Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Amorphis...“The Beginning of Time”

AmorphisΟι Amorphis δημιουργήθηκαν το 1990 από τους Jan Rechberger (τύμπανα), Tomi Koivusaari (κιθάρα και φωνητικά), και Esa Holopainen (κιθάρα). Μετά την προσθήκη του Olli-Pekka Laine (μπάσο) ηχογράφησαν το πρώτο τους demo “Disment Of Soul” το 1991 με παραγωγό τον Timo Tolkki των Stratovarius. Το demo αυτό κινούνταν σε death metal ήχους.
Το 1993 είδε τους Amorphis να κυκλοφορούν τις δυο επόμενες δουλειές τους, τον παρθενικό τους δίσκο “The Karelliann Isthmus” και το EP “Privilege Of Evil”. Και οι δυο αυτές κυκλοφορίες δεν ξεφεύγουν από τα όρια του death metal. Οι εκπλήξεις θα ξεκινούσαν από την επόμενη χρονιά.
Το 1994 η μπάντα κυκλοφόρησε τη δεύτερη ολοκληρωμένη της δουλειά, με τίτλο “Tales From The Thousand Lakes”. Εδώ φαίνεται για πρώτη φορά η διάθεση της μπάντας για πειραματισμούς, διάθεση η οποία μέχρι και σήμερα δεν τους έχει εγκαταλείψει.
amorphis
Στιχουργικά ο δίσκος είναι concept και βασίζεται στο φινλανδικό εθνικό ποίημα “Kalevala”. Μουσικά η μπάντα κάνει ένα βήμα προς τα εμπρός, καθώς πέρα από τα αναμενόμενα death metal στοιχεία υπάρχουν καθαρά φωνητικά, ενώ έχουν προστεθεί και επιρροές από άλλα είδη μουσικής, όπως folk, progressive ακόμα και στοιχεία από ηλεκτρονική μουσική (ακούστε για παράδειγμα το “Magic And Mayhem”). Τα πλήκτρα σε αυτόν τον δίσκο είχε αναλάβει ο Kasper Mårtenson.
Όλες αυτές οι αλλαγές έφεραν στους Amorphis πολλούς νέους οπαδούς, που ζητούσαν κάτι διαφορετικό και το οποίο το βρήκαν στη μουσική του συγκροτήματος. Η επιτυχία που γνώρισε ο δίσκος, ανάγκασε το συγκρότημα να περιοδεύσει εκτεταμένα για την προώθηση του. amorphis
Την επόμενη χρονιά (1995) η μπάντα κυκλοφορεί ένα EP με τίτλο “Black Winter Day”, το οποίο περιλαμβάνει κομμάτια που δε μπήκαν στο δίσκο.
Το “Tales From The Thousand Lakes” έχει κυκλοφορήσει και σε μια έκδοση, η οποία εκτός από το EP “Black Winter Day”, περιέχει και τη διασκευή στο Light My Fire” των Doors που είχε ηχογραφηθεί για ένα tribute album.
Μη θέλοντας να μείνει στάσιμο, το συγκρότημα αποφάσισε στον επόμενο δίσκο του να δώσει ακόμα μεγαλύτερο ρόλο στα καθαρά φωνητικά. Για το λόγο αυτό προσελήφθη ο Pasi Koskinen ως δεύτερος τραγουδιστής.
Η προσθήκη του Pasi Koskinen δεν ήταν η μόνη αλλαγή στη σύνθεση της μπάντας, καθώς  τη θέση του Jan Rechberger πίσω από τα τύμπανα πήρε ο Pekka Kasari.
Με αρκετά ανανεωμένη σύνθεση λοιπόν το συγκρότημα κυκλοφορεί το 1996 την τρίτη του δισκογραφική δουλειά, με τίτλο “Elegy”. Ο τίτλος που επέλεξαν για το δίσκο μόνο τυχαίος δεν είναι. Το συγκρότημα απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από τον ήχο των προηγούμενων δουλειών του, προσθέτοντας ακόμα πιο πολλά μελωδικά στοιχεία στη μουσική τους.
amorphis
Και αυτή τη φορά οι στίχοι του δίσκου είναι επηρεασμένοι  από τη φινλανδική μυθολογία, και πιο συγκεκριμένα από μια συλλογή ποιημάτων με τίτλο “Kanteletar”.
Το ΕP “My Kantele”, μόνο ως συνέχεια του “Elegy” μπορεί να χαρακτηριστεί καθώς κυκλοφορεί ένα χρόνο μετά 1997 και περιέχει το κομμάτι “My Kantele” η αρχική μορφή του οποίου βρίσκεται στο “Elegy”, σε ακουστική έκδοση. Οι εκπλήξεις όμως δε σταματούν εδώ. Ως ένδειξη της ανοιχτομυαλιάς που διακρίνει τα μέλη του συγκροτήματος, στο EP περιέχονται και δυο διασκευές σε Hawkwind και Κingston Wall (φινλανδικό ψυχεδελικό συγκρότημα).
Το 1999 οι Amorphis κυκλοφορούν την επόμενη τους δουλειά με τίτλο “Tuonela”. Πρόκειται για τον μέχρι τότε πιο ώριμο δίσκο τους, στον οποίο γίνεται χρήση και νέων οργάνων, όπως σιτάρ, φλογέρα και σαξόφωνο. Η χρήση αυτών των οργάνων και το γεγονός ότι τα death φωνητικά έχουν σχεδόν εξολοκλήρου εξαφανιστεί προσδίδουν μια αίσθηση μελαγχολίας, η οποία κορυφώνεται στο τελευταίο κομμάτι του δίσκου “Summer’s End”.
Επίσης για πρώτη φορά οι στίχοι των Amorphis δε βασίστηκαν σε κάποιο ποίημα όπως μας είχαν συνηθίσει μέχρι τότε. Επειδή αλλαγές στη σύνθεση δε θα μπορούσαν να μη γίνουν, στο συγκρότημα προστέθηκε και ο πληκτράς Santeri Kallio ως μόνιμο μέλος.
amorphis
Το 2000, για να γιορτάσουν την πρώτη τους δεκαετία, κυκλοφόρησε μια συλλογή με τον τίτλο “Story” η οποία δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους οπαδούς του συγκροτήματος καθώς περιέχει κομμάτια από τους προηγούμενους δίσκους τους, χωρίς να έχει κάτι που θα την κάνει ελκυστική (πχ κάποιο ακυκλοφόρητο κομμάτι).
Τη χρονιά αυτή αποχώρησε από το συγκρότημα ο μπασίστας Oppu Laine, ο οποίος ήταν από τα ιδρυτικά μέλη των Amorphis. Ο αντικαταστάτης του ήταν ο Niclas Etelävuori, ο οποίος έπαιζε στο ίδιο συγκρότημα με τον Santeri Kallio, τους Kyyria.
“Am Universum” αποφάσισαν να ονομάσουν οι Amorphis τη δουλειά που κυκλοφόρησαν το 2001. Ο δίσκος αυτός δεν παρουσιάζει κάτι εντελώς νέο στη μουσική τους (όπως συνέβαινε με τις προηγούμενες δουλειές τους), αλλά πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα τους πειραματισμούς που επιχειρήθηκαν στο “Tuonela”.
Έτσι δόθηκε περισσότερος χώρος στη χρήση του σαξοφώνου και των πλήκτρων, κρατώντας παράλληλα τα μελαγχολικά στοιχεία του προηγούμενου δίσκου.
Το 2002 η μπάντα διασκεύασε το κομμάτι “Kuusamo” (πρόκειται για ένα φινλανδικό pop κομμάτι της δεκαετίας του ’70) για τις ανάγκες του soundtrack της ταινίας “Menolippu Mombasaan”.
amorphis
Το 2003 κυκλοφορεί ακόμα μια συλλογή για τους Amorphis. Η συλλογή λέγεται “Chapters”. Τα θετικά στοιχεία της συλλογής είναι ότι περιέχει δυο κομμάτια που βρίσκονταν ως b-sides σε singles και ένα DVD με όλα τα μέχρι τότε videos της μπάντας, δηλαδή ότι έλειπε από την προηγούμενη συλλογή.
Η επόμενη δουλειά (που κυκλοφόρησε και αυτή το 2003) τους φέρει τον τίτλο “Far From The Sun” και είναι, ίσως, η πιο αδύναμη κυκλοφορία τους μέχρι σήμερα. Ενώ περιέχει πολύ καλά κομμάτια, δίνει, σε σημεία, την αίσθηση ότι κάτι λείπει. Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι το συγκρότημα αποφάσισε να αναλάβει το ίδιο και την παραγωγή του δίσκου, με όχι ιδιαίτερα ικανοποιητικά αποτελέσματα.
Ο δίσκος αυτός ήταν και ο τελευταίος για τον τραγουδιστή Pasi Koskinen, καθώς αποφάσισε να αφοσιωθεί στα άλλα project που συμμετείχε (Ajattara, Shape Of Despair, Mannhai κλπ). Ο αντικαταστάτης βρέθηκε στο πρόσωπο του Tomi Joutsen, ο οποίος έπαιζε (και συνεχίζει να παίζει) σε ένα συγκρότημα με το όνομα Sinisthra. Οι οπαδοί των Amorphis ας ακούσουν το δίσκο που κυκλοφόρησαν το 2005 ονόματι “Last Of The Stories Of Long Past Glories”.
Όμως αυτή δεν ήταν η μόνη αλλαγή στη σύνθεση. Ο drummer Pekka Kasari αποχωρεί και στη θέση του έρχεται ο αρχικός drummer των Amorphis, και ιδρυτικό μέλος, Jan Rechberger.
Το 2007 το συγκρότημα μπήκε στο studio με το νέο του τραγουδιστή και το αποτέλεσμα ήταν το “Eclipse”. Ένας δίσκος στον οποίο οι αναφορές στο παρελθόν της μπάντας δεν περιορίζονται μόνο στη χρήση του “Kalevala” για τους στίχους τους αλλά και στο μουσικό ύφος στο οποίο επέλεξαν να κινηθούν.
amorphisΟ δίσκος είναι εμφανώς πιο heavy και πιο κιθαριστικός από τον προκάτοχο του ενώ για πρώτη φορά ύστερα από 8 χρόνια (δηλαδή από τότε που κυκλοφόρησε του “Tuonela”) γίνεται χρήση και brutal φωνητικών. Το γεγονός αυτό οφείλεται στη δυνατότητα του Joutsen να τραγουδάει εξίσου καλά όταν χρησιμοποιεί μελωδικά αλλά και πιο σκληρά φωνητικά.
Η όγδοη προσπάθεια των Amorphis τιτλοφορείται “Silent Waters” και κυκλοφόρησε το 2007. Οι στίχοι είναι ακόμη μια φορά επηρεασμένοι από τη φινλανδική μυθολογία. Μουσικά ο δίσκος δεν απέχει αρκετά από το “Eclipse”, αλλά παρόλα αυτά καταφέρνει να έχει μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα.
Το 2008 επανακυκλοφόρησε το “Far From The Sun” με την προσθήκη 5 κομματιών, κάποια από τα οποία αποτελούσαν τα b-sides των singles που είχαν βγει για αυτόν το δίσκο.
Ο ένατος, δίσκος των Amorphis, με τίτλο “Skyforger”, κυκλοφόρησε το 2009 και είναι πλέον δεδομένο πως μέσω του Tomi Joutsen το group ανανεώθηκε πλήρως. Το album έτυχε μεγάλης αναγνώρισης και μέχρι στιγμής θεωρείται ως το πιο πετυχημένο με τη νέα σύνθεση.
Ένα μόλις χρόνο μετά, βγήκε στην αγορά το πρώτο DVD του συγκροτήματος, ονόματι “Forging the Land of Thousand Lakes” και μαγνητοσκοπήθηκε στις 20 Νοεμβρίου στο Club Teatria στο Oulu. Έτσι οι Amorphis γιόρτασαν 20 χρόνια πετυχημένης πορείας.
Λίγους μήνες μετά, βγήκε στην αγορά το “Magic & Mayhem”, μια συλλογή από κομμάτια παρμένα από τους τρεις πρώτους δίσκους της μπάντας σε νέες εκτελέσεις με τον Tomi πίσω από το μικρόφωνο. Σίγουρα ενδιαφέρουσα κίνηση για τους οπαδούς, αλλά ο ουσιαστικός ρόλος της κυκλοφορίας ήταν το να παραμείνει στο προσκήνιο το σχήμα.
amorphis
Το 2011 οι Amorphis έδειξαν για πολλοστή φορά πως μπορεί η ποιότητα να έχει διάρκεια. Το “The Beginning of Time” είναι πιο μουντό σε σχέση με το “Skyforger” και συνάμα μια από τις πιο ώριμες δουλειές του group.
Είναι αρκετές οι φορές που το εν λόγω σχήμα, έχει επισκεφτεί τη χώρα μας και κάθε φορά είναι μαγική. Στις 12 και 13 Νοεμβρίου οι Amorphis θα εμφανιστούν ζωντανά σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, αντίστοιχα, για να μας ταξιδέψουν ξανά στους μύθους από το έπος της “Kalevala”. Χάνονται αυτά;
Η τωρινή σύνθεση των Amorphis είναι:
Tomi Joutsen – φωνητικά
Esa Holopainen – κιθάρα
Tomi Koivusaari – κιθάρα
Niclas Etelävuori – μπάσο
Santeri Kallio – πλήκτρα
Jan Rechberger – τύμπανα
Δισκογραφία
The Karelian Isthmus (1992)
Tales from the Thousand Lakes (1994)
Elegy (1996)
Tuonela (1999)
Am Universum (2001)
Far from the Sun (2003)
Eclipse (2006)
Silent Waters (2007)
Skyforger (2009)
The Beginning of Time (2011)
Δημήτρης Καρβούνης
Revised by Στέφανος Στεφανόπουλος

CLOSE QUARTERS: "We Believe In Rock ‘N’ Roll"

CLOSE_QUARTERS DeeperΟι Close Quarters είναι μια μπάντα που βασίζει τον ήχο της στο παλιό κλασσικό rock αλλά και στο rock ‘n roll. Αυτό άλλωστε το μαρτυράει ο τίτλος του άλμπουμ “We Believe In Rock ‘N’ Roll” και από ότι φαίνεται όντως πιστεύουν σε αυτό, γιατί το έχουν.
Αν ήμασταν στη δεκαετία του ‘80 ίσως να μην δίναμε τόσο πολύ σημασία σε αυτή το συγκρότημα διότι τότε μεσουρανούσαν άλλα και άλλα γκρουπ. Σήμερα όμως που δεν βγαίνουν εύκολα τέτοιου είδους σχήματα στρέφεται πιο εύκολα η προσοχή μας σε αυτούς και σε όσους ψάχνουν την αναγέννηση του παλιού και ωραίου ήχου. Πρώτος δίσκος για τους Close Quarters και τα δείγματα είναι πολύ καλά και θετικότατα. Η παραγωγή του είναι προσαρμοσμένη στα σύγχρονα δεδομένα διατηρώντας την αίγλη του παλιού ήχου. Οι συνθέσεις είναι πάρα πολύ καλές και δουλεμένες, έξυπνες με όμορφα σόλο και μια γοητεία που σε ταξιδεύει πίσω στο χωροχρόνο. Το γεγονός ότι πριν κάνουν το ντεμπούτο τους έχοντας μόνο ένα ντέμο στα χέρια και δίνοντας 100 συναυλίες, προδίδει και το δέσιμό τους σαν μπάντα. Σαν πρώτη άποψη με αφήνουν με τις καλύτερες εντυπώσεις μιας και τα τραγούδια του ακούγονται όλα το ίδιο ευχάριστα και κατ’ επανάληψη χωρίς να σε κουράζουν οι να γίνονται βαρετοί. Αγνό rock ‘n roll φίλοι μου και όσοι πιστοί στον ήχο αυτόν, θα γουστάρετε σίγουρα.
Γιώργος Βαλιμίτης

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

VAN HALEN: “1984”

VAN_HALEN_1984Το “1984”, το έκτο κατά σειρά studio album των Van Halen, απο­τε­λεί αναμ­φί­βο­λα μια από τις πιο αξιόλογες δουλειές τους, αλλά και το μεγάλο highlight στην καριέρα τους, αφού με την pop κατεύθυνση που έδωσαν στην σκλη­ρή μουσική τους, πραγματοποίησαν το μεγάλο βήμα στην κατάκτηση και του mainstream κοινού, εκτινασσόμενοι σε επίπεδο rock ειδώλων παγκοσμίου βε­λη­νε­κούς, κάτι που ομολογουμένως λίγα ροκ σχήματα είχαν καταφέρει ως τότε.
Το “1984” αποτελεί ένα ιδιαίτερο album, αφενός μεν επειδή είναι το τελευταίο album της μπάντας με τον David Lee Roth στα φωνητικά, αφετέρου δε επειδή είναι η πρώτη φορά που η μπάντα εισάγει έντονα το στοιχείο των πλήκτρων στον ήχο της, κάτι που αποτελεί και γενικότερη καινοτομία αφού για πρώτη -ίσως- φορά χρησιμοποιείται synthesizer σε τόσο μεγάλο βαθμό σε metal δίσκο.
Πολλοί θα συμφωνήσουν ότι το “1984”, σε ένα σημαντικό βαθμό, έθεσε τις βάσεις αυτού που λέμε '80s pop-metal. Ο δεινός κιθαρίστας Eddie Van Halen, όντας επίσης πιανίστας κλασσικής εκπαίδευσης, εκδιπλώνει με μαεστρία και το δεύτερο ταλέντο του στο "1984", οδηγώντας τη μπάντα σε πιο μελωδικά λημέρια.
Ο δίσκος ανοίγει με το ομώνυμο “1984”, ένα μονόλεπτο instrumental κομμάτι, γεμάτο synthesizer και εφέ, κάτι που απλά προϊδεάζει τον ακροατή για το τι πρόκειται να ακολουθήσει.
Από τον συγκεκριμένο δίσκο προέκυψαν 4 επιτυχημένα single: το “Jump”, το “I'll Wait”, το “Panama” και το “Hot for Teacher”.
Το “Jump”, ένα από τα πιο επιτυχημένα κομμάτια του album, συγκαταλέχθηκε ανάμεσα στα 10 πιο πολυπαιγμένα τραγούδια στο ραδιόφωνο εκείνη τη χρονιά, αλλά και στα πιο δημοφιλή rock κομμάτια της 10ετίας του ’80, αφού ως single πούλησε πάνω από 3 εκατομμύρια κόπιες.
Το αμέσως επόμενο single του album ήταν το “I'll Wait”, μια μπαλάντα γεμάτη πλήκτρα, ίσως η πιο pop στιγμή του δίσκου.
Το “Panama” ήταν το 3ο single που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς (1984). Εδώ απολαμβάνουμε ένα heavy κιθαριστικό riff που μας πηγαίνει πίσω στον γνώριμο σκληρό ήχο των Van Halen. Να σημειωθεί ότι ο ήχος της μηχανής που ακούγεται στο κομμάτι, ήταν ο Eddie που μάρσαρε τη Lamborghini του. Το τέταρτο και τελευταίο single ήταν το “Hot for Teacher”, ένα κομμάτι που φλερτάρει έντονα με το metal. Στο χιουμοριστικό video που μεταδόθηκε με αρκετή επιτυχία από το MTV, πρωταγωνιστούν παιδικοί σωσίες των μελών της μπάντας.
Άλλα highlights του “1984” είναι το “Drop Dead Legs”, ένα κομμάτι εμφανώς επηρεασμένο από τον ήχο των Led Zeppelin (των οποίων άλλωστε έχουν δηλώσει fan τα μέλη των Van Halen), το “Top Jimmy”, ένα tribute στον James Paul Koncek της μπάντας Top Jimmy & The Rhythm Pigs, με ένα απίστευτο εκτεταμένο solo στο φινάλε, και φυσικά το “Girl Gone Bad”, για το οποίο ο Eddie έχει δηλώσει ότι το έγραψε μέσα σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου όπου διέμενε με τη γυναίκα του, Valerie Bertinelli. Η σύλληψη της μελωδίας του ήρθε αργά ένα βράδυ, ενώ η Valerie κοιμόταν, και προκειμένου να μην την ξυπνήσει, κλείστηκε με ένα κασετόφωνο και τη κιθάρα του μέσα στη ντουλάπα.
Το album καταλήγει με το “House of Pain”, ένα γρήγορο heavy τραγούδι που μας πηγαίνει πίσω στον πρώιμο ήχο των Van Halen των μέσων του 1970. Αποτελεί ίσως το πιο hard rock κομμάτι του δίσκου.
Το “1984” ήταν το πρώτο album του συγκροτήματος που ηχογραφήθηκε στο “5150 Studios”, στο προσωπικό studio που διατηρεί στο σπίτι του ο Eddie Van Halen στο Hollywood.
Ο δίσκος ηχογραφήθηκε το 1983 και κυκλοφόρησε στις 9 Ιανουαρίου του 1984 μέσω της Warner Bros και με παραγωγό τον Ted Templeman.
Κάτι που ίσως πολλοί δεν γνωρίζουν όμως, είναι ότι μέρος του υλικού είχε προηγηθεί μακράν της κυκλοφορίας του. Συγκεκριμένα, ο Eddie ισχυρίζεται ότι είχε γράψει το “Jump” χρόνια πριν ηχογραφηθεί το album, εμπνευσμένος από έναν άντρα που είχε δει στην τηλεόραση, ο οποίος ήθελε να αυτοκτονήσει πηδώντας από ένα κτίριο. Δια του λόγου το αληθές μάλιστα, κατά τη διάρκεια μιας τηλεφωνικής συνέντευξης κάπου μέσα στο 1982, ο Eddie είχε παίξει σχετικά αποσπάσματα.
Επιπλέον, η μπάντα είχε ηχογραφήσει μια ελαφρώς διαφορετική version του “House of Pain” χρόνια πριν βγει στην κυκλοφορία το “1984”. Το τραγούδι είχε ηχογραφηθεί ως demo όταν η μπάντα ετοίμαζε υλικό για τον Gene Simmons.
Είναι ίσως περιττό να αναφέρουμε ότι το “1984” αποτελεί ένα από τα πιο επιτυχημένα album των Van Halen, όσον αφορά τις πωλήσεις αλλά και τη κατάταξη στα chart.
Στην Αμερική μόνο έχει γίνει 10 φορές πλατινένιο, πουλώντας πάνω από 10 εκατομμύρια κόπιες. Επιπλέον, κατέκτησε τη δεύτερη θέση στα Billboard Magazine album charts.
Στο νούμερο 1 ήταν φυσικά το “Thriller” του Michael Jackson, στο οποίο ο Eddie Van Halen δεν παρέλειψε να βάλει το χεράκι του παίζοντας το κιθαριστικό solo του κομματιού “Beat It”, κίνηση που δεν άρεσε ιδιαίτερα στον Roth. Φημολογείται μάλιστα ότι αυτό αποτέλεσε -μεταξύ άλλων- έναν από τους λόγους που ο τραγουδιστής αποχώρησε από το σχήμα λίγους μήνες αργότερα.
Εν τέλει, αυτό που κάνει το “1984” τόσο ξεχωριστό -πέραν του μουσικού του μεγαλείου- είναι ότι οι ακροατές γίνονται για τελευταία φορά μάρτυρες της απίστευτης χημείας μεταξύ Roth-Van Halen. Είναι η τελευταία γεύση της “rock 'n' roll party” ατμόσφαιρας που υπήρχε ως αποτέλεσμα της συνεργασίας των ανθρώπων αυτών και η αίσθηση είναι σίγουρα μοναδική και ανεπανάληπτη.
Γι’ αυτό το album αποτελεί ένα must-have για τους fan των Van Halen, αλλά και έναν κλασσικό δίσκο-διαμάντι για κάθε fan του είδους. Δίχως αμφιβολία, ένας δίσκος που συγκαταλέγεται στα “βασικά” και δεν πρέπει να λείπει από καμιά δισκοθήκη.
Λίγα λόγια σχετικά με το εξώφυλλο:
Στο εξώφυλλο του “1984” απεικονίζεται ένα άγγελος με τη μορφή μωρού να καπνίζει. Το έργο ανήκει στην καλλιτέχνη Margo Nahas και στην πραγματικότητα πρόκειται για φωτογραφία (ειδικά επεξεργασμένη ώστε να φαίνεται για ζωγραφιά) και όχι για κάποιο έργο τέχνης.
Όλα στο εξώφυλλο είναι πραγματικά: το μωρό, τα τσιγάρα, ακόμα και ο ουρανός. Το μοναδικό πρόσθετο είναι τα φτερά.
Το μωρό ονομάζεται Carter Helm, και ήταν ο 4χρονος γιος μια φίλης της Nahas. Όσο για τα τσιγάρα που “καπνίζει”, είναι σοκολατένια τσιγάρα, ειδικά φτιαγμένα για παιδιά.
Ψάχνοντας για το κατάλληλο εξώφυλλο για το “1984”, οι Van Halen ξεχώρισαν αμέσως τη συγκεκριμένη εικόνα από το αρχείο της Nahas.
Όταν το album κυκλοφόρησε στο Ηνωμένο Βασίλειο, ένα αφαιρούμενο αυτοκόλλητο με τους ρωμαϊκούς αριθμούς MCMLXXXIV (που σημαίνει "1984"), τοποθετήθηκε πάνω από το χέρι του μωρού με το τσιγάρο, καθώς την ίδια περίοδο τύχαινε να διεξάγεται μια αντικαπνιστική καμπάνια στη χώρα.
Tracklist (CD):
1. 1984
2. Jump
3. Panama
4. Top Jimmy
5. Drop Dead Legs
6. Hot for Teacher
7. I'll Wait
8. Girl Gone Bad
9. House of Pain
Μπάντα:
• David Lee Roth – φωνητικά
• Eddie Van Halen – κιθάρα, πλήκτρα, δεύτερα φωνητικά
• Michael Anthony – μπάσο, δεύτερα φωνητικά
• Alex Van Halen – drums, percussion, δεύτερα φωνητικά
Λίλιαν Καραχρήστου

JOHN PARR: "Letter To America"

JOHN_PARRΟ John Parr, που  γεννήθηκε στην Αγγλία, όμως πρωτοανακαλύφθηκε στην Αμερική με την  AOR  υπερ-επιτυχία  με την οποία και έγινε περισσότερο γνωστός, “St. Elmo’s Fire (Man in Motion)”, μία λατρεμένη 80s επιτυχία  που συνέθεσε και έπαιξε στην ομώνυμη ταινία. Την ίδια εποχή άλλη μία σύνθεσή του σκαρφάλωσε στα charts, το “Naughty, Naughty”.
Τιμήθηκε με το μουσικό βραβείο  Grammy - ως τραγουδιστής και συνθέτης, και απόλαυσε τιμές και δόξες ως επιτυχημένος μουσικός, συνθέτης και παραγωγός όχι μόνο στην Αμερική αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Μετά λοιπόν από 15 χρόνια επιτυχιών ο Parr επιστρέφει στη δεύτερη πατρίδα του για μία εκτεταμένη περιοδεία και για να γιορτάσει το γεγονός κυκλοφορεί και τιτλοφορεί τη νέα του δουλειά “Letter To America”. Η διπλή αυτή δουλειά περιλαμβάνει επιτυχίες από τα παλιά όπως, το “The Minute I Saw You” και το “The Best a Man Can Get”, καθώς και μια ποικιλία από νέες και καθόλου ευκαταφρόνητες συνθέσεις. Η παραγωγή ανήκει στον ίδιο τον Parr, και το πρώτο cd παρουσιάζει τον Parr και τη μπάντα του να εκτελεί τα  νούμερο 1 hit, “St. Elmo's Fire” και φυσικά το αξέχαστο “Naughty Naughty”. Αυτές βέβαια οι ζωντανές εκτελέσεις είναι εξαιρετικά παιγμένες με κοφτερές κιθάρες, δυναμικά ντραμς, πλήκτρα σε σωστές δόσεις και τα μοναδικά –χαρακτηριστικά φωνητικά του  Parr. Το δεύτερο cd  περιλαμβάνει ακουστικές εκτελέσεις παλιών επιτυχιών και νέες συνθέσεις που ακούγονται ιδιαίτερα “φρέσκες” με το άρωμα των 80s όμως διάχυτο. Ένα πραγματικά ενδιαφέρον άκουσμα, απογυμνωμένο από οτιδήποτε ηλεκτρικό, που φανερώνει, ότι μία καλή σύνθεση παραμένει καλή και χωρίς τα φτιασίδια της παρέμβασης στο στούντιο. Ο Parr επίσης συνθέτει το  “Comin' Home” αποκλειστικά για την περιοδεία του στην Αμερική. Μία μελωδία εμπνευσμένη που θα αγγίξει καθέναν που επιστρέφει σε έναν αγαπημένο τόπο. Επίσης περιλαμβάνεται το  “Ghost Driver” ένα από τα  90s τραγούδια με ατμοσφαιρικά keyboards και εξαιρετική κιθαριστική δουλειά. Εάν είστε λάτρεις της μαγείας των '80ς, το “Letter To America” είναι απαραίτητο απόκτημα. Είτε ζωντανά παιγμένες οι συνθέσεις (το πρώτο cd), είτε ακουστικά και με νέα τραγούδια (το δεύτερο cd), η “φλόγα” του St. Elmo ακόμη είναι αναμμένη….
Νότης Γκιλλανίδης

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

EVANESCENCE: "Evanescence"

Evanescence_coverΥπάρχει μια, έστω αδύναμη, περίπτωση το “Evanescence” να κυκλοφορεί εξαιτίας των We Are The Fallen. Δεν είναι τυχαίο πως με τη κυκλοφορία του ντεμπούτου των τελευταίων η Amy Lee δήλωσε πως ερωτεύτηκε τους Evanescence από την αρχή, εκεί που ήδη 3 χρόνια τους είχε παρατήσει.
Ο διάδοχος λοιπόν του The Open Door συνεχίζει αμυδρά τη καθοδική πορεία του Αμερικανικού συγκροτήματος. Fallen αποκλείονταν να ξαναέβγαζαν, ελπίζαμε τουλάχιστον σε κάτι καλύτερο από ένα μέτριο The Open Door. Παρ’ όλα αυτά, στο Evanescence υπάρχουν δύο ή τρία κομμάτια που ξεπερνάνε ποιοτικά όλα του προκατόχου του. Η συνέχεια όμως απογοητεύει. Γιατί κομμάτια όπως το “Your Star” του προηγούμενου δίσκου τους, αδιάφορα δηλαδή, αυτή τη φορά κατακλύζουν ολόκληρο το album.
Το ότι έγιναν πιο heavy ισχύει και σε αυτό βοήθησε πολύ ο Will Hunt των Black Label Society. Και το άσχημο είναι πως αν κι αυτό το ύφος δείχνει να τους πηγαίνει, οι συνθέσεις απλά δεν βοηθάνε. Τουλάχιστον, το “κύριο υλικό” του σχήματος, η φωνή της Lee, είναι σε καλά επίπεδα και σε τρελή όρεξη. Έχοντας όλα αυτά στο νου λοιπόν και με το δεδομένο ότι οι Evanescence δεν βιάστηκαν για τη νέα τους κυκλοφορία δεν μένει παρά να υποθέσουμε ένα μόνο πράγμα για την έστω ελαφριά κατηφόρα τους: ο Ben Moody έπρεπε να μείνει.
Παναγιώτης Πετρόπουλος

ANTHRAX: "Worship Music"

ANTHRAX_Worship_MusicΗ περίπτωση μας χρίζει δημοψηφίσματος και με στοίχημα αν δε με πιστεύετε! Όχι μόνο για το αν ο νέος δίσκος των Anthrax είναι ένα διαμάντι ξεχασμένο από τα παλιά, που τώρα ανακαλύφθηκε σκονισμένο και ήρθε ώστε να μας προκαλέσει ρίγη ξανά, όχι μόνο γιατί ο Joey Belladonna ξαναγύρισε στη μπάντα με ότι θετικούς συνειρμούς προκαλεί αυτό, αλλά γιατί σε αυτό το άλμπουμ, τίθεται ξανά το ερώτημα, στο τι παραπάνω περιμένουμε να δούμε και ν’ ακούσουμε από τους παιδικούς ήρωες μας!
Είναι “Anthrax” ο θησαυρός τελικά; Δεν είπα αυτό και ούτε θα το πω, μα δεν ενθουσιάστηκα κι όλας και αυτό δε το κρύβω! Στα 13 (σημαδιακό λες;) μαζί με τις εισαγωγές κομμάτια  του Worship Music, θα ακούσεις και τους παλιούς Anthrax, που προσπαθούν όμως να ταιριάξουν με ένα πιο Αμερικανικό mainstream ήχο και αυτό συν τις Metallica επιρροές… (άκου τα “The Constant-Judas Priest”) σε κάνουν να μελαγχολείς και παλιές εποχές ν’ αναπολείς…!
Και προσωπικά με υποχρέωσαν να ξανασχολιάσω το ότι το Big 4 του thrash metal, είναι πολύ… μα πάρα πολύ αμφιλεγόμενο κατά τη γνώμη μου, με εξαίρεση ίσως τους Slayer, όπως και ότι οι Big 4 συναυλίες, επέδρασαν αρνητικοθετικά! Εντάξει, μετά από 8-10 χρόνια σιωπής και συγκρινόμενο με τις λίγο παλαιότερες δουλειές της μπάντας, ομολογώ ότι το “Worship Music” στέκεται καλά, περιέχοντας αρκετά κομμάτια που θα σας ξυπνήσουν παλιές άκρως headbanging εποχές, που οι Anthrax χάριζαν απλόχερα, ιδιαίτερα στα πρώτα κομμάτια του δίσκου!
Τα “Earth on Hell”, The Devil You Know και “Fight ’em Till You Can’t”, που είναι και οι κορυφές του “Άνθρακα”, θα σας κάνουν να χαμογελάσετε, αλλά από εκεί και πέρα σίγουρα θα αναρωτηθείτε, τι άλλο πρέπει να περιμένουμε στο μέλλον από τις παλιές καλές και αγαπημένες μας μπάντες! Η Twisted Sister λύση, είναι η πιο σωστή ίσως, από ένα σημείο και πέρα..!
Ας γίνει δημοψήφισμα λοιπόν, αφού μετά από τη τέταρτη φορά που άκουσα τη νέα δουλειά των Anthrax, την ίδια γεύση μου άφησε! Γλυκόπικρη!
Μιχάλης Κανακουσάκης

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

HOUSE OF LORDS: "Big Money"


House_Of_LordsΘεωρείται δεδομένο, πως όταν σου ζητείται να γράψεις δύο λόγια για ένα άλμπουμ, οφείλεις να είσαι αντικειμενικός. Στην προκειμένη περίπτωση, δηλαδή την περίπτωση εμού και των House of Lords, είναι κάτι -ομολογουμένως- πολύ δύσκολο, καθώς η αγάπη μου για αυτή τη μπάντα είναι μεγάλη.
Έχοντας παρακολουθήσει και λατρέψει ολόκληρη τη δισκογραφική τους διαδρομή, είναι αυτονόητο ότι περίμενα με ιδιαίτερη ανυπομονησία το όγδοο studio album τους με τίτλο “Big Money”. Γι’ αυτό το σκοπό αλλά και για να βγάλω πιο ασφαλή συμπεράσματα, ήθελα να ακούσω αρκετά το νέο άλμπουμ πριν γράψω σε 2-3 αράδες τις σκέψεις και τις απόψεις μου. Προερχόμενοι λοιπόν από μία αρκετά καλή κυκλοφορία πριν 2 χρόνια (“Cartesian Dreams”), ο πήχης είχε μπει αρκετά ψηλά για τη νέα τους δουλειά και δεν ήθελα να πέσω στην όποια παγίδα. Για ακόμη μία φορά όμως, όχι μόνο δεν απογοητεύουν αλλά απεναντίας, εντυπωσιάζουν! Εδώ και είκοσι και πλέον χρόνια, οι House of Lords έχουν καθιερωθεί στη συνείδηση των απανταχού οπαδών του μελωδικού ήχου σαν μία all-star band και όχι άδικα. Από τις τάξεις τους έχουν περάσει τεράστιοι μουσικοί όπως ο Ken Mary, o Gregg Giuffria, o Tommy Aldridge, o Chuck Wright, και μολονότι πλέον το μόνο σταθερό μέλος παραμένει ο James Christian, έχουν καταφέρει να διατηρήσουν την προσωπικότητά τους και να παρουσιάσουν καλοζυγισμένες δουλείες και θαυμαστά αποτελέσματα. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντα το εκπληκτικό ταλέντο του Christian που με την αναλλοίωτη στο χρόνο φωνάρα του, τη συνθετική του δεινότητα και τη μαεστρία στον τομέα της παραγωγής, διατηρεί στο ακέραιο το μουσικό στίγμα της μπάντας, μπολιάζοντάς το με την απαραίτητη φρεσκάδα ώστε να μην φανεί στο ελάχιστο ξεπερασμένο. Στο εγχείρημά του συνεπικουρούν και οι 3 σπουδαίοι μουσικοί που έχει στο πλάι του, αφού BJ Zampa (drums), Jimi Bell (κιθάρες) και Chris McCarvill (μπάσο), παραδίδουν μαθήματα για το πώς πρέπει να παίζει ένα σφιχτοδεμένο, τεχνικό και ώριμο hard rock group.  Στα 12 κομμάτια του “Big Money”, μπορεί κανείς να βρει σχεδόν τα πάντα. Από straight in your face hard rock συνθέσεις, μελωδικά AOR mid-tempo διαμαντάκια με την απαραίτητη συνοδεία πλήκτρων, τραγουδήσιμα συναυλιακά hits, έως και συναισθηματικές power μπαλάντες. Ti άλλο να ζητήσει ένας λάτρης αυτού του ιδιώματος; Από το εναρκτήριο δυναμικό ομότιτλο οδηγούμαστε στα “One Man Down” & “First To Cry” που φέρνουν στο μυαλό παλιούς καλούς Bon Jovi με τα μελωδικά και πιασάρικα ρεφραίν τους. Εκπληκτικές μελωδίες επενδυμένες με ανάλογες ευφάνταστες ενορχηστρώσεις και εντυπωσιακά κιθαριστικά μέρη. Στη συνέχεια, το εκπληκτικό “Someday When” έρχεται να επαναφέρει σε ζώσα κατάσταση την χρυσή πρώτη εποχή του group καθώς τα πλήκτρα και η εν γένει ενορχήστρωση, θυμίζουν ιδιαίτερα τεχνοτροπικά τον μάστορα Gregg Giuffria. Το ξεσηκωτικό, που δεν μπορείς να μη τραγουδήσεις, “Searchin’”, ακολουθείται από το εντυπωσιακό “Living In A Dream World” που θυμίζει στα couplet το “Gates Of Babylon” των μεγάλων Rainbow και κορυφώνεται με ένα chorus κάτι περισσότερο από αξιομνημόνευτο… Ακολουθεί η υπέροχη μπαλάντα “The Next Time I Hold You” στο πνεύμα των τελών της δεκαετίας 80 με αρχές 90 συναισθηματικών μπαλάντων (βλ. Winger, Warrant κ.α.) ενώ το “Run For Your Life” έχει πολύ έντονη γεύση από το μνημειώδες ντεμπούτο τους. Ακούστε το, δείτε τον τίτλο και θα καταλάβετε γιατί. Ένα ακόμη highlight αποτελεί το “Hologram” με μια Jovi / Leppard κατεύθυνση, θες δε θες, θα σε κάνει να χοροπηδήσεις, αφού σφύζει από μελωδία, ρυθμό και συναυλιακή διάθεση. Το “Seven” παραπαίει μεταξύ μιας παλιομοδίτικης hard rock αισθητικής τύπου Kiss και μιας μεταγενέστερης late 80’s, βαπτισμένη με ολίγες glam πινελιές. Το επόμενο με τίτλο “Once Twice” αποτελεί μια έκρηξη μελωδίας για τ’ αφτιά κάθε ακροατή, μια και, έχω την αίσθηση, πως μπορεί να κάνει γκελ ακόμη και σε αμύητους σε αυτή τη μουσική. Hit με τα όλα του που σου καρφώνεται μια για πάντα στο μυαλό! Το album κλείνει δυναμικά μα εξίσου μελωδικά με το “Blood”, αφήνοντάς σε αποσβολωμένο να προσπαθείς να συνειδητοποιήσεις από πού σου ήρθε. Ναι λοιπόν, οι “Λόρδοι” έκαναν και πάλι το θαύμα τους! Το “Big Money” αποτελεί έναν εκπληκτικό δίσκο που ωριμάζει με κάθε ακρόαση. Μετά την 5η δε, δεν μπορείς να μην αποκτήσεις μία σχέση πάθους με σχεδόν όλα του τα κομμάτια. Περιέχει συνθέσεις με προσωπικότητα που διακρίνονται εύκολα μεταξύ τους χωρίς να κουράζουν και να επαναλαμβάνονται. Έξυπνες ενορχηστρώσεις, τεχνικό παίξιμο μεστό από μελωδικά περάσματα και όλα αυτά κάτω από μια κοφτερή και γεμάτη ακρίβεια παραγωγή είναι ο κοινός παρανομαστής που διαπνέει όλο το “Big Money”. Αν το  “Cartesian Dreams” υπήρξε πολύ καλό, το “Big Money” είναι -κατ’ εμέ- αρκετά “click” παραπάνω και το τονίζω αυτό με παρρησία. Η παρούσα κυκλοφορία έρχεται συν τοις άλλοις, να επιβεβαιώσει το καλό momentum για τη Frontiers αυτή την εποχή, αφού εκτός από τους House Of Lords, οι Work Of Art, o Toby Hitchcock και οι Xorigin παρουσίασαν ιδιαίτερα ποιοτικές δουλείες. Ας ευχηθούμε και η συνέχεια να είναι ανάλογη. Ίδωμεν. Ως τότε, σπεύσατε πάραυτα να αποκτήσετε έναν από τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς!
Γιώργος Ευσταθίου

SEBASTIAN BACH: "Kicking & Screaming"

Sebastisn_BachΜπορεί ο αγαπητός Sebastian Bach και το νέο του άλμπουμ να μας συγκινήσει; Μπορεί ο αιώνιος νεανίας, πρώην τραγουδιστής των Skid Row να σταματήσει να συ­μπε­ρι­φέρεται σαν κακομαθημένος από­φοι­τος Λυκείου; Στο πρώτο ερώτημα η α­πά­ντη­ση είναι θετική ενώ στο δεύτερο δεν νο­μί­ζου­με ο χαρισματικός ερμηνευτής να ε­πι­θυ­μεί να αλλάξει συμπεριφορά οπότε ας α­σχο­λη­θού­με καλύτερα με τις νέες του συν­θέ­σεις.
Όταν υπάρχουν τίτλοι τραγουδιών όπως ο ομότιτλος, “I'm Alive”, “Dirty Power”, “Live The Life” τότε καταλαβαίνεις ότι ετούτος εδώ ο “παλαβός” δεν πρόκειται ποτέ να βάλει μυαλό (και καλά κάνει…) και νιώθει ταγμένος να παίζει ανόθευτο σκληρό Rock ‘n Roll! Το “Kicking & Screaming” παλεύει να ακουστεί ως ένα σύγχρονο πάντρεμα hard και metal ήχων, “φορτωμένο” με οργισμένες τραγουδιστικές γραμμές και αυτό πετυχαίνεται σε μεγάλο βαθμό αφενός διότι η ερμηνευτική δεινότητα του S.Bach παραμένει σε υψηλά στάνταρντ και σε αυτό βοηθούν τα μέγιστα και οι άλλοι δύο μουσικοί που αναφέρονται στο δίσκο και αφετέρου η  παραγωγή του πολύπειρου Bob Marlette βάζει τη δική του σφραγίδα στο “Kicking & Screaming” και σβήνει όποιες ατέλειες υπάρχουν. Σημαντικό εργαλείο αποτελεί ο εξαίρετος νεαρός κιθαρίστας Nick Sterling που αναδεικνύει με τα heavy παιξίματα του, την μοναδική φωνή του Bach αλλά και τις συνθέσεις του δίσκου ενώ δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τον απίθανο ντράμερ Bobby Jarzombek (Riot, Halford). Τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι το ομότιτλο του άλμπουμ με τον Sebastian Bach να ξελαρυγγιάζεται κανονικά, το As Long As I Got The Music” που είναι απολαυστικό και κινείται σε mid tempo ρυθμούς αλλά με επιβλητική μελωδία καθώς και  τα metal “Lost In The Light” μαζί με το  “θυμωμένο” One Good Reason”. Βέβαια στην “πίσω” πλευρά του  “Kicking & Screaming” υπάρχουν και μικρές εκπλήξεις όπως στα κομμάτια “My Own Worst Enemy” που θυμίζει λίγο από  Foo Fighters, το θαυμάσιο “TunnelVision” με τον κιθαρίστα John 5 (Marilyn Manson, Rob Zombie) να έχει τον πρώτο ρόλο στο εν λόγω  κομμάτι που διαχέεται από μία Monster Magnet ατμόσφαιρα. Άλλη μία όμορφη στιγμή είναι και  η μπητλική μπαλάντα Dream Forever” δείχνοντας και κάποιες διαφορετικές συνθετικές πτυχές του S.Bach. Συνοπτικά ο ξανθομάλλης ήρωας μας, μπορεί να τον έχουν φάει τα μπότοξ, τα ναρκωτικά και οι καυγάδες όμως πέρασε με άριστα τις εξετάσεις και κυκλοφόρησε έναν αντάξιο δίσκο, της μέχρι τώρα διαδρομής του. Να σημειώσουμε μόνο ότι στην deluxe edition, το άλμπουμ περιέχει και ένα bonus DVD.
Φώτης Μελέτης

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

GRAND FUNK RAILROAD: "Caught in the Act"

Grand_funk_caught_in_the_actΠολλοί σημερινοί αλλά και παλαιότεροι υπέρλαμπροι ροκ αστέρες οφείλουν να μνημονεύουν και να τιμούν συγκροτήματα σαν τους Grand Funk Railroad μέχρι τα βαθιά τους γεράματα. Από τους Van Halen και τους Kiss μέχρι και τους Lenny Kravitz και Metallica αλλά και πολλών άλλων αξιόλογων σχημάτων, έχουν επηρεαστεί και “δανειστεί” πολλές από τις αγριεμένες μελωδίες και τους σκληρούς ρυθμούς τους.
Το θρυλικό αμερικάνικο συγκρότημα κατάγεται από το Flint του Michigan και με μία σειρά ανεπανάληπτων άλμπουμ που κυκλοφόρησαν στη δεκαετία του ’70 έβαλε την δική του μοναδική  σφραγίδα σε αυτό που ονομάζουμε κλασσικό ροκ ή ακόμα και παραδοσιακό hard rock. To Caught in the Act κυκλοφόρησε τον Αύγουστο το 1975 (ξανακυκλοφόρησε σε remastered έκδοση το 2003) και οι live ηχογραφήσεις είχαν γίνει λίγους μήνες νωρίτερα για την προώθηση του εξαιρετικού στούντιο άλμπουμ “All the Girls in the World Beware!!!” Στο “Caught in the Act” περιλαμβάνονται σχεδόν όλες οι μεγάλες στιγμές των Grand Funk Railroad προσπαθώντας η μπάντα να κλείσει εκείνη τη χρονική συγκυρία ένα μακρύ και πετυχημένο εμπορικά δισκογραφικό κύκλο μιας και στη συνέχεια το συγκρότημα επιθυμούσε να εξελίξει τον ήχο του και το κατόρθωσε ως ένα βαθμό (σημαντική ήταν και η συμβολή του Frank Zappa στο μεθεπόμενο άλμπουμ τους) ενώ δυστυχώς στη δεκαετία του ’80 δεν υπήρχε καμία ανάλογη συνέχεια. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι μία μεγάλη μερίδα κριτικών θεωρεί ότι το “Live Album”  του 1970 ήταν η πιο χαρακτηριστική ζωντανή παρουσία των Grand Funk Railroad, όμως σε εκείνο το άλμπουμ δεν συμπεριλαμβάνονται τα κλασσικά κομμάτια της μπάντας για… ευνόητους λόγους (αφού οι μεγάλες επιτυχίες του γκρουπ κυκλοφόρησαν τις επόμενες χρονιές) και μόλις τότε είχαν ξεκινήσει ουσιαστικά την καριέρα τους. Η απίθανη τετράδα των Don Brewer (ντραμς, φωνητικά), Mark Farner (κιθάρα, φωνή, πλήκτρα), Mel Schacher (μπάσο), Craig Frost (keyboards) παρέα στα φωνητικά με τις "The Funkettes" (Lorraine Feather και Jana) πραγματικά θερίζουν και σκορπούν απίστευτες ποσότητες αυθεντικής ροκ ευδαιμονίας, παιγμένα με αστείρευτη ενέργεια και ασταμάτητο πάθος. Σπουδαία και αθάνατα κομμάτια υπάρχουν στο “Caught in the Act” όπως τα περήφανα και δυναμικά "Footstompin' Music", "Rock & Roll Soul",Heartbreaker, “T.N.U.C.”, το απίστευτοShinin' On, οι πετυχημένες διασκευές  στα τραγούδιαThe Loco-Motion(των Gerry Goffin και Carole King), Inside Lookin' Outαπό τους Αnimals, το Gimme Shelterτων Rolling Stones, τοSome Kind of Wonderfulτου soulman, John Ellison και φυσικά το super classic, We're an American Band. Η αγριάδα, ο τσαμπουκάς, το πάθος, η έπαρση αλλά και η soul/blues ευαισθησία είναι μερικά από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους Grand Funk Railroad. Μία ματιά να ρίξετε μόνο στο youtube για να καταλάβετε με τι άνεση αλλά και τη πώρωση έπαιζαν live πριν από τρεις δεκαετίες και βάλε. Όχι μόνο θα τους γουστάρετε(όσοι τυχόν δεν τους γνωρίζετε, λίγο δύσκολο νομίζω...) αλλά είμαι σίγουρος πως και θα τους λατρέψετε!!!
TRACKLIST
1) Foot Stompin' Music, 2) Rock & Roll Soul, 3) Closer To Home, 4) Heartbreaker, 5) Some Kind Of Wonderful, 6) Shinin' On, 7) The Loco-Motion, 8) Black Licorice; 9) The Railroad, 10) We're An American Band, 11) T.N.U.C., 12) Inside Looking Out, 13) Gimmie Shelter

MEΛΗ
Don Brewer (ντραμς, φωνητικά)
Mark Farner (κιθάρα, φωνή, πλήκτρα)
Mel Schacher (μπάσο)
Craig Frost (keyboards)


Φώτης Μελέτης

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

AIRRACE: "Back to the Start"

Airrace_Back_To_The_StartΟι μυημένοι του μελωδικού ήχου γνωρίζουν πως οι βρετανοί AIRRACE είχαν βγάλει ένα εκπληκτικό ντεμπούτο το 1984 με τίτλο “Shaft Of Light” (επανεκδόθηκε το 2009)  στο οποίο τύμπανα έπαιζε ο Jason Bonham και ενώ ξεκίνησαν με τις καλύτερες προϋποθέσεις μιας και είχαν για παραγωγό τον Beau Hill (Ratt, Winger κ.α) και άνοιγαν τις συναυλίες των Queen, AC/DC και Meat Loaf, ξαφνικά τα ίχνη τους χάθηκαν και να, εν έτει 2011 τα παλληκάρια επέστρεψαν με το άλμπουμ  που έχει το συμβολικό τίτλο Back to the Start”.
Ο βασικός κορμός έχει μείνει ο ίδιος με τους Keith Murrell στα φωνητικά (αργότερα πήγε στους Mama's Boys), τον Laurie Mansworth στην κιθάρα και τον Jim Reid στο μπάσο ενώ το πάζλ συμπληρώνουν οι Chris Williams (keyboards), o Simon Dawson (ντραμς) και ο Dean Howard στην κιθάρα. Τώρα το καινούργιο τους άλμπουμ ακούγεται αρκετά φρέσκο και θα ικανοποιήσει τους οπαδούς του βρετανικού aor  αν και οι αναφορές σε Boston, Journey, Toto και Reo Speedwagon είναι χαρακτηριστικές. Τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι τα : Two of Kind (φέρνει μνήμες από τις καλές εποχές των Foreigner), το  “Call Me Anytime” που αντιγράφει “στεγνά” το Hold the Line, το So Long είναι ένα μικρό κομψοτέχνημα και η φωνή του  Keith Murrell είναι μοναδική και σε αυτό βοηθά η άψογη ενορχήστρωση που δημιουργούν μία άκρως γοητευτική σύνθεση. Τα “When Baby,Wrong Way Out και το ομότιτλο τραγούδι δείχνουν την πιο hard rock πλευρά του γκρουπ, όπου όμως η εμπνευσμένη μελωδία έχει πάντα τον κυρίαρχο ρόλο. Το άλμπουμ κλείνει με μία ξεγυρισμένη aor-ια που φέρνει τον τίτλο  “What More Do You Want From Me?” και με ένα ρεφρέν που σε γυρνά σε νοσταλγικές εποχές. Οι AIRRACE με το Back to the Start απέδειξαν ότι παρά την πολυετή αδράνεια τους δεν ξέχασαν τα βασικά συστατικά του melodic/ aor rock, που δεν είναι άλλο από το να συνθέτεις απλή, λιτή και όμορφη μελωδία πάνω σε μία εξαίσια φωνή και με τις κιθάρες να παίζουν τα πρέποντα χωρίς υπερβολές και φιγούρες. Η μπάντα συνέχισε εκεί που σταμάτησε πριν από τρεις δεκαετίες και εύχομαι ολόψυχα το επόμενο άλμπουμ τους να μην αργήσει τόσο πολύ διότι όταν κυκλοφόρησε το ντεμπούτο τους ήμασταν στο γυμνάσιο, τώρα γίναμε πατεράδες οπότε μην γίνουμε και παππούδες για να τους απολαύσουμε ξανά…
Φώτης Μελέτης

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

ALICE COOPER: "Welcome 2 My Nightmare"


ALICE_COOPER_Welcome2MyNightmareΌταν πρωτοάκουσα πως ο Alice Cooper θα καταπιαστεί ξανά με το concept του "Welcome to My Nightmare" και ότι θα κυκλοφορήσει μια συνέχειά του, απογοητεύτηκα. Τέτοιες κινήσεις δυστυχώς στοχεύουν συνήθως στην εκμετάλλευση ενός ήδη πετυχημένου τίτλου και σπάνια το "sequel" ανταποκρίνεται στα επίπεδα του πρώτου μέρους. Βέβαια, η επιστράτευση των Michael Bruce, Dennis Dunaway, Bob Ezrin, Neil Smith, Desmond Child και Dick Wagner έδωσε εξ αρχής ελπίδες, χωρίς όμως να σημαίνει απαραίτητα και κάτι! Με αυτές τις σκέψεις έβαλα το cd να παίξει…
Η εισαγωγή του I Am Made of You είναι άκρως συγκινητική, μιας και γίνεται χρήση του μουσικού θέματος από το “Steven”. Το κομμάτι φέρει έναν περίεργο αέρα, ο οποίος ουδεμία σχέση έχει με αυτό που περίμενα… Αρχίζουμε καλά λοιπόν! Συνέχεια με το Caffeine, το οποίο εξακολουθεί και θυμίζει παλιές καλές εποχές, χωρίς όμως να χαίρει δάφνες πρωτοτυπίας. Το μικρής διάρκειας The Nightmare Returns θυμίζει ξεχασμένο outtake από το “Welcome to My Nightmare” σε remastered μορφή και μας οδηγεί στο A Runaway Train, ένα country κομμάτι το οποίο ως ένα βαθμό θυμίζει τις πιο πρόσφατες δουλειές του. Ανάμεικτα αισθήματα μέχρι στιγμής, λοιπόν! Το Last Man On Earth που ακολουθεί είναι άκρως θεατρικό και με πάει πίσω ξανά στα 70s, όταν οι Alice Cooper ήταν ακόμη μπάντα και όχι απλά το προσωπικό συγκρότημα του Vincent Furnier. Αμέσως μετά το The Congregation ανεβάζει ρυθμούς, φέρνοντας στο νου (μου) το πολύ καλό “Τhe Last Temptation” album. Το Ill Bite Your Face Off το είχα ξανακούσει και από την αρχή το έβρισκα σχετικά αδιάφορο… Σε αντίθεση με το Disco Bloodbath Boogie Fever το οποίο είναι λες και ξεπήδησε από ένα μεταμοντέρνο “Goes to Hell”! Και το album συνεχίσει σε rock n’ roll ρυθμούς με το Ghouls Gone Wild να θυμίζει b side από τις πρώτες δουλειές του group. Δε θα γινόταν να μην περιλαμβάνεται μια μπαλάντα στο δίσκο και το Something to Remember αναλαμβάνει αυτό το ρόλο. Οκ, καλό είναι αλλά σίγουρα έχει γράψει και καλύτερα slow κομμάτια στη μακρόχρονη πορεία του. Ως τώρα, μπορώ να πω πως είμαι ευχαριστημένος… Μου αρέσει αυτή η retro ατμόσφαιρα! Λίγο πριν κόψουμε το νήμα, το When Hell Comes Home προσπαθεί να προσδώσει μια περισσότερο σκοτεινή χροιά στο δίσκο και εν μέρει τα καταφέρνει. Πάμε τώρα στο What Baby Wants, όπου συμμετέχει και η Ke$ha… Συμπαθέστατο, με ωραίες 80s pop επιρροές, αλλά ως εκεί. Προτελευταία σύνθεση το I Gotta Get Outta Here, ένα κιθαριστικό τραγούδι που κάλλιστα θα μπορούσε να βρίσκεται μέσα στο “The Eyes of Alice Cooper” album. Εκπληκτικός επίλογος με το Underture, ένα ορχηστρικό κομμάτι που αποδίδει τα μουσικά θέματα που συναντήσαμε πρώτη φορά το 1975, στο αρχικό (και όπως φαίνεται αξεπέραστο) “Welcome to My Nightmare”.
Συνοψίζοντας λοιπόν, έχουμε μια αρκετά καλή κυκλοφορία που τα μεγάλα ατού της είναι η μερική (επι)στροφή του Alice Cooper στα 70s, όπως και η ποικιλομορφία στις συνθέσεις (κάτι που, πέρα ελαχίστων εξαιρέσεων, πάντα χαρακτήριζε τα album του). Στον αντίποδα, είναι γεγονός πως έχει κάποιες αδύναμες στιγμές δίπλα σε άλλες πιο αξιόλογες, με αποτέλεσμα να υπάρχουν συχνά ποιοτικά σκαμπανεβάσματα. Επίσης θεωρώ πως τελικά ο φαντασμαγορικός τίτλος “Welcome 2 My Nightmare” ήταν μάλλον αχρείαστος και στην ουσία εξυπηρετεί κυρίως στον αποπροσανατολισμό του ακροατή.
Σίγουρα το προτείνω σαν αγορά, μιας και το όνομα Alice Cooper φέρει από μόνο του έναν υψηλό βαθμό εγγύησης και είναι βέβαιο πως η νέα δουλειά του είναι καλύτερη από το “Along Came A Spider” του 2008. Ε, και στο κάτω κάτω, δε βγαίνουν (πλέον) εύκολα, κομμάτια όπως τα “I Am Made of You”, “Last Man On Earth”, “The Congregation” και “Ghouls Gone Wild”! Φυσικά, οποιαδήποτε σύγκριση με το πρωτότυπο θα είτο απλά ατυχής…
Στέφανος Στεφανόπουλος

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2011

DIARY OF DREAMS: "Ego-X"

DIARY_OF_DREAMSΠάντα μου άρεσε το καλοπαιγμένο, στα πλαίσια του heavy ήχου, σκοτεινό και νηπενθές gothic rock/metal. Ακούω μπάντες όπως οι Charon, Beseech για παράδειγμα και νιώθω σαν να κοιτώ τα πάντα από μια άλλη μακρινή οπτική γωνία, σαν να κοιτώ τη γη από ψηλά και όλα τα γήινα προβλήματα μου φαίνονται ασήμαντα!
Η περίπτωση των Γερμανών Diary of Dreams, ομολογώ πως μου ήταν άγνωστη και αυτή είναι η πρώτη μουσική δουλειά που ακούω από αυτούς! Αν και στα χέρια μου ήρθε το promo και όχι το ολοκληρωμένο cd, απέκτησα όμως έστω κι έτσι, μία θετική άποψη για το “Ego-X” με ορισμένα μόνο αρνητικά στοιχεία.
Τα κομμάτια σκοτεινά και καλοπαιγμένα, μα ο Γερμανικός στίχος όταν κάνει τη παρουσία του, χαλάει κάπως την ατμόσφαιρα. Όχι ότι δε μ’ αρέσει η Γερμανική γλώσσα, ίσα ίσα το αντίθετο, μα απλά δε δένει στα αφτιά μου! Και στη τελική ένα σ’ αγαπώ να θες να πεις, ακουστικά είναι ένα χάλι! Ίσως τελικά, να έχουμε συνηθίσει τα Αγγλικά, πιο πολύ και από τα Ελληνικά..
Anyway! Το δεύτερο ίσως αρνητικό και μιλώ για εμένα, ως ένα μη ιδιαίτερα ανοιχτόμυαλο ακροατή και με συγκεκριμένες μοίρες ακουστικού εύρους (αν και όχι πάντα!), είναι τα πιο electro/pop/darkwave σημεία του, που κατά τη γνώμη μου το καθιστούν πιο αδύναμο!
Κατά τ’ αλλά μιλάμε για μία καλή δουλειά μιας και κομματάρες όπως τα “Undividable”, Push Me, δε “παίζει” να μη σας εντυπωσιάσουν! Επίσης η guest συμμετοχή της Amelia Brightman, αδελφή της μουσικού-ηθοποιού Sarah Brightman και του επίσης Γερμανού ηθοποιού Martin Kessler, στα φωνητικά, δίνουν άλλη ποιότητα στο “Ego-X”.
Και ως επίλογο θα έλεγα πως οι heavy ακροατές.. παρακαλούνται να μην είναι παράλογα προκατειλημμένοι με το είδος, μιας και δεν υπάρχει λόγος και αιτία, παρά μόνο ανόητα μυαλά σαν το δικό μου, που δέχονται κενές προπαγάνδες! Αγκαλιάστε το και απολάυστε το, γιατί ο frontman της μπάντας Adrian Hates, είναι ένα ταλαντούχο άτομο και δε πρόκειται εύκολα να σας απογοητεύσει, έξαλλου έχει πέρα τούτου, έχει αλλά 9 άλμπουμ στο ενεργητικό του! Δε το λες και λίγο..!
Μιχάλης Κανακουσάκης

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2011

LIONVILLE: "Lionville"

Lionville_album_coverΑν το project των Shining Line ένα μόλις χρόνο πριν προκάλεσε αίσθηση στον melodic/AOR χώρο, το φετινό εγχείρημα των Lionville υπόσχεται ακόμα περισσότερα κι αυτό γιατί αν υπήρχαν διάσπαρτες ιδέες και outtakes από την προαναφερθείσα κυκλοφορία, ωρίμασαν και τελειοποιήθηκαν στο έπακρο με τούτο εδώ το διαμαντάκι.
Και εξηγούμεθα: Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι Lionville, δομικά και εκτελεστικά, αποτελούν την soft και σαφώς πιο μελωδική απάντηση (ετεροχρονισμένα μεν) στο metal project της Roadrunner Records μερικά χρόνια πίσω, το “Roadrunner United: The All Star Sessions”, ή αν προτιμάτε αποτελεί έστω την πηγή έμπνευσης για ένα τέτοιο προσεγμένο και άρτια δομημένο σύνολο συνθέσεων που αν μη τι άλλο, δεν θα περάσει απαρατήρητο από τους αυστηρούς οπαδούς του συγκεκριμένου ύφους. Αντίστοιχους “team captains” εδώ για λογαριασμό της Avenue Of Allies, συναντάμε τους Alessandro “παίζω παντού και γουστάρω” Del Vecchio στα πλήκτρα και τα backing vocals, τον ιθύνων νου των Shining Line, Pierpaolo ZorroMonti στα τύμπανα και τέλος, τα φωνητικά μοιράζονται ο εξαιρετικός Lars Säfsund (Work Of Art) μαζί με τον τραγουδιστή και κιθαρίστα Stefano Lionetti, τον άνθρωπο που βρίσκεται κατά βάση πίσω από την όλη δημιουργία. Υπό την πολύτιμη καθοδήγηση και αρωγή του CEO της εταιρείας, Gregor Klee, ο οποίος συνεισέφερε συν της άλλης και στην παραγωγή του άλμπουμ, εδώ συναντάμε ένα εξαιρετικό σύνολο 11 καλοδουλεμένων συνθέσεων ατόφιου μελωδικού AOR, το οποίο λοξοκοιτά την Αμερική της δεκαετίας του ‘80 με έντονες επιρροές κυρίως από κλασσικούς Toto, Survivor ακόμα και Richard Marx προβάλλοντας παράλληλα στις πιο soft στιγμές του δίσκου μια westcoast αισθητική, χωρίς να κουράζει ούτε στιγμή μιας και το εν λόγω ύφος τις περισσότερες φορές χρίζει… αποφυγής. Η guest list κι αυτή την φορά μεγάλη, η λίστα στον τομέα της σύνθεσης και των στίχων, ακόμα μεγαλύτερη. Ενδεικτικά να αναφέρουμε πως μουσικοί που κατέχουν πολύ καλά το εν λόγω είδος, όπως ο Tommy Denander, ο Bruce Gaitsch και ο Eric Mårtensson συνεργάστηκαν άψογα με τον βασικό κορμό των Lionville για να μας παραδώσουν ένα δείγμα όμορφου και καλοπαιγμένου AOR. Ξεχωρίσαμε κομμάτια όπως το “Here By My Side”, του οποίου το sample κυκλοφόρησε νωρίς νωρίς ως “mystery track” στο melodicrock.com και μας προϊδέασε θετικά για το τι θα επακολουθούσε, το Toto-like “Center Of My Universe”, το ντουέτο των Lionetti- Säfsund στο “Power Of My Dreams”, η εύθυμη νότα του “Dreamhunter” με το keyboard solo, η ακουστική μπαλάντα που κλείνει το άλμπουμ “Say Goodbye”, και για κερασάκι στην τούρτα η διασκευή-έκπληξη, το καταπληκτικό “Thunder In Your Heart” του John Farnham από την b-movie του 1985 “RAD”, με μια ερμηνεία-φωτιά από τον Säfsund και αριστοτεχνικές δεύτερες φωνές, προσδίδοντας μια πιο  heavy και μοντέρνα αισθητική η οποία όμως διατηρεί παράλληλα και τον αρχικό συνθετικό της χαρακτήρα. Σίγουρα, το απόλυτο highlight. Ακόμα, αξίζει να αναφερθεί πως με ετούτη την κυκλοφορία ουσιαστικά μας συστήνεται η νέα τραγουδίστρια των Alyson Avenue, Arabella Vitanc (μιας και οι ηχογραφήσεις του “Lionville”, προηγήθηκαν) και συγκεκριμένα σε ένα ακόμα ντουέτο μαζί με τον τραγουδιστή των Work Of Art, στο -μάλλον προφητικό για την ίδια- “The Chosen Ones”. Ενδείκνυται περισσότερο για τους οπαδούς του μελωδικού ήχου αλλά και σε όποιον του αρέσει η ποιοτική και καλοπαιγμένη hard rock. Αξίζει να το προσέξετε ιδιαίτερα, αν δεν το έχετε κάνει ήδη. Melodic rock, κατά βάση ιταλικής προέλευσης με την σύμπραξη Αμερικής- Σουηδίας. Υπάρχει καλύτερος συνδυασμός; Εε;
Άρης Αβραμίδης
ΥΓ Θα θέλαμε με την ευκαιρία αυτής της δισκοκριτικής, να ευχαριστήσουμε έναν εκ των δημιουργών αυτού του άλμπουμ, τον Pierpaolo “Zorro11” Monti, που συμπεριέλαβε το Rockway.gr, στην δική του thank list στα credits του CD καθώς και για την αμέριστη υποστήριξη και συνεργασία που είχαμε από την αρχή.

RED HOT CHILI PEPPERS: "I’m With You"

RED_HOT_CHILI-PEPPERS_coversΑς αρχίσουμε από τα βασικά… Όχι δε θα σας ζαλίσω με περιττά βιογραφικά στοιχεία. Οι Red Hot Chili Peppers είναι εδώ και πολλά πολλά χρόνια ένα από τα σημαντικότερα σχήματα του πλανήτη. Η σπουδαιότητά τους όμως δεν περιορίζεται στις “επιτυχίες” που βγάζουν κατά καιρούς, ασχέτως εάν πολλοί είναι απλώς επιφανειακοί fan του σχήματος.
Το μεγάλου ατού των Peppers ήταν πάντα η ικανότητα να διαφοροποιούνται και να κάνουν αυτό που θέλουν, είτε βαδίζοντας σε εμπορικούς δρόμους, είτε σε πειραματικά χωράφια. Τρανή απόδειξη η όλη πορεία τους: από το 1984 έως και το 1987, η τρέλα είχε τον πρώτο λόγο, ενώ το “Mother’s Milk” του 1989 εισήγαγε εντονότερους funk ρυθμούς που οδήγησαν στην συνθετική επιτυχία του “Blood Sugar Sex Magic”! Η αλλαγή πλεύσης στο “One Hot Minute” έδειξε πως το σχήμα δεν επαναπαύεται και “ψάχνεται” συνεχώς. Από το 1999 και έπειτα εισήλθαμε στην πιο εμπορική περίοδο της μπάντας, η οποία διήρκησε πολλά χρόνια και έκανε γνωστούς τους Peppers σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης.
Εδώ είναι λοιπόν ίσως που γίνεται η παρεξήγηση… Το ότι σιγοτραγουδούσε και η κουτσή Μαρία τα single τους, δε σημαίνει πως το group οφείλει να συνεχίσει στην ίδια ρότα, άπαξ και δεν το θέλει. Ναι μεν η φυγή του John Frusciante στοίχισε στον κιθαριστικό τομέα, μιας και ο αντικαταστάτης Josh Klinghoffer δε φαίνεται να έχει βρει προς το παρόν τα πατήματά του, αλλά ουδέποτε οι Red Hot Chili Peppers ήταν “παιδί” του Frusciante! Ο Flea και ο Anthony Kiedis είναι οι “γονείς” και για αυτό στο Im With Youτον πρώτο ρόλο έχει το μπάσο και αμέσως μετά έρχεται η ερμηνευτική δεινότητα του Kiedis. Και στο κάτω κάτω, προσωπικά, δε μπορούσα να φανταστώ τι διαφορετικό θα μπορούσαν να είχαν κυκλοφορήσει με τον John! Εγώ, σα fan,  δεν αποζητούσα ένα ακόμη “Stadium Arcadium”, όχι γιατί ήταν κακό (κάθε άλλο), αλλά πόσα ακόμη hit- άκια χρειάζονται δηλαδή; Όχι, δε με χαλάνε καθόλου τα “Otherside”, “Can’t Stop”, “Snow (Hey Oh)” και όλες οι υπόλοιπες (ομολογουμένως μεγάλες) επιτυχίες, αλλά πάνω από όλα σημασία έχει η ουσία! Ποια είναι αυτή; Πως το “I’m With You” είναι ένας εξαιρετικός δίσκος, χωρίς να εμπεριέχει συνθέσεις σαν τις παραπάνω. Δεν τις χρειάζεται ρε παιδί μου! Το συγκρότημα έχει δώσει τα διαπιστευτήριά του και δεν υπάρχει λόγος να κρύβεται πίσω από εν δυνάμει singles για να πείσει τους μη επιφανειακούς fan του.
Τις τελευταίες μέρες διάβασα πολλά σχόλια για το album. Δεν ενστερνίζομαι ούτε τις διάφορες βαρύγδουπες δηλώσεις, αλλά ούτε τις κριτικές τύπου “μας λείπει ο Frusciante”! Αν σας λείπει να πάτε να αγοράσετε τις (πολύ καλές) solo δουλειές του και σταματήστε τη γκρίνια! Τι; Δεν ξέρατε ότι έχει κυκλοφορήσει προσωπικούς δίσκους; Εμ, όταν τα λέω εγώ… Και επειδή κάποιοι μίλησαν περί “disco”, ας τσεκάρουν πρώτα τη διαφορά μεταξύ “disco” και “funk”, και μετά θα καταλάβουν γιατί είναι αστείος αυτός ο χαρακτηρισμός!
Λοιπόν, για να τελειώνουμε, τα πράγματα έχουν ως εξής: το “I’m With You” δεν απευθύνεται σε όσους έψαχναν ένα ακόμη “Californication”, χωρίς αυτό να σημαίνει πως είναι αντιεμπορικό! Σκεφτείτε κάτι σαν το “One Hot Minute” υπό το βλέμμα του “By the Way” και με κλεφτές ματιές στο “Mother’s Milk”, και όλα αυτά στο περίπου… Κύρια χαρακτηριστικά, όπως και να έχει, το μπάσο και οι όμορφες μελωδίες. Το σίγουρο είναι πως θα συζητηθεί και θα γίνει αντικείμενο debate σε μελλοντικές κουβέντες για την πορεία του group. Μουσικά, συνθετικά και εκτελεστικά είναι αρτιότατο, με έντονη προσωπικότητα και πάνω από όλα πολύπλευρο. Όπως δηλαδή και η όλη πορεία των Red Hot Chili Peppers!

Στέφανος Στεφανόπουλος

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

OPETH: “Heritage”


Και έφτασε η στιγμή που το μεγαλύτερο ποσοστό
metal fan περίμενε.  Το άλμπουμ Heritage”, το 10ο studio album των OPETH,και μετά από αναμονή 3 χρόνων, έρχεται να γίνει μήλον της Έριδος στην μουσική βιομηχανία. Λίγες μέρες πριν αισθανόσουν την σκόνη στον αέρα από διαφωνίες μέχρι και καυγάδες για το τι θα ακολουθήσει, πως θα είναι το άλμπουμ , αν θα είναι οι “παλιοί καλοί OPETH”, και με τα πολλά ήρθαν και αυτοί να μπουν στην λίστα με τους ANATHEMA, PARADISE LOST, PAIN OF SALVATION,οι μουσικόφιλοι διχάζονται και αυτό κάνει την προσμονή της κυκλοφορίας μεγαλύτερη. Το κυνήγι για την μουσική εξέλιξη, καινοτομία και πρόοδο φαντάζει σαν περιπέτεια. Η αγωνία, η προσμονή για την επιτυχία ή όχι ενός άλμπουμ, για το διαφορετικό, σου αφήνει ένα λαχάνιασμα μέχρι την στιγμή που θα πατήσεις το “play”. Έφτασε λοιπόν η στιγμή όπου ο Mikael Åkerfeldt έκανε το απωθημένο του πραγματικότητα, αψηφώντας κατά κάποιο τρόπο οποιουδήποτε την γνώμη. Ήταν κάτι που από 20 χρονών ονειρευόταν να κάνει, και το έπραξε. Στο Heritage o Åkerfeldt απελευθερώνει όλων του τον περασμένων χρόνων την μουσική “κληρονομιά”. Να ξεκαθαρίσω πως δεν θα πέσω στην παγίδα της σύγκρισης αυτού του άλμπουμ με τις προηγούμενες δουλειές τους, καμία σχέση. Έχουμε να κάνουμε καταρχήν με ένα άλμπουμ που κάποιοι θα βιαστούν να πουν πως ίσως να είναι η συνέχεια του Damnation, είναι ένα άλμπουμ που είναι κατεξοχήν progressive rock με την έννοια, που απλόχερα ερμήνευσαν απίστευτες μπάντες στην δεκαετία του 1970. Ελαφρά σκοτεινό σε μερικά σημεία χωρίς αυτό να το κάνει λυπηρό ή πεσιμιστικό. Έχει έντονα σημεία, σκληρά μερικές φορές αλλά αρκετά όμορφα. Είναι σίγουρα κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό από κατεστημένο OPETH
Παρόλο που ο  Åkerfeldt είναι λάτρης των στερεοφωνικών, αναλογικών καταστάσεων, εδώ έχουμε 5.1 mix, και την παρέμβαση για άλλη μια φορά του φίλου του STEVEN WILSON, κάνοντας σε άλλη μια φορά να θαυμάζεις την παραγωγή. Τα 10 εκπληκτικά κομμάτια εσωκλείονται στο ιδιόμορφο artwork του μοναδικού στο είδος TRAVIS SMITH (βλέπε RIVERSIDE, WINDS, KATATONIA, NOVEMBERS DOOM …). 
Στο Heritage της 1 περίπου ώρας διάρκειας, δεν θα ακούσεις σκληρά φωνητικά ούτε για γεύση, δεν θα ακούσεις death metal, νότες, θα νοιώσεις όμως πόσο μεγάλες επιρροές υπήρξαν στην μουσική διαδρομή του Åkerfeldt οι KING CRIMSON, JETHRO TULL, CREAM, αισθάνεσαι πως υπογράφει ένα τελεσίγραφο με τις εμμονές του, και τις κάνει δημιουργία. Δηλώνει δε, πως δεν τους ενδιαφέρει η γνώμη των άλλων, και πως αν οι death-metal οπαδοί δεν το αντέχουν, αυτό είναι δικό τους πρόβλημα.(άμα σου μπει κάτι στο μυαλό…!). Ξεκινώντας με ένα υπέροχο intro, το ομώνυμο Heritage γεμάτο από νότες πιάνου, δίνει την σκυτάλη στο The Devils Orchard ‘όπου τείνει να γίνει και το single, αν και δεν είναι η κορυφή τους στο άλμπουμ, είναι απλά αυτό που θυμίζει πιο πολύ OPETH! Ερχόμενο το I Feel The Dark σε κάνει να αισθανθείς την βαρύτητα του, ατμόσφαιρες, κλασική κιθάρα, ξεσπάσματα, space σημεία και πλούσια δόση hammonds. Το Slither έρχεται όντως να κάνει την έκπληξη, ότι πιο γρήγορο, μια αφιέρωση ας πούμε στο μέγιστο και ανυπέρβλητο DIO, ένα γνήσιο prog ’70 κομμάτι, με επιρροές ξεκάθαρες από DEEP PURPLE & RAINBOW, προσαρμοσμένο στα OPETH δεδομένα. Πειραματισμός στο έπακρο, ατμοσφαιρικές slide κιθάρες, μυρωδιά jamming σε κάποια σημεία, σχεδόν ακουστικό το Nepenthe”. Το Haxprocess και αυτό με καλοδουλεμένες κιθάρες και φωνητικά όμορφα, μακρινούς νοσταλγικούς ήχους. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και μάθημα κλασικής κιθάρας. Ένα αλλόκοτο κομμάτι συνεχίζει, κάνοντας σε να πιστεύεις προς στιγμή πως μπορεί να βρίσκεσαι και στην ζούγκλα. Στο Femine συμβαίνουν όλα αυτά.  Παράξενοι ήχοι, που σου αφήνουν την γεύση της αγωνίας, της περιπέτειας, πιο oriental ρυθμοί αλλά όλα αυτά για περίπου 1 λεπτό, μετά αλλάζει πάλι, γλυκαίνει με το πιάνο και πνευστά. Το The Lines In My Hands κατ’ εμέ είναι το καταπληκτικό κομμάτι του άλμπουμ. Τα πλήκτρα έχουν την τιμητική τους, η δεξιοτεχνία του κιθαρίστα περίσσια ενώ το μπάσο δίνει ρεσιτάλ! 
Σε ένα τίτλο μέσα χώρεσε το 2ο μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι, το Folklore”. Και ο τίτλος σε καθοδηγεί τι θα ακούσεις. Σίγουρα θα γίνει πηγή έμπνευσης για πολλούς νέους φιλόδοξους κιθαρίστες. Το outro είναι το ίδιο εξαίσιο με την εισαγωγή. Το Marrow Of The Earth”, ένα καθαρά κιθαριστικό κομμάτι, με λίγα πλήκτρα στο τέλος, σου αφήνει μια γλυκιά θλίψη νοσταλγίας, χωρίς να σε ρίχνει όμως. Το όνειρο λοιπόν του M.  Åkerfeldt έγινε πραγματικότητα, και το απωθημένο του, άλμπουμ, χωρίς να θέλω να κρύψω όμως την σκέψη μου πως τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας, απλά…ακολούθησαν. Ένα υπέροχο άλμπουμ, με έντονους πειραματισμούς, χωρίς να σε κουράζει, κάθε άλλο. Μόλις τελειώσει αναρωτιέσαι, αυτό ήταν? Για μένα μέσα στα καλύτερα της χρονιάς. Απλά απολαύστε το, χωρίς δισταγμό.
“Led the blind, Searched to find, A pathway to the sun, Saw the signs, Intertwined..”/The Devil’s Orchard

ΕΛΕΝΗ ΛΙΒΕΡΑΚΟΥ

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...