Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

THE GLORIA STORY: “Born to Lose”


Άκου τίτλος..! “Ι’m a loser baby” όπως έλεγε και ο Beck.
Ένας αντι-τίτλος σε αντίθεση με το όνομα του γκρουπ.
Ας γνωρίσουμε την μπάντα λοιπόν πριν να κουβεντιάσουμε το album. Είναι Σουηδοί, αν δεν τους ξέρεις τους περνάς για Άγγλους, γιατί αυτό θέλουν να περάσουν. Με πλειάδα επιρροών όπως είναι σύνηθες και αναμενόμενο στους καιρούς μας, δημιουργούν ένα προσωπικό μετα-στυλ με garage punk glam hard και rock ’n roll στοιχεία, με αγαπημένα σημεία αναφοράς Thin Lizzy, T-Rex και πολλούς άλλους. Στο debut album (“Shades of White”) το 2011, σάρωσαν τα Σουηδικά charts παράλληλα με πάνω από 150 εμφανίσεις πανευρωπαϊκά.
Το “Born to lose” είναι ένα album φτιαγμένο με low budget προδιαγραφές, πράγμα το οποίο οι ίδιοι υπερήφανα δια-“φημίζουν” στο site τους, υποστηρίζοντας το γνωστό: “Less is more”. Έξυπνη κίνηση, αφού στα live η ηχητική απόκλιση θα είναι ελάχιστη, και σε εποχές στις οποίες οι μουσικοί χαρακτηρίζονται κυρίως από τις ζωντανές εμφανίσεις τους, κάτι τέτοιο μόνο υπέρ τους μπορεί να λειτουργήσει.
Και τα 12 κομμάτια είναι φτιαγμένα σχεδόν με γεωμετρική πρόοδο, τηρώντας τις προαναφερθείσες επί των επιρροών παραμέτρους, δίνοντας ένα αισθητικό αποτέλεσμα “ευανάγνωστο” μεν, προβλεπόμενο δε. Αυτό που παρατηρεί όμως κανείς σε ότι αφορά στο ερμηνευτικό κομμάτι, είναι το ότι οι The Gloria Story πιστεύουν πραγματικά σε αυτό που κάνουν, και η άγρια χαρά τους είναι έκδηλη παντού. Είναι αυτό το μεταφυσικό στοιχείο που προικίζει με ενέργεια τη μουσική τους, και μοιάζει να υπενθυμίζει: “Rock’n roll’s not dead”.
Ίσως, το να δημιουργείς  μουσική διατηρώντας την αυθεντική σου διάθεση, είναι αυτό που σε κάνει στις μέρες μας αυθεντικό.


 Εύη Τασάκου

PRETTY MAIDS: “Motherland”


Τα βήματα του προηγούμενου δίσκου τους, “Pandemonium” (2010) ακολουθεί η νέα δουλειά των δανών melodic hard rockers.
Τριάντα χρόνια στα στούντιο και στο σανίδι έκλεισαν οι Pretty Maids και παραμένουν φρέσκοι, δυναμικοί και συναρπαστικοί. Οι μεταλλικές μελωδίες και τα βαριά riff κυριαρχούν σε όλο το “Motherland” όμως για άλλη μια φορά  καθοριστικό σημείο  στο τελικό άκουσμα είναι  η ενορχηστρωτική δομή και τα επιβλητικά περάσματα των πλήκτρων. Ειδικά στα κομμάτια “Mother Of All Lies”, “To Fool A Nation” (συγκλονιστικό τραγούδι), “Who What Where When Why” γίνεται αντιληπτό ότι το συγκρότημα παιχνιδίζει με το power και το melodic metal αλλά το κυριότερο είναι ότι δεν κουράζουν από ρυθμούς που έχουμε χιλιοακούσει.
Το αλλεπάλληλο κιθαριστικό metal κρεσέντο στο “Motherland” (ειδικά στο ομότιτλο κομμάτι) γίνεται καθηλωτικό και εμπλουτίζεται  από ένα  melodic hard rock υπόβαθρο με την φωνή του Ronnie Atkins να δίνει χρώμα, αγριότητα και πάθος. Άλλωστε οι PRETTY MAIDS ήταν πάντα λάτρεις της “δουλεμένης μελωδίας” κάτι που διακρίνεται έντονα σε  τραγούδια σαν το “Sad To See You Suffer” με το συναισθηματικό ρεφρέν του και το υπέροχο και μελαγχολικό “Wasted”
Υπάρχουν φυσικά τα “Hooligan”, I See Ghosts και το αδιάφορο “Bullet For You” στο  κλασσικό ύφος της μπάντας ενώ το καταπληκτικό “Infinity” εντυπωσιάζει με τον ήρεμο ρυθμό του και φαίνεται επηρεασμένο σε πολλά σημεία από τους Linkin Park.
Οι PRETTY MAIDS με το “Motherland” επιβεβαιώνουν με χαρακτηριστικό τρόπο το συνθετικό τους χάρισμα και όπως είπαμε και στην αρχή αν δεν είχε προηγηθεί το “Pandemonium” τότε το “Motherland”, θα ήταν σίγουρα ένας καταπληκτικός δίσκος.

Φώτης Μελέτης

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

STRYPER: “Second Coming”


Φαντάζομαι, ότι ανατίθενται οι παρουσιάσεις “χριστιανικών μελωδικών συγκροτημάτων” σε μένα όχι λόγω της επαγγελματικής ενασχόλησης ή των ακουσμάτων 25 χρόνια τώρα από τον συγκεκριμένο χώρο, αλλά εξαιτίας της σαφούς και εμπεριστατωμένης θέσης, ότι “χριστιανικές  μπάντες” και “χριστιανική μουσική” στο χώρο της rock  δεν υπάρχουν-ει.
Μόνο στην αμερικάνικη ήπειρο, όπου ευδοκιμούν οι “αναγεννημένοι χριστιανοί” και άλλα τέτοια θεολογικά ζητούμενα, που δεν είναι της παρούσης…
Ας μιλήσουμε λοιπόν για την αγαπημένη μπάντα, τους πρωτοπόρους στο συγκεκριμένο ιδίωμα και τη νέα κυκλοφορία τους, Stryper και τον πάντοτε σημαδιακό τίτλο “Second Coming”. Αποτελούμενοι από την σταθερή ιδρυτική σύνθεση των Michael Sweet (φωνή/κιθάρα), Oz Fox (κιθάρα), Tim Gaines (μπάσο), και τον Robert Sweet (ντραμς) , οι Stryper ροκάρουν από το 1983 κυκλοφορώντας κλασικούς δίσκους τη δεκαετία του '80 όπως τα “Soldiers Under Command”, “To Hell With the Devil”, “'In God We Trust”, καθώς εμφανίστηκαν και στο πάλαι ποτέ κραταιό στα rock “πράγματα” MTV  δίνοντας το στίγμα τους, με hit singles/videos όπως τα “Calling on You”, “Free” και “Honestly”.
Έπειτα λοιπόν από μία παύση στα  90s, οι  Stryper επιστρέφουν ανανεωμένοι τον 21ο αιώνα. Κυκλοφορούν λοιπόν το  2011 ένα δίσκο με διασκευές, το “The Covering”, ικανοποιητικό ως άκουσμα και προτάσεις, καλωσορίζοντας συνάμα και τον Gaines στο μπάσο (ιδρυτικό μέλος) πίσω στην μπάντα. Το νέο λοιπόν άλμπουμ παρουσιάζει παλαιά, αγαπημένα τραγούδια του γκρουπ και επιπλέον δύο εξαιρετικές, νέες συνθέσεις που επάξια συμπληρώνουν αυτήν την εορταστική “Best of” κυκλοφορία.
Παρουσιάζοντας τραγούδια από το EP της μπάντας, το “The Yellow and Black Attack”, το εξαιρετικό “Soldiers Under Command”, και το αντάξιο του, πολυπλατινένιο “To Hell With the Devil” μαζί με δύο νέες συνθέσεις. Το “Second Coming” στοχεύει, ώστε οι νεώτεροι να γνωρίσουν παλαιότερες εκπληκτικές κατά κοινή “εμπορική” ομολογία “τι εστί” Stryper, με την χρήση των τεχνολογιών του 21ου αιώνα!
Πιστεύω, έπειτα από πολύχρονο “λιώσιμο” των LP και CD τους, ότι πρόκειται για πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση, μακριά από εμπορικές “φιοριτούρες”, μία πιο heavy προσέγγιση σε συνθέσεις που αγαπήσαμε… “χριστιανοί” και μη… φίλοι απλά της καλής μουσικής!


Νότης Γκιλλανίδης

CLUTCH: “Earth Rocker”



Ήδη από όταν ανακοινώθηκε ο μελλοντικός ερχομός του, πολλοί το περίμεναν, όπως πριν 2013 χρόνια το Μεσσία.
Αναμφισβήτητα, είναι μία από τις πιο αναμενόμενες κυκλοφορίες του τρέχοντος έτους και το ακολουθεί μία φρενίτιδα, όπως εκείνη των πιστών αυτομαστιγοθέντων στο Πακιστάν.

Οι Clutch είναι πλέον κάτι σαν αίρεση για πολλούς ροκάδες και έχουν μεγάλη ακολουθία και στη χώρα μας,, τόσο που κανένα rock πάρτι δεν ξεχνάει τα “The Regulator” και “Electric Worry”.

Και έτσι μετά από το πανέμορφο “Strange Cousins for the West” το 2009, κανείς δεν περίμενε να περιμένει ολόκληρα 4 (περίπου) χρόνια για μια νέα δουλειά.

Ήρθε λοιπόν, η ώρα του “Earth Rocker” με τον Neil Fallon σε μεγάλα κέφια, από το καλοκαίρι ήδη και το ΕΡ των The Company Band, για να ταράξει τα ήρεμα νερά.

Στην παραγωγή, ο Machine, άνθρωπος που βρισκόταν στην ίδια θέση στο “Blast Tyrant” και η καθαρότητα του ήχου είναι δεδομένη.

Το album ξεκινάει με το ομότιτλο, πρώτο single, που έκανε αρκετούς να εκσπερματίσουν το προηγούμενο μήνα, ακούγοντας το και ανυπομονώντας για να σφίξει το νέο album στα χέρια του. Από το δεύτερο κιόλας, “Crucial Velocity” καταλαβαίνεις ότι έχει δύναμη το θέμα, με τα επιβλητικά τύμπανα του Jean Paul Gaster και τα όμορφα riffs του Tim Sult.

“Mr. Freedom” και τα μυαλά στα κάγκελα, τα οποία παίρνουν φωτιά στο “D.C. Sound Attack”, πιθανότατα ΤΟ κομμάτι του δίσκου, όπου εμφανίζεται και η φυσαρμόνικα να δίνει μια folk διάθεση στη μουσική τους.

Δυνατά μπαίνει και το “Unto The Breach” που μοιάζει να είναι κάποια ιστορία διάρρηξης και κυνηγητού στο Βατικανό με την Ελβετική Φρουρά (“Waiting on the corner for the Swiss Guard to arrive”) και αφήνει τη σκυτάλη στην μπαλάντα του δίσκου “Gone Cold”, με την ήρεμη και αποδοτική μπασογραμμή του Dan Maines, να κρατά στιβαρά τις κιθάρες.

Στη συνέχεια όμως, πάλι με το μπάσο να είναι πολύ ευδιάκριτο στο ξεκίνημα του, έχουμε ένα εκπληκτικό ακόμα, κομμάτι ονόματι “The Face”, με πολύ όμορφους στίχους που θες να τους τραγουδάς με πάθος μέχρι και στον ύπνο σου.

Ύμνος για την Άγρια Δύση με κάποιον desperado πρωταγωνιστή είναι το “Book Saddle & Go”, που μάλλον είναι το πιο αδιάφορο τραγούδι του “Earth Rocker”, που αν και είναι πολύ καλό είναι κάτι επίπεδα χαμηλότερο από τα προηγούμενα, αλλά και από το επόμενο “Cyborg Bette”, που στιχουργικά, πηγαίνει μπροστά στο μέλλον.

“Oh Isabella” και το άκουσμα είναι ο κλασσικός Clutch ήχος, που όλοι ξέρουμε και αγαπούμε! Μια ακόμη, ιστορία γραμμένη από τον Fallon για τους Ισπανούς κατακτητές, ενορχηστρωμένη και αυτή ιδανικά σε ένα δυνατό σύνολο 11 τραγουδιών σε 44 λεπτά, που τελειώνουν με το “The Wolfman Kindly Requests...” και μου δίνει ένα album, που θα κολλήσει στο mp3 player μου για αρκετό καιρό.

Δεν έχεις να κάνεις τίποτα καλύτερο από το να το αφήσεις στο repeat και να χοροπηδάς ωσάν αιγοπρόβατο που ακούει την μεθυστική φλογέρα του αφέντη-τσοπάνη του, τρέχοντας στα μουσικά λιβάδια των Clutch ,μην ανησυχώντας για το που θα σε βγάλει ο δρόμος!

Αφέσου στη δύναμη της μαγείας! ΜΗΝ ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΣΑΙ! “The Wolfman is coming out!”.


Δημήτρης Μαρσέλος

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

LANESLIDE: “Flying High”


Τα πράματα με αυτό τον υπέροχο melodic/aor δίσκο είναι απλά.
Οι Laneslide αποτελούνται πρωτίστως από “μάστορες” του είδους που μπορεί να μην είναι τόσο δημοφιλείς από κάποιους ανάλογους καλλιτέχνες του ίδιου χώρου όμως κάνουν τη δουλειά τους πολύ επαγγελματικά και με μεράκι. Το συγκρότημα αποτελείται από τον τραγουδιστή Frank Vestry (Marcello/Vestry), τον εξαιρετικό ιταλό κιθαρίστα, συνθέτη και παραγωγό Bruno Kraler  (Brunorock), τον μπασίστα John Billings (Rick Springfield, Donna Summer, Lancia), τον πολυτάλαντο Alessandro Del Vecchio (Hardline, Lionville, Edge of Forever) στα keyboards και τον ντράμερ Dominik Hülshorst (ex-Bonfire).
Όπως καταλαβαίνετε όλοι τους είναι μουσικάρες και  όλοι έχουν  ιδρωμένη την φανέλα για τον ήχο που υπηρετούν.
Οι ευχάριστες εκπλήξεις στο “Flying High” συνεχίζονται αφού στα backing vocals συμμετέχουν οι εξαιρετικοί ερμηνευτές Erik Mårtensson (Eclipse, W.E.T) και Michael Bormann (Jaded Heart, Redrum, Rain) που προσθέτουν πολλά bonus στα φωνητικά. Όλος ο δίσκος είναι το AΠΟΛΥΤΟ aor/melodic ποίημα με δυνατά και εμπνευσμένα τραγούδια με τα “Flying High”, “Hangin’ Out Here”, τον μικρό ύμνο “Dancing Girls” και “Your Fight” να ξεχωρίζουν καθώς επίσης και η έξυπνη και πολύ καλή διασκευή στο πασίγνωστο “Self Control” της μακαρίτισσας Laura Branigan.
Θα έλεγα λοιπόν ότι με τους Laneslide πολλοί καλοβολεμένοι “ήρωες” του ίδιου ύφους θα πρέπει να ακούσουν προσεκτικά το “Flying High” και να δουλέψουν λίγο παραπάνω τις συνθέσεις τους ώστε να τους μιμηθούν στη φρεσκάδα και  στην ανανέωση του μελωδικού ήχου που προσφέρουν απλόχερα και χωρίς πολλές γαρνιτούρες στο ευρύ κοινό. 


Φώτης Μελέτης

CHASING VIOLETS: “Outside Heaven”


Μας καλωσορίζουν από τη Γαλλία οι  πανέμορφες αδελφές Sarah & Melissa Fontaine  με  όχημα τους CHASING VIOLETS και την πρώτη κυκλοφορία τους το “Outside Heaven”.
Παραγωγός και συν-συνθέτης ο Frederic Slama (project AOR) με  συν-συνθέτες των τραγουδιών τον θρυλικό και πανταχού παρόντα στο χώρο  Tommy Denander, τον Paul Sabu (θα χάσουμε το μέτρημα που συμμετέχει και συνεισφέρει), τον πολυάσχολο νεοφερμένο Robert Sall (Work of Art) και τον ιταλό Alessandro Del Vecchio (Shining Line και αρωγό σε πολλές μπάντες του μελωδικού) μεταξύ άλλων επιφανών καλλιτεχνών του χώρου: η λίστα είναι εντυπωσιακή: Michael Landau, Jerry Hludzik, Philip Bardowell,  Bruce Gaitsch, Göran Edman και πολλοί- πολλοί ακόμη!
Οι Chasing Violets, δηλαδή η Sarah και η Melissa, έχουν πραγματικό πάθος με την  AOR μουσική και δεν είναι μόνο διάττοντες αστέρες λόγω εξωτερικής ωραιότητας (λιγούρια…) αλλά παρουσιάζουν το μελωδικό ροκ με αισθαντικότητα πατώντας στα στέρεα χνάρια των  Robin Beck και της Fiona με μία εκλεκτή δόση -λόγω Frederic Slama- από West Coast.
Οι Sarah & Melissa γλυκές και μεταξένιες φωνές, μερικές φορές αισθαντικές όπως στο "Voices In The Wind", άλλες φορές μεγαλοπρεπείς με τους τραγουδιστές που συνερμηνεύουν τις συνθέσεις του δίσκου. Τα εκπληκτικά ντουέτα με τον απαράμιλλο Göran Edman στο "The Price To Pay" και το "Above Suspicion", καθώς και τα "A Hole In Paradise" με το  aorίζων  "No Margin For Error" με τον πάντοτε ικανότατο Philip Bardowell (μεγάλη και ενδιαφέρουσα καριέρα). Επίσης ξεχωρίζει το "Hold Back The Dawn", ίσως η καλύτερη σύνθεση με μία πλειάδα αστέρων όπως οι Denander, ο Michael Landau (Joni Mitchell, Seal, Michael Jackson, James Taylor, Helen Watson, Richard Marx, Steve Perry, Pink Floyd, Miles Davis,Dean Parks , Steve Lukather και  Dann Huff), ο Del Vecchio (άλλος ένας τόμος, παρά το νεαρό της ηλικίας), ο εξαίρετος  ντράμερ  Mike Baird (Vasco Rossi, Billy Idol, Hall and Oates, Pointer Sisters, Donna Summer, Riverdogs, Animotion, Richard Marx, Michael Bolton, Rick Springfield, Eddie Money, Kenny Loggins, Yumi Matsutoya καθώς και η περιοδεία με τους Journey για το Raised on Radio καθώς και  ο Jerry Hludzik (DAKOTA).

Αξιοπρόσεκτη επίσης η hard ροκίζουσα σύνθεση των αδελφών, το "Just Wanna Be Your Heroin", που κλείνει και το άλμπουμ. Από τις νέες, ελπιδοφόρες παρουσίες που βροντοφωνάζουν πως το ασθενές φύλο είναι παρόν και στον χώρο της μελωδίας, συνεχίζοντας επάξια το έργο παλαιότερων με διάρκεια ομότεχνων τους!


Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

BON JOVI: “What About Now”



Οι BON JOVI, για να το ξεκινήσουμε ανάποδα, έχουν λοιδορηθεί αρκετά και άδικα από ειδήμονες και μεγαλοκριτικούς.
Άσχετα βέβαια αν στην τριαντάχρονη πορεία τους, πολλοί από δαύτους υποκλίθηκαν στο σπουδαίο ταλέντο τους και παραδεχτήκαν -τουλάχιστον- ότι το κατέχουν το άθλημα και  ότι τους  κρυφάκουγαν στα νιάτα τους (λες και ήταν απαγορευμένοι).
Με το “What About Now” λοιπόν οι Bon Jovi συνεχίζουν να ροκάρουν όπως το θέλουν αυτοί και όχι με οδηγό τις μελωδίες του “Slippery When Wet” που πολλοί κριτικοί και θαυμαστές τους θέλουν να επαναλάβουν. Αν έκαναν αυτό το τεράστιο λάθος δεν θα ήταν προσωπικά για μένα το μεγάλο συγκρότημα διότι μπορεί το δημοφιλές γκρουπ να έχει απογοητεύσει ένα σημαντικό κομμάτι, κυρίως των παλιών οπαδών τους, που ονειρεύονται νέα “New Jersey”, “Keep the Faith” και “These Days” όμως τέτοια κίνηση θα ήταν καλλιτεχνικά λάθος. Ειδικά μάλιστα στα δύο-τρία τελευταία τους άλμπουμ η αλλαγή πλεύσης είναι εμφανής και έπρεπε να γίνει και καλώς συνέβη διότι σηματοδοτεί μία περίοδο εξέλιξης και γοητευτικής απλότητας στον ήχο τους όπου δεν χρειάζονται τα μακρόσυρτα κιθαριστικά σόλο, οι πιασάρικες ενορχηστρώσεις με βάση τα ευκολομνημόνευτα ρεφρέν που οι ίδιοι το έκαναν κυρίως στη δεκαετία του ’80 με απόλυτη επιτυχία.
Από τότε έχουν αλλάξει τα πράματα και ευτυχώς οι Bon Jovi έχουν απεγκλωβιστεί από εκείνες τις φανταστικές party μέρες που πολλοί από εμάς ζήσαμε και χαρήκαμε αλλά  όμως το κεφάλαιο αυτό έχει τελειώσει προ πολλού  και ένα συγκρότημα της καλλιτεχνικής εμβέλειας των Bon Jovi οφείλει να προχωρήσει και να μην μείνει στάσιμο έστω και αν δεν συγκινήσει τα πλήθη. Άλλωστε έχουν την πολυτέλεια να ρισκάρουν και με το καινούργιο τους δίσκο και ευτυχώς το κάνουν και το αποτέλεσμα είναι και πολύ καλό.
Οι επιδράσεις είναι  έντονες από την country και τον λεγόμενο modern rock ήχο πάντα βέβαια με την σφραγίδα του μεγάλου Jon Bon Jovi και της παρέας του. Ερχόμενοι τώρα στα τραγούδια θα έλεγα ότι το ξεκίνημα με το μέτριο το “Because We can” με φόβισε λίγο αλλά συνήλθα με την φοβερή η μπαλάντα “I'm With You” και το ομότιτλο μελωδικό κομμάτι που φέρνει λίγο σε Coldplay. Η συνέχεια ανήκει στο υπέροχο “Pictures Of You” ενώ το “Amen” είναι ένα ήσυχο και ευαίσθητο κομμάτι με την αφηγηματική ερμηνεία του Jon Bon Jovi να μεγαλουργεί στο τέλος. Το “That's What The Water Made Me” είναι αρκετά ρυθμικό και από τα καλύτερα τραγούδια του δίσκου που περιέχει ένα απογειωτικό ρεφρέν ενώ το “What's Left Of Me” ακούγεται “προκλητικά” country με το μαντολίνο να κλέβει την παράσταση. Στο “Army Of One” διαβάζουμε ότι το χεράκι του, στην σύνθεση έχει βάλει ο πασίγνωστος κύριος Desmond Child και το ρεφρέν του κομματιού αντί να φέρνει στο γνωστό εμπορικό ύφος του θρυλικού παραγωγού θυμίζει τον Peter Gabriel (!!!) και ακούγεται περίεργα θαυμάσιο. Έπεται το “Thick As Thieves”, ένα άκρως συναισθηματικό κομμάτι με υπέροχους στίχους και ένα εκπληκτικό μικρό κιθαριστικό σόλο και παράλληλα τα βιολιά αποτελούν ένα ονειρικό χαλί κάτι ανάλογο συμβαίνει και στο εξαιρετικό "Beautiful World" που ακολουθεί το ύφος των Coldplay αλλά με ένα ρεφρέν που μόνο οι Bon Jovi μπορούν να γράψουν. Το άλμπουμ κλείνει με το υπέροχο στιχουργικά "Room at the End of the World" που ξεκινά με απαλές μελωδικές γραμμές που γίνονται στην εξέλιξη του τραγουδιού πιο ρυθμικές και νοσταλγικές ενώ το ακουστικό "The Fighter" περιέχει μία τρυφερή ερμηνεία από έναν καλλιτέχνη πραγματικό μαχητή σε όλα τα επίπεδα και παρά την τεράστια επιτυχία του, τολμά να πάει τον ήχο του συγκροτήματος λίγο παρακάτω και να μην κολλήσει στις αναμασημένες μελωδίες του δοξασμένου παρελθόντος.
Επίσης στην deluxe έκδοση βρίσκουμε άλλα τέσσερα τραγούδια στο ίδιο ύφος που περιγράψαμε, με το “With These Two Hands” να ξεχωρίζει αρκετά και το “Every Road Leads Home to You” που περιλαμβάνεται στον περσινό σόλο δίσκο του RICHIE SAMBORA.
Συμπληρωματικά θα έλεγα ότι ο μεγάλος δάσκαλος του Bon Jovi βρίσκεται με το πνεύμα του σε πολλά κομμάτια (ειδικά στα πιο μπαλαντοειδή) του “What About Now” κι αυτός δεν είναι άλλος από το τεράστιο Bruce Springsteen, ενώ δεν λείπουν και οι αναφορές στον Bob Dylan. Όλα αυτά λοιπόν που ανέφερα  πιστεύω ότι καταρρίπτουν πανηγυρικά για άλλη μια φορά τον μύθο για τους Bon Jovi, του  “εύκολου” και “αναλώσιμου” γκρουπ κάτι άλλωστε που το απέδειξαν με την μεγαλειώδη συναυλία τους στη χώρα μας πριν από δύο χρόνια, όπου ένα στάδιο 80 χιλιάδων σειόταν με διαχρονικές μελωδίες τους σε ένα από τα καλύτερα συναυλιακά party όλων των εποχών.
 

BRUJAS DEL SOL: “Moonliner”


Μάγισσες του ήλιου στα Ισπανικά είναι το όνομα του κουαρτέτου από το Ohio και όπως, προδίδει η ονομασία αρέσκονται στο να παίζουν μελωδίες εμπνευσμένες από ταξίδια εκτός γήινης ατμόσφαιρας.
Πλήκτρα να σαμπλάρονται με ήχους γαλαξιακούς, που φιλτράρονται μέσα σε stoner/desert ξεσπάσματα, λιγοστά φωνητικά με εφέ αστροναυτικά, ακολουθώντας μονοπάτια που χάραξαν οι Hawkwind και οι Ozric Tentacles, μέσα από πρίσμα πρώιμων Monster Magnet.

To Moonliner ήταν μία τριλογία που ξεκίνησαν οι Αμερικανοί την άνοιξη του περασμένου έτους και ολοκληρώθηκε με το τρίτο της επεισόδιο το Δεκέμβρη του 2012. Τώρα, η Devouter Records μαζεύει και τα τρία μαζί σε μια ενιαία κυκλοφορία, που φτάνει τα 45 λεπτα, σε 6, κυρίως μακροσκελή, κομμάτια.

Καταπληκτική μουσική, σε βάζει σε κλίμα να διαβάσεις κάποιο sci-fi λογοτέχνημα και να παραγγείλεις στολή Klingon για τις Απόκριες!

Κομματάρες, όπως το 8-λεπτο “Conquistadors”, θα σε κάνει να θέλεις να ανέβεις στο επόμενο μετεωρίτη που θα περάσει κοντά από τον πλανήτη μας και να ταξιδεύσεις σε μακρύτερους αστρικούς σχηματισμούς.

Αν λοιπόν, είσαι άνθρωπος space, λατρεύεις το kraut και συμπαθείς το stoner, Αυτοί εδώ οι τύποι θα γίνουν σίγουρα φίλοι σου!

Ακουμπάτε άφοβα, αβίαστα και αβάδιστα.... 

  

MOLLY HATCHET: “Paying Tribute”


Οι Molly Hatchet, αυτή η αμερικάνικη southern rock/hard rock μπάντα που υπάρχει στον συγκεκριμένο χώρο από τα 1975 χωρίς ίσως να έχει τις εμπορικές απολαβές που θα τις άρμοζαν, κυκλοφορεί έναν δίσκο αποτίνοντας φόρο τιμής στις μπάντες και καλλιτέχνες  που την επηρέασαν.
Δηλαδή στους ZZ Top, Thin Lizzy, The Rolling Stones, The Eagles, GEORGE THOROGOOD, ALLMAN BROTHERS BAND, προσεγγίζουν και διασκευάζουν με σεβασμό και δίνουν σε ορισμένες συνθέσεις νέα πνοή σε σχέση με τις αρχικές εκτελέσεις.
Γνωστές βέβαια και αγαπημένες συνθέσεις όπως τα: “SHARP DRESSED MAN” των ZZ TOP , το “THE BOYS ARE BACK IN TOWN”  των THIN LIZZY,  το “DESPERADO”  των EAGLES τον ύμνο των αμερικάνικων striptease bars το “BAD TO THE BONE” του GEORGE THOROGOOD, τα “DREAMS I’LL NEVER SEE” και το “MELISSA” των συνοδοιπόρων τους στο χώρο ALLMAN BROTHERS BAND, την υπερσύνθεση “MISSISSIPPI QUEEN” των επίσης υποτιμημένων MOUNTAIN, το “TEQUILA SUNRISE” των EAGLES, τα  “TUMBLING DICE” και “WILD HORSES” των ROLLING STONES καθώς και τρεις ζωντανές εκτελέσεις σε δικές τους συνθέσεις: τα  “WHISKEY MAN”, “BEATING THE ODDS” και “FLIRTING WITH DISASTER”.
Θεωρώ ότι η κυκλοφορία αυτή είναι μία τίμια παρουσίαση, εναλλακτική ματιά αγαπημένων συνθέσεων με την γνωστή γιορτινή, παρεΐστικη διάθεση που το  southern rock/hard rock μπορεί να δώσει!

  

GODYVA: “Alien Heart”



Το να τολμήσει κάποιος να ταχθεί λαμβάνοντας θέση, υπέρ ή κατά των γυναίκειων φωνητικών στον ευρύτερο Heavy Metal κόσμο μας, συνεπάγει στις μέρες μας αντιμετώπιση πολύ ευρείας γκάμας...
Από επιδοκιμασία μέχρι γηπεδικό ομαδικό κράξιμο από τους "true" συμμετέχοντες σε πιθανό κουβεντολόι.
Μια τέτοια, female-fronted μπάντα, είναι και οι Ιταλοί Godyva, ένα σχήμα που κινείται στα ύδατα του Gothic Metal. Η μπάντα υπάρχει από το 2001 και έχει κυκλοφορήσει μέχρι τώρα το ντεμπούτο ΕP: "Advent" το 2002 και δυο full-length , το "In Good and Evil" το 2006 και το "Planetarium" το 2008.
Οι Godyva, με νέο κιθαρίστα  τον πολύ καλό G.G.Gohm στο line up, κυκλοφορούν το τρίτο τους album "Alien Heart", στα χνάρια των προηγούμενων δουλειών τους. Ατμοσφαιρικό  Gothic Metal, σχετικά γρήγορων, για το είδος, ταχυτήτων. Και για να σας προλάβω, ναι μεν υπάρχει η οσμή των ήδη φημισμένων συμπατριωτών τους Lacuna Coil (λογικό άλλωστε, μιας και θεωρούνται από τους πιονιέρους στη σύγχρονη εποχή του είδους), αλλά δεν τίθεται θέμα προσπάθειας μιμητισμού.
Οι Godyva, ως σύνολο, είναι πιο heavy ηχητικά και σ'αυτό παίζει ρολό η πολύ καλή παράγωγη στις κιθάρες, που παρά τον κυρίαρχο ρόλο που έχουν τα keyboards, δεν είναι συνοδευτικές αλλά θα έλεγα ηγετικές και στις 11 συνθέσεις του album. Όλοι οι συντελούντες, είναι εξαιρετικοί στα όργανά τους κι αυτό ακούγεται. Όσο για τα φωνητικά της Lady Godyva (προφανώς ιδρυτικό στέλεχος της μπάντας) που μάλλον είναι το επίμαχο θέμα του προλόγου... Δεν θα κάνω καν προσπάθεια κριτικής ως προς αυτό και να με συγχωρείτε. Θεωρώ οτι είναι σχεδόν αποκλειστικά θέμα του εκάστοτε ακροατή. Το πώς αντιδρά το ζεύγος των αυτιών του καθενός. Προσωπικά, στη συγκεκριμένη δουλειά, σε άλλα κομμάτια μου άρεσαν, σε άλλα όχι, ανεξάρτητα από τη μουσική των κομματιών.
Οι ατμόσφαιρες που κινείται το album είναι ποικίλες. Στους στίχους κυριαρχεί το ερωτικό στοιχείο (εντάξει, Ιταλοί είναι οι άνθρωποι...).  Από ρομαντικές και σαγηνευτικές μπαλάντες μέχρι groovy power riffs, παραμένοντας βέβαια στα πλαίσια του σύγχρονου Gothic Metal ύφους. Ο ήχος είναι μοντέρνος με μελωδικά, πιασάρικα refrains, συμφωνικός κατά βάση λόγω της φύσης των πλήκτρων, ενώ η παραγωγή, έργο μάλλον όλης της μπάντας, αναδεικνύει τις διαθέσεις της αν και φυσιολογικώς παραπέμπει σε ανάλογα γνωστά ονόματα όπως οι Lacuna Coil, οι Epica, οι Withered Temptation κ.ο.κ. Υπάρχει ωστόσο μεγάλη δόση προσωπικότητας στη μουσική τους κι αυτό το πολύ ωραίο power στοιχείο που συνυπάρχει μέσα της.
Κομμάτια που ξεχώρισα από ένα σύνολο γενικά ευχάριστων τραγουδιών, είναι η πολύ όμορφη μπαλάντα, "In your eyes", το πολύ δυνατό opening track "Apocalypse fire ", η συνέχειά του, το closing track "Apocalypse fire II", το power ομότιτλο "Alien Heart", όπως επίσης και η διασκευή σε ένα ιταλικό hit-άκι των 80's, εδω με τίτλο "I feel you".

Συνολικά, οι Godyva με το "Αlien Heart", παρουσιάζουν ένα σύγχρονο και δυναμικό album που ακούγεται ευχάριστα και που οι φίλοι του Gothic/Power Metal, σίγουρα δεν θα κλαίνε τα χρήματά τους για την αγορά του. Συμπαθητικότατο!

Ιορδάνης Κιουρτσίδης

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

SOILWORK: “The Living Infinite”



Θέλει πολλά κότσια το να κυκλοφορείς ένα διπλό cd εν έτει 2013, κυρίως όταν υπηρετείς το σύγχρονο μελωδικό death ήχο (modern heavy metal κατά πολλούς).
Διότι, κακά τα ψέματα, οι πιθανότητες για ένα διπλό cd να αξίζει εξ ολοκλήρου είναι συνήθως πολύ μικρές, ενώ τις περισσότερες φορές είναι κοινώς αποδεκτό πως ο εκάστοτε καλλιτέχνης θα έπρεπε να είχε επιλέξει απλά τις καλύτερες στιγμές της διπλής κυκλοφορίας και να έβγαζε ένα album μονάχα.
Επίσης, όταν ανήκεις στον ακραίο χώρο, μια τέτοια κίνηση μπορεί να αποφέρει αρνητικά αποτελέσματα, φλερτάροντας με την πιθανότητα να κουράσεις τον ακροατή. Και ειδικά δε στην περίπτωση των Soilwork, με άλλα οκτώ full length στις πλάτες τους, αλλά δίχως κάποιο σημαντικό breakthrough πέραν αυτού του 2001 με το “A Predator’s Portrait”, τα πράγματα δυσκολεύουν. Α, και μην ξεχνάμε το ότι ο Peter Wichers (κιθάρα) δεν ανήκει πλέον στο δυναμικό της μπάντας.
Εν ολίγοις, είτε που με το “The Living Infinite” θα χτυπήσουν φλέβα, είτε απλά την καριέρα τους στον τοίχο.
Καταρχάς, οι επιδόσεις του Bjorn Strid ήταν, είναι και θα είναι στο καλύτερο δυνατό επίπεδο. Άλλωστε τα φωνητικά ποτέ δεν αποτέλεσαν στοιχείο αρνητικής κριτικής για τους Soilwork. Το νέο μέλος που ακούει στο όνομα David Andersson (Mean Streak), φαίνεται να δένει μια χαρά με τον Sylvain Coudret (αν και προσωπικά προτιμούσα τον Ola Frenning) και το κιθαριστικό κομμάτι είναι καλά δουλεμένο.
Η λέξη που θα χαρακτήριζε το “The Living Infinite” είναι “ολοκληρωμένο”… Σε γενικές γραμμές δηλαδή αποτελεί την πιο εμπεριστατωμένη μουσική πρόταση του σχήματος, κάτι που μάλλον επιτυγχάνεται λόγω της πληθώρας των συνθέσεων (είκοσι στο σύνολο). Αυτό δε σημαίνει πως αξίζουν όλα τα τραγούδια (κάτι τέτοιο θα αποτελούσε στατιστικό παράδοξο), αλλά η γεύση που σου αφήνει ύστερα από τις πρώτες ακροάσεις είναι θετικές.
Άπλετη μελωδία, μοντέρνα προσέγγιση, ωραία ρυθμικά, groovy περάσματα και μια αίσθηση το ότι το σχήμα “το θέλει” πολύ. Καταλαβαίνεις τον ιδρώτα και την προσπάθεια για να φέρουν εις πέρας το album, και αυτό για εμένα είναι μεγάλο συν!
Δεν πρωτοτυπούν μεν (ποτέ δεν προσπάθησαν άλλωστε), αλλά δίνουν ακριβώς αυτό που θέλει ο μέσος οπαδός της μπάντας και όντας ιδιαίτερα συμπαθείς στο γράφοντα, τολμώ να πω πως το “The Living Infinite” θα μπορούσε να βρεθεί ανάμεσα στις 2-3 καλύτερες δισκογραφικές στιγμές του συγκροτήματος.
Τίμια κυκλοφορία λοιπόν, παρόλο που πιθανότατα να έκανε καλύτερη δουλειά ως μονό cd, αλλά από τη στιγμή που “λειτουργεί” σωστά και δε στέλνει τους Σουηδούς στα τάρταρα, όλα βαίνουν καλώς. 


Στέφανος Στεφανόπουλος

Oι TAINTED NATION εξομολογούνται στο Rockway.gr



Οι Tainted Nation δεν αποτελούν ένα ακόμη φαντεζί supergroup, παρασκεύασμα εταιρειών και μανατζαραίων, αλλά τη σύμπραξη μια χούφτας έμπειρων μουσικών που ήθελαν απλά να rockάρουν με το δικό τους τρόπο. Οι κριτικές που έλαβε το (αργοπορημένο) ντεμπούτο τους, “F.E.A.R.”, επισφραγίζουν τα παραπάνω λεγόμενα και προκειμένου να διεισδύσω στο τι εστί Tainted Nation, επικοινώνησα με τον άνθρωπο που τα κύμβαλά του τα έχουν ακούσει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μέχρι και οι πέτρες, ονόματι Mark Cross. Και είχε όντως πολλά και ενδιαφέροντα να πει…
Καλησπέρα Mark… Επανέρχεσαι στα μουσικά δρώμενα με μια νέα, all star, μπάντα! Θες να συστήσεις στους αναγνώστες μας τους Tainted Nation;
 Καλησπέρα Στέφανε! Ο τραγουδιστής μας, Pete Newdeck, είναι κανονικά drummer και είχαμε γνωριστεί στο Stratovarius/ Firewind UK tour το 2009, όταν έπαιζε support με τους Eden’s Curse. Κάναμε πολύ παρέα τότε και ξεκίνησε μια μακρόχρονη φιλία… Κάποια στιγμή μου είπε ότι έγραφε κομμάτια με τον Ian Nash, ο οποίος είναι χρόνια κιθαρίστας της οικογένειας του Steve Grimmett band, Grim Reaper και Lionsheart, που είχαν μεγάλη επιτυχία παλιά. Όταν έμαθα ότι ο Pete τραγουδούσε στα τότε demos του “F.E.A.R.”, έμεινα έκπληκτος! Ήταν πάρα πολύ καλός και μου άρεσαν και τα κομμάτια! Με ρώτησε εάν ήθελα να ηχογραφήσω τα drums και να προσθέσω επίσης δικές μου ιδέες στο ντεμπούτο. Έτσι και έγινε! Αρχικά το βλέπαμε πιο πολύ σαν project και όπου μας βγάλει, αλλά όταν βρέθηκε και ο Pontus Egberg, ο μπασίστας των Σουηδών The Poodles, υπήρχε μια ατμόσφαιρα πολύ δυναμική και παρεΐστικη, και αμέσως συζητήθηκε η πιθανότητα για touring και δεύτερο δίσκο.

Ο τίτλος του album είναι “F.E.A.R.”… Πως “μεταφράζεται” το εν λόγω ακρωνύμιο και ποιανού έμπνευση ήταν;
Είχα προτείνει το “F.E.A.R.” σαν τίτλο για τον τελευταίο δίσκο των Firewind, όπως είχα προτείνει και το “Premonition”, αλλά απορρίφθηκε ως “πολύ προκλητικό”! Χαίρομαι, γιατί το “F.E.A.R.” βρήκε μια πιο δυναμική θέση στους Tainted Nation! Ο δίσκος δεν είναι concept αλλά το εξώφυλλο κρύβει και λέει πολλά για τις μέρες τις οποίες ζούμε! Τότε, όταν σχεδιάζαμε το artwork το 2010, ζούσα ακόμα στην Ελλάδα και όταν στο τέλος της χρονιάς ανακοινώθηκε η χρεωκοπία της χώρας, αποφάσισα να μετακομίσω πίσω Αγγλία. Όπως παντού, υπάρχει η οικονομική κρίση, οι διαδηλώσεις στους δρόμους και ο πόλεμος ενάντια στο τραπεζικό σύστημα! Μας άρεσε η ιδέα να πολιτικοποιήσουμε λιγάκι το εξώφυλλο και να υποστηρίξουμε την έννοια του “F.E.A.R.”! Το μόνο που λείπει είναι ο Παρθενώνας, αλλά δεν ταίριαζε στο artwork και κρατήσαμε μόνο τα “ψηλά” monuments (σ.σ. Big Ben, Eiffel Tower, Christo de Janeiro) και στο κάτω μέρος μια καθημερινή εικόνα του “Σύνταγμα at it’s best”, απλά με φανελάκια Tainted Nation. Είχαμε βγάλει ένα quiz στο facebook το τι σημαίνει “F.E.A.R.” και οι απαντήσεις ήταν τρελές, αλλά καμία σωστή (γέλια)! Μερικές από αυτές ήταν “Fat, Evil And Rich”, “Farts Excruciates All Radiation”, “Fuckin’ England Always Raining” και “Flatulant Eskimos Arses Reek” (γέλια)! Όποιος αγοράσει το δίσκο πάντως θα το βρει γραμμένο στο οπισθόφυλλο! Είναι πολιτικοποιημένο, προκλητικό και αληθινό… και η πρώτη λέξη είναι “Fight”…


Μουσικά παντρεύετε διάφορα είδη, με κοινό γνώμονα τη μελωδία… Υπάρχει κάποιος όρος με τον οποίο θα χαρακτήριζες τη μουσικής των Tainted Nation;
Για εμάς είναι rock, γιατί είμαστε old school rockers κατά βάθος. Κάποιος είπε πριν καιρό ότι δε μπορεί να μας βάλει σε μια γνωστή κατηγορία ειδών και το αποκαλούσε “Rock 2012”. Άλλοι είπαν το ίδιο, προσθέτοντας πως έτσι πρέπει να ακούγεται μια σύγχρονη rock μπάντα! Μας αρέσει και το κρατάμε. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια εάν βρήκαμε ή ιδρύσαμε κάτι καινούργιο, αλλά σίγουρα παντρέψαμε όλα τα είδη στη μουσική μας. Έτσι μας βγήκε και ναι, ο στόχος ήταν να ακουστεί πιο μοντέρνο και να φύγει από τα κλισέ πρότυπα του classic metal. Πολλοί προσπαθούν ακόμα να μας βάλουν στο AOR, αλλά δε νομίζω πως ανήκουμε εκεί.

Ποιος είναι υπεύθυνος για τις συνθέσεις; Είναι συλλογική δουλειά;
Οι συνθέσεις είναι του Pete και του Ian! Ο Pontus και εγώ ήρθαμε τελευταίοι και τα περισσότερα κομμάτια είχαν ήδη γραφτεί, απλώς προσθέσαμε κάποια hooks και το rhythm section. Ακόμα και εκεί ήθελα να αποφύγω το classic double bass drumming και έκανα focus πιο πολύ σε δυναμικά beats και single kicks, εκτός από τα “Who’s Watching You?” και “Mother” (σ.σ. bonus κομμάτι στην ιαπωνική έκδοση). Υπάρχουν πάρα πολλά tempo και αλλαγές, και μπορεί κάποια μέρη στις συνθέσεις να ακούγονται απλά, αλλά όταν τα παίζεις καταλαβαίνεις ότι πρέπει να θυμάσαι πολλά. Hooks, pushes κτλ… Το κάνει λίγο πιο prog και για μένα έχει δοθεί καινούργια ευκαιρία να χρησιμοποιήσω και electronic drums στα live, κάτι το οποίο ήθελα να κάνω εδώ και καιρό και να παίξω με ήχους. Πάντα μου άρεσε ο Neil Peart των Rush και για εμάς είναι ευκαιρία να αφήσουμε τα backing tracks και να οδηγήσω εγώ τα keyboard sounds, pads και κάποια sequences με ένα drumcat και e pads. Το άλλο καλό είναι ότι όλοι τραγουδάμε, και τα backing vocals στα live βγαίνουν όπως είναι στο δίσκο! Ο Pete για μένα έχει μοναδική φωνή και ταιριάζει απόλυτα στο είδος. Είναι πολύ χαρισματικός μουσικός και έχει συνεργαστεί σα backing vocalist και arranger με πολλούς καλλιτέχνες, όπως πρόσφατα με τον Paul Sabu…


Πως είναι το feedback μέχρι στιγμής για το δίσκο;
Πάρα πολύ καλό! Το album ήδη έχει μπει και σε κάποια charts σε Αμερική, Ιαπωνία και Αγγλία!

Όπως ανέφερες λοιπόν, οι Tainted Nation δεν είναι project… Είναι δηλαδή μια full time μπάντα;
Πλέον μπορώ να πω πως πρόκειται για “μπάντα”! Αν θα γίνει full time, θα δείξει! Είναι δύσκολο να είσαι full time κάπου πια, μιας και αν είναι να ζήσεις από τη μουσική πρέπει να είσαι πολυάσχολος και ειδικά για καινούργιες μπάντες αυτό είναι ακόμα πιο δύσκολο. Όλοι έχουμε αφιερώσει μεγάλο μερίδιο του χρόνου μας για τους Tainted Nation και ευχόμαστε να μας δοθεί η δυνατότητα για ακόμη περισσότερα. Άλλωστε, έχουμε πολλά να δώσουμε και να πούμε! Και ας το θεωρήσουν All Star Project… εμείς βλέπουμε τους Tainted Nation ως μια main stage band! Και εδώ και καιρό δουλεύουμε, κάνουμε πρόβες και προετοιμαζόμαστε για το UK tour μας τον Απρίλιο και κάποια festival το καλοκαίρι…

Σα σχήμα υπάρχετε από το 2010… Θα έλεγε κανείς λοιπόν πως καθυστέρησε η κυκλοφορία του ντεμπούτου σας…
Ναι, έχεις απόλυτο δίκιο! Καθυστέρησε απλά γιατί ήταν πολύ δύσκολο μια δισκογραφική να υποστηρίξει το album και όχι απλά να το κυκλοφορήσει! Δυστυχώς είναι πολύ δύσκολο πλέον να βρεις τους σωστούς ανθρώπους να πιστεύουν σε ένα καινούργιο σχήμα. Υπάρχουν τόσες κυκλοφορίες και ένα label τα βλέπει πλέον μόνο σαν προϊόν το οποίο πουλάει χωρίς να επενδύσει πάνω σε αυτό. Δεν αρκεί μόνο μια απλή και τυπική καμπάνια! Η Massacre αυτή τη στιγμή ήταν η μόνη δισκογραφική που ήρθε κοντά στις απαιτήσεις μας και βρέθηκε πέρυσι.


Έχετε κυκλοφορήσει και ένα video clip για το κομμάτι “Loser”. Θα υπάρξει και άλλο;
Σίγουρα! Διαλέξαμε το “Loser”, αν και διασκευή, γιατί είναι πιο “εμπορικό”. Καλώς ή κακώς προβάλαμε τους Tainted Nation μέσω μιας διασκευής, αλλά μας άρεσε και το concept για το video. Το story board με ηθοποιούς και εμάς, ήταν κάτι διαφορετικό και νομίζω ότι κάναμε το σωστό. Σχεδιάζουμε ένα δεύτερο video, το οποίο θα έχει άλλο concept. Θα είναι έτοιμο πριν το καλοκαίρι…

Έχεις συνεργαστεί με πολύ μεγάλα ονόματα του χώρου… Ποια ήταν η πιο ενδιαφέρουσα και ποια δεν πήγε όπως την περίμενες;
Για μένα ήταν μια μεγάλη ευχαρίστηση να δουλέψω με τον Ian Gillan το 1993 μαζί με το Μιχάλη Ρακιντζή. Ο Ianκαι οι Deep Purple είναι και πάντα θα είναι μια από τις αγαπημένες μου μπάντες και οφείλω πολλά στη μουσική τους. Ο Ian Paice ήταν μάλλον ο πρώτος drummer που με έκανε να θέλω να γίνω drummer! Είχαμε βρεθεί μερικές φορές σε περιοδείες και στέλναμε χαιρετισμούς ο ένας στον άλλον, κάτι πολύ ωραίο το οποίο shows a lot of respect (σ.σ. αμετάφραστο…). Μετά είχα καταφέρει να παίξω με ένα μεγάλο όνομα στο metal χώρο, τους Helloween, αλλά δυστυχώς αρρώστησα βαριά  όταν γράφαμε το “Rabbit Don’t Come Easy” και έπρεπε να τους αφήσω μετά από ενάμιση χρόνο. Δεν ξέρω γιατί ήμουν τόσο άτυχος, αλλά η ζωή συνεχίζεται και είμαι καλά και βγάζω και παίζω σε δίσκους και περιοδεύω κατά καιρούς.


Μιας και είναι γνωστό πως είσαι πολυάσχολος, ετοιμάζεις παράλληλα και κάτι άλλο;
Όχι, έχω αρκετή δουλειά με τους Tainted Nation αυτόν τον καιρό και έχω αποχωρήσει από όλες τις “μικροδουλειές” και συνεργασίες του  παρελθόντος, που κόστιζαν λεφτά και πολύ χρόνο. Αποφάσισα να μην ξαναμπλεχτώ σε μικροδουλειές και να διαλέγω πλέον μόνο projects με μέλλον. Σχεδιάζουμε μια συνεργασία με τον Marco Mendoza και τον Soren Aderson, αλλά πιο μετά, γιατί ο Marco είναι αρκετά απασχολημένος μου τους Black Stone Riders. Είχαμε κάνει μια μικρή περιοδεία τον περασμένο Οκτώβριο στην Αγγλία και το παίξιμό από τους τρεις μας ήταν το κάτι άλλο! Μουσικοί χωρίς όρια και σίγουρα το καλύτερο power trio που έχω παίξει ποτέ! Μπορείς να το τσεκάρεις στο www.youtube.com/Crossroadsproduction ! Κατά τα άλλα, κάνω αρκετά session drum recordings στο studio μου σε δουλειές από όλο τον κόσμο. Σε μικρές και μεγάλες παραγωγές, και όταν έχω χρόνο παίζουμε κάποιες Κυριακές με τον μπασίστα Davey Rimmer (Zodiac Mindwrap) και τους Macacos στο Manarch στο Camden του Λονδίνου, για να μην ξεχνιόμαστε. Ο Davey είναι αποτύπωμα του Billy Sheehan, οπότε καταλαβαίνεις τι παίζει το πρόγραμμα. Απλά “τρελά” παιξίματα! Αρκετές φορές έχει ανέβει και ο Richie Faulkner των Judas Priest και διάφορα άλλα γνωστά ταλέντα του χώρου. It’s good to be back home! Σε ένα μήνα περίπου θα κάνουμε μια βραδιά Zeppelin και Mr Big!


Επιστροφή στους Tainted Nation… Τι λέει το πρόγραμμα για τους επόμενους μήνες; Θα υπάρξει περιοδεία στην Αγγλία όπως είπες… Κάτι άλλο;
Ναι, θα υπάρξουν κάποια shows στην Αγγλία τον Απρίλιο και ένα showcase στο Λονδίνο συγκεκριμένα. Εύχομαι στην πορεία να καταφέρουμε και άλλα live σε όλη την Ευρώπη. Έχουμε και κάποια festival το καλοκαίρι. Τώρα, αν θα υπάρξει περιοδεία με κάποιο άλλο συγκρότημα, θα το ξέρουμε σύντομα, αλλά σκοπεύουμε να κάνουμε weekend shows για όλο το χρόνο. Το να παίζεις είναι το πιο σημαντικό και βλέπω ότι είμαστε ένα πολύ δυνατό live σχήμα και πολύ δεμένοι σαν άνθρωποι. Υπάρχει πολύ χιούμορ, εμπειρία και ταλέντο σε αυτήν τη μπάντα, το οποίο είναι κρίμα να μείνει σπίτι (γέλια)!

Τσεκάρετε τους Tainted Nation στο www.taintednation.co.uk


Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

KROKUS: “Dirty Dynamite”

Δεν ξέρω αν το “Dirty Dynamite” είναι το κύκνειο άσμα ενός μεγάλου κυριολεκτικά συγκροτήματος, ούτε πιστεύω στις δηλώσεις κάποιων από τα μέλη τους, ότι δεν αντέχουν άλλο λόγω ηλικίας. Εκείνο που εισπράττω ακούγοντας το καινούργιο τους album είναι ότι το γκρουπ που κατηγορήθηκε στη δεκαετία του ’80 ότι μοιάζει πολύ με τους AC/DC, κατάφερε να αντέξει και να αρέσει στον κόσμο σχεδόν σαράντα χρόνια και πέτυχαν να παραμείνουν ενεργοί γεμίζοντας club αλλά και μεγάλα στάδια στη κεντρική Ευρώπη. 
 Οπότε όσο και να επιμένουν κάποιοι ότι μοιάζουν υπερβολικά στην παρέα τους Angus Young θα διαπιστώσουν ότι μάλλον διαψεύδονται. Οι KROKUS κυκλοφορούν λοιπόν το 17ο δίσκο τους και συνεχίζει στον ίδιο και απαράλλαχτο σκληροτράχηλο ήχο που όλα αυτά τα χρόνια υπηρέτησαν πιστά, έντιμα και με συνέπεια, δηλαδή το παραδοσιακό hard rock των ‘70s, εμπλουτισμένο με μπόλικους boogie ρυθμούς. Η χαρακτηριστική φωνή του Μαλτέζου Marc Storace αποτελεί το σήμα κατατεθέν του συγκροτήματος και κατορθώνει να συγκινεί ακόμη τους οπαδούς τους. 
Άλλωστε για τον εν λόγω κύριο το είχαμε διαπιστώσει και ζωντανά το Γενάρη του 2007 στο An Club, όπου αν και νομίζω ότι τότε ήταν ο μοναδικός από το original line up, θαυμάσαμε ένα σπουδαίο group και ένα σπουδαίο performer. Μάλιστα από εκείνη βραδιά εκτός του Marc Storace μας είχε εντυπωσιάσει και η κιθαριστική παρουσία του Mandy Meyer, που επέστρεψε ξανά στο συγκρότημα ως τρίτος κιθαρίστας. Όλα λοιπόν τα κομμάτια έχουν σφραγίδα KROKUS και θα ξεχωρίζαμε τα “Live Ma Life”, “Halleluja Rock n' Roll”, “Go Baby Go” (θυμίζει εποχές Metal Rendez-vous και Headhunter), και το εξαιρετικό “Better Than Sex” που παραπέμπει στους WHO. 
 Επίσης ξεχωρίζει και η ανατριχιαστική διασκευή στο κλασσικό “Help” των Beatles, όπου οι ερμηνείες αγγίζουν την τελειότητα. Φυσικά θα ήταν παράλειψη μου να μην αναφέρω ότι την εμπνευστική δύναμη των Ελβετών την αποτελούν ο μπασίστας και παραγωγός, Chris Von Rohr αλλά και οι κιθαρίστες Fernando Von Arb και Mark Kohler. 
 Αξίζει επίσης να επισημάνω ότι στο “Dirty Dynamite” οι εξωτερικές βοήθειες ήταν σημαντικές και αρκετά καλές αφού συνεργάστηκαν με τον ντράμερ Kosta Zafiriou (Pink Cream 69) και τους τραγουδιστές Tommy Heart (Fair Warning) και Mark Fox (πρώην Shakra). 
 Συνοπτικά έχουμε να κάνουμε με άλλη μία κλασσική, KROKUS κυκλοφορία, που σε κάνει να τραγουδάς, να κτυπιέσαι και να κουνάς επίμονα και με χαρούμενη διάθεση το γέρικο πόδι σου. Άλλωστε το τι εστί KROKUS, το περιγράφουν νομίζω άψογα στο κεφάτο “Hardrocking Man”.

ΦΩΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

COVERED CALL: “Impact”

To “Covered Call” στην οικονομική γλώσσα χρησιμοποιείται για να απεικονίσει τους οικονομικούς κύκλους της Wall Street και γενικότερα την φρενίτιδα της χρηματιστηριακής αγοράς.Στα “δικά μας” οι Covered Call είναι μια μπάντα από την Σουηδία η οποία δημιουργήθηκε από τους Ronny Svanströmer και Joel Carlsson και το 2009 κυκλοφόρησαν το πραγματικά πολύ καλό ντεμπούτο τους με τον τίτλο “Money Never Sleeps” όπου ομολογουμένως έκανε αίσθηση με τα καλογραμμένα και μελωδικά τραγούδια του. Για την νέα τους δουλειά οι Covered Call προσλαμβάνουν τον εκπληκτικό τραγουδιστή Göran Edman (ex- John Norum Band, Yngwie Malmsteen) και είναι έτοιμοι για το μεγάλο βήμα της καθιέρωσης στο ευρύτερο μελωδικό κοινό! Το “Impact” ξεκινάει με το εκπληκτικό “Lorraine”! Μελωδικότατο με ένα ρεφραίν που σε κολλάει στον τοίχο και τον Göran Edman σε εκπληκτική φόρμα. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ ιδανικότερο ξεκίνημα. Στο “When The Lights Are Out” οι Covered Call ακούγονται σαν τους Street Talk και αυτό δεν είναι καθόλου κακό μιας και μας έχουν λείψει πολύ! Ποιοτικό AOR με πολύ καλές ενορχηστρώσεις και όμορφη μελωδία. Το “Think About All Times”μπορεί κάλλιστα να μας συντροφεύει στις καλοκαιρινές μας βόλτες ενώ στο“Wake Up” θα ακούσετε ένα από τα καλύτερα τραγούδια του δίσκου με ένα φανταστικό κιθαριστικό solo! Φανταστικό άλμπουμ! Πραγματικά είχα καιρό να ακούσω μια τόσο ενδιαφέρουσα κυκλοφορία! Πολύ όμορφες συνθέσεις, χωρίς περιττά πράγματα, υπέροχες ερμηνείες από έναν από τους κορυφαίους frontman  του σήμερα και μια παραγωγή που αναδεικνύει  με τον καλύτερο τρόπο αυτό το διαμαντάκι που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο από κανέναν οπαδό του μελωδικού ήχου!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

BUCKCHERRY: “Confessions”


Έκτος δίσκος για τους αμερικάνους hard rockers, τρία χρόνια μετά το “All Night Long” και μπλα μπλα μπλα…
Ε, όχι, δε θα αναλωθώ σε τετριμμένα λόγια, μιας και δεν παίζει κανένα ρόλο! Όταν έχουμε να κάνουμε με Buckcherry η ουσία είναι μια: having fun! Τόσο απλά, τόσο λιτά, δίχως τεχνικούρες και σολίδια. Μιλάμε για “pure” hard rock καλοπέραση, κάτι που το κουιντέτο από το Los Angeles γνωρίζει να το κάνει καλά!
Δεκατρείς συνθέσεις (50 λεπτά) που βρίθουν από ενέργεια, μόνο που αυτήν τη φορά, το σχήμα πάει και ένα βήμα παραπέρα σε ότι αφορά το στιχουργικό τομέα… Ο Josh Todd μιλάει για την παιδική του ηλικία, ενώ παράλληλα μπαίνουν στο παιχνίδι και τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Εν ολίγοις, το “Confessions” είναι ο πιο “προσωπικός” δίσκος της μπάντας, δείχνοντας (όχι για πρώτη φορά μεν, αλλά με περισσότερη ζέση) το ότι τα τραγούδια τους δεν είναι απαραίτητα μόνο για “Crazy Bitches”…
Αυτό φυσικά δε σημαίνει πως έχει μετριαστεί η προαναφερθείσα καλοπέραση (βλέπε “Gluttony”, “Wrath”, “Seven Ways to Die”, “Air”, “Lust”, μεταξύ άλλων). Απλά το group αποφάσισε να εξελίξει αυτό που ήδη είχε στα χέρια του, δίνοντας ένα album φυσική απόρροια των προηγούμενων, με την ίδια δυναμική, το ίδιο “αλήτικο” ύφος και την ίδια σπιρτάδα, αλλά παράλληλα ένα κλικ ωριμότερο.
Με κομμάτια όπως “Gluttony”, “Wrath”, “Greed”, “Nothing Left But Tears”, “Air”, “Pride” και “Lust” να πρωτοστατούν, οι Buckcherry μας δίνουν έναν ακόμη εξαιρετικό hard rock δίσκο με όλα τα χαρακτηριστικά που περιμένουν οι απανταχού fan από το σχήμα. Εν ολίγοις, σίγουρη επένδυση!
ΥΓ Ακόμη και οι “αλήτες” μεγαλώνουν λοιπόν…


Στέφανος Στεφανόπουλος

HEARTBREAK RADIO: “On Air”



Λοιπόν δεν περίμενα  ποτέ, ότι αυτό το εξαιρετικό και δημοφιλές (λόγω των μελών που το απάρτιζαν) progect AOR και  Westcoast μουσικού προσανατολισμού, θα κυκλοφορούσε και δεύτερο ακρόαμα!
Έπειτα λοιπόν από το ομώνυμο ντεμπούτο το 2005, οι αφοσιωμένοι  του ηχοχρώματος και όχι μόνο, έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν ένα ομοιογενές μουσικό αμάγαλμα από AOR και Westcoast άκουσμα, με ολίγη από πρώιμο L.A. Westcoast ύφος στην τυπική FM rock προσέγγιση, που ολοκληρώνεται με το σαξόφωνο και ψαγμένες μπαλάντες βγαλμένες από συναυλία των Doobie Brothers σε εκστατικό τζαμάρισμα.
Σας μπέρδεψα; να το κάνουμε πιο ξεκάθαρο: οι επιρροές από TOTO, Ambrosia, Kenny Loggins και Airplay είναι εμφανέστατες και παρόντες στο εγχείρημα του 2013 είναι: ο Mats Johanson (κιθαρίστας των Asia στο Aqua album), ο Berra Holmgren (μπασίστας των Ace Of Base), ο Peter Strandberg στα ντραμς (Jeff Scott Soto band) με τον Johan Axelsson (Sarea) στα πλήκτρα και μία πλειάδα εξαιρετικών πνευστών.
Στη φωνή άλλη μία ομάδα μοιράζεται με επιτυχία το σημαντικό τούτο πόστο με τον Mikael Erlandsson (Last Autumn's Dream κυρίως και μία "αστεριάδα" από A.O.R μπάντες) όπως και την πρώτη φορά, αλλά το "κερασάκι στην τούρτα" είναι η "αφρόκρεμα" της σουηδικής μελωδικής σκηνής που μοιράζεται το μικρόφωνο: ο Jim Jidhed (Alien), ο Pierre Weinsberg (Elevener, Denander's Radioactive) και δύο σούπερ ταλέντα της φωνής -σουηδικά "καθαρόαιμα"- ο Henrik Baath (Dark Water) και ο σολίστας Martin Gabriel
Ξεχωρίζω τα "Love On Fire" και "Live Out Of Love" που θα ξεσήκωναν το κοινό σε άλλες εποχές με εξαιρετικές συνθέσεις με την κιθάρα να κελαηδά κάνοντας τον "πολύ" Neal Schon περήφανο! Δε μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό της μπαλάντας που κλείνει την ευρωπαϊκή κυκλοφορία (διότι υπάρχει και γιαπωνέζικη επαυξημένη με 4 συνθέσεις περισσότερες -αυτήν προτίμησα και συστήνω ανεπιφύλακτα- που περιλαμβάνει το έξτρα των γιαπωνέζων τραγούδι και 3 επεξεργασμένες ηχητικά συνθέσεις από το πρώτο άλμπουμ τους): το "You Don’t Love Me Anymore" με την εξαιρετικά ταιριαστή και  "πλουσιοπάροχη" φωνή του Henrik Baath των σουηδών progsters Dark Water. Δεν είναι η κλασική σύνθεση για μπαλάντα (εξαιρετικά και μαεστρικά ψαγμένη) και σίγουρη εκπλήσσει και η φωνή.
Οι φίλοι του παλιομοδίτικου κλασικού  '80s AOR με την "πινελιά" από L.A. Westcoast είστε στο σωστό μέρος και θα κάμετε ορθότατη επιλογή! Αλήθεια: μπορεί να μου βρει κάποιος δίσκο με 6 στις 9 συνθέσεις, που να περιέχουν στον τίτλο  τη λέξη love; Και για αγαπησιάρηδες λοιπόν, ανεπιφύλακτα!


Νότης Γκιλλανίδης

RAVEN LORD: “Descent to the Underworld”


Καταιγισμός από νέες κυκλοφορίες τον τελευταίο καιρό!
Μια από αυτές αποτελεί και το ντεμπούτο των Raven Lord, μιας μπάντας της οποίας τα μέλη έρχονται και από διαφορετική γωνιά του πλανήτη, ανάμεσά τους και ένας Έλληνας (George Karafotis/guitars).

Σε αυτό το πρώτο τους εγχείρημα να κατέβουν στα άδυτα του Άδη, όπως κάθε κλασικομεταλλική μπάντα που σέβεται τον εαυτό της πράττει, παραδίδουν στον ακροατή συμπαγές παραδοσιακό power metal.

Ο έτερος (και βασικός) κιθαρίστας, ο Joe Stump, κλέβει με διαφορά την παράσταση με τα βιρτουόζικα lead του (που η αλήθεια είναι ότι η νεοκλασική αισθητική τους δεν κολλάει πάντα με το ύφος των κομματιών). Απολαυστικός, τεχνικός, ευρηματικός σίγουρα θα αποτελέσει πόλο έλξης για αρκετά ζευγάρια ώτων. Από την άλλη ο Csaba Zvekan (vocals) δίνει και αυτός το δικό του στίγμα στη μπάντα με τα φωνητικά του που είναι επηρεασμένα κυρίως από την U.D.O. σχολή. Σε κάποιες στιγμές βέβαια δίνει την αίσθηση ότι το παρατραβάει με τα “υψηλά” του (πχ στο “Metal Knights”). Όσοι τον θυμάστε από τους Killing Machine ήδη γνωρίζετε περί τίνος πρόκειται.

Έπειτα από αρκετές ακροάσεις βρήκα το “Descent To The Underworld” αρκετά κουραστικό στο σύνολό του, με τα κομμάτια να μην καταφέρνουν να αποτυπώσουν κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό και αυτό είναι κάτι που πρέπει να λάβουν υπόψη στο μέλλον. Κι αν συνθετικά σηκώνουν αρκετή βελτίωση, αυτό που δεν πρέπει να πειράξουν καθόλου είναι η σχεδόν άψογη παραγωγή που ταιριάζει γάντι στο ύφος τους. Αναμενόμενο σκέφτηκα όταν διάβασα τα ονόματα των υπευθύνων για την μίξη (Frederick Nordstrom) και mastering (Maor Appelbaum) αντίστοιχα.

Καλό σαν ορεκτικό, περιμένουμε από τους Raven Lord να μας σερβίρουν σύντομα το κυρίως πιάτο...



Γιάννης Φράγκος

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

N.O.W: “Bohemian Kingdom”

Η Βραζιλία εκτός από καφέ, καρναβάλι και σπουδαίους ποδοσφαιριστές εξάγει τελευταία και πολύ καλά aor/melodic hard rock συγκροτήματα.
Ο λόγος για τους N.O.W. που με το δεύτερο δίσκο τους αποδεικνύουν ότι μπορούν να παίξουν με άνεση  και ταλέντο το εν λόγω είδος.
Στο “Bohemian Kingdom” εκτός από τον μπασίστα, συνθέτη και ηγέτη του γκρουπ, Alec Mendonça συμμετέχει ξανά ο σπουδαίος ερμηνευτής Philip Bardowell (Peter Criss, Ace Frehley, Unruly Child) που δίνει άλλο αέρα στους N.O.W, ο κημπορντίστας Jean Barros (συμμετέχει και στις φωνές), ο Juno Moraes στην κιθάρα, ο  Diogo Macedo στα τύμπανα ενώ μίξη και παραγωγή έχει αναλάβει ο σουηδός Lars Chriss (LION'S SHARE) και μικρή έκπληξη αποτελεί ότι κάνει backing vocals σε τρία κομμάτια ο Matti Alfonzetti (JAGGED EDGE, SKINTRADE, ROAD TO RUIN, RED WHITE & BLUES).
Για να έρθουμε στον ήχο του “Bohemian Kingdom” θα επισημάνουμε ότι οι N.O.W. έχουν παντρέψει  τους Survivor, Journey και Foreigner με πετυχημένο τρόπο. Αν μάλιστα δώσετε την δέουσα προσοχή στο  εκπληκτικό ομότιτλο κομμάτι θα διαπιστώσετε ότι έχουν συνδυάσει μέσα σε ένα τραγούδι τα τρία μεγαθήρια του aor, εμπλουτισμένο με  prog πινελιές. Φυσικά ο δίσκος έχει τρία-τέσσερα φοβερά τραγούδια που ξεχωρίζουν με πρώτα και καλύτερα τα εξαιρετικά “I'm Alive”, “I Feel Divine”, “Leon's Going Soft” και τα θαυμάσια “Mary-Ann” και “Tonight Is The Night” που κυριαρχεί το εμπνευσμένο σαξόφωνο του Zé Canuto. Τέλος η μελαγχολική μπαλάντα "No One Can Feel It's Over" που έχει αρκετό από το άρωμα των Lynyrd Skynyrd, είναι αφιερωμένη από τον Alec Mendonça σε ένα δεκαεπτάχρονο φίλο του που πέθανε από λευχαιμία.

Φώτης Μελέτης

AUDREY HORNE: “Youngblood”

Hard rock καταστάσεις από τη Νορβηγία!
Οι AUDREY HORNE (όνομα το οποίο προέρχεται από ένα ρόλο –δημιούργημα του D. Lynch, της αμερικάνικης σειράς Twin Peaks ) επανέρχονται στο μουσικό προσκήνιο με την τέταρτη ολοκληρωμένη τους δουλειά υπό τον τίτλο YOUNGBLOOD.
Το κουαρτέτο (μέλη του οποίου έχουν συμμετοχές και σε black metal μπάντες) παρουσιάζει μία αξιόλογη δουλειά, ένα συνολικά καλοδουλεμένο album. Έχοντας αξιοποιήσει ποικίλες επιρροές από 70’s και 80’s και ενσωματώσει στον ήχο τους, μας παραδίδουν δέκα δυνατά κομμάτια (αν περιμένετε μπαλαντοειδή, δεν έχει!), καθαρό (sic) hand made ήχο, συν τα  φωνητικά του Toschie που δένουν  άψογα με το ύφος του album δίνοντας ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον αποτέλεσμα και μια retrospect  αίσθηση των εποχών που μεσουρανούσε το hard rock στα ηχεία. Οld school κατάσταση λοιπόν!
Redemption Blues, The Οpen Sea, Straight Into Your Grave και το ομώνυμο, Youngblood, προσπαθώ να σκεφτώ πως να αποδώσω την αδόκιμο φράση “τα σπάνε” αλλά δεν βρίσκω τις κατάλληλες λέξεις, οπότε, τα σπάνε! Οι λάτρεις του είδους σίγουρα θα βρουν στοιχεία να εκτιμήσουν.
Καλή ακρόαση!


Φανή Τσουκαλά

MOTHER OF GOD: “Anthropos”



Θα διαβάσεις τον τίτλο αυτού του album και θα αναρωτηθείς αν είναι Έλληνες!
Όχι, Βίκινγκς Σουηδοί είναι οι κύριοι και αυτό είναι το ντεμπούτο full length τους, μέσω της αγαπημένης Small Stone.

Βλέπεις το εξώφυλλο και μου λες “Χίπηδες!”. Εδώ μάλλον έχεις δίκιο.

Οι τύποι παίζουν ένα συνδυασμό desert rock, τύπου Kyuss, grunge τύπου Alice In Chains και ένα γενικό συναίσθημα 70s hard rock. Όσοι αγαπάτε τους συμπατριώτες τους Truckfighters, θα βρείτε πολλά κοινά στις μουσικές τους ιδέες και θα ευχαριστηθείτε 47 λεπτά όμορφης rawk!

Ξεκινάει και σκέφτεσαι, πάλι Kyuss; Αλλά ο τραγουδιστής πάει τη φωνή του σε κατατόπια πιο Staley και δίνει έτσι, ένα καλό kickstart με το “230”.

Στη συνέχεια ρισκάρουν, βάζοντας μέσα στο album ένα τραγούδι με στίχους στη μητρική τους γλώσσα σε ένα τραγούδι, που βγάζει την αγάπη τους για τη φύση.

Το εξώφυλλο πραγματικά περιγράφει σωστά την ατμόσφαιρα που επικρατεί στο “Anthropos” σε μια προσπάθεια των Σουηδών να συνδέσουν τη Γη και το Διάστημα μέσα στα riffs τους.

Όντας άνθρωποι με σεβασμό στο περιβάλλον, γράφουν ένα τραγούδι αφιερωμένο στα δάση (“The Forest”), που κυρίως καλύπτουν την πατρίδα τους, καθώς σημαδεύουν τον ήλιο (“Aim for the sun”).

Ηχογραφημένο στο Borlange της Σουηδίας από τον Erik Nerback και τελική επεξεργασία από τον Chris Goosman, που κάνει σχεδόν όλα τα Small Stone albums, αυτό που φτάνει τελικά, στον ακροατή είναι κάτι το εκπληκτικό ποιοτικά.

H ρομαντική τους πλευρά στο “Adrift”, μου φέρνει στο νου παλιά μεγαλεία των Deep Purple και Led Zeppelin και εκεί που είσαι συγκινημένος, σου σκάνε μια στη μάπα με το “To Live” και έρχεσαι στα ίσια σου.

Highlight, το σχεδόν 7 λεπτά ταξίδι στα άστρα με το “Somewhere from below”.

Μπορείτε να τα ακούσετε όλα αυτά στη σελίδα της Small Stone στο Bandcamp και να διαπιστώσετε και οι ίδιοι τα λεγόμενά μου!

Πολύ καλό για πρώτη γνωριμία και ας ελπίσουμε την επόμενη φορά να θέλουμε να σκίσουμε και τα ρούχα μας ή τα δικά τους από κοντά!

Όσοι μουσάτοι από εσάς, γουστάρετε τη μουσική ξενάγηση σε παράλληλα σύμπαντα, από το ‘70 στο ‘90 και τούμπαλιν, αφεθείτε στους Mother Of God.


Δημήτρης Μαρσέλος

SAXON: “Sacrifice”


Άντε τώρα να αρχίσεις να γράφεις για το νέο δίσκο των Saxon και να είσαι πάνω από σαράντα!
Και ενώ πρέπει να συγκεντρωθείς και να παρουσιάσεις τα καινούργια τους τραγούδια, το μυαλό  τριγυρίζει στο παρελθόν με την περίφημη συναυλία στη Ριζούπολη και πιο μετά στο “Ρόδον”, και καταλαβαίνεις ότι τούτοι εδώ οι μεταλλικοί γερόλυκοι επιμένουν να “θυσιάζουν” (όπως τιτλοφορείται και το νέο άλμπουμ) τους εαυτούς τους για να μας χαρίζουν 37 χρόνια τώρα, υπέροχες αυθεντικές heavy metal συνθέσεις. 
Στο εικοστό δίσκο των Saxon oι εναλλαγές power, epic, metal  και κλασσικών hard ‘n heavy ριφ και εκρηκτικών κιθαριστικών σόλο έχουν ξανά την τιμητική καθώς και οι μελωδικές γραμμές είναι πολύ χαρακτηριστικές στο γνωστό ύφος που έχουμε λατρέψει το συγκρότημα, με την περήφανη φωνή του Biff Byford να κυριαρχεί παντού και να δίνει ένα μοναδικό χρώμα.
Τα νέα τους τραγούδια θα αγαπηθούν σίγουρα από όλους τους οπαδούς τους ενώ ξεχωρίζουν το τρομερό “Made in Belfast” (τα ιρλανδικά όργανα  δίνουν άλλη διάσταση σε ένα καταπληκτικό κομμάτι), το “Guardians of The Tomb” που περιέχει ένα απίστευτο ρεφρέν, το ισοπεδωτικό “Night of the Wolf”, το “Stand Up and Fight” και φυσικά το καταιγιστικό ομότιτλο κομμάτι του δίσκου.
Οι βαθυστόχαστες αναλύσεις σε ένα τέτοιο τεράστιο και έντιμο συγκρότημα περιττεύουν. Απολαύστε το “Sacrifice” με την καρδιά σας και τσιτώστε τα ηχεία σας διότι οι “Warriors of The Road” θα είναι ακόμη κοντά μας για πολλά χρόνια.
Οι Saxon μέχρι να τελειώσουν αυτό το πανέμορφο ταξίδι θα είναι πρωτίστως μία καθαρόαιμη live μπάντα που όπου και αν εμφανίζεται θα σείονται τα stage όλης της υφηλίου και οι οπαδοί από κάτω θα κτυπιούνται ως μέχρι τελικής πτώσεως. Ώρα λοιπόν να το πράξουμε ξανά...


Φώτης Μελέτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...