Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

DARE:“Calm Before The Storm 2”

Για όσους δεν το γνωρίζουν oι DARE, δηλαδή ο Darren Wharton, είχε “κολλήσει” τα πρώτα του μουσικά ένσημα με τους Thin Lizzy και είχε τιμήσει με τα εξαιρετικά πλήκτρα του το συγκρότημα του θρυλικού Phil Lynott ενώ συνεχίζει και σήμερα να συμμετέχει στους τωρινούς (αν και είναι ιεροσυλία) “Thin Lizzy”.
To “Calm Before The Storm” είχε πρωτοκυκλοφορήσει το 1998 μόνο στην Ευρώπη και συμπεριλάμβανε τότε και το διασκευασμένο “Still in Love with You” των Ιρλανδών rockers, το οποίο δεν υπάρχει στο φετινό “Calm Before The Storm 2”.

Στην καινούργια έκδοση  έχουμε λοιπόν δύο νέα κομμάτια τα πανέμορφα και μελωδικά “Precious” και “Cold Wind Will Blow” και καλύτερη σαφώς παραγωγή όπου αναδεικνύεται το μελαγχολικό, ρομαντικό και νοσταλγικό ύφος του γκρουπ.

Το line up είναι διαφορετικό από την πρώτη κυκλοφορία και εδώ όλοι οι μουσικοί προσθέτουν συνεχώς γλυκές πινελιές και αποθεώνουν τον βρετανικό aor ήχο.

Όσοι δεν είχατε ακούσει το “Calm Before The Storm” είναι ευκαιρία να ακούσετε την ελαφρώς εμπλουτισμένη επανέκδοσή του και να νιώσετε ήρεμοι και ανανεωμένοι συναισθηματικά από ένα τίμιο και ειλικρινή δημιουργό.



Φώτης Μελέτης

SHYLOCK: “Walking Tall”


Νέο άλμπουμ για τους Γερμανούς Shylock που τιτλοφορείται “Walking Tall”, οι οποίοι έχουν λιγοστούς οπαδούς στη χώρα μας και παρά το γεγονός ότι έχουν κυκλοφορήσει ήδη πέντε δίσκους δεν έχουν αγκαλιαστεί από τους φίλους του ευρωπαϊκού hard rock.
To group παίζει πολύ καλά, οι συνθέσεις τους είναι αξιόλογες, και η ερμηνεία του Matthias Schenk είναι ικανοποιητική ενώ ο  ήχος τους κινείται ανάμεσα στους σύγχρονους Scorpions, τους παλιούς καλούς Bonfire, και πολλά τραγούδια τους θυμίζουν έντονα Gotthard και Shakra.
Το “Walking Tall” ακολουθεί πιστά τους προηγούμενους προαναφερόμενους εμπνευστές των Shylock με αρκετή εμπορική διάθεση, την μελωδία να πρωταγωνιστεί στα περισσότερα τραγούδια και τις κιθάρες να δίνουν τον ανάλογο και άρτιο γερμανικό hard rock τόνο.
Πιστεύω την διαφορά θα την έκανε μία πιο ξεχωριστή φωνή  μιας και ο Matthias Schenk μπορεί να είναι άριστος ερμηνευτής αλλά δεν κάνει την προαναφερθείσα διαφορά ώστε να τους λατρέψει το κοινό μιας και αρκετά σημεία σου φέρνει μνήμες από τον Claus Lessmann (τραγουδιστή των Bonfire).
Ξεχώρισα τα “Rock DNA”, το εξαιρετικό “I Can't Wait Now”, “Sad To Know”, “Right Now Or Never” και “Touch My Soul”. Συνοπτικά δεν έχουμε εκπλήξεις με το “Walking Tall” και προτείνεται ανεπιφύλακτα σε όσους αγαπούν το συγκεκριμένο ήχο.

Φώτης Μελέτης

SHAKRA: “Powerplay”


Η αλήθεια είναι ότι όταν αναφερόταν μουσικά κάποιος στην Ελβετία, όσον αφορά τον σκληρό ήχο, το μυαλό μου πήγαινε αυτοστιγμεί στους Krokus. Τους ομοεθνείς των Krokus, τους Shakra, τους έμαθα σχετικά πρόσφατα, ακούγοντας διάσπαρτα κάποια κομμάτια από την πορεία τους, η οποία ξεκινά το 1998.
Θα επαναλάβω κάτι που έχω πει και σε άλλες κριτικές μου, ότι μεγάλο ρόλο παίζει το μουσικό υπόβαθρο που έχεις αποκτήσει συν τον χρόνο και γενικά η πληθώρα ακουσμάτων, που έχει κάποιος έτσι ώστε να μπορεί να κρίνει όσο το δυνατόν αμερόληπτα και χωρίς παρωπίδες οποιοδήποτε album από οποιονδήποτε καλλιτέχνη.

Οι Shakra παίζουν καθαρόαιμο hard rock με προεκτάσεις προς τον μεταλλικό ήχο, που σίγουρα δεν μπορούν να αφήσουν κάποιον αδιάφορο, δεν μπορούν όμως και να του προσφέρουν κάτι το καινούριο. Τα δύο πρώτα τους album πίσω στον χρόνο, το ομότιτλό τους δηλαδή και το “Moving Force”, έκαναν έναν σχετικό πάταγο εκείνη την εποχή, βάζοντας τους στο μουσικό προσκήνιο. Η σχετική αναγνώριση ήρθε λίγο αργότερα, με τις περιοδείες τους δίπλα σε μεγάλα ονόματα της μουσικής, όπως οι Great White και οι Uriah Heep. Ακολούθησαν ζωντανές εμφανίσεις με τους Stratovarius και τους Hammerfall, παράλληλα όμως με κάποια προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ο πρώτους τους τραγουδιστής έγινε η σχετική αντικατάσταση και κάπως έτσι φτάνουμε στην σημερινή εποχή όπου το νέο τους album είναι έτοιμο να κυκλοφορήσει στις αρχές του νέου έτους.

Ομολογώ ότι ακούγοντας τα τραγούδια που περιέχονται σε αυτό, δεν εντυπωσιάστηκα. Αυτό που αποκόμισα από την εν λόγω ακρόαση, είναι ότι κάτι λείπει, ότι και χωρίς αυτό, ζεις… Η μουσική , τα φωνητικά και οι συνθέσεις ,δεν παρεκκλίνουν από τις επιταγές της συγκεκριμένης μουσικής, όμως αυτό δεν είναι σίγουρα αρκετό για να εδραιωθεί στα αυτιά των αδηφάγων ακροατών.

Ειλικρινά μετά από την πρώτη ακρόαση, εμένα προσωπικά δεν μου έμεινε κάτι και σίγουρα δεν με έκανε να το ξανακούσω. Τα κομμάτια μεταξύ τους είναι πανομοιότυπα, χωρίς να σταθείς κάπου συγκεκριμένα και αν θέλουμε οπωσδήποτε να συγκεκριμενοποιήσουμε κάποια πράγματα, θα έλεγα ότι τα “Higher”, “Save You From Yourself” και “Stevie”, κάτι έκαναν στα αυτιά μου, χωρίς ωστόσο να καταφέρουν να διεισδύσουν περισσότερο.

Οι εποχές είναι δύσκολες και σίγουρα οι μπάντες είναι πάρα πολλές που η κάθε μια προσπαθεί από την δική της οπτική γωνία να προσφέρει το δικό της λιθαράκι στην μουσική βιομηχανία και ειδικότερα στην σκληρή μουσική. Για τον λόγο αυτό είναι απαραίτητο να ξεχωρίζουμε και να κατηγοριοποιούμε κάποια πράγματα έτσι ώστε να δίνουμε πάντα την απαραίτητη προσοχή σε αυτούς που πραγματικά αξίζουν και διαθέτουν σίγουρα και την απαιτούμενη έμπνευση!



Τάσος Λεοντιάδης

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

ADLER: “Back From The Dead”


O πρώην ντράμερ των θρυλικών Guns N' Roses, Steven Adler, μετά από μία πολύχρονη και σκληρή περιπέτεια με τις καταχρήσεις, ένα μέτριο δίσκο με τους Adler's Appetite και αρκετές αποτυχημένες live εμφανίσεις, επανέρχεται δυναμικά με το άλμπουμ “Back From The Dead” και το όνομα του (Adler) για τίτλο του γκρουπ.
Στο δίσκο συμμετέχουν μερικοί όντως εκλεκτοί καλεσμένοι με σημαντικότερους τον σπουδαίο κιθαρίστα και παλιό συνεργάτη, Slash, τον μπασίστα Jeff Pilson (Dokken, Foreigner) και τον κιθαρίστα John 5 (Marilyn Manson, Rob Zombie).
Ολόκληρο το “Back From The Dead” είναι μία καλοστημένη αμερικάνικη hard rock δημιουργία με τον κιθαρίστα Lonny Paul να συνεισφέρει καθοριστικά στο τελικό αποτέλεσμα ενώ οι μπητλικές και southern μελωδίες υπάρχουν διάσπαρτες στο άλμπουμ αλλά και οι κιθαριστικοί περφεξιονισμοί με το ανάλογο “dirty στυλ” αναδεικνύουν όλες τις συνθέσεις.
Τα φωνητικά του Jacob Bunton ταιριάζουν απόλυτα με το ύφος του άλμπουμ και σε πολλά σημεία οι ερμηνείες του έχουν μπόλικη δόση από το σήμερα. Στο “Just Don't Ask” όπου συμμετέχει ο Slash υπάρχει μία μικρή απογοήτευση αφού αντί για ένα ροκ δυναμίτη ακούς μία νοσταλγική ημιμπαλάντα χωρίς να υπάρχει κάτι άλλο που να σε κερδίζει. Kάτι που όμως δεν συμβαίνει στο “Good To Be Bad” όπου ο πολυτάλαντος John 5 βάζει την δική του κιθαριστική και ενορχηστρωτική σφραγίδα.
Συνολικά έχουμε να κάνουμε με ένα προσεγμένο δίσκο από ένα μουσικό που εδώ και δεκαετίες ήταν χαμένος. Οπότε, είναι ευχάριστο κάποιοι από τους “κατεστραμμένους” να επιστρέφουν και να μας χαρίζουν αξιόλογα τραγούδια. Άλλωστε ο τίτλος του δίσκου υποδηλώνει μία μεγάλη αλήθεια για τον Steven Adler και για αυτό φαίνεται να τον διάλεξε…

  

BLUE OYSTER CULT: “Some Enchanted Evening”


Blue-Oyster-Cult-Some-Enachanted-EveningΑνάμεσα στα καλύτερα Live Albums που έχουν κυκλοφορήσει γενικά, ανήκει και το “Some Enchanted Evening” των Αμερικανών Blue Oyster Cult. Πρόκειται για τη δεύτερη ζωντανή ηχογράφηση στην ιστορία του συγκροτήματος, ένας από τους πιο μοσχοπουλημένους τους δίσκους του και χρονολογείται το Σεπτέμβρη του 1978. Οι πωλήσεις του μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες ξεπέρασε τα 1.000.000 (!) αντίτυπα και παγκοσμίως πάνω από 2.000.000 κομμάτια.
Τι να πει κανείς για αυτή τη μπάντα που δεν έχει ειπωθεί ήδη και τι να γράψει όταν όλα έχουν γραφθεί γενικά και ειδικά για τη συγκεκριμένη ηχογράφηση; Οι ερμηνείες όλου του συγκροτήματος είναι από μαγευτικές και αποστομωτικές έως απίστευτες και φανταστικές. Εξάλλου οι περισσότερες συναυλίες τους κρίνονται κάπως έτσι, όσοι τους έχουμε δει, ξέρουμε για τι πράγμα μιλάω, πόσο μάλλον τότε που ήταν και στα ντουζένια τους. Αν σας δοθεί η ευκαιρία να τους δείτε, πράξτε το χωρίς ενδοιασμούς και δευτερεύουσες σκέψεις, σας αρέσουν δεν σας αρέσουν σαν συγκρότημα γιατί πέρα από την εμπειρία που θα αποχτήσετε βλέποντας τους, θα παρακολουθήσετε μια συναυλία διδακτορικού επιπέδου και όχι μόνο!
Στο θέμα μας τώρα, η αυθεντική έκδοση του 1978, ξετυλίγονταν μέσα από 7 συνθέσεις (με 2 από τα 7 τραγούδια να είναι διασκευές), οι οποίες λαμβάνουν χώρα μέσα από διάφορες περιοχές της Αγγλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών και βρέθηκαν στα ράφια των καταστημάτων μέσω της Columbia Records.
Το άλμπουμ, επανακυκλοφόρησε το 2007 από τη Legacy Recordins, με το προσωνύμιο “Legacy Edition” με 7 επιπλέον συνθέσεις σαν bonus κομμάτια, ηχογραφημένες και αυτές σε διάφορες περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών όμως μόνο. Σαν κερασάκι στη τούρτα, η εν λόγω έκδοση, περιελάμβανε και ένα DVD, κάτω από τον τίτλο “Some Other Enchanted Evening”, με ακυκλοφόρητο υλικό 11 τραγουδιών, βιντεοσκοπημένα από τη συναυλία τους στο Capitol Cente, στο Largo, Maryland την άνοιξη του 1978. Στα charts τώρα, στο Billboard 200 της Αμερικής, κατέλαβε τη 44η θέση, στα Βρετανικά του UK Album Chart, τη 18η και στα PRM100 Albums του Καναδά, τη 43η. όσον αφορά τις πωλήσεις του, κατάφερε το 1988, να γίνει πλατινένιο στην Αμερική με πάω από 1.000.000 αντίτυπα.
Όσοι δεν το έχετε, θα ήταν φρόνιμο να το αποκτήσετε, μια και θα κοσμεί τη δισκοθήκη σας, σαν απομεινάρι από διαμάντι μιας περασμένης εποχής. Η λειτουργία του επίσης είναι και σαν best of της πρώτης περιόδου των Blue Oyster Cult, για όσους θέλουν να έχουν κάτι από τους Αμερικανούς. Προτιμείστε το από τις αντίστοιχες στουντιακές συλλογές του εμπορίου.

 Γιώργος Βαλιμίτης

PAT BENATAR: H πεταλούδα της ροκ



H Pat Benatar γεννήθηκε το 1953, ενώ το πραγματικό της όνομα είναι Patricia Mae Andrzejewski.
Μπορεί στην Ελλάδα να την θυμούνται ελάχιστοι, στην Αμερική όμως παραμένει δημοφιλής αφού η πορεία της ήταν αρκετά πετυχημένη, με πολλές βραβεύσεις Grammy, με εκατομμύρια πωλήσεις και αρκετά τραγούδια να καταφέρνουν να σκαρφαλώσουν στα τσαρτ του Billboard.

Στο ξεκίνημα της πειραματίστηκε τραγουδιστικά στο θέατρο και ιδιαίτερα σε διάφορα musical όμως από τα μέσα της δεκαετίας του ‘70 άρχισε να παίζει με αρκετές μπάντες ώσπου το 1978 την ανακαλύπτει ο Rick Newman ο οποίος ανέλαβε και να την μανατζάρει.


Η εξέλιξη της ήταν άμεση και επιτυχημένη αφού το 1979 κυκλοφορεί το υπέροχο ντεμπούτο της άλμπουμ με τίτλο “In The Heat Of The Night” που γίνεται πλατινένιο, κερδίζει τέσσερα Grammy με παραγωγό τον Μike Chapman (Knack, Blondie) και στο tracklist του δίσκου ανακαλύπτουμε πως υπογράφουν μερικές από τις συνθέσεις του άλμπουμ ο Alan Parsons-Eric Woolfson και John Mellencamp.

Η hard rock καταιγίδα του άλμπουμ συνδυάζεται θαυμάσια με τις aor μελωδίες και τo τραγούδι “Heartbreaker” απογειώνει το τίτλο “In The Heat Of The Night”. H "αγριάδα" και ο "τσαμπουκάς" Pat Benatar κερδίζει με το καλημέρα το ροκ κοινό της εποχής και πλέον η Αμερικανίδα τραγουδίστρια αρχίζει μια μεγάλη καριέρα.



Στη συνέχεια, το 1980, κυκλοφορεί το "Crime of Passion" στο ίδιο ηχητικό μοτίβο που φτάνει στο Νο2 των Αμερικανών τσαρτ και οι πωλήσεις φτάνουν στο εντυπωσιακό αριθμό των 5 εκατομμυρίων αντιτύπων. Στο δίσκο υπάρχει η υπέροχη διασκευή στο "Wuthering Heights" της σαγηνευτικής Kate Bush, το εξαιρετικό "Hit Me With Your Best Shot" αλλά και το καταπληκτικό τραγούδι "You Better Run" το οποίο για την ιστορία είναι το δεύτερο video clip που έπαιξε το ΜΤV όταν ξεκίνησε να εκπέμπει στη δεκαετία του ‘80.

Με την επιτυχία λοιπόν να έχει εκτοξεύσει σε δημοτικότητα την Pat Benatar ακολουθεί το 1981 το τρίτο άλμπουμ που ονομάζεται "Precious Time" που κτυπά κορυφή ενώ σιγά-σιγά και η Μ.Βρετανία αρχίζει να την ανακαλύπτει. Στο συγκεκριμένο δίσκο υπάρχει η τραγουδάρα "Fire and Ice" ενώ καταφέρνει να κερδίσει και δεύτερο Grammy.


Το 1982 κυκλοφορεί το καταπληκτικό "Get Nervous", η επιτυχία συνεχίζεται και η Pat Benatar στις αποσκευές της βάζει κι άλλο Grammy για καλύτερη γυναικεία Rock Vocal Performance κάτι που μπορείτε εύκολα να διαπιστώσετε στο εκπληκτικό κομμάτι "Shadows of The Night" ενώ o δίσκος γίνεται πλατινένιος.



Το 1983 κυκλοφορεί το “Live From Earth” που περιλαμβάνει γνωστά τραγούδια της σε ζωντανές εκτελέσεις με επιπλέον δύο νέα studio tracks με το “Love is a Battlefield” να γίνεται τεράστια επιτυχία αλλά και το εκπληκτικό “Hells Is For Children” να αναδεικνύει την ερμηνευτική μαγεία της Pat Benatar. Τα βραβεία Grammy πέφτουν βροχή ξανά για την Αμερικανίδα τραγουδίστρια και η επιτυχία δεν λέει να την αφήσει.



To 1984 ακολουθεί το συμπαθητικό “Tropico” όπου οι hard rock ρυθμοί έχουν πέσει αρκετά ενώ την επόμενη χρονιά κυκλοφορεί το “Seven The Hard Way”. Κάπου εδώ αρχίζει η πτωτική πορεία της αν και ο δίσκος γίνεται χρυσός. Όμως η μητρότητα κτύπησε την πόρτα της Pat Penatar και του συζύγου της Neil Geraldo ο οποίος πρέπει να επισημάνουμε ότι είναι μαζί της σχεδόν από την αρχή της καριέρας της τόσο σαν συνθέτης των κομματιών της αλλά και σαν μουσικός στις live εμφανίσεις που κάνουν.



Τον Ιούλιο του 1988 το καινούργιο άλμπουμ ονομαζόταν “Wide Awake In Dreamland”, γίνεται χρυσό και περιέχει ένα τρομερό τραγούδι το “All Fired Up” αλλά και το μικρό διαμαντάκι "Cerebral Man" ενώ καταφέρνει να κάνει επιτυχία και στην Αυστραλία. Η τραγουδίστρια ξαφνικά αποφασίζει κουρασμένη από τις συναυλίες και την πίεση να παγώσει τις δραστηριότητες της και να αφοσιωθεί στην οικογένεια της.



Το μικρόβιο όμως του τραγουδιού την επαναφέρει στην δισκογραφία και το 1991 κυκλοφορεί σε συνεργασία με τον σύζυγο της (παραγωγή, ενορχηστρώσεις, συνθέσεις) το άλμπουμ "True Love" με σαφείς blues επιρροές αφού υπάρχει και η συμμετοχή του μεγάλου bluesman B.B.King. O δίσκος δεν πήγε άσχημα αλλά τα εκατομμύρια των πωλήσεων ήταν πια μακρινό παρελθόν.



Το 1993 η Pat Benatar προσπαθεί να θυμηθεί τις aor ρίζες της (αν και στο άλμπουμ κυριαρχούσαν οι ακουστικές κιθάρες και μελωδίες) με το δίσκο "Gravity‘s Rainbow" που ήταν και το τελευταίο της με την εταιρία Chrysalis λόγω του ανύπαρκτου promotion. To άλμπουμ ήταν καλό αλλά ο κόσμος δεν το τίμησε και έτσι το καλοκαίρι του 1997 κυκλοφορεί καινούργιο δίσκο το μέτριο “Innamorata”.



To 2003 η Pat Benatar κυκλοφορεί το "Go" και πλέον η Αμερικανίδα τραγουδίστρια έχει περιοριστεί σε ένα κοινό που μεγάλωσε με τις επιτυχίες της στη δεκαετία του '80 ενώ τον Ιανουάριο του 2005 κυκλοφόρησε το "Summer Vacation Tour Live".



To 2010 δημοσιεύει το βιβλίο "Between a Heart and a Rock Place" και περιγράφει στιγμές και δυσκολίες που αντιμετώπισε στην καριέρα της ενώ τραγούδια της υπάρχουν πλέον και σε δημοφιλή video games.

Η ίδια συνεχίζει με τον σύζυγο της Neil Geraldo τις όμορφες live εμφανίσεις αλλά και τις τουρνέ με μεγάλα σχήματα του χώρου (Journey) και προσπαθεί να μας υπενθυμίσει το δοξασμένο παρελθόν της με τα φοβερά τραγούδια εκείνης της περιόδου.


ΦΩΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

H ξεχασμένη γοητεία των Nuclear Valdez


Nuclear-Valdez-1Στο Μαιάμι το 1985 ο τραγουδιστής και κιθαρίστας Froilan Sossa μαζί με τον μπασίστα Juan Diaz ξεκίνησαν τους Nuclear Valdez και στη πορεία προστέθηκαν ο κιθαρίστας Jorge Barcala και ο ντράμερ  Robert Slade LeMont.

Η μπάντα μετά από αρκετές live εμφανίσεις και “κυνηγητό” με τις τότε ισχυρές δισκογραφικές εταιρείες καταφέρνει να υπογράψει στα τέλη των ’80 συμβόλαιο με την περίφημη  Epic Records.
Τον Ιούλιο του 1989 κυκλοφορούν το εξαιρετικό ντεμπούτο τους άλμπουμ με τίτλο “I Am I” και ακολουθούν σειρά συναυλιών ανοίγοντας για μπάντες όπως οι Living Colour, Jane's Addiction, Ηοοters,  Ronnie Wood, Hoodoo Gurus.  Τα τραγούδια και ο ήχος του παρθενικού άλμπουμ ήταν ένα πανέμορφο συνονθύλευμα rock, folk, pop, latin και λιγοστών aor μελωδιών στα Nuclear-Valdezοποία ξεχώριζε η ερμηνευτική δεινότητα του Froilan Sossa. To κομμάτι Summer αγαπήθηκε πάρα πολύ ενώ εκτός από το εκπληκτικό του ρεφρέν αναφερόταν στιχουργικά και στην κουβανέζικη επανάσταση του 1959 εμπνευσμένο από την καταγωγή των μελών του γκρουπ. Το συγκρότημα έκανε μία μικρή επιτυχία μιας και τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου ήταν πολύ αξιόλογα (Where Do We Go from Here, Εve, I am I και Strength) αλλά συνάμα υπήρχε και η υποστήριξη του MTV που έπαιζε σημαντικό ρόλο στην προβολή ενός σχετικά άγνωστου τότε γκρουπ.
Στην προσπάθεια τους να  αξιοποιήσουν την μικρή τους επιτυχία ακολουθεί το 1991 ο δεύτερος δίσκος των Nuclear Valdez σε παραγωγή του πολύπειρου Steve Brown (The Alarm,The Cult, Dire Straits, Elton John) που ονομάζεται “Dream Another Dream” με σαφή προσανατολισμό σε ακόμα πιο mainstream rock/pop καταστάσεις. Παρότι ο δίσκος ήταν αρκετά καλός το άλμπουμ απέτυχε εμπορικά με συνέπεια η μπάντα να διαλυθεί.
Nuclear-Valdez
Το 2002 όμως οι Nuclear Valdez αποφασίζουν να επιστρέψουν με το τρίτο τους δίσκο που τιτλοφορείται “In a Minute All Could Change” στους γνωστούς μελωδικούς ρυθμούς και με ισπανόφωνα στιχουργικά κομμάτια χωρίς όμως να καταφέρουν να συγκινήσουν τα πλήθη όπως έκαναν στο ξεκίνημα τους. Κάπου εκεί χάνουμε και εμείς τα ίχνη τους… Όσοι λατρεύετε πάντως ξεχασμένες καλοκαιρινές μπάντες οι Nuclear Valdez είναι μία καλή ανακάλυψη για τις διακοπές σας.

ΦΩΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

BLACK COUNTRY COMMUNION: “Afterglow”

Τρίτο και καλύτερο album για την παλιοπαρέα των Glenn Hughes (lead vocals, bass ), Joe Bonamassa (electric guitar), Jason Bonham (drums) και Derek Sherinian στα keyboards.
Όσους δίσκους και να βγάλει αυτό το σχήμα, ο ήχος και οι συνθέσεις θα είναι απαράλλακτες και σαφώς κλασσικές. Το μίγμα του “Afterglow” περιλαμβάνει  κυρίως παλιομοδίτικο αλλά ατόφιο hard rock, πολλές δόσεις από τα τιμημένα seventies, αγριάδα και ροκ τσαμπουκάς με αρκετές σταγόνες μελωδίας και έμπνευσης από Deep Purple, Who, Led Zeppelin, Bad Company, Mountain και πολλών ανάλογων γκρουπ.
Η φωνή του Glenn Hughes παραμένει καταπληκτική και γοητευτική, τα κιθαριστικά κρεσέντα του σπουδαίου Joe Bonamassa είναι πραγματικά κεραυνοί και καταιγίδα μαζί ενώ τα τύμπανα του Jason Bonham και τα υπέροχα  πλήκτρα του Derek Sherinian κορυφώνουν με μοναδικό τρόπο συνθέσεις που έρχονται από το μακρινό αλλά δοξασμένο παρελθόν.
Σίγουρα δεν περίμενα ότι οι Black Country Communion μέσα σε τρία χρόνια θα κυκλοφορούσαν τόσο καλά άλμπουμ αλλά ευτυχώς με διέψευσαν και ηχογράφησαν συνθέσεις που αποτελούν κληρονομιά για τις νεότερες γενιές που θέλουν να υπηρετήσουν το συγκεκριμένο ήχο.
Οι Black Country Communion ήρθαν, χτύπησαν με ταχύτητα και λάβωσαν τις καρδιές μας και δημιούργησαν ιδιαίτερα αισθήματα σε εμάς που μεγαλώσαμε με αυτούς τους κλασσικούς ήχους. Φυσικά η άψογη παραγωγή του θρυλικού Kevin Shirley αποτελεί εγγύηση για το τελικό αποτέλεσμα.

Φώτης Μελέτης

BOB KATSIONIS: “Rest In Keys”



Το “Rest In Keys” συζητείται ήδη εδώ και καιρό, κάτι απόλυτα λογικό μιας και φέρει το όνομα του Κατσιώνη στο εξώφυλλο και ακόμη και οι πέτρες ξέρουν το όνομά του και τη δουλειά του. Για την ακρίβεια, είτε σου αρέσει ο Bob, είτε όχι, σίγουρα έχεις ακούσει κάτι δικό του και με το ντόρο που έχει ήδη κάνει το “Rest In Keys”, ασχολείσαι μαζί του θες, δε θες!
Ουσιαστικές διαφορές, σε ότι αφορά την προσέγγιση, δεν υπάρχουν σε σχέση με τις προγενέστερες solo κυκλοφορίες του, καθώς πάντα ο Bob φρόντιζε να υπάρχει μια ποικιλομορφία στις δουλειές του. Αυτό που αλλάζει είναι το ότι έχοντας πλέον ο ίδιος ακόμη περισσότερη εμπειρία στις πλάτες του, συλλέγει τα ηχοχρώματα που συνάντησε τα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν από το προηγούμενο πόνημά του και τα ανάγει σε νότες, προσφέροντας ένα δίσκο γεμάτο αναμνήσεις και “ταξίδια”.
Το album ανοίγει δυναμικά με το “On My Own”, στο οποίο συμμετέχει ο Peter Ellis (Monument), με τον Bob να προσφέρει με χαρακτηριστική ευκολία έναν αξιοπρεπέστατο power metal ύμνο. Η συνέχεια ανήκει στα πλήκτρα (άλλωστε μιλάμε για έναν instrumental δίσκο στην πλειοψηφία του), με τα “Gravity Dance” (feat. Gary Wehrkamp- Shadow Gallery) και “Game of Drones” (feat. Chris Amott- Arch Enemy) να αποδεικνύουν το πόσα μπορείς να κάνεις με δαύτα. Το επιβλητικό “Epirus Rising” είναι η ελληνική πινελιά του δίσκου, καθώς είναι επηρεασμένο από την παραδοσιακή μουσική της Ηπείρου.
Μέχρι στιγμής όλα καλά και όλα ωραία! Ότι περίπου περίμενα, αυτό άκουγα και αυτό με ευχαριστούσε. Έλα όμως που ο Bob είχε κρυμμένους άσσους στο μανίκι του… Το “In My Little Big Planet”, παρότι απλούστερο σε σημεία σε σχέση με άλλες συνθέσεις του, αποτέλεσε μια από τις πιο αγαπημένες μου στιγμές του δίσκου, ενώ το “Another World” που ακολουθεί (και φιλοξενεί στα φωνητικά τη Maxi Nil από τους Visions of Atlantis) θα το ζήλευαν αρκετές female fronted μπάντες. Ακολουθεί το συνθετικό όργιο που ονομάζεται “Poseidon’s Rage”, με τον Gus G να ασελγεί ξεδιάντροπα πάνω στα τάστα της κιθάρας του και τον Bob να ταλανίζει τα πλήκτρα του, κλείνοντας το μάτι στους απανταχού wanna be shredders!
Άλλη  μια στιγμή που προσωπικά με χαροποίησε, είναι το “Falling From the Edge of Space”, θυμίζοντάς μου καλές prog στιγμές των νιάτων μου. Το “Rendez-Vous In the Sky” έχει ήδη γίνει γνωστό και παρόλο που συμμετέχει η μοναδική Liv Kristine, δεν είναι αυτή που κλέβει την παράσταση, αλλά η μελωδία και η γλυκιά μελαγχολία της σύνθεσης!
Με αυτά και με αυτά, ένα είναι σίγουρο: τo album στην αρχή είναι πολύ καλό… Στην πορεία όμως απογειώνεται!
Προτελευταίο κομμάτι το “Rest In Keys”, μια ωραία, τεχνική σύνθεση, αντιπροσωπευτικό δείγμα της δουλειάς του Bob, αλλά όχι εξίσου δυνατή με τις πέντε που προηγήθηκαν.
Και κάπου εκεί φτάνουμε στον επίλογο του δίσκου με μια δωδεκάλεπτη ελεγεία για τον έρωτα. Καταρχάς δηλώνω λάτρης του πιάνου, καθώς όσο και εάν μου αρέσουν τα πλήκτρα και τα εφέ, τον ήχο που βγάζει το εν λόγω έγχορδο, δεν τον ξεπερνάνε στα δικά μου αυτιά. Επίσης, έχοντας ασχοληθεί στο παρελθόν επί χρόνια με το συγκεκριμένο όργανο, πάντα θεωρούσα πολύ πιο δύσκολο το να συνθέσεις κάτι αργό και εύηχο, παρά το να επιδίδεσαι συνέχεια σε ανεβοκατεβάσματα κλιμάκων. Δε λέω, έχει και αυτό τη χάρη του, αλλά με συνεχή εξάσκηση είναι αρκετά εφικτό. Η “μαγκιά” βρίσκεται στη σύνθεση και εκεί είναι που το “The Four Seasons of Love” προσωπικά με συνεπαίρνει και ουσιαστικά επιβεβαιώνει τα όσα γράφω. Ένα αξιοζήλευτο έπος που κλείνει πανηγυρικά το εν λόγω album, με τον καλλιτέχνη να απογυμνώνεται μπροστά στον ακροατή, δείχνοντάς του μέσω της πιο λιτής του έκφρασης, ολόκληρο τον εαυτό του, εκθέτοντας σε κοινή θέα τα συναισθήματά του. Άμα δε σου “μιλάει” αυτή η σύνθεση, έχεις θέμα, τελεία και παύλα!
Και επειδή έγραψα ολόκληρη έκθεση, το συμπέρασμα που έβγαλα ακούγοντας το “Rest In Keys” είναι απλό…
Πιάνο ρε μουνιά!


Στέφανος Στεφανόπουλος

Roger Waters: Ξεκινά η προπώληση



ROGER WATERS - THE WALL, ΤΕΤΑΡΤΗ 31 ΙΟΥΛΙΟΥ 2013, ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΣΤΑΔΙΟ, ΑΘΗΝΑ
Η ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ ΞΕΚΙΝΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 21 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2012 
Ο Roger Waters πραγματοποιεί τη μεγαλειώδη του επιστροφή στην Ευρώπη για το 2013 με το οπτικοακουστικό του αριστούργημα –THE WALL.
O Roger Waters, συνιδρυτής και κύριος συνθέτης των PINK FLOYD ανακοινώνει την επιστροφή της μεγαλειώδους παραγωγής του THE WALL στην Ευρώπη το 2013. Το οπτικοακουστικό του αριστούργημα , που περιγράφει την αποξένωση και μετάλλαξη του ατόμου , θα αναπαραχθεί στην ολότητα του με την βοήθεια της πλήρης μπάντας του και μιας εξέχουσας παραγωγής. Το The Wall αποτελεί μια από τις πιο επιτυχημένες περιοδείες στην ιστορία της rock μουσικής με 192 παραστάσεις και 3.3 εκατομμύρια θεατές σε όλο τον κόσμο.
Η περιοδεία του 2013 θα πραγματοποιηθεί σε 25 μεγαλοπρεπή στάδια όπως το Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας, το Wembley του Λονδίνου, το Stade de France στο Παρίσι, το Ολυμπιακό Στάδιο της Ρώμης, το Αmsterdam Arena και το Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου.

Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε επισκεφτείτε την ιστοσελίδα www.RogerWaters.com

Ο Roger Waters έχει επανασχεδιάσει και επεκτείνει την παραγωγή του The Wall σύμφωνα με τα δεδομένα των μεγάλων αυτών συναυλιακών χώρων ώστε όλοι οι θεατές να ζήσουν την μοναδική αυτή εμπειρία στον μέγιστο δυνατό βαθμό.
Ο Roger Waters δηλώνει:
“Είμαι εξαιρετικά ενθουσιασμένος που επιστρέφουμε με το The Wall στην Ευρώπη. Έχω επανασχεδιάσει το show ειδικά για μεγάλους συναυλιακούς χώρους. Το αποτέλεσμα είναι πραγματικά πολύ καλό. Ακόμη πιο εντυπωσιακό, συγκινητικό και δραματικό από ποτέ. Η συγκεκριμένη παραγωγή δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί 40 χρόνια πριν. Δε θα μπορούσαμε να επιτύχουμε ικανοποιητικά την συναισθηματική, μουσική και θεατρική απόδοση του έργου. Με τη βοήθεια όμως της σύγχρονης τεχνολογίας αυτό είναι πλέον εφικτό.”
To 2010 o Roger Waters με τη βοήθεια των σύγχρονων τεχνολογικών επιτευγμάτων και των ειδικών εφέ, επαναπροσδιόρισε την σκηνική παρουσίαση του The Wall, η οποία επιβραβεύθηκε με αμέτρητες sold out εμφανίσεις σε όλο τον κόσμο, μεταξύ των οποίων και οι 9 συνεχόμενες sold out εμφανίσεις στο στάδιο River Plate του Μπουένος Αίρες στην Αργεντινή. Το The Wall αποτελεί ένα από τα πιο επιδραστικά άλμπουμ στην ιστορία της μουσικής με εμφανές αντίκτυπο στην pop κουλτούρα και με απήχηση σε πολλές γενιές φίλων της μουσικής.


Πριν από το 2010, το μέγεθος του show αποτελούσε απαγορευτικό παράγοντα για την δυνατότητα περιοδείας του. Σήμερα όμως οι περιορισμοί αυτοί έχουν εξαλειφθεί.
Ο Roger Waters έδωσε νεα πνοή στην εμφάνιση και στο συναίσθημα του έργου ώστε να εναρμονίζεται με τα σημερινά δεδομένα αλλά ταυτόχρονα να διατηρεί την αυθεντική θεατρική του μαγεία.
Η πρωτότυπη παρουσίαση του The Wall πραγματοποιήθηκε το 1980 μέσα από 29 εμφανίσεις στα πλαίσια της περιοδείας για την προώθηση του ομώνυμου δίσκου καθώς επίσης και στο Βερολίνο για τον εορτασμό της πτώσης του Τείχους.

 
Η προπώληση των εισιτηρίων για την συναυλία της Αθήνας θα ξεκινήσει την Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012.

ΣΗΜΕΙΑ ΠΡΟΠΩΛΗΣΗΣ 
Αθήνα
TICKETHOUSE Πανεπιστημίου 42 (εντός της στοάς).
Τηλ.: 210 3608 366
Ωράριο Λειτουργίας
Δευτέρα & Τετάρτη: 10:30 – 18:30
Τρίτη, Πέμπτη & Παρασκευή: 10:30 – 21:00
Σάββατο: 10:30 – 16:00 

Θεσσαλονίκη 
MUSICLAND Μητροπόλεως 102
Τηλ.: 2310 264 880
Ωράριο Λειτουργίας
Δευτέρα με Παρασκευή (πρωί): 10:30 – 14:30 &
Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή (απόγευμα): 17:30 – 20:30
Σάββατο: 10:30 – 15:00 

Online Sales:
Για αγορές μέσω διαδικτύου με πιστωτική κάρτα, 24 ώρες/ωρο:
www.ticketpro.gr  | www.tickethouse.gr
Για την αγορά εισιτηρίων μέσω internet ή μέσω πιστωτικής κάρτας υπάρχει επιβάρυνση 10% στην τιμή του εισιτηρίου.


Ο ξένος τύπος σχολιάζει χαρακτηριστικά για το υπερθέαμα του «Τείχους»:
“The best Arena show ever.  Period.” - New York Post
“The Wall Live is flawless. Everyone should see it once before they die.”- Philadelphia Inquirer
“The work resonates even more strongly than before” - The Independent
“The Wall is a triumph of scale and ambition…. the pinnacle of rock achievement” The Times, London
“You certainly get a lot of bang for your bucks” - The Telegraph
“The Wall is the perfect screen for the most eye-popping, thought provoking concert animations and visual graphics I’ve ever seen.” - London Evening Standard
“It is impossible not to be impressed with this show as a sensory experience” - The Guardian

THE WALL – ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ 2013
ΙΟΥΛΙΟΣ 2013
Σάββατο 20 Ιουλίου,  Werchter Festival Site
Τρίτη 23 Ιουλίου, Στάδιο Poljud, Σπλιτ
Παρασκευή 26 Ιουλίου, Στάδιο Euganeo, Πάδοβα
Κυριακή 28 Ιουλίου, Ολυμπιακό Στάδιο, Ρώμη
Τετάρτη 31 Ιουλίου , Ολυμπιακό Στάδιο, Αθήνα

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2013
Σάββατο 3 Αυγούστου, University Sports Field, Κωνσταντινούπολη
Τετάρτη 7 Αυγούστου, Στάδιο Synot Tip, Πράγα
Παρασκευή 9 Αυγούστου, Commerzbank Arena, Φρανκφούρτη
Κυριακή 11 Αυγούστου, Στάδιο Parken, Κοπεγχάγη
Τετάρτη 14 Αυγούστου, Telenor Arena, Όσλο
Πέμπτη 15 Αυγούστου, Telenor Arena, Όσλο
Σάββατο 17 Αυγούστου, Στάδιο Ullevi, Γκέτεμποργκ
Τρίτη 20 Αυγούστου, Στάδιο Narodowy, Βαρσοβία
Παρασκευή 23 Αυγούστου, Donauinsel, Βιέννη
Κυριακή 25 Αυγούστου, Στάδιο Puskas Ferenc, Βουδαπέστη
Τετάρτη 28 Αυγούστου, Piata Consitutiei, Βουκουρέστι
Παρασκευή 30 Αυγούστου, Στάδιο Vasil Levski, Σόφια

ΣΕΠΤΕΜBΡΙΟΣ 2013
Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου, Usce Park, Βελιγράδι
Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου, Ολυμπιακό Στάδιο, Βερολίνο
Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου, Esprit Arena, Ντύσελντορφ
Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου, Άμστερνταμ Arena
Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου, Letzigrund stadium, Ζυρίχη
Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου, Στάδιο Wembley, Λονδίνο
Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου, Στάδιο Aviva, Δουβλίνο
Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου, Stade de France, Παρίσι

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

ANASTACIA: “It's a Man's World”



Όσο μεταλλάς και να νιώθεις  σε αυτήν τη κακούργα την κοινωνία δεν μπορείς να αμφισβητήσεις τις φωνητικές και ερμηνευτικές ικανότητες της Anastacia.
Μία σπουδαία φωνή που μεγαλούργησε κυρίως στις αρχές της περασμένης δεκαετίας και κινήθηκε ανάμεσα σε pop-rock μονοπάτια με καθαρά εμπορικό χαρακτήρα, αλλά και που βασανίστηκε η ίδια από τον καρκίνο. Αν και η αναγνωρισιμότητα της παραμένει υψηλή, η εμπορική της απήχηση έχει πέσει αρκετά οπότε διάλεξε να ηχογραφήσει δέκα υπέροχα κλασσικά ροκ, μπαλαντοειδή και hard rock κομμάτια από όλες σχεδόν τις δεκαετίες, εκπλήσσοντας μας ευχάριστα για αυτήν της επιλογή της.
Η αρχή γίνεται με δύο εκπληκτικά τραγούδια από εντελώς διαφορετικές εποχές, το “Ramble On” των Led Zeppelin και “Best Of You” των Foo Fighters και με χαρά βλέπουμε ότι η φωνή της ANASTACIA στέκεται αντάξια των προσδοκιών. Η συνέχεια ανήκει στα δύο πιο αλήτικα συγκροτήματα, τους Guns 'N Roses με το “Sweet Child O' Mine” (μέτρια εκτέλεση)  και Rolling Stones με το “You Can't Always Get What You Want”. Το “One” των U2 αποδίδεται άψογα με πολλές  στιγμές συγκίνησης και ακολουθεί  το πασίγνωστο “Back In Black” των AC-DC, με την ANASTACIA να τα καταφέρνει σε μεγάλο ποσοστό και να μην σκοτώνει το κομμάτι. Για το “Dream On” των Aerosmith ομολογώ πως η εξαίρετη ερμηνεύτρια μπόρεσε και πλησίασε την ατμόσφαιρα και το πάθος ενός τέτοιου διαχρονικού τραγουδιού, μόνο που στο τέλος (εκεί που ουρλιάζει δηλαδή ο S.Tyler…) δεν τα κατάφερε. 
Ανεπάντεχη ήταν η επιλογή της να διασκευάσει το “Use Somebody” των Kings Of Leon διότι πιθανόν ήθελε να δείξει ότι ακόμη και σήμερα κυκλοφορούν φοβερά ροκ κομμάτια αλλά και να προσεγγίσει και το σημερινό ροκ κοινό. Το album κλείνει πρώτα με το “You Give Love A Bad Name” (Bon Jovi) όπου σαν τραγούδι  νομίζω ότι δεν κολλάει καθόλου με την φωνή της, παρά το δυναμισμό που δίνει στο ρεφρέν, κάπου χάνεται, ενώ  με το “Wonderwall” (Oasis) έχουμε μία αναμενομένη ερμηνεία μιας και το συγκεκριμένο τραγούδι δεν έχει τις μεγάλες  απαιτήσεις σε φωνητικό επίπεδο που είχαν τα προηγούμενα κομμάτια.
Η παραγωγή του “It's a Man's World” είναι του Glen Ballard (Jack Wagner, Toto, Aerosmith, Van Halen) και κρίνω ότι είναι μία ικανοποιητική κυκλοφορία από μία καλλιτέχνιδα που παλεύει ακόμα να κρατηθεί στο προσκήνιο.


Φώτης Μελέτης

SOUNDGARDEN: “King Animal”


Υπάρχουν πολλοί τρόποι να ερμηνεύσει κανείς το comeback των Soundgarden. Από τη μία μπορεί κάλλιστα να επικαλεστεί κάποιος το οικονομικό κίνητρο, από την άλλη το μουσικό τέλμα που είχαν επέλθει κάποια από τα μέλη (πχ ο Chris Cornell που στον τελευταίο του solo δίσκο συνεργάστηκε με τον Timbaland…), ενώ πιθανότατα μπορεί να ζήλεψαν την επάνοδο των Alice In Chains.
Όπως και να έχει, για το γράφοντα, μια τέτοια κίνηση μόνο ευχάριστη μπορεί να είναι, μιας και οι Soundgarden αποτέλεσαν ένα από τα σημαντικότερα σχήματα που έβγαλε αυτό το περιβόητο grunge, με δίσκους κοσμήματα για το ιδίωμα, αλλά και για τη μουσική γενικότερα! Το “Down On the Upside” του 1996, παρότι δισκάρα, δεν είχε αρκετά radio friendly κομμάτια και η παράλληλη πτώση της σκηνής, έφερε πρόωρα το τέλος για το group.
Τι έχουν να πουν ύστερα από τόσα χρόνια; Πολλά!
Καταρχάς οι ενασχολήσεις των μελών τους με άλλα σχήματα (Audioslave, Pearl Jam, Sunn O))), Probot, Mark Lanegan Band κτλ) δεν τους καθήλωσε ηχητικά και τους έβγαλε από το καλούπι των Soundgarden, αφήνοντας περιθώρια στους ίδιους ώστε να μην αναλωθούν επαναλαμβάνοντας τη συνταγή που τους έκανε γνωστούς. Για αυτόν ακριβώς το λόγο το “King Animal” τους βγήκε αβίαστα και δεν προσπαθεί να πιέσει τον ακροατή για το “είναι” του!
Για την ακρίβεια, το album άνετα θα μπορούσε να είχε κυκλοφορήσει ελάχιστα χρόνια μετά το “Down On the Upside”, ως φυσική του συνέχεια, χωρίς αυτό να σημαίνει πως επαναπαύεται στο παρελθόν. Απλά οι Soundgarden προσφέρουν αυτό ακριβώς που θα ήθελαν οι fan τους και όχι αυτό που θα αποζητούσαν εκείνοι που γνωρίζουν μονάχα τα “Black Whole Sun” και “Spoonman”. Το “King Animal” δεν είναι αρπαχτή, γκέγκε;
Από την άλλη, μην περιμένετε να πάθετε το κοκομπλόκο που νιώσατε ακούγοντας το “Black Gives Way to Blue” των Alice In Chains… Σίγουρα όμως μιλάμε για ένα τίμιο album, με “τούμπανες” συνθέσεις, ήδη με αξιώσεις για τη φετινή top 20 λίστα μου.
Τα τέσσερα παλιόπαιδα από το Seattle επέστρεψαν και είναι σα να μην πέρασε τόσος καιρός… Welcome back!


Στέφανος Στεφανόπουλος

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

NIGHTFALL: “Cassiopeia”



Οι Nightfall, μία μπάντα εκ των πρωτοπόρων του ελληνικού ακραίου ήχου, επιστρέφει με το ένατο album τους κοιτώντας ψηλά. Ψηλά στον ουρανό και βαπτίζει για αυτόν το λόγο το album “Cassiopeia”, σαν τον αστερισμό, που με τη σειρά του πήρε το όνομα από την Κασσιόπη, σύζυγο του Κηφέα, βασιλιά της Αιθιοπίας.
Το album κατακλύζεται από μυθολογική θεματολογία και περιέχει τραγούδια, όπως “Hyperion” και “Oberon and Titania”.

Είναι στο ίδιο κλίμα και μουσικά και στιχουργικά με το προηγούμενο, “Astron Black And The Thirty Tyrants”, και τώρα ξαναπιάνουν το τηλεσκόπιο να παρατηρήσουν τον Αττικό ουρανό, δεύτερη φορά για λογαριασμό της Metal Blade.

Η παραγωγή είναι πολύ προσεγμένη και φυσικά δεν θα περιμέναμε κάτι άλλο ένα συγκρότημα με τέτοια ιστορία. Μουσικά κινούνται στα γνώριμα τους μονοπάτια, εκεί που το death συναντά το black και gothic συναίσθημα, με τεχνικές κιθάρες και ξεσπάσματα blast beat των τυμπάνων και τη φωνή του Ευθύμη να είναι βαριά και σκληρή, σνομπάροντας τις πιο υψηλές παλιές τους συχνότητες.

Σε πολλά σημεία φαίνεται να ηρεμεί και να γίνεται πιο ατμοσφαιρικό, όπως στη μέση του τελευταίου “Astropolis”, με την κιθάρα να σπάει το κομμάτι στα δύο και να δίνει μια νέα πνοή στο κομμάτι, όπου τα πλήκτρα παίζουν ένα δραματικό ρόλο.

Μαζί με την Αρχαία Ελλάδα υπάρχει και ένας Αιγυπτιακός αέρας στη δουλειά ετούτη, που κάνει κάποιον σαν και μένα να συμπαθεί ακόμα περισσότερο αυτό το εγχείρημα.

Ο δίσκος μπαίνει σιγά σιγά με το “Phaethon” και στη συνέχεια τα κομμάτια είναι πολύ κοντά σε ύφος και ρυθμό, με όμορφα κατεβάσματα, κατά καιρούς και καλές ιδέες στα κιθαριστικά.

Μην περιμένεις, απαιτητικέ τύπε, να ακούσεις “Macabre Sunsets”. Άλλη εποχή, άλλοι Nightfall! Είναι ένας καλός και ευκολοάουστος δίσκος, με κομμάτια που μπορούν να σε κρατήσουν “ζωντανό” ως το τέλος. Πολύ καλή στιγμή το “Stellar Parallax”!

Μην αγνοήσετε το δίσκο επειδή έχετε σταματήσει να ακούτε από την εποχή του “Athenian Echoes”, στηρίξτε τους και βοηθήστε τους να μείνουνε όρθιοι!



Δημήτρης Μαρσέλος

GREEN DAY: “¡Dos!”

Ήρθε και το δεύτερο μέρος της “¡Uno!”, “¡Dos!” και “¡Tré!” τριλογίας από τους Green Day. Κι αυτό μόλις λίγες εβδομάδες πριν τον προκάτοχο του. Ή ακόμα λιγότερες απ’ τον διάδοχο. Τι προσφέρει λοιπόν;
Μια πιο ανάλαφρη έκδοση του “¡Uno!”. Αν και το “¡Dos!” έχει κι αυτό επιρροές από “Dookie” εποχή – σε στιγμές περισσότερο κι απ’ τον προκάτοχο του – καθώς και τις radio friendly στιγμές του, αποτελεί μια πιο νοσταλγική κυκλοφορία περιέχοντας μερικά απ’ τα πιο μελαγχολικά κομμάτια του συγκροτήματος. Η ανάγκη για το… σκληρό rock και το απελευθερωμένο punk έχει δώσει τη πρωταγωνιστική θέση στις εξαγνιστικές ερμηνείες του Billie Joe Armstrong, της χαλαρότερες συνθέσεις και την πιο old-school διάθεση.
Αυτά όμως είναι τα ψιλά γράμματα. Όσοι άκουσαν το “¡Uno!” θα ξέρουν ότι έχουν να κάνουν με το πιο μικρό και πιο αδύναμο αδερφάκι του, ένα ισάξιο album που κρατά με τον ρόλο του αμείωτο το ενδιαφέρον της τριλογίας.

Παναγιώτης Πετρόπουλος

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

AEROSMITH: “Music From Another Dimension”



Πρώτη φορά κάνουν ένα τόσο μεγάλο διάλειμμα οι γερόλυκοι Aerosmith. Και μιλάμε για έντεκα χρόνια, όχι αστεία! Ήμουν νιός και γέρασα! Τελικά άξιζε η αναμονή;
Για του τύπους (και επειδή βαριέμαι να κάνω ολόκληρη αναδρομή και να επικαλεστώ την τεράστια καριέρα τους και την άνευ αμφιβολίας επιρροή τους στα rock δρώμενα), θέλω να ξεκαθαρίσω πως από τα “τελευταία” album τους, θεωρώ το “Nine Lives” ως μια από τις πιο υποτιμημένες δουλειές τους, ενώ ακόμη και το “Just Push Play”, που πολλοί θάβουν με μεγάλη ευκολία, δε με χαλάει (το “Honikn’ On Bobo” αν και πολύ ωραίο, δε μετράει γιατί μιλάμε για διασκευές).
Φτάνοντας στο σήμερα, η ιδέα ενός δίσκου που σε μεγάλο βαθμό θα αποτελείτο από απορριπτέες συνθέσεις της “Get A Grip” era, εξ αρχής δε μου καθόταν καλά… Για να μην τα χρησιμοποίησες τότε υπήρχε λόγος φαντάζομαι. Ειδικά δε, όταν πρωτοάκουσα το single “Legendary Child”, δεν ήμουν καν σίγουρος για το εάν θα έπρεπε να κυκλοφορήσει το “Music From Another Dimension”. Όχι επειδή τέτοια κομμάτια υπό άλλες συνθήκες η μπάντα τα έγραφε στον ύπνο της, αλλά γιατί άρχισα να φαντάζομαι το πώς θα είναι τα υπόλοιπα τραγούδια της κυκλοφορίας…
Περιμένοντας λοιπόν καρτερικά την αποστολή του album από την εταιρεία (αποφεύγοντας τα “κατεβάσματα” και τα “youtube”) και βάζοντας το δισκάκι να παίξει, ήμουν αρνητικά προκατειλημμένος. Τελικά το αποτέλεσμα δεν ήταν όσο κακό το φανταζόμουν, αλλά συνάμα τα έντεκα χρόνια αναμονής δε βγάζουν νόημα.
Από τη μια το group θέλει να επαναφέρει τον ήχο με τον οποίο ξεκίνησε (oh mon dieu, οι Aerosmith δεν πρωτοεμφανίστηκαν με το “Permanent Vacation”!) και από την άλλη θέλουν να παραμείνουν εκείνο το “arena rock” σχήμα που γέμιζε στάδια από τα mid ‘80s έως τα mid ‘90s, κάνοντας τα κοριτσάκια να σιγοτραγουδούν μπαλαντούλες και να χορεύουν στο ρυθμό των υπόλοιπων hit τους. Τελικά όμως, μένουν κάπου στη μέση, μη εξυπηρετώντας κανένα fan τους ουσιαστικά.
Αρκετά καλό το εναρκτήριο “Luv XXX” (η εισαγωγή του βέβαια, αχρείαστη), αρκετά “pop” το “Oh Yeah” και αδιάφορο το “Beautiful”. Το “Tell Me” είναι η πρώτη μπαλάντα που συναντάται και δε με πείθει ιδιαίτερα. Το “Out Go the Lights” είναι η μέχρι στιγμής πιο groovάτη στιγμή, το “Legendary Child”, παρότι άκρως συμπαθητικό, θεωρώ πως δεν έχει δική του ταυτότητα, το (δεύτερο) single “What Could Have Been Love” είναι άλλη μια μπαλάντα (πιο ωραία από την πρώτη), ενώ το “Street Jesus” αποτελεί μακράν την καλύτερη στιγμή του δίσκου, με πραγματικό rock attitude!
“Can’t Stop Lovin’ You” στην πορεία, με τα γκάζια να πέφτουν ξανά και την Carrie Underwood (νικήτριας του American Idol) να συμμετέχει σε ένα κομμάτι με ολίγον country αισθητική (που λέει ο λόγος). Οκ, ξέρουμε από τώρα πως θα βγει σε video clip, παρότι μετριότατο. Το επόμενο (τρίτο) single, “Lover Alot”, έχει έναν παλιακό αέρα που μου αρέσει, κάτι που δε συμβαίνει όμως και με τη μπαλάντα “We All Fall Down”. Να σου και το “Freedom Fighter”, με τον Joe Perry να παίρνει το μικρόφωνο και να βάζει τους Jack Douglas (ο παραγωγός) και Johnny Depp (ο Jack Sparrow), να κάνουν β’ φωνητικά. Όχι κακό… Το ίδιο ισχύει και για το “Closer” που ακολουθεί.
Λίγο πριν το τέλος, έρχεται το “Something”, το δεύτερο κομμάτι με τον Perry στα φωνητικά, το οποίο επίσης μου αρέσει, χωρίς να σχίζω και τα καλτσόν μου βέβαια. Το δισκογραφικό αυτό εγχείρημα κλείνει άδοξα με τη μπαλαντούλα “Another Last Goodbye” και η διάθεση για “repeat” δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη.
Πάμε στους guests: μεταξύ άλλων στο δίσκο συναντώνται οι Julian Lennon, Carrie Underwood, Johnny Depp, Desmond Child και Mia Tyler (αυτή ήταν μέσο όπως καταλαβαίνετε), ενώ ο κατάλογος των μουσικών είναι αρκετά μακρύς, κάνοντας το εν λόγω album σίγουρα ακριβό σε ότι αφορά την παραγωγή του. 
 Παλιά με τα μισά λεφτά πάντως, θα έβγαζαν κάτι καλύτερο (oh, snap!).
Σίγουρα ακούγοντας το δίσκο πολλές φορές, θα συναντήσω και άλλες στιγμές που θα μου αρέσουν, αλλά μέχρι στιγμής τα μόνα κομμάτια που ξεχωρίζω (κάπως) είναι τα “Luv XXX”, “Out Go the Lights”, “Street Jesus”, “Lover Alot”, “Freedom Fighter”, “Closer” και “Something”. Μέτρια αναλογία για ένα album δεκαπέντε συνθέσεων…
Το μεγάλο ατού του δίσκου είναι το επίπεδο των μουσικών που το αποτελούν, αλλά να που καμία φορά η εμπειρία δεν αρκεί και ενίοτε η απόσυρση φαντάζει ως το λογικό σενάριο.
Κύριοι, το “Music From Another Dimension” δεν είναι κακό, αλλά είναι ένα βεβιασμένο album, καταδικασμένο να πουλήσει και να βγάλει για πολλοστή φορά το συγκρότημα στο δρόμο. Μια δικαιολογία για περιοδεία και τίποτα παραπάνω, που θα συντροφεύσει παροδικά εμάς τους αμετανόητους fan των Aerosmith.


Στέφανος Στεφανόπουλος

VICIOUS RUMORS: “Live You To Death”


Οι βετεράνοι US Power Metallers Vicious Rumors επανέρχονται στο προσκήνιο με τη κυκλοφορία του τρίτου τους live album με τον τίτλο “Live You to Death”
Με 30 χρόνια ιστορίας στην πλάτη τούς θεωρούνται (και όχι άδικα) από τούς πρωτεργάτες  του είδους με πολλές και σημαντικές κυκλοφορίες στο ενεργητικό τους, όπως το ντεπούτο τους “Soldiers of the Night” που κυκλοφόρησε το 1985 καθώς και την μεγαλύτερη εμπορικά επιτυχία τους, “Welcome to the Ball”, του 1992.
Μετά το “Razorback Killers” που κυκλοφόρησε πέρσι, το συγκρότημα βγήκε σε εκταταμένη περιοδεία που κράτησε 12 μήνες δίνοντας 92 shows ανά την ευρώπη.  Μια γεύση για το τι ακριβώς παίχτηκε αυτούς τους 12 μήνες μπορούμε να τη πάρουμε μέσω του “Live You to Death”. Το CD ηχογράφησε ο Pontus Norgren των Hammerfall, την μίξη έκανε ο Juan Urteaga και την παραγωγή ο κιθαρίστας των Vicious Rumors, Geoff Thorpe.
Το συγκρότημα είναι σε full φόρμα και αυτό γίνεται εμφανές από τα πρώτα δευτερόλεπτα της ακρόασης. Brutal ήχος στις κιθάρες από τον Thorpe και τον νεοφερμένο Bob Capka καθώς και έναν Brian Allen πίσω απο τα μικρόφωνα σε δαιμονιώδη φόρμα. Σε σχέση με το set list μεγαλύτερη έμφαση έχει δοθεί στα albums “Digital Dictator” και “Vicious Rumors” που εκπροσωπούνται από 3 κομμάτια έκαστο, χωρίς να λείπουν βέβαια και τα κλασικά “Soldiers of the Night” και “Abandoned”, καθώς και τα “Murderball” και “Let the Garden Burn” από το περσινό τους album. Σαν bonus track θα βρούμε δύο studio διασκευές των “Sign of the Southern Cross” (Black Sabbath) και “Running Wild” (Judas Priest) οι οποίες είναι απλά συμπαθητικές. 
H μπάντα γουστάρει, και το κοινό επίσης. Αποτέλεσμα ένα live album που ικανοποιεί τους πάντες. Οι οπαδοί της μπάντας είναι σίγουρο πως θα το τιμήσουν και θα ακολουθήσουν το συγκρότημα και σε αυτή τη κίνησή σους. Όσον αφορά τους υπόλοιπους καλό θα ήταν να ασχοληθούν με τη δισκογραφία τής μπάντας που και πλούσια είναι αλλά πάνω από όλα τίμια όπως και η πορεία της από το 1979 και μετά.
Μοναδική παραφωνία της κυκλοφορίας είναι το γεγονός ότι έχουμε μόνο 9  κομμάτια που συμπεριλαμβάνονται στο Live, plus μία εισαγωγή. Μια εξήγηση είναι το γεγονός ότι οι Vicious Rumors ήταν support act στους Hammerfall , κάτι που σημαίνει περιορισμένος χρόνος πάνω στη σκηνή. Όπως και να έχει 2-3 κομμάτια ακόμα θά έπρεπε να υπήρχαν.

Λάμπης Κιπενής

MYTHODEA: “Mythodea”



Τί συμβαίνει όταν είσαι Έλληνας του εσωτερικού με πηγαίο και πολύπλευρο μουσικό ταλέντο, αστείρευτη έμπνευση, μεράκι για δημιουργία αλλά ζεις στην επαρχία απασχολούμενος σε μια εντελώς άσχετη (στην μουσική) εργασία για τα προς το ζην;
Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των περιπτώσεων αντικρίζει την προοπτική επιτυχίας από τον πάτο του Καιάδα. Υπάρχουν όμως και κάποιοι ελάχιστοι που αρπάζουν την ζωή από τα μούτρα και με υπομονή, στερήσεις και υπερκεράζοντας χίλια δυο εμπόδια καταφέρνουν να ανοίξουν τα φτερά τους και αποτινάζοντας από επάνω τους τόνους βρωμιάς απογειώνονται από την ελληνική πραγματικότητα και αφήνουν το άστρο τους να λάμψει προς κάθε κατεύθυνση.

Αδιαμφισβήτητα μια από αυτές τις περιπτώσεις αποτελεί και ο Christos Nikolaou, κιθαρίστας / συνθέτης που ζει και εργάζεται στην Χαλκίδα. Παρότι το ομότιτλο ντεμπούτο από του project του “Mythodea” μόλις κυκλοφόρησε (ανεξάρτητη διανομή / προς το παρόν μόνο ψηφιακή), το όλο concept ετοιμαζόταν υπομονετικά αρκετά χρόνια πριν για να καταφέρει να βρει μόλις το 2012 το δρόμο προς την κυκλοφορία (περισσότερες πληροφορίες σχετικά στην συνέντευξη που παραχώρησε στο Rockway.gr και μπορείτε να διαβάσετε εδώ). Επωμιζόμενος ο ίδιος όλο το κόστος της παραγωγής κατάφερε διπλό άθλο, τόσο επειδή εν τέλη πραγματοποίησε το όνειρό του όσο και για το αποτέλεσμα που πέτυχε.

Το πρώτο που προσέχει κανείς στην πρώτη του επαφή με τους Mythodea είναι το ειδικό βάρος των ονομάτων που αναγράφονται στην σύνθεση της μπάντας. Τα φωνητικά έχει αναλάβει ο John West (Artension, ex-Royal Hunt,  Emir Hot, κα), το μπάσο ο Steve DiGiorgio (ex-Death, ex-Control Denied, ex-Iced Earth, ex-Testament, Artension, κ.α.) τις κιθάρες, την σύνθεση και την παραγωγή ο Christos Nikolaou που προανέφερα και τα drums ο Charlie Zeleny (Jordan Rudess Duo, JLT, κ.α.). Ακόμη και στους φιλοξενούμενος μουσικούς υπάρχουν αστραφτερά ονόματα όπως αυτό των Vitalij Kuprij και Mystheria. Είμαι βέβαιος ότι οι Mythodea έχουν αρχίσει να κεντρίζουν ήδη το ενδιαφέρον σας κι ακόμη δεν έχω πει κουβέντα για το μουσικό περιεχόμενο του album...

Το “Mythodea” αποτελεί χωρίς υπερβολή ένα υπέροχο δείγμα (βαθιά ανάσα) μελωδικού συμφωνικού προοδευτικού power metal, που ενώ περιέχει επιρροές από τα μεγαθήρια του χώρου κρατάει μια αυστηρά προσωπική ταυτότητα την οποία στιγματίζει η μεγάλη (και έκδηλη) αγάπη του Χρήστου στους κλασικούς συνθέτες αλλά και την κινηματογραφική μουσική. Μην πάει το μυαλό σας σε χλιαρότητες και αναμασήματα, οι συνθέσεις έχουν δύναμη, φαντασία, είναι πολυεπίπεδες και ποικίλουν σε κάθε κομμάτι. Όλες είναι ολοκληρωμένες συνθέσεις κι όχι πεδία επίδειξης ικανοτήτων των μουσικών με κουραστική “φλυαρία” από σολαρίσματα και κλίμακες. Αυτό δε σημαίνει ότι ο DiGiorgio δεν “κεντάει” καθόλη τη διάρκεια του album. Κάθε άλλο και μαζί με τον Zeleny κατάφεραν το ρυθμικό μέρος να λάμπει. Η κιθαριστική δουλειά του Χρήστου πλήρως εναρμονισμένη στις συνθέσεις, με θαυμάσιες συλλήψεις και εκτελέσεις στα solo. Το “Mythodea” είναι ένα album που μεγαλώνει μαζί σου, ακρόαση την ακρόαση και αυτό είναι ένα στοιχείο που λατρεύω στην μουσική. Υπάρχουν όμως και κάποια κομμάτια (όπως το ανατολίτικο “Asia” και η ονειρική μπαλάντα “Nostalgia”) που είναι πιο προσιτά στο αυτί από τις πρώτες κιόλας ακροάσεις. 

Από την ενορχήστρωση ως και την παραγωγή όλα είναι προσεγμένα ως την τελευταία λεπτομέρεια παράγοντας ένα απαύγασμα ακουστικού μεγαλείου και κάποιες από τις πιο παθιασμένες συνθέσεις που έχουν ακούσει τα αυτιά μου τα τελευταία χρόνια (δεν το συζητώ καν για το 2012). Ακόμη και η εισαγωγή του album είναι ένα μικρό (σε διάρκεια) έργο τέχνης, η οποία μπήκε πολλές φορές στο repeat και αν μη τι άλλο αποτελεί μια θαυμάσια και ενδεικτική εισαγωγή για τα υπόλοιπα 10 κομμάτια. Για τον βασιλέα του δίσκου τι να πρωτογράψω. Η δουλειά του John West (που έχει γράψει και τους στίχους) είναι καθηλωτική και η μουσική με την φωνητική του χροιά είναι απόλυτα εναρμονισμένα, αφού τον West είχε εξαρχής στο νου του ο Χρήστος κατά την σύνθεση (μεγάλη αδυναμία από παλιά όπως θα διαβάσετε και στην συνέντευξη – και όχι άδικα). Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το λυρικό “In My Soul” και  το πιο σκοτεινό “Ultimate Pain”. Δεν υπάρχουν μέτρια κομμάτια καθώς σε όλα έχει δοθεί ξεχωριστή προσοχή και πληρούν όλα τα υψηλά standard του δημιουργού τους.

Το εξώφυλλο έχει επιμεληθεί ο Mattias Noren (γνωστός από τα covers που έχει σχεδιάσει για αμέτρητες progressive rock και metal μπάντες). Ο ήχος του album έχει εμπλουτιστεί με βιολί, φλάουτο, κόντρα μπάσο, πιάνο, synth και δεύτερες φωνές (γυναικείες και αντρικές) από αρκετούς προσκεκλημένους μουσικούς που συμμετέχουν. Προς το παρόν το “Mythodea” έχει μόνο ψηφιακή διανομή (link στο τέλος του άρθρου) και αυτό δείχνει να αποτελεί το μοναδικό μειονέκτημα αφού η ποιότητα ήχου ενός mp3 (αν και σε 320Kbps) υπολείπεται της αντίστοιχης ενός cd ή ενός βινυλίου και ειδικά μια τέτοια δουλειά ( με τέτοιο περιεχόμενο και εξώφυλλο) εύχομαι να βρει σύντομα το δρόμο και σε κάποιο άλλο format.

Το ρητό λέει ο έρωτας και ο βήχας δεν κρύβονται, εγώ θα συμπληρώσω και ο ενθουσιασμός από την ακρόαση αξιόλογων κυκλοφοριών (και δη από Έλληνες μουσικούς) κι έτσι το άρθρο μου βγήκε λίγο μεγαλύτερο από ότι περίμενα (Στεφανόπουλε αδυναμίες είναι αυτές). Το “Mythodea” αξίζει τουλάχιστον μια ακρόαση από κάθε φίλο του συμφωνικού metal. Εμείς που ήδη γνωρίζουμε περί τίνος πρόκειται θα περιμένουμε υπομονετικά την επόμενη δουλειά του Χρήστου (που από όσα μου εκμυστηρεύτηκε ο ίδιος θα έχει άκρως ενδιαφέρον concept – δεν θα πω ακόμη ποιο). Δεν γράφω άλλα, καθώς δεν θα αποφύγω τον σεληνιασμό του αρχισυντάκτη μου !

guests
Vitalij Kuprij - Piano on "Nostalgia"
Robert Sorvari - Flute on "Nostalgia"
Mistheria - Synth Solo on "Mnemosyne"
Lonnie Park - Backing vocals
Maria McTurk - Vocals on "Stay"
Pericles Timplalexis - Violins on "Nostalgia" and "Ultimate Pain"
Giannis Siggounis - C. Bass on "Nostalgia" and "Ultimate Pain"
Sarah Nakkach - Vocals on "Asia"
Vicky Psarakis - Vocals on "Ingredi"
Alexandra Samouilidou - Vocals on "Sailing On A Stormy Sea"
Sapfo Stavridi - Vocals on "Sailing On A Stormy Sea"

itunes
https://itunes.apple.com/gr/album/mythodea/id573266674?ign-mpt=uo%3D4
info
http://www.facebook.com/MythodeaBand
http://www.mythodeaband.com/



Γιάννης Φράγκος

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

KAMELOT: “Silverthorn”

Νέο σταυροδρόμι για την πορεία των Kamelot, με το “Silverthorn” να αποτελεί στοίχημα για τον Thomas Youngblood και την παρέα του.
Απόλυτα λογικό το να υπάρχει πίεση λοιπόν για το αποτέλεσμα, διότι το να χρειάζεται να αντικαταστήσεις τον Roy Khan (έναν από τους πιο χαρισματικούς τραγουδιστές εν ζωή), δεν είναι εύκολη δουλειά. Ειδικά όταν με αυτόν έχεις κυκλοφορήσει τα πιο πετυχημένα σου album. Και φυσικά, άλλες εποχές για τη μπάντα όταν ο Khan διαδέχτηκε τον Mark Vanderbilt και άλλες οι τωρινές…
Με τον Tommy Karevik (Seventh Wonder) λοιπόν πίσω από το μικρόφωνο, οι Kamelot ζητούνται να κάνουν μια νέα αρχή, διατηρώντας το καλό (εμπορικό) σερί δίσκων που έχουν από το 1998 και μετά. Και η αλήθεια είναι πως η επιλογή του νέου frontman ήταν εύστοχη, παρά την χαρακτηριστική ομοιότητα στη χροιά του Tommy με τον προκάτοχό του. Εν ολίγοις, οι Kamelot έκαναν μια κίνηση εκ του ασφαλούς και μάλλον καλά έκαναν, μιας και είτε θα επέλεγαν κάτι διαφορετικό (όπως έκαναν το 1997), είτε θα συνέχιζαν στην ίδια ρότα, κάτι που μου ακούγεται πιο λογικό την περίοδο που διανύουμε. Με τέτοια μουσική αγορά, που να ρισκάρεις!
Στο δια ταύτα λοιπόν! Από κάθε άποψη το “Silverthorn” αποτελεί έναν τυπικό Kamelot δίσκο, πατώντας στη συνταγή που έχει επιλέξει ο Thomas Youngblood εδώ και αρκετά χρόνια. Επικές συνθέσεις, συμφωνικά περάσματα, power χαρακτήρας και όλα αυτά με πρωταγωνιστικό ρόλο τη μελωδία.
Επίσης, ηχητικά έχουμε ένα ενδιαφέρον πισωγύρισμα, ή καλύτερα, έναν έξυπνο συνδυασμό… Το group διατηρώντας ως ένα βαθμό την ατμόσφαιρα που είχε το “Poetry for the Poisoned”, έκανε ένα βήμα πίσω, φέρνοντας πάλι στην επιφάνεια πιο “τυπικά” melodic power στοιχεία, έτσι όπως συναντώνται σε δουλειές όπως “Karma”, “Epica” και “The Black Halo” (χωρίς όμως να φτάνουν το συνθετικό αποτέλεσμα αυτών). Προσωπικά με χαροποίησε αυτή η μεταστροφή και ο συνδυασμός της με το “σκοτεινό” ποιόν που απέκτησαν τα τελευταία πέντε περίπου χρόνια.
Κομμάτια όπως τα “Sacrimony”, “Torn”, “Veritas”, “My Confession” και “Solitaire”, είναι δεδομένο πως θα ευχαριστήσουν και τον πιο δύσπιστο fan, κάνοντάς τον να ξεχάσει το ότι ο Karevik είναι νέα προσθήκη στη μπάντα! Όχι, δεν πρόκειται για την καλύτερη δουλειά του σχήματος (άλλωστε αυτές βγήκαν την προηγούμενη δεκαετία), αλλά έχουμε να κάνουμε με ένα καθόλα εξαιρετικό πόνημα, άξιο να σταθεί με θράσος ως μέρος της δισκογραφίας των Kamelot
Για να είμαι ειλικρινής περίμενα κάτι σαφώς κατώτερο, ελέω έλλειψης Roy Khan. Έπεσα πανηγυρικά έξω… Όσο αυστηρός και εάν προσπάθησα να είμαι ακούγοντας το album, τελικά βρέθηκα για πολλοστή φορά δέσμιος της συνθετικής δεινότητας του Thomas Youngblood, που ναι μεν δε ρίσκαρε σε ότι αφορά τον frontman του, αλλά σε μια εποχή που το power (σε όλες τις εκφάνσεις του) εξακολουθεί να βρίσκεται σε ύφεση, δουλειές σαν το “Silverthorn” κρατάνε το ιδίωμα ζωντανό.


Στέφανος Στεφανόπουλος

STONE SOUR: “House of Gold & Bones part 1”



Οι Stone Sour ζούσαν για σχεδόν μια δεκαετία στη σκιά των Slipknot, το – μέχρι πρότινος τουλάχιστον –κύριο συγκρότημα του Corey Taylor. Ο θάνατος του Paul Grey το 2010 συνέβαλε στο να αλλάξει αυτό και φαίνεται πως ήρθε πλέον η ώρα να κλέψουν οι τέσσερις το spotlight από τους οκτώ. 
Κάπως έτσι έχουμε το πρώτο απ' τα δύο μέρη της “House of gold & Bones” σειράς. Αυτό το τέταρτο LP των Αμερικανών, μαζί με τα έντεκα rock κομμάτια του, δείχνει να αποτελεί τη καλύτερη δουλειά τους μέχρι και σήμερα και ταυτόχρονα το ξεκίνημα μιας νέας εποχής γι' αυτούς και ιδιαίτερα για τον πολυτάλαντο frontman τους. 
Αυτό γιατί συνυπάρχει το προσφάτως ανακοινωμένο break των Slipknot με τις επιρροές που αφήνουν στο “House of Gold & Bones part 1”. Ο νέος λοιπόν δίσκος των Stone Sour μοιάζει πολύ με το έτερο band του Taylor και ιδιαίτερα στο τελευταίο τους πόνημα, το “All Hope is Gone”. Στη πραγματικότητα, τα πράγματα στα οποία διαφέρει το νέο album της τετραμελούς παρέας από την Iowa είναι η εξέλιξη της φωνής του Taylor, το πόσο εύθραυστη, αν κι επιθετική δείχνει, καθώς και η μεγαλύτερη διάθεση ποικιλίας σ' αυτή. 
Όσο για τη μουσική, είναι προφανώς περισσότερο heavy από πριν με έμφαση στις κιθάρες. Η διλογία “The Travelers” αποτελεί ίσως τις καλύτερες στιγμές του “House of Gold & Bones part 1”, αλλά και τις πιο… διαφορετικές. Υπάρχουν τα περισσότερο insightful κομμάτια – όπως “A Rumor of Skin”, “Tired”, “Influence of a Drowsy God” - άλλα αυθεντικά Stone Sour rock – όπως “Gone Sovereign”, “My Name is Allen” και “Last of the Real” - κι άλλα πιο ευαίσθητα, οι μπαλάντες – όπως “The Travelers, Pt.1” και “Taciturn” - που διαφέρουν αρκετά από αντίστοιχες “All Hope is Gone” περιπτώσεις (βλέπε “Snuff”). 
Οι Stone Sour κυκλοφορούν ένα πλήρες album. Το “House of Gold & Bones part 1” είναι ένα δυνατό, κι άλλες φορές ευαίσθητο, album με άξια παραγωγή, πολύ καλές και σχεδόν κλασσικές συνθέσεις κι έναν Corey Taylor στα καλύτερα του.

Παναγιώτης Πετρόπουλος


Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

WARRIOR SOUL: “Stiff Middle Finger”


WARRIOR SOUL ευτυχώς παραμένουν rock, παραμένουν punk, παραμένουν  metal, με απλά λόγια παραμένουν ένα γνήσιο rock 'n' rol συγκρότημα με καθαρή και στοχευόμενη πολιτική τοποθέτηση και άποψη των πραγμάτων.  
Οι αμερικανοί συνεχίζουν να παίζουν κολασμένα, ανόθευτα και “βρώμικα” με τον τραγουδιστή Kory Clarke να περιγράφει τα δικά του πολιτικά και κοινωνικά μανιφέστα και να προκαλεί με τους στίχους του όλους εκείνους που οδηγούν τους κατοίκους αυτού του πλανήτη στην δυστυχία και στην εξαθλίωση. 
Τραχιές μπαρουτοκαπνισμένες κιθάρες, βαριές και ασήκωτες μπασογραμμές,  τροχισμένες μελωδίες και φωνητικά που σε “φτύνουν” κατάμουτρα είναι η ηχητική μολότοφ που σερβίρουν οι WARRIOR SOUL. Οι νέες  πύρινες δημιουργίες τους δεν πρόκειται να απογοητεύσουν όσους πιστεύουν ακόμη  ότι το rock 'n' rol είναι επαναστατική μουσική. 
Ο μόνιμα θυμωμένος Kory Clarke, με ψυχή πολεμιστή, τραγουδά με ένταση και δύναμη ώστε να περάσει και στον πιο δύσπιστο ακροατή τα δικά του συναισθήματα οργής και θλίψης όπως χαρακτηριστικά κάνει στο “Tear”
Το "Stiff Middle Finger" των WARRIOR SOUL  είναι μία γερή κλοτσιά στο στομάχι των δήθεν σκληρών και μεταλλικών γκρουπ που νομίζουν πως τραγουδώντας για το σατανά και το διάβολο γίνονται αντισυμβατικοί και αμφισβητίες του συστήματος. Αγνοούν όμως  ότι η μάχη απέναντι στον εχθρό δεν γίνεται με μεταμφιέσεις και ανάποδους σταυρούς, αλλά πρόσωπο με πρόσωπο και οι WARRIOR SOUL διαθέτουν ακόμη το νεανικό επαναστατικό πνεύμα απέναντι στο πολιτικοκοινωνικό κατεστημένο… και το πολεμούν με τη μόνη μουσική που μπορεί να τους δημιουργήσει πρόβλημα και να τους χαλάσει τον ύπνο!

Φώτης Μελέτης


ANGRA: “Best Reached Horizons”


Τέλος εποχής (ξανά) για τους Angra και από εκεί που στις αρχές της καριέρας τους μιλούσε για αυτούς όλη η οικουμένη, η αλλαγή frontman, οι αποχωρήσεις μελών και τα προβλήματα με τη δισκογραφική, έχουν φτάσει τη μπάντα σε ένα τέλμα.
Το “Best Reached Horizons” είναι ένα best of το οποίο καλύπτει ολόκληρη την πορεία του σχήματος, μέσα από δύο cd τα οποία περίτεχνα έχουν χωριστεί σε “Andre Matos Era” και σε “Edu Falaschi Era”. 
Το πρώτο δισκάκι λοιπόν περιλαμβάνει τραγούδια από την πιο πετυχημένη εμπορικά περίοδο της μπάντας, με τα “Carry On”, “Angels Cry”, “Wuthering Heights” (διασκευή από Kate Bush) και “Evil Warning” να αντιπροσωπεύουν το αξεπέραστο ντεμπούτο τους, “Angels Cry”, μόνο τα “Nothing to Say” και “Holy Land” από το δεύτερο πόνημά τους, το εξαιρετικό “Holy Land”, το “Carolina IV” συναντάται (λανθασμένα κατ’ εμέ) στη live εκτέλεσή του μέσα από το “Holy Live”, το “Freedom Call” από το ομώνυμο EP, ενώ τέλος το “Fireworks” (μια άκρως αδικημένη δουλειά) εκπροσωπείται από τα “Lisbon” και “Metal Icarus”.
Το δεύτερο δισκάκι ασχολείται από τη φυγή του Andre Matos και μετά, περίοδο όπου πίσω από το μικρόφωνο βρέθηκε ο χαρισματικός Edu Falaschi, σε έναν αέναο αγώνα στη σκιά του προκατόχου του. Εδώ λοιπόν  έχουμε τα “Nova Era” και “Rebirth” από το πανέμορφο “Rebirth” album του 2001, το “Hunters and Prey” από το ομώνυμο EP (το οποίο εμπεριέχει και μια πολύ καλή διασκευή στο “Mama” των Genesis, για όποιον ενδιαφέρεται), τα “Spread Your Fire” και “Waiting Silence” από το αρκετά καλό “Temple of Shadows”, τα “The Course of Nature” και “Salvation: Suicide” από το “Aurora Consurgens” του 2006, και τα “Arising Thunder” και “Lease of Life” από το απροσδόκητα καλό “Aqua”, το οποίο αποτέλεσε και την τελευταία δουλειά του group με τον Edu ως frontman. Τη συλλογή κλείνει μια (απλά συμπαθητική) διασκευή στο “Kashmir” των Led Zeppelin.
Ακούγοντας το “Best Reached Horizons” έκανα ένα ταξίδι στο χρόνο, μέσω μιας από τις σημαντικότερες μπάντες των mid ‘90s και παρότι σαν greatest hits είναι ελλιπές (καθότι η λογική του μέσου fan θα ήθελε τριπλό cd αντί διπλό), αποτελεί τον ιδανικότερο επίλογο μιας δύσκολης 20χρονης πορείας και (καλώς εχόντων των πραγμάτων) την απαρχή μιας νέας εποχής για τους Angra, με πλοηγό πάντα τον χαρισματικό κιθαρίστα Kiko Loureiro, στον οποίο οφείλεται και το tracklist της συγκεκριμένης κυκλοφορίας.
Μαθήματα ιστορίας για εκκολαπτόμενους metallers και συνάμα αναδρομή σε μια ομολογουμένως μη- αναμενόμενη πορεία, με πολλά σκαμπανεβάσματα. Επίσης, ότι πρέπει για όσους fan είχαν μονάχα επιδερμική σχέση με τη μπάντα από το 2000 και μετά. 


Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

ROYAL HUNT: “20th Anniversary”



Πρόκειται για μία πλούσια κυκλοφορία, για μία από τις καλύτερες μπάντες της Δανίας. 
Φυσικά για τους γνώστες και οπαδούς του συγκροτήματος δεν πρόκειται για κάτι καινούριο ή ελκυστικό, παρά μόνο για τους αμετανόητους συλλέκτες και δη του συγκεκριμένου γκρουπ, οι οποίοι είμαι σίγουρος ότι θα σπεύσουν να το αποκτήσουν. Για αυτούς που δεν είχαν ποτέ στο παρελθόν επαφή με την εν λόγω μπάντα, είναι μία καλή ευκαιρία να τους γνωρίσουν, καθώς η συγκεκριμένη κυκλοφορία, περιλαμβάνει πληθώρα κομματιών, τα οποία διαμοιράζονται σε 3 cds. Υπάρχει επίσης στο πακέτο και ένα dvd, το οποίο περιέχει όλα τα videoclips από την μακρόχρονη πορεία του γκρουπ.
Μέσα σε αυτή την τεράστια επιλογή των καλύτερων κομματιών τους, υπάρχει και ένα ολοκαίνουργιο τραγούδι, το “Save Me”, καθώς και τρεις ακουστικές ηχογραφήσεις πρόσθετων κομματιών, που τιτλοφορούνται ως “One By One”, “Bodyguard” και “Restless”.
Οι Δανοί θέλουν με αυτό τον τρόπο να γιορτάσουν την εικοστή επέτειο τους στα μουσικά δρώμενα της σκληρής μουσικής και το καταφέρνουν με το παραπάνω, λόγω του ότι πρόκειται για ένα από τα πιο γεμάτα και πλέρια πακέτα που έχει γνωρίσει η μουσική δισκογραφία. Η ανάλυση των τραγουδιών δεν πιστεύω ότι χρίζει ιδιαίτερης σημασίας για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι τα κομμάτια, πλην των νέων προσθηκών, είναι ήδη γνωστά στους θαυμαστές τους και έχουν τραγουδηθεί τόσα χρόνια στις πάμπολλες συναυλίες τους. Ο έτερος λόγος αφορά το νέο αίμα οπαδών που μπαίνει δειλά δειλά στην συγκεκριμένη μουσική και θέλει να ακούσει κάτι κλασικό μεν, ποιοτικό δε. Για αυτούς, το ότι μία μπάντα παραδίδει μαθήματα σε 4 ολόκληρα cds αντάμα με ένα dvd, δεν πρέπει να τους αφήσει ασυγκίνητους και πρέπει να πάραυτα να το προμηθευτούν όταν κυκλοφορήσει, σχηματίζοντας έτσι την όποια δική τους άποψη.
Τελειώνοντας θα κλείσω με τα λόγια του ιθύνοντος νου της μπάντας, Andre Andersen, ο οποίος αναφέρει τα εξής: “Αυτό το album είναι προς τους οπαδούς μας… Στους μεν παλιούς, θα είναι ένα ταξίδι πίσω στην λεωφόρο της μνήμης, στους νέους, μία ευκαιρία να γνωρίσουν ένα δείγμα απ’ ότι καλύτερο έχουν να τους προσφέρουν οι Royal Hunt”. 
Πάρτε θέση λοιπόν και απολαύστε μουσική!


Τάσος Λεοντιάδης

GRAVEYARD: “Lights Out”


Σειρήνα που σημαίνει πόλεμο ακούγεται από τα ηχεία μου και με ανατριχιάζει προς στιγμήν. Μετά θυμάμαι, ότι μόλις πάτησα play στο νέο album των Σουηδών retro-rockers Graveyard, με τίτλο “Lights out”.
Με τη σειρήνα να αιωρείται στο βάθος των συχνοτήτων ξεκινά το εναρκτήριο “An Industry of murder”, ένα πανέμορφο τραγούδι στον γνώριμο ήχο των Σουηδών. “Slow Motion Countdown” στη συνέχεια και θεωρώ πως είναι ένα από τα πιο αξιόλογα τραγούδια που άκουσα φέτος.
Δυσκολεύομαι βέβαια να μην συγκρίνω αυτό το ηχογράφημα με το προηγούμενο σεισμικό γεγονός, “Hisingen Blues”. Εν μέρει, γιατί πιστεύω ότι το “Lights out” δεν δύναται να είναι καλύτερο από το δεύτερο δίσκο τους και επίσης γιατί έτσι προστάζει η “επαγγελματική” μου φύση.
Από την άλλη, δε θέλω κάποιος να πιστέψει ότι δεν είναι ένας καλός δίσκος, για αυτό το αναφέρω εδώ: Είναι ένας καλός δίσκος!
Ακούγοντας κομμάτια σαν το “The Suits, the Law and the Uniform” και “Endless Nights”, καταλαβαίνεις αμέσως πως οι άνθρωποι έχουν έρθει για να μείνουν και θα συνεχίσουν να εξελίσσονται και να μας χαρίζουν όμορφες στιγμές! Η φωνή του Joakim Nilsson είναι και πάλι πολύ δουλεμένη και βγαίνει μπροστά στην παραγωγή, με την γνωστή πλέον χροιά, που θαρρείς είναι σήμα κατατεθέν στην Σουηδική σκηνή και μας δείχνει ότι μπορεί να γίνει ακόμη καλύτερος στο μέλλον. Στα συν και το κλείσιμο με το όμορφο και χαλαρό “20/20 tunnel vision”.
Δεν θα ακούσετε το ΜΠΑΜ του προηγούμενου full length, αλλά μιλάμε για μια δουλειά που έγινε μετά από σκέψη και σκληρή εργασία και δείχνει πως το συγκρότημα αναπτύσσει στη μουσική του και αλλά συναισθήματα από αυτά που εμπλούτιζαν τον προηγούμενο δίσκο. Και αυτό αποδεικνύεται στο όμορφο blues-rock “Hard time lovin”, που θα γελάσετε, αλλά μου θυμίζει το “Η μοναξιά του σχοινοβάτη” των Αδερφών Κατσιμίχα.

Δημήτρης Μαρσέλος

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

PORCUPINE TREE: “Octane Twisted”


Δε θα βαρεθώ ποτέ να τους ακούω και δεν θα βαρεθώ ποτέ να τους βλέπω ζωντανά. Είναι ένα από τα λίγα συγκροτήματα στα οποία πηγαίνω όποτε και αν τους πετύχω. 
Ο ξυπόλητος πρίγκιπας με το όνομα Steven Wilson και η παρέα του, που γυρίζει τον μάταιο τούτο κόσμο κάτω από το όνομα Porcupine Tree, έχει προσφέρει πολλά στη μουσική.
Και δε θα σταματήσουμε ποτέ να ζητάμε και άλλα. Το concept album, “The Incident”, που κυκλοφόρησε το 2009, το οποίο ο Wilson εμπνεύστηκε όταν πέρασε δίπλα από κάποιο αυτοκινητιστικό δυστύχημα, μας χαροποίησε και τώρα, τρία χρόνια μετά, περιμένα κάτι καινούργιο από τους Porcupine.
Τα μέλη της μπάντας όμως, όντας πολυάσχολοι μουσικοί, αυτόν τον καιρό κάνει ο καθένας τα δικά του πράγματα, αφήνοντας εμάς με την προσμονή νέου υλικού. Και για να μας αποσπάσουν την προσοχή, ξεγελώντας την μουσική μας πείνα, οι Βρετανοί μας δίνουν το 3ο Live album τους, με τίτλο μία από της ενότητες του “The Incident”, “Octane Twisted”.
Ο τίτλος επιλέχθηκε έτσι ώστε, πεντακάθαρα να δηλώσει πως η κυκλοφορία αυτή είναι συνδεδεμένη με την πιο πρόσφατη studio δουλειά τους. Το “Octane Twisted” είναι ένα διπλό live album, όπου στο πρώτο δισκάκι παίζεται εν ολοκληρία τo “The Incident”, ζωντανά στο Chicago, ενώ στο δεύτερο, 5 κλασικά Porcupine Tree (Stars Die, Hatesong etc.) από την ίδια πόλη, μαζί με 3 highlights από την εμφάνιση τους στο Royal Albert Hall.
Όντας οπαδός του group και κοινωνός του ζωντανού τους ήχου έχω να πω ότι ο ήχος του live αυτού είναι τόσο παρθένος και ευθύς που ώρες ώρες, κλείνεις τα μάτια και τους βλέπεις μπροστά σου. Βέβαια, κανένα δισκάκι δεν μπορεί να αποτυπώσει ακριβώς τα συναισθήματα και την εμπειρία ενός αυτούσιου τους live. 
Παρηγοριά στον άρρωστο αυτή η κυηκλοφοριά, αλλά πολύ γλυκειά παρηγοριά. Γρήγορα και πάλι στο studio, μάγκες!

 Δημήτρης Μαρσέλος

UDO: “Live In Sofia”



Αν κάποιος με ρωτούσε ποιόν θα επέλεγα εκτός από τα ονόματα των Ozzy και Dio έτσι ώστε να τους κάνει παρέα σαν σόλο καλλιτέχνης, αυτός σίγουρα θα ήταν ο κύριος Udo
Από μικρό παιδί το μυαλό μου πήγαινε σε αυτά τα τρία ονόματα, όσον αφορούσε πάντα τις προσωπικές καριέρες τους, που τις θεωρώ από τις πιο επιτυχημένες στον κλασικό heavy ήχο. Θα έλεγα λίγο υποτιμημένος όσον αφορά την σόλο πορεία του σε σχέση με τους δύο προαναφερθέντες, όμως αυτό που μου άρεσε πάντα στον Udo ήταν το στακάτο και αμιγώς μεταλλικό παίξιμό του, με τις μελωδικές στιγμές σε αργόσυρτα κομμάτια και τις μπαλάντες που σε άφηναν άφωνο με την συναισθηματική τους απόχρωση.
Δεν θα αναλωθώ σε ανάλυση περί του ποιος είναι ο Udo και τι έχει προσφέρει με τους Accept αλλά και με την σόλο καριέρα του, στον σκληρό ήχο, διότι το θεωρώ φαιδρό για κάποιον να μην έχει πάρει έστω μια γεύση από τα τραγούδια του και να αυτοαποκαλείται μεταλλάς. Η πορεία του δεν είχε πάτο, κατά την γνώμη μου ποτέ, αν και μερικές μέτριες στιγμές στην δισκογραφική του δουλειά, ίσως τις επεσήμανε το έμπειρο αυτί κάποιου. 
Εν έτει 2012 μας δίνει ένα live, το οποίο θεωρώ ένα καλό δείγμα προς ακρόαση, για κάποιον νεώτερο, που δεν έχει εντρυφήσει στην πορεία του Udo. Από την εισαγωγή και το πρώτο κομμάτι, καταλαβαίνεις ότι τον κυρίαρχο ρόλο στο live αυτό, έχει η μουσική και όχι ατυχείς διάλογοι και πολύ μπλα μπλα. Τα “Independence Day”, “Dominator”, “Two Faced Woman” και “Thunderball”, είναι κάποια από τα πολλά κλασικά και δυναμικά κομμάτια του γερμανού, τα οποία δίνουν και παίρνουν στις συναυλίες του και τα τραγουδούν μυριάδες οπαδών ανά τον κόσμο. Θεωρώ θετικό στοιχείο ότι στο setlist περιλαμβάνονται και αρκετά κομμάτια της πρώην μπάντας του, των Accept, πλαισιώνοντας έτσι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτό το live, που ναι μεν δεν έχει κάτι το παραπάνω να προσφέρει σε έναν παλιό οπαδό, που έχει μεγαλώσει με αυτά τα κομμάτια, αλλά αποτελεί σίγουρα ένα δυναμικό στοιχείο για να δείξει στον καθένα, ότι το πάθος για την μουσική είναι αέναο, δίνοντας στον οπαδό την ευκαιρία να τραγουδήσει μαζί με το πλήθος, κομμάτια όπως τα “Balls To The Wall” και “Princess Of The Dawn”.
Κλείνοντας θέλω εκ νέου να επισημάνω ότι ο συγκεκριμένος δίσκος αποτελεί ένα πολύ καλό ξεκίνημα για κάποιον που δεν έτυχε να ασχοληθεί στο παρελθόν με τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη. Βάλτε το δυνατά να παίζει και φωνάξτε και σεις: “Balls To The Wall… You’ ll Get Your Balls To The Wall…”


Τάσος Λεοντιάδης

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

THRESHOLD: “March of Progress”


Είναι απίστευτο το πως μπορεί μια μπάντα να επιστρέψει μετά από πέντε χρόνια από τον προηγούμενο δίσκο και να σου δώσει ένα album πραγματικά κλωτσιά στα αχαμνά.
Και ο λόγος γίνεται για τους prog rokcers Threshold και το νέο τους πόνημα, "March of Progress".

Όπως κάθε οπαδός της, περίμενα αυτήν την κυκλοφορία πώς και πώς. Η επιστροφή του Damian Wilson για να αντικαταστήσει τον Andrew "Mac" McDermott (που δυστυχώς χάσαμε στης 3 Αυγούστου αυτού του έτους) ήταν κάτι που δεν με χάλασε στον αποτέλεσμα του δίσκου. Το “March of Progress”, από το πρώτο κιόλας κομμάτι ("Ashes") μου έπιασε την καρδιά και μου την έτριψε στα μούτρα και με έκανε να θέλω να κοπανιέμαι και να ξεσβερκώνομαι.

Σε κάθε κομμάτι που πέρναγα ένιωθα σαν να τοποθετείται στην σωστή θέση άλλο ένα κομμάτι του puzzle...

Ο δίσκος από την αρχή μέχρι το τέλος λούζεται με μελωδίες που σου μένουν και σου καρφώνονται στο μυαλό και θες δεν θες, εθίζεσαι σε αυτόν σαν βαρύ ναρκωτικό.

Είναι ευαίσθητος, μελωδικός, σκοτεινός και βαρύς ταυτόχρονα με έναν τρόπο που σε αφήνει να σκέφτεσαι "μα καλά τώρα τι έγινε; τι πέρασε από τα αφτιά μου;"

Σίγουρα ένα album που αξίζει να ακούσει ο καθένας ασχέτως τα ακούσματα του... Προσωπικά ξεχώρισα τα "Colophon", "Ashes" και "The Rubicon". Από εκεί και πέρα τα συμπεράσματα δικά σας.

Καλή ακρόαση!



Άγγελος Αρνιώτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...