Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

KAMELOT: “Silverthorn”

Νέο σταυροδρόμι για την πορεία των Kamelot, με το “Silverthorn” να αποτελεί στοίχημα για τον Thomas Youngblood και την παρέα του.
Απόλυτα λογικό το να υπάρχει πίεση λοιπόν για το αποτέλεσμα, διότι το να χρειάζεται να αντικαταστήσεις τον Roy Khan (έναν από τους πιο χαρισματικούς τραγουδιστές εν ζωή), δεν είναι εύκολη δουλειά. Ειδικά όταν με αυτόν έχεις κυκλοφορήσει τα πιο πετυχημένα σου album. Και φυσικά, άλλες εποχές για τη μπάντα όταν ο Khan διαδέχτηκε τον Mark Vanderbilt και άλλες οι τωρινές…
Με τον Tommy Karevik (Seventh Wonder) λοιπόν πίσω από το μικρόφωνο, οι Kamelot ζητούνται να κάνουν μια νέα αρχή, διατηρώντας το καλό (εμπορικό) σερί δίσκων που έχουν από το 1998 και μετά. Και η αλήθεια είναι πως η επιλογή του νέου frontman ήταν εύστοχη, παρά την χαρακτηριστική ομοιότητα στη χροιά του Tommy με τον προκάτοχό του. Εν ολίγοις, οι Kamelot έκαναν μια κίνηση εκ του ασφαλούς και μάλλον καλά έκαναν, μιας και είτε θα επέλεγαν κάτι διαφορετικό (όπως έκαναν το 1997), είτε θα συνέχιζαν στην ίδια ρότα, κάτι που μου ακούγεται πιο λογικό την περίοδο που διανύουμε. Με τέτοια μουσική αγορά, που να ρισκάρεις!
Στο δια ταύτα λοιπόν! Από κάθε άποψη το “Silverthorn” αποτελεί έναν τυπικό Kamelot δίσκο, πατώντας στη συνταγή που έχει επιλέξει ο Thomas Youngblood εδώ και αρκετά χρόνια. Επικές συνθέσεις, συμφωνικά περάσματα, power χαρακτήρας και όλα αυτά με πρωταγωνιστικό ρόλο τη μελωδία.
Επίσης, ηχητικά έχουμε ένα ενδιαφέρον πισωγύρισμα, ή καλύτερα, έναν έξυπνο συνδυασμό… Το group διατηρώντας ως ένα βαθμό την ατμόσφαιρα που είχε το “Poetry for the Poisoned”, έκανε ένα βήμα πίσω, φέρνοντας πάλι στην επιφάνεια πιο “τυπικά” melodic power στοιχεία, έτσι όπως συναντώνται σε δουλειές όπως “Karma”, “Epica” και “The Black Halo” (χωρίς όμως να φτάνουν το συνθετικό αποτέλεσμα αυτών). Προσωπικά με χαροποίησε αυτή η μεταστροφή και ο συνδυασμός της με το “σκοτεινό” ποιόν που απέκτησαν τα τελευταία πέντε περίπου χρόνια.
Κομμάτια όπως τα “Sacrimony”, “Torn”, “Veritas”, “My Confession” και “Solitaire”, είναι δεδομένο πως θα ευχαριστήσουν και τον πιο δύσπιστο fan, κάνοντάς τον να ξεχάσει το ότι ο Karevik είναι νέα προσθήκη στη μπάντα! Όχι, δεν πρόκειται για την καλύτερη δουλειά του σχήματος (άλλωστε αυτές βγήκαν την προηγούμενη δεκαετία), αλλά έχουμε να κάνουμε με ένα καθόλα εξαιρετικό πόνημα, άξιο να σταθεί με θράσος ως μέρος της δισκογραφίας των Kamelot
Για να είμαι ειλικρινής περίμενα κάτι σαφώς κατώτερο, ελέω έλλειψης Roy Khan. Έπεσα πανηγυρικά έξω… Όσο αυστηρός και εάν προσπάθησα να είμαι ακούγοντας το album, τελικά βρέθηκα για πολλοστή φορά δέσμιος της συνθετικής δεινότητας του Thomas Youngblood, που ναι μεν δε ρίσκαρε σε ότι αφορά τον frontman του, αλλά σε μια εποχή που το power (σε όλες τις εκφάνσεις του) εξακολουθεί να βρίσκεται σε ύφεση, δουλειές σαν το “Silverthorn” κρατάνε το ιδίωμα ζωντανό.


Στέφανος Στεφανόπουλος

STONE SOUR: “House of Gold & Bones part 1”



Οι Stone Sour ζούσαν για σχεδόν μια δεκαετία στη σκιά των Slipknot, το – μέχρι πρότινος τουλάχιστον –κύριο συγκρότημα του Corey Taylor. Ο θάνατος του Paul Grey το 2010 συνέβαλε στο να αλλάξει αυτό και φαίνεται πως ήρθε πλέον η ώρα να κλέψουν οι τέσσερις το spotlight από τους οκτώ. 
Κάπως έτσι έχουμε το πρώτο απ' τα δύο μέρη της “House of gold & Bones” σειράς. Αυτό το τέταρτο LP των Αμερικανών, μαζί με τα έντεκα rock κομμάτια του, δείχνει να αποτελεί τη καλύτερη δουλειά τους μέχρι και σήμερα και ταυτόχρονα το ξεκίνημα μιας νέας εποχής γι' αυτούς και ιδιαίτερα για τον πολυτάλαντο frontman τους. 
Αυτό γιατί συνυπάρχει το προσφάτως ανακοινωμένο break των Slipknot με τις επιρροές που αφήνουν στο “House of Gold & Bones part 1”. Ο νέος λοιπόν δίσκος των Stone Sour μοιάζει πολύ με το έτερο band του Taylor και ιδιαίτερα στο τελευταίο τους πόνημα, το “All Hope is Gone”. Στη πραγματικότητα, τα πράγματα στα οποία διαφέρει το νέο album της τετραμελούς παρέας από την Iowa είναι η εξέλιξη της φωνής του Taylor, το πόσο εύθραυστη, αν κι επιθετική δείχνει, καθώς και η μεγαλύτερη διάθεση ποικιλίας σ' αυτή. 
Όσο για τη μουσική, είναι προφανώς περισσότερο heavy από πριν με έμφαση στις κιθάρες. Η διλογία “The Travelers” αποτελεί ίσως τις καλύτερες στιγμές του “House of Gold & Bones part 1”, αλλά και τις πιο… διαφορετικές. Υπάρχουν τα περισσότερο insightful κομμάτια – όπως “A Rumor of Skin”, “Tired”, “Influence of a Drowsy God” - άλλα αυθεντικά Stone Sour rock – όπως “Gone Sovereign”, “My Name is Allen” και “Last of the Real” - κι άλλα πιο ευαίσθητα, οι μπαλάντες – όπως “The Travelers, Pt.1” και “Taciturn” - που διαφέρουν αρκετά από αντίστοιχες “All Hope is Gone” περιπτώσεις (βλέπε “Snuff”). 
Οι Stone Sour κυκλοφορούν ένα πλήρες album. Το “House of Gold & Bones part 1” είναι ένα δυνατό, κι άλλες φορές ευαίσθητο, album με άξια παραγωγή, πολύ καλές και σχεδόν κλασσικές συνθέσεις κι έναν Corey Taylor στα καλύτερα του.

Παναγιώτης Πετρόπουλος


Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

WARRIOR SOUL: “Stiff Middle Finger”


WARRIOR SOUL ευτυχώς παραμένουν rock, παραμένουν punk, παραμένουν  metal, με απλά λόγια παραμένουν ένα γνήσιο rock 'n' rol συγκρότημα με καθαρή και στοχευόμενη πολιτική τοποθέτηση και άποψη των πραγμάτων.  
Οι αμερικανοί συνεχίζουν να παίζουν κολασμένα, ανόθευτα και “βρώμικα” με τον τραγουδιστή Kory Clarke να περιγράφει τα δικά του πολιτικά και κοινωνικά μανιφέστα και να προκαλεί με τους στίχους του όλους εκείνους που οδηγούν τους κατοίκους αυτού του πλανήτη στην δυστυχία και στην εξαθλίωση. 
Τραχιές μπαρουτοκαπνισμένες κιθάρες, βαριές και ασήκωτες μπασογραμμές,  τροχισμένες μελωδίες και φωνητικά που σε “φτύνουν” κατάμουτρα είναι η ηχητική μολότοφ που σερβίρουν οι WARRIOR SOUL. Οι νέες  πύρινες δημιουργίες τους δεν πρόκειται να απογοητεύσουν όσους πιστεύουν ακόμη  ότι το rock 'n' rol είναι επαναστατική μουσική. 
Ο μόνιμα θυμωμένος Kory Clarke, με ψυχή πολεμιστή, τραγουδά με ένταση και δύναμη ώστε να περάσει και στον πιο δύσπιστο ακροατή τα δικά του συναισθήματα οργής και θλίψης όπως χαρακτηριστικά κάνει στο “Tear”
Το "Stiff Middle Finger" των WARRIOR SOUL  είναι μία γερή κλοτσιά στο στομάχι των δήθεν σκληρών και μεταλλικών γκρουπ που νομίζουν πως τραγουδώντας για το σατανά και το διάβολο γίνονται αντισυμβατικοί και αμφισβητίες του συστήματος. Αγνοούν όμως  ότι η μάχη απέναντι στον εχθρό δεν γίνεται με μεταμφιέσεις και ανάποδους σταυρούς, αλλά πρόσωπο με πρόσωπο και οι WARRIOR SOUL διαθέτουν ακόμη το νεανικό επαναστατικό πνεύμα απέναντι στο πολιτικοκοινωνικό κατεστημένο… και το πολεμούν με τη μόνη μουσική που μπορεί να τους δημιουργήσει πρόβλημα και να τους χαλάσει τον ύπνο!

Φώτης Μελέτης


ANGRA: “Best Reached Horizons”


Τέλος εποχής (ξανά) για τους Angra και από εκεί που στις αρχές της καριέρας τους μιλούσε για αυτούς όλη η οικουμένη, η αλλαγή frontman, οι αποχωρήσεις μελών και τα προβλήματα με τη δισκογραφική, έχουν φτάσει τη μπάντα σε ένα τέλμα.
Το “Best Reached Horizons” είναι ένα best of το οποίο καλύπτει ολόκληρη την πορεία του σχήματος, μέσα από δύο cd τα οποία περίτεχνα έχουν χωριστεί σε “Andre Matos Era” και σε “Edu Falaschi Era”. 
Το πρώτο δισκάκι λοιπόν περιλαμβάνει τραγούδια από την πιο πετυχημένη εμπορικά περίοδο της μπάντας, με τα “Carry On”, “Angels Cry”, “Wuthering Heights” (διασκευή από Kate Bush) και “Evil Warning” να αντιπροσωπεύουν το αξεπέραστο ντεμπούτο τους, “Angels Cry”, μόνο τα “Nothing to Say” και “Holy Land” από το δεύτερο πόνημά τους, το εξαιρετικό “Holy Land”, το “Carolina IV” συναντάται (λανθασμένα κατ’ εμέ) στη live εκτέλεσή του μέσα από το “Holy Live”, το “Freedom Call” από το ομώνυμο EP, ενώ τέλος το “Fireworks” (μια άκρως αδικημένη δουλειά) εκπροσωπείται από τα “Lisbon” και “Metal Icarus”.
Το δεύτερο δισκάκι ασχολείται από τη φυγή του Andre Matos και μετά, περίοδο όπου πίσω από το μικρόφωνο βρέθηκε ο χαρισματικός Edu Falaschi, σε έναν αέναο αγώνα στη σκιά του προκατόχου του. Εδώ λοιπόν  έχουμε τα “Nova Era” και “Rebirth” από το πανέμορφο “Rebirth” album του 2001, το “Hunters and Prey” από το ομώνυμο EP (το οποίο εμπεριέχει και μια πολύ καλή διασκευή στο “Mama” των Genesis, για όποιον ενδιαφέρεται), τα “Spread Your Fire” και “Waiting Silence” από το αρκετά καλό “Temple of Shadows”, τα “The Course of Nature” και “Salvation: Suicide” από το “Aurora Consurgens” του 2006, και τα “Arising Thunder” και “Lease of Life” από το απροσδόκητα καλό “Aqua”, το οποίο αποτέλεσε και την τελευταία δουλειά του group με τον Edu ως frontman. Τη συλλογή κλείνει μια (απλά συμπαθητική) διασκευή στο “Kashmir” των Led Zeppelin.
Ακούγοντας το “Best Reached Horizons” έκανα ένα ταξίδι στο χρόνο, μέσω μιας από τις σημαντικότερες μπάντες των mid ‘90s και παρότι σαν greatest hits είναι ελλιπές (καθότι η λογική του μέσου fan θα ήθελε τριπλό cd αντί διπλό), αποτελεί τον ιδανικότερο επίλογο μιας δύσκολης 20χρονης πορείας και (καλώς εχόντων των πραγμάτων) την απαρχή μιας νέας εποχής για τους Angra, με πλοηγό πάντα τον χαρισματικό κιθαρίστα Kiko Loureiro, στον οποίο οφείλεται και το tracklist της συγκεκριμένης κυκλοφορίας.
Μαθήματα ιστορίας για εκκολαπτόμενους metallers και συνάμα αναδρομή σε μια ομολογουμένως μη- αναμενόμενη πορεία, με πολλά σκαμπανεβάσματα. Επίσης, ότι πρέπει για όσους fan είχαν μονάχα επιδερμική σχέση με τη μπάντα από το 2000 και μετά. 


Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

ROYAL HUNT: “20th Anniversary”



Πρόκειται για μία πλούσια κυκλοφορία, για μία από τις καλύτερες μπάντες της Δανίας. 
Φυσικά για τους γνώστες και οπαδούς του συγκροτήματος δεν πρόκειται για κάτι καινούριο ή ελκυστικό, παρά μόνο για τους αμετανόητους συλλέκτες και δη του συγκεκριμένου γκρουπ, οι οποίοι είμαι σίγουρος ότι θα σπεύσουν να το αποκτήσουν. Για αυτούς που δεν είχαν ποτέ στο παρελθόν επαφή με την εν λόγω μπάντα, είναι μία καλή ευκαιρία να τους γνωρίσουν, καθώς η συγκεκριμένη κυκλοφορία, περιλαμβάνει πληθώρα κομματιών, τα οποία διαμοιράζονται σε 3 cds. Υπάρχει επίσης στο πακέτο και ένα dvd, το οποίο περιέχει όλα τα videoclips από την μακρόχρονη πορεία του γκρουπ.
Μέσα σε αυτή την τεράστια επιλογή των καλύτερων κομματιών τους, υπάρχει και ένα ολοκαίνουργιο τραγούδι, το “Save Me”, καθώς και τρεις ακουστικές ηχογραφήσεις πρόσθετων κομματιών, που τιτλοφορούνται ως “One By One”, “Bodyguard” και “Restless”.
Οι Δανοί θέλουν με αυτό τον τρόπο να γιορτάσουν την εικοστή επέτειο τους στα μουσικά δρώμενα της σκληρής μουσικής και το καταφέρνουν με το παραπάνω, λόγω του ότι πρόκειται για ένα από τα πιο γεμάτα και πλέρια πακέτα που έχει γνωρίσει η μουσική δισκογραφία. Η ανάλυση των τραγουδιών δεν πιστεύω ότι χρίζει ιδιαίτερης σημασίας για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι τα κομμάτια, πλην των νέων προσθηκών, είναι ήδη γνωστά στους θαυμαστές τους και έχουν τραγουδηθεί τόσα χρόνια στις πάμπολλες συναυλίες τους. Ο έτερος λόγος αφορά το νέο αίμα οπαδών που μπαίνει δειλά δειλά στην συγκεκριμένη μουσική και θέλει να ακούσει κάτι κλασικό μεν, ποιοτικό δε. Για αυτούς, το ότι μία μπάντα παραδίδει μαθήματα σε 4 ολόκληρα cds αντάμα με ένα dvd, δεν πρέπει να τους αφήσει ασυγκίνητους και πρέπει να πάραυτα να το προμηθευτούν όταν κυκλοφορήσει, σχηματίζοντας έτσι την όποια δική τους άποψη.
Τελειώνοντας θα κλείσω με τα λόγια του ιθύνοντος νου της μπάντας, Andre Andersen, ο οποίος αναφέρει τα εξής: “Αυτό το album είναι προς τους οπαδούς μας… Στους μεν παλιούς, θα είναι ένα ταξίδι πίσω στην λεωφόρο της μνήμης, στους νέους, μία ευκαιρία να γνωρίσουν ένα δείγμα απ’ ότι καλύτερο έχουν να τους προσφέρουν οι Royal Hunt”. 
Πάρτε θέση λοιπόν και απολαύστε μουσική!


Τάσος Λεοντιάδης

GRAVEYARD: “Lights Out”


Σειρήνα που σημαίνει πόλεμο ακούγεται από τα ηχεία μου και με ανατριχιάζει προς στιγμήν. Μετά θυμάμαι, ότι μόλις πάτησα play στο νέο album των Σουηδών retro-rockers Graveyard, με τίτλο “Lights out”.
Με τη σειρήνα να αιωρείται στο βάθος των συχνοτήτων ξεκινά το εναρκτήριο “An Industry of murder”, ένα πανέμορφο τραγούδι στον γνώριμο ήχο των Σουηδών. “Slow Motion Countdown” στη συνέχεια και θεωρώ πως είναι ένα από τα πιο αξιόλογα τραγούδια που άκουσα φέτος.
Δυσκολεύομαι βέβαια να μην συγκρίνω αυτό το ηχογράφημα με το προηγούμενο σεισμικό γεγονός, “Hisingen Blues”. Εν μέρει, γιατί πιστεύω ότι το “Lights out” δεν δύναται να είναι καλύτερο από το δεύτερο δίσκο τους και επίσης γιατί έτσι προστάζει η “επαγγελματική” μου φύση.
Από την άλλη, δε θέλω κάποιος να πιστέψει ότι δεν είναι ένας καλός δίσκος, για αυτό το αναφέρω εδώ: Είναι ένας καλός δίσκος!
Ακούγοντας κομμάτια σαν το “The Suits, the Law and the Uniform” και “Endless Nights”, καταλαβαίνεις αμέσως πως οι άνθρωποι έχουν έρθει για να μείνουν και θα συνεχίσουν να εξελίσσονται και να μας χαρίζουν όμορφες στιγμές! Η φωνή του Joakim Nilsson είναι και πάλι πολύ δουλεμένη και βγαίνει μπροστά στην παραγωγή, με την γνωστή πλέον χροιά, που θαρρείς είναι σήμα κατατεθέν στην Σουηδική σκηνή και μας δείχνει ότι μπορεί να γίνει ακόμη καλύτερος στο μέλλον. Στα συν και το κλείσιμο με το όμορφο και χαλαρό “20/20 tunnel vision”.
Δεν θα ακούσετε το ΜΠΑΜ του προηγούμενου full length, αλλά μιλάμε για μια δουλειά που έγινε μετά από σκέψη και σκληρή εργασία και δείχνει πως το συγκρότημα αναπτύσσει στη μουσική του και αλλά συναισθήματα από αυτά που εμπλούτιζαν τον προηγούμενο δίσκο. Και αυτό αποδεικνύεται στο όμορφο blues-rock “Hard time lovin”, που θα γελάσετε, αλλά μου θυμίζει το “Η μοναξιά του σχοινοβάτη” των Αδερφών Κατσιμίχα.

Δημήτρης Μαρσέλος

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

PORCUPINE TREE: “Octane Twisted”


Δε θα βαρεθώ ποτέ να τους ακούω και δεν θα βαρεθώ ποτέ να τους βλέπω ζωντανά. Είναι ένα από τα λίγα συγκροτήματα στα οποία πηγαίνω όποτε και αν τους πετύχω. 
Ο ξυπόλητος πρίγκιπας με το όνομα Steven Wilson και η παρέα του, που γυρίζει τον μάταιο τούτο κόσμο κάτω από το όνομα Porcupine Tree, έχει προσφέρει πολλά στη μουσική.
Και δε θα σταματήσουμε ποτέ να ζητάμε και άλλα. Το concept album, “The Incident”, που κυκλοφόρησε το 2009, το οποίο ο Wilson εμπνεύστηκε όταν πέρασε δίπλα από κάποιο αυτοκινητιστικό δυστύχημα, μας χαροποίησε και τώρα, τρία χρόνια μετά, περιμένα κάτι καινούργιο από τους Porcupine.
Τα μέλη της μπάντας όμως, όντας πολυάσχολοι μουσικοί, αυτόν τον καιρό κάνει ο καθένας τα δικά του πράγματα, αφήνοντας εμάς με την προσμονή νέου υλικού. Και για να μας αποσπάσουν την προσοχή, ξεγελώντας την μουσική μας πείνα, οι Βρετανοί μας δίνουν το 3ο Live album τους, με τίτλο μία από της ενότητες του “The Incident”, “Octane Twisted”.
Ο τίτλος επιλέχθηκε έτσι ώστε, πεντακάθαρα να δηλώσει πως η κυκλοφορία αυτή είναι συνδεδεμένη με την πιο πρόσφατη studio δουλειά τους. Το “Octane Twisted” είναι ένα διπλό live album, όπου στο πρώτο δισκάκι παίζεται εν ολοκληρία τo “The Incident”, ζωντανά στο Chicago, ενώ στο δεύτερο, 5 κλασικά Porcupine Tree (Stars Die, Hatesong etc.) από την ίδια πόλη, μαζί με 3 highlights από την εμφάνιση τους στο Royal Albert Hall.
Όντας οπαδός του group και κοινωνός του ζωντανού τους ήχου έχω να πω ότι ο ήχος του live αυτού είναι τόσο παρθένος και ευθύς που ώρες ώρες, κλείνεις τα μάτια και τους βλέπεις μπροστά σου. Βέβαια, κανένα δισκάκι δεν μπορεί να αποτυπώσει ακριβώς τα συναισθήματα και την εμπειρία ενός αυτούσιου τους live. 
Παρηγοριά στον άρρωστο αυτή η κυηκλοφοριά, αλλά πολύ γλυκειά παρηγοριά. Γρήγορα και πάλι στο studio, μάγκες!

 Δημήτρης Μαρσέλος

UDO: “Live In Sofia”



Αν κάποιος με ρωτούσε ποιόν θα επέλεγα εκτός από τα ονόματα των Ozzy και Dio έτσι ώστε να τους κάνει παρέα σαν σόλο καλλιτέχνης, αυτός σίγουρα θα ήταν ο κύριος Udo
Από μικρό παιδί το μυαλό μου πήγαινε σε αυτά τα τρία ονόματα, όσον αφορούσε πάντα τις προσωπικές καριέρες τους, που τις θεωρώ από τις πιο επιτυχημένες στον κλασικό heavy ήχο. Θα έλεγα λίγο υποτιμημένος όσον αφορά την σόλο πορεία του σε σχέση με τους δύο προαναφερθέντες, όμως αυτό που μου άρεσε πάντα στον Udo ήταν το στακάτο και αμιγώς μεταλλικό παίξιμό του, με τις μελωδικές στιγμές σε αργόσυρτα κομμάτια και τις μπαλάντες που σε άφηναν άφωνο με την συναισθηματική τους απόχρωση.
Δεν θα αναλωθώ σε ανάλυση περί του ποιος είναι ο Udo και τι έχει προσφέρει με τους Accept αλλά και με την σόλο καριέρα του, στον σκληρό ήχο, διότι το θεωρώ φαιδρό για κάποιον να μην έχει πάρει έστω μια γεύση από τα τραγούδια του και να αυτοαποκαλείται μεταλλάς. Η πορεία του δεν είχε πάτο, κατά την γνώμη μου ποτέ, αν και μερικές μέτριες στιγμές στην δισκογραφική του δουλειά, ίσως τις επεσήμανε το έμπειρο αυτί κάποιου. 
Εν έτει 2012 μας δίνει ένα live, το οποίο θεωρώ ένα καλό δείγμα προς ακρόαση, για κάποιον νεώτερο, που δεν έχει εντρυφήσει στην πορεία του Udo. Από την εισαγωγή και το πρώτο κομμάτι, καταλαβαίνεις ότι τον κυρίαρχο ρόλο στο live αυτό, έχει η μουσική και όχι ατυχείς διάλογοι και πολύ μπλα μπλα. Τα “Independence Day”, “Dominator”, “Two Faced Woman” και “Thunderball”, είναι κάποια από τα πολλά κλασικά και δυναμικά κομμάτια του γερμανού, τα οποία δίνουν και παίρνουν στις συναυλίες του και τα τραγουδούν μυριάδες οπαδών ανά τον κόσμο. Θεωρώ θετικό στοιχείο ότι στο setlist περιλαμβάνονται και αρκετά κομμάτια της πρώην μπάντας του, των Accept, πλαισιώνοντας έτσι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτό το live, που ναι μεν δεν έχει κάτι το παραπάνω να προσφέρει σε έναν παλιό οπαδό, που έχει μεγαλώσει με αυτά τα κομμάτια, αλλά αποτελεί σίγουρα ένα δυναμικό στοιχείο για να δείξει στον καθένα, ότι το πάθος για την μουσική είναι αέναο, δίνοντας στον οπαδό την ευκαιρία να τραγουδήσει μαζί με το πλήθος, κομμάτια όπως τα “Balls To The Wall” και “Princess Of The Dawn”.
Κλείνοντας θέλω εκ νέου να επισημάνω ότι ο συγκεκριμένος δίσκος αποτελεί ένα πολύ καλό ξεκίνημα για κάποιον που δεν έτυχε να ασχοληθεί στο παρελθόν με τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη. Βάλτε το δυνατά να παίζει και φωνάξτε και σεις: “Balls To The Wall… You’ ll Get Your Balls To The Wall…”


Τάσος Λεοντιάδης

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

THRESHOLD: “March of Progress”


Είναι απίστευτο το πως μπορεί μια μπάντα να επιστρέψει μετά από πέντε χρόνια από τον προηγούμενο δίσκο και να σου δώσει ένα album πραγματικά κλωτσιά στα αχαμνά.
Και ο λόγος γίνεται για τους prog rokcers Threshold και το νέο τους πόνημα, "March of Progress".

Όπως κάθε οπαδός της, περίμενα αυτήν την κυκλοφορία πώς και πώς. Η επιστροφή του Damian Wilson για να αντικαταστήσει τον Andrew "Mac" McDermott (που δυστυχώς χάσαμε στης 3 Αυγούστου αυτού του έτους) ήταν κάτι που δεν με χάλασε στον αποτέλεσμα του δίσκου. Το “March of Progress”, από το πρώτο κιόλας κομμάτι ("Ashes") μου έπιασε την καρδιά και μου την έτριψε στα μούτρα και με έκανε να θέλω να κοπανιέμαι και να ξεσβερκώνομαι.

Σε κάθε κομμάτι που πέρναγα ένιωθα σαν να τοποθετείται στην σωστή θέση άλλο ένα κομμάτι του puzzle...

Ο δίσκος από την αρχή μέχρι το τέλος λούζεται με μελωδίες που σου μένουν και σου καρφώνονται στο μυαλό και θες δεν θες, εθίζεσαι σε αυτόν σαν βαρύ ναρκωτικό.

Είναι ευαίσθητος, μελωδικός, σκοτεινός και βαρύς ταυτόχρονα με έναν τρόπο που σε αφήνει να σκέφτεσαι "μα καλά τώρα τι έγινε; τι πέρασε από τα αφτιά μου;"

Σίγουρα ένα album που αξίζει να ακούσει ο καθένας ασχέτως τα ακούσματα του... Προσωπικά ξεχώρισα τα "Colophon", "Ashes" και "The Rubicon". Από εκεί και πέρα τα συμπεράσματα δικά σας.

Καλή ακρόαση!



Άγγελος Αρνιώτης

STEVE HACKETT: “Genesis Revisited II”



Η περίπτωση του Steve Hackett αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση, για το πως ένας καλλιτέχνης καταφέρνει να τιμάει το παρελθόν του αλλά και συνάμα να μην μένει στάσιμος με τις αναμνήσεις αλλά να δημιουργεί συνεχώς καινούργιες συνθέσεις και νέα τραγούδια.
Ο σπουδαίος μουσικός έγινε γνωστός για τη συμμετοχή του ως βασικό μέλος στην πιο δημιουργική εποχή των GENESIS στη δεκαετία του ’70 και συνέχισε έπειτα σαν σόλο καλλιτέχνης όπου κατάφερε να έχουν πάντα οι κυκλοφορίες του ένα υψηλό ποιοτικό επίπεδο.
Ας έρθουμε λοιπόν στο παρόν μιας και ο Steve Hackett κυκλοφορεί ένα διπλό cd/album που τιτλοφορείται “Genesis Revisited II” και περιλαμβάνει μεγάλες αλλά και “αδικημένες” στιγμές των GENESIS και ταυτόχρονα περιέχει και μερικά τραγούδια από τους σόλο δίσκους του.
Στα θετικά του “Genesis Revisited II” είναι οι πολλές και αξιόλογες συμμετοχές από εξαίσιους μουσικούς όπως ο Chris Squire (Yes), Simon Phillips (Toto, MSG, Derek Sherinian), Neal Morse (πρώην Spock’s Beard, Transatlantic), Steven Wilson (Porcupine Tree), Mikael Akerfeldt (Opeth), Conrad Keely, Francis Dunnery (It Bites ), John Wetton (Asia, Family, King Crimson, Roxy Music/Bryan Ferry, Uriah Heep, UK), Nad Sylvan, Nik Kershaw, ο μπασίστας των Kajagoogoo, Nick Beggs, ο Jakko Jakszyk (Tom Robinson, Level 42, Sam Brown) και οι κιθαρίστες Steve Rothery (Marillion) και Roine Stolt (Flower Kings, Transatlantic) αλλά και ο Simon Collins (γιός του Phil Collins).
Όλοι οι παραπάνω προσπάθησαν και σίγουρα έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους οπότε μόνο ένας φανατικός οπαδός αυτής της μεγάλης μπάντας μπορεί να κρίνει ποια επανεκτέλεση τον συγκίνησε περισσότερο ή όχι. Κατά τη ταπεινή μου άποψη ξεχωρίζω το “Ripples” με την εξαιρετική Amanda Lehmann, το “In That Quiet Earth”, το “The Return Of The Giant Hogweed”, το “Supper’s Ready” και το εκπληκτικό “Please Don't Touch” από το ομότιτλο σόλο άλμπουμ που κυκλοφόρησε το 1978.
Το “Genesis Revisited II” βασίζεται σε αυτή την υπέροχη progressive ατμόσφαιρα που κυριάρχησε πριν από σαράντα χρόνια περίπου, με την κιθάρα του Steve Hackett άλλοτε να δίνει θαυμάσια ηχοχρώματα και να σε ταξιδεύει σε ονειρικά τοπία και άλλοτε να ξεσπά θυμίζοντας ορμητική καταιγίδα. Καίρια η συμβολή στα πλήκτρα του σημαντικού συνεργάτη του Roger King που πετυχαίνουν να προσθέτουν όμορφες πινελιές art- rock μαγείας.

 Φώτης Μελέτης

THE LAST VEGAS: “Bad Decisions”


Ποιος άνθρωπος του πλανήτη δεν έχει πάρει καλές ή κακές αποφάσεις ή δεν έχει μετανιώσει γι’ αυτές; Καθορίζουν όμως, σ’ ένα βαθμό την πορεία των ανθρώπων και τη ζωή τους γενικότερα. Ο λόγος της εισαγωγής έχει να κάνει με το “Bad Decisions” που αποτελεί και τον τίτλο του τελευταίου άλμπουμ των The Last Vegas.
Οι Αμερικάνοι μας παρουσιάζουν μια Glam / Hardrock δισκογραφική δουλειά, με έντονες blues και garage rock επιρροές. Οι συνθέσεις θυμίζουν έντονα μία μίξη από αντιπροσώπους του ιδιώματος και συγκεκριμένα Aerosmith, AC/DC, Tesla, Guns N' Roses και Motley Crue. Άλλωστε από τους τελευταίους και συγκεκριμένα ο μπασίστας Nikki Sixx είχε αναλάβει την παραγωγή του τρίτου εξαιρετικού δίσκου τους ονόματι “Whatever Gets You Off”. Παράλληλα ο ήχος ακούγεται φυσικός και παλιομοδίτικος θυμίζοντας περασμένες δεκαετίες, κάτι το οποίο άλλωστε επεδίωξε το γκρουπ όπως δηλώνει ο κιθαρίστας του, Adam Arling. Τα φωνητικά του Chad Cherry ποικίλουν από κομμάτι σε κομμάτι, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τον ήχο, μοιάζοντας άλλες φορές με Jeff Keith και άλλες φορές Brian Johnson. Επιπρόσθετα, το παίξιμο των υπόλοιπων μελών και ειδικά οι κιθάρες γεμίζουν με ενέργεια το δίσκο. Αξίζει να τονιστεί ότι στο κομμάτι “Evil Eyes” συνεργάστηκε ο γνωστός Roy Z (Judas Priest, Bruce Dickinson Iron Maiden, Glenn Hughes).
Εν κατακλείδι, το “Bad Decisions” αφορά τόσο τους νέους όσο και τους παλιούς οπαδούς τους είδους και υπόσχεται να τους μεταφέρει στο παρελθόν με μία σύγχρονη οπτική γωνία.

Νικόλαος Καπίρης

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

GEOFF TATE: “Kings & Thieves”


Και ύστερα από μήνες βαρύγδουπων δηλώσεων και ανούσιων αντιπαραθέσεων μεταξύ των μελών των Queensryche, ο Geoff Tate παρουσιάζει τη νέα του solo δουλειά.
Πολλοί ίσως περίμεναν πως το album θα αποτελούσε κάποιου είδους (μουσική) απάντηση στα όσα συμβαίνουν… Κακώς! Ο Tate έχει αποδείξει εδώ και χρόνια πως δεν ενδιαφέρεται για το είδος που πρέσβευαν οι Queensryche στους πρώτους 5-6 δίσκους τους και αρέσκεται το να δοκιμάζεται σε πιο alternative φόρμες (άλλοτε επιτυχημένα, άλλοτε όχι).
Εύλογα τα κακεντρεχή σχόλια όλων μας, μιας και όπως έχω πει πολλάκις, μπορεί ο εκάστοτε καλλιτέχνης να είναι ελεύθερος να πράττει όπως θέλει και να ακολουθεί ότι τον εκφράζει ανά περιόδους, αλλά από την άλλη άπαξ και αυτό το κάνει εις βάρος ενός brandname που ακολουθείται από μυριάδες οπαδούς, τότε εύλογα οι έως πρότινος φανατικοί ακροατές δε θα νιώθουν υποχρεωμένοι να δώσουν λεφτά για κάτι που δεν “κάνει” στα αυτιά τους. Όταν βέβαια οι εν λόγω πειραματισμοί γίνονται στα πλαίσια ενός άλλου project, ή μιας solo δουλειάς, τότε τα πράγματα (θεωρητικά πάντα) είναι πιο απλά.
Για αυτόν ακριβώς το λόγο απορούσα τα τελευταία χρόνια το γιατί ο Tate έβγαζε το άχτι του με τους Queensryche και όχι μέσω προσωπικών δίσκων. Για παράδειγμα το “Dedicated to Chaos” δε θα θαβόταν τόσο πολύ εάν δεν έφερε το λογότυπο της μπάντας στο εξώφυλλο, ενώ άπαξ και είχε υπάρξει σαφής διαχωρισμός των alternative στοιχείων με το group, τότε η παρωδία των τελευταίων μηνών δε θα λάμβανε χώρα.
Βάση λοιπόν της μέχρι πρότινος λογικής του εν λόγω frontman, το “Kings & Thieves” θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας άτυπος διάδοχος του “Dedicated to Chaos”, με ακόμη λιγότερη metal χροιά. Και μόνο όμως το ότι αποτελεί solo δουλειά, το βλέπω με κάπως διαφορετικό μάτι.
Σαφέστατα αναμενόμενο, με αρκετό groove όμως, κοντά στο ύφος που έχει υιοθετήσει τα τελευταία (αρκετά) χρόνια ο Geoff, με διάφορες ευχάριστες και ενδιαφέρουσες στιγμές. Επίσης, ευδιάκριτη είναι η πιο hard rock διάθεση του album, που συνδυάζεται με κάποια (ελαφρού τύπου) ηλεκτρονικά στοιχεία.
Για να είμαι ειλικρινής, ανέμενα κάτι αρκετά χειρότερο και δεν ήλπιζα να ξεχωρίσω πάνω από 1-2 καλές στιγμές, αλλά εν τέλει μετράω τέσσερις (“Take a Bullet”, “Evil”, “These Glory Days”, “Waiting”) συν τρεις συμπαθητικές (“Say U Luv It”, “Tomorrow”, “Dark Money”).
Βέβαια από έναν καλλιτέχνη του βεληνεκούς του Tate ίσως να περιμέναμε κάτι καλύτερο… ή μήπως όχι;


Στέφανος Στεφανόπουλος

SHOOTING STAR: “Silent Scream”



Λίγοι στη πατρίδα μας γνωρίζουν τους αμερικανούς Shooting Star, οι οποίοι ιδρύθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του '70 και κυκλοφόρησαν μία σειρά αξιόλογων δίσκων στην επόμενη δεκαετία του '80.
Η καταγωγή τους ήταν από το Kansas και έπαιξε μάλλον σημαντικό ρόλο με το ομότιτλο συγκρότημα αφού οι Shooting Star, είχαν στις τάξεις τους τον βιολιτζή και κιμπορντίστα Charles Waltz. Βέβαια στον ήχο τους κυριαρχούσε το aor και οι αμερικάνικες hard rock μελωδίες και πολύ λιγότερο οι progressive ρυθμοί.
Πριν από το "Silent Scream" είχε προηγηθεί το "Burning" και το συγκρότημα παρά τις φιλότιμες προσπάθειες και την μικρή αναγνώριση που είχε από το αμερικάνικο κοινό αναζητούσε την μεγάλη εμπορική επιτυχία. Στην Ευρώπη τους έμαθαν ελάχιστοι ενώ και στην χώρα τους η επιτυχία ήταν σχετικά μικρή και δυσανάλογη με τα καλά άλμπουμ που κυκλοφορούσαν.
Το 1985 λοιπόν αποφασίζουν να μπουν πιο δυναμικά και κυκλοφορούν το πέμπτο και καλύτερο δίσκο της καριέρας τους, το "Silent Scream" σε παραγωγή του Ron Nevison (Heart, Survivor, Jefferson Starship κα) με την ελπίδα να γίνει το όνειρο πραγματικότητα. Το album ήταν δυνατό, μελωδικό, καλοπαιγμένο, με φοβερές κιθάρες και πλήκτρα και περιείχε ένα τρομερό μίγμα από Journey, Jefferson Starship και Survivor στο οποίο καθοριστική ήταν η συμβολή στις συνθέσεις του κιθαρίστα του γκρουπ Van McLain.
Το "Silent Scream" αποτελεί ένα έξοχο δείγμα κλασσικού εμπνευσμένου aor με τραγούδια ύμνους όπως τα "Summer Sun", "Don't Stop Me Now", "I'm Getting Out" και τα εκπληκτικά "Τime" και "Get Ready Boy" στα οποία το βιολί δίνει μοναδικό χρώμα στις συγκεκριμένες δύο συνθέσεις και νομίζω ότι μαζί με την ονειρική μπαλάντα "In Her Eyes" είναι τα καλύτερα κομμάτια του album.
H φωνή και οι ερμηνείες του Gary West είναι σχεδόν τέλειες σε σημεία να θυμίζουν έντονα τον Steve Perry ενώ και η άλλη μπαλάντα του δίσκου, το "Somewhere In Your Heart" είναι υπέροχη. Τα "Heat of the Night" και "When You're Young" πιστεύεις ότι ακούς κάποια τραγούδι των Survivor ενώ το "Little By Little" είναι πιο κοντά στον ήχο των Reo Speedwagon, όπως και το "Don't Walk Away" που θυμίζει Journey. Δύο από τα τραγούδια του συγκεκριμένου δίσκου ακούστηκαν στην κωμική ταινία "Up the Creek" ενώ εκείνη τη περίοδο περιόδευσαν με τους Heart, Bryan Adams και ZZ Top.
Το συγκρότημα τελικά δεν τα κατάφερε να κάνει τις μεγάλες πωλήσεις στη συνέχεια κυκλοφόρησε μερικούς μέτριους δίσκους με αρκετές αλλαγές στα μέλη τους και στη δεκαετία του '90 διαλύθηκαν. Έπειτα μετά από χρόνια, το 2006 κυκλοφόρησαν νέο άλμπουμ και μέχρι και σήμερα συνεχίζουν να περιοδεύουν σε μικρές πολιτείες της Αμερικής. 

  

ILL NINO: “Epidemia”



Πω πω έκπληξη! Πραγματικά είχα διαγράψει από την μνήμη μου την ύπαρξη της εν λόγω μπάντας.
Θυμάμαι στις αρχές τις προηγούμενης δεκαετίας είχαν ξεπεταχτεί και αυτοί μαζί με πολλές ακόμη μπάντες παίζοντας nu metal και διεκδικώντας ένα μερίδιο στην εν λόγω σκηνή. Αυτό που έκανε τους Ill Nino ξεχωριστούς ήταν η latin/tribal αισθητική που είχε ο ήχος τους. Tribal drumming, percussions και τα συναφή. Κάνοντας μια μίνι αναδρομή παρατήρησα ότι η πορεία της μπάντας ήταν καθοδική και το όλο εγχείρημα ξεφούσκωσε. Αυτό τουλάχιστον μαρτυρούν οι θέσεις των album/singles στα charts καθώς και το γεγονός ότι για την τελευταία δεκαετία έχουν πραγματικά χαθεί από το προσκήνιο.
Για να πω την αλήθεια ούτε αυτή η πτώση μου φαίνεται περίεργη, ούτε το γεγονός ότι δεν κατάφεραν να ανεβούν πολύ ψηλά σε σχέση με τους συναγωνιστές τους. Πολύ ρηχά πράγματα είχαν να επιδείξουν οι Ill Nino και επίσης πολύ ρηχά πράγματα έχουν να παρουσιάσουν και στην καινούργια τους δουλειά που φέρει τον τίτλο “Epidemia”
Καταρχάς να πω ότι το ύφος της μπάντα παραμένει αναλλοίωτο. Αυτό που έκαναν αυτό συνεχίζουν να κάνουν. Για τους φίλους της μπάντας φαντάζομαι είναι καλό αυτό. Αλλά ακούγοντας τον δίσκο ξανά και ξανά μήπως και βρω κάτι να μου κινήσει λίγο παραπάνω το ενδιαφέρον κατέληξα στο συμπέρασμα ότι για μια ακόμη φορά οι Ill Nino βγάζουν ένα δίσκο πατώντας σε γνωστές τεχνικές και σε ασφαλή μονοπάτια χωρίς να υπάρχει κάποιο πραγματικό νόημα για την ύπαρξή τους στο σύνολο των συνθέσεων.
Γλυκανάλατες συνθέσεις, μέτρια έως χάλια φωνητικά, την μια το παίζουμε σκληροί την άλλη αγαπησιάρηδες και όλα αυτά χωρίς να υπάρχει η απαραίτητη συνοχή και κυρίως χωρίς την απαραίτητη ουσία. Πραγματικά θα εκτιμούσα αν τουλάχιστον έβλεπα ένα σημάδι εξέλιξης και διαφοροποίησης κάποιων πραγμάτων στην μουσική των Ill Nino. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι ένας επαγγελματίας  μουσικός που έχει πουλήσει εκατομμύρια δίσκων αρέσκεται στο να δημιουργεί τετριμμένα πράγματα, προχειροδουλειές και συνθέσεις χωρίς φαντασία. Μαγκιά του να το κάνει αλλά εγώ προσωπικά δεν εγκρίνω και γι αυτό δεν βρίσκω κανέναν λόγο για να ασχοληθεί κάποιος με το “Epidemia”. Μπορεί ασφαλώς να κάνω λάθος αλλά η εμπειρία μου μου λέει πως πρόκειται για μια αποτυχημένη αρπαχτή και ένα άλμπουμ που πολύ δύσκολα θα θυμάται κάποιος μετά από μερικούς μήνες.

 Νίκος Τόλης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...