Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

NEAL MORSE: “Live Momentum”

Η σπουδαία καλλιτεχνική φυσιογνωμία του πολυτάλαντου Neal Morse με προϋπηρεσία στους Spock's Beard, Transatlantic, Flying Colors και Yellow Matter Custard, παραμένει αστείρευτη και τιμώντας τους prog δασκάλους του, κυκλοφορεί ένα απολαυστικό live αριστούργημα. 
 Έχοντας συμπληρώσει σχεδόν μία εικοσαετία διαρκούς και δημιουργικής δισκογραφικής παρουσίας, ο Neal Morse, με πνευματικό οδηγό πλέον τον Θεό και την χριστιανική πίστη, επιβεβαιώνει πόσο μεγάλος μουσικός και συνθέτης είναι. Στο “Live Momentum” που ηχογραφήθηκε την περσινή χρονιά σε συναυλίες που δόθηκαν στη Νέα Υόρκη, ο πρώην ηγέτης των Spock's Beard έχει δίπλα του σημαντικούς μουσικούς όπως ο ντράμερ Mike Portnoy (πρώην Dream Theater και νυν Adrenaline Mob), ο μπασίστας Randy George, οι κιθαρίστες Adson Sodre και Eric Gillete (πλήκτρα) και ο εξαιρετικός Bill Hubauer (πλήκτρα, βιολί, σαξόφωνο). 
 Η πανδαισία ήχων, οι δαιδαλώδες ενορχηστρώσεις, τα μελωδικά κρεσέντο, η πρωτοτυπία των φωνητικών μαζί με το τεράστιο περφεξιονιστικό πάθος που εκπέμπουν όλοι οι μουσικοί έχουν φτιάξει μία μοναδική επική live progressive μαγεία. Στο “Live Momentum” θα βρείτε τα πάντα, ειδικά σε συνθέσεις όπως εκείνη του "World Without End" που αν δεν την έχετε ακούσει τότε είναι ευκαιρία να την ανακαλύψετε για να νιώσετε όλη αυτή την απίστευτη γοητεία που σας περιγράφω αλλά και τα μνημειώδη "Author Of Confusion" και "The Conflict" (από τους δίσκους “One” και “Sola Scriptura” αντίστοιχα) που δίνουν ένα επιπλέον συναρπαστικό και συνάμα μαραθώνιο εκρηκτικό art-rock οργασμό. Επίσης πολύ δυνατή live εμπειρία είναι οι “μουσικές σουίτες” που επιλέγει να παίξει μέρος των συνθέσεων από τα εκπληκτικά άλμπουμ “Testimony” και “?”. Οι λυρικές και μελωδικές στιγμές δεν λείπουν αφού τα "Fly High" και "The Distance To The Sun" αναδεικνύουν την πιο ευαίσθητη πλευρά του N. Morse και παράλληλα σε ξεκουράζουν από τη συνεχιζόμενη εκτελεστική λαίλαπα των υπόλοιπων συνθέσεων. 
 Νομίζω ότι οι Yes, οι Genesis, οι Pink Floyd αλλά και οι Beatles πρέπει να νιώθουν περήφανοι που άφησαν πίσω τους ένα τόσο εμπνευσμένο και δημιουργικό καλλιτέχνη.


Φώτης Μελέτης

FALL OUT BOY: “Save Rock and Roll”



Reunion και νέο album από τους Fall Out Boy, οι οποίοι, για να τα λέμε όλα, δεν είναι ότι έλειψαν και μεγάλο διάστημα!
Ναι, οκ πέντε χρόνια ήταν αυτά, αλλά ο Patrick Stump στο ενδιάμεσο δεν έπαψε να βρίσκεται στο μουσικό επίκεντρο (ή παράκεντρο, αν θέλετε), μιας και solo δίσκο έβγαλε, και τη διασκευή στο “Beat It” κυκλοφόρησε, και συμμετοχές από εδώ και από εκεί έκανε, και με παραγωγές ασχολήθηκε…
Στο δια ταύτα! Οι νέοι και ανανεωμένοι Fall Out Boy έχουν κρατήσει αρκετά στοιχεία από αυτά που τους έκαναν γνωστούς, αλλά ταυτόχρονα περνούν σε μια άλλη ηχητική διάσταση, πιο σύγχρονη θα έλεγε κανείς, με μια μπλιμπλικωτή διάθεση να υφίσταται σε ολόκληρο το “Save Rock and Roll”. Για την ακρίβεια, σκεφτείτε τον ίδιο τρόπο γραφής και σύνθεσής, πετώντας ταυτόχρονα τις κιθάρες.
Άλλωστε, μια γεύση την είχαμε λάβει μέσω του “My Songs Know What You Did In the Dark (Light’ Em Up)” που είχε γυριστεί σε video. Μη θορυβείστε… Όπως προείπα, το ύφος είναι το ίδιο, απλά δίδεται περισσότερο βάρος πλέον στην pop χροιά της μπάντας και στην τελική αυτή θαρρώ είναι η φυσική εξέλιξη των Fall Out Boy.
Ωραίο το εναρκτήριο “The Phoenix”, πιασάρικο το “Where Did the Party Go”, έξυπνα hip hop-ικό το “The Mighty Fall” (σε συνεργασία με τον Big Sean), ευχάριστα παρεΐστικο το “Young Volcanoes”, ξεσηκωτικό το  “Rat a Tat” (με την αχώνευτη Courtney Love να κάνει guest), ενώ τέλος αρκετά ενδιαφέρουσα η ομώνυμη σύνθεση, στην οποία συμμετέχει ο Elton John.
Ναι, ξέρω… ο τίτλος του album είναι κάπως παραπλανητικός και στην ουσία τρολάρει, αλλά δεν πειράζει βρε αδερφέ! Συνθέσεις φιλικά προσκείμενες στα απανταχού ραδιόφωνα, αρκετό groove, χαλαρή διάθεση, και όπως έλεγε και το techno άσμα: “let the beat control your body…”




Στέφανος Στεφανόπουλος

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

RHAPSODY OF FIRE: “Live- From Chaos To Eternity“





To 2011 υπήρξε η χρονιά στην οποία οι Ιταλοί Alex Staropoli και Luca Turilli χώρισαν όχι μόνο τους δρόμους τους, αλλά και την μπάντα τους (Rhapsody). Ο μεν πρώτος κράτησε τον βασικό πυρήνα με Fabio Lione (φωνή) και Alex Holzwarth (τύμπανα) και επέκτεινε το όνομα σε Rhapsody Of Fire, ενώ ο Turilli με καινούργιους συνεργάτες σχημάτισε τους Luca's Turilli Rhapsody.
Το στρατόπεδο του Staropoli λοιπόν (που προφανώς κατέχει και τα απαραίτητα νομικά και πνευματικά δικαιώματα) κυκλοφορεί αυτό εδώ το live που ηχογραφήθηκε κατά την Ευρωπαϊκή περιοδεία της μπάντας την άνοιξη του 2012 και όπως ο ίδιος δηλώνει είναι μια 100% live δουλειά στην οποία δεν έχει γίνει καμιά επανηχογράφηση, όπως πολλές μπάντες συνηθίζουν να κάνουν. Αν και (αποδεδειγμένα) αναζητεί την τελειότητα, σε αυτή την κυκλοφορία ήθελε να ακούγονται όπως πραγματικά παίζουν και στα live τους και δεν έχουμε κανένα λόγο να μην τον πιστέψουμε. Η ποιότητα της ηχογράφησης βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, όπως και οι εκτελεστικές ικανότητες των μουσικών. Πολύ καλή επιλογή κομματιών και το κιθαριστικό δίδυμο Hess- De Micheli σε μεγάλα κέφια, όπως άλλωστε και ο Lione ο οποίος είναι απολαυστικός τόσο στο πως αποδίδει τα φωνητικά, αλλά και στην συνολική του παρουσία ως frontman.

Το “Live- From Chaos To Eternity” περιλαμβάνει τόσο παλιά κομμάτια που καθιέρωσαν τη μπάντα στο χώρο, όσο και πιο πρόσφατα. Στην Ευρώπη κυκλοφορεί σε διπλό cd και 3πλο βινύλιο στις 3 Μαΐου, ενώ στην Αμερική 4 ημέρες αργότερα.

Αν το επικό metal των Ιταλών βρίσκεται εντός των μουσικών σας προτιμήσεων, ακόμη και οριακά τότε το live αυτό θα σας κρατήσει καλή παρέα και θα σας δώσει ακόμη ένα λόγο να κρατήσετε σε εκτίμηση τους Rhapsody Of Fire. Αν είστε από εκείνους στην αντίπερα όχθη, δεν πρόκειται να βρείτε κάτι που θα σας αλλάξει την γνώμη. Τόσο απλά...

Tracklist:
CD 1
01. Dark Mystic Vision
02. Ad Infinitum
03. From Chaos To Eternity
04. Triumph Or Agony
05. I Belong To The Stars
06. The Dark Secret
07. Unholy Warcry
08. Lost In Cold Dreams
09. Land Of Immortals
10. Aeons Of Raging Darkness
11. Dark Reign Of Fire
12. Drum Solo

CD 2
01. The March Of The Swordmaster
02. Dawn Of Victory
03. Toccata On Bass
04. The Village Of Dwarves
05. The Magic Of The Wizard's Dream
06. Holy Thunderforce
07. Reign Of Terror
08. Knightrider Of Doom
09. Epicus Furor
10. Emerald Sword
11. Erian's Lost Secrets
12. The Splendour Of Angels’ Glory (A Final Revelation)

Γιάννης Φράγκος

SPOCK’S BEARD: “Brief Nocturnes and Dreamless Sleep”






Επιστροφή στην Inside Out και αλλαγές πίσω από το μικρόφωνο και τα drums, συνοδεύουν το ενδέκατο πόνημα των Spock’s Beard.
Όταν έφυγε από το σχήμα το 2003 ο Neal Morse, η μπάντα είχε δύσκολη δουλειά και παρότι τις όποιες αντιξοότητες, με οδηγό τον ταλαντούχο Alan Morse στις κιθάρες και τον εξαιρετικό Nick D’Virgilio στα φωνητικά, κατάφεραν και ανέκαμψαν, κυκλοφορώντας δίσκους όπως “Octane” και “X”.
Το άτομο πίσω από τα drums του “Brief Nocturnes and Dreamless Sleep”, δεν είναι άγνωστο για το σχήμα. Ο Jimmy Keegan (ex- Santana) αποτελεί μέλος της live σύνθεσης της μπάντας εδώ και πολλά χρόνια, οπότε η “πρόσληψή” του δεν αποτελεί είδηση. Ο ερχομός του Ted Leonard (ex- Enchant) από την άλλη, δημιουργεί ξανά μια αίσθηση “επανεκκίνησης”. Σωστή επιλογή βέβαια, μιας και τα φωνητικά του ταιριάζουν γάντι στις συνθέσεις τωνSpock’s Beard. Από την άλλη, θεωρώ πως δε φτάνει την εκφραστικότητα των Neal Morse και Nick D’Virgilio. Μικρή σημασία όμως αυτό, καθώς εδώ και χρόνια “μπροστάρηδες” στις δουλειές του group είναι οι Alan Morse, Dave Meros και Ryo Okumoto (κιθάρες, μπάσο και keyboards αντίστοιχα), ενώ μεγάλο ρόλο έχουν και οι συνθέτες Stan Ausmus και John Boegehold, που “βοηθούν” το σχήμα χρόνια τώρα. Τουτέστιν, η μουσική υπερέχει ούτως ή άλλως.
Για μια ακόμη φορά συναντώνται μεγάλης διάρκειας συνθέσεις, με τη ‘70ίλα να αποτελεί το κύριο συστατικό του “Brief Nocturnes and Dreamless Sleep”. Η προσέγγιση που είχαν τα “Spock’s Beard” και “X”, που φλέρταραν δειλά δειλά με μια περισσότερο μοντέρνα (τρόπον τινά) αισθητική δε συναντάται στο album, με το ύφος τους να μοιάζει πιο κατασταλαγμένο μεν, αλλά αρκετά προβλέψιμο. 
Τα πρώτα τρία κομμάτια (“Hiding Out”, “I Know Your Secret”, “A Treasure Abandoned”) κινούνται εκ του ασφαλούς, παρουσιάζοντας το γνωστόSpock’s Beard ύφος. Στην πορεία όμως η κατάσταση αλλάζει προς το καλύτερο, και μέχρι την ολοκλήρωση των 56 λεπτών που διαρκεί ο δίσκος, συναντάμε και τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές του, με το κομμάτι “Something Very Strange” να αποτελεί και το highlight.
Άξια αναφοράς η συμμετοχή του Neal Morse στα “Afterthoughts” και“Waiting for Me”, δύο εκ των καλύτερων συνθέσεων του “Brief Nocturnes and Dreamless Sleep” (τίποτα δεν είναι τυχαίο τελικά).
Έκπληξη πάντως αποτελεί για το γράφοντα το ότι το κομμάτι “Submerged”αποτελεί σύνθεση του Leonard, κάτι που σημαίνει πως τα υπόλοιπα μέλη ήδη τον εμπιστεύονται. Και από ότι φαίνεται, καλά κάνουν…
Τεχνικά δε χρειάζεται να αναλύσω οτιδήποτε. Μιλάμε για μουσικάρες που σε εκτελεστικό επίπεδο είναι μίλια μακριά από άλλες μπάντες.
Συμπαθέστατη δουλειά λοιπόν, σίγουρα όχι η καλύτερή τους, αλλά από τη στιγμή που φέρει νέα σύνθεση (εν μέρει), δε γίνεται να είμαι ιδιαίτερα αυστηρός. Άλλωστε, εξακολουθεί να διέπεται από την ποιότητα που χαρακτηρίζει τους Spock’s Beard όλα τα χρόνια ύπαρξής τους.

Στέφανος Στεφανόπουλος

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

JUNGLE ROT: “Terror Regime”



Το να βρίσκεται μία μπάντα πάνω από 15 χρόνια στο μουσικό στερέωμα μόνο τυχαίο δεν μπορεί να είναι. Ή καλή μουσική παίζει ή καλό manager έχει.
Οι Jungle Rot ανήκουν σαφέστατα στην πρώτη κατηγορία μιας και ποτέ δεν έγιναν μεγάλο όνομα στον χώρο του death metal από τη μία και πάντα κατάφερναν να παρουσιάζουν αξιοπρεπέστατες δουλειές από την άλλη. Το“Terror Regime”, που αποτελεί αισίως την όγδοη ολοκληρωμένη τους δουλειά, είναι ένα ακόμη μικρό διαμαντάκι.
Στην περίπτωση των Jungle Rot ξεχάστε τα blast beats και τις ταχύτητες. Εδώ έχουμε να κάνουμε με αργό γκρουβάτο death metal με slayer-ικές επιρροές. Έντεκα συνθέσεις που σε γραπώνουν από το λαιμό σε κολλάνε στον τοίχο και σου επιβάλουν να κουνήσεις το κεφάλι σου ρυθμικά. Τα groovy riffs ακολουθούνται από ένα επιβλητικό drumming που ανάλογα με την περίπτωση γκρουβάρει και αυτό στον ρυθμό τους ή επιταχύνει με επιβλητικό τρόπο ορίζοντας τις αντιδράσεις του ακροατή.
Η σχετική απλότητα που χαρακτηρίζει τα κομμάτια μπορεί να αποτελεί παγίδα για αντίστοιχες κυκλοφορίες όχι όμως και για το “Terror Regime” μιας και ο δίσκος ακούγεται άνετα από την αρχή μέχρι το τέλος περιέχοντας τα απαραίτητα κομμάτια που θα σου κεντρίσουν αρχικά το ενδιαφέρον (“I Am Hatred”“Pronounced Dead”) και ένα γενικό ύφος που θα σε κάνει να θες να τον ακούσεις ξανά. Μιλώντας για το ύφος της μπάντας να πούμε ότι τόσο ο ήχος όσο και το συνολικό στυλ προσδίδουν μια αρκετά cult αισθητική.
Κάτι που μπορεί κάποιος να κατηγορήσει τους Jungle Rot είναι η έλλειψη ενός άκρως προσωπικού ήχου. Σίγουρα θα σας έρθουν στο μυαλό μπάντες όπως οι Obituary και οι Benediction και πολλοί θα αναρωτηθείτε γιατί υπάρχει ανάγκη να επαναλαμβάνονται κάποια πράγματα. Την απάντηση θα την βρείτε πιθανότατα στις επιβλητικές συνθέσεις και στην άρτια δομή του “Terror Regime” που αποτελεί άξιο συνεχιστή του έργου που ομολογουμένως ξεκίνησαν κάποιοι άλλοι χρόνια πριν.
Για να συνοψίσουμε, το “Terror Regime” αποτελεί μία αξιοπρεπέστατη κυκλοφορία που περιέχει δέκα αργόσυρτες death metal συνθέσεις και μία διασκευή έκπληξη στο “I Don’t Need Society” των D.R.I. προσαρμοσμένη στο ύφος των Jungle Rot. Για να εξηγούμαστε, ούτε για τον δίσκο της χρονιάς πρόκειται, ούτε για μπάντα έκπληξη. Μπορεί άνετα πάντως να “κολλήσει” πάντως στο CD player σας, να σας κάνει να αναπολήσετε παλαιότερες δεκαετίες και να ξεχάσετε για λίγο τους μοντερνισμούς και την ανάγκη για κάτι διαφορετικό.

Νίκος Τόλης

THE STROKES: “Comedown Machine”

Ας ξεκινήσουμε τετριμμένα: το “Comedown Machine” δεν
είναι “Is This It” και ούτε πρόκειται για τη “μεγάλη επιστροφή των The Strokes στα μουσικά δρώμενα”.

Ο Julian Casablancas, είχε ήδη καταστήσει σαφές με το “Angles” του 2011, πως οι “νέοι” The Strokes θα είναι πιο “μπλιμπλικωτοί” σε σχέση με το παρελθόν και σίγουρα δεν αποζητούν τον ήχο που τους ανέδειξε. Στο“Comedown Machine” μάλιστα οι ‘80s επιρροές τους είναι πιο εμφανείς από ποτέ, με μονάχα το “All the Time” να παρεκκλίνει κάπως από τη νέα μουσική ταυτότητα της μπάντας.
Κατά τ’ άλλα έχουμε να κάνουμε με disco-boogie ρυθμούς που, άλλοτε είναι up tempo, άλλοτε σε κάνουν να βαριέσαι και σε γενικές γραμμές μιλάμε για τη φυσική συνέχεια του “Angles”. Η κύρια διαφορά του είναι πως είναι κάπως κατώτερο και από αυτό.
Συμπαθητικά τα “Tap Out”“All the Time”“80s Comedown Machine” και“Happy Ending”, αλλά το νέο πόνημα των The Strokes έχει ως μοναδικό παραλήπτη τους ορκισμένους fan τους. Τελεία, παύλα, θαυμαστικό και κρίμα…

Στέφανος Στεφανόπουλος

DEPECHE MODE: “Delta Machine”



Ακούγοντας ένα album όχι ενός, αλλά του συγκεκριμένου συγκροτήματος, (το 13ο τους) και έχοντας μοιραστεί τα μουσικά κομμάτια τους, ανταλλάσοντας βινύλια, cds, sticks και i tunes, και παρευρεθεί σε συναυλίες και live streaming, δύο πράγματα μπορεί να σου συμβαίνουν: ή να είσαι απόλυτα υποκειμενικός και depechemode-λάγνος, ή να σε πιάσει κρίση ηλικίας και να πεις: “μα δεν είναι δυνατόν να τους ακούω τόσα χρόνια, τουλάχιστον έχω το δικαίωμα να γκρινιάξω και να πω εμπεριστατωμένα: “δεν είναι όπως τα πρώτα τους, επαναλαμβάνουν τον εαυτό τους” και άλλα διάφορα…
Αυτό που ενδιαφέρει και απαιτείται από σεβασμό στη μουσική και μόνο, είναι να προσπαθούμε να ακούμε το εκάστοτε group, σαν να είναι ένα οποιοδήποτε και να απομονώνουμε το album σαν να μην μας ενδιαφέρει αν είναι το πρώτο, το ανώριμο, το ώριμο (ή “τι φρούτο είναι αυτό;”) ή το τελευταίο τους.  Ιδού λοιπόν η ανατομία του “Delta Machine”:
“Welcome to my World”
Ανέκαθεν η μπάντα είχε συνειδητά a touch of darkness, αυτή τη φορά όμως, είναι ξεκάθαρο πως τα φωνητικά του David Gahan μαζί με το electro dub bass είναι σαφής προορισμός.
“Angel”
Μια θυμωμένη electro ballad, με backround memories τον ήχο που τους καθιέρωσε. Δώστε βάση στα σημεία που η τσάκιση της φωνής του David αποδομεί τον electro sound και θυμίζει κλασσικούς rock τραβαδούρους, όπως Simon and Garfunkel και Beatles.
“Heaven”
Πώς να ξαναβρείς το χαμένο Παράδεισο; (Προσέξτε- περί μουσικής ο λόγος...). Πώς να φτιάξεις πρωτότυπη ηλεκτρονική μουσική, εν μέσω της μετα-ηλεκτρονικής εποχής; Τι είναι αυτό που μπορεί να θεωρηθεί φρέσκο και όχι χορτάρι μηρυκαστικό; Είναι απλό και καινοτόμο, είναι αυτό που γίνεται κλασσικό. Και κλασσικό σημαίνει διαχρονικό, αυτό που δε παύει να μας αφορά. Επιστροφή στο συναίσθημα και στον άνθρωπο λοιπόν και η ηλεκτρονική ενορχήστρωση αποτελεί μόνο πρόφαση.
“Secret to the End”
Καθαρόαιμος depeche mode ήχος που θα μπορούσε να ανήκει σε κάποιο από τα παλαιότερα album τους. Πάντα μας συγκινεί το γύρισμα στη φωνή του David εναρμονισμένο με τα synths.
“My little Universe”
Mια “techno… τροπία” είναι διάχυτη, που λειτουργεί ως minimal beat βάζοντας σε πρωταγωνιστική θέση το mood του κομματιού και όχι το ίδιο το τραγούδι. Less is more ή αλλιώς “we know how to do it, we don’t have to prove it”.
“Slow”
“ I’ve got the electro blues…” ο συνδυασμός riff ηλεκτρικής κιθάρας και keyboard, προβάλουν έναν ήχο απρόσμενης αισθητικής που σε προβληματίζει και σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι: “Τώρα μ’ αρέσει ή με ξενίζει αυτό που ακούω;”
“Broken”
Ίσως το καλύτερο κομμάτι του album. Μαεστρία στη σύνθεση, γνώριμος αλλά και ταυτόχρονα innovative ήχος, αλλά κυρίως επισφράγιση σε αυτό που η μπάντα ξέρει ακόμη, πολύ καλά να κάνει: να συγκινεί χωρίς την ανάγκη φυσικών οργάνων, αποδεικνύοντας, ότι ακόμη και οι computers  μελαγχολούν όταν εξιστορούν αληθινές ιστορίες.
“The Child Inside”
Mία vocal performance του Martin Gore, σε μια minimal electro ballad, που υπενθυμίζει την ομοιότητα αλλά ταυτόχρονα και τη διαφορετικότητα του καλλιτέχνη σε σχέση με το ενιαίο ύφος του γκρουπ.
“Soft touch Raw Nerve”
Έχει ενδιαφέρον, μα τι προσπαθούν να κάνουν; Nα μας θυμίσουν όλες τις προηγούμενες δεκαετίες της ηλεκτρονικής μουσικής μέσα στο ίδιο album; Ίσως όχι να μας θυμίσουν, αλλά να υπογραμμίσουν πως μόνο οι ίδιοι μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο.
“Should be higher”
Ακόμη πιο βαθειά συναισθηματικοί χωρίς να φοβούνται να χαρακτηριστούν μελοδραματικοί και γι’ αυτό σε παίρνουν μαζί τους. Προσέξτε τα φωνητικά, εντυπωσιακή ερμηνεία χωρίς να στοχεύει στην επίδειξη, παρά μόνο στην ερμηνευτική υπογράμμιση.
“Alone”
Γεμάτος ήχος με συναίσθημα, ένα κομμάτι προορισμένο να ακούγεται σε πολύ προσωπικές στιγμές και σε μεγάλους συναυλιακούς χώρους. Εμπεριέχει μια έντονη μεταφυσική και αφού μιλάει για τη σωτηρία της ψυχής, μπορεί σε χίλια χρόνια να ακούγεται και στις εκκλησίες…
“Soothe my Soul”
Θα μπορούσε να θεωρηθεί το sequel του “Personal Jesus”, καλώς ή κακώς.
“Goodbye”
Blues στοιχεία και πάλι. Ότι πρέπει για να κλείσεις ένα album ή μια συναυλία. Αποχαιρετισμός δε σημαίνει αποχωρισμός, έπεται η συνέχεια, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να επαναλαμβάνεις με γόνιμο τρόπο τον εαυτό σου.

Εύη Τασάκου

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

SUICIDAL TENDENCIES: “13”



13 χρόνια μετά το “Free Your Soul...”, εν έτει 2013, επιστρέφουν με ένα album ονόματι “13”, που περιέχει 13 κομμάτια σε μία 13η κυκλοφορία.
Ακόμα θυμάμαι εκείνη τη υπέροχη νύχτα στο Gagarin 205, με τον Mike Muir να αλωνίζει πάνω κάτω τη σκηνή και από τότε περιμένω να ακούσω δισκογραφικά τους νέα. Πέρασαν χρόνια από τότε και τσουπ.

Από μόνη της αυτή η κυκλοφορία είναι κάτι το σημαντικό για του thrashers, τους punks, τους hardcorers και γενικά τους οπαδούς του γνήσιου groove ήχου.

Γιατί αν μιλάμε για γκρούβα, οι Suicidal είναι πάντα στη συζήτηση. H μπασαδούρες που ακούς στους δίσκους τους είναι αξιομνημόνευτες και μην ξεχνάς ότι εκεί μεγαλούργησε ο Robert Trujillo.

Τώρα, υπεύθυνος σε αυτόν τον τομέα είναι ο Tim "RAWBIZ" Williams και κάνει εξαιρετική δουλειά.

Κανονικά, δεν θα έπρεπε να γράψω και πολλά γιατί μιλάμε για έναν δίσκο των Suicidal και όλοι μας ξέρουμε πάνω κάτω τι σημαίνει αυτό.

Δεν είναι τόσο hardcore, όσο το “Free Your Soul...”, και έχει έντονο το funk στοιχείο και άλλοτε παρλάρει λίγο κιθαριστικά (“God Only Knows who I am”) μέσω της πένας των Nico Santora και Dean Pleasants, αλλά ο ρυθμός είναι πάντα skate-άδικος με τα τύμπανα του Eric Moore να δίνουν το τέμπο.

“This ain't a celebration”, “Make your stand”, “Who's afraid” και άλλα κομμάτια σε προετοιμάζουν να πάρεις τη σανίδα σου και τους δρόμους τώρα που έφτιαξε ο καιρός. Soundtrack έχεις!

Δυστυχώς, το κομμάτι με το οποίο αποφάσισαν να προμοτάρουν το δίσκο “Cyco Style”, δεν κολακεύει το σύνολο της δουλειάς που είναι ανώτερη από αυτό και θεωρώ πολύ κακή την επιλογή του.

Κατ' επέκταση, μιλάμε για μια άξια λόγου επιστροφή, όχι όμως διαμάντι στο ράφι με τα βινύλια τους. Εμείς οι Suicidal soldiers αργά ή γρήγορα θα το βάλουμε στη συλλογή μας, εσείς οι άλλοι ξεκινήστε με το “Join the Army”.



Δημήτρης Μαρσέλος

WHITESNAKE: “Made In Japan”


Οι θρυλικοί Whitesnake επιστρέφουν στα μουσικά δρώμενα με το ολοκαίνουριο live άλμπουμ τους το οποίο τιτλοφορείται “Made In Japan”.
Ότι και να πει κανείς για τους Whitesnake είναι λίγο, μιας και δικαίως θεωρούνται ένα από τα κορυφαία συγκροτήματα στον χώρο του hard rock, με αμέτρητες επιτυχίες, live εμφανίσεις ανά την υφήλιο και μια κυριολεκτικά χρυσή δισκογραφία! Η επιρροή τους σε χιλιάδες μπάντες είναι εμφανής και είναι από τα λίγα συγκροτήματα που γνωρίζουν και άνθρωποι οι όποιοι δεν έχουν καμία σχέση με τον σκληρό ήχο.
Οι Whitesnake, οι οποίοι περνούν μια δεύτερη νιότη, κάτι που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη συμμετοχή του σπουδαίου κιθαρίστα-Μουσικού Doug Aldrich, τα τελευταία χρόνια επανήλθαν με δυο εκπληκτικά άλμπουμ και έδωσαν   βροντερό παρών στην συγκεκριμένη μουσική σκηνή, έρχονται τώρα να μας προσφέρουν μια δυνατή live κυκλοφορία.
Στο “Made In Japan” λοιπόν, το οποίο ηχογραφήθηκε ζωντανά στα πλαίσια της περιοδείας τους στην Ιαπωνία στη “Forevermore World Tour”, θα συναντήσουμε κυρίως κομμάτια από τις πρόσφατες δουλειές τους χωρίς όμως να αφήνουν παραπονεμένους και τους παλιούς οπαδούς τους αφού συμπεριλαμβάνουν στο setlist τους κλασσικά άσματα όπως τα “Love Ain’t No Stranger”, “Is This Love”, “Here I Go Again” και “Fool For Your Loving”.
Η μπάντα είναι πιο δεμένη από ποτέ και το κιθαριστικό δίδυμο των Aldrich-Beach πετάει κυριολεκτικά φωτιές! Η φωνή του μεγάλου David Coverdale ακούραστη, αγέραστη και πάντα συγκλονιστική και το rhythm section να κεντάει! Επίσης πρέπει να πω πως το άλμπουμ (στην deluxe μορφή του) θα έχει και ένα dvd-blu ray για να έχουμε και την οπτική επαφή…
Απαραίτητο για τους fan της μπάντας! 


Βασίλης Χασιρτζόγλου

KINGDOM COME: “Outlier”

Οι Kingdom Come θεωρούνταν και συνεχίζουν να θεωρούνται ένα από τα πιο “σοβαρά” hard rock συγκροτήματα τα τελευταία 25, περίπου, χρόνια.
Ο ιθύνων νους πίσω από τους Kingdom Come είναι αναμφίβολα ο Lenny Wolf. Η φιλοσοφία του ήταν πάντα “αυθεντικότητα και μετά εμπορικότητα”. Αυτό βέβαια “σηκώνει” κουβέντα, αλλά δεν είναι του παρόντος.
Σημασία έχει πως αυτή η μπάντα μας έχει προσφέρει κάποια πραγματικά σπουδαία δείγματα ποιοτικού hard rock και ορισμένα από τα τραγούδια τους έχουν μείνει κλασσικά! Ας μην ξεχνάμε όμως πως ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης δεν αρκείται στο να μένει “κολλημένος” στο παρελθόν αλλά του αρέσει να πειραματίζεται σε ότι αφορά τον ήχο.
Το “Outlier” είναι το πρώτο full-length Kingdom Come άλμπουμ μετά την κυκλοφορία του “Magnified” το 2009. Στην ουσία, όπως έχει δηλώσει και ο ίδιος ο Wolf, το νέο τους πόνημα αφορά βιώματα του τραγουδιστή αγγίζοντας κατά κάποιο τρόπο προσωπικά του θέματα. Όπως είπα και πριν, στους Kingdom Come (Lenny Wolf) αρέσει να πειραματίζονται και έτσι και εδώ ο ήχος δεν θυμίζει και αρκετά την μπάντα των “In Your Face”, “s/t”, και “Hands Of Time” δίσκων. Βαδίζει στα μονοπάτια των τελευταίων άλμπουμ της μπάντας και μόνο ορισμένες στιγμές θυμίζουν τις παλιές ένδοξες τους μέρες με τις υπέροχες μελωδίες και τα “έξυπνα” και πιασάρικα ρεφραίν.
Στο εναρκτήριο τραγούδι, “God Does Not Sing Our Song”, έχουμε ένα heavy μονοκόμματο ήχο με χαμηλά κουρδισμένες κιθάρες και το μόνο που θυμίζει Kingdom Come είναι η φωνή! Μετά από δυο μέτριες στιγμές φτάνουμε στο “Let The Silence Talk” το οποίο είναι αρκετά καλό χωρίς όμως να κάνει την διαφορά. Το “The Trap Is Alive” είναι ένα πάρα πολύ καλό κομμάτι με ωραίο ρυθμό και πολύ καλές ενορχηστρώσεις. Σίγουρα το άλμπουμ έχει τις στιγμές του, λίγες ή πολλές αυτό είναι προσωπική εκτίμηση, αλλά το σίγουρο είναι πως δεν με έπεισε…
Συγγνώμη τώρα αλλά θα βάλω στο cd player το νέο άλμπουμ των Pretty Maids!

Βασίλης Χασιρτζόγλου



Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

BAI BANG: “All Around The World”

Επιστροφή στην ενεργό δράση για τους Σουηδούς Bai Bang με τη νέα τους δουλειά να λέγεται "All Around The World".
Το ύφος τους κινείται σε sleeze /glam μονοπάτια και το άλμπουμ αναμένεται να κυκλοφορήσει στις 26 Απριλίου μέσω της AOR Heaven. Η παραγωγή του έχει γίνει από τον Pontus Assarsson και όπως και σε κάποιες προηγούμενες  δουλειές τους από τον Martin Kronlund (όπου ανέλαβε και το mastering). 

Στον όγδοό τους δίσκο, διαπραγματεύονται δέκα συνολικά τραγούδια, με τα Evereybody Everywhere, Now You're Gone και Riase Your Hands να ξεχωρίζουν σε πρώτη φάση. Πολύ καλή κυκλοφορία, ωραίος και δυνατός δίσκος για τις απαιτήσεις του είδους που ακολουθούν.

Η παραγωγή είναι πολύ προσεγμένη και γενικότερα οι συνθέσεις είναι καλοδουλεμένες. Σε κρατάει σε ρυθμό με τις “up” μελωδίες του και ακούγεται ευχάριστα τόσο σε κάποιο ταξίδι με καλή παρέα τόσο και σε μουσικά πάρτι γιατί σου φτιάχνει καλή διάθεση. Βέβαια, δε θα το συνιστούσα να το ακούει κανείς μόνος του όχι γιατί γίνεται κουραστικό, αλλά επειδή σου αλλάζει όλο το mood και σε βάζει σε άλλο κλίμα πιο χαρούμενο και χορευτικό. Άνετα θέτει υποψηφιότητα για τοπ κυκλοφορία της χρονιάς.



Γιώργος Βαλιμίτης

GLORYHAMMER: “Tales from the Kingdom of Fire”


Για να είμαι ειλικρινής δεν είμαι πλέον οπαδός του συμφωνικού power metal με δράκους,μάγους, πριγκίπισσες και αφηνιασμένα troll να κόβουν βόλτες στο δωμάτιο μου.
Στα 90’s γούσταρα τρελά μπάντες σαν τους Rhapsody of Fire αλλά πλέον είναι πολύ δύσκολο να ασχοληθώ με μπάντες του είδους, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι το συγκεκριμένο ιδίωμα δεν βγάζει ακόμα και σήμερα ενδιαφέροντα πράγματα.
Το συγκεκριμένο project των Gloryhammer μας έρχεται από την Αγγλία και πιο συγκεκριμένα από τον Christopher Bowes, ιθύνοντα νου των πειρατών Alestorm, και τον τραγουδιστή των Emerald, Thomas Winkler, οι οποίοι αποφάσισαν να διερευνήσουν τις συμφωνικές ανησυχίες τους μέσω της κυκλοφορίας του “Tales from the kingdom of fire”.
Είναι τόσο προβλέψιμα αυτά που θα ακούσει ο ακροατής που τα πολλά λόγια είναι πραγματικά περιττά. Ένα μείγμα από Rhapsody of Fire, Sabaton (τα φωνητικά δεν είναι αλά Λιλιπούπολη, αλλά έχουν ένα τσαμπουκά και μια βραχνάδα) με ολίγον τι από Turisas στα πομπώδη σημεία. Στη συγκεκριμένη κυκλοφορία θα βρείτε όλα μα ΟΛΑ τα cliché του ιδιώματος και αυτά εις τη νιοστή. Με άλλα λόγια cheesy μέχρι το κόκκαλο. Επικός ήχος, πομπώδη συμφωνικά περάσματα, χορωδίες, πριγκίπισες σε εμμηνόπαυση και ότι άλλο βάζει ο νούς σας. Όλα καλοπαιγμένα αλλά ταυτόχρονα χιλιοπαιγμένα σε βαθμό ψύχωσης. 
Η δουλειά στις κιθάρες και στα πλήκτρα είναι αρκετά καλή και κρατάει το album σε ένα  καλό επίππεδο υποστηριζόμενη από μια εκπληκτική παραγωγή που δείχνει ότι αν μη τι άλλο ότι το συγκρότημα παίρνει στα σοβαρά αυτό που κάνει και σέβεται το κόσμο που θα ενδιαφερθεί για τη πάρτη τους. Για highlight θα ξεχώριζα τα “Τhe Unicorn Invasion of Dundee” και “Angus McFife”, τα οποία είναι ίσως τα καλύτερα κομμάτια του album μιας και περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη κυκλοφορία.
Πρίν 15 χρόνια το album θα έκανε σίγουρα εντύπωση. Το 2013 όμως όχι. Δεν ξέρω πόσοι οπαδοί του συγκεκριμένου ιδιώματος έχουν απομείνει. Αυτοί που έχουν ας ρίξουν ένα άκουσμα γιατί πιθανώς θα βρούνε ένα album που θα τους συντροφεύσει για ένα εύλογο χρονικό διάστημα. Οι υπόλοιποι καλύτερα να ασχοληθούμε με τη πριγκίπισσα. 

Λάμπης Κιπενής

FLOTSAM & JETSAM: “Ugly Noise”



Η μυθολογία που περιέβαλε το Heavy Metal και τους ήρωές του, από την πρώτη στιγμή της γεννήσεως του μέχρι σήμερα, έπαιξε πάρα πολύ μεγάλο ρόλο στην εδραίωση και στην εξάπλωσή του, με αποτέλεσμα να μετρά ως μουσικό κίνημα, 43 χρόνια στην πλάτη του και κατά γενική ομολογία να είναι ακόμη ακμαιότατο, αν αναλογιστεί κανείς το πλήθος και την ποιότητα των κυκλοφοριών, σε όλες τις μουσικές τάσεις.
Όλες αυτές οι ιστορίες μέσα στην υπερβολή εκάστων των εποχών (ναι, ακόμη και η υπερβολή υπόκειται στους κοινωνικούς κανόνες που επικρατούν) γιγάντωσαν ονόματα, έπλασαν stars, ή και antistars ενίοτε. Πολλές φορές επισκιάζοντας το ίδιο το ζητούμενο, που είναι η ίδια η μουσική.
Η ιστορία των Flotsam & Jetsam φυσικά είναι κάτι παραπάνω από γνωστή. Και εμπίπτει στην κατακλείδα της ανωτέρω παραγράφου. Μετά από ένα φοβερό thrash ντεμπούτο (Doomsday for the Deceiver, 1986), ο μπασίστας και κύριος συνθέτης της μπάντας Jason Newsted, προσλαμβάνεται στους Metallica, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν μεγάλη δημοσιότητα χάριν του γεγονότος αυτού, πράγμα φυσικά κατάφωρα άδικο.
Το group βέβαια δεν σταμάτησε εκεί, αλλά αισίως πλησιάζει την τρίτη δεκαετία δραστηριότητας με μια πορεία που ναι μεν είχε αρκετά σκαμπανεβάσματα, αλλά δεν έπαψε ποτέ να παράγει album ποικίλων διαθέσεων και ήχων με αξιοπρέπεια, απέχοντας συνειδητά (αυτό φαίνεται από τα κατά καιρούς line-ups και τις αδιαμφισβήτητες τεχνικές ικανότητες των μελών που πέρασαν από την μπάντα ) από το πρωτόλειο  thrash εκείνων των καιρών.
Αν θα ήθελες μια ταμπέλα για να μπορέσεις νοερά να προσεγγίσεις τους Flotsam & Jetsam του 2013, στο album "Ugly Noise", η μόνη που θα σου παρείχα θα ήταν ο όρος "Modern Hard Rock". Ίσως κάποιοι, με το "Cold" του 2010, να αναρωτήθηκαν για ένα πιθανό comeback στα speed χωράφια που τους ανέδειξαν. Η ίδια η μπάντα (που είναι το line-up που είχε ηχογραφήσει το "Cuatro"), αλλάζει πορεία, κάνει στροφή 180 μοίρες και έρχεται χαμογελώντας ήπια, με ήσυχες συνθέσεις κατά βάση που ισορροπούν ανάμεσα στο hard rock και το US "παθιάρικο" metal των late 80's.
Το "Ugly Noise" ΔΕΝ είναι το "Νο Place For Disgrace II". Απέχει ολόκληρο σύμπαν από αυτό. Υπάρχουν στιγμές, όπως σε όλες τις δουλειές τους άλλωστε, που παραπέμπουν σε εκείνο το υλικό, όπως το "Run and Hide” που συνδυάζει ηλεκτρονικά στοιχεία με πολύ καλό riffing, το "Play Your Part" στο οποίο ο Eric "A.K." Knutson αποδίδει το τραγούδι καταπληκτικά, το "Rabbit’s Foot" με το country πιασάρικο ύφος του και το "To Be Free" που μάλλον είναι το τραγούδι των εφηβικών τους κινήτρων.
Θεωρώ ότι το ατού του album, είναι τα φωνητικά του Eric A.K. Ερμηνεύει πάρα πολύ καλά τα κομμάτια, δανειζόμενος πολλές φορές το στυλ του Geoff Tate φέρνοντας μια αίσθηση από το άρωμα του "Operation Mindcrime". Οι κιθάρες των Carlson/Gilbert είναι σε χαλαρή διάθεση, με απλές, άμεσες rock φράσεις και ενδιαφέροντα solos. Οι συνθέσεις είναι ως επί το πλείστον ballad-like, με ρυθμούς που ξεσπούν ξαφνικά αλλά καταλαγιάζουν πάλι. Το album είναι self-financed (με παραγωγούς  λογικά τους ίδιους) και απλά διανέμεται υπό την αιγίδα της Metal Blade.
Το "Ugly Noise" είναι πάνω απ'όλα, ένα ελεύθερο album Hard Rock με ευρύτατη ηχητική θεματολογία. Ως ακροατής που απολαμβάνω τη μουσική, ανεξάρτητα από ετικέτες, βιογραφίες, ιστορίες... μου άρεσε. Δεν θα το χαρακτήριζα αριστούργημα  αλλά είναι σίγουρα πάνω από το μέτριο με αρκετά καλά κομμάτια και άλλα που είναι θέμα διαθέσεως έκαστου ακροατή. Αν είσαι βέβαια Thrasher, με υψηλό τον δείκτη του μεγέθους, φύγε μακριά. Θα τους μισήσεις και δεν κάνει.

Ιορδάνης Κιουρτσίδης

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ Jeff Scott Soto: κερδίστε προσκλήσεις για το live του στην Αθήνα



Το Rockway.gr σε συνεργασία με την High Voltage, κληρώνει 2 μονές προσκλήσεις για την εμφάνιση του Jeff Scott Soto στις 26 Απριλίου στο ΚΥΤΤΑΡΟ!
Για συμμετοχή, μπείτε στη νέα σελίδα του Rockway.gr στο facebook (link) και αφήστε σχόλιο που να γράφει "Για το διαγωνισμό JSS"
Η κλήρωση θα γίνει στις 19 Απριλίου και οι νικητές θα ενημερωθούν μέσω του προφίλ τους.
www.rockway.grwww.facebook.com/Rockway.gr
www.highvoltage.gr

Ακολουθεί το δελτίο τύπου για τη συναυλία
:

Μετά από τέσσερα και πλέον χρόνια, ο θρυλικός performer Jeff Scott Soto ξεκινά για ένα συναρπαστικό ταξίδι στην Ευρώπη, μαζί με το νέο του album “Damage Control”! Μαζί του και οι δικοί μας Danger Angel, με το νέο τους album REVOLUTIA στις αποσκευές τους ακολουθούν τη διαδρομή και συμμετέχουν στο party από το Birmingham έως την Αθήνα!
Στο Κύτταρο, λοιπόν, στις 26 Απριλίου 2013 το tour bus κάνει στάση στην Αθήνα και ο Jeff Scott Soto καλεί τους φίλους της σκληρής μελωδικής μουσικής σε ένα show όπως μόνο αυτός ξέρει να παρουσιάζει.
Ο Jeff παρακινεί όλους τους φίλους του να είναι από νωρίς στο Κύτταρο καθώς τόσο αυτός όσο και οι Danger Angel επιφυλάσσουν πολλές εκπλήξεις και απρόοπτα καθόλη τη διάρκεια του show...
JEFF SCOTT SOTO

Από το Heavy Metal στο Funk στην AOR και την POP, ο Jeff Scott Soto είναι το όνομα που χαιρετίζεται από τη μουσική βιομηχανία ως ένας από τους πλέον σημαίνοντες καλλιτέχνες της γενιάς του.
Ξεκίνησε την καριέρα του δίπλα στον Yngwie J. Malmsteen και την Rising Force περίοδο το 1984 σε ηλικία μόλις 18 ετών και συνεχίζει απτόητος χτίζοντας το όνομά του μέσω πολλών σχημάτων και συνεργασιών που οδήγησαν στη δική του επιτυχημένη καριέρα.
Μετά την συνεργασία του με τον Malmsteen, συνεργάστηκε με τον Marcel Jacob και για τα επόμενα 19 χρόνια σάρωσαν την Ευρωπαϊκή σκηνή με τους Talisman.
Το 2001, ο Jeff Scott Soto εκτέλεσε τα φωνητικά για τον κύριο χαρακτήρα.τραγουδιστή της φανταστικής μπάντας “Steel Dragon” στην ταινία του Marc Walberg “Rock Star”. Η φωνή του Jeff ακούγεται σε ολόκληρη την ταινία που έγινε cult ανάμεσα στους φίλους της Hard Rock μουσικής σε ολόκληρο τον κόσμο.
Το 2004 ο Jeff Scott Soto μαζί με τον Neal Schon των Journey και τον Marco Mendoza δημιούργησαν το super group Soul SirkUS και συνεπακόλουθα ανέλαβε χρέη τραγουδιστή στη θρυλική Αμερικανική μπάντα των Journey για το 2006 και 2007. Οι Soul Sirkus κυκλοφόρησαν το μοναδικό τους album “World Play” το 2005 ακολουθώντας τα τρία πρώτα albums του Jeff “Love Parade”, “Prism” και “Lost In The Translation”.
Μετά την αποχώρησή του από τους Journey το 2007, ο Jeff ξεκίνησε ηχογραφήσεις με τους Trans-Siberian Orchestra την θεατρική Rock μπάντα που έκανε αίσθηση στις ΗΠΑ. Η συμμετοχή του στο “Night Castle” οδήγησε στο να είναι ο Jeff βασικό γρανάζι της μηχανής των TSO.
Ο Jeff Scott Soto κυκλοφόρησε το τέταρτο album του “Beautiful Mess” το 2008 και δημιούργησε την πολυεθνική JSS band στη μορφή που είναι μέχρι σήμερα. Jorge Salan (guitars) και Fernando Meiner (bass) από την Ισπανία και Edu Cominato (drums) και BJ (guitars/keyboards) από τη Βραζιλία.
Το 2009, βρήκε τον Jeff να συνεργάζεται με δύο από τους πλέον γνωστούς Σουηδούς μουσικούς Erik Martensson (Eclipse) και Robert Sall (Work Of Art) στο project W.E.T. (Work Of Art/Eclipse/Talisman) για το album που κυκλοφόρησε και έκανε τεράστια αίσθηση την ίδια χρονιά. Επίσης το 2009, κυκλοφόρησε το δεύτερό του Live DVD “Live In Madrid”.
Το καλοκαίρι του 2011 βρήκε το Jeff σε άλλη μία περιοδεία με τους TSO και στο studio για την ηχογράφηση του πέμπτου του προσωπικού album “Damage Control” που κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 2012. Το 2012 ξεκίνησε τις ηχογραφήσεις για το δεύτερο album των W.E.T. (Rise Up) που κυκλοφορεί το 2013 αλλά και την παραγωγή του δεύτερου album των Danger Angel “Revolutia” για το οποίο δήλωσε υπερήφανος για τη συμμετοχή του σε αυτό. Εκτός όλων αυτών, μετά από πρόσκληση του drummer των Queen Roger Taylor, συμμετείχε σαν Special Guest στην εξαιρετικά επιτυχημένη περιοδεία Queen Extravaganza στις ΗΠΑ αλλά και στην περιοδεία των TSO μέχρι και το Δεκέμβριο του 2012.
Το 2013 αναμένεται ιδιαίτερα πολυάσχολο για τον Jeff Scott Soto που συνεχίζει απρόσκοπτα την πορεία του σαν περιζήτητος τραγουδιστής και παραγωγός.
DANGER ANGEL

Οι Danger Angel δημιουργήθηκαν το 2006 στην Αθήνα και μέχρι το 2010 και την παγκόσμια κυκλοφορία του πρώτου, ομώνυμου, album τους κατάφεραν να γίνουν μία από τις πλέον αγαπητές hard rock μπάντες στη χώρα.
Η συνεργασία τους με τον Jeff Scott Soto ξεκινά από εκείνο το πρώτο album, στο οποίο ο Jeff ερμήνευσε το κομμάτι “Never Let You Go”, συνεχίζεται με την εμφάνιση του Jeff στο εορταστικό live-παρουσίαση του 2010, όπου και συνηπήρξε στη σκηνή μαζί με τους Danger Angel να παίζουν το ρόλο της JSS band, και παίρνει, πλέον, νέα μορφή με την κυκλοφορία του νέου τους album Revolutia στο οποίο την παραγωγή ανέλαβε ο Jeff. Μέρος αυτής της σχέσης είναι και η συμμετοχή των Danger Angel στο Damage Control Tour, την Ευρωπαϊκή περιοδεία του Jeff Scott Soto που περνάει και από την Ελλάδα και, φυσικά, την Αθήνα.

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

SNOWFALL: “Cold Silence”


Οι Snowfall κατάγονται από την παγωμένη Νορβηγία, εξού και το όνομα τους.
Ο εγκέφαλος της μπάντας είναι ο “PB” Riise ο οποίος είναι χρόνια στην πιάτσα και είναι γνωστός από τους πολύ καλούς Winter Parade με τους οποίους κυκλοφόρησε δυο αρκετά καλά άλμπουμ. Μετά από το “πάγωμα” των Winter Parade ο “PB” Riise μαζί με τον κιθαρίστα Tore Meli αποφάσισαν να δώσουν σάρκα και οστά σε μια εντελώς νέα μπάντα τους Snowfall. Τα κομμάτια του πάζλ που έλειπαν συμπληρώθηκαν με τις προσθήκες των Lee Small (Shy / Phenomena) στα φωνητικά και Perra Johnson (Coldspell) στα τύμπανα.
Έτσι λοιπόν οι Snowfall μας παρουσιάζουν την παρθενική τους δουλειά η οποία είναι άκρως ενδιαφέρουσα! Αξίζει να σημειωθεί πως την παραγωγή του δίσκου έχει επιμεληθεί ο Martin Kronlund. Τα τραγούδια χαρακτηρίζονται από τις όμορφες μελωδίες τους, τα έξυπνα ρεφραίν, τις δυνατές ενορχηστρώσεις, τα πολύ καλά φωνητικά και την ‘80s διάθεση τους.
Σίγουρα δεν πρόκειται για κάτι καινούριο ή κάτι που δεν έχουμε ξανακούσει όμως το τελικό αποτέλεσμα είναι ενδιαφέρον. Σαν ήχος προσπαθεί να ξεφύγει από τα συνηθισμένα Σουηδικά πρότυπα και προσεγγίζει την Αμερικάνικη σκηνή. Το εναρκτήριο άσμα “Don’t Drive Me Home Tonight” είναι απλά εκπληκτικό! Πιασάρικος ρυθμός και ένα ρεφραίν που θυμίζει άλλες εποχές σε συνδυασμό με ένα ζόρικο riff και το αποτέλεσμα είναι αυτό το εκπληκτικό τραγούδι. Άλλα highlights του άλμπουμ είναι η φανταστική μπαλάντα “Heavens Not Up There”, “Wolfs liar”, το heavy “Alexandria” και το “Stampede”.
Πολύ καλή κυκλοφορία η οποία δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη από κανένα οπαδό του Σουηδικού μελωδικού ροκ ήχου καθώς επίσης και από τους fan της Αμερικάνικης hard rock σκηνής.

Βασίλης Χασιρτζόγλου

HOW TO DESTROY ANGELS: “Welcome to Oblivion”


“How to destroy Angels”: Ευθεία αναφορά στο πρώτο single -κάπου 30 χρόνια πίσω- των  πρωτοπόρων Coil.
Φόρος τιμής από μία ενδιαφέρουσα μουσική ομάδα αποτελούμενη από τον ιθύνοντα νου των Nine Inch Nails (Trent Reznor), την όμορφη σύζυγό του και πρώην vocalist των West Indian Girl (Mariqueen Maandig), τον από κοινού με τον Reznor δημιουργό στις βραβευμένες κινηματογραφικές δουλειές “The Social Network”, “The Girl with the Dragon Tattoo”(Atticus Ross) και τον από το 1999 art director των ΝΙΝ (Rob Sheridan).
13 κομμάτια ηλεκτρονικής κατά βάση μουσικής, σε ένα αρκετά ομοιογενές ατμοσφαιρικό σύνολο αν εξαιρεθεί το διαφορετικό (ένα κράμα ακουστικών, computerized ήχων και αιθέριων φωνητικών με αχνά στοιχεία folk αισθητικής), αλλά και κάπως υπερβολικό σε διάρκεια “Ice Age”. Δύσκολα μπορείς να ξεχωρίσεις κάποιο από αυτά καθώς μοιάζουν προσεκτικά κατασκευασμένα και ταξινομημένα ώστε να δημιουργούν ενιαία διάθεση. Με μόνο κριτήριο την προσωπική προτίμηση ξεχώρισα το προαναφερθέν και τα “The sky begin του scream”, “Keep it together”, “Hallowed ground”
Ο Reznor και οι συνεργάτες του αφήνουν τις περσίδες μισάνοιχτες ώστε να περάσει αρκετά περισσότερο φως από όσο επιτρέπει συνήθως με τους NIN, τουλάχιστον σε μουσικό επίπεδο, καθώς στιχουργικά τα πράγματα είναι μάλλον διφορούμενα. Για το group, το οποίο ενεργοποιείται περίπου από το 2010, έφτασε η ώρα της κυκλοφορίας του πρώτου LP studio album, με ύφος κινούμενο μεταξύ ιδιωμάτων όπως η post-industrial, electro-pop και αυτού που εδώ και δεκαετίες καλύπτεται -ωστόσο αρκετά περιγραφικά- με τον όρο-ομπρέλα experimental.
Προτείνεται για background χαλαρής οδήγησης σε ανοιχτό δρόμο με την υποψία ωστόσο ότι το trip που θα σου “σκάσει” μπορεί να ποικίλει ανάλογα με την ώρα και κυρίως το φώς της δεδομένης στιγμής. Επίσης προτείνεται ασφαλώς σε θαυμάστριες και θαυμαστές της δουλειάς του Trent Reznor, αν και μία δοκιμή από  μη εξοικειωμένους ακροατές ίσως να εξέπληττε ευχάριστα αρκετούς.


Νίκος Ρόκας

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Οι κληρονόμοι της ροκ ή αλλιώς “Don't Stop Believin”



ΓΡΑΦΕΙ Ο ΦΩΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ
Σίγουρα οι μικρότεροι θα έχετε ακούσει τις χιλιοειπωμένες και ίσως κουραστικές ιστορίες από τους σαραντάρηδες παλιοροκάδες- μεταλλάδες και άνω για τις δοξασμένες μέρες της δεκαετίας ’70 και ‘80.
Όπως π.χ. για την ιεροτελεστία που ακούγαμε τον τάδε φοβερό δίσκο των Uriah Heep και Wishbone Ash μαζεμένοι όλοι σε ένα μικρό δωμάτιο και κάναμε κριτική στους οργανοπαίκτες και στις συνθέσεις, όπου ρουφούσαμε πραγματικά όχι μόνο τη  μουσική, του κάθε άλμπουμ αλλά και τα υπέροχα εξώφυλλα και οπισθόφυλλα ενώ αν είμαστε και τυχεροί και υπήρχε ένθετο με στίχους και πληροφορίες τότε πανηγυρίζαμε λες και είχε βάλει γκολ η Αεκάρα (ή όποια άλλη ομάδα γουστάρετε εσείς).

Υπήρχε βέβαια και τότε η περίφημη πειρατεία όπου όσοι δεν είχαν την δυνατότητα να έχουν βινύλια και πικ –απ, περίμεναν από τους πιο “ψαγμένους και πλούσιους φίλους τους” να αντιγράψουν μερικά κλασσικά ή και άγνωστα άλμπουμ ώστε μετά να τα λειώσουν στα κασετόφωνα τους. Ειδικά  θυμάμαι όταν πηγαίναμε εκδρομές είχαν την τιμητική τους οι κασέτες και ποια θα πρωτοακούσουμε στο πούλμαν  και έπεφτε παράλληλα και ο σχετικός ανταγωνισμός ποιος θα είχε αντιγράψει  το πιο σπάνιο δίσκο που κυκλοφορούσε τότε στην αγορά.
Φυσικά δεν κάνουμε λόγο για τα δισκάδικα που αναλογιζόμενοι την τότε αγοραστική δύναμη θεωρώ ότι ήταν αρκετά ώστε να βρεις πολύ καλό και φρέσκο  υλικό αλλά και να ακούσεις την μουσική που αγαπάς. Για τα clubs δεν θέλω να αναφερθώ διότι από εκείνες τις δεκαετίες μέχρι και στις μέρες μας, πολύ λίγα πράματα έχουν αλλάξει στη νυχτερινή ροκ διασκέδαση διότι οι περισσότεροι επιμένουν να συνδυάζουν το ροκ με την μαυρίλα, τη μιζέρια και το φαλλοκρατικό στοιχείο.
Ερχόμενοι στο σήμερα διαπιστώνω ότι το διαδίκτυο έχει βοηθήσει πολύ ώστε και να μάθουμε άλμπουμ και καλλιτέχνες που ήταν αδικημένοι αλλά και να ανακαλύψουμε και μικρά διαμάντια που δεν είχαμε την τύχη να ακούσουμε. Οι ευκολίες και η εκμάθηση που μας δίνει το διαδίκτυο είναι χρήσιμο μιας και συγκροτήματα που στην Ελλάδα κάποιοι τα “έθαβαν” βρήκαν την δικαίωση τους έστω και μετά από δεκαετίες (Journey, Jeff Scott Soto, Υ&Τ, Firehouse, Rush) αλλά παράλληλα υπάρχει και ο κίνδυνος της υπερβολής και του ψεύδους που ευτυχώς δεν μπορεί να κυριαρχήσει με ευκολία λόγω των πολλών και εναλλακτικών μορφών πληροφόρησης.

Η σημερινή γενιά όπως συμβαίνει αιώνες τώρα, είναι εκείνη που καθορίζει πλέον τις εξελίξεις και εκτός από τα βαρετά διδάγματα ή και τον θαυμασμό που μπορεί να έχει για το τιμημένο παρελθόν, οφείλει να αντιπαρέλθει και να δείξει ότι η μουσική δεν είναι μόνο στο  facebook και στο you tube. Η μουσική είναι εκεί έξω… στα προβάδικα, στις αποθήκες, στα live club, στα φεστιβάλ. Διότι η ζωή δεν αλλάζει ούτε μπορεί να την απολαύσεις αποκλειστικά κλεισμένος σπίτι σου ή σε ένα υπολογιστή αλλά όπως κάθε “επανάσταση” και κάθε αλλαγή γίνεται στο δρόμο, στις πλατείες, στους τόπους συνεύρεσης στα party  μαζί με φίλους, με συνανθρώπους σου όπου εκεί θα μοιραστείς χαρές, λύπες, θα προβληματιστείς θα ανταλλάξεις απόψεις και ιδέες, θα ερωτευθείς  μέχρι και την μοναξιά σου μπορείς να μοιραστείς με τον διπλανό σου.
Η μουσική είναι το καλύτερο φάρμακο εδώ και πολλούς αιώνες για τη αντιμετώπιση όλων των ειδών των προβλημάτων και έχουμε χρέος να την μεταδίδουμε παντού και να την  αναπαράγουμε ώστε  τα θετικά συναισθήματα των ανθρώπων να μην χαθούν αλλά να περιορίσουν και τις βλαβερές συνήθειες που έχουμε ως άνθρωποι όπου κυριαρχεί μέσα μας, ο εγωισμός και ατομικισμός.

Σε λίγα χρόνια σε πολλά μεγάλα σχήματα της μουσικής (Iron Maiden, AC/DC, Scorpions, Judas Priest, Deep Purple, Rolling Stones, Β. Springsteen E Street Band κ.α) θα έρθει δυστυχώς όχι μόνο η φυσική διάλυση αλλά και ο βιολογικός θάνατος των μελών του, οπότε όσο και αν η υποτιθέμενη μουσική βιομηχανία επιμένει να προωθεί τα μεγάλα γκρουπ και καλλιτέχνες έχει κλείσει οριστικά ένας μεγάλος κύκλος.
Είναι ή ώρα τα νέα συγκροτήματα, οι καινούργιοι καλλιτέχνες ή ακόμα και τα ήδη επιτυχημένα σχήματα (System of a Down, Nightwish, Muse) να χτίσουν εκεί που βρήκαν το θησαυρό και να βάλουν την δικής τους σφραγίδα για τα επόμενα πενήντα χρόνια στη ροκ μουσική. Να την ανανεώσουν, να την δυναμώσουν, να τη αγαπήσουν ακόμη πιο πολύ με διάρκεια, με πάθος, με αυθεντικά συναισθήματα, με όραμα ώστε να δημιουργήσουν μία νέα ιστορική συνέχεια όπως έκαναν οι μεγάλοι κλασσικοί συνθέτες του μεσαίωνα.

Ακούγεται απίθανο και υπερφιλόδοξο να υπάρξουν την παρούσα στιγμή 15-20 συγκροτήματα που θα τα ακούμε για τα επόμενα τριάντα χρόνια, όμως πρέπει να ανοίξει ένας νέος κύκλος της ροκ μουσικής που θα αφήσουν έντονα σημάδια για τον αιώνα που διανύουμε με την ανάλογη κληρονομιά. Αν δεν συμβεί αυτό τότε ενδέχεται οι επόμενες γενιές να ακούν μόνο tribute γκρουπ και rock μιουζικαλ…

GREAT WHITE: “Ready For Rock N Roll”


Μερικά χρόνια πίσω, και συγκεκριμένα το 2002, οι Great White είχαν κυκλοφορήσει το άλμπουμ με τον τίτλο “Recover”. 
Ένα άλμπουμ με διασκευές. Τώρα και μέσω της εταιρείας Collector’s Dream Records οι Great White επανακυκλοφορούν το συγκεκριμένο άλμπουμ με διαφορετικό τίτλο, “Ready For Rock N Roll”, και διαφορετικό εξώφυλλο. Βέβαια θα υπάρχει πρόβλημα γιατί τότε ήταν άλλος τραγουδιστής και τώρα είναι ο Terry Ilous και θα υπάρχει μπέρδεμα για το ποιος έχει τα δικαιώματα… αλλά αυτό είναι θέμα της μπάντας και μόνο!
Τα περισσότερα κομμάτια που περιλαμβάνει ο δίσκος είναι της δεκαετίας των ‘80s. Αρκετά ενδιαφέρουσα είναι η διασκευή στο κλασσικό The Cult άσμα “Love Removal  Machine”. Δεν το έχουν διαφοροποιήσει και πολύ αλλά το έχουν φέρει σε ένα πιο Rolling Stones μονοπάτι που έχει ενδιαφέρον. Μου άρεσε αρκετά η ερμηνεία του Jack Russell στο “Bitches And Other Women” των Rolling Stones. Άλλες ενδιαφέρουσες στιγμές του “Ready For Rock N Roll” είναι τα πολύ καλά “Again And Again” των Status Quo, το “Burning House Of Love” των X και “Fire And Water” των Free.
Κλείνοντας θα έλεγα πως για τους φανατικούς της μπάντας το δισκάκι αυτό είναι must have! Για τους υπόλοιπους καλό θα είναι να ψαχτούν σε κάτι πιο καινούριο.

Βασίλης Χασιρτζόγλου

FREE FALL: “Power and Volume”



Μετά το συμβόλαιο με τη Nuclear Blast, οι Free Fall, κυκλοφορούν τη παρθενική τους δισκογραφική δουλειά, με το ντεμπούτο άλμπουμ τους να τιτλοφορείται Power And Volume.
Η μπάντα από τη Σουηδία, σε αυτή τη προσπάθειά της να μας συστηθεί, διαπραγματεύεται μια μίξη παλιού τύπου hard rock και heavy metal. Τι εννοώ με αυτό; Ότι βαδίζουν στο δρόμο που χάραξαν οι UFO, Judas Priest, Led Zeppelin, The Who, Led Zeppelin αλλά και AC/DC για να ακολουθήσουν μετέπειτα οι Hellacopters μα και οι πρώιμοι Van Halen, χωρίς όμως να αντιγράφουν.

Ο δίσκος απαρτίζεται από δέκα συνολικά κομμάτια και δύο bonus (σε ορισμένες εκδόσεις) φουλαρισμένα από μελωδία και διαλεγμένα ένα προς ένα. Ομολογώ ότι έχει γίνει φοβερή δουλειά τόσο σε θέμα παραγωγής όσο και στη δομή των τραγουδιών μιας και οι τίτλοι του δε παρουσιάζουν κανένα ψεγάδι.

Οι μεν μελωδικές γραμμές του φανταστικές, τα σόλο δίνουν και παίρνουν, το rhythm section να δίνει το σύνθημα και η φωνή να αρπάζει το μικρόφωνο ταξιδεύοντάς σε, σε προηγούμενες δεκαετίες.

Το δε εξώφυλλο του δίσκου, απλό και λιτό, χωρίς πολλά - πολλά, να παραπέμπει και αυτό με τη σειρά του, σε άλλες παλαιότερες εποχές, με το λογότυπο και το τίτλο του άλμπουμ μόνο, να δηλώνουν παρόν.

Οι Free Fall, θέτουν ψηλά τον πήχη από πολύ νωρίς και σοβαρή υποψηφιότητα για τα καλύτερα άλμπουμ στο τέλος της χρονιάς. Περιμένω με ανυπομονησία το επόμενό τους βήμα, ώστε να διαπιστώσουμε μέσα από την εξέλιξή τους, αν ήρθαν για να μείνουν  ή αν δεν θα ξανά ασχοληθούμε με αυτούς στο μέλλον, ποντάροντας - προσωπικά πάντα - στη πρώτη εκδοχή.

Οι παλιές καραβάνες (κυρίως) του hard rock/ heavy και οι νεότεροι φίλοι του είδους βέβαια, αναμένεται να λατρέψετε αυτό το διαμάντι, αλλά όπως και να έχει θαρρώ πως είναι ένας δίσκος που δε πρέπει να λείπει από μια ενημερωμένη και σύγχρονη δισκοθήκη. Κομμάτια που ξεχώρισα; ΟΛΑ!! Εύγε!!!



Γιώργος Βαλιμίτης

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

THE NEW BLACK: “III- Cut Loose”

Η τρίτη δουλειά των γερμανών The New Black συνεχίζει ακριβώς από εκεί που σταμάτησε το “II- Netter In Black”.
Αλήτικο μουσικό attitude με καλογυαλισμένη παραγωγή (βλέπε Black Label Society), rock n’ roll επιρροές (τύπου Motorhead) και αρκετή δόση southernίλας, συντελούν στη δημιουργία ενός ακόμη πολύ καλού album εκ μέρους των The New Black, το οποίο αποτελεί και το ωριμότερό τους πόνημα.
Το “Innocence & Time” που ανοίγει ξέφρενα το δίσκο δυστυχώς δεν αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα για το υπόλοιπο album, μιας και είναι το μόνο που διαθέτει τόση ενέργεια. Η συνέχεια κυλάει κυρίως σε mid tempo ρυθμούς με διάχυτο groove και καλή διάθεση, ενώ οι ρυθμοί ανεβαίνουν ξανά μονάχα σε συνθέσεις όπως “Cut Loose”, “Not Quite that Simple” και “Antidote”. Ξεχωρίζουν εύκολα τα “Count Me In”, “Superhuman Mission”, “Any Color You Like (As Long As Its Black)” και το Clutchίζον “Burning D”, ενώ δεν υπάρχουν σαφείς μέτριες στιγμές, μιας και όλες οι συνθέσεις κινούνται σε καλά επίπεδα.
Ένας δίσκος που δε χρειάζεται πολλαπλές ακροάσεις για να εντρυφήσεις στο ποιόν του, αλλά με αρκετό groove για να σε σηκώσει από την καρέκλα σου. Τρία στα τρία για τους γερμανούς και αναμένεται συνέχεια…


Στέφανος Στεφανόπουλος

DE LA CRUZ: “Street Level”


Το 2007 ο Αυστραλός ο κιθαρίστας Casey Jones βρέθηκε παρέα με τον Νεοζηλανδό τραγουδιστή Roxxi Catalano και μετά από σχολαστική ανταλλαγή μουσικών απόψεων και ονείρων αποφάσισαν να σχηματίσουν τους DE LA CRUZ.
Έπειτα ήρθε το ψάξιμο σε διάφορα clubs στη χώρα των καγκουρό, για να  ανακαλύψουν καλούς μουσικούς και το 2010 βρήκαν και τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος και ξεκίνησαν ουσιαστικά με βάση τον αμερικανικό melodic hard rock ήχο των ‘80s.
Στα αρχικά σχέδια τους ήταν η κυκλοφορία ενός ΕΡ (μόνο σε online έκδοση) που τελικά το κατόρθωσαν τον Οκτώβριο του 2011, και αυτό αρκούσε για να τους δώσει το χρυσό εισιτήριο και την μεταγραφή τους στο μεγαθήριο που λέγεται Frontiers Records, μιας και τους ανέλαβε για το παραπάνω βήμα.
Έτσι λοιπόν οι DE LA CRUZ κυκλοφορούν αυτόν τον Μάρτιο το “Street Level” και δείχνουν να πατούν με δύναμη και αποφασιστικότητα γερά το πόδι τους στην μεγάλη κοινότητα του hard rock.
To group θυμίζει έντονα τους Def Leppard ενώ έχουν αρκετές επιρροές και από Danger Danger, Winger, Dokken, Ratt, Steel Panther και Van Halen. Οι εύπεπτες μελωδίες και  τα φασαριόζικα κιθαριστικά σόλο παραπέμπουν ευθέως στα ‘80s ενώ οι ερμηνείες είναι  πιστές στο γνωστό  ύφος του  Joe Elliott. Οι φίλοι του συγκεκριμένου ήχου που αναπολούν τα φωνακλάδικα ρεφρέν, τις περμανάντ, τις γκόμενες να λικνίζονται φιλήδονα σε εκπομπή στο MTV, την hair metal αισθητική στα εξώφυλλα και δεν έχουν ξεκολλήσει με τίποτα από τα ’80, έχουν ένα πολύ πετυχημένο αντίγραφο για να απολαμβάνουν τους επόμενους μήνες τις εφηβικές τους αναμνήσεις μέσω των υπέροχων DE LA CRUZ.

Αποκαλυπτική συνέντευξη με τους GAMMA RAY



Λίγες μόλις ώρες πριν βγουν στην σκηνή του Fuzz οι Gamma Ray, στα πλαίσια της “Hellish rock part II” περιοδείας μαζί με τους Helloween, το Rockway.gr περνά ένα άκρως ενδιαφέρον μισάωρο συνομιλώντας με τον ηγέτη της μπάντας Kai Hansen. Ο πάντα φιλόξενος και καλοσυνάτος Kai μιλάει για την περιοδεία, το επερχόμενο album (αλλά και το νέο EP τους), σχολιάζει την Ελληνική πραγματικότητα και απαντά σε αρκετά ακόμη ενδιαφέροντα ερωτήματα. Τα ποτήρια γεμίζουν και η ψηφιακή εγγραφή ξεκινά...

Καλησπέρα Kai! Καταρχήν καλώς ήρθες στην Ελλάδα… Αυτή είναι η δεύτερη παγκόσμια περιοδεία μαζί με τους Helloween, τί θυμάσαι από την προηγούμενη στάση σας στην Αθήνα;
Ω, ήταν περίφημα! Θυμάμαι πως το live είχε πάει πολύ καλά με πραγματικά ζωηρούς οπαδούς και το μέρος που παίζαμε ήταν τόσο γεμάτο που χρειάστηκε να αφήσουν και κόσμο έξω από τις πόρτες και να τους στείλουν σπίτι τους καθώς ήταν υπεράριθμοι σε σύγκριση τον αριθμό που το χώρος μπορούσε να αντέξει!

Βρισκόμαστε λίγες μόλις ημέρες πριν την κυκλοφορία του “Master of Confusion”, ή το όπως χαρακτηρίσατε “μεγαλύτερου single στο metal”...
(πολλά γέλια)

...πραγματικά, έχει διάρκεια περίπου 60 λεπτών!
Λοιπόν, η πραγματικότητα είναι πως δεν το σκεφτήκαμε καν αυτό. Η όλη ιδέα να μπει αυτή η ετικέτα ήταν της εταιρείας μας και εμείς είπαμε το “ok” εφόσον πίστευαν πως ήταν κάτι cool. Εντωμεταξύ, άκουσα πως υπάρχει μια άλλη μπάντα, νομίζω λέγονται Wintersun, οι οποίοι έκαναν ένα EP με λίγο μεγαλύτερη διάρκεια (γέλια), αλλά όπως και να το δεις είναι ένα γαμημένα μακρύ πράγμα! (γέλια)



Να περιμένουμε κάποιες ουσιαστικές διαφορές στο ύφος μεταξύ των 2 νέων κομματιών που ακούμε στο single και της επόμενης πλήρους δισκογραφικής δουλειάς;
Λοιπόν τα 2 κομμάτια δίνουν την γενική κατεύθυνση, είναι κατά τρόπο αντιπροσωπευτικά για το album. Πιστεύω πως θα υπάρχει μεγαλύτερη ποικιλία, θα το δούμε κιόλας επειδή δεν έχουν γραφτεί ακόμα όλα τα κομμάτια. Στοχεύουμε απόλυτα στο metal!

Δεδομένου ότι το single κρατάει 60 λεπτά να περιμένουμε κανένα 3πλό cd; (γέλια)
Ναι, το μεγαλύτερο album που έγινε ποτέ! (ατέλειωτα γέλια)

Πάμε λίγο στο παρελθόν. Εσείς οι Γερμανοί φημίζεστε για τους ποιοτικούς σας κινητήρες, τι ακριβώς είναι αυτό που κάνει τη μηχανή των Gamma Ray να βρυχάται ακόμα στο πέρασμα όλων αυτών των ετών;
Μμμμμ...δεν ξέρω! Ίσως να είναι η επιθυμία να το κάνω όλο αυτό, δε θα μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο! Ξέρεις, πάντοτε υπάρχουν διακυμάνσεις μεταξύ περιόδων κατά τις οποίες δεν έχω ιδέες και περιόδων που ανυπομονώ να πιάσω την κιθάρα, αλλά πάντα τρέφω την βεβαιότητα ότι θα μου ξανάρθει, οπότε αποτελεί μια φυσική ανάγκη για εμένα. Είναι φορές που οδηγώ το αυτοκίνητό και μου έρχονται στο μυαλό μελωδίες, ή στίχοι, ή κάποιο κιθαριστικό riff κτλ και νιώθω την παρόρμηση να μπω στο studio και να δουλέψω επάνω σε αυτό, απλά συμβαίνει!


Η επαγγελματική σου ενασχόληση με την μουσική βιομηχανία, οι περιοδείες κτλ σε έχει αλλάξει σε σύγκριση με το όταν ξεκινούσες να παίζεις μουσική και σε ποιο βαθμό;
Δε νομίζω πως με έχει αλλάξει, η μουσική είναι ιδιαίτερα υποστηρικτική για τον ψυχισμό μου. Είμαι εγώ και η μουσική με βοηθά να παραμένω εγώ διότι δυσκολεύομαι να φανταστώ τον εαυτό μου να απασχολούμαι σε κάτι διαφορετικό και να μου δίνονται τόσες ελευθερίες να είμαι εγώ. Ούτε οι περιοδείες με έχουν αλλάξει, φυσικά με κάνουν πιο σοφό αποκομίζοντας εμπειρίες αλλά αυτό είναι μια φυσιολογική διαδικασία που όλοι περνάμε, ίσως να είμαι απλά τυχερός!

Ας υποθέσουμε πως οι Gamma Ray και νωρίτερα οι Helloween δεν υπήρξαν ποτέ, σε ποια μπάντα θα επιθυμούσες να παίζεις σήμερα;
Ω θεέ μου! Υπάρχουν αρκετές πιστεύω... (σκέψη)... Για κάποιο λόγο αυτοί που έρχονται στο μυαλό μου είναι οι Deep Purple. Ή ίσως να έπρεπε να πω Judas Priest (γέλια). Είμαι μεγάλος fan του Ritchie Blackmore μεταξύ άλλων. Υπήρξε μια σημαντική επιρροή ανάμεσα σε πολλές βέβαια ακόμη. Οπότε αν θα μπορούσα να αλλάξω και να παίξω σε μια μπάντα που μου αρέσει πολύ θα ήταν στους Deep Purple, ως κιθαρίστας.



Kai γνωρίζεις κάτι για την Ελληνική heavy metal σκηνή; Κάποια μπάντα που σου έχει τραβήξει το ενδιαφέρον;
Όχι δεν ξέρω πολλά. Έχω ακούσει μερικές μπάντες αλλά δεν είμαι καλός στο να συγκρατώ ονόματα κλπ. Είναι οι Firewind που είναι η μισή Ελληνική μπάντα οπότε πάλι όχι, δε μπορώ να πω πως είμαι ενημερωμένος.

Ποια είναι η άποψή σου για το καθεστώς σύγχρονης δουλείας που αντιμετωπίζουμε στην Ελλάδα;
Ωωω, θεέ μου! Αυτή είναι μια πολύ δύσκολη ερώτηση επειδή δεν είμαι οικονομολόγος και δε μπορώ να δω όλες εκείνες τις λεπτομέρειες που οδήγησαν σε αυτή την αιματηρή κρίση. Καταλαβαίνω όμως πως τελικά είναι ένας συνδυασμός λαθών που έγιναν από τους πολιτικούς, τις πολυεθνικές των πλούσιων και ισχυρών και φυσικά από τις ίδιες τις κοινωνίες επειδή δεν παίρνεις τίποτα χωρίς κόστος, ίσως μόνο εφήμερα. Αλλά, όπως και στην Γερμανία, ο κόσμος είχε συνηθίσει στην υπερβολική πολυτέλεια. Πρέπει να εργαστούμε για να κερδίσουμε χρήματα κι εμείς αγοράζουμε πράγματα χωρίς να τα πληρώνουμε, ξοδεύοντας λεφτά που δεν έχουμε με σκοπό να τα πληρώσουμε αργότερα, ή και καθόλου και αυτό είναι κάτι που δεν το βλέπω σωστό. Κι έπειτα οι άνθρωποι προσπαθούν να αποφύγουν να πληρώσουν τους φόρους τους και τα συναφή, θα μπορούσε να συμβεί σε οποιαδήποτε χώρα, δε γνωρίζω γιατί συνέβη σε τόσο μεγάλο βαθμό στην Ελλάδα. Δεν είμαι ειδικός και δε μπορώ να αποφανθώ, αλλά πραγματικά λυπάμαι για όσους το περνούν όλο αυτό. Είναι όμως και η κατάλληλη στιγμή να δείξουμε ότι μπορούμε να μείνουμε ενωμένοι και να επιβιώσουμε.



Το 2001 κυκλοφορήσατε το “No World Order”, πιστεύεις πως θεματολογικά συνδέεται το concept με τη σημερινή κατάσταση; Πιστεύεις πως όλο αυτό ανήκει στα σχέδια της Νέας Τάξης;
Ω, ναι! Η κατάσταση στην ευρωπαϊκή ένωση αποτελεί μέρος από τη Νέα Τάξη Πραγμάτων, είναι κομμάτι της παγκοσμιοποίησης στην προσπάθεια να τεθούν όλα μαζικά υπό έναν έλεγχο. Οι πολυεθνικές κυριαρχούν στο τι θα φας, τι θα σκεφτείς, τι θα πράξεις, πως θα συμπεριφερθείς, αλλά ξέρεις, είναι πολύ δύσκολο να μείνεις μακριά από όλο αυτό. Ακόμη κι αν είσαι επικριτής του διαδικτύου, των κινητών τηλεφώνων κλπ πως είναι δυνατόν να μην τα χρησιμοποιήσεις; Είναι πολύ δύσκολο να πεις ΟΧΙ, τότε θα πρέπει να πας να ζήσεις στην εξοχή και να εκτρέφεις αγελάδες κτλ κι έτσι, ναι, θα μπορούσες να αποδράσεις, μα ποιος όμως το κάνει αυτό; (φανερά προβληματισμένος)

Μήπως θα έπρεπε να περιμένουμε από τους Gamma Ray ένα “No World Order part II” ή κάτι ανάλογο;
Δεν είμαι βέβαιος. Προς το παρόν δεν υπάρχει καμιά τέτοια πρόθεση και νομίζω πως ότι ήταν να ειπωθεί ειπώθηκε τη στιγμή που επιλέξαμε να το κάνουμε. Σήμερα είναι τόσο έκδηλο όλο αυτό που συμβαίνει που δε νομίζω ότι υπάρχει η ανάγκη να το ξαναπιάσω μιας και δεν είμαι ούτε καν θυμωμένος πλέον, μα περισσότερο απογοητευμένος βλέποντας τους ανθρώπους να ξεστομίζουν μεγάλα λόγια αλλά να μην αλλάζουν ποτέ. Στο παρόν λοιπόν, με το “Empire of the Undead” έχουμε θέσει άλλο προορισμό. Είναι ένα θέμα που μπορείς να το δεις από 2 πλευρές. Η μια έχει να κάνει με το ότι αγαπώ την “Tales from the Crypt” φάση, καθώς και τις ιστορίες με φαντάσματα επειδή είναι κάπως αστείες και ταυτόχρονα μυστήριες (μακρόσυρτο “μποουυυ” προκειμένου να μιμηθεί φάντασμα, και πολλά γέλια). Η άλλη πλευρά έχει να κάνει με την τεχνολογία και τα σχετικά. Ξέρεις, όλοι έχουν γίνει γαμημένοι σκλάβοι της τεχνολογίας. Πας σε ένα καφέ και βλέπεις μεγάλες παρέες να κάθονται γύρω από ένα τραπέζι και τί κάνουν; Δεν μιλάνε μεταξύ τους! Όλοι είναι απασχολημένοι με τα κινητά τους τηλέφωνα κι έτσι παρακολουθώντας τους μοιάζει σα να κοιτάζεις zombies, τεχνο-zombies κατά κάποιο τρόπο κι αυτό αποκαλώ “Empire of the Undead”...

Μέσα κοινωνικής δικτύωσης που προκαλούν έντονη αντικοινωνική συμπεριφορά, δεν είναι το πλέον αντιφατικό;
Ναι!!! Έχουμε ακόμη επιλογή βέβαια, αλλά για κάποιο λόγο το προτιμούμε έτσι, μας αρέσει! Ίσως να μην πρέπει να παραπονούμαστε...



Για να επιστρέψω στα της μουσικής, διακρίνεις κάποιο μέλλον στο heavy metal και αν ναι πως το φαντάζεσαι;
Ναι, φυσικά! Το heavy metal έχει αναπτύξει μεγάλη γκάμα σε στυλ και πιστεύω πως πάντοτε θα υπάρχει η ανάγκη για σκληρή μουσική και φυσικά θα είναι διαφορετική κάθε φορά. Θα το περιέγραφα ως ένα δράκο με πολλά κεφάλια που κάθε φορά που αποκεφαλίζεται κάποιο, ένα διαφορετικό βγαίνει στην θέση του...

Αυτό ακούγεται σαν τη Λερναία Ύδρα, ένα τέρας από την αρχαιοελληνική μυθολογία...
Ναι!Ναι! (ενθουσιασμένος) Ακριβώς αυτό είναι!

Πόσο heavy metal μπορεί να θεωρηθεί ένα εισιτήριο 33 ευρώ σε μια χώρα με 60% ανεργία στους νέους και περίπου τη μισή ημερησία αποζημίωση; Πόσο πιστεύεις ότι δυσκολεύει αυτό τον μέσο οπαδό των Gamma Ray στην Ελλάδα να παρακολουθήσει την μπάντα που αγαπάει;
Αυτό είναι πραγματικό πρόβλημα και ίσως κάποιοι φαντάζονται πως πληρώνουν πολλά για να πλουτίζουν λίγοι, αλλά πίστεψέ με δεν είναι καθόλου έτσι. Έχουμε μια μεγάλη παραγωγή με μεγάλο κόστος σε σκηνικά, προσωπικό που εργάζεται, έχουμε ένα φορτηγό και 2 λεωφορεία και όλα αυτά χρειάζονται πολλά χρήματα. Επίσης παίρνει μερίδιο και ο διοργανωτής αλλά και αυτός ο τομέας όπως θα ξέρεις, υποφέρει επίσης. Εντωμεταξύ όλα έχουν γίνει πανάκριβα σε θέματα εξοπλισμών και τα συναφή. Οπότε ούτε ο διοργανωτής πλουτίζει, ούτε οι μπάντες, απλά πληρώνουμε το κόστος και μας μένει ένα μικρό μερίδιο. Συζητούσα μια ιδέα μου με τον manager και του έλεγα ότι νιώθω άσχημα επειδή μπορεί να υπάρξει αρκετός κόσμος που δε θα μπορούσε αντέξει την τιμή του εισιτηρίου, αλλά εγώ τους ήθελα εδώ. Αναζήτησα τρόπο να μπορούν να μπουν κάποιοι που θα έφεραν κάποια αποδεικτικά ίσως έγγραφα, αλλά από την σκέφτηκα πως θα αντιδρούσαν οι υπόλοιποι που θα έπρεπε να πληρώσουν, ή ότι ίσως υπάρξουν περιπτώσεις πλαστογραφίας κλπ οπότε να' μαστε πάλι με το μεγάλο αυτό πρόβλημα...



Υπάρχει πάντως παράδειγμα διοργανωτή που δίνει ελεύθερη είσοδο σε όσους φέρουν κάρτα ανεργίας αλλά και για τους ανηλίκους και οφείλω να ομολογήσω πως ούτε γκρίνια έχει υπάρξει ούτε παραβατικά φαινόμενα έχουν εντοπιστεί, αν και σίγουρα δε μιλάμε για τόσο ακριβές παραγωγές όπως το εν λόγο tour. Παρόλα αυτά ο διοργανωτής έχει κερδίσει το σεβασμό όλων στην δική μας metal κοινότητα...
Νομίζω πως αυτό είναι δίκαιο. Είναι πραγματικά εντάξει αν ο κόσμος δεν διαμαρτύρεται και το έχει αποδεχθεί και όσο δε γίνονται και παρανομίες -νομίζω η κάρτα ανεργίας δεν είναι εύκολο να να αποκτηθεί παράνομα- τότε πιστεύω πως είναι μια πολύ καλή ιδέα!

Σε ευχαριστώ ιδιαίτερα για το χρόνο που μας αφιέρωσες, υπάρχει κάτι άλλο που θα ήθελες να συμπληρώσεις;

Ήταν ευχαρίστησή μου! Ελπίζω να δοθεί η ευκαιρία σε όλους να ακούσουν το EP μας και ελπίζω βέβαια και να τους αρέσει. Ο κόσμος να μείνει πιστός στο metal, να το απολαμβάνει, να παίρνει θετική ενέργεια από αυτό και να ξεπεράσει την κρίση με metal στα αυτιά!


 

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...