Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

BACKDRAFT: “This Heaven Goes To Eleven”

Αναδημοσίευση από
το www.Rockway.gr

Ετούτα εδώ τα παλληκάρια από τη Σουηδία στην εφηβεία τους θα είχαν λιώσει σίγουρα τα βινύλια των ZZ TOP, Lynyrd Skynyrd, Allman Brothers, Free, Mountain, Aerosmith, Ten Years After και Thin Lizzy.

Με βάση λοιπόν το σκληρό southern rock και με δυνατές δόσεις από αλκοολικές stoner και hard rock μελωδίες το “This Heaven Goes To Eleven” είναι ένα εξαιρετικό άλμπουμ.
Οι κιθάρες των Robert Johansson & Jon Sundberg ξεθαμμένες από τα τιμημένα ’70 μας ξυπνούν ευχάριστες αναμνήσεις από τις μεγάλες μπάντες εκείνης της εποχής, το ρυθμικό υπόβαθρο των Mats Rydström (μπάσο) & Niklas Matsson (ντραμς) πιστό στους “δασκάλους του” προσθέτει δυναμική και τσαμπουκά στο δίσκο ενώ η φωνή του Jonas Åhlén πετυχαίνει να γίνεται παράλληλα άγρια, ερωτική, θυμωμένη, νοσταλγική και να οδηγεί τους Backdraft με απλό και εμπνευσμένο τρόπο σε υψηλά hard rock μονοπάτια.
Τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι το φοβερό “Yesterday’s & Tomorrows” όπου η μελωδία θυμίζει έντονα τον μακαρίτη Phil Lynott, το ψυχεδελικό “Wheel of No Fortune” με ένα εξαίσιο ταξιδιάρικο ρεφρέν και με εισαγωγή που νομίζεις ότι την τραγουδά ο D. Coverdale, τα καταπληκτικό “No Love” και “Stand” καθώς επίσης και το ισοπεδωτικό “Idiot”.
Συνολικά μιλάμε για ένα άλμπουμ που έπρεπε να είχαν βγάλει εδώ και πολύ καιρό οι Black Crowes αλλά λίγο δύσκολο να συμβεί μιας και φαίνεται τους πρόλαβαν οι πέντε «παγωμένοι» hard rockers από τη Σουηδία.
Άξιοι και ικανοί… μην τους χάσετε!

Φώτης Μελέτης

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

VICIOUS RUMORS: “Razorback Killers”

Αναδημοσίευση από
το www.Rockway.gr

Μια από τις πιο εμβληματικές και λιγότερο γνωστές Αμερικάνικες power metal μπάντες, επιστρέφει με έναν δίσκο δυναμίτη.
Ο θείος Geoff Thorpe και η παρέα του επιστρέφουν, συνεχίζοντας από εκεί που σταματήσανε με το προηγούμενο άλμπουμ “Warball πριν 5 χρόνια.
Έχοντας κρατήσει στοιχεία της πρόσφατης ιστορίας τους και με νέα μεταγραφή πίσω από το μικρόφωνο, τον Brian Allen (Last Empire), λοξοκοιτάζουν προς το ένδοξο παρελθόν τους και μας σερβίρουν συμμετρικά ασυμβίβαστο metal στον καλύτερο δίσκο τους από την εποχή του Carl Albert. Με το πρώτο κιόλας κομμάτι, “Murderball”, μια καταιγίδα από riffs ξεχύνεται και το ρεφραίν φέρνει στο μυαλό εποχές 1990-91. Τα φωνητικά έχουν τσαμπουκά, ενώ δεν λείπουν και πολλές aggressive στιγμές.
Παρόλα αυτά έχουν πάθος και μεγάλο εύρος, που εκτείνεται από αγριάδα μέχρι τσιρίδες. Σίγουρα δεν μπορούμε να μιλάμε για απόλυτα κλασικό 80s power metal, αφού υπάρχει και πιο σύγχρονη αύρα, ενώ σε σημεία φέρνει στο μυαλό το metal των Judas Priest εποχής “Jugulator” και λοιπών παρόμοιων ακουσμάτων, με ενδεικτικό κομμάτι το “Blood Stained Sunday”.
Δεν παύει παρόλα αυτά, να παραμένει ένα καυτό US power metal άκουσμα. Υπάρχουν επίσης και αρκετά thrash riffs όπως στο “Razorback Blade” και το ισοπεδωτικό “Axe To Grind”, ενώ όλα τα τραγούδια εμπλουτίζονται με καταπληκτικά solos και φοβερή κιθαριστική δουλειά. Δεν είναι υπερβολή να πούμε, ότι παρά τα εντυπωσιακά φωνητικά, περιμένεις τη στιγμή που δεν θα υπάρχει φωνή για να ακουστούν οι κιθάρες σε πρώτο ρόλο.
Το “All I Want Is You” είναι κομματάρα που μπαίνει με φοβερή διπλή κιθαριστική μελωδία, δυναμικά τύμπανα και ακολουθεί μια ογκώδης riff-αρα που σου πατάει ένα αόρατο κουμπί, κάνοντας το κεφάλι να κουνιέται πάνω – κάτω, ενώ στο “Rite Of Devastation” το κεφάλι αυξάνει ταχύτητες και δίνει τη σκυτάλη στο καταπληκτικό “Deal With The Devil” με τις φοβερές εισαγωγικές κιθάρες (πάλι). Είχα καιρό να ακούσω ένα τόσο καλό κιθαριστικό power άλμπουμ και δηλώνω απόλυτα ικανοποιημένος. Δυνατό, άγριο και άκρως μεταλλικό.
Ανυπομονώ για το τέλος του Απρίλη που θα τους δω ζωντανά στο Keep It True festival της Γερμανίας.

Ανδρέας Ανδρέου

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

KING’S Χ: “Live Love in London”

Αναδημοσίευση από
το
www.Rockway.gr

Εδώ και πάρα πολλά χρόνια οι αμερικανοί King’s Χ μας ταξιδεύουν σε αυθεντικά hard rock μονοπάτια και ακολουθούν τον έντιμο δρόμο μίας σοβαρής και χωρίς περιττούς θεατρινισμούς, γνήσιας μπάντας.
Οι King’s Χ μπορεί να είχαν τους κριτικούς μαζί τους αλλά δεν είχαν ποτέ την μεγάλη “στρατιά” οπαδών, όμως είχαν πετύχει κάτι πιο σημαντικό, κατά την άποψη μου, και αυτό δεν ήταν άλλο από το σεβασμό και την εκτίμηση όλων εκείνων που πραγματικά με το πέρασμα των χρόνων έχουν κατανοήσει γιατί αγαπούν τη συγκεκριμένη μουσική.
Το “Live Love in London” ηχογραφήθηκε το 2009 με το σκεπτικό ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο το group, και σύμφωνα με δηλώσεις των μελών του, είχαν μεγάλη αποδοχή από το κοινό, σε σημείο να δίνουν sold out live από το ξεκίνημα της καριέρας τους, όταν στην Αμερική, τους σνόμπαραν σε εκνευριστικό βαθμό.
Μέσα λοιπόν σε δύο ώρες αποτυπώνεται η τραγουδιστική -και μη ξεχνάμε- η σπουδαία στιχουργική διαδρομή ενός εκ των σημαντικότερων και πιο αδικημένων συγκροτημάτων που έβγαλε η rock μουσική.
Στο συγκεκριμένο dvd δεν πρόκειται να δείτε ούτε τα θεαματικά σκηνικά που έχουν οι Iron Maiden, ούτε πρόκειται να δείτε την γκλαμουριά σε ύφος Bon Jovi, αλλά αντιθέτως θα βιώσετε μία έντονη hard rock ιεροτελεστία από τρεις τύπους που έχουν για “καλλιτεχνικούς μέντορες” τους Beatles, τους Mountain, τους Free, τους Rush, τους Funkadelic και φυσικά τον θρυλικό κιθαρίστα Jimi Hendrix.
Κομμάτια όπως τα “Pray”, “Dogman”, “Looking For Love”, “Over My Head” (απίστευτη εκτέλεση), “Visions”, “Black Flag”, “It's Love” δίνουν το πραγματικό στίγμα μιας ψυχωμένης και έντιμης μπάντας σε ένα κοινό που ευτυχώς γνωρίζει πολύ καλά το μέγεθος και την αξία των King’s X.
Τέλος, οι φανατικοί του σχήματος μπορούν να αγοράσουν και σε διπλό cd/dvd το “Live Love in London” όπου θα βρουν στα extras ένα πολύ ενδιαφέρον “behind the scenes” όπως και δύο σπάνιες live εμφανίσεις του 1990, πάλι στο Λονδίνο.


Φώτης Μελέτης

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

JOLLY: "The Audio Guide To Happiness / part1 "

Ή αλλιώς , πώς να πάτε από τον σωστό -ηχητικό- δρόμο στην ευτυχία. Διασκεδάζω πια στην ιδέα και διαπίστωση πως στον κόσμο του progressive γενικότερα συμβαίνουν τα πιο παράδοξα.
Οι JOLLY κάνουν όλο αυτό το ταξίδι από την Νέα Υόρκη, για να μας δείξουν τον δρόμο αυτόν, τουλάχιστον προσπαθούν. Δεύτερο studio album με progressive - alternative rock προορισμό. Βέβαια ώσπου να τελειώσει το άλμπουμ έχεις αναρωτηθεί πάρα πολλές φορές τι είδος τελικά παίζουν.
Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή , οι JOLLY είναι η μπάντα που προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει την έννοια της μουσικής εισβολής στο εγκεφαλικό και νευρικό σύστημα των ακροατών. Είναι αυτοί που χρησιμοποιούν τα γνωστά για κάποιους - κυρίως στην ιατρική- BINAURAL BEATS ή TONES.
Με λίγα λόγια θα αναφερθώ στην συγκεκριμένη ηχητική επανάσταση για να γίνει και πιο κατανοητή η παρουσίαση του άλμπουμ. Είναι οι ήχοι που έχουν υποστεί κάποια συγκεκριμένη ηχητική επεξεργασία για να προκαλούν ερεθίσματα στον ανθρώπινο εγκέφαλο όπως αυτά της διάθεσης του διαλογισμού, της χαράς, της ευτυχίας, της χαλάρωσης. Οι συνέπειες λοιπόν των ήχων αυτών στα brain-waves εξαρτώνται καθαρά και μόνο από την διαφορά των συχνοτήτων σε Hz. Χρησιμοποιούνται δε ευρέως στην νευρο-ψυχολογία. Οι JOLLY λοιπόν έχουν προσπαθήσει κατά τα λεγόμενα τους να συνδυάσουν στο νέο τους άλμπουμ, την τέχνη της μουσικής με κοινωνιολογικά, νευρολογικά δεδομένα, σε ένα σύστημα που αποτελείται από 4 φάσεις. Οι πρώτες 2 φάσεις καταγράφονται στο άλμπουμ αυτό στο "part1". Η ιστορία όμως πια είναι εδώ? Κατά πόσο το άλμπουμ μας παρέχει αυτές τις ιατρικές εξελίξεις ή πως μπορεί να σταθεί σαν νέα κυκλοφορία μέσα στην μουσικό στίβο? Αν ξεχάσουμε την προαναφερθείσα εισαγωγή έχουμε ένα αρκετά καλό άλμπουμ, παράξενα δουλεμένο, με αρκετά σημεία θα έλεγα που θέλουν να κάνουν την διαφορά.
Μια εισαγωγή σχεδόν 1 λεπτού διάρκειας, (Guidance One) σε space ατμόσφαιρες που είναι και ο οδηγός ακουστικής ψυχο-εγκεφαλικής κατεύθυνσης (!). με το Ends Where It Starts, έχουμε ένα βαρύ κομμάτι, με πολύ ωραία φωνητικά, heavy riffs και χαρακτηριστικό bass.
H συνέχεια, Joy, θα πέσει σε βαρύτητα θα γίνει πιο rock , και εδώ τα φωνητικά είναι συν. Pretty Darling, και συνέχεια σε rock ρυθμούς πιο pop αυτή τη φορά με κάποια distortions αλλά και ίσως και το πιο αδιάφορο κατ εμέ σημείο του άλμπουμ. Με το The Pattern, αρχίζει μια άλλη ταχύτητα να παίρνει μέρος, με ωραία γυρίσματα, έξυπνη σύνθεση, και εδώ το bass είναι στα φόρτε του, και αρκετά heavy riffs, ενώ με το Storytime, εμφανίζεται πια η πολυπόθητη ηρεμία, ένα κομμάτι όμορφο.
Guidance Two,
και οι οδηγίες προς "ναυτιλλομένους" συνεχίζονται, με αντίστροφη μέτρηση είσαι έτοιμος να περάσεις στην δεύτερη φάση. Αλλάζει το ύφος εδώ με το Still A Dream, άλλοι ρυθμοί και για να είμαι ειλικρινής κάποια στιγμή είπα κιόλας, πως μου θύμισαν τους Muse.
Το Radiae, είναι ένα απλό κομμάτι με βαρύ τέλος, στο Where Everything's Perfect, πραγματικά θα μπερδευτώ λιγάκι, είναι υπερβολικό, σε pop & heavy φόρμουλες, και περιμένω το επόμενο Dorothy's Lament, που ως θαύμα θα είναι πιο ήσυχο, το Intermission, δεν είναι άλλο από την έξοδο, που σε οδηγεί στο δεύτερο cd, και στις επόμενες 2 φάσεις.
Αν λοιπόν δεν λάβω υπόψη την φιλοσοφία της μπάντας στην αναφορά στα Binaural Beats, έχουμε να κάνουμε με ένα rock-heavy-pop album που προσπαθώ να καταλάβω προς τα πού γέρνει, αν πάλι το αντιμετωπίσω σαν την "χαρά της ζωής", θα αρχίσω να ψάχνομαι πραγματικά γιατί εμένα όχι δεν με "ηρέμησε" αλλά με τσίτωσε κιόλας σε κάποια σημεία.
Ένα άλμπουμ παγίδα, που όμως εξαρτάται από πια πλευρά θα το "κοιτάξεις".
Ελένη Λιβεράκου

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

EUROPE - O2 Shepherd’s Bush Empire, Λονδίνο (19/02/11) Balls N’ Banners UK Tour

So, να’ ναι καλά ο ρουφιάνος που λέγεται… Facebook και ήξερα από πριν ότι θα γινόταν ένα ματς μεταξύ των Πολωνών και Πορτογάλων fan για το ποιός θα κάτσει στις μπροστινές θέσεις. Άλλωστε βρίσκονταν εκεί από τις 8 πμ. Και τέτοια μπάντα κατ’ εμέ, μόνο μπροστά αξίζει να τη βλέπεις…άσε που δεν έκανα τόσα χιλιόμετρα για να βλέπω κεφάλια άλλων και στο βάθος κήπος. Συνεπώς, πήρα την Βίκυ και από τις 14:00 ήμασταν εκεί. Αφού λοιπόν, αντέκρουσα επιμελώς το αίτημα της φίλης μου, να γυρίσει στο ξενοδοχείο να βάλει μάσκαρα και κραγιόν, της επέτρεψα να φάει μεσημεριανό και μετά… καραούλι.

Με ένα sold out O2 Shepherds Bush Empire από νωρίς όπως ήταν αναμενόμενο, κατά τις 19:00 (ώρα Ελλάδας πάντοτε), δεν έπεφτε καρφίτσα απ’ έξω και επιδιδόμενες στο απαραίτητο «σπρωξίδι» με το κατάλληλο south-European ταμπεραμέντο μας, καταλήξαμε 3η σειρά από μπροστά. Ωραίο venue το O2. Μικρό και βολικό. Χεχε. Οικογενειακό περιβάλλον, βρε παιδί μου. Τώρα για το αν πληρούσε τις προδιαγραφές, ώστε να γυριστεί εκεί το DVD...θα δείξει.

Το live άνοιξαν οι τοπικοί alternative rockers, Voodoo Johnson. Ωραία μπάντα με δυνατά riffs, το μπάσο μπροστά και με καλά κομματάκια, αλλά με έναν εχμ… λίγο ανεπαρκή τραγουδιστή και έναν γλυκούλη (κατά τη Βίκυ) μπασίστα. Αυτό που μου έμεινε, ήταν η δήλωση του έκπληκτου τραγουδιστή, που αφού ευχαρίστησε τους headliners για την τιμή που τους κάνανε να τους επιλέξουν ως support στην βρετανική τους περιοδεία, δεν μπορούσε να πιστέψει έλεγε, ότι μετά από 25 χρόνια, οι Europe έχουν τόσο κόσμο να τους ακολουθεί πιστά…άντε και στα δικά σας πήγα να πω αν και δεν…

Μετά από μισή ωρίτσα, βγήκαν στη σκηνή επιτέλους, οι Σουηδοί θεοί. Τα πάντα έκαναν «κρα» ότι πρόκειται για UK tour… από το τεράστιο πανό με σταμπαρισμένη τη σημαία της Γηραιάς πάνω στο γνωστό spiked trademark μηλαράκι του Last Look At Eden άλμπουμ και το δερμάτινο τζάκετ του Leven επίσης μπανταρισμένο με λωρίδες της αγγλικής σημαίας, μέχρι τα φώτα -αχ αυτά τα φώτα- έντονο μπλε (αλά Live From The Dark φάση), έντονο κόκκινο (αλά φανάρια Λιοσίων και Φυλής), και λωρίδες φωτός σε έντονο λευκό πάνω στα drums του θεόμουρλου Ian Haugland.

Η αρχή έγινε με το απαραίτητο εισαγωγικό πλέον Prelude, που ομοίως ανοίγει και το τελευταίο τους άλμπουμ και η αντίδραση του κόσμου –εννοείται ότι δεν λέω για αντίδραση Βίκυς, με ξεκούφανε- στους βαρύτονους brass ήχους των πλήκτρων του Mic Michaeli, σκέτο ντελίριο και η μαγευτική επικοινωνία του frontman και φυσικού ηγέτη της μπάντας Joey Tempest, με τους πιστούς του ξεκινά… είναι γνωστός άλλωστε για την χημεία που έχει με τον κόσμο και την εμπειρία στα live, οπότε τι να πω.. Obey Your Master. Κι αφού η ντελιριακή πραγματικά εισαγωγή να μας έχει ήδη συνεπάρει, κάνει μπάσιμο το επιβλητικό Last Look At Eden. Αν στουντιακά ακούγεται άψογο, live λειτουργεί δέκα φορές πιο άψογα. Και τι την θέλαμε την DVD οπτικοποίηση, οέο? Μας τσάκισε στις ποζεριές ο «στρατηγός». Με τους μισούς φωτογράφους μπροστά στη μούρη μας, χαμηλό το stage και στενόχωρα μεταξύ σκηνής και κοινού, αποφάσισαν να τους βγάλουν στην τάφρο σε δυο δόσεις. The Beast για την συνέχεια (με acapella στην αρχή το ρεφραίν) με τη δεύτερη δόση φωτογράφων μπρος στη μούρη μας, κι ενώ τα ταλαίπωρα ματάκια μας να κάνουνε αστράκια από τα φλας, εμείς να προσπαθούμε να ξεχωρίσουμε τα είδωλά μας και να χτυπηθούμε στους heavy metal ρυθμούς του κομματιού. Ώρα να ροκάρουμε και νωρίς νωρίς το Rock Τhe Night κάνει την εμφάνιση του και το κοινό να έχει ζεσταθεί για τα καλά. Χωρίς τα περιττά vocal games η μπάντα αποδίδει ατόφιο το all time liveάδικο” superhit και ο πανικός συνεχίζεται με το κρυφό διαμαντάκι που ακούει στον τίτλο Scream Οf Anger, χωρίς σαρδάμ αυτή την φορά και χωρίς να πέσει ο Τempest από κανένα monitor, lol!). Ρίχνοντας προσωρινά τους ρυθμούς με τα No Stone Unturned και την υπέροχη ψυχεδελική εισαγωγή του Mic, το διαχρονικό Carrie (εδώ ερωτευόμαστε!) σε full album version επιτέλους και ανεβάζουμε στροφές ξανά με το The Getaway Plan από το πολύ πρόσφατο παρελθόν του Secret Society.

«Αν δεν υπήρχε αυτός, κανείς από μας δεν θα ήταν εδώ σήμερα…Τhis one is for you Gary!» Τάδε Έφη Tempest και…The Loner. Εδώ η στιγμή ανήκει στον μάγο της εξάχορδης, John Norum. Ο Νορβηγός αποτίει φόρο τιμής στον μέντορά του, τον πρόσφατα αδικοχαμένο Gary Moore, ο οποίος τον επηρέασε όσο κανένας άλλος κιθαρίστας σ’αυτόν τον πλανήτη. Συγκινητικές στιγμές πραγματικά. Η σκυτάλη στο “ξεχασμένο” από πολλούς Seventh Sign, από το αμφιλεγόμενο Prisoners…άλμπουμ του ’91 και επιστροφή στο σήμερα με New Love In Town, όπου ο Tempest το αφιέρωσε στο μοναχογιό του. Κάπου εδώ μάθαμε επίσης ότι την μελωδία την είχαν γράψει με τον Mic, ντίρλα both, επί εποχής Prisoners In Paradise… αλλά οι στίχοι γράφτηκαν με τα γεννητούρια (δήλωσε και κουρασμένος μπαμπάς.. λες και αλλάζει πάνες. Χαλάρωσε λίγο, ρε chief!). Η συνέχεια δόθηκε με τα Love Is Not The Enemy (άνευ ντουντούκας πλέον), More Than Meets The Eye (!!!!!!!) και ένα άκρως διασκεδαστικό drum solo από τον -είμαι μαλωμένος με κάθε είδους υπόδημα- Ian Haugland με χαλί, το William Tell Overture του Rossini που τόσο αγαπήσαμε από τις ταινίες του Βέγγου (άλλωστε… τι άλλο να έπαιζε το τρελό ξυπόλητο τάγμα, χαχα). Άλλοι τρεις δυναμίτες πριν το encore και τα Always The Pretenders, Start From The Dark και Superstitious αποδεικνύουν την δυναμική της μπάντας τόσο στις νέες όσο και στις παλαιότερες συνθέσεις. Μετά από ένα μικρό και απαραίτητο διάλειμμα και την μπάντα να τα έχει δώσει όλα, επιστρέφουν για το encore λίγο πριν το κλείσιμο της βραδιάς με ένα ολοκαίνουργιο κομμάτι ονόματι Doghouse και τον Tempest με την λευκή του Gibson να συνοδεύει τον Norum. Πω πω… πόσο επηρεάζει τελικά ο έγγαμος βίος…σαν πρώτο single καλύτερο από το LLAE στο ύφος των AC/DC, αν τελικά αποφασίσει το “big boss” να το συμπεριλάβει στο νέο άλμπουμ. Ότι είπε λέω, να εξηγούμαστε. Και μ’ αυτά και μ’ εκείνα φτάσαμε στην κορύφωση του live. Είχε έρθει η ώρα για το απόλυτο megahit της βραδιάς, τον φυσικό ύμνο και δεν-φεύγουν-αν-δεν-το-παίξουν, The Final Countdown. Δικαίως ιστορικά αναδείχτηκε υπερκόμματος, αφού η μελωδία του και μόνο μέχρι σήμερα, αρκεί για να ξεσηκώσει ένα ολόκληρο πλήθος στο άκουσμά του.

Συνοψίζοντας λοιπόν, το setlist μου φάνηκε λίγο τετριμμένο. Δεν είδα τι περιλάμβανε το περσινό UK tour… αλλά anyways. Μου φάνηκε ότι ήταν σχεδόν το ίδιο. Ο ήχος ήταν πολύ καλός, τα φωτά λίγο ενοχλητικά, ο κόσμος τέλειος, ο Joey λίγο έως πολύ υπερβολικός στις κινήσεις του και αρκετά στημένος (ας όψεται το γύρισμα… είπαμε!). Αν και είχαν ορισμένα τεχνικά προβληματάκια. Άλλαξε δυο πετάλια o Norum, έσπασε χορδή του Joey στα μισά του Doghouse και φάγαμε 3 λεπτά με τον Norum να αυτοσχεδιάζει μέχρι να του δώσουν άλλη κιθάρα… κάτι που επίσης με τα περίεργα κενά μεταξύ των κομματιών, μας στοίχισε δύο ως και τρία(!) μπορώ να πω ακόμα τραγούδια…(ένα Cherokee παρακάλαγε ο κόσμος στο τέλος ή ένα Seven Doors Hotel). Με χάλασε ωστόσο που δεν έπαιξαν ούτε ένα από το πρώτο albumKαι άντεχαν παραπάνω από μία ώρα και ένα τέταρτο, όπου θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν ένα Catch That Plane ή ένα Gonna Get Ready


Είπαμε όμως. Η γκρίνια σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι υποκειμενική και όλα ήταν απλά... Τ-Ε-Λ-Ε-Ι-Α!!!


Setlist:

Prelude

Last Look At Eden

The Beast

Rock Τhe Night

Scream Οf Anger

No Stone Unturned

Carrie

The Getaway Plan

The Loner (Gary Moore cover)

Seventh Sign

New Love In Town

Love Is Not The Enemy

More Than Meets The Eye

Drum solo (Rossini’s William Tell Overture)

Always The Pretenders

Start From The Dark

Superstitious

----------------------

Encore:

Doghouse

The Final Countdown


Χρυσάνθη
Καράβη


WHITESNAKE: “Forevermore”

Αναδημοσίευση από
το
www.Rockway.gr

Έρχονται στιγμές που το δωμάτιο σου μοιάζει να πάλλεται και να δονείται από ήχους και ερμηνείες που σε γαλούχησαν ώστε να λατρέψεις αυτή τη μουσική.
Είναι στιγμές που νιώθεις πως το σύμπαν ολόκληρο αναποδογυρίζει από ένα τραγούδι ή ένα άλμπουμ που μπορεί να σε σημαδέψει για πολλά χρόνια.
Μέσα λοιπόν σε αυτή τη ζάλη, το σκοτάδι γίνεται η αιωνιότητα και σκεπάζει τα πάντα γύρω σου ενώ οι άγριες μελωδίες και οι ρυθμοί σου δημιουργούν ένα ανεπανάληπτο ηφαίστειο συναισθημάτων.
Η λάβα αυτού του ηφαιστείου έρχεται να εκραγεί ξανά ώστε να κάψει μυαλό, ψυχή και καρδιά. Όλη αυτή η ποιητική εισαγωγή είναι απλά για να περιγράψω πως νιώθω ακούγοντας το θηρίο φίλοι μου. Και το θηρίο είναι ανήμερο και ονομάζεται WHITESNAKE και μάλλον λίγοι προβλέπεται να την γλυτώσουν.
Έχουμε και λέμε λοιπόν, μετά το πρώτο δυνατό σκίρτημα που έπαθα ακούγοντας τη νέα δουλειά των Whitesnake ήρθε η ώρα να σοβαρευτώ και να γράψω για το “Forevermore”. O David Coverdale φαίνεται ότι έχει βάλει το στοίχημα της αιωνιότητας και παρόλο που έχει καβαλήσει για τα καλά τα 60 παραμένει σαν το παλιό κρασί με γνήσιο άρωμα, αυθεντική μυρωδιά και μοναδική υπέροχη γεύση. Μην κάνετε λοιπόν το λάθος που έκανα και εγώ να αναζητήσετε αδύναμες ή κακές στιγμές γιατί κι αυτές που υπάρχουν σε τούτο το άλμπουμ γίνονται γοητευτικές.
Coverdale με το “Forevermore” ξαναγεννιέται από τη δισκογραφική μετριότητα που είχε τα τελευταία χρόνια και μας ξαναθυμίζει ότι παραμένει ο σέξι ελκυστικός, ερωτικός τραγουδιστής που σαγηνεύει και παραπλάνα με τις ερμηνείες του, κορίτσια και αγόρια όλων των ηλικιών.
Ο δίσκος ξεκινά με το δυναμικό “Steal You Heart Away” και η μελωδία της φυσαρμόνικας δένει άριστα με τις slide κιθάρες στις οποίες κυριαρχεί η προσωπικότητα του Doug Aldrich που εκτοξεύει κεραυνούς και αστραπές ενώ η φωνάρα του David Coverdale είναι ερεθιστική σε σημείο αποπλάνησης.
Δεύτερο κομμάτι έχουμε το“All Out of Luck” και οι κιθάρες θερίζουν κανονικότατα και σε αυτό έχει βάλει το χεράκι του και ο τρομερός Reb Beach ενώ ο Coverdale παρόλα τα χρονάκια του φαίνεται ότι δεν έβαλε μυαλό… και επιμένει να στήνει ερωτοδουλειές. Η αγριάδα και τα ανεβοκατεβάσματα στη φωνή του μας γυρνάνε ευχάριστα πολλά χρόνια πίσω. Ακολουθεί το “Love Will Set You Free” που είναι το πρώτο single του δίσκου χωρίς να εντυπωσιάζει αρχικά όπως τα προηγούμενα κομμάτια όμως όσο το ακούς συνέχεια σου κολλάει η μελωδία του ρεφρέν. Ύπουλο κομμάτι…
Το “Easier Than Done” έρχεται για να μας συναρπάσει από την πρώτη νότα με την υπέροχη μελαγχολική εισαγωγή ενώ η γλυκιά ερμηνεία του γερόλυκου καταφέρνει να δημιουργεί ανατριχίλες.
Η συνέχεια ανήκει στον hard rock δυναμίτης που ονομάζεται “Tell me How” με ένα ρεφρέν που σε σαρώνει. Οι κιθάρες εδώ “γεμίζουν” την σύνθεση με απίστευτα μικρά έξυπνα σόλα ενώ βοηθούν και τα keyboards με τις λεγόμενες «γέφυρες» να μας θυμίζουν περιόδους ’80 και τον Coverdale να ουρλιάζει… Baby, Baby(δεν βάζει μυαλό ο παλιόγερος).
Μετά έχουμε τα “I Need You(Shine A Light)” με κουπλέ που θυμίζει τα πρώτα άλμπουμ της μπάντας και με το background να δίνει ένα πιο δυναμικό τόνο στο τραγούδι ενώ το “One of These Days” θα το χαρακτήριζα ένα μέτριο ήρεμο τραγουδάκι.
Στη συνέχεια έχουμε τρομερά κομμάτια με το “Love and Treat me Right” να μας επαναφέρει στη “σκληρή πραγματικότητα” όπου οι hard ‘n blues αναφορές έχουν την τιμητική τους ενώ τα ερωτιάρικα καλέσματα του Coverdale συνεχίζονται αφού η φωνή του ακούγεται περήφανη, απαιτητική, ελκυστική και δυνατή σε σημείο να αναρωτιόμαστε μήπως τραγουδά κάνα κλώνος...
Ακολουθεί το φανταστικό “Dogs in the Streets” από τα καλύτερα τραγούδια του άλμπουμ που θυμίζει έντονα το “Bad Boys”. Mε το ρεφρέν λες και έχει βγει από τον αξεπέραστο δίσκο του 1987.
Η μπάντα κεντάει με μοναδική δεξιοτεχνία και ηχεί oρμητική, heavy, διεκδικητική και φυσικά ανανεωμένη με τις κιθάρες σε αυτό το κομμάτι να οργιάζουν κυριολεκτικά. Είπαμε ο Doug Aldrich έχει κάνει σπουδαία δουλειά και σε αυτόν οφείλεται μεγάλο μέρος της επιτυχίας του δίσκου.
Έπειτα έχουμε την ημιμπαλάντα “Fare Thee Well” η οποία δεν έχει κάτι που να σου μένει και ξεχωρίζει μόνο για την βραχνή ερμηνεία που θυμίζει λίγο από Rod Stewart.
Για το “Whipping Boy Blues” όλα τα λεφτά είναι η διαβολική εισαγωγή του κομματιού που στη συνέχεια γίνεται εκρηκτική λες και την ξέθαψαν από τα συρτάρια των στούντιο που έγραφαν το “Lovehunter” και το “Slide It In”. Σειρά έχει το έξοχο “My Evil Ways” όπου συνδυάζονται τέλεια οι δύο χρυσές εποχές των Whitesnake με blues βάσεις και τα ντραμς να απογειώνουν κι άλλο το κομμάτι. Κλείνουμε με το αξεπέραστο “Forevermore”. Ένα συγκλονιστικό τραγούδι με ελαφρές ανατολίτικές και zeppelin επιρροές.
Η μελωδία, η απόδοση, οι στίχοι, το ύφος δικαιολογούν απόλυτα για ποιο λόγο ονομάστηκε με αυτό τον τίτλο το άλμπουμ. Από τα καλύτερα κατά την ταπεινή μας γνώμη τραγούδια στην ιστορία της μπάντας. Για επίλογο αδυνατώ να βρω άλλα λόγια γι να περιγράψω πόσο χαίρομαι με το καινούργιο δίσκο ενός γκρουπ που δεν παρέδωσε τα όπλα.
Ευτυχώς ο Coverdale με το “Forevermore” συμπεριφέρθηκε σαν μεγάλος δημιουργός και καλλιτέχνης και σεβόμενος την ιστορία που τον ακολουθεί μάζεψε μία εμπνευσμένη παρέα πέντε φοβερών μουσικών και πέτυχαν να μας χαρίσουν ένα μικρό hard rock κομψοτέχνημα.

Φώτης Μελέτης

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Εξομολογήσεις από τον Mr. Antimatter!

Έχω την μεγάλη χαρά να κάνω πραγματικότητα μια σκέψη και μια επιθυμία που είχα καιρό, και δεν είναι άλλη από το να έχω μια ευχάριστη συνδιάλεξη με τον Mr. Antimatter, που δεν είναι άλλος από τον MICK MOSS.
Μιλάμε για την απίστευτη κυκλοφορία του " Alternative Matter" , τις σκέψεις του, τα πλάνα του, τον ίδιο τον άνθρωπο "Mick", και είναι απολαυστικός.


Φίλε μου Mick γεια χαρά. Καταρχήν πες μου πως είσαι;

Είμαι καλά, ευχαριστώ, έχει βγει λίγος ήλιος στο Liverpool τις τελευταίες μέρες και αυτό πάντα μου ανεβάζει τη διάθεση.
Να υποθέσω πως ένα μεγάλο μέρος «εγκεφαλικής πίεσης» έφυγε τώρα πια έτσι; Όχι, πραγματικά όχι, υπάρχει ακόμα πολλή μουσική στο κεφάλι μου και νιώθω την πίεση τώρα να αρχίσω να δουλεύω και να την ηχογραφήσω, μετά από τόσο καιρό ενασχόλησης με ήδη γραμμένη μουσική παρά νέες ηχογραφήσεις. Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που δούλεψα για τελευταία φορά πάνω στο "Leaving Eden" και τώρα έχω δύο άλμπουμ, δύο διαφορετικές ιδέες, που δεν αφήνουν το κεφάλι μου να ησυχάσει.
Τι ήταν για σένα η ολοκλήρωση και πραγματοποίηση του ALTERNATIVE MATTER; Ήταν μεγάλη ανακούφιση για δύο λόγους. Πρώτον, σήμαινε ότι το αρχείο των ANTIMATTER επιτέλους συμπεριλήφθηκε σε μια αξιόλογη κυκλοφορία και δεύτερον, ότι πλέον ήμουν ελεύθερος να κοιτάζω το μέλλον παρά το παρελθόν. Ήταν πολύ πιεστικό για εμένα τα τελευταία χρόνια μιας και μου ήταν αδύνατο να αρχίσω να δουλεύω στο επόμενο στούντιο άλμπουμ των ANTIMATTER λόγω του ότι ήμουν υποχρεωμένος να τακτοποιήσω τα αρχεία. Σε όλη τη διάρκεια έβλεπα σχεδόν όλους τους φίλους και τους συναδέλφους μου να κυκλοφορούν νέα άλμπουμ τη στιγμή που τα δικά χέρια ήταν δεμένα. Αλλά είμαι περήφανος για τη δουλειά που έκανα, καθώς το "Alternative Matter" είναι μια συλλογή από πολύ αξιόλογες ηχογραφήσεις οι οποίες έως τώρα απλά μάζευαν σκόνη.
Κατά την ταπεινή μου άποψη το ALTERNATIVE MATTER είναι από τις πιο ολοκληρωμένες και «αρχοντικές» δουλειές που έχω δει ποτέ. Αυτό πόσο άμεσα έχει να κάνει με σένα και πόσο με την PROPHECY;

Λοιπόν, είναι μια συλλογή από ακυκλοφόρητες ηχογραφήσεις που έγιναν από εμένα και τον Duncan Patterson τα τελευταία δέκα χρόνια. Μου είναι δύσκολο να πω τί συνδέει το άλμπουμ με τα άτομα που αναμείχθηκαν σε αυτό, είμαι υπερβολικά κοντά στο σκηνικό αυτό για να μπορώ να σχολιάσω.

Ο Mick μετά από αυτό πως είναι? Έχει κατά νου την δημιουργία νέου άλμπουμ. Σωστά;

Ναι, κινούμαι σταδιακά προς την κυκλοφορία του επόμενου στούντιο άλμπουμ και έχω ήδη αρχίσει την προ-παραγωγή. Έχω τη δυνατή παρόρμηση να δουλέψω γρήγορα εξαιτίας του κενού μεταξύ αυτού και του " Leaving Eden" που παρουσιάστηκε από το 'Live@An Club' και το "Alternative Matter" ,αλλά πρέπει να αντισταθώ σε αυτή την παρόρμηση και να δουλέψω ήρεμα δίχως να πάρω βιαστικές αποφάσεις. Αν αρχίσω να κοιτάζω το ρολόι τώρα και να νιώθω την ανάγκη να τελειώσω το άλμπουμ όσο το δυνατόν πιο γρήγορα έτσι ώστε να "εξιλεωθώ" για την παρατεταμένη αναμονή από το τελευταίο άλμπουμ, τότε θα αρχίσω να κάνω λάθη και, εν τέλει, θα το πληρώσει το άλμπουμ.


Mick, είμαστε στην μετά - ALTERNATIVE MATTER εποχή. Τι σημαίνει για σένα αυτό; «έκλεισες» και τα τελευταία κομμάτια του πάζλ με το παρελθόν;

Ναι πλέον γίνεται μια νέα αρχή. Είναι η αρχή μιας νέας ημερολογιακής δεκαετίας και, παράλληλα, μια νέα δεκαετία για τους ANTIMATTER, οπότε σίγουρα υπάρχει η αίσθηση του νέου ξεκινήματος τώρα.

Το νέο δισκογραφικό υλικό θα φέρει νέο αέρα; Διαφορετικούς ρυθμούς; Καινούργια στοιχεία;

Σίγουρα. Στην πραγματικότητα έχω υπάρξει πολύ αρνητικός σχετικά με οτιδήποτε ακουγόταν όπως το "Leaving Eden", το οποίο είναι ένα σοκ για εμένα. Επομένως, το καινούργιο άλμπουμ έχει ένα εντελώς καινούργιο φάσμα κατά την άποψή μου. Αυτή την εβδομάδα τελείωσα το demo για το κομμάτι "Firewalking" και είμαι αρκετά σοκαρισμένος από την κατεύθυνση που έχει πάρει. Το βρίσκω πολύ αναζωογονητικό και σίγουρα θέλω να δω πώς ακούγονται τα υπόλοιπα κομμάτια.

Θα υπάρξουν ενδεχομένως κάποια - ες συμμετοχές έκπληξη
;

Προς το παρόν σχεδιάζω να συνεργαστώ με το ντράμερ Colin Fromont από τους AVERSE όπως επίσης και με την πιανίστα/τραγουδίστρια Lisa Cuthbert. Θα κάνω ηχογραφήσεις στη Γαλλία τον Αύγουστο και επίσης θα ήθελα να (συνεργαστώ) με όποιους βιολονίστες ή τσελίστες βρω εκεί.
Mick, κάποια από τα μοναδικά που σε χαρακτηρίζουν πλέον σαν Mr Antimatter είναι, η ιδιομορφία της φωνής σου, και οι slow tempo ρυθμοί στο ύφος. Θα σκεφτόσουν ποτέ να κάνεις την ανατροπή? Κάτι ίσως πιο «άγριο»;

Ναι, φυσικά, πάντοτε όμως τείνω να κάνω αυτό που φαίνεται σωστό σε μένα και συνήθως αυτό είναι το πιο αργό-προς-μεσαίο tempo.Το κομμάτι "Saviour" από το πρώτο άλμπουμ είναι σε γρήγορο tempo και επίσης έχω ένα κομμάτι που λέγεται "Uniformed and Black" από το επόμενο άλμπουμ, το οποίο είναι αρκετά πιο γρήγορο από οτιδήποτε έχουν ποτέ κυκλοφορήσει οι ANTIMATTER.


Η εκάστοτε δισκογραφική σου δουλειά έχει να κάνει με την κατά καιρούς ψυχολογία σου ή γενικά έτσι είναι ο άνθρωπος-μουσικός Μick Moss;

Ναι ,πράγματι έχω τη σκοτεινή μου πλευρά, όπως όλοι, και από εκεί προέρχονται οι στίχοι μου ,αλλά η σκοτεινή πλευρά μου δεν αντιπροσωπεύει και δεν θα έπρεπε να αντιπροσωπεύει εμένα ως άτομο συνολικά. Γενικά, παρά το ότι είμαι πολύ πεσιμιστής, προσπαθώ να κρατώ τον εαυτό μου "ζωντανό" και-όπως θα σου πει καθένας που με ξέρει-προσπαθώ να δημιουργώ εύθυμη ατμόσφαιρα σε ανθρώπους και καταστάσεις.

Κάποιοι που δεν σε ξέρουν, και που ακούν και την μουσική σου, υπολογίζουν πως έτσι - υποθετικά- να είσαι και στην καθημερινότητα σου, σκοτεινός.. πεσιμιστής.. απρόσιτος.. πληγωμένος.. είσαι;
Όσον αφορά στη μουσική, γράφω οποτεδήποτε βρω το χρόνο, όποτε νιώθω δημιουργικός, γεμάτος ενέργεια ή έμπνευση. Προφανώς δεν είμαι ευχαριστημένος με οτιδήποτε σκεφτώ, πολύ υλικό απλά το πετάω κατευθείαν ,αλλά τα κομμάτια της μουσικής που έρχονται σε μένα με κάποια συγχορδία κρατούνται και φυσικά εξελίσσονται με το χρόνο. Όσο για τους στίχους, έρχονται από ένα εντελώς διαφορετικό μέρος, όπως προανέφερα, ένα πιο αρνητικό μέρος, παρότι η μουσική έρχεται από ένα πιο θετικό μέρος. Παράξενο, χα χα χα! Δεν το 'χα συνειδητοποιήσει ποτέ πριν.

Σε τι φάση βρίσκεσαι τώρα; Σε συναυλιακό επίπεδο τι κάνεις; Και βέβαια να σε ρωτήσω και για την Ελλάδα, έχεις κάποιο live κατά νου στην χώρα μας; Ξέρεις πως οι Έλληνες σε αγαπάμε πολύ έτσι;

Με το που θα σχηματιστεί η live μπάντα μου θα ψάξω για μέρη να την προωθήσω και η Ελλάδα σίγουρα θα είναι στη λίστα με τα πιθανά μου μέρη. Προς στιγμήν είμαστε ακόμα στα παρασκευαστικά στάδια του να συνθέσουμε ένα σετ, ακόμα και χωρίς ντράμερ ,και επικεντρωνόμαστε σε μικρά ακουστικά σετ έτσι ώστε να αποκτήσουμε εμπειρία ενόσω χτίζουμε την ευρύτερη εικόνα. Ακόμα έχουμε εκκρεμότητες με το θέμα της υποστήριξης των MARILLION το Μάιο.

Ο Mick Moss πέρα από μουσικός-καλλιτέχνης τι κάνει σαν απλός άνθρωπος; Πες μου κάποια βασικά πράγματα που σε χαρακτηρίζουν.

Η μουσική είναι η κύρια ενασχόλησή μου, πραγματικά. Περνάω χρόνο με την οικογένειά μου φυσικά και επίσης προσπαθώ να βγαίνω έξω από το σπίτι και να περπατάω έξω για να αποφεύγω τον εκνευρισμό και να βλέπω και άλλους ανθρώπους, πραγματικά όμως αυτό που θέλω να επενδύω το χρόνο μου στη μουσική. Είμαι πιο ευτυχισμένος όταν δουλεύω κάποιο μουσικό πόνημα. Μπορεί να παραπονιέμαι την ώρα εκείνη αλλά αν δε μου άρεσε δεν θα το έκανα, τόσο απλό!

Αν αύριο το πρωί μπορούσες να αλλάξεις κάποια πράγματα στην ροή της άθλιας εξέλιξης της ανθρωπότητας, ποια θα ήταν αυτά;

Θα εμβολίαζα κάθε άνθρωπο με αμοιβαίο σεβασμό προς τους υπολοίπους.


Τι έχεις στο μυαλό σου για το 2011; Πως πιστεύεις πως θα κυλήσει μουσικά η χρονιά για σένα; Πες μου κάτι για τις μουσικές σου προτιμήσεις, κάτι που άκουσες τελευταία και εντυπωσιάστηκες, μια συναυλία που θα ήθελες πολύ να δεις;

Αυτή είναι χρονιά για δουλειά πραγματικά. Δουλειά πάνω στο επόμενο άλμπουμ και τη live μπάντα. Μετά την κυκλοφορία του "Alternative Matter" σκεφτόμασταν κάπως έτσι : "εντάξει, αυτό είναι το τέλος της δεκαετίας ,το τέλος μιας εποχής, καιρός να συνεχίσουμε με κάτι καινούργιο και θετικό," οπότε ρίχτηκα στη δουλειά .Όσο για τις μουσικές προτιμήσεις, ακούω τόση πολλή νέα μουσική τελευταία που έχω πρόβλημα με το να θυμάμαι τί είναι τί. Πολύ σπάνια ακούω δύο φορές το ίδιο τραγούδι αυτόν τον καιρό.

Αλήθεια ..με ποιόν καλλιτέχνη θα ήθελες πάρα πολύ να συνεργαστείς;

Με Ritchie Havens ή Tracy Chapman! Και οι δύο αυτοί καλλιτέχνες έχουν ασκήσει τόσο μεγάλη επιρροή σε εμένα όλα αυτά τα χρόνια. Αν ακούσεις την προσέγγισή μου στο τραγούδι, χρωστάω πολλά σε αυτούς τους δύο.


Μick, πριν σε ευχαριστήσω πολύ για τον πολύτιμο χρόνο σου, θα ήθελα να δώσεις στους Έλληνες φαν σου την υπόσχεση σύντομης επερχόμενης εμφάνισης σου.. και μπορείς να προσθέσεις ότι θες πριν κλείσουμε.
Σε ευχαριστώ Ελένη εσένα και το Rockway.gr. Όπως είπα πριν, με το που θα σχηματιστεί η live μπάντα μου σίγουρα στα σχέδιά μου θα είναι να έρθω και στην Ελλάδα. Στο μεταξύ, εάν κάποιος θέλει να μαθαίνει νέα από τους ANTIMATTER, ας συνεχίσει να επισκέπτεται την ιστοσελίδα μας στο www.antimatteronline.com ή τη σελίδα μας στο Facebook http://www.facebook.com/pages/Antimatter/9803498762 .


Σε ευχαριστώ πολύ Mick, να είσαι πάντα καλά. Είναι πραγματικά μεγάλη η ψυχική και εγκεφαλική ευχαρίστηση να επικοινωνεί κάποιος μαζί σου
.
Καλή τύχη, τα ξαναλέμε σύντομα!Ευχαριστώ!!!

Συνέντευξη στην ΕΛΕΝΗ ΛΙΒΕΡΑΚΟΥ
(WWW.ROCKWAY.GR)

Μετάφραση: ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΝΑΓΙΑΝΝΗΣ

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

BEARDFISH: “Mammoth”

Έφτασε ο καιρός να κάνω για άλλη μια φορά παρουσίαση σε άλμπουμ των Σουηδών BEARDFISH, αυτή τη φορά έχουμε το “Mammoth”.
Παρά τον τίτλο – ο οποίος ομολογουμένως μου κίνησε την περιέργεια επί το πλείστον να το ακούσω συντομότερα – κατάφεραν και με ξεγέλασαν.
Οι Rikard Sjöblom
, David Zackrisson, Robert Hansen, Magnus Östgren, είναι πολύ ικανοί να “παίξουν” μαζί σου, να μην σε αφήνουν ήσυχο, να θες να τρέξεις να τους “ψάξεις”. Με τα παιδιά αυτά ποτέ δεν ξέρεις τι θα ακούσεις σε κάθε νέα τους κυκλοφορία. Όσοι τους ξέρετε ήδη, τους παρακολουθήσατε και γνωρίσατε την άναρχη artistic ψυχεδέλεια του “Destined Solitaire”, απλά ξεχάστε το!
Στο κάτι λιγότερο από 1 ώρας άλμπουμ, θα ευχαριστηθείς καθαρές νότες progressive rock ΄70. 7 κομμάτια ακριβώς όσα χρειάζονται να μην κάνουν το άλμπουμ φτωχό ή και υπερβολικό.
Στο “Mammoth” μπορείς να εντοπίσεις εύκολα την διαφοροποίηση στα φωνητικά, μικρή αλλά εμφανής, έστω και αν είναι μόνο λίγο πιο τραχιά ή πιο επιθετικά. Από το ξεκίνημα του άλμπουμ – “The Platform” – μπορείς να γοητευτείς από τον έντονα progressive ήχο δεμένο με πολύ ωραίες rock εναλλαγές και μια πανέμορφη solo-διαδρομή που χαρίζει στο κομμάτι.
Στο “And The Stone Said If I Could Speak” εμφανίζονται (χαρακτηριστικό τους) τα έντονα πλήκτρα σε συνδυασμό με τα τύμπανα υπογράφουν την ταυτότητα των BEARDFISH.
Κάποιες φορές τρομοκρατούμαι στην ιδέα πως μετά από ένα εξειδικευμένο άλμπουμ σαν το “Destined Solitaire” μπορεί να γίνει παγίδα και να οδηγήσει στο χαντάκι. Tο “Tightrope” όμως ήρθε να αποδείξει πως αν μη τι άλλο, το πιο απλό είναι και το πιο αποδεκτό πολλές φορές.
Ένα τραγούδι που μπορεί χαλαρά να σε ταξιδέψει με τους μαλακούς ευχάριστους ρυθμούς του, τόσο απλό που αγγίζει το pop. Κάπου στην μέση θα ανακαλύψεις την “κομματάρα” του “Mammoth” το “ Green Waves” μέσα στην ψυχεδέλεια, ρυθμικό, κλασσικό progressive rock με λίγο αγριεμένα φωνητικά, και απίστευτο solo. Να πω πως το μπάσο έχει την τιμητική του εδώ, οι κιθάρες είναι πιο βαριές, και μεγάλη μουσική έκπληξη, η αλλαγή του κομματιού μετά τη μέση. Ένα σχεδόν πιανιστικό διάλειμμα μικρής διάρκειας, “Outside-inside” σε ρίχνει στην αγκαλιά του “ Akakabotu” μιας πανέμορφης instrumental σύνθεσης που η προσοχή σου θα πέσει στα πλήκτρα, στα πνευστά, ωραίο χαρακτηριστικό μπάσο, και το σαξόφωνο που θα σε παρασύρει από τις jazz φόρμες του στο γρήγορο “Without saying Anything”,ένα κομμάτι με πιανιστικές παύσεις να φανερώνονται ενώ οι ωραίες μελωδίες ρολλάρουν από την μέση ως το τέλος του.
Δεν θα μπω στην διαδικασία να συγκρίνω ή να βγάλω με το ζόρι κάτι. Απλά οι BEARDFISH με αυτό το άλμπουμ αποδεικνύουν πως μπορούν να κάνουν την απλότητα στην δημιουργία μουσικής να φαντάζει ιδιαίτερη.
Δεν θα κουραστείς καθόλου να το εξερευνήσεις, το αντίθετο μάλιστα θα σε γοητεύσει η απλότητα του.
Είναι λιγάκι πιο γρήγορο, ζεστό, εύκολο, και προκλητικά ευχάριστο, θα χαμογελάσεις που θα αναγνωρίσεις την προσφορά των πολύ μεγάλων KING CRIMSON & YES στο μουσικό βάθρο του progressive, είναι σύγχρονο, μελωδικό με ορχηστρικές λεπτομέρειες όπου χρειάζεται, jazz αποχρώσεις, καλοδουλεμένο και πάνω από όλα χωρίς την προσμονή της έκπληξης, καλό στην περίπτωση αυτή, όσο οξύμωρο και αν ακούγεται, αυτό το κάνει πιο προσιτό και διασκεδαστικό.


www.myspace.com/beardfishband

ΕΛΕΝΗ ΛΙΒΕΡΑΚΟΥ (www.rockway.gr)

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011

TRIUMPH: “The Diamond Collection”

Αναδημοσίευση από
το
www.rockway.gr

Από τις αγαπημένες μπάντες οι Καναδοί Triumph… Όμως τούτη εδώ η κυκλοφορία παραξενεύει, προβληματίζει και εξηγούμαι: το τρίο από τον Καναδά αποτελούμενο από τους Rik Emmett (κιθάρα/ φωνητικά), Gil Moore (drums/ φωνητικά) και Mike Levine (μπάσο/ πλήκτρα) έχουν ηχογραφήσει 9 studio δίσκους και μία ζωντανή ηχογράφηση μεταξύ 1976 και 1987, τα περισσότερα από τα οποία κυκλοφόρησαν σε cd από την MCA τουλάχιστον 2 φορές, άλλες 2 φορές από τους Levine και Moore όταν κέρδισαν δικαστικά τα δικαιώματα των ηχογραφήσεων και πριν 2 χρόνια σε επεξεργασμένες στον ήχο ρέπλικες LP στην Ιαπωνία… Kαι οι δύο ξεχωριστά και οι δύο σε πολύ ακριβά box sets. Χάσατε το μέτρημα;

Η συγκεκριμένη συλλογή ισχυρίζεται ότι είναι και πάλι επεξεργασμένη, αλλά ακούγοντάς το προσεκτικά δε μπόρεσα να ακούσω καμία αξιοπρόσεκτα ιδιαίτερη διαφορά μεταξύ αυτών των δίσκων και των Ιαπωνικών κυκλοφοριών και το μόνο πλεονέκτημα που αποκτά κάποιος είναι, ότι έχεις στην κατοχή σου και τα δέκα album με την ίδια περίπου τιμή που θα σου κόστιζε για οποιοδήποτε από τα τρία των αντίστοιχων Ιαπωνικών που πωλούνται στο διαδικτυακό παζάρι του eBay.

Πιο συγκεκριμένα: το ντεμπούτο που ονομάζεται πλέον “In The Beginning” αντί του αρχικού “Triumph” αναμιγνύει τα r’n’r κομμάτια που τραγουδά ο Gil Moore με τα prog style που είναι περισσότερο ύφος του Rik Emmett και ξεχωρίζουν τα “24 Hours a Day” και το “Street Fighter”.
Στο “Rock And Roll Machine” (1977), μια δυναμικότερη κυκλοφορία, τον πρώτο λόγο έχει το ομώνυμο τραγούδι ( από τα αγαπημένα των οπαδών) και μία διασκευή στην επιτυχία του Joe Walsh (James Gang, Barnstorm, Eagles) το “Rocky Mountain Way”.

Στο “Just A Game” (1979) που ακολουθεί και είναι το πρώτο στην MCA, είναι σαφέστερα μελωδικότερο με τους ύμνους “Lay It on the Line” και το “Hold On “.
Το “Progressions Of Power” (1980) είναι “βαρύτερο’’ ηχητικά από τον προκάτοχο του με ξακάθαρο τον ευθύ rock ήχο-ύφος και τα “I Live for the Weekend’’ , “Tear the Roof Off” και “Hard Road’’ να ξεχωρίζουν.
Ακολουθεί στην κυκλοφορία αυτή το “Allied Forces” (1981) που θεωρείται από πολλούς το καλύτερο τη μπάντας, με τον Rik Emmett πλέον να αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο αποδεικνύοντας τη μεγαλοπρεπή φωνή του στα “Fight The Good Fight”, “Magic Power” χωρίς να υστερούν και τα υπόλοιπα.
Με το “Never Surrender” (1983) στην σειρά, η μπάντα παρουσιάζει ένα αδύναμο μάλλον άλμπουμ καθώς αποτυγχάνει να δημιουργήσει κάτι εφάμμιλο…αξίζουν της προσοχής σας τα “When The Lights Go Down” και το ομότιτλο…

Με καινούργιο παραγωγό τον Bob Ezrin (Alice Cooper, KISS, Pink Floyd, Lou Reed, Nine Inch Nails, 30 Seconds to Mars, The Darkness, και The Deftones μεταξύ άλλων) στο “Thunder Seven” (1984) με τον καλύτερο ήχο τους μέχρι τούδε και τα “Spellbound” και “Follow Your Heart” να κερδίζουν θέση στην αιωνιότητα της αγαπημένης μας μπάντας και όχι μόνο…

Στην πρώτη ζωντανή κυκλοφορία τους το “Stages” (1985) συναντάμε ουσιαστικά μία best of συναυλία, συν δύο καινούργια ηχογραφημένα τραγούδια, τα “Mind Games’’ και το “Empty Inside”, που σύμφωνα με μουσικούς επαΐοντες αποτελούν δύο από τις καλύτερες ηχογραφήσεις του.

Τα “Sport Of Kings” (1986) και “Surveillance” (1987) (τα αγαπημένα μου …
όλοι έχουν τα ελαττώματα τους…) είναι τα πιο εμπορικά σε ότι αφορά τον ήχο τους, και ιδιαίτερα radio friendly, με αποτέλεσμα να συγκρίνονται πλέον με μπάντες του διαμετρήματος των Bon Jovi και Whitesnake.
Τραγούδια όπως τα “Never Say Never”, “Headed For Nowhere” και “All The Kings Horses/Carry On The Flame” να αποδεικνύουν περίτρανα το λόγο. Tο “Tears in The Rain” αποτελεί το υπεραγαπημένο προσωπικά, καθώς ήταν το πρώτο που άκουσα το 1986 από την συγκεκριμένη μπάντα.

Όπως προείπα, εάν κάποιος κατέχει τη δισκογραφία της μπάντας με διάφορους τρόπους, ή ακόμη καλύτερα τις Ιαπωνικές συλλογές, ας μείνει με αυτά. Για τους hardcore οπαδούς όπως εγώ, επιβάλλεται η απόκτηση τους.
Ευχαριστούμε την Frontiers για τη μέριμνα της συλλογή και να ελπίζουμε σε νέα κυκλοφορία; Κάτι το Greatest Hits Remixed, λίγο τούτο εδώ το box set… όσο ζω ελπίζω.

Νότης Γκιλλανίδης

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

EMERALD SUN: “Regeneration”

Αναδημοσίευση
από το
www.rockway.gr

Αν έπρεπε να σχολιάσω με μια κουβέντα το “Regeneration”, θα έλεγα.. έπος! Κι αυτό γιατί αν και δεν είναι το καλύτερο power metal album που έχω ακούσει, έχει στοιχεία, τα οποία του δίνουν εύσημα, σε σχέση με άλλες μπάντες του είδους!
Και για να γίνω πιο σαφής, αν το άλμπουμ άνηκε στους Helloween για παράδειγμα και ήταν η νέα τους δουλειά, λόγο του παρελθόντος τους, θα την κρίναμε ως απλά καλή!

Τα παιδιά από τη Θεσσαλονίκη όμως, ούτε το budget έχουν (νομίζω δηλαδή), ούτε το βαρύ παρελθόν της προαναφερθείσας μπάντας.
Έχουν όμως την όρεξη και τη τόλμη να προσπαθούν να παίξουν αυτό που γουστάρουν, με τη δεύτερη αυτή δουλειά τους!
Και είναι αυτός απλά ο λόγος να χαρακτηρίσεις έπος αυτό το δίσκο; Όχι βέβαια! Αν και το cd ξεκινά κάπως… συγκρατημένα, εννοώντας πως δεν ακούς κάτι χλιαρό, αλλά η μπάντα δείχνει την εντύπωση, πως παίζει εκ του ασφαλούς το πεπατημένο Helloweenικό power χωρίς προσωπική σφραγίδα, με λίγη υπομονή ανταμείβεσαι με τη τρίτη στη σειρά κομματάρα “Where Angels Fly”.
Στα “καπάκια” σκάει μια πολύ καλή instrumental εισαγωγή, χρεωμένη να είναι το ομώνυμο track του cd, προπομπός του καλού “Starchild” και η “αναγέννηση” ξεκινά!!
Τα κομμάτια που δείχνουν όμως ποια θα μπορέσει να γίνει η μπάντα στο μέλλον, έρχονται στο τέλος του cd!
Kαι αυτά τα τραγούδια, ας με συγχωρήσουν τα παιδιά του συγκροτήματος, είναι οι αληθινοί Emerald Sun! Μόνο ακούγοντας τις κομματάρες “Chasing the Wind” και το 13λεπτο “Fantasmagoria”, αλλά και τη διασκευή εκλπηξάρα, “Holding out for a Hero” της Bonnie Tyler, καταλαβαίνει πως δεν ακούει άλλο ένα δίχως ταυτότητα power metal του Γερμανικού και μη Ι.Ι.Ε.Κ!

Δε ξέρω αν φταίει ο αέρας της συμπρωτεύουσας, αλλά είναι ακόμη ένα πολύ καλό, με ευρωπαϊκό επαγγελματισμό power σχήμα που άκουσα από το Βορρά μας και αυτό με κάνει να χαίρομαι! Άντε και στο επόμενο δίσκο να διασκευάσετε μάγκες αυτό που χρόνια αποζητά metal διασκευή!
Το “Wild Boys” από Duran Duran! Και κάτι τελευταίο… αυτό το “Chasing the Wind” είναι κομματάρα, αλλά κάτι μου θυμίζει… που θα πάει θα το θυμηθώ!


Μιχάλης Κανακουσάκης

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Τα μελωδικά μονοπάτια των RIO

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 στη Γηραιά Αλβιόνα ξεκίναγε ένα μικρό κίνημα με melodic/aor μπάντες οι οποίες στα επόμενα χρόνια κατάφεραν να βγάλουν αξιόλογα άλμπουμ και να συμβάλλουν στην ανάδειξη του είδους.
Λίγες όμως κατάφεραν να επιβιώσουν και να έχουν διάρκεια εν αντιθέσει με τις αμερικάνικες μπάντες που κυριάρχησαν λόγω περισσότερης προβολής από τα δικά τους μέσα ενημέρωσης (ραδιόφωνο, περιοδικά, ΜΤV).
Ένα λοιπόν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρωπαϊκά γκρουπ είναι και οι RIO όπου η πορεία τους ξεκινά το 1982 με αρχικό όνομα ΒΟΜΒΑΥ που αποτελούνται από τον τραγουδιστή John Neill (πρώην Black Tiger), τον μπασίστα/ κημπορντίστα Steve Rolford (πρώην Duchess) και τον ντράμερ Dave Kilminster. Όλη αυτή η παρέα ηχογραφεί ένα πολύ καλό demo με παραγωγό τον John Verity όπου τους απέφερε και το πολυπόθητο συμβόλαιο με την ιστορική εταιρία Music For Nation.
Aξίζει εδώ να επισημάνουμε πως ο J.Verity ήταν ο κιθαρίστας των θρυλικών Argent στους οποίους έπαιζε ο πατέρας του Steve Rolford.
Οι RIO με αυτή τη σημαντική βοήθεια πίσω τους ηχογραφούν το 1984 το σίνγκλ “Breaking the Rules” που έκανε αίσθηση ιδιαίτερα στην χώρα τους την Αγγλία. Όμως πριν προλάβουν να ηχογραφήσουν ολόκληρο το άλμπουμ άρχισαν τα προβλήματα με την αποχώρηση του ντράμερ Dave Kilminster ενώ το όνομα ΒΟΜΒΑΥ έπρεπε να το αλλάξουν διότι ανακάλυψαν ότι το είχε κατοχυρώσει ένα αμερικάνικο γκρουπ.
Η αντίδραση της μπάντας ήταν άμεση και αλλάζουν το όνομα τους σε RIO και οι John Neill (αναλαμβάνει και ρόλο κιθαρίστα) και Steve Rolford συνθέτουν και ηχογραφούν στα Livingston και Liverpool Road Studios το ντεμπούτο τους άλμπουμ που κυκλοφορεί το φθινόπωρο του 1985 και το βαπτίζουν “Borderland”. Τα εννιά τραγούδια που ακούμε στο άλμπουμ είναι πραγματικά διαμάντια για τους οπαδούς του aor/melodic rock.
Eξαίσιες μελωδίες, εμπνευσμένες ερμηνείες, δυνατές κιθαριστικές δομές και το σφιχτοδεμένο ρυθμικό background δίνουν μία όμορφη λάμψη σε όλο το δίσκο. Ξεχωρίζουν τα εκπληκτικά “Don’t Wanna be the Fool”, το λατρεμένο “Straight to the Heart”, το “Tommy Cant’t Help It” (απίστευτη μελωδία και ερμηνεία στο ρεφρέν), o μικρός ύμνος “Shy Girl” και το ομώνυμο κομμάτι. Την παραγωγή έκανε ο έμπειρος και βραβευμένος Stephan Galfas (Cher, Saxon, Meat Loaf, Stryper, ΕLO) δίνοντας ακόμη πιο εμπορική χροιά στις συνθέσεις. Ο συνδυασμός των RIO ήταν απλός και έξυπνος αφού πάντρεψαν τον αμερικάνικο ραδιοφωνικό μελωδικό ροκ ήχο με τον ήχο των συμπατριωτών τους FM, SHY,Virginia Wolf και Αirrace χωρίς φυσικά να γίνονται υπερφίαλοι ή βαρετοί.
Το “Borderland” διαδέχτηκε στη συνέχεια το συμπαθητικό “Sex Crimes” (1986)που κινείται στους ίδιους melodic και hard rock ρυθμούς με στόχο οι RIO να επιμένουν να επιβληθούν στο συγκεκριμένο κοινό. Τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι τα “Highschool Rock”, “Danger Zone”, “Guilty”, “Bad Blood” και φυσικά το ομώνυμο κομμάτι ενώ σ΄αυτό το άλμπουμ η μπάντα φλερτάρει έντονα με ήχους που ξεκινάνε από τους Journey και φτάνουν ως τους Dokken.

Η εμπορική αποτυχία του δίσκου ήταν καθοριστική για την μετέπειτα πορεία του γκρουπ και οδήγησε σε ανακατατάξεις οι οποίες όμως δεν έφεραν την επιθυμητή ηρεμία στους RIO με αποτέλεσμα να διαλυθούν.
Η ιστορία δεν πρόκειται να γράψει με χρυσά γράμματα τους RIO αλλά δεν πρόκειται και να τους αγνοήσει. Νομίζουμε ότι αν και έβγαλαν μόνο δύο άλμπουμ αξίζει να τους τσεκάρετε και ειδικά όσοι είστε λάτρεις μελωδικού ήχου οφείλετε να τους αγαπήσετε.

Φώτης Μελέτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...