Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

NIGHTSTALKER: “Dead Rock Commandos”


Θα μπορούσε να είναι και τίτλος παράστασης Θεάτρου Σκιών (και δεν υπονοώ κάτι κακό, αντίθετα). “Οι Nightstalker στην Αμερική”.
“Dead rock Commandos” ονομάζεται ο νέος δίσκος των συμπατριωτών μας που θα κυκλοφορήσει μέσω της αμερικάνικης Small Stone Recordings. Δεν νομίζω ότι στην προκειμένη περίπτωση χρειάζεται να γράψω βιογραφικά, μιας που λίγοι άνθρωποι που θα μπουν στον κόπο να διαβάσουν το παρόν, δε θα γνωρίζουν ποιοι είναι οι κύριοι Nightstalker. Στην πιάτσα 20 χρόνια και παρόλο που δεν έχουν τρομερή δισκογραφική παρουσία, κομμάτια τους έχουν γίνει cult και θα μείνουν στο μυαλό μας για πολλά χρόνια.

Μετά το εκπληκτικό “Superfreak” του 2009, ο Αργύρης και οι φίλοι του ξαναγυρνούν τρία χρόνια αργότερα να μας κάνουν να κουνήσουμε ρυθμικά το κεφάλι μας. Ήχος κλασικός Nightstalker, με την γνώριμη “υπόγεια” φωνή του Αργύρη, και κιθάρες με στακάτα riff που τόσο μας έχουν συνηθίσει τα προηγούμενα χρόνια.

Το “Dead Rock Commandos” έχει λίγο πιο αργές ταχύτητες σε σχέση με τον προκάτοχο του, όμως αυτό δεν το κάνει κακή δουλειά. Το “Go Get Some” που ανοίγει το άλμπουμ, έχει ήδη κάνει το γύρω το διαδικτύου μέσω του YouTube και έχει σπείρει ελπίδα. Το ομώνυμο κομμάτι (“Dead Rock Commandos”) φαντάζει να είναι μία αυτοβιογραφία της μπάντας, αλλά οι αγαπημένες μου στιγμές σε αυτήν τη δουλειά είναι τα 2 κομμάτια που ακολουθούν (“One Million Broken Promises”, “Children of the sun”).

Αυτή τη φορά, οι Nightstalker έχουν δώσει βαρύτητα στην ψυχεδέλεια (που αναβλύζει σε τόνους στο “Back To Dirt”) και για αυτό ίσως κάποιοι λάτρεις της rock 'n' roll ταχύτητας να χαλαστούν, αλλά θα τους συνιστούσα να δώσουν μία δεύτερη ευκαιρία και να ακούσουν προσεκτικά το άλμπουμ.

Το σίγουρο είναι ότι οι συμπατριώτες μας μπορούν να κάνουν ακόμα καλύτερα πράγματα. Και αυτό είναι απαίτηση!

Δημήτρης Μαρσέλος

TANK: “War Nation”


Αν μπορούσα να σας περιγράψω το όγδοο άλμπουμ των Βρετανών γερόλυκων Tank με μία λέξη ή μάλλον επιφώνημα, αυτό θα ήταν: “ουάου”!
Το “War Nation” είναι ένα άριστο δείγμα αληθινής heavy/power metal μουσικής, από μια μπάντα που αν και δεν έλαβε αυτό που πραγματικά της άξιζε (όπως και πολλές άλλες), έχει όμως τις ρίζες της βαθιά στο χώμα του χρόνου, φτάνοντας στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 κι έτσι το αποτέλεσμα όπως ήταν φυσικό κι επόμενο, ήταν κατά πολύ άνω του μετρίου!

Το “War Nation” λοιπόν είναι κατά κάποιο τρόπο η συνέχεια του “War Machine”, ενός άλμπουμ που με επιτυχία και με δίχως επικίνδυνα και πονηρά κοπιαρίσματα, ακουγόταν πολύ κοντά με αυτό που οι συμπατριώτες τους Saxon κάνουν επίσης με επιτυχία αρκετές δεκαετίες!

Αν και ο ιθύνων νους/ιδρυτής των Tank, Algy Ward, έχει αναγκαστικά αφήσει τη μπάντα του αυτό δε σήμανε ευτυχώς το τέλος αυτής, αφού ο τραγουδιστής/ frontman Doogie White είναι άξιος συνεχιστής, δίνοντας μάλιστα με τη φωνή του μια άλλη διάσταση στο αποτέλεσμα, όπως φυσικά δύναμη αλλά και μια old school αισθητική, που μπορεί όμως με ευκολία να σταθεί και να ονομαστεί ταυτόχρονα σύγχρονη.

Το να πω ότι προσωπικά το “War Nation” είναι ένα από τα καλύτερα άλμπουμ που έχω ακούσει μέχρι τώρα, μέσα στο 2012 δηλαδή, ίσως να σας φανεί κάπως τραβηγμένο και υπερβολικό τουλάχιστον για την ώρα, μα θα στηρίξω την άποψη μου σε επιχειρήματα τα οποία είναι 10 τον αριθμό, όσοι δηλαδή και οι δυναμίτες του δίσκου που σίγουρα δε θ’ αφήσουν κανένα metalhead παραπονεμένο, μιας και είναι φτιαγμένοι από heavy και δυνατές κιθάρες, δυνατά drums με ταυτόχρονα ευκολοχώνευτες μελωδίες που σου μένουν στο μυαλό!

Ακόμη κι αν μετά από τις αρκετές φορές που θα ακούσω μέσα στους επομένους μήνες το “War Nation”, δεν γίνει ο μπρούσκος καλό κρασί που λένε (αν και δε το πιστεύω μιας και όντως μιλάμε για δυνατό άλμπουμ), ένα πράγμα θα μου μείνει και είμαι ήδη σίγουρος γι’ αυτό! Το “Dreamer” είναι άλλη μια μπαλάντα-αποκάλυψη και θα συγκαταλεχτεί άμεσα στο προσωπικό μου φάκελο με τις best-of ballads! Μιλάμε λίαν επιεικώς για κομματάρα, που σε κάνει να θέλεις να “ξεφύγεις”, κάτι που για τον γράφοντα αυτή τη στιγμή είναι άκρος απαραίτητο, μα και δυστυχώς αδύνατο… σχεδόν!

Εν κατακλείδι το “War Nation” επιβάλλεται αν όχι ως προς την απόκτηση του, σίγουρα ως προς την ακρόαση του και πιστέψτε με, δε θα χάσετε άδικα το χρόνο σας! 


 Μιχάλης Κανακουσάκης

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

KEANE: “Strangeland”


Αν και οι Keane, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, είναι απ’ τα πολύ μεγάλα ονόματα για τις δουλειές των οποίον τρέφεις κάποιο ενδιαφέρον, κι αν και άργησαν σχεδόν μισή δεκαετία να κυκλοφορήσουν το νέο τους album, “Strangeland”, δεν μπορείς να πεις ότι υπήρχε και ιδιαίτερη αγωνία.
Αυτό μάλλον λειτούργησε καλά αφού ο νέος δίσκος του alternative Βρετανικού συγκροτήματος είναι ικανός να απογοητεύσει τουλάχιστον το 75% των οπαδών τους. Και μιλάμε για οπαδούς που απέκτησαν όχι απαραίτητα από το “Hopes and Fears” αλλά αργότερα. Με δουλειές δηλαδή όπως “Perfect Symmetry” ή το “Night Train” EP.
Το συγκεκριμένο γεγονός υφίσταται χάρη στην απότομη στροφή της μπάντας προς το ντεμπούτο της σε πιο light μορφή και δυστυχώς χωρίς πολύ έμπνευση. Το κυριότερο που χάθηκε απ’ το χαρακτηριστικό τους άκουσμα είναι η ατμόσφαιρα, κι αυτό είναι κάτι που εμποδίζει το “Strangeland” να περιέχει έστω ένα κομμάτι σαν τα “Somewhere Only We Know”, “Bend and Break” ή “Bedshaped”. Όσο κι αν προσπαθεί η μοναδική τέτοιου είδους προσπάθεια ονόματι “Watch How You Go”.
Υπάρχουν αρκετές καλές, ή μάλλον όμορφες στιγμές στον τέταρτο δίσκο των Άγγλων Keane. Αυτές είναι το “Silenced by the Night” (που αποτελεί και το πρώτο υπερεπιτυχημένο single του album), το “Disconnected” (τουλάχιστον το καλύτερο laid back κομμάτι αυτού του… laid back δίσκου καθώς και το δεύτερο single του) και το “Sovereign Light Café” (το επερχόμενο τρίτο single). Από την άλλη υπάρχουν τα απόλυτα δείγματα στασιμότητας όπως “The Starting Line” και “Day Will Come” αλλά και το “On the Road” με το εριστικό pop refrain.
Φυσικά και δεν σημαίνει πως το “Strangeland” θα επισκεφτεί τα αυτιά λίγων (κάτι που ίσως βγαίνει συμπερασματικά από το “…απογοητεύει το 75% των οπαδών…”) μιας και έχοντας θεσπιστεί ως ένα σύγχρονο group – θηρίο οι Keane ξέρουν πώς να προσφέρουν νέα ακούσματα σε ακροατές χωρίς προηγούμενη επαφή μαζί τους.

Παναγιώτης Πετρόπουλος

GUITAR WORKBENCH Live II στο "Όνομα του Ρόδου"


Παρασκευή βράδυ βρέθηκα με ανυπομονησία όπως και αρκετοί άλλοι έξω από το συμπαθές bar-stage Όνομα του Ρόδου , που φιλοξενεί συχνά διάφορα rock δρώμενα…

Επρόκειτο για τη δεύτερη συνάντηση ελλήνων κιθαριστών βιρτουόζων , με άψογη τεχνική κατάρτιση , συνεπικουρούμενων από πλειάδα μουσικών στο μπάσο , τη φωνή , τα  τύμπανα και τα πλήκτρα…

Η πρώτη σύναξη με παρότρυνε να παραβρεθώ και στη δεύτερη , στην οποία υπήρχε και τιμώμενο πρόσωπο: ο γνωστός και μη εξαιρεταίος Γιάννης Δρόλαπας , που είναι ένα από τα αρχικά μέλη των Μουσικών Ταξιαρχιών καθώς επίσης και ιδρυτικό μέλος  το 1976 μαζί με τον Johnny Vavoura των Vavoura Band. Μέχρι στιγμής , έχει διατελέσει μέλος στις και στα συγκροτήματα: "Αγάπανθος" , "Diesel" και "Αlamana’s Bridge".

Η , περίπου 1 ώρα και κάτι , εκνευριστικότατη αναμονή , ίδιον/χαρακτηριστικό  γνώρισμα δυστυχώς ελληνικό σε ανάλογες εκδηλώσεις , αποζημιώθηκε όταν περίπου μαζί με άλλους 70-80 φίλες και φίλους της μουσικής , απολαύσαμε για τις επόμενες 2 και κάτι ώρες ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ  απαράμμιλη από όλους τους συμμετέχοντες , κέφι και πραγματική αγάπη για το κυριότερο όργανο της ροκ :την κιθάρα!!!

Πιστεύω , ότι σε χώρες με άλλη μουσική παράδοση όλοι τούτοι οι μουσικοί θα ήταν σημαίνοντες στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα και δεν είναι υπερβολή: για του λόγου το αληθές όλες οι μουσικές συνθέσεις καθώς και μέρος από τις πρόβες έχει ήδη ανεβεί στο διαδίκτυο στις γνωστές ιστοσελίδες…

Για να τιμήσουμε αυτούς που κατέθεσαν ατόφιο το ταλέντο τους , παραθέτουμε τα τραγούδια (πολλά από τα οποία , τολμώ ο "ιερόσυλος" , να πω ότι ακούστηκαν καλύτερα από τα πρωτότυπα) :

Dimitris Gallikas
The Needle & the Spoon (Lynyrd Skynyrd)
Good Times Bad Times (Led Zeppelin)

Valantis Kitsakis
Do you read me (Rory Gallagher)
Kashmir (Led Zeppelin)

Yannis Zikos
My Sharonna (The Knack)

Yannis Manopoulos
What’s your name (Lynyrd Skynyrd)
Double Vision (Foreigner)

George “Whiskey” Stefanakis
Sharp dressed Man (ZZ Top)
Jesus just left Chicago (ZZ Top)

Michalis Armagos / Nikos Ydraios
Walking by myself (Gary Moore version)
The thrill is gone (BB King)

Spiros Foussekis
Don’t break my heart again (Whitesnake)
You really got me (VH version)

VAVOURA BAND
Κατμαντού, Ταξίμι …

Andreas Kotidis
Starvation (Socrates)
Strange Kind of Woman (Deep Purple)

Yannis Papadantonakis
Children of the sea (Black Sabbath)
Shapes of Things (Gary Moore version)

Angelo Perlepes
Hiroshima mon amour (Alcatrazz)
Since you’ve been gone (Rainbow)
Τέλος , συγχαρητήρια αξίζουν στο διοργανωτή του όλου εγχειρήματος με κόπο και τρέξιμο πολύ , τον Ανδρέα Κοτίδη…ευχόμαστε να υπάρχει συνέχεια και με άλλα παρόμοια δρώμενα , με ακόμη περισσότερους μουσικούς και….λιγότερη αναμονή/ορθοστασίαJ

Νότης Γκιλλανίδης

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

MARILYN MANSON: “Born Villain”

Ο Marilyn Manson είναι από τις περσόνες που απασχόλησαν όσο λίγοι τη μουσική βιομηχανία στα 90s, ενώ δίχασε πολλές φορές κριτικούς και κοινό.
Τα 00s, ομολογουμένως, δεν του φέρθηκαν καλά, καθώς ύστερα από τον, κατά το γράφοντα, ωριμότερο και πληρέστερο δίσκο του (“Holy Wood”), αναλώθηκε στην αέναη αναμόχλευση των ιδεών που μέχρι πρότινος τον διατηρούσαν στο υψηλό βάθρο του.
Και μπορεί τα “The Golden Age of Grotesque”, “Eat Me, Drink Me” και “The High End of Low” να μην ήταν άσχημα, από την άλλη όμως ήταν στάσιμα, ενώ λίγες στιγμές τους ξεχώρισαν. Το “Born Villain” θέλει να αφήσει πίσω του την προηγούμενη δεκαετία, αλλά σε τελική ανάλυση, δεν το καταφέρνει. Αυτό ακριβώς που περιμένετε από το νέο δίσκο του Marilyn Manson, θα το ακούσετε. Προβλέψιμο όσο δεν πάει, συνεχίζει την προαναφερθείσα μανιέρα και παρότι οι fan θα σταθούν σε αρκετά σημεία και θα εκτιμήσουν το αποτέλεσμα, αυτοί που αναπολούν εποχές “Antichrist Superstar” και “Mechanical Animals” δεν πρόκειται να συγκινηθούν από το “Born Villain”.
Για την ακρίβεια, είναι όσο σκοτεινό όσο το  “The High End of Low” και όσο industrial όσο το “Eat Me, Drink Me”, κάνοντας το νέο δίσκο του Manson μια (πετυχημένη) μίξη των δύο προηγούμενων έργων του. Ξεπερνώντας όμως το γεγονός ότι είμαι fan, οφείλω να παραδεχτώ πως το εν λόγω album θα απασχολήσει κυρίως όλους εμάς που δεν πτοηθήκαμε από την πορεία του εκκεντρικού καλλιτέχνη την τελευταία δεκαετία. Αμφιβάλλω άλλωστε για το εάν η νέα γενιά γνωρίζει το πραγματικό (και ουσιαστικό) έργο του Marilyn Manson και δεν έχει ταυτίσει το όνομά του μονάχα με τις κατά καιρούς (πετυχημένες) διασκευές του. Όσο για αυτούς που περιμένουν καρτερικά μια εν δυνάμει “επιστροφή”, καλό είναι να κρατούν μικρό καλάθι.
Με λίγα λόγια, το “Born Villain” είναι ένα απλά καλό album, που συνεχίζει τη ρότα των προκατόχων του. Σε αυτό που υπερτερεί ίσως είναι στην ατμόσφαιρα που αποπνέει. Κατά τ’ άλλα είναι σα να τρως το ίδιο (αγαπημένο σου) φαγητό- μακαρόνια πχ- με την ίδια πάντα σάλτσα από πάνω. Μετά από κάποιες φορές είναι βέβαιο πως θα θελήσεις να διαφοροποιηθεί κάπως η συνταγή.

Στέφανος Στεφανόπουλος

ASIA: “ΧΧΧ”


Τριάντα χρόνια  ζωής έκλεισαν οι ASIA και οι τέσσερις μουσικοί- θρύλοι του progressive rock, Geoff Downes, Steve Howe, Carl Palmer και John Wetton επιμένουν (και καλά κάνουν) με αξιοθαύμαστο τρόπο να δημιουργούν νέα όμορφα τραγούδια.
Εκείνο που κάνει μεγάλους τους ASIA δεν είναι μόνο η πολύχρονη και εμπνευσμένη συνθετική τους δράση αλλά το γεγονός, ότι αν και έχουν συμπληρώσει την έκτη δεκαετία ηλικιακά της ζωής τους και μπορούσαν να απολαμβάνουν τη δόξα και το χρήμα από την πολυτελή φάρμα τους προτίμησαν ως γνήσιοι καλλιτέχνες να κυκλοφορούν νέα album, να περιοδεύουν και να εκθέτουν τον εαυτό τους σε οπαδούς, πλέον, κάθε ηλικίας.
Τo “ΧΧΧ” είναι λοιπόν το καινούργιο στούντιο άλμπουμ της μπάντας όπου για άλλη μία φορά ο λυρισμός των ερμηνειών συναντά τον “πλούτο” των πλήκτρων και η αρτιότητα των ρυθμών αναδεικνύεται μοναδικά, με συναισθηματικές εσωστρεφείς μελωδίες. Τραγούδια όπως τα “No Religion”, “Faithful”, “Face On The Bridge” και “Al Gatto Nero” εκπέμπουν μία θετική ατμόσφαιρα νηφαλιότητας και δημιουργίας. Φυσικά και δεν πρόκειται να ακούσετε “τραγούδια-hit” των πρώτων εξαιρετικών άλμπουμ και ούτε το “XXX” είναι ότι καλύτερο κυκλοφόρησαν. Όμως οι έννοιες “ποιότητα” και “σεβασμός” είναι το μεγάλο προτέρημα των ASIA αφού κατορθώνουν να δώσουν ένα ικανοποιητικό συνθετικό αποτέλεσμα στους οπαδούς τους. Το υπέροχο εξώφυλλο του θρυλικού σχεδιαστή Roger Dean αλλά και η θαυμάσια παραγωγή του Mike Paxman προσθέτουν μία ακόμη μικρή γοητεία στο καινούργιο album των ASIA.
 Φώτης Μελέτης

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

SABATON: “Carolus Rex”


Όχι αδίκως ίσως, αλλά οι εκ Σουηδίας επικοpowerομεταλάδες Sabaton έχουν κερδίσει την εκτίμηση του ευρύ κοινού και ιδιαίτερα του Ελληνικού, μετά από το όμορφο και φιλελληνικό κομμάτι “Coat of Arms”!
Δε λέω… και κομματάρα αλλά και υπερηφάνεια για εμάς τους πονεμένους Έλληνες τουλάχιστον! Κάτι που νομίζω “έγινε αντιληπτό από τη μπάντα” (και θα επανέλθω σε αυτό παρακάτω) κι έτσι η επόμενη κίνηση της ονομάστηκε “Carolus Rex” ή με διαφορετικά λόγια, ένα πομπώδες επικών διαστάσεων power metal άλμπουμ, με θέμα εκείνο της Σουηδικής αυτοκρατορίας.

Γεμάτη και πλούσια παραγωγή, δυνατά κομμάτια, επικοί ρυθμοί, πολυφωνίες και ένα συναίσθημα “πάμε να πάρουμε κεφάλια”, επικρατεί σε ολόκληρο το άλμπουμ, κοντολογίς και στα 11 κομμάτια του. Τα “Gott Mit Uns”, “Carolus Rex” και “Killing Ground” είναι ένα καλό δείγμα μουσικής, του τι θέλω να πω και να περιγράψω με λόγια.

Όμως, επανέρχομαι στην πρόταση “έγινε αντιληπτό από τη μπάντα” και σχολιάζω τα εξής… Μην ψαρώνετε και αυτό πάρτε το σαν μια δεύτερη γνώμη, γιατί ναι μεν ένας απλοϊκός ακροατής σαν κι εμένα που δεν περιμένει κάτι περίπλοκο και θέλει εν πάση περιπτώσει τα πράγματα εν γένει να κρατιούνται σε απλές μορφές (σπαθί, καλπασμός, ασπίδες κτλ), σίγουρα θα του αρέσει ο δίσκος αλλά κάνοντας το δικηγόρο του διαβόλου για λίγο, θα σας πω να προσέξετε…

Τι να προσέξετε; Έχω ίσως τη λανθασμένη αίσθηση πως ταυτόχρονα με τη καλή προσπάθεια της μπάντας ώστε να μας δώσει αυτό που ως τελικό αποτέλεσμα ονόμασαν “Carolus Rex”, στην ουσία μας έδωσαν αυτό που περιμέναμε… ή καλύτερα αυτό που η μπάντα περίμενε ότι θα περιμέναμε! Σας μπέρδεψα;

Θυμάστε προ 15ετίας (και βάλε) τους Γερμανούς Grave Digger και την επιτυχία που είχαν τότε με το “Tunes of War”; Ξαναθυμάστε μετά από αυτό το άλμπουμ τι ακριβώς έβγαλαν; Καταλάβατε τι θέλω να πω σωστά;

Μισώ τις καριερίστικες κινήσεις, ιδιαίτερα όταν αυτές αφορούν τη μουσική και ακόμη πιο ιδιαίτερα το χώρο του heavy metal. Δεν θέλω να κατηγορήσω τη μπάντα για κάτι, αλλά μη μου πείτε ότι τα πράγματα στη περίπτωση μας δε κρατιούνται ενοχλητικά “γραφικά” και με βάση μια κάποια συνταγή!

Έτσι λοιπόν, ενώ το άλμπουμ έχει πολύ καλές στιγμές και το παραδέχομαι, από την άλλη κάτι με “χαλάει” και γι’ αυτό θα μου επιτρέψετε να κρατήσω μια πιο ουδέτερη στάση, σε μια δουλειά άνω του μετρίου, αλλά και σε μια μπάντα που μας τίμησε πολλά χρόνια μετά, από τη τελευταία φορά που κάποιος το τόλμησε (Virgin Steele)!

Με λίγα λόγια ακούστε, γουστάρετε αν το νομίζετε, αλλά μια πιο απόμακρη στάση κι ενθουσιασμός επιβάλεται, ιδιαίτερα όταν πανηγυρίζει κάποιος και ζητά κι από εσάς να κάνετε το ίδιο, επειδή ξανανακάλυψε ότι η γη δεν είναι επίπεδη! Κρατήστε λοιπόν μια “πισινή” κι εύχομαι να διαψευστώ στο μέλλον! Για την ώρα κραδαίνετε τα σπαθιά σας ψηλά!


Μιχάλης Κανακουσάκης

HERMAN FRANK: “Right In The Guts”



Όταν έχεις μία καριέρα που πίσω γράφει Accept αλλά και Victory και έχεις συμμετάσχει τα τελευταία τριάντα χρόνια με επιτυχία σε αμέτρητα metal riff και solo τότε ο σεβασμός είναι μεγάλος.
Ο Herman Frank λοιπόν με πολλά ένσημα στο ενεργητικό του κυκλοφορεί το δεύτερο προσωπικό του δίσκο που τιτλοφορείται “Right In The Guts” (εκπληκτικό το ομότιλο άσμα). Ένα πραγματικά απολαυστικό heavy metal album με καταιγιστικές συνθέσεις, ταχύτατα και αριστοτεχνικά κιθαριστικά solo, επιθετικές μελωδίες, επικούς και power ρυθμούς, χορωδιακά refrain και κυρίως δοσμένα με μία σύγχρονη αναμνηστική ‘80s party-metal ατμόσφαιρας σε ύφος Judas Priest και Accept φυσικά.
Μεγάλο πλεονέκτημα στο “Right In The Guts” είναι η φωνή του Σουηδού Rick Altzi που συνδυάζει τη βραχνάδα του Paul Shortino και τη δύναμη Rob Halford αλλά και πολλών άλλων μεγάλων ερμηνευτών του είδους όπου και προστίθεται μία εκρηκτική γοητεία στο άλμπουμ με γερμανική μεταλλική σφραγίδα. Με ενθουσίασαν τα τραγούδια “Roaring Thunder”, “Starlight”, “Falling to Pieces”, “Raise Your Hands”, “Kings Call”, “Hell isn’t Far” αλλά και τα υπόλοιπα κομμάτια δεν στερούνται ποιότητας και δυναμικής απλά είναι πως ακούει ο καθένας μας τη συγκεκριμένη μουσική αλλά και σε τι διάθεση βρίσκεται.
Χίλια μπράβο λοιπόν στον Herman Frank που με έκανε ξανά 18άρη και για να πω και την αμαρτία μου άρεσε ο δίσκος του, πιο πολύ από το τελευταίο άλμπουμ των Accept. Όσοι λατρεύετε το αυθεντικό heavy metal χωρίς φτιαξίδια και γουρονοκεφαλές τότε οφείλετε να τιμήσετε τη δισκοθήκη σας με το “Right In The Guts”.

Φώτης Μελέτης

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

HEAVEN RAIN: "Second Sun"



Φαντάζομαι, πως  η δυσκολία των περισσότερων δεν είναι να δεχτούν-ακούσουν τις νέες μπάντες, απλά δε γνωρίζω, πόσοι θα ήταν πρόθυμοι να αγοράσουν το δίσκο μίας μπάντας με γυναικεία φωνητικά από τη Βοσνία, που συνδυάζει  το progressive metal  με επιρροές της σκανδιναβικής σχολής του power metal. Σίγουρα οι οπαδοί των Kamelot, Sonata Arctica θα ακούσουν ξεκάθαρες γραμμές μελωδίας από τις δύο μπάντες.
Όταν το καλοκαίρι του 2006 ο πληκτράς Goran Baštinac δημιούργησε το σχήμα των Heaven Rain τα ακούσματα από Nightwish και  Ayreon, όπως και των προαναφερθέντων σχημάτων, τον ακολούθησαν. Συνοδοιπόρος στο μουσικό ταξίδι ο συμμαθητής του από την Ακαδημία των Τεχνών στη Banja Luka, κιθαρίστας Igor Paspalj (καμία σχέση με τον μεγαλοπρεπή μπασκετμπολίστα) και αργότερα  ο τραγουδιστής Božidar Šević που ανέλαβε χρέη πίσω από το μικρόφωνο. Την μπάντα συμπλήρωσαν οι Bojan Jokšić στο μπάσο και ο Nebojša Lakić στα τύμπανα και οι Heaven Rain υπέγραψαν συμβόλαιο και κυκλοφόρησαν το πρώτο τους cd με τίτλο “Far and Forever”, το 2008. Ακολούθησαν οι αλλαγές των Miona Graorac στη θέση της τραγουδίστριας και του Igor Dragelj στην κιθάρα. Προπόνηση με ζωντανές εμφανίσεις ήταν η κυκλοφορία του EP  “Evolution” με δύο συνθέσεις, τα “Dreamless” και “My Only One”, καθώς και μία διασκευή, το  “Galebovi” (που αρχικά ηχογραφήθηκε από τη θρυλική Γιουγκοσλαβική μπάντα Bolero πίσω στα  80s για τους παλαιότερους-όπως εγώ…).
Για να έλθουμε πριν από μερικούς μήνες όπου ηχογραφήθηκε το “Second Sun” με 10 νέες συνθέσεις και μία διασκευή, το “Vejte Snegovi”, ένα  80s pop κλασικό άκουσμα από τους γιουγκοσλάβους Zana. Εάν εξαιρέσω τη δυσχέρεια κατανόησης της σλαβικής γλώσσας, η διασκευή είναι ανώτερη και εύηχη. Το “My Only One” ξεχωρίζει ως μία εξωτική σύνθεση καθώς και το “Face Of Misery” με αρκετά progressive στοιχεία μέχρι εκεί όμως. Τα φωνητικά θέλουν αρκετή δουλειά, οι συνθέσεις στην πλειονότητά τους χωρίς ταυτότητα οπότε προσοχή στα ακούσματα πριν την αγορά.

 Νότης Γκιλλανίδης

SLASH: “Apocalyptic Love”


Το “Apocalyptic Love” αποτελεί μια από τις πιο πολυαναμενόμενες κυκλοφορίες του τρέχοντος έτους και όχι άδικα. Οποιοσδήποτε δίσκος φέρει το όνομα “Slash”, έχει βαρύ φορτίο, μιας και το πολυάριθμο κοινό του καπελοφόρου κιθαρίστα έχει συνηθίσει σε μια υψηλή ποιοτική γραμμή, η οποία δύσκολα διατηρείται. Βέβαια όταν μιλάμε για τον Slash, κάνει τα πάντα να φαντάζουν εύκολα και είτε μιλάμε για Guns n’ Roses, είτε για Slash’s Snakepit, είτε για Velvet Revolver, είτε για οτιδήποτε βάζει το χεράκι του, το μόνο σίγουρο είναι πως δεν απογοητεύει. 
Πάμε λοιπόν στα καθέκαστα. Καταρχάς ήταν επιβεβλημένο το δεύτερο (ας το πούμε) solo album του να στηριζόταν σε έναν μονάχα τραγουδιστή. Όχι ότι με χάλασαν οι συμμετοχές τύπου Ian Astbury, Ozzy, Lemmy, Iggy Pop, Chris Cornell κτλ. Κάθε άλλο! Απλώς θύμιζε περισσότερο “συλλογή” παρά ολοκληρωμένη δουλειά και για αυτό έχανε σε διάφορα σημεία. Στο “Apocalyptic Love” τα πράγματα είναι πιο συγκεκριμένα και πιο ορθολογικά δρομολογημένα, κάτι που οφείλεται στη φωνή του (εξαιρετικότατου) Myles Kennedy (γνωστός από τους Alter Bridge και μόνιμος frontman του Slash τα τελευταία δύο χρόνια).
Οι συνθέσεις του album αποτελούν ένα αντιπροσωπευτικό μουσικό δείγμα του σχεδόν σαρανταεπτάχρονου κιθαρίστα και φέρει ακριβώς τα στοιχεία που όλοι περιμένουμε από αυτόν. Σύγχρονο hard rock, χωρίς πολλές φανφάρες. Πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως αναμενόταν, έχει ο ίδιος ο Slash, χωρίς όμως να μειώνεται η συμβολή του Kennedy. Σε θεωρητικό επίπεδο, το “Apocalyptic Love” μοιάζει περισσότερο με τις δουλειές των Velvet Revolver παρά με αυτές των GNR, κάτι απόλυτα λογικό αν αναλογιστούμε την πορεία του από τα 00s και μετά!
Αυτό που οφείλω όμως να προσάψω στο album είναι η έλλειψη “κράχτη”. Διότι, παρότι το “Apocalyptic Love” είναι γεμάτο κομματάρες (“One Last Thrill”, “Standing In the Sun”, “You’re a Lie”, “Halo”, “Anastasia”, “Bad Rain”), δεν υπάρχουν αυτές οι 2-3 καθηλωτικές στιγμές που θα μνημονεύονται μετά από χρόνια. 
Όπως και να έχει, θεωρώ πως το “Apocalyptic Love” αποτελεί το ιδανικό soundtrack του καλοκαιριού, μιας και μιλάμε για ένα δίσκο που υπηρετεί άξια το hard rock ιδίωμα. Κοντολογίς, ο Slash είναι ακόμα εδώ, συνεχίζοντας την ήδη καλή πορεία του και από ότι φαίνεται έχει μέλλον ακόμα. Αρκεί βέβαια να κατασταλάξει κάποτε σε ένα συγκεκριμένο σχήμα, με πιο σταθερούς μουσικούς.

  Στέφανος Στεφανόπουλος

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

KREATOR: “Phantom Antichrist”


Εικοσιεπτά (αισίως) χρόνια συνεχούς πορείας, δεκατρείς (πλέον) δίσκοι, εκατοντάδες thrash riff και χιλιάδες κεφάλια αποσβερκοποιημένα (εκ του “αποσβέρκοσις”… sorry και πάλι Μπαμπινιώτη). Αυτή είναι εν ολίγοις μια σύντομη περιγραφή του τι εστί Kreator.
Προσωπικά, ο Mille Petrozza και η παρέα του, δε με έχει απογοητεύσει ποτέ και το “Phantom Antichrist” φέρει ακριβώς τα χαρακτηριστικά που χρειάζεται για να φιγουράρει ανάμεσα στους καλύτερους δίσκους της χρονιάς. Ρωτάς γιατί, αδαή κρετίνε; Διότι καταρχάς σπέρνει (και θερίζει), ενώ ο σημαντικότερος λόγος είναι ότι είναι δημιούργημα των Kreator! Έτσι! Λιτά και απέριττα!
Και επειδή ξέρω πως δε σου αρκεί αυτό που λέω (αν και θα έπρεπε), ας γίνω πιο σαφής. Το νέο πόνημα των γερμανών αποτελεί την ανεπίσημη γέφυρα του παλαιού καλού παρελθόντος των Kreator (όπως αναβιώθηκε εν μέρει στο “Hordes of Chaos” του 2009), με τον αναγεννημένο ήχο που υιοθετήθηκε στα “Violent Revolution” και “Enemy of God”. Παράλληλα όμως έχουμε να κάνουμε με τον πιο επικό δίσκο της μπάντας (ναι, ναι “epic”).
Τουτέστιν, το “Phantom Antichrist”, φιλτράρει αξιοπρεπέστατα με (σχεδόν) ολόκληρη τη μουσική ιστορία του group και τη διοχετεύει μέσω ενός επικού (τρόπον τινά) πρίσματος, που δεν ξενίζει καθόλου τον ακροατή και αυτό διότι δεν πρόκειται για κάποιον έμμεσο πειραματισμό, αλλά για μια ηχητική τοποθέτηση, η οποία (όποτε συναντάται) δένει απόλυτα με το καθόλα thrash ύφος του σχήματος.
Το εναρκτήριο “Phantom Antichrist”, όπως και το “Death to the World” έχουν “κάτι” από τα παλιά, τα “Civilization Collapse”, “The Few, The Proud, The Broken” και “Your Heaven My Hell” φέρνουν στο νου Kreator των 00s, ενώ τα “From Flood Into Fire”, “United In Hate”, “Victory Will Come” και “Until Paths Cross Again” έχουν πιο έντονο το προαναφερθέν επικό στοιχείο.
Και οι εννέα συνθέσεις στέκονται μια χαρά, ενώ το ότι εν έτει 2012 κυκλοφορούν δίσκοι σαν το “Phantom Antichrist”, είναι ιδιαίτερα κολακευτικό για τη μουσική μας.  Αποσβέρκοσις initiated…
 

Στέφανος Στεφανόπουλος

STORM CORROSION: “Storm Corrosion”



Όταν πριν από πάρα πολύ καιρό είχε διαρρεύσει η ιδέα και μόνο κάποιου νέου project με  Åkerfeldt, Wilson, Portnoy, νόμιζες πως η βόμβα στα μουσικά δρώμενα ήταν έτοιμη να σκάσει. Λίγο αργότερα η παρουσία του Portnoy δεν θα ήταν χρήσιμη και έτσι η βόμβα δεν έσκασε ποτέ, μουσικά – τεχνικά τουλάχιστον – γιατί όπου Portnoy η γρήγορη, βαριά και μεταλλική έννοια παίρνει μορφή.
Οι μήνες περνούσαν και οι πιστοί στην προσμονή της κυκλοφορίας αυτής, μειώθηκε ότι αφορά το metal κοινό. Έτσι κάποιοι έφυγαν κάποιοι εισήρθαν και κάποιοι πιο open-mind  και φίλοι του διαφορετικού πήραν την θέση του ακροατή. Μετά από συνεχείς αναφορές ανά χρονικά διαστήματα (κυρίως του Åkerfeldt) ήταν πια σαφές ότι εδώ δεν έχουμε με τίποτα όμως να κάνουμε με ένα metal άλμπουμ. Μπορώ να πω κιόλας πως δεν ακουμπά ούτε καν ροκ μονοπάτια. Και γιατί να έχεις και απορία στο κάτω-κάτω. Υπάρχει περίπτωση ποτέ να ανακατευτεί κάπου ο  Wilson και να είσαι σίγουρος τι θα σε περιμένει; Άλλωστε και με κάποια από τα λεγόμενα του “μην κάνεις μουσική ή τέχνη άμα είναι να σκέφτεσαι πως θα ευχαριστήσεις τον ακροατή σου, τότε σταματάς να γίνεσαι καλλιτέχνης και γίνεσαι διασκεδαστής”, και δεν έχει καθόλου άδικο. 
Για να το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή λοιπόν ΔΕΝ είναι Opeth, ΔΕΝ είναι Porcupine Tree, μην προσπαθήσεις να βρεις ομοιότητες, μην συγκρίνεις και αν ανοίξεις λιγάκι τους μουσικούς σου ορίζοντες στην διαφορετικότητα και στον πειραματισμό θα απολαύσεις πραγματικά ένα αριστούργημα. Δεν είμαι καθόλου σίγουρη αν οπαδοί των Porcupine Tree μπορούν να ακολουθήσουν (πόσο μάλλον των Opeth), μόνη συνταγή λοιπόν για να το δεχτείς είναι να αποκαθηλώσεις τα αυστηρά στερεότυπα των δύο αυτών προσωπικοτήτων από το παρελθόν τους, και να δώσεις τον χρόνο που χρειάζεται πριν αρχίζεις να σπέρνεις  καταδίκες. Πόσες φορές δεν έχει αποδειχτεί άλλωστε πως ένα άλμπουμ που το ακούς μια δεδομένη στιγμή είναι τελείως διαφορετικό στα αυτιά σου μετά από πολύ καιρό;
“Drag Ropes”, “Storm Corrosion”, “Hag”, “Happy”, “Lock Howl”, “Ljudet Innan”, 6 μυστηριακές υποτονικές συνθέσεις με καθόλου ένταση ανάμεσα αλλά τυλιγμένες στις μελωδίες με έντονη μόνο την δεξιοτεχνία των δυο φίλων χωρίς ίχνος υπερβολής στο οτιδήποτε, (η αλήθεια είναι πως φοβόμουν τον Wilson στους πειραματισμούς του, αλλά ευτυχώς δεν το “έκαψε”), οι κύριοι ακουστικοί ρόλοι είναι η κιθάρα και τα πλήκτρα. Lyrics, όχι πολλά μιας και το επίκεντρο είναι το μουσικό στοιχείο. Το δέσιμο των δυο αυτών μουσικών αποδεικνύει περίτρανα πως υπάρχει πάντα και  κάτι άλλο από το metal αν θες και μπορείς να ακολουθήσεις. Η φωνή του Åkerfeldt εδώ τολμώ να πω πως είναι κάτι πάρα πάνω από υπέροχη, μελωδική (ούτε στα όνειρα του κάποιος αδαής θα μπορούσε να φανταστεί πως είναι η ίδια φωνή στα πρώτα βήματα των Opeth). Στο “Drag Ropes” μάλιστα η πολυφωνίες μου θύμισαν πάρα πολύ εκείνες των Pure Reason Revolution στο μαγευτικό άλμπουμ τους “The Dark Third”.
Δεν είναι εκείνο το άλμπουμ που θα σε κάνει να διασκεδάσεις, θα σου δημιουργήσει μια διάθεση σκεπτικισμού και ίσως χαλάρωσης, με μόνες έντονες διαφορετικές παρεμβάσεις αν και ελάχιστες, κάποιες υποψίες πως ενδεχομένως θα μπορούσαν να σε οδηγήσουν σε ταινίες noir και μυστηρίου Χιτσκοκικών εποχών. Αναμφισβήτητα λοιπόν έχουμε να κάνουμε με ένα ιδιαίτερο και άκρος ενδιαφέρον άλμπουμ και αν ο φανατισμός και η σκληροπυρηνική νευραλγία δεν το καταδικάσει, τότε έχουμε να κάνουμε με ένα από τα καλύτερα άλμπουμ της χρονιάς. Είναι πραγματικά πολύ τολμηρό και συναρπαστικό συνάμα να προκαλείς τον ίδιο σου τον εαυτό και να ζεις και να δημιουργείς για το ξαφνικό και το απροσδόκητο δεν νομίζεις;

Ελένη Λιβεράκου

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Οι GOTTHARD μιλάνε στο Rockway.gr



Οι Ελβετοί Gotthard πέρασαν δύσκολες στιγμές, όταν πριν περίπου 2 χρόνια ο εμβληματικός τραγουδιστής τους Steve Lee σκοτώθηκε σε δυστύχημα με μοτοσικλέτα κατά τη διάρκεια road trip στις Η.Π.Α. Παρόλα αυτά τα υπόλοιπα μέλη ανασυντάχθηκαν και με νέο frontman τον Ελβετο-Αυστραλό Nick Maeder συνεχίζουν με καινούριο album επί θύραις. Για αυτό, καθώς και για άλλα, συνομιλήσαμε με τον ιδιαίτερα ευχάριστο τραγουδιστή…
Καλησπέρα Nick και πριν αρχίσουμε να σε καλωσορίσω στην οικογένεια των Gotthard και να σου ευχηθώ καλή δύναμη!
Σ' ευχαριστώ πολύ!

Πως είναι ο πρώτος σου καιρός με το συγκρότημα, ως καινούριος;
Για την ώρα όλα είναι καλά, είμαι τα υπόλοιπα παιδιά από τα μέσα Αυγούστου (σ.σ. 2011), όλο αυτό το διάστημα είχαμε πολλά να κάνουμε, ήμασταν πολύ απασχολημένοι, και έτσι δεν έμενε και πολύς χρόνος για να κάνουμε κάτι άλλο.

Για τον πολύ κόσμο, που δε ξέρει τον Nick Maeder, θα μπορούσες να μας δώσεις ένα σύντομο βιογραφικό;
Βεβαίως! Γεννήθηκα στην Ελβετία, αλλά όταν ήμουν μικρός μετακομίσαμε οικογενειακώς στην Αυστραλία, πηγαίναμε όμως συχνά στην Ελβετία. Κάποια στιγμή ως έφηβος, ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη μουσική, παίζοντας κιθάρα και τραγουδώντας, ήμουν σε διάφορες μπάντες και τώρα… είμαι στους Gotthard (γέλια)!


Ποιές μπάντες σου άρεσε να ακούς εκείνο το καιρό;
Προφανώς και μεγάλωσα ακούγοντας βασικά AC/DC, θυμάμαι πως τη πρώτη φορά που άκουσα το “Ηells Bells“, όλα άλλαξαν μέσα μου…

Και σε μένα το ίδιο...
(γέλια) Είδες; Δεν υπάρχει κάτι το περίεργο εδώ!

Έχω ακούσει και ένα τραγούδι της προηγούμενης μπάντας σου (σ.σ. Maeder), υπό τον τίτλο “Another Thing Comin”… Judas Priest fun;
(γέλια) Στη πραγματικότητα είναι κομμάτι που έγραψε ο αδελφός μου ο οποίος είναι μεγάλος οπαδός τους, οπότε μπορείς να πεις πως ναι!

Το τελευταίο καιρό έχω ακούσει αρκετό από το υλικό σου με τους Maeder, και γνωρίζω πως είχατε, ειδικά στην Αυστραλία, μια αξιόλογη καριέρα. Πόσο δύσκολο, η εύκολο ήταν να αποφασίσεις να μπεις στη διαδικασία να κάνεις audition για ένα άλλο γκρουπ; Και ποιό το ιστορικό της επιλογής σου;
Mε τους Maeder τα τελευταία 2 χρόνια δε κάναμε και πολλά, ουσιαστικά το 'χαμε διαλύσει. Εκείνο το καιρό, ένας φίλος από την Ελβετία, ο οποίος ήξερε καλά τη μπάντα, είχε έρθει να με επισκεφτεί και μου είπε ότι οι Gotthard έψαχναν καινούριο τραγουδιστή. Διάλεξα τότε 3 τραγούδια τους πάνω στα οποία ηχογράφησα τα φωνητικά μου. Ήταν τα “Need To Believe”, “Anytime, Anywhere” και “Top Of The World”, και τους τα έστειλα… Προφανώς και τους άρεσαν γιατί λίγο αργότερα με κάλεσαν, πήγα στην Ελβετία όπου περάσαμε  κάποιο καιρό τζαμάρωντας στο στούντιο, ηχογραφώντας διάφορες ιδέες. Μετά επέστρεψα στην Αυστραλία μέχρι που μερικούς μήνες αργότερα με κάλεσαν να ξαναπάω να δοκιμάσουμε να γράψουμε μερικά τραγούδια παρέα. Αυτό κράτησε 2 εβδομάδες και το “Remember Its Me”, είναι το πρώτο κομμάτι που γράψαμε μαζί, ενώ εκείνο το διάστημα γράψαμε και άλλα 4 κομμάτια που βρίσκονται πλέον στο νέο άλμπουμ. Μετά και πάλι επιστροφή στην Αυστραλία, μέχρι που με κάλεσαν να μου ανακοινώσουν ότι πήρα τη δουλειά, οπότε έπρεπε να ξαναπακετάρω και να πάω πάλι στην Ελβετία, για να ξεκινήσουμε τις ηχογραφήσεις του νέου άλμπουμ!


Νέο άλμπουμ λοιπόν υπό τον τίτλο “Firebirth”… Κανονικά έπρεπε να έχω ακούσει το άλμπουμ πριν μιλήσουμε, αλλά η εταιρία δε μας το έστειλε, οπότε ότι ξέρω απ αυτό είναι το “Remember It's Me”, το οποίο μου άρεσε πολύ και θέλω να σου πω πως η φωνή σου -χωρίς παρεξήγηση- ακούγεται αρκετά όμοια με του Steve Lee…
Καμία παρεξήγηση…

Μπορείς να μας πεις κάποια πράγματα γύρω απ αυτό, σε ποια κατεύθυνση κινείται και τα σχετικά;
Καταρχήν είναι ένα πολύ “ωμό” άλμπουμ, μια επιστροφή στις ρίζες αν θες. Παραμένει πάντα Gotthard, με τις μελωδίες, τις μπαλάντες κλπ, αλλά έχουμε προσπαθήσει να προσθέσουμε και κάποιες διαφορετικές πινελιές αυτή τη φορά, κρατώντας πάντα το “hard rock in your face” στοιχείο.

Έχουν προστεθεί και προσωπικές πινελιές από τον Nick Maeder στον ήχο του άλμπουμ;
Προφανώς και έχω προσθέσει και εγώ το στοιχείο μου, εφόσον ενεπλάκην τόσο στο στιχουργικό, όσο και στο μουσικό κομμάτι του δίσκου, αλλά η ταυτότητα παραμένει πάντα Gotthard.

Σε ποιό βαθμό ενεπλάκης στο γράψιμο του δίσκου; Εννοώ σε πόσα τραγούδια έχεις συνεισφέρει, είτε μόνος σου, είτε με τον Leo (σ.σ. Leoni, κιθάρα), είτε με άλλα μέλη;
Μπορώ να πω σε όλα… Η βασική ομάδα ήμασταν ο Freddy (σ.σ. Scherer-κιθάρα), o Leo και εγώ, ανταλλάσσαμε ιδέες, τζαμάραμε και σιγά σιγά χτίζαμε το κάθε κομμάτι. Αποδείχθηκε μια πολύ εύκολη διαδικασία και αρκετά ευχάριστη μπορώ να πω..


Θα θελα να πάμε σε ένα “ευαίσθητο” θέμα… Πόσο εύκολο ήταν για σένα να ενταχθείς σε ένα γκρουπ του οποίου ο προηγούμενος τραγουδιστής δεν εκδιώχθηκε, αποχώρησε κλπ, αλλά απλά πέθανε, όντας ιδιαίτερα αγαπητός τόσο στα υπόλοιπα μέλη, όσο και στον κόσμο; Πως ήταν το κλίμα όταν πρωτοεντάχθηκες στη μπάντα, ποιές ήταν οι σκέψεις σου γύρω από αυτό και τελικά πως το αντιμετώπισες;
Τα παιδιά είναι πραγματικά παθιασμένα με τη μπάντα, ήθελαν πάρα πολύ να τη συνεχίσουν και πραγματικά νιώθω πολύ πολύ χαρούμενος που τους βοηθώ σ αυτό. Ποτέ δε το είδα ως αντικατάσταση, αλλά περισσότερο ως συνέχεια, ως ένα καινούριο κεφάλαιο στο βιβλίο των Gotthard. Προφανώς και ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος για τα υπόλοιπα παιδιά ο χαμός του Steve, αλλά αποδείχτηκε ότι είναι “πολύ σκληροί για να πεθάνουν”. Όσο για μένα δεν αντιμετώπισα κάποια περίεργη, ή άβολη κατάσταση αν θες. Ήταν τόσο άμεσο το δέσιμο μας εξ αρχής, που νιώθαμε σα να ήμαστε μαζί πολύ καιρό και όχι λίγες μόνο μέρες.

Κοιτάζοντας διάφορα βίντεο στο internet, είδα πως σχεδόν όλα τα σχόλια των οπαδών είναι πάρα πολύ ενθαρρυντικά προς το πρόσωπο σου. Το έχεις εισπράξει αυτό;
Πάρα πολύ! Η αντιδράσεις είναι εξαιρετικές. Ποτέ δε μπορείς να είσαι σίγουρος για το πως θα αντιδράσει ο κόσμος, μπορούν να ακουστούν και πολύ αρνητικά σχόλια. Ευτυχώς στάθηκα πολύ τυχερός και νιώθω πολύ χαρούμενος που δίδεται μια “δεύτερη ευκαιρία” στο συγκρότημα. Όλοι έδειξαν κατανόηση και ειλικρινά είμαστε όλοι στο συγκρότημα, πολύ ευγνώμονες προς το κόσμο.

Ωραία! Περνάμε στο κεφάλαιο “Συναυλίες”. Έχετε δώσει, θα δώσετε, υπάρχουν σχέδια για το καλοκαίρι… Ακούω!
Ξεκινάμε από Νότια Αμερική στις 12/5 θα κάνουμε κάποια “warm up shows” και από κει και πέρα έχουμε συναυλίες και εμφανίσεις σε φεστιβάλ όλο το καλοκαίρι. Σχεδόν κάθε 2 μέρες έχουμε και από μια, κάτι που είναι πολύ cool, δε νομίζεις; (γέλια)

Θα είναι αν υπάρξει και στάση σας στην κακόμοιρη Ελλάδα μας!
(πολλά γέλια) Δε ξέρω κάτι για αυτό στα σίγουρα, θα πρέπει να το κοιτάξω, αλλά θα ήταν ωραία αν υπήρχε!


Ας επιστρέψουμε στο νέο άλμπουμ, και θέλω να μας πεις, πόσο καιρό διήρκεσαν οι ηχογραφήσεις;
Ξεκινήσαμε να γράφουμε στα μέσα Δεκεμβρίου του '11, και τελειώσαμε λίγο καιρό πριν, οπότε μας πήρε σχεδόν 4 μήνες.

Αλήθεια, μπορείς να μας πεις τι διαφορές υπάρχουν - αν υπάρχουν - στο να ηχογραφείς ένα “Gotthard άλμπουμ”, σε σχέση με ένα “Maeder άλμπουμ”; Περισσότερη πίεση για σένα, περισσότερος επαγγελματισμός στο studio;
Η αρχική διαφορά ήταν στη σύνθεση των κομματιών, καθώς όλα αυτά τα χρόνια είχα συνηθίσει να γράφω μόνος μου τα τραγούδια μου -μουσική και στίχους. Δεν είχα συνηθίσει να γράφω μαζί με άλλους, αλλά τελικά εξελίχθηκε πολύ ωραία, είχε αρκετή πλάκα. Κάτι άλλο ήταν η διαδικασία ηχογράφησης, εδώ το κάναμε πολύ φυσικά, πιο πολύ σαν live, δε χρησιμοποιήσαμε μετρονόμους και τέτοια, ήταν ένας πολύ διαφορετικός τρόπος απ ότι είχα συνηθίσει. Επίσης τώρα υπάρχει η πολυτέλεια του χρόνου ώστε να δουλέψουμε όσο το δυνατόν καλύτερα στο στούντιο, κάτι το οποίο ποτέ δεν είχαμε παλαιότερα.

Έχεις κάποια αστεία, η περίεργη ιστορία να μοιραστείς μαζί μας, κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων;
Η αλήθεια είναι ότι περάσαμε πάρα πολύ καλά, όλοι ήμασταν γελαστοί και σε καλή διάθεση όλη μέρα σχεδόν, οπότε δεν υπάρχει κάτι ιδιαίτερο να πω… Τώρα που το ξανασκέφτομαι όμως θυμάμαι όταν μας είπε ο παραγωγός, ότι δε θα χρησιμοποιήσουμε καθόλου μετρονόμους και θα βγάλουμε το δίσκο παίζοντας φυσικά, όλοι είχαμε πάρει κάτι πολύ αστείες φάτσες, αλλά έτσι όπως στο μεταφέρω μάλλον δεν ακούγεται και ιδιαίτερα αστείο… (γέλια)

Θέλω να σε ρωτήσω κάτι άσχετο με τη μουσική τώρα… Φαντάζομαι γνωρίζεις την οικονομική κρίση που μαστίζει την Ελλάδα αυτό το καιρό, αλλά και τις περισσότερες χώρες πλέον. Κρίση που όπως έδειξε ο καιρός είναι περισσότερο δημιούργημα των αγορών παρά των “τεμπέληδων Ελλήνων” όπως έχει διαδοθεί. Έχεις να πεις κάτι πάνω σ αυτό;
Είναι δύσκολο να πω, δεν είναι μόνο η Ελλάδα όπως λες, είναι παγκόσμιο φαινόμενο, άρα κάτι δε πάει καθόλου καλά με το όλο σύστημα. Δε ξέρω τι πρέπει να γίνει για να διορθωθεί αλλά σίγουρα το όλο πράγμα είναι τελείως λάθος. Όσο για αυτούς που διαδίδουν σχόλια για τους Έλληνες, πρέπει να σου πω ότι δε ξέρω κανένα τους εγώ… Είμαι αθώος! (γέλια)


Δεν έχω να σε ρωτήσω κάτι άλλο.. Υπάρχει κάτι που θες να προσθέσεις, κάποια ερώτηση που θα θελες να σου κάνω και δε την έκανα;
Νομίζω πως πάνω-κάτω τα καλύψαμε όλα, δε μου έρχεται κάποια ερώτηση αυτή τη στιγμή στο μυαλό…

Οκ λοιπόν, ο επίλογος δικός σου..
Γεια σε όλους, είμαι ο Nick Maeder, ο νέος τραγουδιστής των Gotthard, σας ευχαριστώ πολύ όλους για τη θερμή υποδοχή, ελπίζω να σας δω σύντομα σε κάποια συναυλία μας από κοντά! Να είστε όλοι καλά… and take care!

 Συνέντευξη στον Άγη Τουρνά

FATES WARNING: “Inside Out”


Το να αποπειραθεί κανείς να ερμηνεύσει την επιδραστικότητα των Fates Warning στο Progressive metal μοιάζει με προσπάθεια μαθητή του δημοτικού να διδαχθεί πόσο ζωτικής σημασίας είναι ο ήλιος για την ζωή στην γη. Βασικές και αδιαμφισβήτητες γνώσεις που αποκτούμε όλοι στα πρώτα βήματά μας στο σχολείο του Heavy Metal.
Οι Fates κυκλοφόρησαν το “Inside Out” πίσω στο 1994, τρία χρόνια μετά το αξεπέραστο (από κάθε άποψη) “Parallels” και ακούγεται σαν την φυσική του συνέχεια σε ευρύτερες (περισσότερο “εμπορικές”)  progressive φόρμες, αλλά και με κάποιες απώλειες στην δύναμη. Όποιο “δάχτυλο” και να κόψεις όμως από την δισκογραφία τους το ίδιο θα πονέσει.  Όπως και με τις προηγούμενες δουλειές τους, επανακυκλοφορούν το υλικό αφού πέρασε από την διαδικασία του remastering (σε μια μέτρια προς καλή παραγωγή του πρωτότυπου) και αφού πρόσθεσαν χορταστικό extra υλικό (σύνολο 2 cd και 1 dvd).

Κομματάρες όπως τα “Outside Looking In”, “Pale Fire” και “Shelter Me”, δεν ηχογραφούνται κάθε μέρα και πραγματικά μου έχει λείψει αυτή η περίοδος της μπάντας. Για ακόμη μια φορά ο Mark Zonder τα δίνει όλα στα drums και ο Ray Alder εξαγνίζει κάθε ταλαιπωρημένη πτυχή της ψυχής μας υπό το μαγικό μουσικό χαλί που στρώνει το μεγάλο αφεντικό, ο “δικός” μας Jim Matheos, δίνοντας στον τίτλο του άλμπουμ την πραγματική του υπόσταση. Παρόλα αυτά ακόμη και σήμερα το “Inside Out” διχάζει ακόμη και τους ίδιους τους Fates. Ο Alder το είχε επισημάνει ως τον πιο grunge δίσκο της μπάντας (κυκλοφόρησε την εποχή που αυτό μεσουρανούσε) και όλοι τους ήταν μπερδεμένοι με το ύφος που θα ακολουθούσαν. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως μετά την κυκλοφορία του ακολούθησε η αποχώρηση των Joe Dibiase και Frank Aresti.

Πέρα από τον πρώτο ψηφιακό δίσκο που περιέχει το αυθεντικό άλμπουμ, υπάρχει και ένα δεύτερο με 5 live τραγούδια, 5 demo εκτελέσεις, μια μίξη και ένα ακυκλοφόρητο, το “Circles”. To πακέτο συμπληρώνει ένα live dvd από την περίοδο 93-95 με αρκετά επιμέρους extra. Η κυκλοφορία στην Ευρώπη είναι προγραμματισμένη για την 1η Ιουνίου από την Metal Blade.

Αναλυτικά τα περιεχόμενα:
CD1 - INSIDE OUT (re-mastered original album)
Outside Looking In
Pale Fire
The Strand
Shelter Me
Island in the Stream
Down to the Wire
Face the Fear
Inward Bound
Monument
Afterglow

CD2 - LIVE in DÜSSELDORF, GERMANY February 11th 1995
Outside Looking In
Down to the Wire
The Eleventh Hour
Point Of View
Face The Fear
DEMOs/Unreleased
Outside Looking In (demo)
Pale Fire (demo)
Shelter Me(demo)
Island In the Stream (demo)
Face The Fear (demo)
Monument (rough mix)
Circles    (unreleased)

DVD - INSIDE OUT LIVE
Outside Looking In
Pale Fire
The Strand
Shelter Me
Island In The Stream
Down To The Wire
Face The Fear       
Monument        
Afterglow Slide Show
Extras
Live In Still Water    
Through Different Eyes    
Guardian (Mike Portnoy drums) 1
Shades of Heavenly Death
MTV Europe Interview    
Eye to Eye        
Face The Face Of Fear    
Don't Follow Me   
Shortest Fates Warning Show Ever
Guardian (Arch/ Alder duet)


Γιάννης Φράγκος

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...