτό σωστά, βράστα Χαράλαμπε! 
 Οι καλές στιγμές είναι πολύ λίγες (“Tears on Tape”, “Into the Night”, “W.L.S.T.D.”, “I Will Be the End of You”), οι μέτριες πάρα πολλές, και τέλος πάντων θεωρώ το “Screamworks” πιο τίμιο (ελέω περιορισμένης προβολής) και σίγουρα καλύτερο συνθετικά. Σύγκριση με τις υπόλοιπες δουλειές τους δε νοείται! Αυτονόητο είναι, φίλε αναγνώστη, πως άπαξ και δεν άκουγες ποτέ HIM, δεν υπάρχει λόγος να ακούσεις τώρα. Στην περίπτωση που ανήκεις σε εκείνους που αμφιταλαντεύονταν για το εάν θα το αγοράσουν, άκουσέ το πρώτα καλύτερα. Εάν δε, δηλώνεις fan, κράτα τον ενθουσιασμό σου καλού κακού, ενώ άμα είσαι μια από τις 30άρες που ακόμη ψάχνουν μια αγκαλιά για να εναποθέσουν τα “τότε” εσώρουχά τους, στείλε μου μήνυμα (αβίαστα, αβάδιστα και αβαβά, λέμε…) 

Στέφανος Στεφανόπουλος

MUDHONEY: “Vanishing Point”

Αν δεν είχαν πέσει στην ίδια περίοδο με την ξέφρενη άνοδο των
Nirvana και του γενικού grunge κλίματος, θα είχαν τύχει μεγαλύτερης αναγνώρισης και πιο δίκαιης μεταχείρισης. Αν και θεωρήθηκαν κομμάτι αυτού του κινήματος, λόγω της προηγούμενης δραστηριοποίησης τους ως Green River, οι Mudhoney είναι γνήσιοι τέκνα του Protopunk και των Stooges/ MC5. 
 Κιθάρες που φτάνουν στα όρια της ψυχεδέλειας, αλλά με έναν πιο σύγχρονο alternative τρόπο, παίρνουν το garage των τελών του 60, σε μια νέα διάσταση. 5 χρόνια μετά την τελευταία τους δουλειά, “The Lucky Ones”, οι Mudhoney έρχονται και πάλι με το “Vanishing Point”. Η Iggy Pop-ική φωνή του Mark Arm και οι παιχνιδιάρικοι, χιουμοριστικοί στίχοι, παρέα με τις κουρδισμένες σε άλλη εποχή κιθάρες και τις απλές μας ότι πρέπει ρυθμικές μελωδίες του μπάσου, το σχήμα δημιουργεί ένα αξιοπρεπές έργο, που θα ικανοποιήσει τους οπαδούς του και θα αναγκάσει κάποιους να ψάξουν και να μάθουν τι εστί Mudhoney. 
 Η αναφορά στον GG Allin στo “I like it small”, η ελεγεία μίσους προς το κρασί “Chardonnay”, το hit “Sing this song of joy” και το νεκρόφιλο “In this rubber tomb”, πρέπει να ακουστούν και να εναγκαλιστούν με προσοχή, δείχνοντας στους Αμερικανούς το σεβασμό που τους πρέπει, έτσι ώστε να συνεχίσουν την πορεία τους στα κατάστιχα της μουσικής ιστορίας.

 Δημήτρης Μαρσέλος

ROB ZOMBIE: “Venomous Rat Regeneration Vendor”

Ο άρχοντας των ζωντανών νεκρών ξανακτυπά. Εκεί που δεν το
περιμένεις! Τη στιγμή που νομίζεις ότι δεν έχει άλλα να δώσει, έρχεται σαν πανούκλα και σου τρώει τα σωθικά. Ο πολυτάλαντος Rob Zombie, που ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει και την καινούργια του ταινία, “The Lords of Salem”, επανέρχεται και δισκογραφικά με το “Venomous Rat Regeneration Vendor”. 
 Αν είναι καλό λέει; Με το που ξεκινάς την ακρόαση καταλαβαίνει ότι ο τύπος σε έχει πιάσει πάλι με τα βρακιά στους αστραγάλους. Το album ξεκινάει με ένα από τα κλασσικά sexy splatter τραγούδια του, με τίτλο “Teenage Nosferatu Pussy” δίνοντας εξαρχής μια αίσθηση τρόμου που σου εξάπτει, όμως την περιέργεια δεν μπορείς να αντισταθείς στο να δημιουργήσεις παράξενες εικόνες με το μυαλό σου. Ακολουθεί το πρώτο single και video cilp του δίσκου, “Dead City Radio And The New Gods of Supertown” με κάποιον ραδιοφωνικό παραγωγό να δηλώνει πως το ραδιόφωνο άλλαξε τις ζωές μας, σε έναν ρυθμό που ρέπει πως τη δεκαετία του ‘70 με τη χρήση του hammond organ ήχου. “Revelation Revolution” και το πνεύμα του ύψιστου Alice Cooper ίπταται πάνω από τη σκιά του Rob Zombie και θαρρείς πως ο αειθαλής horror rocker είναι κάπου μέσα στο σώμα του νεαρότερου ακόλουθου του. Μετά από ένα Instrumental ανατολίτικο ρυθμό (“Theme For The Rat Vendor”) έρχεται ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια του album (“Gong Gang Gong De Do Gong De Laga Raga”) να μας πείσει πως ο Rob και το λαρύγγι του είναι κουρδισμένο και πάλι σε συχνότητες “Hellbilly Deluxe” και αυτό που ακούμε είναι κάτι το εξαιρετικό, μην ξεχνώντας τις industrial καταβολές του, βγάζει μια μοναδική rock 'n' roll αισθητική. Το “Rock And Roll (In A Black Hole)” ξεκινάει ηλεκτρονικά με τρόπο drum 'n' bass και η φωνή του Rob μπαίνει στοιχειωμένη μετά από λίγο στο παιχνίδι και στα μέσα της διάρκειας του κομματιού ξεσπάει και ξαναχαλαρώνει εκ νέου. 
 Η παρουσία διάφορων samples από retro ταινίες φτιάχνουν μια μοναδική ατμόσφαιρα, απαραίτητη για το horror rock που έχει μάθει να μας προσφέρει ο Rob και η παρέα του. To “Behold! The Pretty Filthy Creatures” ανεβάζει τους σφυγμούς και θεωρώ πως θα ακουστεί σε πολλά μαγαζιά και σε πολλά ραδιόφωνα, με τα όμορφα τύμπανα και τις “πειραγμένες κιθάρες” να πρωτοστατούν, λίγο πριν το “White Trash Freaks” που είναι και αυτό κάτι που το αναμενόμενο. Όμορφα ραδιοφωνικά, party songs που ξέρει αυτός να φτιάχνει. Η μεγάλη στιγμή του album είναι όμως η υπέροχη διασκευή του “We're an American band”, μιας εκ των μεγαλυτέρων επιτυχιών των Grand Funk Railroad, που περνώντας από το Zombie filter γίνεται κάτι το καινούργιο και θα κοσμεί ίσως, κάποιες από τις καινούργιες μου καλοκαιρινές συλλογές. Και το επόμενο “Lucifer Rising” είναι ένα χτυπητό στο ρεφρέν του κομμάτι στα γνωστά μονοπάτια που έχουμε συνηθίσει και το ίδιο ισχύει και για το “The girl who loved the monster”. 
 To album κλείνει με ένα φοβερό τίτλο, “Trade In Your Guns For a Coffin” και το τραγούδι είναι εξίσου καλό και ολοκληρώνει ένα album, που πρέπει όλοι οι fans του νεκροπεθαμένου Rob να αποκτήσουν. Οδηγεί τη νεκροφόρα του στη γνωστή διαδρομή προς το νεκροταφείο χωρίς να πολυαλλάζει ταχύτητες και οι τρύπες για τα φέρετρα είναι από πριν σκαμμένες. Ρίξτε λίγο χώμα και εσείς από πάνω!


Δημήτρης Μαρσέλος

Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

VOLBEAT: “Outlaw Gentlemen and Shady Ladies”



Τρία χρόνια έκανε ο Michael Poulsen και η παρέα του να μας απασχολήσει δισκογραφικά, με τις απαιτήσεις να έχουν μεγαλώσει πλέον, μιας και οιVolbeat γίνονται ολοένα και πιο γνωστοί στους metal (και μη) κύκλους.
Προτού ξεκινήσω την περαιτέρω ανάλυση, να ξεκαθαρίσω ευθύς εξαρχής πως το “Outlaw Gentlemen and Shady Ladies” δεν είναι το νέο “Guitar Gangsters & Cadillac Blood”. Επίσης, ας λάβουμε όλοι υπόψη πως ο Poulsen ουδέποτε συμπεριφέρθηκε στους Volbeat σαν πυροτέχνημα και πάντα έπαιζε αυτό που γούσταρε, μη αναλογιζόμενος τα “πρέπει”.
Πάμε λοιπόν να τσεκάρουμε το δίσκο…
Ύστερα από μια μικρή εισαγωγή (“Let’s Shake Some Dust”), το album ξεκινά με το “Pearl Heart”, ένα άκρως μελωδικό mid tempo κομμάτι, το οποίο έρχεται σε αντίθεση με αυτά που μας είχαν συνηθίσει οι Volbeat στις προηγούμενες δουλειές τους, μιας και πάντα προτιμούσαν κάποιο πιο δυναμικό μπάσιμο.
Παρόμοια συνταγή συναντάται και στο “The Nameless One”, οπότε κάπου εκεί η λογική θέλει το “Outlaw Gentlemen and Shady Ladies” να κινείται επί το πλείστον σε τέτοιους ρυθμούς. Το “Dead But Rising” βαραίνει πρόσκαιρα την ατμόσφαιρα, για να περάσουμε στο “Cape of Our Hero”, το οποίο αποτέλεσε και το πρώτο video από το δίσκο.
Επιστροφή στη heavy πλευρά της μπάντας, με το “Room 24” και τον King Diamond να στέκεται μαζί με τον Michael Poulsen πίσω από το μικρόφωνο. Εντελώς “metalιζέ” το ύφος, με πολύ καλό riff, αλλά κάτι δε μου κόλλησε τελικά στην όλη συνεργασία. Το “The Hangman’s Body Count” είναι το πρώτο τραγούδι μέχρι στιγμής που θυμίζει περισσότερο το γνώριμο ύφος της μπάντας. Αρκετά ευχάριστη η διασκευή στο “My Body” (σύνθεση των Young the Giant), ενώ πολύ καλή στιγμή το “Lola Montez” που επίσης φέρει τα γνωστά Volbeat χαρακτηριστικά.
Αυτό που μέχρι στιγμής λείπει πάντως είναι η Elvis meets Metallica αισθητική που συναντιόταν κατά κόρον στο παρελθόν. Και να σου το “Black Bart” που δίνει ακριβώς αυτό (κάλλιο αργά, παρά ποτέ). Με western αέρα έρχεται το“Lonesome Rider”, με τη συμμετοχή της Sarah Blackwood και κάπου εδώ αναρωτιέμαι γιατί δεν επιλέχθηκε αυτό το κομμάτι ως προπομπός του δίσκου. Ίσως το “hitάκι” του album.
Πλησιάζοντας στο τέλος, το “The Sinner Is You” έρχεται να θυμίσει το θεματικό ποιόν του δίσκου, το οποίο χαρακτηρίζεται από τις μελωδικές mid tempo συνθέσεις. “Doc Holiday” για τη συνέχεια με μπάντζο να συνοδεύει την κιθάρα στην αρχή και να επανεμφανίζεται στο refrain. Από εκεί και πέρα, το κομμάτι μεταμορφώνεται σε μια καθαρά heavy metal σύνθεση, με πολλές Metallica επιρροές. Ο επίλογος ανήκει στο “Our Loved Ones”, μια (τρόπον τινά) power ballad, ιδανική για κλείσιμο.
Σε γενικές γραμμές το “Outlaw Gentlemen and Shady Ladies” δεν είναι όπως το περίμενα. Είναι λιγότερο επιθετικό και χωρίς ιδιαίτερη “τσαχπινιά”. Η ένταξη του Rob Caggiano (ex- Anthrax) στη μπάντα, προσέθεσε όγκο σε διάφορα σημεία, αλλά από εκεί και πέρα μάλλον περιόρισε τον rock n’ roll χαρακτήρα που είχαν μέχρι πρότινος. Βέβαια, για να είμεθα δίκαιοι και σωστοί, μια μερική στροφή στους πιο κλασσικούς metal ρυθμούς είχε υπάρξει και στο “Beyond Hell/ Above Heaven”.
Αν μου άρεσε; Αμέ! Δεν τρελάθηκα όμως κιόλας… Όντας fan των Volbeat, έμεινα ευχαριστημένος και σίγουρα εκτίμησα το ότι ο Michael Poulsen δε σέρβιρε ξαναζεσταμένο φαγητό. Από την άλλη, καταλαβαίνω απόλυτα τα ανάμεικτα συναισθήματα που μπορεί να προκαλέσει στους πιο επιδερμικούς ακροατές. Το group επιχείρησε να βγει από το καλούπι που (από μόνο του) πήγαινε να εισχωρήσει και στην προσπάθεια αυτή κυκλοφόρησε ένα δίσκο που είναι καλός μεν, αλλά δεν προκαλεί έκπληξη και ενθουσιασμό. Οκ, δε γίνεται όλα να είναι “δισκάρες”…

Στέφανος Στεφανόπουλος

VOODOO HIGHWAY: “Showdown




Το ντεμπούτο άλμπουμ των Voodoo Highway, “Broken Uncle's Ihn”, ήταν μία από τις πολύ ευχάριστες εκπλήξεις του 2011.
Αυτοί οι νέοι  Ιταλοί μας εξέπληξαν με το groovάτο, ποιοτικό και παλιομοδίτικο τους hard rock! Κατόρθωσαν να αναμείξουν τέλεια τον ήχο των 70's-80’s με μια πιο “φρέσκια” προσέγγιση με αποτέλεσμα το πρώτο τους πόνημα να χαρακτηρίζεται άκρως ενδιαφέρων!
Η μπάντα έχει υποδειχθεί ως μία από τις νέες αποκαλύψεις σε όλο τον κόσμο και χαρακτηρίζονται ως οι νέοι Deep Purple από ένα τόσο μεγάλο όνομα στη μουσική όπως είναι ο Craig Rubber (Rainbow/ Gary Moore/ Black Sabbath)! Επίσης, το ντεμπούτο τους έχει κερδίσει κάποιες αρκετά κολακευτικές και αξιόλογες δισκοκριτικές και επίσης το “Broken Uncle's Ihn”,  έγινε sold out  δύο μόλις μήνες από την κυκλοφορία του τον Ιούνιο το 2011.
Έτσι λοιπόν φτάνουμε στο σήμερα και στην δεύτερη κυκλοφορία της μπάντας με τον τίτλο “Showdown”. Το άλμπουμ ξεκινά με το φανταστικό και τσαμπουκαλίδικο “This Is Rock ‘n’ Roll, Wankers!”. Δυνατό, αλήτικο με ένα βρώμικο riff και μια 80’s διάθεση που σε προκαλεί! Στο "Fly To The Rising Sun" συναντάμε πάλι ένα heavy riffing intro με ένα πιασάρικο ρεφρέν, ενώ στο "Midnight Hour" οι Ιταλοί έχουν μια πιο “εμπορική” διάθεση. Σίγουρα  Ένα από τα highlights του άλμπουμ!
Τα "Church Of Clay""Cold White Love" και "Prince Of Moonlight" είναι και τα τρία εξαιρετικά δείγματα καθαρόαιμου hard rock με τη ένταση, δυνατές ενορχηστρώσεις και πραγματικά πολύ καλή κιθαριστική δουλειά!
Όπως είπα και παραπάνω, το ντεμπούτο άλμπουμ τους ήταν μια ευχάριστη έκπληξη τότε. Με την νέα τους κυκλοφορία, η μπάντα στοχεύει για μεγαλύτερα πράγματα! Αυτό είναι σίγουρο!
Αυτή τη φορά ο ήχος είναι πιο δεμένος, οι ενορχηστρώσεις είναι για άλλη μια φορά εξαιρετικές και το άλμπουμ περιλαμβάνει μερικά καταπληκτικά  και εμπνευσμένα κομμάτια. Αυτό το συγκρότημα έχει άφθονο ταλέντο και φαίνεται στην μουσική της. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

SHOTGUN MESSIAH: “Second Coming”



Το 1991 στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής το κίνημα του U.S. Hair Metal ή Pop Metal αν προτιμάτε άρχισε να παίρνει την φθίνουσα πορεία λόγω της  “grunge” επανάστασης.
Πολλές μπάντες άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι η “μπογιά” τους πλέον δεν περνούσε και σκεφτότανε το επόμενο βήμα τους. Οι Shotgun Messiahέχοντας κυκλοφορήσει ένα πολύ καλό ντεμπούτο το 1989 επιστρέφουν με το εκπληκτικό “Second Coming”!
Είκοσι δυο χρόνια μετά ο συγκεκριμένος δίσκος θεωρείται μια από τις κορυφαίες κυκλοφορίες στον χώρο του Scandi Sleaze Hard Rock! Ισοπεδωτικός ήχος, με καταπληκτική κιθαριστική δουλειά από έναν πραγματικά ταλαντούχο κιθαρίστα, Harry Cody, κρυστάλλινη παραγωγή, καλοδουλεμένα τραγούδια και  παθιασμένα φωνητικά από τον Tim Skold. 
Προσωπικά είναι από τους δίσκους που σου “κολλάνε” στο μυαλό με το πρώτο άκουσμα. Ξεκινάει δυναμικά με το πιασάρικο και riffάτο “Sex, Drugs & Rock ‘n ‘Roll” και συνεχίζει με το πιο sleaze “Red Hot”. To “Living Without You”είναι απλά τέλειο! Η μελωδία του είναι θεϊκή και η δουλειά του Harry Codyμοναδική σε αυτή την υπέροχη power ballad! Κάθε τραγούδι περιέχει κάτι μοναδικό να προσφέρει αφού η έμπνευση και το ταλέντο της μπάντας ξεδιπλώνεται περίτρανα και προσφέρει απλόχερα έναν κορυφαίο δίσκο! Ακούστε επίσης τα “Can’t Fool Me”, “Babylon”, “Ride The Storm” και την μεγάλη επιτυχία τους “Heartbreak Blvd” και θα καταλάβετε περί τίνος μιλάω.
Δύο χρόνια μετά κυκλοφόρησαν το “διαφορετικό” αλλά καλό “Violent New Breed” και μετά, όπως πολλές μπάντες του τότε, διαλύθηκαν. Κρίμα γιατί οι Shotgun Messiah είχαν όλα τα φόντα να κάνουν την υπέρβαση τότε και να πρωταγωνιστήσουν στην συγκεκριμένη σκηνή. Εμείς απλά θα τους θυμόμαστε και κάθε φορά που θα βάζουμε στο cd player το “Second Coming” θα βάζουμε στην άκρη τα προβλήματα της καθημερινότητας μας και θα ξεφεύγουμε σε άλλες εποχές!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

MAGNUM: “The Spirit”

Ένα από τα κορυφαία βρετανικά συγκροτήματα είναι και οι
θρυλικοί πλέον MAGNUM. Ο μοναδικός συνδυασμός melodic, aor, progressive ρυθμών και μελωδιών τους έχουν κάνει ιδιαίτερα αγαπητούς κυρίως στο ευρωπαϊκό κοινό που συνήθως είναι συνήθως πιο “ψαγμένο”. Το δίδυμο Tony Clarkin (κιθάρα) και Bob Catley (φωνή) μαζί με τον εξαιρετικό κημπορντίστα Mark Stanway είναι μία ανεξάντλητη πηγή δημιουργίας και μας έχουν χαρίσει μοναδικές μελωδίες. Το 1991 λοιπόν κυκλοφορούν το live album με τον τίτλο “Τhe Spirit” που ηχογραφήθηκε στα πλαίσια της Goodnight L.A. τουρνέ. 
Είναι η περίοδος που το γκρουπ κάνει το μεγάλο άνοιγμα στο αμερικάνικο κοινό, για αυτό και στο δίσκο “Goodnight L.A.” υπάρχουν συνθέσεις υπογεγραμμένες από τους Russ Ballard και Jim Vallance και παραγωγός είναι ο Keith Olsen. Το album δεν πάει καθόλου καλά σε πωλήσεις με συνέπεια η τότε δισκογραφική τους εταιρία Polydor να δηλώνει απογοητευμένη. Όμως και τα μέλη των MAGNUM παράλληλα παραπονιούνται για το ελλιπές promotion με αποτέλεσμα να χωρίσουν έπειτα οι δρόμοι τους.
 Στο “The Spirit” αποτυπώνεται πάνω στο σανίδι η ποιότητα και το μεγάλο συνθετικό ταλέντο του συγκροτήματος αν και υπάρχουν στιγμές που η παραγωγή δεν βοηθάει σε καλύτερο άκουσμα των κομματιών (δικαιολογημένα αφού μιλάμε για live δίσκο). Τρομερά τραγούδια όπως τα “On A Storyteller's Night”, “Kingdom Of Madness”, “Vigilante”, “How Far Jerusalem” και “Rockin' Chair” πλουτισμένα με ονειρικές και επικές μελωδίες, παντρεμένες με τις θεϊκές ερμηνείες του σπουδαίου Bob Catley δημιουργούν μικρές ανατριχίλες. 
Ειδικά όταν ακούς το κλασσικό “Τhe Spirit” και το κοινό από κάτω να εκστασιάζεται τότε η συγκίνηση είναι μεγάλη… 

Trackisting
 01. Introduction 02. Vigilante 03. Days Of No Trust 04. Mama 05. Need A Lot Of Love 06. Pray For The Day 07. Les Morts Dansants 08. Reckless Man 09. How Far Jerusalem 10. The Spirit 11. On A Storyteller's Night 12. Rockin' Chair 13. Kingdom Of Madness 14. Sacred Hour) 15. When The World Comes Down 

 Μέλη 
Bob Catley (vocals) 
Tony Clarkin (guitars, vocals) 
Wally Lowe (bass, vocals) 
Mark Stanway (keyboards) 
Mickey Barker (drums)

ΦΩΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...