Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

MASTERCASTLE: “Dangerous Diamonds”

Mastercastle-Dangerous-DiΟι Mastercastle επιστρέφουν μετά από δύο κυκλοφορίες με δυναμικά, ε­μπνευ­σμέ­να, μελωδικά κομμάτια. Το ότι κάποιοι θα ακούσουν να βρίσκεται γυναίκα πίσω από το μικρόφωνο σε κάτι τόσο δυνατό και heavy ίσως τους αποτρέψει με το να ασχοληθούν, κάτι που θα είναι με­γά­λο λάθος, καθώς η φωνή της Giorgia με την καθαρότητα και την αυθεντικότητα της, δένει υπέροχα με το τελικό απο­τέ­λε­σμα.
Αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση είναι τα θέματα στους στίχους των νέων τραγουδιών. Ας ασχοληθούμε με κάποια από αυτά:
  • Time For Lovers”: εξιστορεί ένα ρομαντικό παραμύθι ενός σύντομου ρομάντζου που αναπτύσσεται στη διαδρομή ενός τρένου μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου.
  • Icy Moon”: το οποίο πάλι αναφέρεται σε ένα παραμύθι με θέμα τους ψαράδες, τη ζωή τους και τις περιπέτειες τους στις “ασυγχώρητες” θάλασσες.
  • Au Premiere Coup”: Εδώ οι Mastercastle γράφουν ένα τραγούδι στη μνήμη του Ιταλού ζωγράφου Bruno Galbiati (1932-1992) ως ένα δικό του φόρο τιμής στο ενστικτώδες στυλ του, που επίσης αντανακλά το πώς γράφτηκε το τραγούδι.
  • Loving Me”: Η μπαλάντα αυτή γράφτηκε για ένα σκοπό, να μας θυμίσει το πόσο σημασία έχει να αγαπάμε τον εαυτό μας και το παιδί που ήμασταν κάποτε.
  • Sixth Sun”: Εδώ η μπάντα μας λέει την άποψη της για την προφητεία των Maya σχετικά με το τέλος του κόσμου το 2012.
  • Bitter & Sweet”: Στο τελευταίο τραγούδι του δίσκου, το συγκρότημα μας δίνει τη δική του εκδοχή για την Νέα Υόρκη μέσα από ένα παραμυθένιο πρίσμα. Έναν κόσμο από τσιμέντο, φυτά, λίγες εικόνες ουρανού και ελευθερίας, παρόλα αυτά μια πόλη που προσφέρει γλυκύτητα επίσης.
Το “Dangerous Diamonds” λοιπόν είναι ένα συμπαγές album που ακούγεται πραγματικά πολύ ευχάριστα από την αρχή ως το τέλος, κάτι που σπανίζει στις μέρες μας με καλή μουσική και ποικιλία στους στίχους. Δώστε του την προσοχή που του αξίζει!!!
Δημήτρης Άγας

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

BEGGAR’S BLUES DIARY: “Back to Basics”

beggarsbluesdiary_backtobasΘα χρησιμοποιήσω ένα κομμάτι της μπάντας, ώστε να σας δώσω στο περίπου να καταλάβετε τι παίζει με τούτη εδώ τη κυκλοφορία. “A Hard Case”!! Ακριβώς αυτό! Εκτός λοιπόν, του ότι έγινε το αγαπημένο μου κομμάτι ολάκερου του άλμπουμ (όντως πολύ καλό, μπράβο παίδες!), αντικατοπτρίζει επίσης και το αναπόφευκτο γεγονός μιας δυσκολίας, να “καταλάβω” τη μπάντα!
Οι Beggar’s Blues Diary είναι μια νέα Αθηναϊκή μπάντα που καταπιάνεται με ένα είδος το οποίο παλαντζάρει μεταξύ του τσοπεράδικου Southern Rock n’ Heavy και των Blues! Όμως στα αφτιά μου δείχνουν πως δεν έχουν βρει ακόμη το δρόμο τους και δεν έχουν ξεκαθαρίσει προς τα πού να γείρουν, με αποτέλεσμα σε ορισμένα σημεία να παίζουν τόσο αργά και μονότονα χρησιμοποιώντας το ίδιο riff, φλερτάροντας έτσι με τη βαρεμάρα ιδιαίτερα έντονα!
Μάλιστα η επιλογή του να τοποθετήσουν ως πρώτο κομμάτι το αργό και χαλαρό “No More”, με βρίσκει κάθετα αντίθετο, αφού η μπάντα σε γειώνει πριν καν σε απογειώσει! Επίσης η υποβόσκουσα αίσθηση ενός υπάρχοντος mainstream-“έντεχνου” περιβάλλοντος (παίζουμε παντού και θέλουμε ευρύ κοινό), δε με έψησε ιδιαιτερα, ώστε να ξεχωρίσω τη μπάντα από αντίστοιχες του είδους!
Αν και τα 11 κομμάτια έχουν ένα rock feeling, με εξαίρεση το “A Hard Case” δεν ανακάλυψα κάτι το συγκλονιστικό. Καλή προσπάθεια, αλλά όχι αρκετή!
Μιχάλης Κανακουσάκης

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

GALLOWS POLE: “Waiting for the Mothership”

Πως μπορείς να περιγράψεις ένα είδος μουσικής, που ενώ ανήκει στο σκληρό ήχο, παράλληλα δεν ανήκει μονό σε αυτόν; Πως μπορείς να “ψήσεις” ένα κλασικό σαν και του λόγου μου metalhead, πως οι Gallows Pole είναι ποιότητα, χωρίς να μην αναγκαστείς να ψηλαφίσεις και εσύ ο ίδιος τις σκοτεινές άκρες του μυαλού σου, κάνοντας έτσι τον παραλληλισμό με πιο “έντεχνα” μονοπάτια, τα οποία σε κάνουν ν’ αηδιάζεις;


Αυτό που θέλω να πω ακριβώς, είναι ότι το 70’s Space heavy rock των γερόλυκων από την Αυστρία, δε μπορείς να το θάψεις μιας κι έχεις να κάνεις με μουσικάρα, αλλά και από την άλλη δε γίνεται να το βάλεις και πρώτη προτεραιότητα στις μουσικές αγορές του μήνα σου.


Η μπάντα υπάρχει από τα 80s όπου και κυκλοφόρησε το πρώτο της δίσκο (“In Rock We Trust”) και στο έκτο και νέο της άλμπουμ “Waiting for the Mothership”, θα βρεις heavy περάσματα όπως για παράδειγμα στο “άνοιγμα” του δίσκου με το “Old Man Cry”, μα και πιο mainstream rock όπως το “Do You Remember”, που ακούγοντας το σου έρχεται στο μυαλό από Springsteen, μέχρι και U2…


Στο “Return to Paradise” και στο ομώνυμο, ανακαλύπτεις ένα πρώιμο doom ήχο και στο “Area 51” ανακάλυψα, ή τέλος πάντων το ρεφρέν μου θύμισε έντονα κάτι από “Circle to Circle”… οκ λιγάκι, και στη συνέχεια το “A Big Mistake” σε κάνει να πεις “τι κομματάρα είναι αυτή”!


Με λίγα λόγια έχουμε να κάνουμε με μια ψαγμένη μπάντα με παρελθόν, που δε δεσμεύεται, ούτε περιορίζεται σε συγκεκριμένο ήχο, κάτι ίσως που θα απομακρύνει από μια καλή εμπειρία πολλούς που δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένα μουσικά ρεύματα όπως εγώ.


Η κυκλοφορία του “Waiting for the Mothership” δε πρόκειται να ταράξει τα μουσικά σας ύδατα, αλλά προτείνετε σαν μια εναλλακτική επιλογή στα ακούσματα σας κι εάν με κάποιο μαγικό τρόπο βρεθεί στα χέρια σας, μη διστάσετε να πατήσετε το Play. Είναι μια καλή εμπειρία.




Μιχάλης Κανακουσάκης





Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

ELOY: “The Tides Return Forever”

ELOY-THE-TIDES-RETURN-FORΥπάρχει ένα βασικό κριτήριο, μια λεπτή γραμμή που με κάνει προσωπικά να ξεχωρίζω τα μεγαλύτερα συγκροτήματα από τα μεγάλα. Είναι η αίσθηση που αρχικά δίνει ένα συγκρότημα ότι έχει “ξοφλήσει”, ότι έχει φάει τα ψωμιά του, ότι δεν άντεξε κι αυτό στο πλήρωμα του χρόνου, παραγκωνισμένο ίσως από τα ανερχόμενα μουσικά κινήματα της εποχής. Kαι ξαφνικά, σα να υπέστη ένα ισχυρό ηλεκτροσόκ, επανέρχεται δυναμικά με κυκλοφορίες αντάξιες εκείνων που το καθιέρωσαν στα πιο ιδιαίτερα συγκροτήματα της χρυσής εποχής της ροκ. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται αδιαμφισβήτητα και οι Γερμανοί Eloy
Στις αρχές της δεκαετίας του '90 οι Eloy ήταν περισσότερο ένα συνονθύλευμα guest μουσικών (εξαιρουμένου του διδύμου Bornemann- Gerlach) παρά πραγματικό συγκρότημα. Τα τελευταία στούντιο άλμπουμ τους (“RaκαιDestination) δεν εντυπωσίασαν, μιας και ελάχιστα θύμιζαν το ύφος της μπάντας που αγαπήθηκε από τους fan. Το 1994 όμως με την επιστροφή του Klaus-Peter Matziol στο μπάσο, του ανθρώπου που με το χαρακτηριστικό του στυλ έδωσε ξεχωριστή ταυτότητα στον ήχο της μπάντας, οι Eloy, γιορτάζοντας ταυτόχρονα και τα 25 χρόνια ύπαρξης τους, κυκλοφορούν το “The Tides Return Forever”. Είναι τo άλμπουμ που σηματοδοτεί την επιστροφή της μπάντας στις κλασικές του φόρμες, γεφυρώνοντας το παραδοσιακό ύφος των Eloy με τον ήχο της εποχής. Καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία αυτή έπαιξε η χρήση αναλογικής τεχνολογίας στα πλήκτρα, ακριβώς για να προσδώσουν στα κομμάτια μια πιο vintage αίσθηση.
Το “The Tides Return Forever” περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που όρισαν την μουσική ταυτότητα των Eloy και τους καθιέρωσαν ως ένα από τα πιο ξεχωριστά συγκροτήματα της δεκαετίας του '70. Από τα ατμοσφαιρικά περάσματα του Gerlach στο “FatalIllusions” και τα δυνατά κιθαριστικά riff του “Generation Of Innocence”, έως το συναισθηματικό “Childhood Memories” (τραγούδι που έγραψε ο Bornemann για τη μητέρα του) και το συμφωνικό κάλεσμα -των 120 φωνητικών παρακαλώ- του “Company Of Angels”, οι Eloy δίνουν ξεχωριστή νότα σε κάθε κομμάτι του άλμπουμ. Ειδική αναφορά αξίζει να γίνει στο μνημειώδης ομότιτλο κομμάτι, με τα δραματικά φωνητικά της Jocelyn B. Smith να προκαλούν κύματα ρίγους στον ακροατή. Κι όλα αυτά πάντα συνοδευόμενα από την ταξιδιάρικη φωνή του Bornemann.
Στην 16-σέλιδη re-mastered έκδοση που κυκλοφόρησε πριν από λίγες ημέρες από την ArtistStationRecordsπροστέθηκε και μία re-mixεκτέλεση του ομότιτλoυ κομματιού επιμελημένη ασφαλώς από τον Bornemann.
To “The Tides Return Forever” είναι το άλμπουμ που επανέφερε τους Eloy στο μονοπάτι που με τόση επιτυχία είχαν χαράξει μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ‘80. Η επόμενη κυκλοφορία τους όμως είναι εκείνη που αποτελεί και το επιστέγασμα της πετυχημένης αυτής επιστροφής τους στο στυλ που τους καθιέρωσε, με την κυκλοφορία του εξαιρετικού “Ocean II-The Answer”.

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

WIDOW: “Life’s Blood”


WIDOW_Life_BloodΤώρα μάλιστα! Ε λοιπόν τέτοια θέλω ν’ ακούω και ασχέτως αν μπορεί να χαρακτηριστώ “γραφικός” (γκρρ)… λυπάμαι, μα δε μπορώ να αγνοήσω εύκολα τον ήχο και την αληθινή heavymetalική αγνή διάθεση που μου προκαλεί η μπάντα με το τέταρτο άλμπουμ τους “Life’s Blood”!
Οι Αμερικανοί Widow “πετούν”, ανοίγοντας τα φτερά τους με τον ίδιο τρόπο που έκαναν πολλές μπάντες τη δεκαετία του 80-90, χωρίς όμως να αναμασούν ή να μιμούνται κανένα! Μάλιστα για να γίνω πιο σαφής μην αφήνοντας περιθώρια στις κακές και φαρμακερές γλώσσες να προλάβουν να μεταμορφωθούν σε φτυάρια, θα προσθέσω γενναία πως η μελωδικότητα της μπάντας με κάνει να τους ταυτίσω περισσότερο με Axel Rudi Pell ή πιο A.O.R συγκροτήματα, παρά με τους Crimson Glory ή τους Iron Maiden, βεβαίως περιτυλιγμένα με μια δόση από L.A Rock και Sleaze υφή!
Άρα μη βιαστείτε να τους κατηγορήσετε και με το δίκιο σας, ως ένα από τα πολλά μοδάτα true συγκροτήματα που έχουν εμφανιστεί τα τελευταία δέκα χρόνια.
Κομμάτια όπως τα “Another Fallen Angel”, “Judgement Day” και “Behind the Lines” (το οποίο μου έφερε στο νου μια απαλή χροιά από Manilla Road, Dio και Q5!), δε “παίζει” να μη σας αφήσουν τουλάχιστον ικανοποιημένους! Η φωνή του John Wooten ταιριάζει απόλυτα στο υλικό και μαζί με τις κιθάρες του Chris Bennet, κάνει τα δώδεκα κομμάτια του “Life’s Blood”, αρκετά ικανά ώστε να επενδύσετε σε αυτή τη κυκλοφορία άφοβα!
Μιχάλης Κανακουσάκης

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

ALFONZETTI: “Here Comes the Night”

AlfonzettiΟ σουηδός Alfonzetti είναι αρκετά γνωστός σε όσους ασχολούνται με μεράκι με το melodic hard rock. Το “Here Comes the Night” είναι μόλις το τρίτο σόλο άλμπουμ του μέσα σε μία δεκαετία σχεδόν αν και ο πολυτάλαντος ερμηνευτής και συνθέτης έχει προϋπηρεσία από τη δεκαετία του ‘80 με διάφορες μπάντες (Bam Bam Boys, Water Front, Jagged Edge, Skintrade, Boxer) ενώ έχει βοηθήσει αργότερα αρκετά και τους συμπατριώτες του, The Poodles.
H μελωδική αύρα του Alfonzetti σε συνδυασμό ότι διαθέτει την κατάλληλη φωνή για τον συγκεκριμένο ήχο αποτελούν τα καλύτερα υλικά ώστε να απολαύσουν οι οπαδοί του είδους ένα αξιόλογο και αισιόδοξο δίσκο. Το μεγάλο προσόν νομίζω στη φωνή του σουηδού καλλιτέχνη ότι έχει επιρροές από τραγουδιστές όπως ο Bon Jovi αλλά και τον Paul Rodgers (Free, Bad Company) οπότε οι blues αναφορές έχουν “ποτίσει” το “Here Comes the Night” όσο πρέπει για να γίνει ακόμα πιο αγαπητό. Οι aor στιγμές του άλμπουμ είναι αλλεπάλληλες και αναδεικνύονται χάρη στη σύγχρονη παραγωγή που διακατέχει όλο το δίσκο μιας στη παραγωγή και στα τύμπανα συναντάμε τον Daniel Flores ενώ συμμετέχουν και οι Marcus Jidell (Evergrey) και Emil Fredholm (Plankton). Χωρίς λοιπόν να σε ξετρελαίνει το “Here Comes the Night” είναι μία ικανοποιητική κυκλοφορία για εκείνους που λατρεύουν μελωδίες σε ύφος Bon Jovi, Foreigner και αναλόγων σχημάτων.
Φώτης Μελέτης

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

KORN: “The Path of Totality”

Korn-PathΔεν περίμενα ποτέ να φτάσω στο σημείο να παρακαλάω να διαλύσουν οι Korn, προκειμένου να σταματήσουν το διασυρμό τους. Το “Untitled” ήταν πολύ μέτριο, ενώ το “Remember Who You Are” από τα πιο αδιάφορα album που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2010. Κάπου εκεί λοιπόν, εύλογα, θεωρούσα πως έφτασε το τέλος για τους Korn.
Και να σου που φέτος επιλέγουν να κάνουν αυτό που ξέρουν καλύτερα: να πειραματιστούν με νέους ήχους! Στο “The Path of Totality” συνεργάζονται με διάφορους παραγωγούς που ειδικεύονται σε άλλο είδος μουσικής! Στο νέο δίσκο των Korn λοιπόν, θα ακούσεις κυρίως dubstep ρυθμούς που ουδεμία σχέση έχουν με τα όσα τους είχαμε συνηθίσει, ενώ ο συνδυασμός με τον Jonathan Davis, είναι εκρηκτικός. Το όλο αποτέλεσμα λειτουργεί ως ένα πρόσκαιρο φιλί ζωής, που ενδεχομένως να αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον τον απανταχού οπαδών της μπάντας. Τραγούδια όπως τα “Chaos Lives In Everything”, “My Wall”, “Narcissistic Cannibal”, “Burn the Obedient” και “Get Up” βλέπουν ξεκάθαρα μπροστά και σε αυτό βασίζεται το όλο εγχείρημα. Βέβαια, για να μην εθελοτυφλούμε (όντας fan), δεν πρόκειται για καμιά “δισκάρα”, αλλά κερδίζει πολλά credits ελέω της απουσίας των  παρελθοντολάγνων στοιχείων και της έντονης θέλησης για εξέλιξη. Όχι τίποτα άλλο, αλλά άπαξ και προσέφεραν πάλι κάτι τόσο αδιάφορο, όσο το προηγούμενο, τότε ας το έκλειναν το μαγαζί να ησυχάζαμε. Το πρώτο βήμα προς την ανανέωση έγινε και στέφθηκε με επιτυχία. Για να δούμε και τη συνέχεια όμως…
Στέφανος Στεφανόπουλος

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

NICKELBACK: “Here and Now”


NICKELBACK-HereAndNowΌλοι θυμούνται το μεγάλο “μπαμ” της μπάντας στις αρχές των 00s, που για σειρά ετών μονοπωλούσε τα chart, με τη μία επιτυχία να διαδέχεται την άλλη. Όλος αυτός ο χαμός όμως άρχισε να συρρικνώνεται, καθώς έχει πλέον μειωθεί το ενδιαφέρον του κοινού για τέτοιου τύπου μπάντες και το “Dark Horse” του 2008, παρότι είναι για το γράφοντα από τις καλύτερες δουλειές των Nickelback, δεν είχε ανάλογη προβολή όπως τα προηγούμενα album τους.
Το Here and Now αποτελεί την έβδομη επίσημη κυκλοφορία του σχήματος και έχει ως σκοπό να διατηρήσει τη θέση που έχει το group στην παγκόσμια σκηνή. Για να το κάνει αυτό  πατάει από τη μία στο γνωστό μοτίβο που έφερε τους Nickelback ως εδώ και από την άλλη, στη συνταγή του προαναφερθέντος “Dark Horse”. Το αποτέλεσμα είναι κάπως αναμενόμενο, αλλά δε νομίζω να περίμενε κανείς κάτι διαφορετικό από το συγκρότημα. Δύο- τρία εν δυνάμει single και από εκεί και πέρα δυνατές (easy listening) rock στιγμές. Ότι πρέπει δηλαδή για να διατηρηθεί το status τους και παράλληλα να ευχαριστήσουν τους οπαδούς τους. Άμα δεν είσαι fan όμως, το πιθανότερο να μη σε απασχολήσει το Here and Now, αν και υπάρχουν αρκετές καλές στιγμές στο δίσκο. Το μόνο σίγουρο πάντως είναι πως από πλευράς κιθάρας και groove, η μπάντα έχει εξελιχθεί και αυτό είναι προς τιμήν της, μιας και μιλάμε για ένα καθόλα εμπορικό σχήμα, που θα μπορούσε κάλλιστα να σταματήσει να προσπαθεί.
Στέφανος Στεφανόπουλος

Με απίστευτες συμμετοχές ολοκλήρωσαν οι Metallica τις εορταστικές συναυλίες τους

Με ένα απίστευτο setlist αλλά και τρομερούς καλεσμένους ολοκληρώθηκαν οι συναυλίες που έδωσαν οι Metallica στο Fillmore γιορτάζοντας τα 30 χρόνια πορείας τους. Η παρουσία του Dave Mustaine φυσικά έκλεψε την παράσταση όπως επίσης και συμμετοχή των αρχικών μελών του γκρουπ Ron McGovney(μπάσο) και Lloyd Grant(κιθάρα) ενώ για τις συμμετοχές των Ozzy Osbourne και  Geezer Butler, Jason Newsted τα λόγια είναι περιττά. 
Στο εν λόγω live οι Metallica έπαιξαν άλλο ένα ακυκλοφόρητο κομμάτι από το "Death Magnetic"( Rebel Of Babylon).

01. Orion
02. Through the Never
03. Ride the Lightning
04. The God That Failed
05. Welcome Home (Sanitarium)
06. Rebel Of Babylon (ακυκλοφόρητο κομμάτι από το "Death Magnetic)
07. Blackened (με μέλη του fan-club Dennis, Annette Diaz)
08. Dirty Window (Bob Rock)
09. Frantic (Bob Rock)
10. Sabbra Cadabra (BLACK SABBATH, Geezer Butler)
11. Iron Man (BLACK SABBATH, Ozzy Osbourne, Geezer Butler)
12. Paranoid (BLACK SABBATH, Ozzy Osbourne, Geezer Butler)
13. King Nothing (Jason Newsted)
14. Whiplash (Jason Newsted)
15. Motorbreath (Hugh Tanner)
16. Phantom Lord (Dave Mustaine)
17. Jump In The Fire ( Dave Mustaine)
18. Metal Militia ( Dave Mustaine)
19. Hit The Lights (με τους Lloyd Grant, Dave Mustaine, Ron McGovney)
20. Seek and Destroy ( Jason Newsted, Dave Mustaine, Lloyd Grant, Ron McGovney, Hugh Tanner, Mark Osegueda και THE SOUL REBELS).

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

MYSTIC PROPHECY: “Ravenlord”


MYSTIC-PROPHECYΈβδομη δουλειά των Γερμανών, οι οποίοι με τους δυο “δικούς μας” Έλληνες μαχητές στις τάξεις τους, δημιούργησαν το “Ravenlord”, ένα πολύ δυνατό power metal δίσκο, ίσως από τους δυνατότερους που έχω ακούσει τελευταία, αν και ως ακροατής έχω ένα παράπονο, το οποίο θα αναφέρω παρακάτω.
Αν και η δουλειά αυτή λοιπόν, είναι τίμια και τα 11 κομμάτια είναι δυνατά φλερτάροντας ακόμη και με πιο A.O.R καταστάσεις (άκου “Eyes of the Devil”), δεν έχουν, ή τουλάχιστον εγώ δε βρήκα κανένα σημείο, ρεφρέν ή μελωδία που να είναι “πιασάρικη” και αυτό σε ένα κοινό θνητό όπως εγώ, αντιστοιχεί με τον όλεθρο, κάνοντας με να μη βρίσκω από πού να πιαστώ!
Επιπλέον αν και η φωνή του Λιαπάκη ανήκει στις καλύτερες του χώρου, την οποία επίσης έχει δουλέψει αρκετά, δεν βρίσκεις ούτε εκεί τη χροιά ώστε να την ταυτοποιήσεις με το συγκρότημα ή με το πρόσωπο του!
Το παράπονο μου λοιπόν είναι πως.. αρκετά πια με τη μουσική Ι.Ι.Ε.Κ!! Ενώ έχω στα χέρια μου ένα δυνατό δίσκο, δε βρήκα πουθενά καμία καινοτομία, ούτε η διασκευή στο “Miracle Man” του Ozzy έκανε κάποια ιδιαίτερη διαφορά ή αίσθηση. Ίσως να φταίει ότι η παραγωγή έγινε από τον γνωστό παραγωγό Nordstrom (Arch Enemy, Exhumation κ.α.), ίσως γιατί το επίπεδο και ο συναγωνισμός έχει ανέβει προ πολλού, ίσως γιατί κι εμείς ως ακροατές ζητάμε πολλά.
Συμπερασματικά λοιπόν καταλήγω πως δεν είναι ο δίσκος που θα τον προσπεράσεις έτσι απλά, μα δε θα σταθείς κι όλας για πολύ σε αυτόν, αν και κομμάτια όπως το ομώνυμο “Ravenlord” (άραγε γιατί το έβαλαν πρώτο στο Tracklist..;;!! Άλλη μια κακή επιλογή!), είναι πολύ καλά σε γενικές γραμμές!
Καλή προσπάθεια από τους Mystic Prophecy, αλλά τολμώ να πω παράλληλα και εις ανώτερα, μιας και το έχετε παίδες!
Μιχάλης Κανακουσάκης

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

NIGHTWISH: “Imaginaerum”


Nightwish-ImaginaerumΕίναι φορές που δεν αρκεί απλώς ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο για να ταράξεις τα νερά. Πέρα από την “ιδέα” χρειάζεσαι και τις συνθέσεις οι οποίες θα την υποστηρίξουν και θα αποτελέσουν τη μετουσίωση του μουσικού οράματός σου. Δυστυχώς, στο “Imaginaerum”, οι Nightwish δεν ανταπεξήλθαν στο δύσκολο στόχο που οι ίδιοι έθεσαν.
Δεν ανήκω σε αυτούς που αναπολούν την Tarja, καθώς τα συνεχή οπερατικά φωνητικά και το αδυσώπητο “λα λα λα” με κουράζει εύκολα. Βέβαια, αυτό δε σημαίνει πως απορρίπτω δισκάρες όπως τα “Oceanborn” και “Once”, τα οποία ακούω συχνά πυκνά. Γενικά τη συμπαθώ την Anette και το “Dark Passion Play”, είτε κάποιοι το παραδέχονται, είτε όχι, ήταν μια εξαιρετική κυκλοφορία από κάθε άποψη. Θέλοντας λοιπόν ο Tuomas Holopainen και η παρέα του, να ανεβάσει ακόμη περισσότερο τον πήχη, αποφάσισαν να δώσουν μια διαφορετική χροιά στο νέο τους πόνημα. Έτσι λοιπόν, πέρα από την άριστη παραγωγή και τις μαγικές ενορχηστρώσεις, το “Imaginaerum” φέρει έναν αέρα θεατρικού έργου. Ή τέλος πάντων, στο περίπου… Γιατί ενώ το όλο στήσιμο είναι σωστό, η απόδοση χωλαίνει!
Το “Imaginaerum” είναι ένα album γεμάτο μέτρια κομμάτια, σε συσκευασία πολυτελούς soundtrack. Σαν να έχεις ένα πανάκριβο ολοκαίνουριο αμάξι, με είκοσι χρόνων μηχανή και μικρή ιπποδύναμη. Ότι θα σε πάει στον προορισμό σου είναι βέβαιο, αλλά θα σου βγάλει την ψυχή, ενώ σίγουρα δεν είναι αυτό που περίμενες όταν το αποκτούσες. Τα μόνα ίσως τραγούδια που αξίζουν είναι τα Storytime, Ghost River, Scaretale, Last Ride of the Day και “Song of Myself” (αν και το συγκεκριμένο θα έπρεπε να είναι μικρότερο σε διάρκεια). Τα υπόλοιπα δεν είναι άσχημα, αλλά αδιάφορα. Οι μπαλάντες δε, του δίσκου, όχι μόνο δε με συνεπήραν, αλλά με έκαναν να αδημονώ για το επόμενο κομμάτι… Γενικά μια πομπώδης προσέγγιση καθόλη τη διάρκεια του cd, που δεν ανταποκρίνεται στο ποιόν των συνθέσεων. Δόθηκε προφανώς μεγαλύτερο βάρος στο περιτύλιγμα (παραγωγή, ατμόσφαιρα, ενορχήστρωση) παρά στην ουσία (μουσική).
Οκ, η ιδέα δεν τους πέτυχε… Αυτό φυσικά δε σημαίνει κάτι, μιας και στο είδος τους εξακολουθούν να αποτελούν μια από τις ποιοτικότερες μπάντες και όλοι κάποτε στραβοπατούν. Προσωπικά δεν κατατάσσω το “Imaginaerum” μαζί με τα χειρότερα της χρονιάς, παρότι περίμενα κάτι πολύ καλύτερο. Το θεωρώ ως μια κακή απόδοση μιας εξαιρετικής ιδέας, η οποία μπορεί να εξελιχθεί στο μέλλον και να πάει το σχήμα σε άλλα μονοπάτια. Γιατί, ωραία τα πληκτράκια και τα υψίφωνα φωνητικά, αλλά καμιά φορά χρειάζεται και κάποια διαφοροποίηση από τα τετριμμένα, έστω και εάν δε σου φτουρήσει την πρώτη φορά…
Στέφανος Στεφανόπουλος

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

ΥΕS: "90125"


YES-90125Το ενδέκατο και πιο εμπορικό άλμπουμ των θρυλικών ΥΕS έχει αρκετό παρασκήνιο πριν κυκλοφορήσει στην αγορά. Είχε προηγηθεί το 1980, η κυκλοφορία του άλμπουμ “Drama” (πολλοί υποστηρίζουν ότι ήταν όντως ένα δράμα…) που έπειτα οδήγησε για αρκετό χρονικό διάστημα στο “πάγωμα” της μπάντας.
Το συγκρότημα είχε σκορπίσει αφού στο “Drama” δεν συμμετείχαν οι Jon Anderson και Rick Wakeman ενώ οι υπόλοιποι Alan White (drums) και  Chris Squire (μπάσο) έφτιαχναν τους Cinema και ο Steve Howe ήδη έκανε επιτυχία με τους Asia. H παρουσία του Νοτιοαφρικανού κιθαρίστα, Trevor Rabin στην επανασύσταση των Yes και της δημιουργίας του “90125” είναι καταλυτική αφού είχε συμπράξει και αυτός με τους Cinema αν και παραλίγο να καταλήξει στους Asia. O Rabin λοιπόν είχε κυκλοφορήσει μερικά καλά σόλο άλμπουμ κάτι που είχε τσεκάρει ο μπασίστας των Yes, Chris Squire μαζί με τον ντράμερ Alan White και δούλευαν εκείνο το διάστημα με το όνομα ΧΥΖ (καμία σχέση με τους αμερικανούς hard rockers) και στη συνέχεια μετεξελίχθηκαν στους Cinema με σκοπό να κυκλοφορήσουν το 1983 το πρώτους τους δίσκο. Στη πορεία όμως συναντήθηκαν οι δρόμοι τους ξανά με τον πληκτρά Tony Kaye και τον τραγουδιστή Jon Anderson, οι οποίοι δήλωσαν ενθουσιασμένοι από τον υλικό των Cinema και συμφώνησαν να συμμετάσχουν στο άλμπουμ που συνθετικά αποτελείται κυρίως από ιδέες του Trevor Rabin. Παρότι ο T. Kaye ήταν έτοιμος να ενεργοποιηθεί δεν ήθελε τον T.Horn να συμμετέχει  λόγω πικρής προηγούμενης εμπειρίας και χρησιμοποιήθηκε ο Eddie Jobson (UK, Roxy Music, Jethro Tull) στα πλήκτρα που σημειωτέον είναι και στην αρχική έκδοση του video clip, “Owner of a Lonely Heart”. Όμως στη συνέχεια τα βρήκε η μπάντα με τον Kaye (λόγω νομικού κολλήματος για το όνομα) και ο E.Jobson αρνήθηκε να μοιράζεται τα keyboards μαζί του και αποχώρησε οριστικά. Έτσι λοιπόν αφού στην ουσία οι Cinema ήταν τα 4/5 των YES, αποφάσισαν να μην κυκλοφορήσουν το “90125” με το νέο τους όνομα αλλά με το θρυλικό όνομα που τους έκανε τεράστιους στην classic & progressive rock κοινότητα. Την παραγωγή αναλαμβάνει ο τρομερός Trevor Horn, που βοηθάει και στα δεύτερα φωνητικά ενώ ο τίτλος “90125” προκύπτει από τον αριθμητικό κατάλογο της ATCO Records αφού αυτό ήταν το νούμερο που τους έδωσε η εταιρία τους για την κυκλοφορία του άλμπουμ.
Τώρα για να έρθουμε στα τραγούδια του δίσκου εκείνο που χαρακτηρίζει το “90125” που κυκλοφόρησε το  Νοέμβριο του 1983, είναι σίγουρα η τεράστια επιτυχία που έκανε το “Owner of a Lonely Heart” σε σημείο να σκαρφαλώσει στην κορυφή του Billboard. Σε αυτό βοήθησε τόσο το παρανοϊκό και συμβολικό video clip αλλά και ο εκπληκτικός κιθαριστικός ρυθμός με την εισαγωγή να παραμένει κλασσική ακόμη και σήμερα. Το “Hold On” που ακολουθεί είναι ένα από τα καλύτερα κομμάτια του άλμπουμ με την κιθάρα του Rabin να δένει τέλεια με την υπέροχη φωνή του J.Anderson και το ρεφρέν να σε απογειώνει κυριολεκτικά. Το “It Can Happen” περιέχει μία μελαγχολική μελωδία που στη συνέχεια εξελίσσεται σε ένα μοναδικό ρεσιτάλ ουράνιας ερμηνείας του Anderson. Στη συνέχεια συναντάμε το κορυφαίο τραγούδι του δίσκου το φοβερό “Changes” όπου παντρεύεται σε απίστευτο βαθμό το progressive και το aor με τις εναλλαγές να είναι αλλεπάλληλες και γοητευτικές. H εισαγωγή του συγκεκριμένου κομματιού είναι εκπληκτική με τα keyboards να κυριαρχούν και στη συνέχεια να διεισδύουν οι κιθαριστικοί ρυθμοί του Rabin όπου ισορροπούν τους ενορχηστρωτικούς ακροβατισμούς ενώ όταν μπαίνει η πανέμορφη φωνή του Νοτιοαφρικανού δημιουργού, το κομμάτι γίνεται θεϊκό και στη συνέχεια έρχεται το ρεφρέν όπου γίνεται ένας art-melodic οργασμός με την φωνή του Anderson να “επεμβαίνει” μοναδικά που σε “στέλνει” στον αιώνιο ροκ παράδεισο! ‘Έπειτα ακολουθεί το “ταχύτατο” ορχηστρικό “Cinema” που παραπέμπει έντονα σε παλιότερες δουλειές του συγκροτήματος ενώ το “Leave It” επαναλαμβάνει ξανά το εμπνευσμένο παιχνίδι Rabin & Anderson στα φωνητικά (επιρροές και από Beach Boys) με λιγότερη κιθάρα και περισσότερα πλήκτρα και το οποίο πήγε αρκετά καλά στα chart αφού έφτασε μέχρι το Νο 24. Το “Our Song” είναι ένα δυνατό aor κομμάτι με τα keyboards να “σκοτώνουν” και τις μικρές  του μεταμορφώσεις να είναι συναρπαστικές και φυσικά το reffrain να αποτελεί ένα “χαμένο ύμνο”.  Τα “City of Love” και “Hearts” που κλείνουν το άλμπουμ είναι δύο τρομερά κομμάτια με το πρώτο να σε μαγνητίζει με τις μελωδικές του γραμμές και το δεύτερο να δίνει ένα γλυκό και λυρικό τόνο. To “90125” όταν κυκλοφόρησε λοιδορήθηκε από τους τότε ειδήμονες (μάλιστα ένας από αυτούς πρωταγωνιστεί ακόμη και σήμερα σε πετυχημένη τηλεοπτική νεανική εκπομπή). Όμως αποτελεί μία σημαντική στιγμή των βασιλιάδων του art-rock που κατάφεραν με περισσή δεξιοτεχνία να δείξουν πως παίζεται το melodic-prog rock και στην πιο εμπορική του εκδοχή .  Καταπληκτικό άλμπουμ, άψογη παραγωγή και με τραγούδια όπως τα “Owner of a Lonely Heart” και “Changes” να μας σημαδεύουν παντοτινά. Ευλογημένος δίσκος…
TRACKLIST
“Owner of a Lonely Heart"                     
"Hold On"     
"It Can Happen"      
"Changes"     
"Cinema"      
"Leave It"     
"Our Song"  
"City of Love
“Hearts"
ΜΕΛΗ
Jon Anderson (φωνητικά)
Tony Kaye (κήμπορντς)
Trevor Rabin (κιθάρα, φωνητικά)
Chris Squire (μπάσο)
Alan White (drums)
Φώτης Μελέτης

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

SONATA ARCTICA: “Live in Finland”


sonata-arctica-live-finlandΠοτέ δε κατάλαβα το λόγο ύπαρξης ενός Live cd και για να πω την αλήθεια, προσωπικά πάντα στράβωνα με τη τύχη που είχαν οι εκατοντάδες ή και χιλιάδες παρευρισκόμενοι στο live που.. θα σκότωνα ώστε να ήμουν παρών!
Επίσης τα κομμάτια δεν ήταν ποτέ τόσο “ok”, όσο σε ένα στουντιακό cd, κάτι που από τη μια με χαλούσε και από την άλλη μου υπενθύμιζε την απουσία μου, κάνοντας με να πρασινίζω και να μεγαλώνω επικίνδυνα! Και όχι.. δεν εξαιρούσα ούτε τα Live dvd, εκτός και αν η τηλεόραση δεν είχε καμιά ταινιούλα αξιόλογη ή στις πρόσφατες μέρες μας, να μη βρισκόμουν να αναθεματίζω τους 29 κατασκευαστές του “Lost”, για τη μπαρούφα τέλος που μας έδωσαν κι έτσι να με ανάγκαζαν να δω ώστε να ξεσπάσω για 566 φορά το “Μπράφ”, του συντρόφου και συμπολεμιστή Mikeus στο youtube!
Εντάξει παραδέχομαι ότι υπάρχουν Live dvd που λειτουργούν ως κράχτες και σε κάνουν να θέλεις να είσαι οπωσδήποτε στην επόμενη συναυλία που θα δώσει το Χ συγκρότημα, μα πείτε μου.. θα βάζατε ποτέ να ακούσετε ένα κομμάτι σε ζωντανή εκτέλεση και αν ναι, πόσες φορές;
Παραδέχομαι πως με τα κατάλληλα μέσα του σήμερα (L.C.D τηλεόραση 52 ιντσών, surround 5.1 ηχεία, Blu-Ray dvd, πολυθρόνα μασάζ/ηλεκτροσόκ, φουσκωτή κούκλα κ.α), βρίσκεσαι σε μια κατάσταση ας την ονομάσουμε, “in the concert”, το ζεις με λίγα λόγια και αυτό είναι κάτι που οπτικοακουστικά οι Φιλανδοί power metallers Sonata Arctica το πέτυχαν..!
Ή τέλος πάντων το ακουστικό μέρος με τα 22 τραγούδια (συν την εισαγωγή), αφού τα dvd 2 στον αριθμό, είτε σε απλή έκδοση είτε σε blu-ray, δεν ήρθαν ποτέ στα χέρια μας, οπότε περιορίζομαι στο ακουστικό μέρος της όλης δουλειάς! Στο μεν πρώτο dvd θα βρείτε 19 κομμάτια και στο δεύτερο αρκετά extra features και tour documentaries που πιστεύω να ικανοποιήσουν οποιοδήποτε οπαδό της μπάντας!
Συμπερασματικά και καταλήγοντας, θα πω ότι το απόσταγμα των 370 λεπτών μουσικής, μόνο αδιάφορους δε σας αφήσει, αν και επιμένω ότι προτιμώ να βρίσκομαι παρών σε ένα live και να χρησιμοποιώ το live cd/dvd, ως ένα extra και ως ένα συμπλήρωμα στη δισκογραφία του εκάστοτε αγαπημένου μου συγκροτήματος!
Μιχάλης Κανακουσάκης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...