Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

BLOODBOUND: “In The Name Of Metal”


“In The Name Of Metal” ονομάζεται ο τελευταίος δίσκος των Σουηδών Power Metallers, BLOODBOUND και όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος από τον τίτλο, πρόκειται για φόρο τιμής στη metal μουσική.
Όπως ισχυρίζονται οι ίδιοι, το άλμπουμ αποτελεί γιορτή για τους οπαδούς των Hammerfall, Sabaton, Iron Maiden, Powerwolf και Dream Evil, ενώ ταυτόχρονα αποτελείται από πιασάρικα κομμάτια. Οπότε εξίσου εύκολα συμπεραίνει κάποιος, κάτι που επιβεβαιώνεται και από το άκουσμα του δίσκου, ότι οι συνθέσεις δεν διακρίνονται για την καινοτομία τους.
Εντούτοις πρόκειται για ένα καλοπαιγμένο classic heavy/melodic power metal υλικό, από μία αρκετά δεμένη μπάντα, η οποία καταφέρνει ν’ αποδώσει στο σήμερα τον ήχο του χθες. Σ’ αυτό συμβάλλουν τα μέγιστα τα ογκώδη ριφ, κινούμενα άλλοτε σε mid και άλλοτε σε  high tempo, τα άξια λόγου σόλο (ενίοτε και διπλά), καθώς και η άρτια παραγωγή του Jonas Kjellgren (Sonic Syndicate, Scar Symmetry).
Τα καλά φωνητικά του Patrik “Pata” Johansson (Dawn Of Silence), που μπορούν να χαρακτηριστούν ως επικά, αμφιταλαντεύονται μεταξύ του Biff Byford και Rob Halford και προσιδιάζουν στο γενικότερο ύφος της δισκογραφικής αυτής δουλειάς. Αξίζει να σημειωθεί, ότι από τη θέση αυτή έχουν περάσει οι Michael Bormann (πρώην Jaded Heart) και Urban Breed (Tad Morose).
Συμπερασματικά, το “In The Name Of Metal” απευθύνεται τόσο σ’ εκείνους των οποίων το αυτί δεν έχει κορεστεί από τον παραδοσιακό μεταλλικό ήχο όσο και στους αρχάριους του είδους.

Νικόλαος Καπίρης

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ Thin Lizzy: Κερδίστε προσκλήσεις για τα live της Αθήνας και Θεσσαλονίκης F


Το Rockway.gr, σε συνεργασία με τη Detox, κληρώνει για τους αναγνώστες του 4 μονές προσκλήσεις για τις συναυλίες των Thin Lizzy σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη (9 και 10 Νοεμβρίου αντίστοιχα)
Για συμμετοχή, μπείτε στη νέα σελίδα του Rockway.gr στο facebook (link) και αφήστε σχόλιο που να γράφει "Για το διαγωνισμό Thin Lizzy" συν την πόλη που σας ενδιαφέρει (δηλ. "Για το διαγωνισμό Thin Lizzy- Αθήνα" ή "Για το διαγωνισμό Thin Lizzy- Θεσσαλονίκη")

Η κλήρωση θα γίνει στις 7 Νοεμβρίου και οι νικητές θα ενημερωθούν μέσω του προφίλ τους.

www.rockway.gr
www.facebook.com/Rockway.gr

detoxevents
Ακολουθεί το δελτίο τύπου για τη συναυλία:
THIN LIZZY
+ special guests

9 Νοεμβρίου – Gagarin, Αθήνα
10 Νοεμβρίου – Principal Club, Θεσσαλονίκη

The Boys Are Back In Town! Οι θρυλικοί Thin Lizzy επιστρέφουν στην Ελλάδα για 2 εμφανίσεις, την Παρασκευή 9 Νοεμβρίου στην Αθήνα στο Gagarin και το Σάββατο 10 Νοεμβρίου στην Θεσσαλονίκη στο Principal.

26 χρόνια μετά τον πρόωρο χαμό του Phil Lynott, ο μύθος του ως ενός από τους χαρισματικότερους δημιουργούς της ροκ μουσικής συνεχίζει να μεγαλώνει. Το όνομα Thin Lizzy έγινε συνώνυμο της χρυσής περιοδου της κλασικής και χαρντ ροκ μουσικής και τραγούδια όπως τα “The Boys Are Back In Town”, “Whiskey In The Jar”, “Jailbreak”, “Looking For An Alibi” συγκαταλέγονται στις μεγαλύτερες επιτυχίες όλων των εποχών. 

Οι Thin Lizzy πάλεψαν πολύ για να πάρουν αυτό που άξιζαν: αεικίνητος ο Lynott, δοκίμασε τις δυνάμεις του σε όποιο είδος μουσικής μπορούσε να ικανοποιήσει τις μουσικές φιλοδοξίες του: ροκ, χάρντ ροκ, ψυχεδελικό ροκ, χέβι μέταλ, ποπ, φόλκ. Την επιτυχία την γνώρισαν όταν, μετά από αμέτρητες αλλαγές μελών, κατάφεραν να βρουν την κατάλληλη συνταγή: ταίριαξαν τους στίχους του Lynott (ιστορίες από τις εργατικές γειτονιές αλλά και τις παραδόσεις της Ιρλανδίας) με την χάρντ ροκ αισθητική που, τελικά, κυριάρχησε στα 70ς: από τις πρώτες μπάντες που έβαλαν δύο κιθάρες μαζί (o εμβληματικός Gorham με – κατά διαστήματα - τους Eric Bell, Gary Moore, Brian Robertson, Snowy White, κλπ), με έναν φοβερό ντράμερ (Downey) και τον χαρισματικό Lynott μπροστάρη, κέρδισαν τις καρδιές του κοινού σε Ευρώπη και Αμερική χάρη στα διαχρονικά, πλέον, riffs τους και τις εκπληκτικές συναυλίες τους. Δεν είναι τυχαίο ότι το 2004 το περιοδικό Classic Rock έβαλε το “Live And Dangerous” στην κορυφή της λίστας του με τα καλύτερα live άλμπουμς! 

Τα τραγούδια των Thin Lizzy παραμένουν σήμερα επίκαιρα όσο ποτέ. Απόδειξη είναι η σταθερή παρουσιά τους στο playlist κάθε είδους ραδιοφωνικών σταθμών, αλλα και η αδιάκοπτη επιτυχία των περιοδειών του συγκροτήματος. 

Το σημερινό line-up των Thin Lizzy απαρτίζουν τρία original μέλη της μπάντας που έπαιζαν με τον Lynott: o Scott Gorham (κιθάρα), o Brian Downey (ντραμς) και o Darren Wharton (πλήκτρα). Μαζί τους, έχουν κορυφαίους μουσικούς με σημαντικό παρελθόν: ο Marco Mendoza (Whitesnake, Ted Nugent) στο μπάσο, ο Ricky Warwick (The Allmighty) στα φωνητικά και ο Damon Johnson (Alice Cooper) στην κιθάρα.

ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ

Τα εισιτήρια κοστίζουν 25 Ευρώ και πωλούνται στο www.ticketarena.gr και στο Tickethouse και τα Public.

Τις ημέρες των συναυλιών, θα πωλούνται μόνο από τα ταμεία των συναυλιακών χώρων προς 30 Ευρώ.

Οι πόρτες ανοίγουν στις 20.00

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

THE SCAMS: “Bombs Away”



Οι Scams κυκλοφορούν το rock album “Bombs Away” το οποίο δεν καταφέρνει τελικά να φανεί και τόσο εκρηκτικό. Με refrain αλά AC/DC και συνθέσεις εμπνευσμένες από πλέον “πεσμένες” μπάντες των 80s’ καταλήγουν σε ένα ανέμπνευστο δίσκο.
Δέκα κομμάτια που βασίζονται στην ίδια ιδέα απαρτίζουν το LP, ενώ οι στίχοι είναι εκνευριστικά επαναλαμβανόμενοι και συχνά χωρίς νόημα. Οι όποιες ιδέες του group είναι αναμασήματα ή και διαφορετικές εκδόσεις ξεχωριστών και μοναδικών στιγμών της rock. Κανένα κομμάτι δεν ξεχωρίζει από το tracklisting μιας και τα περιθώρια σύγκρισης τους είναι ελάχιστα.
Το “Bombs Away” αποτελεί έναν rock δίσκο με καλή μουσική αλλά χωρίς κάτι ουσιαστικό να προσφέρει μιας και χάνει λόγω έλλειψης κάτι καινούργιου και επανάληψη του ίδιου του, του περιεχομένου. Οι The Scams δεν καταφέρνουν να πείσουν.


Παναγιώτης Πετρόπουλος

RICK SPRINGFIELD: “Songs for the End of the World”


Ο “αιωνίως νεανίας” αυστραλός rock-star ξεκίνησε από τα τέλη της των sixties με τους Zoot και έγινε διάσημος στη δεκαετία του ’80, με μία σειρά πολύ καλών mainstream rock-pop δίσκων ενώ κορυφαία στιγμή αναγνώρισης θεωρείται το βραβείο Grammy Award for Best Male Rock Vocal Performance για το τραγούδι του "Jessie's Girl".
Παράλληλα ασκούσε και το “επάγγελμα” του ηθοποιού παίζοντας σε διάφορες τηλεοπτικές σειρές (General Hospital) και κινηματογραφικές ταινίες.
Εκείνη τη δεκαετία λοιπόν ο δημοφιλής καλλιτέχνης σάρωσε σε όλα τα επίπεδα (πωλήσεις, δόξα και πετυχημένες τουρνέ) ενώ από την επόμενη, η δράση του και η επιτυχία του περιορίστηκε κυρίως στη χώρα του.
Το καινούργιο του album τιτλοφορείται “Songs for the End of the World” και περιλαμβάνει αρκετές guest συμμετοχές όπως εκείνες των Matt Bissonette (Bass & Keyboards), Richard Page (Mr. Mister) και John Waite στα φωνητικά, αλλά και αυτήν του για πολλά χρόνια συνεργάτη του, Tim Pierce (κιθάρα).
Οι συνθέσεις ακούγονται φρέσκες, σύγχρονες και ενορχηστρωμένες σε ροκ φόρμες με την φωνή του RICK SPRINGFIELD να μας χαρίζει δυνατές μελωδικές δόσεις. Αξιόλογα τα κομμάτια “Wide Awake”, “My Last Heartbeat”, τα “Our Ship’s Sinking” και “Joshua” που θυμίζουν Foo Fighters, το “I Hate Myself” και το εξαιρετικό “Depravity”. Το “Songs for the End of the World” κρίνεται ως μία καλή κυκλοφορία από τον Αυστραλό καλλιτέχνη, η οποία τιμάει την πολύχρονη καριέρα του και του δίνει τη δυνατότητα να συνεχίσει παρά τα χρονάκια του να ροκάρει ως έφηβος.


Φώτης Μελέτης

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

ΤΗΕ SWORD: “Apocryphon”



Με τις πρώτες νότες το καταλαβαίνει ακόμα και κάποιος με IQ ραδικιού! Αυτοί οι τύποι μιλάνε σοβαρά και εμείς δεν ήμασταν χαζοί που ακολουθούσαμε όλα τους τα βήματα το καλοκαίρι, με τις αποκαλύψεις εξώφυλλων και τα ηχητικά ψήγματα του. Το “Apocryphon” κάνει ακόμα και τις τρίχες στα απόκρυφα σου να σηκωθούν!
Οι Τεξανοί The Sword δεν μας απασχολούν πρώτη φορά, αλλά πλέον η μουσική τους πλημμυρίζει από εμπειρία και ωριμότητα και με παραγωγό τον J.Robbins (Clutch) πιάνει και άλλες γωνίες ηχητικά. H τέταρτη αυτή τους προσπάθεια στέφεται λοιπόν, με απόλυτη επιτυχία!

Ξεκινώντας με το “Veil of Isis”, που μας είχαν δώσει να δοκιμάσουμε πριν βγει από το φούρνο το ψητό και δείχνει αμέσως τον δρόμο του album!

Με τραγούδια σαν το “Cloak of Feathers” και “Arcane Montane” το album αυτό ήρθε εδώ για να μείνει και να κάτσει για αρκετό καιρό κολλημένο κάτω από το laser του cd player σας ή κάτω από τη βελόνα του κουρασμένου σας πικάπ.

Χαίρομαι πολύ φέτος, που αν και δεν ορίστηκε από την αρχή το rock n roll έχουν βγει τόσο καλά δισκάκια, που με κάνουν να θέλω να δουλέψω και άλλο για να έχω λεφτά να τα αγοράσω όλα! “The Hidden Masters” με τη σεβεντίλα να σε χτυπάει από παντού, μπορεί να αναγκάσει κάποιους να ξαναδουλέψουν το σκονισμένο στην αποθήκη κασετόφωνο τους, γιατί ναι, κυκλοφορεί και σε κασέτα.

Μετά το επιτυχημένο concept album “Warp Riders” και το εκτενές tour τους, επιστρέφουν πάλι να μαλακώσουν, με τον όμορφο ήχο τους, τα αυτιά μας.

Ακούστε και ξεβιδώστε το κεφάλι σας από τη βάση του με το “Dying Earth”, το οποίο όταν ξεκολλήσει θα μπει σε τροχιά άλλη με το “Execrator” και θα χαλαρώσει με την doom μπαλάντα “Seven Sisters”. H καλύτερη στιγμή του δίσκου είναι το ομώνυμο “Apocryphon”, που παραμονεύει στο τέλος να σου πάρει τα μυαλά!

Οι The Sword κάνανε ξανά το θαύμα τους και έφτιαξαν κάτι το οποίο δε θα πιάσει εύκολα σκόνη στο ράφι σας!

Παρέα με το “Legend” των Witchcraft είναι, ίσως ότι καλύτερο έχει να επιδείξει η παγκόσμια heavy/doom σκηνή, και αν το προαναφερθέν δεν είχε κυκλοφορήσει, το “Apocryphon” θα χτυπούσε πεντάδα στις προτιμήσεις μου στο τέλος της χρονιάς!

Όπως λέει και ο τίμιος sportcaster, Βαγγέλης Ιωάννου… AWESOME, BABY!



Δημήτρης Μαρσέλος

EMERSOΝ/ BONILLA/ MIKKELSEN: “Three Fates”



Οι συστάσεις για τον σπουδαίο μουσικό και συνθέτη Keith Emerson, νομίζω ότι περιττεύουν. Ο μεγάλος αυτός δημιουργός και οργανίστας με αμέτρητες live εμφανίσεις και σημαντικές κυκλοφορίες που ξεκινούν με τους Nice από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και συνεχίστηκε στα ’70 με τους τρομερούς E.L.P. έχει πίσω τους μία απίστευτη διαδρομή και ενώ κοντεύει τα εβδομήντα δεν λέει να το βάλει κάτω. Η νέα του κυκλοφορία αυτή τη φορά φέρει την ονομασία “Three Fates” (ο τίτλος φανερά επηρεασμένος από το ομότιτλο κομμάτι των ELP από το πρώτο τους δίσκο) και την συνυπογράφουν, ο αμερικανός κιθαρίστας MARC BONILLA, ο Νορβηγός μαέστρος TERJE MIKKELSON και η MUNICH RADIO ORCHESTRA.
Όπως καταλαβαίνετε έχουμε να κάνουμε με ένα γνωστό εγχείρημα όπου το progressive rock παντρεύεται με την κλασσική μουσική και ένα απέραντο μουσικό ταξίδι ήχων στο χρόνο γίνεται ένα με το σήμερα. Το album περιλαμβάνει μερικά classic κομμάτια των Emerson, Lake & Palmer όπως τα “Abaddon's Bolero”, “Fanfare For The Common Man” και “Tarkus – Concertante” κάπως “πειραγμένα”, αλλά και νέες δημιουργίες.
Το αποτέλεσμα αναμενόμενο και θα αρέσει πολύ στους λάτρεις του art-rock ήχου της δεκαετίας του ’70, με την MUNICH RADIO ORCHESTRA να έχει κυρίαρχο ρόλο και τον KEITH EMERSON να “απλώνει” παντού το εξαιρετικό παίξιμο του. 
Το album αποτελεί ένα πανέμορφο καλλιτεχνικό έργο που προσφέρεται για πολλαπλές ακροάσεις. Ειδικά όσοι λατρεύουν ακόμη τους Emerson, Lake & Palmer θα κάνουν ένα πολύ ωραίο δώρο στον εαυτό τους με αυτή την αγορά.

 

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

SECRET SPHERE: “Portrait of a Dying Heart”



Κλείνοντας περίπου 14 χρόνια παρουσίας στο χώρο του power metal, οι εξ Ιταλίας Secret Sphere έρχονται ανανεωμένοι, με το έβδομο album τους ανά χείρας.
Πρώτο (και κύριο) χαρακτηριστικό, η αλλαγή τραγουδιστή, με τον Michele Luppi (ex- Vision Divine) να αντικαθιστά τον μέχρι πρότινος frontman τους, Roberto Messina (Alkemyst). Και για το trivia της υπόθεσης, να σημειωθεί πως τα μόνα μέλη που δεν έχουν αλλάξει από τις απαρχές της μπάντας είναι οι Aldo Lonobile (ο οποίος από το 2007 αποτελεί και μέλος των Death SS) και Andrea Buratto (Hell In the Club).
Το “Portrait of a Dying Heart” είναι concept album, βασισμένο στη νουβέλα “She Complies With the Night”, την οποία έγραψε η συγγραφέας Costanza Colombo, ύστερα από ανάθεση του ίδιου του σχήματος. Σε γενικές γραμμές πάντως καταπιάνεται με την αέναη μάχη μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, όχι δηλαδή με τίποτα το πρωτότυπο, αλλά οκ.
Θεωρώ πως η απόκτηση του Luppi βάζει σε νέα, ευμενέστερη, τροχιά το σχήμα και η χροιά τύπου Ian Parry που ενίοτε βγάζει, ταιριάζει απόλυτα με το μουσικό ποιόν των Secret Sphere. Ίσως ο νέος αυτός δίσκος να τους βοηθήσει να κάνουν πιο αισθητή την παρουσία τους στην παγκόσμια σκηνή, μιας και παρότι όλες (σχεδόν) οι δουλειές τους είναι ιδιαίτερα συμπαθητικές, δεν είχαν καταφέρει να διεισδύσουν σε μεγαλύτερα μουσικά σαλόνια. Άλλωστε τα “εργαλεία” τα έχουν… Αυτό που ίσως μένει είναι οι σωστές γνωριμίες και προωθήσεις.
Κλασικά, μην περιμένετε κάποια καινοτομία, ούτε πρόκειται να βρείτε τη νέα σας αγαπημένη power μπάντα. Από την άλλη, το “Portrait of a Dying Heart” σίγουρα αξίζει μια προσέγγιση από τους fan του είδους, οπότε τσεκάρετέ το…

Στέφανος Στεφανόπουλος

JIMI JAMISON: “Never Too Late”



Η φωνή του JIMI JAMISON είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο του aor ήχου.
Διανύοντας την έκτη δεκαετία της ζωής του, και ξεκινώντας από τους Target, τους Cobra και καταλήγοντας στους θρυλικούς SURVIVOR, όπου έγινε πασίγνωστος στο ευρύ κοινό (αλλά και από το Baywatch αφού ερμήνευε το "I'm Always Here"), ο Jimi Jamison έχει πίσω του μία σημαντική διαδρομή.
Στο νέο του σόλο δίσκο μεγάλη και καθοριστική βοήθεια στην ενορχήστρωση και συνθετική δομή του “Never Too Late” είναι η παρουσία του Erik Mårtensson (W.E.T., Eclipse) μιας και ο Σουηδός δημιουργός συμμετέχει στην παραγωγή, στην κιθάρα, στο μπάσο και στα keyboards. Ο Erik Mårtensson έχει κάνει όπως καταλαβαίνετε τα “μαγικά του” και έχει δημιουργήσει ένα νέο melodic rock αριστούργημα αναδεικνύοντας την εξαιρετική ερμηνευτική δεινότητα του πρώην τραγουδιστή των Survivor.
Σε μερικά σημεία του άλμπουμ υπάρχουν έντονες μελωδικές γραμμές από τους Journey, κάτι που εκπλήσσει ευχάριστα ειδικά στο κομμάτι “Everybody's Got A Broken Heart” και λιγότερο στα “Calling The Game” και “Walk On (Wildest Dreams)”. Αλλά το πνεύμα των παλιών καλών SURVIVOR είναι διάχυτο σε όλο το δίσκο μιας και τραγούδια όπως τα προηγούμενα που αναφέραμε αλλά και το ομότιτλο και τα “I Can't Turn Back”, “The Great Unknown” θυμίζουν εκείνες τις δοξασμένες μέρες του "Burning Heart".
Τρεις είναι όμως κατά τη γνώμη μου οι κορυφαίες στιγμές του “Never Too Late”. Αρχίζοντας με το καταπληκτικό “Street Survivor” με την κιθάρα του Magnus Henriksson να ζωγραφίζει μαζί με τα keyboards και τη φωνή του JIMI JAMISON να γίνεται σαρωτική. Η επόμενη μεγάλη στιγμή του δίσκου είναι το μνημειώδες “Bullet In The Gun” που αποτελεί ένα σύγχρονο aor ύμνο με τα πλήκτρα στη μέση του κομματιού να δίνουν άλλη διάσταση και το κινηματογραφικό ρεφρέν να σε ισοπεδώνουν. Ορμητικό, παθιασμένο σε σημείο να απογειώνεσαι από τη δύναμη και την ένταση που έχει αυτό το τραγούδι. Και τέλος, το “Heaven Call Your Name”, το οποίο δεν είναι άλλη μία τυπική μπαλάντα για να γεμίσει το album αλλά ένα εξαίσιο μελωδικό κομψοτέχνημα τραγουδισμένο με ένα ονειρικό ρεφρέν.
Σε μία συνεχόμενη λοιπόν καταιγίδα κυκλοφοριών από την Frontiers Records, η γριά κότα… αποδεικνύεται ότι μπορεί ακόμη και σήμερα να κυκλοφορεί αριστουργηματικά άλμπουμ. Βέβαια για να το επαναλάβουμε το χεράκι και το μυαλό του Erik Mårtensson έκαναν ετούτο το άλμπουμ να είναι υποψήφιο για το καλύτερο της χρονιάς.


Φώτης Μελέτης

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

NEAL SCHON: “The Calling”

Το να γράψεις κάποια πράγματα για έναν μουσικό της εμβέλειας του Neal Schon είναι κάτι πολύ δύσκολο από την στιγμή που ο συγκεκριμένος μουσικός ασχολείται με τα μουσικά δρώμενα σχεδόν 45 χρόνια!
Από που να ξεκινήσω και που να τελειώσω; Να πω πως ήταν μέλος του Santana στις αρχές της δεκαετίας των 70's ή να καταπιαστώ με τους θρυλικούς Journey των οποίων το ταξίδι ξεκίνησε το 1973 και με τους οποίους κέρδισε τα πάντα; Και όταν λέω τα πάντα αναφέρομαι στο γενικό πακέτο, από φήμη μέχρι λεφτά, δόξα και καταξίωση ως ένας από τους κορυφαίους μουσικούς στον κόσμο. Επίσης θα πρέπει να αναφέρω και την συμμετοχή του στα supergroup των Hardline (Double Eclipse) και Bad English, καθώς επίσης και στην συμμετοχή του σε διάφορα projects και ως guest στους Joe Cocker, Sammy Hagar, Paul Rodgers, Larry Graham, Betty Davis και Michael Bolton μεταξύ άλλων. Έτσι λοιπόν φτάνουμε αισίως στο τώρα και στη ολοκαίνουρια δουλειά του μεγάλου αυτού βιρτουόζου το οποίο τιτλοφορείται "The Calling".
Στο νέο άλμπουμ ο Neal Schon κάνει τα πάντα εδώ, ή σχεδόν τα πάντα αφού είναι υπεύθυνος για την παραγωγή, παίζει μπάσο και βεβαίως- βεβαίως για την κιθαριστική δουλειά η οποία είναι συγκλονιστική. Στο "The Calling" θα συναντήσουμε και τον γνωστό από τους Journey, Steve Smith στα drums. Στα keyboards έχουμε την συμμετοχή δυο κορυφαίων του είδους όπως είναι ο Igor Len και ο Jan Hammer (Jeff Beck, Mahavishnu Orchestra, Miami Vice soundtrack).
Στο άλμπουμ λοιπόν θα ακούσουμε δώδεκα πραγματικά εκπληκτικές, σε έμπνευση, κιθαριστικές συνθέσεις αυτού του τεράστιου καλλιτέχνη οι οποίες ακροβατούν ανάμεσα σε hard rock φόρμες, blues και jazz/funkier συνθέσεις και αποτυπώνουν με τον καλύτερο τρόπο το πόσο μοναδικός σαν κιθαρίστας είναι ο Neal Schon.
Χωρίς φλυαρίες και περιττά ταχυδακτυλουργικά πράγματα ο Schon μας παρασύρει σε ένα μοναδικό μελωδικό και γκαζάτο ταξίδι ξεδιπλώνοντας κάθε πτυχή του ταλέντου του. Πραγματικά συγκλονιστικό άλμπουμ και απαραίτητο για κάθε λάτρη της εξάχορδης!


Βασίλης Χασιρτζόγλου

TRAIL OF MURDER: “Shades of Art”

Τελικά αυτοί οι  Σκανδιναβοί αποτελούν εγγύηση στο χώρο του σκληρού ήχου!
Συγκεκριμένα οι Trail of Murder μας έρχονται από τη Σουηδία και ειδικότερα από την πόλη Bollnäs, που είναι γενέτειρα συγκροτημάτων όπως Morgana Lefay και Tad Morose. Από τις τάξεις των τελευταίων προέρχονται οι Urban Breed (Vocals) και Daniel Olsson (Guitars, backing vocals), οι οποίοι συνέλαβαν και την ιδέα για τη δημιουργία της μπάντας. Στην παρέα μπήκε ο Pelle Åkerlind (Drums, backing vocals) και έτσι ξεκίνησε το γράψιμο των τραγουδιών. Αργότερα προστέθηκαν οι Hasse Eismar (Guitars, backing vocals) και Johan Bergquist (Bass, backing vocals) με αυτή τη σειρά χρονικά.
Το ντεμπούτο άλμπουμ τους  φέρει τον τίτλο “Shades of Art” και κινείται σε Hard n’ Heavy μονοπάτια με τις ταχύτητες ν’ ανεβαίνουν σε μερικά κομμάτια προσδίδοντας μια πιο power metal διάσταση. Όσον αφορά στις συνθέσεις, το συγκρότημα φαίνεται να ακολουθεί την πεπατημένη. Εντούτοις το γεγονός αυτό δεν συνιστά απαραιτήτως και σφάλμα, αφενός γιατί ο πρώτος δίσκος ενός μουσικού σχήματος δεν επιδέχεται εύκολα πειραματισμούς, αφού είναι ρίσκο, αφετέρου το τελικό αποτέλεσμα τους δικαιώνει, μιας και πρόκειται για κομμάτια δυναμίτες με πιασάρικες μελωδίες.
Συμπαγή και κοφτερά ριφ, ογκώδης ήχος, ικανοποιητικά σόλο, επικά και καθαρά φωνητικά και καλό μιξάρισμα (Jonas Kjellgren-Sonic Syndicate, Scar Symmetry) συνθέτουν μία σκοτεινή ατμόσφαιρα που όμως ταυτόχρονα οξύνει τα πνεύματα και διεγείρει τις αισθήσεις!
Όσοι, λοιπόν, είναι οπαδοί του είδους, καλό είναι να μην το προσπεράσουν το “Shades of Art” αλλά να το αναζητήσουν σε όσα δισκοπωλεία έχουν απομείνει.

Νικόλαος Καπίρης

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

PAPA ROACH: “The Connection”



Η πρώτη μου επαφή με τους Papa Roach, όπως και των περισσοτέρων φαντάζομαι, έγινε κάπου στις αρχές τις προηγούμενης δεκαετίας με το τραγούδι “Last Resort”.
Ήθελες δεν ήθελες το κομμάτι αυτό το άκουγες παντού. Τόσο πολύ που προσωπικά σιχάθηκα και το κομμάτι και την ίδια την μπάντα. Ήταν περίοδος που μεσουρανούσε το nu-metal κίνημα και πολλές μπάντες ξεφύτρωναν ενώ άλλες τροποποιούσαν το στυλ τους και προσπαθούσαν να αρπάξουν την ευκαιρία και να κερδίσουν την δημοτικότητα που τους αναλογεί στον metal – rock ή και pop χώρο. Για να πω την αλήθεια οι Papa Roach ούτε την εκτίμηση μου κέρδισαν τότε αλλά ούτε πίστεψα ποτέ πως είναι κάτι που θα πρέπει πραγματικά να ασχοληθώ.
Και να που 10 και βάλε χρόνια μετά οι Papa Roach είναι ακόμη εδώ και κυκλοφορούν την έβδομη ολοκληρωμένη τους δουλειά με τον τίτλο “The Connection”. Και να που 10 χρόνια μετά τα έφερε η μοίρα έτσι ώστε να κάνω την κριτική σε αυτόν τον καινούργιο τους δίσκο. Ακούγοντας τις  προηγούμενες δουλειές τους παρατήρησα ότι σε όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν από την πρώτη τους δουλειά, έχουν πειραματιστεί αρκετά και προσθέτουν συνέχεια καινούργια στοιχεία στη μουσική τους. Αυτό που μένει ίδιο είναι η προσπάθεια τους να γράφουν ραδιοφωνικά χιτάκια. Κομμάτια που θα παίζονται στο ραδιόφωνο ανελλιπώς, που θα παίζονται στα στάδια και τα κοριτσάκια θα ζητωκραυγάζουν ή ακόμα να αποτελούν τα “rock” κομμάτια που θα παίζονται στα σχολικά party.
Το θέμα είναι ότι στο “The Connection” πετυχαίνουν τελείως τον σκοπό τους. Και μπράβο τους. Γιατί αυτό που κάνουν το κάνουν καλά. Πολύ καλά θα έλεγα. Ο δίσκος περιέχει δεκατρείς συνθέσεις που συναγωνίζονται η μία την άλλη στο ποια θα αποτελέσει το χιτάκι της χρονιάς. Προσωπικά ψηφίζω ένα από τα “Leader of the Broken Hearts” και “Give Me Back My Life” αν και το καλύτερο τραγούδι πιστεύω πως είναι το “Where Did The Angels Go”. Η δομή κάτι παραπάνω από συγκεκριμένη: Intro-verse-chorus-verse-chorus-break-chorus-chorus. Και όποιος κατάλαβε κατάλαβε.
Όσον αφορά το στυλ τους δεν θα το χαρακτήριζα σε καμία περίπτωση nu-metal αλλά punk-rock ή ακόμη και hardrock-metal. Με πολλά μα πάρα πολλά στοιχεία μέσα. Από ραπαρίσματα και μελό συνθέσεις μέχρι heavy riffs και ατμοσφαιρικά (πιο electro) πλήκτρα. Καταλαβαίνει κανείς από το πρώτο άκουσμα ότι η μπάντα βρίσκεται σε πολύ καλή φόρμα. Ο δίσκος ξεκινάει δυνατά και συνεχίζει δυνατότερα μέχρι να ισορροπήσουν κάπως τα πράγματα και να πάρει μια πιο ήρεμη μορφή μέχρι το κλείσιμο.  Το θετικό είναι ότι υπάρχει μία συνέχεια και δεν κουράζει στην ακρόαση.
Τέλεια παραγωγή, 13 χιτάκια και νομίζω πραγματικά πως σε κάποιο από αυτά θα λάχει ο κλήρος για να παιχτεί αβυσσαλέα από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της χώρα μας και όχι μόνο. Και όπως είπα πριν μαγκιά τους γιατί αυτό που κάνουν το κάνουν καλά και υπάρχουν πραγματικά κομμάτια που σου καρφώνονται στο μυαλό και που εύκολα (και ίσως ευχάριστα κάποια από αυτά) θα μπορούσε να ακούσει κάποιος σε ένα party ή στο αυτοκίνητό του.
Για να κλείσω να πω πως το “The Connection” θα ικανοποιήσει σίγουρα τους φίλους των Papa Roach και ενδέχεται να κερδίσουν και καινούργιους fan του συγκεκριμένου είδους με αυτήν την κυκλοφορία. Ένας καλός pop-punk-rock δίσκος είναι πάντα θετικός για την εξάπλωση της μουσικής που αγαπάμε (συνήθως). Α! Και κάτι τελευταίο, που μου ήρθε τώρα. Το “The Connection” είναι (ολόκληρος ο δίσκος) το πιο άψογο soundtrack για αμερικάνικη ταινία τύπου American Pie. Και πολύ θα της πέφτει για να πω την αλήθεια. Αυτά.

Νίκος Τόλης

FM: “Tough It Out”



Το  πρώτο άλμπουμ των FM, “Indiscreet”, τους έμπασε για τα καλά στο προσκήνιο. Με το “Tough It Out” στερέωσαν την παρουσία τους στο μελωδικό χώρο.
Ήταν μία βρετανική μπάντα με προσανατολισμό στην αμερικάνικη αγορά, για αυτό και η μουσική της ήταν εφάμιλλη αυτής των Foreigner, Journey και  Survivor. Το γεγονός ότι δεν είχαν τα προσδοκώμενα χρηματικά οφέλη με την πρώτη κυκλοφορία, τους πείσμωσε και έτσι κυκλοφόρησαν και τιτλοφόρησαν τη δεύτερη δουλειά τους "Tough It Out".
Αυτή όμως τη φορά  δεν άφησαν τίποτε στην τύχη, έχοντας στη θέση του management των εκπρόσωπο των REO Speedwagon, τον εξέχοντα παραγωγό Neil Kernon (Elton John, David Bowie, Thin Lizzy, Neil Sedaka, Marc Bolan, Jimmy Webb, Ace, Colin Blunstone, Hawkwind, Judas Priest, Linda Ronstadt, Mick Ronson, Queen, Strawbs, Supertramp, The Tremeloes, Peter Hammill, Stephane Grappelli, The Mahavishnu Orchestra, Billy Cobham, Stanley Clarke, Lenny White  μεταξύ άλλων) και συνεργαζόμενοι  με μερικούς από τους καλύτερους συνθέτες, όπως Desmond Child, δημιούργησαν ένα άλμπουμ με μεγάλες δυνατότητες.
Κυκλοφορώντας τον Οκτώβριο του 1989, το "Tough It Out" είχε όλη την έξαψη της πρώτης κυκλοφορίας, την ενεργητικότητα και το πάθος όλων όσοι συνεργάστηκαν για αυτό η μίξη έγινε από τον Nigel Green (Def Leppard) και το άλμπουμ περιέχει έντεκα συνθέσεις υψηλής ποιότητας μελωδικού AOR, συμπεριλαμβανομένων των "Don't Stop", "Bad Luck", "Burning My Heart Down" και την κομματάρα "Someday (You'll Come Running)".
Εύσημα πρέπει να δοθούν στον Steve Overland για τη εκπληκτική φωνή του και τις ερμηνείες του, που μεταμορφώνουν τις συνθέσεις από καλές σε εκπληκτικές. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία ενός από τα καλύτερα άλμπουμ του μελωδικού χώρου.
Η Rock Candy λοιπόν επανακυκλοφορεί, επεξεργασμένο στον ήχο, αυτό  το μοναδικό cd, με 5 επιπλέον συνθέσεις που είχαν εμφανιστεί ως  b-sides, συμπεριλαμβανομένου και του σπάνιου να βρεθεί "Everytime We Touch". Πραγματική απόλαυση αυτή η κυκλοφορία… και καλό φθινόπωρο!!!
Tracklist:
01 - Tough It Out
02 - Don't Stop
03 - Bad Luck
04 - Someday (You'll Come Running)
05 - Everytime I Think Of You
06 - Burning My Heart Down
07 - The Dream That Died
08 - Obsession
09 - Can You Hear Me Calling?
10 - Does It Feel Like Love?
11 - Feels So Good
12 - Hurt Is Where The Heart Is (bonus track)
13 - This Could Be The Last Time (bonus track)
14 - Someday (You'll Come Running) [Extended Version] (bonus track)
15 - Alibi (bonus track)
16 - Everytime We Touch (bonus track)



Νότης Γκιλλανίδης

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

GREEN DAY: “¡Uno!”


Από την εποχή που κάναμε μαύρα μάτια να δούμε νέο album από τους Green Day περνάμε στη τριλογία “¡Uno!”, “¡Dos!”, “¡Tré!”. Το πρώτο εκ των τριών ήδη έχει να επιδείξει τρία singles τα οποία συνοψίζουν το όλο σκηνικό του δίσκου…
Το οποίο σκηνικό δεν έχει ουσιώδη συγγένεια με το “21st Century Breakdown”. Στη πραγματικότητα, αυτό που ξεχωρίζει τη νέα προσπάθεια των Green Day από αυτό και το “American Idiot” είναι τα αποτελέσματα που φέρνει το πέρασμα των χρόνων. Το “¡Uno!” αν και περισσότερο punk από τον προκάτοχο του, σίγουρα λαμπερότερο και πιο συνειδητοποιημένο, είναι κλασσικό Αμερικάνικο rock για ερωτικούς μπελάδες και ατελείωτα πάρτυ.
Το “¡Uno!” κρύβει επίσης μερικές εκπλήξεις. Ακούγεται σαν το “Dookie” του 1994, σε άλλα (πολλά) σημεία σαν τους Sum 41 και σ’ άλλα σαν τους… The Who. Πάνω απ’ όλα φέρει τη δυναμική, την επινοητικότητα και το στρώσιμο που απουσίαζαν από τους δύο προκατόχους του. Αποτελεί συγχρόνως ένα άψογο δείγμα μοντέρνου rock και pop και διακατέχεται από πνεύμα μπάντας παρέας που “δημιουργεί” στο γκαράζ της.
Τα κομμάτια “Carpe Diem”, “Kill the DJ” και “Troublemaker” είναι ίσως τα περισσότερο radio friendly, catchy. Ο Billie Joe Armstrong μεγάλωσε και φαίνεται πως βρίσκεται στη καλύτερη του φόρμα για τα τελευταία χρόνια. Οι φίλοι του, Mike Dirnt και Tré Cool, είναι ακόμα αναπόσπαστο κομμάτι της παρέας που φτάνει σε νέα standards.
Οι Green Day με το “¡Uno!” κρατάνε τη φλόγα ζωντανή και την αναζωπυρώνουν ώστε να κάψει δρόμους. “Let Yourself Go” λοιπόν και εντυπωσιαστείτε από το εντυπωσιακό γύρισμα του τροχού των Αμερικανών.


Παναγιώτης Πετρόπουλος

DEVIN TOWNSEND PROJECT: “Epicloud”



Και ύστερα από μια μνημειώδη τετραλογία, που συμπεριελάμβανε όλες τις μουσικές πτυχές (αρρωστημένες και μη), του πολυμήχανου Devin Townsend, καταφτάνει φουριόζικο το ολοκαίνουριο full length του, ονόματι “Epicloud”!
Ο Townsend πλέον τα έχει κάνει όλα. Έχει παίξει (σχεδόν) τα πάντα και μετράει κοντά στους 20 δίσκους στο ενεργητικό του (συν διάφορα EP και mini cd, για να μη βάλω στην εξίσωση και τις πάμπολλες συμμετοχές/ συνεργασίες του και δεν τελειώσουμε ποτέ). Εν ολίγοις, δεν έχει να αποδείξει τίποτα σε κανέναν.
Έχοντας πλέον απαλλαγεί από το βραχνά των ουσιών και έχοντας ήδη παρουσιάσει το εν λόγω δύσκολο ταξίδι της απεξάρτησης μέσα από την προαναφερθείσα τετραλογία (“Ki”, “Addicted”, “Deconstruction” και “Ghost”), ο Townsend μας συστήνει τον καινούριο του εαυτό, ο οποίος μπορεί μουσικά να μην απέχει ιδιαίτερα από τον παλιό, αλλά όντας πια νηφάλιος, θέλει με τις συνθέσεις του να ξυπνήσει ολάκερο το σύμπαν (και το κάνει). Σύμμαχός του η (όπως πάντα) καλή παραγωγή, που αυτή τη φορά μάλλον ξεπερνάει τα όρια δημιουργώντας ένα album που δε γίνεται να μην το ακούσεις δυνατά! Το slogan “It’s Epic and it’ s Loud” που συνοδεύει το δίσκο, βρίσκει πλήρη εφαρμογή και δε νομίζω πως θα μπορούσα να περιγράψω καλύτερα το αποτέλεσμα.
Μέσα από δεκατρείς συνθέσεις (διάρκειας περίπου 50 λεπτών) ο Devin Townsend (για πρώτη φορά ίσως), συνδυάζει όλες του τις επιρροές. Στο “Epicloud” θα βρείτε την παράνοια των “Ziltoid the Omniscient” και “Deconstruction” (“Lucky Animals”, “Liberation”, “More!”), το heavy λυρισμό των “Terria” και “Ki” (“Where We Belong”, “Grace”, “Hold On”, “Angel”), τη hard rock διάθεση των “Accelerated Evolution” και “Addicted” (“True North”, “Save our Now”), αλλά και τη νηφαλιότητα του “Ghost” (“Divine”, “Lessons”), ενώ ευπρόσδεκτη (αν και ίσως αχρείαστη) είναι η επανεκτέλεση του “Kingdom” μέσα από το “Physicist” album.
Αρρωστημένα riff, heavy ελεγείες, σχιζοφρενείς συνθέσεις, νεωτεριστική διάθεση, jazz περάσματα, ambient πειραματισμοί, gospel επιρροές, μια εξαιρετική Anneke και φυσικά (και πάνω από όλα) hard rock! Αυτή είναι η συνταγή του “Epicloud” που φέρει τη σφραγίδα ενός εκ των σημαντικότερων δημιουργών της τελευταίας εικοσαετίας!
Η λίστα για τα καλύτερα της χρονιάς βρήκε άλλη μια άξια προσθήκη…


Στέφανος Στεφανόπουλος

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

FOCUS: “Χ”


Οι Ολλανδοί prog-rockers, επιστρέφουν δισκογραφικά μετά από έξι χρόνια και συνεχίζουν να μας ταξιδεύουν στο παρελθόν, στην εποχή δηλαδή που τους ανακάλυψαν χιλιάδες οπαδοί της progressive/classic rock σκηνής.
Οι FOCUS υπηρετούν πιστά τις συνθέσεις και τις ενορχηστρώσεις που τους έκαναν γνωστούς σε όλη την υφήλιο με τον παραδοσιακό ήχο τους να ξαναγεννούν μνήμες από την δεκαετία του ‘70, που όσο κουραστικό κι αν ακούγεται ήταν μία χρυσή δεκαετία για το κλασσικό ροκ.
Τους FOCUS τους γνωρίζουμε όλοι από το εκπληκτικό σε σύλληψη και εκτέλεση κομμάτι "Hocus Pocus" και μπορεί να μην έλαμψαν σε δημοσιότητα και εμπορικότητα με τα άλλα ιερά progressive  τέρατα του χώρου (Yes, Genesis, Pink Floyd, Jethro Tull κ.α) όμως η τρομερή παρέα του ιδιοφυούς Thijs van Leer (και του κιθαρίστα Jan Akkerman που δεν συμμετέχει πια στο σχήμα), ήξερε πολύ καλά να αποδίδει άρτιες μελωδίες και μακρόσυρτους ρυθμούς με ένα ξεχωριστό τρόπο.
Το συγκρότημα έχει ξεκινήσει το 1970 και εκείνο που τους χαρακτηρίζει σε θέμα οργάνου είναι το φλάουτο όπου οι συγκρίσεις με τους Jethro Tull είναι αναμενόμενες, μόνο που οι FOCUS προτιμούν τις ορχηστρικές κυρίως εκτελέσεις με την κιθάρα να έχει πάντα τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Το νέο τους album που φέρει τον τίτλο “X” είναι άλλο ένα ευχάριστο art-rock ταξίδι στο παρελθόν με συνοδοιπόρο από τα πρώτα τους βήματα, τον πολύπειρο ντράμερ Pierre van der Linden και άλλους δύο εξαίσιους μουσικούς τον μπασίστα, Bobby Jacobs και τον κιθαρίστα, Menno Gootjes.
Οι συνθέσεις περιέχουν όλα τα προοδευτικά rock στοιχεία που κυριάρχησαν στη δεκαετία του ’70, με τις κιθάρες, τα πλήκτρα, τα πνευστά και φυσικά τα τύμπανα και το μπάσο σε ένα οργιώδες πανδαιμόνιο εναλλαγής ρυθμών όπου συνδυάζονται ο αυτοσχεδιασμός, η μελωδικότητα, τα παρανοϊκά φωνητικά, η έξυπνη τεχνική, και η θεϊκές εμπνεύσεις. Αξίζει να σημειώσουμε ότι το εξώφυλλο είναι σχεδιασμένο από μία θρυλική φιγούρα του prog-rock ήχου, τον Roger Dean.

 Φώτης Μελέτης

RIVAL SONS: “Head Down”


Τρίτη κυκλοφορία για τους καλιφορνέζους RIVAL SONS που τιτλοφορείται  “Head Down” και εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα τρομερό blues-rock/ hard rock πανηγύρι!
Το πνεύμα των ‘70 αλλά και των ‘60 ζει και βασιλεύει αφού οι αμερικανοί ρόκερ, τα παίζουν όλα ως πιστό αντίγραφο (χωρίς όμως να ενοχλούν), με αριστουργηματικό τρόπο με την σημαντική βοήθεια στη παραγωγή του Dave Cobb και του βραβευμένου με Grammy, μηχανικό ήχου Vance Powell που μεταφέρουν έξυπνα στις συνθέσεις του “Head Down” όλη εκείνη την χρυσή εποχή.
Το θανατηφόρο κοκτέιλ που σερβίρουν οι RIVAL SONS περιέχει αρκετούς Bad Company, Led Zeppelin, Free και Grand Funk και προσθέτουν δυνατές δόσεις από Yardbirds, Monkees και Doors ενώ οι ψυχεδελικές, funk και soul μελωδίες και ερμηνείες είναι διάσπαρτες σε όλο το δίσκο.
Κομματάρες σαν το “Keep On Swinging” έχουν να γραφτούν από την εποχή που ξεκίνησαν οι Black Crowes, ενώ ο θυμός και ο τσαμπουκαλίδικη ερμηνεία του Jay Buchanan στο “Run From Revelation” είναι καταπληκτική και η φωνή του φέρνει σε πολλά σημεία από Paul Rodgers.
Οι ήρεμες στιγμές του άλμπουμ όπως το “Jordan”, το “True” και το ορχηστρικό “Nava”, περιέχουν πανέμορφους μελωδικούς αργόσυρτους ρυθμούς ενώ το “The Heist” θυμίζει κάποιο ξεχασμένο κομμάτι των Doors. Φυσικά εκεί που το album κορυφώνεται και σε απογειώνει είναι με τα “Manifest Destiny (Pt. 1)” και “Manifest Destiny (Pt. 2)” που αποτελούν τα σημεία αναφοράς του “Head Down”, μιας και νομίζεις ότι κιθάρα παίζει ο Jimmy Page.
Με λίγα λόγια λοιπόν έχουμε να κάνουμε με έναν από τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς όπου τα seventies έχουν την τιμητική τους.

 Φώτης Μελέτης

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

KAIPA: “Vittjar”



Το “Vittjar” είναι το 12ο album για τους Σκανδιναβούς φολκλοριστές Kaipa, που μάλλον λίγα  ακούγονται αν αναλογιστούμε πως η μπάντα σχηματίστηκε το 1973, ενώ ο ηγέτης τους και μοναδικό ιδρυτικό μέλος, Hans Lundin, ασχολείται με την δημιουργία μουσικής από το 1965!
Με 2 επιπλέον μέλη από το προηγούμενο “In The Wake Of Evolution” (6 στο σύνολο), ηχογράφησαν τη νέα τους δισκογραφική δουλειά προσφέροντάς μας απλόχερα ένα ιδιαίτερο μείγμα progressive, folk, rock και fusion μουσικής. Σε όσους έχουν ήδη μια ιδέα για το πως ηχούν οι Kaipa όλα αυτά τα χρόνια δεν θα περάσει απαρατήρητη μια πνοή νεοπροοδευτικής φρεσκάδας μπολιασμένης στην vintage αισθητική με τα Σουηδικά φολκλορικά στοιχεία του παρελθόντος αλλά και το γεγονός πως δεν διστάζουν να μπουν σε νέες, ανεξερεύνητες για την μπάντα περιοχές. Κι αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά του “Vittjar”, η πρόοδος.

Με διακριτικά πιο heavy ήχο στις κιθάρες και τα τύμπανα, τα 8 κομμάτια που υπάρχουν στο δίσκο κυμαίνονται από το 2λεπτο “Second Distraction”μέχρι και το 22λεπτο έπος “Our Silver Ballroom Band”. Γίνεται εκτεταμένη χρήση φλάουτου, βιολιού, σφυρίχτρων και άλλων μη συμβατικών rock οργάνων κι όλα αυτά δοσμένα μέσα από μια πραγματικά κρυστάλλινη παραγωγή. Οι στίχοι είναι αγγλικοί με εξαίρεση το ομότιτλο του album στο οποίο είναι γραμμένοι και τραγουδισμένοι στην μητρική τους γλώσσα. 

Και στα 8 τραγούδια είναι σαφές πως η μπάντα επεκτείνει τις δυνατότητες όπως προανέφερα, παντρεύοντας με επιτυχία το μοντέρνο rock με το φολκλόρ, με κομβικό σημείο την φωνή του Hans Lundin με την χαρακτηριστική της δυναμικότητα αλλά και τις πολυδιάστατες δυνατότητές της.

Αν θα έπρεπε να καταλογίσω και κάποιο αρνητικό σε αυτή τη δουλειά αυτό θα ήταν, χωρίς δεύτερη σκέψη, το ότι σε σημεία ακούγεται υπερβολικά χαρούμενο και απαλό. Όσοι δεν ενοχλούνται από αυτό θα βρουν στο“Vittjar” ποιοτικές μουσικές συνθέσεις που ξεφεύγουν κατά πολύ από το μέσο όρο των σύγχρονων κυκλοφοριών.

Συνταξιδιώτες του Lundin (keyboards,vocals) σε αυτό το ονειρικό ταξίδι είναι ο γνωστός μας από τους Scar Symmetry, Per Nilsson (guitars), o Morgan Agren (drums- Mats & Morgan/Zappa), o Jonas Reingold (bass- The Flower Kings/Karmakanic), o Patrik Lundstrom (vocals- Ritual) και ηAleena Gibson (vocals).

Κατά τις δηλώσεις του ίδιου του Lundin οι Kaipa δεν είναι μια live μπάντα κι έτσι δεν μας αφήνει ελπίδες, κάτι που στα δικά μου αυτιά τουλάχιστον θα ακουγόταν πολύ ενδιαφέρον. Το album κυκλοφορεί τόσο σε διπλό gatefold βινύλιο όσο και σε περιορισμένο digipack οπτικό δίσκο, από την ιδιαιτέρως γνωστή στους φίλους του progressive, Inside Out.


“Re-Machined: A Tribute to Deep Purple’s Machine Head”



Έχοντας ακούσει μερικές δεκάδες διασκευών σε τραγούδια της αγαπημένης μπάντας των Deep Purple, όντας συλλέκτης όποιας κυκλοφορίας υπήρξε ως αφιέρωμα, σε ένα από τα επιδραστικότερα συγκροτήματα στο χώρο του κλασικού rock, ήρθε στην κατοχή μου το τεύχος του Classic Rock και πρώτη κίνηση ήταν το cd με τις επανεκτελέσεις του “Machine Head” να “οδηγηθεί”  στο ηχοσύστημα και μάλιστα με μεγάλη ένταση.
Μετά λοιπόν από μία βδομάδα συνεχούς ακρόασης καταλήγω: σίγουρα το“Re-Machined” δεν είναι ένα άλμπουμ -αφιέρωμα στους Deep Purple. Είναι μία επαναπροσέγγιση στο “Machine Head”, το εμβληματικό άλμπουμ της μπάντας που συμπληρώνει 40 χρόνια από την ημέρα της πρώτης κυκλοφορίας του.
Οι μουσικοί που με άκρα μουσικότητα και επαγγελματισμό παρουσιάζουν τις εννέα συνθέσεις του δίσκου είναι μερικοί από τους “υπερήρωες” του χώρου, όπως Metallica, Iron Maiden και Chickenfoot, με την προσθήκη θρυλικών βιρτουόζων της κιθάρας όπως Steve VaiCarlos SantanaJoe Bonamassa και Zakk Wylde.
Όλες οι συνθέσεις παρουσιάζονται με απόλυτο σεβασμό και μουσικότητα αντάξια των καλλιτεχνών που δημιούργησαν αυτές τις συνθέσεις. Κάποιες εκτελέσεις  είναι πολύ πιστές στις πρωτότυπες, κάποιες όχι. Οι Glenn Hughes και Chad Smith κλέβουν την παράσταση, σε μία μαγική εκτέλεση  με το heavy funk ύφος τους στο “Maybe I’m A Leo”. Οι Black Label Society ροκάρουν ασύστολα στο “Pictures Of Home”, τη στιγμή που οιJimmy Barnes και Joe Bonamassa λάμπουν με τις ερμηνείες τους στο“Lazy”. Τα πλήκτρα όμως είναι η έκπληξη για να ξεχωρίσει ο οργανίσταςArlan Schierbaum. Έχουμε τους γνωστούς και μη εξαιρετέους  (λάτρεις των Purple από παλιά με αρκετές διασκευές στα live τους), τους Iron Maidenπου παρουσιάζουν μία δυναμική, γεμάτη πάθος εκδοχή του “Space Truckin”.
Οι Metallica διαλέγουν το “When A Blind Man Cries”, ένα b-side που ο R. Blackmore σιχαινόταν να παίζει τον παλιό καλό καιρό (άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου) και οι super-stars Metallica έχοντας στο ρεπερτόριο τους τη σύνθεση αυτή, ως ένα είδος μπαλάντας, παραμένουν πιστοί στην αρχική παρουσίαση των Purple. Αγαπημένο μου όμως είναι το “Never Before”που παρουσιάζουν οι Kings Of Chaos, ένα supergroup αποτελούμενο από τους Joe Elliott (Def Leppard – φωνή), Steve Stevens (Billy Idol, Michael Jackson, Vince Neil μερικές από τις πολλές συνεργασίες) και η rhythm section των  Gun ‘N Roses (κάποτε…) Duff McKagan (μπάσο) και Matt Sorum (τύμπανα) με εξαίρετη παρουσίαση και εκπληκτική δουλειά –ως συνήθως – από τον Stevens.
Και υπάρχουν και τα κλασικά των κλασικών: το “Smoke On The Water” από τους The Flaming Lips, που το παρουσιάζουν με μία ηλεκτρική, άκρα ιδιότυπη και ανούσια “εκτέλεση” (κυριολεκτικά!) και το ίδιο κομμάτι από το γερόλυκο Santana και το Jacoby Shaddix (Papa Roach), που αποδίδουν πιστά την ΑΙΩΝΙΑ κλασική σύνθεση. Το άλλο κλασικό των κλασικών,“Highway Star”, παρουσιάζεται από τους Chickenfoot σε μία εξαιρετική εκτέλεση που ροκάρει στην αρχή του άλμπουμ. 
Αυτό όμως που είναι όλα τα λεφτά, είναι πάλι το “Highway Star” (το  bonus track) στην Collector Fan Pack έκδοση που αρχικά ήταν “ανάληψη” τωνBlack Country Communion, όμως ο πολυάσχολος το τελευταίο διάστημα Bonamassa δε μπόρεσε να συμμετάσχει. Όταν λοιπόν ο Hughes πληροφορήθηκε την απώλεια του Jon Lord, θέλησε να αφιερώσει στο φίλο του μία διασκευή, έτσι με τη βοήθεια του Steve Vai κατάφερε να μας δώσει μία εκπληκτική, μοναδική (όποιο επίθετο θέλετε βάλτε) εκτέλεση.
Αξίζει λοιπόν να προμηθευτείτε την Classic Rock’s Collector Fan Pack , που περιέχει το bonus track και 124 σελίδες με συνεντεύξεις των Metallica, Maiden, Chickenfoot, Bonamassa και Vai.
Tracklist
01. Smoke On The Water- Carlos Santana & Jacoby Shaddix
02. Highway Star- Chickenfoot
03. Maybe I’m A Leo- Glenn Hughes & Chad Smith
04. Pictures of Home -Black Label Society
05. Never Before -Kings of Chaos: Joe Elliott, Steve Stevens, Duff McKagan, Matt Sorum
06. Smoke On The Water- Flaming Lips
07. Lazy- Jimmy Barnes with Joe Bonamassa
08. Space Truckin’- Iron Maiden
09. When a Blind Man Cries- Metallica
10. Highway Star [Collector’s Fan Pack Bonus Track]- Glenn Hughes, Steve Vai, Chad Smith, Lachlan Doley

Νότης Γκιλλανίδης

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

THE KILLERS: “Battle Born”


Μεγάλη κουβέντα θα ανοίξει το νέο πόνημα των The Killers
Διότι όταν περιμένεις τέσσερα χρόνια, περιμένεις κάτι πιο… “wow” από τη συγκεκριμένη μπάντα. Βέβαια, αρκετοί είχαν προβλέψει πως το σχήμα δε θα καταφέρει να επαναλάβει την επιτυχία των “Hot Fuss” και “Sam’s Town”, μιας και το “Day & Age”, παρότι συμπαθέστατο, “έχανε” σε σχέση με τους προκατόχους του.
Το “Battle Born” συνεχίζει τη ρότα που ξεκίνησαν οι The Killers με το προηγούμενο album, ενώ οι μουσικές ομοιότητες με το solo δίσκο του Brandon Flowers, που κυκλοφόρησε προ διετίας, είναι αναπόφευκτες. Αυτό φυσικά δεν είναι κακό, αλλά η επιστροφή του group στη δισκογραφία είναι λιγότερο θεαματική από ότι θα περίμεναν οι απανταχού ακροατές του.
Είναι ίσως η πιο υποτονική δουλειά του σχήματος, η οποία όμως πατάει όσο καμία άλλη στις ‘80s επιρροές του και αυτό εν τέλει δε συντελεί αρνητικά. Η μέχρι πρότινος uptempo αισθητική παραμερίζεται και δίνει τη θέση της σε μια πιο μεστή χροιά, η οποία όμως δε θα βγάλει τον ίδιο αριθμό single με τις προγενέστερες δουλειές της μπάντας. Άλλωστε οι εποχές που οι Duran Duran (όχι τυχαίο παράδειγμα) πουλούσαν με τη σέσουλα, έχουν περάσει. Εκτός βέβαια και εάν οι The Killers επαναφέρουν τον εν λόγω ήχο στη μόδα… Τίποτα δεν αποκλείεται!
Σαν κυκλοφορία, το “Battle Born”, είναι καταδικασμένο να διχάσει… Από τη μία οι “rockers” θα ξενερώσουν με τη συστηματική έλλειψη κιθάρας, ενώ παράλληλα οι fan των ‘80s θα βρουν πολλά θετικά σημεία. Προσωπικά, είμαι ακόμη κάπου στη μέση… Θα ήθελα κάτι πιο “δυνατό”, λόγω της μακρόχρονης απουσίας τους, αλλά από την άλλη σε καμία περίπτωση δε μπορώ να πω πως το album είναι κακό. Θα είτο όμως πολύ πιο φυσιολογικό σαν άκουσμα εάν ερχόταν ένα χρόνο μετά το “Day & Age”, ή έστω εάν υπήρχαν συνθέσεις που να θύμιζαν κάτι από τις απαρχές του group. 
Πάντως θεωρώ απαραίτητη την πολλαπλή ακρόαση του “Battle Born”, ακόμη και από τους πιο δύσπιστους, καθώς εμπεριέχει αρκετά διαμαντάκια τα οποία ίσως να μην έμπαιναν σε κάποιο (εμπορικού τύπου) best of, αλλά αυτό όταν μιλάμε για μουσική δεν έχει ιδιαίτερη σημασία.

  

ANDY ROCK: “Into The Night”

O λεγόμενος melodic hard rock ή aor ήχος γνωρίζει μία μικρή άνθηση στη χώρα μας και τα ηνία τα έχουν αναλάβει κυρίως οι Outloud, οι Danger Angel και φυσικά οι Θεσσαλονικείς Wild Rose.
Από τους τελευταίους λοιπόν, ο κιθαρίστας Andy Rock κυκλοφόρησε το αξιόλογο προσωπικό ντεμπούτο άλμπουμ του, με τίτλο “Into The Night” με την βοήθεια στα δεύτερα φωνητικά και στην παραγωγή, του Chris Siloma (DR. LOVE).
Οι συνθέσεις κινούνται στο γνώριμο ύφος του μελωδικού ροκ που παίζουν και οι Wild Rose με περισσότερη όμως Westcoast/AOR ατμόσφαιρα. Η νοσταλγική μελωδία και οι ευχάριστοι ρυθμοί έχουν την τιμητική τους χωρίς να υπάρχουν φωνακλάδικες ερμηνείες και υπερβολές ενώ τα πλήκτρα δένουν υπέροχα με το συναισθηματικό κιθαριστικό παίξιμο του Αndy Rock.
Συνοπτικά μία όμορφη σόλο δισκογραφική δουλειά που έχει την υπογραφή της AOR / Metal Heaven.

 

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...