Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Robin George: “Dangerous Music”


Η πρώτη μου γνωριμία με τον  συγκεκριμένο μουσικό έγινε πίσω το 1989 με 1990, όταν έπεσε στα χέρια το bootleg της συνεργασίας του με το μέγιστο Glenn Hughes, με τίτλο "Sweet Revenge", που ηχογραφήθηκε στο ιδιόκτητο του στούντιο στο Wolverhampton.
Παρά το γεγονός ότι έχει καταφέρει να είναι αρκετά γνωστός στις Η.Π.Α, στην πατρίδα του, το Ηνωμένο Βασίλειο είναι θρύλος κυρίως για την συνεργασία του  με ποικιλία γνωστών βρετανών  μουσικών superstars (τον Dave Holland των Judas Priest, τον  Mark Stanway των Magnum, τον  Kex Gorin των The Kick και Magnum, τον Peter Green των Notorious, τον Phil Lynott των Thin Lizzy, John Sykes, Johnny Thunders, τον Adrian Lee των Ya Ya, Stephen Bishop, τον Chris Thompson του Brian May και των Trevor Rabin, Steelhouse Lane, Toto, Bonnie Tyler, Zeno, τον Philip Soussan των  Ozzy Osbourne και Toto τον Pino Palladino των The Law και  Paul Rodgers μεταξύ άλλων…).
Τώρα λοιπόν μετά από 27 χρόνια  επανακυκλοφορεί το πρώτο του άλμπουμ "Dangerous Music". Εντύπωση πρώτη… Ο ήχος, που και στην πρώτη επανέκδοση από τη Sanctuary/Castle (2000) ήταν άθλιος και στη δεύτερη από την  Angel Air (2010) είχε τουλάχιστον μερικές ακυκλοφόρητες συνθέσεις και έτσι παρέβλεπες κάπως την μέτρια ποιότητα του ήχου, τουλάχιστον τώρα είναι σε ψηφιακά επεξεργασμένη μορφή.
Αρκετά όμως με τον ήχο το "Dangerous Music" που είναι  ένα πολύ επιτυχημένο εμπορικά άλμπουμ που συνδυάζει radio rock, AOR και μελωδικό  Rock. Και ασφαλώς  ο Robin George είναι ο τύπος του μουσικού, που έχει την ικανότητα  να συνδυάζει με επιτυχία εμπορικότητα και καλλιτεχνική τιμιότητα, για αυτό και η μουσική του έχει απήχηση σε ευρύτερο φάσμα ακροατών.
Προσέξτε τα: "Heartline", που ανοίγει το δίσκο και είναι μία εξαίρετη σύνθεση, "πιασάρικο" στο έπακρο με  σόλο κιθάρας που σου εντυπώνονται, γενναίες δόσεις πλήκτρων και εξαίρετα φωνητικά από τους Chris Thompson και Pete Green. Στην "απαραίτητη" μπαλάντα το "Don't Turn Away" χωρίς να είναι υπερβολικά συναισθηματικό, σε προκαλεί  για έναν χορό σώμα με σώμα (όπως τα party των 80s…).
Τέλος, ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία εκπληκτικών μουσικών  που μοιράζονται το μπάσο: Pino Palladino (Paul Young, Genesis, Eric Clapton, Jeff Beck, David Gilmour, Richard Ashcroft, D'Angelo, Joe Walsh, Hank Marvin, Simon & Garfunkel …), ο  Phil Lynott (Thin Lizzy) και Phil Soussan (Ozzy, Billy Idol).
Το "Dangerous Music" ήταν μία εξαιρετική κυκλοφορία που χάθηκε δυστυχώς η συνέχεια της με την κατάρρευση της εταιρείας που το πρωτοκυκλοφόρησε (Bronze) .Έτσι λοιπόν αγοράζοντας το, αποφεύγετε τον άθλιο ήχο του 2000 και έχετε και τα εξαιρετικά ακυκλοφόρητα επιπλέον κομμάτια, οπότε καθόλου άσχημα, ε;


Νότης Γκιλλανίδης

TRIUMPH: “Live at Sweden Rock Festival”

Προφανέστατα, εάν είστε οπαδός της συγκεκριμένης μπάντας από τον Καναδά ή εάν ζήσατε τα εφηβικά σας χρόνια στα τέλη των 70s και στις αρχές των 80s σίγουρα θα έχετε τουλάχιστον έναν δίσκο βινυλίου τους στη δισκοθήκη σας!
Όμως  το κλασικό αυτό τρίο με τους Gil Moore στα drums και στη φωνή, τον Mike Levine στο μπάσο και στα πλήκτρα, και φυσικά τον Rik Emmett στα φωνητικά και την κιθάρα, όντες υπερεπιτυχημένοι μεταξύ 1975 έως τα  1993, διαλύθηκαν… Μετά από 15 λοιπόν χρόνια επανασυνδέθηκαν με την προσθήκη του Dave Dunlop στην κιθάρα για να εμφανιστούν αρχικά στο περίφημο Sweden Rock Festival στα 2008 και τώρα (4 χρόνια μετά) η Frontiers Records (ποια άλλη…) κυκλοφορεί αυτήν τους τη θριαμβευτική  τους εμφάνιση. 
Στην πραγματικότητα πρόκειται για τη ζωντανή, τέλεια μουσικά, εμφάνιση και παρουσίαση ενός best of της μπάντας που περιλαμβάνει σχεδόν όλες τις μεγάλες επιτυχίες τους που είναι αποτυπωμένες σε αυτό το cd/dvd της κυκλοφορίας μιας και περιέχει τα When The Lights Go Down, Lay It On The Line, Allied Forces, Never Surrender, I Live For The Weekend, Blinding Light Show, Rocky Mountain Way, Magic Power, Rock And Roll Machine και το κλασσικό Fight The Good Fight.
Εξαιρετικό από κάθε πλευρά με μοναδική ένσταση παρόλη τη  σύντομη διάρκεια με μόνο 10 τραγούδια. Συστήνεται ανεπιφύλακτα για τους die hard fans των Triumph που τα θέλουν όλα αλλά και οι υπόλοιποι δεν θα χάσουν.

Νότης Γκιλλανίδης

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

SOUNDTRUCK: “Soundtruck”


Πάντα χαίρομαι όταν βλέπω και ακούω κυρίως τέτοιες δυνατές και καλές δουλειές από ελληνικά συγκρότημα. Αυτό δεν συμβαίνει από εθνική υπερηφάνεια ή από αίσθηση αλληλεγγύης αλλά από την πλευρά των δυσκολιών που αντιμετωπίζει ένα ντόπιο σχήμα.
Οι Soundtruck λοιπόν  με όπλα τους την υπομονή, την επιμονή  και  το ταλέντο τους πετυχαίνουν να κυκλοφορήσουν εννιά αξιόλογα κομμάτια ύστερα από μία πολύχρονη συναυλιακή διαδρομή, η οποία επιβραβεύτηκε μετά και από την εμφάνιση τους ως opening act στους θρυλικούς LYNYRD SKYNYRD και τους έχει ανεβάσει αρκετά ψηλά οπότε και οι απαιτήσεις θα μεγαλώσουν στη συνέχεια.
Για όσους λοιπόν δεν τους γνωρίζετε θα σας πούμε ότι οι Soundtruck ανακατεύουν υπέροχα ένα  φλογερό κοκτέιλ από AC/DC, ZZ TOP, BLACKFOOT και φυσικά LYNYRD SKYNYRD και σε οδηγούν πίσω στα δοξασμένα seventies με ένα αρκετό ταξιδιάρικο και νοσταλγικό ύφος όπου μηχανές, ροκ, γυναίκες και αλκοόλ συναντούν την εφηβεία, την ξεγνοιασιά αλλά και τον έρωτα. Μην περιμένετε να σας αναλύσω τις συνθέσεις και το παίξιμο των Soundtruck. Απλά θα σας συμβουλεύσω να πάτε γρήγορα στο ψυγείο να ανοίξετε μία μπύρα και να απολαύσετε στην πολυθρόνα ή και στον υπολογιστή σας τον κλασικό ροκ ήχο (ειδικά στο “On The Run”) όπως τον έχουμε λατρέψει τα τελευταία σαράντα χρόνια…

Φώτης Μελέτης


EVERSHINE: “Renewal”


Δέκα χρόνια περίπου έκαναν οι εξ Ιταλίας Evershine για να ηχογραφήσουν full length… Θα περίμενε λοιπόν κανείς, με τόσο διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την ίδρυσή τους, να έχουν κατασταλάξει στο ύφος τους.
Από τη μία φλερτάρουν με το μελωδικό power, από την άλλη έχουν έντονα AOR στοιχεία, ενώ συνάμα υπάρχουν περιπτώσεις που μου δίνουν την εντύπωση πως άπαξ και δεν υπήρχαν κιθάρες, θα μιλούσαμε για κάποιο boyband που παίζει pop…
Για να κάνω λοιπόν πιο εύκολη τη δουλειά μου, τους βαφτίζω “power pop” να τελειώνουμε!
Πρώτο χαρακτηριστικό των Evershine είναι η, σχεδόν εκνευριστική ανά στιγμές, ομοιότητα των φωνητικών με Sonata Arctica. Δεύτερο, αποτελούν οι μελωδικές γραμμές που έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε όλο το “Renewal” και στην ουσία αυτό είναι το μόνο συστατικό που σώνει το album από τον όλεθρο.
Οι προσπάθειες να ακουστούν “heavy” είναι πραγματικά αστείες και γενικά απορώ γιατί δεν επέλεξαν απευθείας κάποια άλλη μουσική οδό, πιο ελαφριά. Αν η καρδιά σου ανήκει στο AOR βρε αδερφέ, γιατί το κρύβεις; Παίξε ανάλογα να τελειώνουμε και μην το τραβάς από τα μαλλιά!
Ok, υπάρχουν κάποιες συμπαθέστατες στιγμές, όπως τα “Angel Killer”, “Run” και “Where Heroes Lie” ενώ το κομμάτι “Evershine” κάλλιστα αν πήγαινε στη Eurovision θα ήταν μέσα στην πρώτη πεντάδα, αλλά προσωπικά δε με πείθει το “Renewal” γενικά. Προτείνεται προς ακρόαση στους απανταχού AORάδες που τη “βρίσκουν” με wannabe power σχήματα.

Στέφανος Στεφανόπουλος

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

EVIL-LYN: “The Night of Delusions” EP

Οι Evil-Lyn μας έρχονται από το Tampere της Φινλανδίας και στα 5 κομμάτια που απαρτίζουν το “The Night Of Delusions” τα αυτιά μας απολαμβάνουν μουσική ποτισμένη στο παραδοσιακό 80s heavy metal με γυναικεία φωνητικά. Η ονομασία της μπάντας είναι εμπνευσμένη από τη γνωστή (στους παλιότερους τουλάχιστον) σειρά κινουμένων σχεδίων Masters Of The Universe. Συστάθηκαν ως μπάντα το 2007 ως πενταμελές σχήμα με αντρικά φωνητικά, για να προβούν μόλις το 2010 σε αλλαγές με την σημερινή τους κατάληξη.
Εκτός από κάποια demo που έβγαλαν στο παρελθόν,το εν λόγο EP αποτελεί το ντεμπούτο τους και μάλιστα μέσω της Ελληνικής Iron on Iron records. Αν και με κάποιους μήνες ήδη στην αγορά, δεν παύει να είναι κυκλοφορία του 2012 που δεν είχαμε παρουσιάσει και επιλέξαμε να το πράξουμε σε συνδυασμό με την συνέντευξη που αποσπάσαμε από τον κιθαρίστα της μπάντας Annsi Salonen.

Παλιομοδίτικο heavy metal λοιπόν και με την φωνή της Johanna Rutto να αποτελεί το σήμα κατατεθέν και ειδοποιό τους διαφορά. Η περίπτωση των Evil-Lyn δεν είναι από αυτές που περιμένεις να φέρουν κάτι καινούργιο στη σκηνή, αλλά ανήκουν στις μπάντες που με περίσσιο μεράκι και δυναμική παίζουν αυτό που αγάπησαν να ακούν και οι ίδιοι που δεν είναι άλλο φυσικά από ανόθευτο μουσικό ατσάλι. Η Rutto ακούγεται κάπου ανάμεσα στις Doro (Warlock/Doro) και Leather Leone (Chastain/Malibu Barbi κ.α.) χωρίς να φτάνει στο δικό τους επίπεδο. Έχει όμως το γρέζι της Leone και την μελωδικότητα της Doro. Πιθανόν να αποτελέσει αμφιλεγόμενο σημείο στα αυτιά σας, καθώς παρότι αρχικά εντυπωσιάζει μετά από κάποιες ακροάσεις γίνετε κάπως κουραστική, κυρίως επειδή τραγουδάει επίπεδα, χωρίς εκπλήξεις, οι οποίες όμως έρχονται μέσα από την μουσική τους και τις διαφοροποιήσεις των κομματιών με maidenικές κιθάρες, ατμοσφαιρικές εισαγωγές ενίοτε,  γκαζωμένα solo και στακάτα riff, σημεία με χορωδιακά περάσματα και άλλα πολλά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το “Crossroads” που αποτελεί και το κομμάτι που ξεχώρισα από το EP.

Τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας είναι οι Jani Niemela (drums), Lasse Heikilla (guitar) και Marko Niemi (bass). Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στο όμορφο και μέσα στο κλίμα cd/cover artwork σε στυλ comic, επιμελημένο από την “δική μας”, Eleni Papadea και τον Anu Bring αντίστοιχα. Στην παραγωγή οι Φινλανδοί έκαναν έξυπνες επιλογές και την κράτησαν τόσο καθαρή ώστε να μην ακούγεται φτωχή, όσο όμως και τραχιά για να μην ξεφεύγει από το κλίμα στο οποίο θέλουν να ακούγονται. Αξίζει τουλάχιστον της ακρόασης σας…

ΤΗΕ COMPANY BAND: “Pros & Cons” EP

Δεν μπορείς παρά να αγκαλιάσεις τέτοιου είδους κυκλοφορίες. Ειδικά από μια παρέα, μουσικών που είναι ήδη πασίγνωστοι με τις βασικές τους μπάντες και αποφασίζουν να συνεργαστούν, αρχικά για να κάνουν την καβλάντα τους.
Τέτοια περίπτωση είναι και οι The Company Band! Είναι αυτό που, συνήθως, αποκαλούμε super group. Με την τεράστια χροιά του Neil Fallon (Clutch) να αγγίζει απαλά τις μικροφωνικές μεμβράνες, με κιθαριστικό δίδυμο τους James Rota (Fireball Ministry) και Dave Bone, υποβασταζόμενοι από τις βαθιές μελωδίες του μπάσου του Brad Davis (Fu Manchu) και τα όμορφα μαστιγωμένα τύμπανα του Jess Margera (CKY) μιλάμε για έναν ήχο που όλο και σιτεύει, όλο και ωριμάζει. Όπως είπε σε μια συνέντευξη του, ο James Rota, “O ήχος αυτού του άλμπουμ είναι όπως εκείνη η στιγμή στη ζωή σου, που αποφασίζεις να αλλάξεις την Kawasaki, με μια Harley”.

Μετά από ένα full length και ένα ΕΡ, ήρθε η ώρα για ένα ακόμη ΕΡ, αν και μετά το άκουσμα του θα ήθελα πολύ να έχει άλλα τόσα κομμάτια. Και άλλα τόσα ακόμα!

Με το που ξεκινάει το άλμπουμ, οι The Company Band σε αρπάζουν από το γιακά και σε ταρακουνούν, ώσπου να ομολογήσεις ότι αγαπάς χωρίς φραγμούς το stoner rock και τις classic heavy/hard rock επιρροές του, προσκαλώντας στο σπίτι του Αιγόκερου (“House of Capricorn”). Στη συνέχεια, τα “Black Light Fever” και “Kill Screen” δίνουν ένα έξτρα rock 'n' roll συναίσθημα για να μας προετοιμάσουν για το χαμό που δημιουργεί το “Loc Nar”, που είναι και το ζενίθ του ΕΡ, με έναν Fallon να δίνει ρέστα και να μας αφήνει να τρέμουμε από σύνδρομο στέρησης, που μόνο έναν νέο Clutch μπορεί να πάρει μακριά. Με το πέμπτο και δυστυχώς, τελευταίο “El Dorado”, το πάρτι κλείνει όμορφα και μελωδικά.
ΘΕΛΩ ΚΙ ΑΛΛΟ, ΘΕΛΩ ΚΙ ΑΛΛΟ, ΘΕΛΩ ΚΙ ΑΛΛΟ!!!

  

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

KORN: “Live at the Hollywood Palladium”

Πως τα φέρνει ο ρημάδης ο χρόνος… Εκεί που κάθεσαι ωραία και καλά στο θρόνο σου, έρχονται οι συγκυρίες και τσουπ (!) πέφτεις και για τα πέντε (ίσως και περισσότερα για μερικούς) επόμενα χρόνια (μάταια) προσπαθείς να βρεθείς ξανά στο ίδιο σημείο.
Από τη μία η κατακόρυφη πτώση του nu metal, από την άλλη η έλλειψη σαφής εξελικτικής φόρμας, δε θέλει και πολύ… Το περσινό “The Path of Totality”, όπως είχα γράψει και στο review, λειτούργησε ως “ένα πρόσκαιρο φιλί ζωής” και ουσιαστικά ξεκίνησε κάτι παντελώς νέο για τα δεδομένα της rock, καθώς συνδύασε το dubstep με τη μουσική των Korn, και το αποτέλεσμα τους δικαίωσε (κυρίως εμπορικά).
Το “Live at the Hollywood Palladium” αποτελεί το ζωντανά ηχογραφημένο ντοκουμέντο αυτής της επιτυχίας, σε μια εμφάνιση γεμάτο guests, όπως Skrillex, Excision, Datsik, Downlink, Kill the Noise και 12th Planet.
Βάσει λοιπόν των παραπάνω ονομάτων, είναι προφανές πως ένα μεγάλο μέρος του live βασίζεται στο “The Path of Totality” και για να είμαι πιο ακριβής, τα επτά πρώτα τραγούδια, είναι παρμένα από αυτό. Δεν είμαι σίγουρος πάντως πως ζωντανά λειτουργούν εξίσου καλά με τις studio versions, αλλά οκ. Από το πρώτο μέρος της συναυλίας εύκολα ξεχωρίζουν τα “Chaos Lives In Everything”, “Illuminati”, “Narcissistic Cannibal” και το εναρκτήριο “Get Up!”.
Το δεύτερο μέρος της εμφάνισης αποτελείται από πιο κλασσικά Korn κομμάτια. Για αρχή, έχουμε το “Here To Stay” (“Untouchables”- 2002) και το κοινό φαίνεται να ενθουσιάζεται περισσότερο με την rock τροπή που παίρνουν τα πράγματα. Συνέχεια με το “Freak On a Leash” (“Follow the Leader”- 1998) και “Falling Away From Me” (“Issues”- 1999), ακούγοντας τους Korn που όλοι αγαπήσαμε. Έκπληξη στο setlist το “Predictable” (“Korn”- 1994), ενώ η διασκευή στο “Another Brick In the Wall” (“Greatest Hits Vol. 1”- 2004), παρότι καλή, έχει αρχίσει να με κουράζει πλέον και θα προτιμούσα να άκουγα κάτι άλλο στη θέση της.
Το encore ξεκινάει με το “Shoots and Ladders” (“Korn”- 1994) και η εν μέρει παραγκώνιση του πρόσφατου παρελθόντος τους είναι εμφανής πλέον. Ύστερα από το “One” (των Metallica) σε “σφηνάκι”, μιας και αυτή τη φορά το έπαιξαν από τις “τριπλές” και μετά, έρχεται το ξεσηκωτικό “Got the Life” (“Follow the Leader”- 1998). Το set κλείνει, ως είθισται, με το “Blind” (“Korn”- 1994), χωρίς να χρειάζεται να πω κάτι παραπάνω.
Έχουμε λοιπόν το παρόν (και όπως δείχνει, και μέλλον) των Korn σε ένα live συγκερασμό με το παρελθόν τους, αφήνοντας παράμερα την περίοδο 2003- 2010. Σίγουρα μου έλειψαν από μια τέτοια κυκλοφορία διάφορα κομμάτια από το “Issues” ή το “Life Is Peachy”, ενώ δε θα με χάλαγε μια σχετική αντιπροσώπευση από τα “Take a Look In the Mirror” και “See You On the Other Side”, αλλά ούτως ή άλλως οι Korn αποφασίζουν τι θα παίξουν και τι όχι.
Το “Live at the Hollywood Palladium” φέρει τον υπότιτλο “Rock Changes Again”, μια έξυπνη ατάκα για να διαφημίσουν έμμεσα αυτό που πάει να κάνει ο Jonathan Davis και η παρέα του. Δεν ξέρω εάν θα καταφέρουν να αλλάξουν το rock (ξανά), αλλά και μόνο το ότι επανέκαμψαν το τελευταίο διάστημα, ρισκάροντας παράλληλα με την ολοκληρωτική καταστροφή, είναι ήδη αρκετά σημαντικό. 


Στέφανος Στεφανόπουλος

TESTAMENT: “Dark Roots Of Earth”

Ευτυχώς αυτή τη φορά δε χρειάστηκε να μεσολαβήσει σχεδόν μια δεκαετία για να ακούσουμε νέα δουλειά από τους παλαίμαχους Αμερικανούς thrashers. Με μια μεγάλη στροφή πιο κοντά προς τον ήχο που τους καθιέρωσε, το “Dark Roots Of Earth” είναι εδώ για να μείνει.
Από την πρώτη κιόλας ακρόαση διαπιστώνεις την εξαιρετική κιθαριστική δουλειά που έχει γίνει από τους Alex Skolnick και Eric Peterson και τη μεταστροφή (ευτυχώς) του Chuck Billy στα παλιομοδίτικα γνώριμα thrash φωνητικά του, αφήνοντας πίσω πιο μοντέρνες φόρμες που είχε πρόσφατα υιοθετήσει. Με τη συνδρομή της άψογης παραγωγής οι Testament καταφέρνουν να ακούγονται φρέσκοι και ιδιαίτερα φορμαρισμένοι. Και φυσικά δεν μπορεί να σταθεί αξιόλογος thrash metal δίσκος χωρίς τον σωστό άνθρωπο πίσω από το drum set και στην περίπτωση των Αμερικανών αυτός δεν είναι άλλος από τον σαρωτικό (και κατά πολύ βελτιωμένο) Gene Hoglan. Στο μπάσο συναντάμε τον Greg Christian, τον τέταρτο από την αυθεντική σύνθεσή τους (όλοι εκτός του Hoglan δηλαδή).

Είναι η δέκατη studio δουλειά τους και δείχνουν να έχουν βρει τη χρυσή τομή μεταξύ του κλασσικού και μοντέρνου ήχου. Τα κομμάτια ακούγονται επιθετικά θυμίζοντας σε σημεία περισσότερο την πρώτη περίοδο των Metallica παρά την δική τους. Παρόλα αυτά ο κύριος λόγος που το album ξεχωρίζει είναι τα φωνητικά του Chuck. Με αυτή την τόσο ιδιαίτερη φωνή, ευτυχώς δεν έπεσε ξανά στην παγίδα να τραγουδήσει επηρεασμένος από σύγχρονα στυλ και με έναν ξεχωριστό τρόπο ηχογράφησε την στεντόρεια φωνή του έτσι όπως μόνο αυτός ξέρει μέσα από την 25ετη πλέον πείρα του και -δεν θα στα σταματήσω να το γράφω- ακούγεται φρέσκος όσο ελάχιστοι. Με μεγάλη γκάμα φωνητικών δυνατοτήτων που φαίνεται ακόμη πιο ξεκάθαρα και στην μπαλάντα (ναι σωστά διαβάσατε) “Cold Embrace”.

Κανείς όμως δεν θα ακούσει ένα album των Testament ψάχνοντας για μπαλάντες αλλά είναι μια προσθήκη στη δουλειά τους που για εμένα τουλάχιστον, είναι τουλάχιστον καλοδεχούμενη από τη στιγμή που όλος ο υπόλοιπος δίσκος είναι πλήρης από καταιγιστικά thrash κομμάτια. Megahighlight το “Man Kills Mankind” το οποίο πραγματικά έχω λιώσει. Ακούστε το και θα καταλάβετε το γιατί. Ένα κομμάτι που θεωρώ ήδη κλασικό.

Πέρα από τα 9 κομμάτια που περιέχει, υπάρχει και μια περιορισμένη έκδοση με 4 επιπλέον. Μια extended εκδοχή του “Throne Of Thorns” που περιέχεται στο κανονικό tracklisting και 3 διασκευές στα “Dragon Attack” (Queen), “Powerslave” (Iron Maiden) και “Animal Magnetism” (Scorpions) με αυτή του “Powerslave” να κλέβει την παράσταση ως μία από τις καλύτερες που έχω ακούσει και σίγουρα η καλύτερη για φέτος.

To “Dark Roots Of Earth” έχει μπει ήδη σε περίοπτη θέση στην κατάταξή μου με τα καλύτερα album του 2012. Και είναι από τις κυκλοφορίες που θα ακούω για αρκετό καιρό και μετά τις ακροάσεις για το παρόν review, κάτι που δεν είναι συχνό φαινόμενο και δείχνει την πάστα του κλασικού που διατρέχει όλο το album.


Γιάννης Φράγκος

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

HOTEL DIABLO: “The Return to Psycho, California”

Προορισμένοι να τραβήξουν αρκετά βλέμματα είναι οι Hotel Diablo, μέρος συγκροτημάτων που κάθε μισό χρόνο και κάτι ξεπροβάλλουν δείχνοντας κάτι ξεχωριστό, δυστυχώς αποτυγχάνοντας να ανταπεξέλθουν των προσδοκιών στο μεγαλύτερο ποσοστό τους. Στη προκειμένη περίπτωση πρόκειται για μια σύζευξη Soundgarden και Alice in Chains σε περισσότερο post-grunge μονοπάτια. Ευτυχώς όμως δεν είναι αυτό που τους κάνει αξιοπρόσεχτους, ούτε και το ότι παίζουν με τον Steven Adler των Guns n’ Roses, αλλά η ίδια η δύναμη τους μουσικά. Ο δίσκος είναι γεμάτος με μοντέρνα Αμερικάνικα hard rock κομμάτια, αρκετά και ικανά να αποτελούν το tracklist ενός εντυπωσιακού ντεμπούτου με έναν όχι απλά συνειδητοποιημένο ήχο αλλά και αξιοζήλευτο. Το “The Return to Psycho, California” περιέχει (εκτός από διασκευή σε Oasis με το “Wonderwall”) οκτώ κομμάτια δημιουργημένα από τις εμπειρίες των ίδιων των Hotel Diablo. Σαν δίσκος των Theory of a Deadman, όλα τα κομμάτια αποτελούν rock hits χωρίς να είναι ταυτόχρονα radio friendly ή αποκλειστικά εμπορικά τραγούδια. Το ότι χάρη στον σκελετό των κομματιών το “The Return to Psycho, California” είναι ένας ιδανικά ολοκληρωμένος δίσκος, συμπληρώνεται από εναλλακτικές εκδόσεις δύο κομματιών του. Όχι κι άσχημα.
Παναγιώτης Πετρόπουλος

DANIELE LIVERANI: “Eleven Mysteries”


Από τη γειτονική Ιταλία μας έρχεται αυτό το album το οποίο αποτελεί τη solo κιθαριστική δουλειά ενός ανθρώπου που ως τώρα γνωρίζαμε ως πληκτρά στους (βαθιά ανάσα) Twinspirits, Genius Rock Opera, Cosmics, Khymera κ.α.
Όταν πρόκειται για μουσικούς με πολύπλευρο ταλέντο στην σύνθεση αλλά και στο παίξιμο των οργάνων, τότε οι ετικέτες είναι περιττές. Και παρότι ο Liverani θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί μια μπάντα μόνος του, δεν το κάνει, αντίθετα πλαισιώνεται από νέους αλλά ταλαντούχους μουσικούς στους οποίους μάλιστα δίνει και χώρο για δημιουργία μακριά από πρότυπα γνωστών ναρκίσσων της σκηνής (όπως πχ στο “Giving” το οποίο ανήκει στον Marco Zago -Keyboards).

Το “Eleven Mysteries” λοιπόν είναι μια instrumental δουλειά που εκτός από τους Liverani και Zago συμμετέχουν και οι μουσικοί Tony Dickinson (bass) και Paco Barilla (drums) ειδικά με τον τελευταίο να αποδεικνύει και το πόσο καλός “κυνηγός” ταλέντων είναι, πλην των όσων άλλων, ο Liverani. Τα 11 κομμάτια που θα βρείτε στο album δεν θα σας ρίξουν τα σαγόνια με το ταχύτατο shredding (αν και δεν τα πάει καθόλου άσχημα στα σημεία που γκαζώνει) αλλά σίγουρα θα σας αγγίξουν με την ποιότητα των συνθέσεων στην οποία εκτιμώ πως βρίσκεται και η πεμπτουσία της μουσικής.

Προσωπικά πλήττω όταν ακούω ατελέσφορα ανεβοκατεβάσματα στην ταστιέρα μόνο και μόνο για επίδειξη. Σε αυτή τη δουλειά των Ιταλών όμως υπάρχει μεστότητα. Οι συνθέσεις στέκονται αξιοπρεπέστατα, πλήρεις με όμορφες μελωδίες οι οποίες σε πολλές των περιπτώσεων στέκονται ως η φωνή που δεν υπάρχει στα κομμάτια λόγο της δομής με την οποία είναι δοσμένες. Επίσης σε κάποια κομμάτια και εισαγωγές (χαρακτηριστικό το “Humiliation”) υπάρχει διάχυτη η κινηματογραφική αίσθηση. Στο “Mysterious Impulse” θυμίζει αρκετά την τεχνοτροπία του Jason Becker, ενώ στο “Giving” αρκετοί πιθανόν να διακρίνετε επιρροές από Steve Morse πλαισιωμένες από πολύ καλή δουλειά στα πλήκτρα.

Άλλα highlights από το “Eleven Mysteries”; Tα μεταλλικά riff στο “Nervous Forces”, η progressive αισθητική στο “Inspiration”, η όμορφη και μελωδική μπαλάντα “Supreme Gladness” και η κατάλληλη επιλογή για το κλείσιμο με το “Eternal”.

Εν κατακλείδι, ο Daniele δείχνει πως είναι ένας μουσικός που σέβεται απόλυτα την τέχνη του, συνεπώς και εμάς τους ακροατές οι οποίοι γινόμαστε κοινωνοί της. Τηρεί τη νεοκλασσική κιθαριστική παράδοση περιλαμβάνοντας και αρκετό shredding μα πάνω από όλα συνθέτει όμορφη μουσική την οποία ντύνει και με μια πολύ προσεγμένη παραγωγή. Τι άλλο θέλετε ακόμη να σας γράψω; Εγώ στην θέση σας ήδη θα το έψαχνα για ακρόαση…


Γιάννης Φράγκος

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

HARRY HESS: “Living In Yesterday”


Η κυκλοφορία ενός άλμπουμ από τον Harry Hess των καταπληκτικών Harem Scarem αποτελεί πάντα ευχάριστη είδηση για τους οπαδούς του μελωδικού ήχου.
Με τους Harem Scarem κυκλοφόρησε κάποια πραγματικά καταπληκτικά άλμπουμ και έγραψαν το όνομα τους με χρυσά γράμματα στην συγκεκριμένη σκηνή. Επίσης, η απόπειρα του τραγουδιστή να κυκλοφορήσει προσωπικό δίσκο το 2003 με τον τίτλο "Just Another Day" μπορεί να να χαρακτηριστεί με επιτυχία. Το 2010 κυκλοφορεί το εκπληκτικό και ήδη κλασσικό project First Signal και επανέρχεται στον πρώιμο ήχο των δύο πρώτων Harem Scarem δίσκων.

Ερχόμαστε στο τώρα και στην νέα κυκλοφορία του Harry Hess η οποία τιτλοφορείται "Living In Yesteday". Το σίγουρο με τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη είναι πως η ποιότητα, τα σφιχτοδεμένα και πιασάρικα τραγούδια, οι δυνατές ενορχηστρώσεις και οι καταπληκτικές ερμηνείες δεν λείπουν από οποιονδήποτε δίσκο του.

Για το "Living In Yesteday" συνεργάζεται με την παρέα του από τους Harem Scarem (Pete Lesperance, Darren Smith & Creighton Doane) καθώς, επίσης και τους Tommy Denander, Marcie Free και Magnus Karlsson μεταξύ άλλων.

Από τις πρώτες κιόλας νότες του ομότιτλου τραγουδιού "Living In Yesteday", οι αναμνήσεις από τους Harem Scarem μας έρχονται στο μυαλό αφού είναι ένα κομμάτι που θα μπορούσε κάλλιστα να βρίσκεται σε οποιαδήποτε κυκλοφορία του συγκροτήματος. Ρεφραίν, ενορχηστρώσεις, ερμηνείες και γενικά τα πάντα βρίσκονται σε τέλεια αρμονία μεταξύ τους! Το "It's Over" είναι πιο μελαγχολικό και κατά κάποιο τρόπο “σκοτεινό” αλλά σίγουρα αποτελεί μια από τις κορυφαίες ερμηνείες του τραγουδιστή σε αυτό το άλμπουμ. Το "Don't Leave Me" είναι πιο πιασάρικο και συγχρόνως πιο μοντέρνο με ένα ρεφραίν που μου έχει κολλήσει στο μυαλό την τελευταία εβδομάδα! Απλά εκπληκτικό! "Nothing Lasts Forever" και οι ρυθμοί γίνονται πιο up-tempo σε ένα από τα κορυφαία τραγούδια της χρονιάς που διανύουμε. Στο "I Live For You" έχουμε ένα κλασσικό Harem Scarem ήρεμο κομμάτι για να έρθουμε στην πιο ενδιαφέρουσα στιγμη του "Living In Yesteday" και στο μοναδικό "I Don't Wanna Want You". Μοντέρνο pop-rock με θεατρική διάθεση και έναν Hess να δίνει κυριολεκτικά ρέστα!

Κλείνοντας την κριτική πρέπει να πω πως το "Living In Yesteday" αποτελεί μια από τις κορυφαίες κυκλοφορίες για το 2012, και μάλλον την σημαντικότερη μέχρι τώρα μαζί με τους H.E.A.T. και δυο-τρεις άλλες. Φοβερές μελωδίες, πιασάρικα τραγούδια, εκπληκτικές ερμηνείες, παραγωγή… θέλετε και άλλα;


Βασίλης Χασιρτζόγλου

Επετειακή έκδοση του “Machine Head”

Το κλασσικό album των Deep Purple γιορτάζει τη 40η επέτειο από την κυκλοφορία του και η EMI αποφάσισε να το γιορτάσει μέσω μιας πενταπλής special edition.
Αναλυτικά το “Machine Head- The 40th Anniversary Edition” θα περιέχει:
CD1: 'Machine Head' Original Album 2012 Remaster
CD2: 1997 Remix By DP's Bassist Roger Glover
CD3: Original Album Quad Sq Stereo (2012 Remaster)
CD4: In Concert '72 - 2012 Mix (Recorded Live At Paris Theatre, London 9th March 1972)
DVD: 2012 High Resolution Remaster & Surround Mix

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

BLINDSTONE: “Greetings From The Karma Factory”

Οι BLINDSTONE είναι ένα δυναμικό δανέζικο τρίο που δημιουργήθηκε το 2002 στην πόλη  Thisted της Δανίας. Το "Greetings From The Karma Factory" είναι η τέταρτη κυκλοφορία της μπάντας με καλοπαιγμένο hard rock\ blues βασισμένο στις κιθάρες.
Στη μπάντα καταρχάς ξεχωρίζει ο κιθαρίστας Martin Andersen. Μία δυναμική "μηχανή" παραγωγής κιθαριστικών ριφ, που την ενισχύει με τη φωνητική του ικανότητα. Άξιοι συμπαραστάτες στην ρυθμική βάση, οι Jesper Bunk στο μπάσο  και Anders Hvidtfeldt στα ντραμς, στηρίζουν ένα σφιχτοδεμένο και συμπαγές  δυναμικό ροκ τρίο.
Από τη "θανατερή" σύνθεση "Rock Your Mojo" που ανοίγει το δίσκο, μέχρι το "Ocean Of Time" (μία επική 10λεπτη σύνθεση με heavy rock διαστάσεις), αυτή η κυκλοφορία θα εμπλουτίσει τα μουσικά σας ακροάματα.
Επίσης, ενδιαφέρον το Hendrix-ιακό "Catch Me If You Can" αλλά και το μελωδικό "Trying", ίσως η πιο ολοκληρωμένη σύνθεση του cd. Ενδιαφέρουσα επίσης η διασκευή στο "Karma" (που είναι μία σύνθεση των  Journey προ Steve Perry) και τέλος, πάντοτε υπάρχει χώρος για μία πανέμορφη μπαλάντα με το "What Your Lovin' Can Do". Είναι η συνάντηση, όπου τα  blues παντρεύονται με το  hard rock και η κιθάρα παιγμένη με Classic Rock τρόπο, δίνουν το τελικό αποτέλεσμα.
Εάν είστε οπαδοί της μουσικής των  Hendrix, Black Country Communion, Molly Hatchet, Stevie Ray Vaughan και του Joe Bonamassa (αμάν πια, έχω πάθει overdose με πάρτη του…) οι BLINDSTONE είναι οι άνθρωποι σας!


Νότης Γκιλλανίδης

KORPIKLAANI: “Manala”


Όγδοο πόνημα για τους δουλευταράδες Korpiklaani, μέσα σε περίπου μια δεκαετία. Όχι άσχημα, από πλευράς παραγωγικότητας, αλλά η συνεχή παρουσία μπορεί να κουράσει και μάλλον κάτι τέτοιο συμβαίνει με το “Manala”.
Καταρχάς, φίλε αναγνώστη, σε περίπτωση που δεν έχεις ασχοληθεί με τους Korpiklaani, να ξέρεις πως πρόκειται για folk metal με φιλανδικούς στίχους και έντονο το στοιχείο του “πάμε να πιούμε αλκοόλ, να περάσουμε καλά”.
Και εννοείται πως θα περάσεις καλά με το “Manala”. Το ζήτημα βέβαια είναι το κατά πόσο διαφοροποιείται σε σχέση με τις προηγούμενες κυκλοφορίες τους, και εκεί ακριβώς είναι το μειονέκτημα του να βγάζεις σχεδόν κάθε χρόνο νέα δουλειά! Οι προγενέστεροι φίλοι της μπάντας δε θα βρουν κάτι νέο στο “Manala”, μιας και η συνταγή εδώ και αρκετά χρόνια, παραμένει η ίδια για τους Φιλανδούς folk metallers. 
Μεμονωμένα πάντως, και στην περίπτωση που αρέσκεσαι σε ethnic/ folk ρυθμούς, η νέα δουλειά των Korpiklaani θα σε κάνει να περάσεις super, χορεύοντας ρυθμικά, αγκαλιά με το αγαπημένο σου αλκοολούχο ποτό. Τι και εάν δεν καταλαβαίνεις γρι από τους στίχους… Είναι από τις λίγες φορές που δεν πειράζει! Επίσης, δεν κουράζει η ακρόασή του, ένα από τα προσόντα του group που ευτυχώς δεν έχει αλλάξει με τον καιρό.
Κοντολογίς λοιπόν, το “Manala” είναι μια αρκετά ενδιαφέρουσα κυκλοφορία, φυσική συνέχεια της μέχρι στιγμής καριέρας των Φιλανδών, η οποία όμως δε θα δώσει κάτι καινούριο στους fan, αλλά έχει τα φόντα να προσηλυτίσει νέο αίμα στις τάξεις των οπαδών της μπάντας. 


Στέφανος Στεφανόπουλος

Σάββατο, 4 Αυγούστου 2012

SERENITY BROKEN: “Commercial Suicide


Ναι ρε πούστη (συγχωρήστε τα γαλλικά μου)! Αυτές είναι κυκλοφορίες! Οκ, είναι κοινώς αποδεκτό πως έχουμε (γενικά) μια πολύ καλή ελληνική σκηνή, αλλά όταν η πλειοψηφία ασχολείται μονάχα με δυο- τρία είδη, το αυτάκι μου αποζητά κάτι εναλλακτικό, και αυτό ακριβώς μου δίνουν οι Serenity Broken!
Το αθηναϊκό κουιντέτο συνδυάζει πετυχημένα το groove των Godsmack με την αλητεία των Alice In Chains και τη σύγχρονη οπτική σχημάτων τύπου Disturbed, Shinedown ή Creed, ενώ παράλληλα, συχνά πυκνά, διαφαίνεται η μεγάλη τους αγάπη για τους Nirvana. Δε νομίζω πως μπορώ να γίνω πιο κατατοπιστικός.
Καταρχάς, οφείλω να συγχαρώ την προφορά στα φωνητικά, μιας και είναι από τα πρώτα στοιχεία που προσέχω σε μια εγχώρια μπάντα και κακά τα ψέματα, είναι ένας τομέας που χωλαίνει αρκετά η ελληνική σκηνή. Επίσης, η ορθή χρήση τους, τα ανεβοκατεβάσματα, το περιστασιακό γρέζο, η σχεδόν αφηγηματική χροιά και γενικότερα η απόδοσή τους είναι άσσος στο μανίκι του group!
Μουσικά, παρότι δεν αποποιούνται σε καμία περίπτωση των επιρροών τους, δείχνουν να τις έχουν εναρμονίσει στον ήχο τους, παρουσιάζοντας ένα πολύ δεμένο σύνολο που πατάει μεν πάνω στα μουσικά τους είδωλα, αλλά δεν τα αντιγράφει.
Όχι, δεν είναι όλο το album εξίσου δυνατό, αλλά όταν έχεις στο ενεργητικό σου κομμάτια όπως τα “Tattooed Heart”, “Shadows”, “Alone?”, “Right In Me”, “Def”, και “Beat It Outta Me”, δεν έχεις να φοβάσαι για τυχόν μέτριες κριτικές (για κακές, ούτε λόγος).
Όταν δουλεύεις, φαίνεται. Όταν παίρνεις το χρόνο σου και δεν ψάχνεις να γίνεις “κάποιος” εν μια νυκτί, το ίδιο. Και τελικά, όταν κάνεις το βήμα σου, χωρίς να βασίζεις την καριέρα σου σε “like” και λοιπές πίπες, οι κόποι σου γίνονται ένα ωραιότατο ντεμπούτο τύπου “Commercial Suicide” και αφήνεις τους άλλους να κλαίγονται.


Στέφανος Στεφανόπουλος

DUST BOLT: “Violent Demolition”



“Μάνααααα! Που είναι το περφέκτο μου;” Αυτό μου ήρθε να φωνάξω, καθώς φορούσα το σωλήνα-τζην μου και κατέβαζα τη γλώσσα των Asics.
Η ζώνη με τις σφαίρες περνούσε θηλιά θηλιά, όσο περνούσε η ώρα ακρόασης του “Violent Demolition”. Κοιτάω καλά το εξώφυλλο και κατόπιν εμένα στο καθρέπτη! Flashback… Ήρθαν πάλι τα 80s και στα χέρια μου κρατάω κάποιο από τα άλμπουμ των Toxik ή των Nuclear Assault.

Κοιτάω έντρομος το ημερολόγιο. 2012! Δεν είναι δυνατόν… και τι είναι αυτό που βγαίνει από τα ηχεία μου; Δεν είναι Kreator. Δεν είναι Testament. Δεν είναι Death Angel. Κι όμως είναι εξίσου ικανό, να κάνει το σβέρκο μου να κινηθεί ρυθμικά μπρος πίσω και τα δάκτυλα μου να σχηματίσουν μηχανικά τα κερατάκια.

Ναι, είναι ένα καλό δείγμα thrash metal, και αν και δεν έχει καλό timing ή κάτι καινούριο να προσθέσει στο ιδίωμα, είναι κάτι πολύ όμορφο. Ωραίες ιδέες, καλά εκτελεσμένες, με έναν ήχο να ακροβατεί μεταξύ των Slayer και της Γερμανικής σκηνής (καθότι Γερμανοί και οι ίδιοι), οι Dust Bowl αναβιώνουν ιδανικά το thrash metal της δεκαετίας του 80.

Γερμανοί υπήκοοι, λογικά γεννημένοι μέσα σε ένα “βόθρο” με συγκροτήματα, όπως οι Sodom, Kreator και Destruction, αφού δοκίμασαν την τύχη τους με ένα ΕΡ το 2010 (“Chaos Possession”), επιστρέφουν τώρα με ένα ολοκληρωμένο ντεμπούτο για να βροντοφωνάξουν την ύπαρξη τους.

Κομμάτια ξυράφια, με αποκορύφωμα το “Toxic Attack”, που αντικαθιστούν επάξια τον καφέ στο πρωινό ξύπνημα. 9 τραγούδια, σε ένα σύνολο 43 λεπτών ανελέητου thrash metal που θα είναι ένα από τα καλά κομμάτια στη δισκοθήκη του ακολούθου του ιδιώματος αυτού. Περιμένω από τώρα τη συνέχεια τους!



Δημήτρης Μαρσέλος

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...