Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

RUNAWAYS:Queens of noise...

Οι Runaways ήταν μια αμερικανική, εφηβική, κοριτσίστικη ροκ μπάντα που έδρασε τη δεκαετία του 1970.
Έγινε περισσότερο γνωστή για τα τραγούδια "Cherry Bomb", "Queens of Noise", "Neon Angels (On the Road to Ruin)" και "Born to Be Bad". Το "Cherry Bomb" ακούστηκε στα σάουντρακ των ταινιών "Dawn, Portrait of a Teenage Runaway", "Detroit Rock City", "RV" και "Dazed and Confused". Η μπάντα περιόδευσε σε Αμερική και Ιαπωνία, επίσης επισκέφθηκε τις Ηνωμένο Βασίλειο, Σουηδία, Φινλανδία, Νορβηγία, Βέλγιο, Γαλλία, Ολλανδία, Ελβετία και Γερμανία. Η καριέρα τους ήταν μικρή (1975 - 1979), επιτυχημένη και θυελλώδης.
Αυτό που έκανε τις Runaways μοναδικές ήταν η μουσική τους δύναμη και το βάθος των επιρροών που έφερε κάθε μέλος στο σχήμα. Βασισμένες στο μυώδες (δυνατό) παίξιμο των ντραμς της Sandy West και ηγούμενες από την Bowie-esque σε εμφάνιση και σκηνική παρουσία Cherie Currie οι Runaways ήταν η πρώτη κοριτσίστικη μπάντα που ανέδειξε δύο μεγάλες κιθαρίστριες: τους σφοδρούς ρυθμούς της Joan Jett και τα βιρτουόζο leads της Lita Ford τους έδωσαν έναν ήχο με ανάμεικτες επιρροές από Glam, Heavy-Metal και Punk-Rock. Η Jackie Fox -βαθιά επηρεασμένη από τους Kiss [http://en.wikipedia.org/wiki/Kiss_(band) Kiss]- επαύξανε τα ντραμς της Sandy West δίνοντας στη μπάντα αρκετή σκηνική δύναμη για να τα βγάλει πέρα. Ενώ αρχικά "διώχθηκαν" από τους αμερικανούς μουσικούς κριτικούς και τους ραδιοφωνικούς παραγωγούς σαν άλλο ένα κόλπο του Kim Fowley οι Runaways αποδείχθηκαν στην πραγματικότητα εξαιρετικές μουσικοί.
Η μπάντα καταγράφηκε ιστορικά ως η πρώτη κοριτσίστικη ροκ μπάντα με επιτυχίες (hit-songs), πλατινένιους δίσκους (με πωλήσεις τουλάχιστον 1.000.000 δίσκων), διεθνείς περιοδείες και φήμη. Όμως παρ' όλες τις επιτυχίες τα κορίτσια δεν καβάλησαν ποτέ το καλάμι!
Ιστορία
Το ξεκίνημα
Εκείνον τον καιρό υπήρχε η κοινή άποψη ότι οι Runaways ήταν η νέα εφεύρεση του παραγωγού Kim Fowley, που πίστευε ότι η ιδέα πέντε έφηβων κοριτσιών ντυμένων με δερμάτινα και εσώρουχα παίζοντας rock 'n' roll ήταν πιασάρικη. Η αλήθεια όμως ήταν ότι τα μεμονωμένα μέλη της ξεκίνησαν με τις καλύτερες και πιο αγνές rock 'n' roll προθέσεις.
Παρόλο το φαινομενικό "jailbait on the run" διαφημιστικό κόλπο που προωθούσε ο μάνατζέρ τους τα κορίτσια ήταν ειδήμονες μουσικοί και έγραφαν ή συνέγραφαν το περισσότερο υλικό της μπάντας και, όπως αργότερα έγινε προφανές, ήταν σοβαρές ως αναφορά τη μουσική τους. Το πιο γνωστό τραγούδι τους είναι το "Cherry Bomb" του 1976, το οποίο διασκεύασαν πολλές μπάντες συμπεριλαμβανομένων και ενός ιαπωνικού pop-punk τρίο ονόματι Shonen Knife καθώς και της μετέπειτα μπάντας της Joan Jett, The Blackhearts.
Είναι μια κοινή εσφαλμένη αντίληψη ότι οι Runaways ήταν μια κατασκευασμένη μπάντα που ελεγχόταν από τον μάνατζερ Kim Fowley, όταν στην πραγματικότητα η μπάντα είχε σχηματιστεί στα τέλη του 1975 από τη ντραμίστρια Sandy West και την κιθαρίστρια Joan Jett μαζί με την τραγουδοποιό Kari Krome, η οποία έψαχνε για κορίτσια που θα έπαιζαν τα τραγούδια της. Είχαν συστηθεί στον Fowley σε ξεχωριστές περιστάσεις, δηλώνοντάς του τις ιδέες τους να φτιάξουν μια κοριτσίστικη μπάντα. Ο Fowley, που πάντα έψαχνε για κάτι εξαιρετικό, έδωσε τότε το τηλέφωνο της Joan στη Sandy, οι δυο τους συναντήθηκαν για να συζητήσουν τις πιθανότητες και αφού έκαναν πρόβα μαζί κάλεσαν τον Fowley για ν' ακούσει τα αποτελέσματα. Ο Fowley τότε βοήθησε τα κορίτσια να βρουν τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας.
Ξεκινώντας σαν ένα δυναμικό τρίο μαζί με τη μπασίστρια Micki (Michael) Steele, οι Runaways άρχισαν να εμφανίζονται σε πάρτι και σε κλαμπ γύρω από το Los Angeles. Το 1976 πρόσθεσαν στο σχήμα την τότε 16χρονη κιθαρίστρια Lita Ford και την τραγουδίστρια Cherie Currie. Η μπασίστρια Micki Steele άφησε τη μπάντα και αργότερα ξαναεμφανίστηκε στις πολύ επιτυχημένες Bangles. Η Ann Boleyn "στρατολογήθηκε" στο μπάσο και στα πλήκτρα αλλά σύντομα και αυτή έφυγε μετά από διαφωνίες με τον Fowley. Τότε η Peggy Foster ανέλαβε το μπάσο για λίγο μέχρι που και εκείνη αποχώρησε. Τελικά η Jackie Fox (που είχε αρχικά περάσει από audition για τη θέση της κύριας κιθαρίστριας) προστέθηκε στο μπάσο και το σχήμα ολοκληρώθηκε.
Φήμη
Οι Runaways υπέγραψαν με τη Mercury Records το 1976 και το πρώτο τους άλμπουμ "The Runaways" κυκλοφόρησε λίγο μετά. Η μπάντα περιόδευσε στην Αμερική και έπαιξε σε αρκετά sold out shows. Άνοιξαν συναυλίες των Cheap Trick, Tom Petty and The Heartbreakers, The Ramones και Van Halen. Στο ντοκιμαντέρ "Edgeplay" που γυρίστηκε για τη μπάντα λέγεται ότι κάθε κορίτσι εμφανιζόταν σαν πιστό αντίγραφο των μουσικών ειδώλων του: Η Currie μιμούμενη το look του David Bowie, η Jett της Suzi Quatro και του Keith Richards, η Ford ήταν μια μίξη των κιθαριστών Ritchie Blackmore και Jeff Beck, η West του ντράμερ των Queen, Roger Taylor και η Fox του μπασίστα/τραγουδιστή των Kiss, Gene Simmons.
Το δεύτερο άλμπουμ τους, "Queens of Noise", κυκλοφόρησε το 1977 και η μπάντα ξεκίνησε παγκόσμια περιοδεία. Οι Runaways γρήγορα έγιναν μέρος του αναπτυσσόμενου punk rock κινήματος και σχημάτισαν συμμαχίες με τις punk μπάντες της ανατολικής ακτής, όπως οι Blondie, The Ramones και The Dead Boys, όπως και με τις βρετανικές punk μπάντες, κάνοντας παρέα με συγκροτήματα όπως οι The Damned, Generation X και The Sex Pistols. Λόγω των συνεχών περιοδειών της η μπάντα βρισκόταν συνεχώς στο κέντρο της punk σκηνής, όταν η σκηνή διαχωριζόταν σε δύο διαφορετικές χώρες και έτσι θεμελίωσε τη θέση της στην ιστορία του punk.
Το καλοκαίρι του 1977 η μπάντα έφτασε στην Ιαπωνία για μια σειρά από sold out shows. Οι Runaways εκείνο τον καιρό ήταν νούμερο 4 στα εισαγόμενα μουσικά σχήματα στη συγκεκριμένη χώρα, ακριβώς πίσω από τους Led Zeppelin, ABBA και KISS, όσον αφορά τις πωλήσεις σε άλμπουμ και τη δημοτικότητα. Τα κορίτσια ήταν απροετοίμαστα για τη σφοδρή επίθεση των οπαδών που τους υποδέχθηκαν στο αεροδρόμιο. Η μαζική υστερία αργότερα θα περιγραφόταν από την κιθαρίστρια Joan Jett "... σαν Beatlemania". Ενώ βρίσκονταν στην Ιαπωνία οι Runaways είχαν το δικό τους TV αφιέρωμα, έκαναν αρκετές τηλεοπτικές εμφανίσεις και κυκλοφόρησαν ένα live άλμπουμ που έγινε χρυσό. Επίσης, τότε, η μπασίστρια Jackie Fox άφησε τη μπάντα λίγο πριν κλείσουν εμφάνιση στο Tokyo Music Festival το 1977. Η Jett ανέλαβε προσωρινά το μπάσο και όταν η μπάντα επέστρεψε στην πατρίδα χρέη μπασίστριας ανέλαβε η 17χρονη Vicki Blue.
Η τραγουδίστρια Cherie Currie μετά εγκατέλειψε τη μπάντα και η Jett, η οποία πρωτίστως μοιραζόταν τα φωνητικά μαζί της, ανέλαβε τα φωνητικά full time. Η μπάντα κυκλοφόρησε το 4ο άλμπουμ της, "Waiting For The Night" και ξεκίνησε μια παγκόσμια περιοδεία με τους φίλους τους The Ramones. Η Currie κυκλοφόρησε ένα σόλο LP, το "Beauty's Only Skin Deep", στο οποίο παραγωγός ήταν ο Kim Fowley και ξεκίνησε τη δική της περιοδεία όπου συμπεριλαμβανόταν και η δίδυμη αδελφή της Marie.
Διάλυση
Λόγω των διαφωνιών που είχε η μπάντα σχετικά με χρήματα και μάνατζμεντ οι Runaways και ο Kim Fowley χώρισαν τους δρόμους τους το 1978. Η μπάντα γρήγορα προσέλαβε νέο μάνατζερ, ο οποίος επίσης δούλευε για τους Blondie και Suzi Quatro. Όταν η μπάντα χώρισε με τον Fowley χώρισε και με την εταιρεία τους Mercury/Polygram, με την οποία είχαν δεσμευτικό συμφωνητικό. Στο ντοκιμαντέρ "Edgeplay" μέλη της μπάντας (ειδικά οι Fox και Currie) όπως και οι γονείς των Currie και West κατηγόρησαν τον Fowley και άλλους, οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι να προσέχουν τη μπάντα, ότι χρησιμοποίησαν τακτικές διχασμού για να κοντρολάρουν τη μπάντα όπως και για φραστική και σεξουαλική κακοποίηση των κοριτσιών.
Η μπασίστρια Vicki Blue άφησε τη μπάντα και αντικαταστάθηκε από τη Laurie McAllister. Αυτή την περίοδο αναφέρεται ότι τα κορίτσια πέρναγαν αρκετό καιρό απολαμβάνοντας τις ακρότητες του rock ’n’ roll lifestyle. Συνεταιρίστηκαν με τον παραγωγό των Thin Lizzy, John Alcock (αφότου, ειρωνικά, ο μέλλων συνεργάτης της Jett, Kenny Laguna αρνήθηκε τη δουλειά) για να ηχογραφήσουν το τελευταίο άλμπουμ τους "And Now ... The Runaways".
Η μπάντα έπαιξε την τελευταία της συναυλία την Πρωτοχρονιά του 1978 και διαλύθηκε τον Απρίλιο του 1979 με την αναχώρηση της Joan Jett.
Line-ups μετά τη διάλυση
Joan Jett
Η Joan Jett έφυγε για να συνεταιριστεί με τον παραγωγό και πρώην Shondell (Tommy James and The Shondells) Kenny Laguna. Σχημάτισαν τους The Blackhearts και τη δική τους εταιρεία δίσκων, Blackheart Records, το 1980. Η εταιρεία συνεχίζει ακόμα και σήμερα να κυκλοφορεί άλμπουμ των The Blackhearts καθώς και άλλων ανερχόμενων συγκροτημάτων. Η Jett είχε τεράστια επιτυχία με το τραγούδι της "I Love Rock 'N' Roll", καθώς και με άλλα hit, όπως τα "Crimson and Clover", "Bad Reputation" και "I Hate Myself For Loving You". Η Blackheart Records σχηματίστηκε σε απάντηση της απόρριψης τής Jett από μεγάλες εταιρείες δίσκων. H Jett επίσης πρωταγωνίστησε στο φιλμ του 1987 "Light of Day" με τον Michael J. Fox και εμφανίστηκε στην Broadway αναβίωση του "The Rocky Horror Show" το 2000 ως Columbia.
Sandy West
Η Sandy West συνέχισε τη συνεργασία της με τον John Alcock όταν η μπάντα διαλύθηκε. Αυτή και η Lita Ford έκαναν απόπειρα να ηχογραφήσουν μουσική αλλά τίποτα δεν υλοποιήθηκε. Σχημάτισε τους Sandy West Band και περιόδευσε στην California καθ’ όλη τη διάρκεια των δεκαετιών ’80 και ’90. Επίσης συνεργάστηκε με τον John Entwistle των Who και έγινε δασκάλα των ντραμς. Η West διαγνώστηκε με καρκίνο το 2005 και, μετά από πολλές θεραπείες, υπέκυψε στην ασθένεια τον Οκτώβριο του 2006. Μια επιμνημόσυνη συναυλία με τους Cherie Currie, The Bangles και The Donnas έγινε προς τιμήν της στο Los Angeles.
Micki Steele
Η Micki Steele προσχώρησε στην κοριτσίστικη μπάντα των Bangles στις αρχές του 1980 και έκανε μεγάλη επιτυχία με τα τραγούδια "Walk Like An Egyptian" και "Eternal Flame". Για λίγο αντικαταστάθηκε από την Ann Boleyn, που τελικά έγινε η τραγουδίστρια των Hellion και Detente.
Lita Ford
H Lita Ford επέστρεψε σαν σόλο καλλιτέχνιδα στην Polygram στα 80’s, όπου και κυκλοφόρησε αρκετά άλμπουμ πριν "ζευγαρώσει" με τη μάνατζερ Sharon Osbourne. Επίσης είχε επιτυχία με τραγούδια σαν τα "Kiss Me Deadly" και "Close My Eyes Forever" (ντουέτο με τον Ozzy Osbourne). Τώρα είναι παντρεμένη με τον πρώην "Nitro" τραγουδιστή Jim Gillette. Έχουν μαζί 2 γιους. Μετά από ένα μακρύ κενό η Ford σκηνοθέτησε την επανεμφάνισή της στο Rock The Bayou και σε άλλα hard-rock festivals.
Cherie Currie
Η Cherie Currie ξεκίνησε καριέρα ηθοποιού. Εμφανίστηκε σε ταινίες με τη Jodie Foster ("Foxes"), τη Demi Moore ("Parasite"), στην ταινία "The Twilight Zone the Movie", όπως και σε άλλες, πριν κυκλοφορήσει το 1978 το άλμπουμ "Beauty's Only Skin Deep", ένα άλμπουμ ντουέτο με την αδελφή της Marie το 1980 και με τους Toto, ονόματι "Messin' With The Boys". Η Currie παντρεύτηκε τον ηθοποιό Robert Hays ("Airplane"), απέκτησαν μαζί έναν γιο αλλά χώρισαν το 1997. Εξακολουθεί και σήμερα να τραγουδάει και να ηχογραφεί αλλά το τωρινό της πάθος είναι η γλυπτική με πριόνι. Έχει μια καλλιτεχνική γκαλερί στο Chatsworth της California, όπου και εκθέτει τα έργα της αυτόν τον καιρό.
Peggy Foster
Η Peggy Foster έπαιξε μπάσο σε μερικά άλμπουμ του Steve Vai. Από το 2006 ζει στο Palos Verdes της California με τον σύζυγό της και το παιδί τους. Παίζει μπάσο και κιθάρα part-time, κάνει παραγωγές σε shows, έχει μια μουσική εκδοτική εταιρεία και σχεδιάζει κοστούμια, συμπεριλαμβανομένων και κοσμημάτων. Συνεισφέρει στο Τμήμα Musicians Assistance Program and MusiCares του National Academy of Recording Arts and Sciences.
Jackie Fox
Η Jackie Fox πήγε στο Harvard και έγινε δικηγόρος. Έχει ζήσει στο εξωτερικό και είναι μια αρχάρια φωτογράφος. Αυτό τον καιρό εμπλέκεται στην ταινία του Peter M. Margolis για τον κιθαρίστα Randy Rhoads, που ήταν στενός φίλος της.
Vicki Blue
Η Vicki Blue, τώρα γνωστή ως Victory Tischler Blue, είχε για σύντομο διάστημα μια μπάντα με την τραγουδίστρια Cherie Currie στις αρχές του ’80 (Currie-Blue Band), αλλά ποτέ δεν ηχογράφησαν ένα άλμπουμ, αν και εμφανίστηκαν μαζί στο φιλμ "This is Spinal Tap". Αφού άφησε τις Runaways εστίασε στην παραγωγή για τηλεόραση και κινηματογράφο και τελικά έγινε μία παραγωγός/σκηνοθέτης για αρκετά reality και τηλεοπτικά shows βασισμένα σε περιοδικά, συμπεριλαμβανομένων των Entertainment Tonight, Access Hollywood & Real Stories of the Highway Patrol – αποκτώντας και ένα βραβείο Emmy. Σχημάτισε την Sacred Dogs Entertainment – μία εταιρεία παραγωγής ταινιών και κυκλοφόρησε ένα ντοκιμαντέρ για τις Runaways, ονόματι "Edgeplay: A Film About The Runaways". Το "Edgeplay" κέρδισε αρκετά βραβεία και έγινε το πιο ονομαστό ντοκιμαντέρ στα Showtime Networks. Το 2005 η Victory Tischler-Blue σκηνοθέτησε το "Naked Under Leather", ένα ντοκιμαντέρ για τη συνάδελφο ρόκερ Suzi Quatro. Εστιάζοντας στις μουσικές παραγωγές έκανε την παραγωγή του αφιερώματος The Bee Gees "Unbroken Fever" - The 30th Anniversary of Saturday Night Fever (2007). Επιπρόσθετα η Tischler-Blue και η πρώην συνάδελφός της Lita Ford συνεργάστηκαν μαζί όταν η Ford ηχογράφησε μουσική για το "El Guitarista", ένα σίριαλ κινουμένων σχεδίων, του οποίου την παραγωγή έκανε η Sacred Dogs Entertainment.
Laurie McAllister
Η Laurie McAllister μπήκε σε μια άλλη κοριτσίστικη μπάντα του Kim Fowley, The Orchids, οι οποίες κυκλοφόρησαν ένα όχι καλώς αποδεκτό LP το 1980. Τα αρχικά μέλη των Orchids ήταν η Laurie Bell στα ντραμς, Jan King στα φωνητικά, Laurie McAllister στο μπάσο, η Sunbie Sinn και η Sandy Fury (μια 13χρονη ρόκερ από το Beverly Hills στη ρυθμική κιθάρα και στα βοηθητικά φωνητικά). Η Che Zuro, που αναμφισβήτητα έγραψε το μόνο αξιοπρεπές κομμάτι στο άλμπουμ αντικατέστησε τη Sandy Fury (βλέπε Risciso) που πήγε να εμφανιστεί στο New Wave Theatre ως The Clique, με τον μπασίστα Mark Frere των Steppenwolf. H Laurie McAllister δεν ασχολείται πλέον με τη μουσική.
Επιρροές
Το "L.A. Weekly" αποκάλεσε τις Runaways ως "μπάντα με τεράστια επιρροή", σημειώνοντας ότι μετά την επιτυχία τους όλα άλλαξαν για τις γυναίκες ροκ μουσικούς. Άνοιξαν τον δρόμο για πολλές γυναίκες καλλιτέχνιδες και γυναικείες μπάντες τα τελευταία 30 χρόνια, συμπεριλαμβανομένων των The Go-Go's, Bikini Kill, L7 και πιο πρόσφατα των The Donnas, ώστε να μπουν σε μια κατά κόρον ανδροκρατούμενη αρένα rock 'n' roll και τις επέτρεψε να σταθούν επάξια δίπλα στους ομολόγους τους. Έχουν επίσης ονομαστεί ως επιρροές για αρκετούς άντρες και γυναίκες καλλιτέχνες, όπως η Courtney Love και οι Rhino Bucket που αναγνώρισαν την επιρροή των Runaways στη μουσική τους στη συναυλία που έδωσαν τον Δεκέμβριο του 2006 για να τιμήσουν τη Sandy West.
Πολλοί οπαδοί πιστεύουν ότι θα έπρεπε να ενταχθούν στο Rock and Roll Hall of Fame και να καταγραφούν στη θέση των Runaways ως η πρώτη κοριτσίστικη punk/hard-rock μπάντα στην ιστορία της μουσικής.
Δισκογραφία
* "The Runaways" (1976)
* "Queens of Noise" (1977)
* "Live in Japan" (1977)
* "Waitin' for the Night" (1977)
* "And Now... The Runaways" (1978), διεθνής κυκλοφορία
* "Flaming Schoolgirls" (1980), συλλογή
* "Little Lost Girls" (1981), επανακυκλοφορία σε αμερικανική εκδοχή του "And Now... The Runaways"
* "The Best Of The Runaways" (1982)
* "Born to be Bad" (1993), συλλογή πρώιμων demo.
Mega thanx and a tip of the hat to Borx.
Μετάφραση, επιμέλεια: Σοφία Ρεντούμη

GLORY DAYS - 1984

Από τις αγαπημένες μας χρονιές το 1984 με τρομερές και κλασικές πλέον κυκλοφορίες. Σίγουρα αφήσαμε και αδικήσαμε πολλά συγκροτήματα εκτός της στήλης όπως τους Wasp,Bon Jovi,Helix,Icon,Y&T ,Ratt,Kiss,Europe κ.α.
Ξεκινάμε…
SCORPIONS-Love at First Sting (Emi-Mercury)
Με κεκτημένη ταχύτητα από το προηγούμενο πετυχημένο άλμπουμ τους “Blackout”, οι Γερμανοί δημιουργούν έναν από τους καλύτερους δίσκους της πολύχρονης ιστορίας τους.
Ακόμη και σήμερα 25 χρόνια μετά στις συναυλίες τους(το διαπιστώσαμε πρόσφατα) παίζουν σχεδόν το μισό άλμπουμ.
Τα προβλήματα βέβαια μεταξύ τους παράμεναν ειδικά με τους Herman Rarebell και Francis Buchholz να είναι με το ένα πόδι εκτός γκρουπ αλλά αυτό δεν συνέβη ενώ δεν τους πτόησε να φτιάξουν ένα καταπληκτικό δίσκο που έγινε τρεις φορές πλατινένιος.
Αγαπημένο μας το φοβερό “Coming Home” ενώ το “Rock You Like a Hurricane" μαζί με την αθάνατη μπαλάντα "Still Loving You" βάζουν το κερασάκι στη τούρτα.
Το World Wide Live που κυκλοφόρησε και σε βίντεο(επανεκδίδεται σε λίγο καιρό) την επόμενη χρονιά περιγράφει με χαρακτηριστικό τρόπο το μεγαλείο των SCORPIONS ειδικά στα live.
WHITESNAKE - Slide It In (Emi-Geffen)
Toν Ιανουάριο του 1984 έμελε να κυκλοφορήσουν οι Whitesnake τον πιο αντιπροσωπευτικό δίσκο στην μέχρι τότε πορεία τους.
Ο David Coverdale ερμηνεύει με μοναδικό πάθος σπουδαία τραγούδια που με την αμέριστη συνθετική συμπαράσταση του κιθαρίστα Mel Galley και του άλλου σπουδαίου κιθαρίστα Μicky Moody κατορθώνουν να ενθουσιάσουν και τον πιο απαιτητικό οπαδό τους.
To χεράκι του για την υπέροχη ροκ ατμόσφαιρα του “Slide it in” έβαλε και ο Jon Lord που έδωσε αρκετό άρωμα Deep Purlpe στο δίσκο.
Βέβαια η επιτυχία του άλμπουμ(ειδικά στην Μ. Βρετανία) έκανε τον D.Coverdale σκληρό και αντιπαθητικό στους υπόλοιπους με αποτέλεσμα να έχουμε αποχωρήσεις και στην αμερικάνικη έκδοση του δίσκου κιθάρα να παίζει ο τρομερός John Sykes.
Από τις κορυφαίες στιγμές του συγκροτήματος με τον Cozy Powell στα τύμπανα να δίνει τρομερό νεύρο στο άλμπουμ.
DEEP PURPLE- Perfect Strangers (Polydor-Mercury)
Θυμάμαι τα περιοδικά εκείνης της εποχής πόσο πανηγύριζαν για την επιστροφή των Deep Purple και ευτυχώς δικαιώθηκαν.
H χημεία παρά την καχυποψία έδεσε ξανά τέλεια ανάμεσα στους επίφοβους για τσακωμό Ian Gillan και Ritchie Blackmore με συνέπεια να φτιαχτεί ένα hard rock αριστούργημα.
Το βίντεο για το ομώνυμο τραγούδι επιβεβαιώνει το γεγονός αν και σίγουρα πήραν αρκετά χρήματα για εκείνη την επανασύνδεση
To ομώνυμο κομμάτι «σκοτώνει» ακόμα και σήμερα με το απίστευτο ριφ του ενώ το καταπληκτικό “Knocking at Your Back Door” μας προκαλεί ρίγη συγκίνησης.
Φυσικά και τα υπόλοιπα κομμάτια του δίσκου έχουν την απόλυτη hard rock σφραγίδα ενός τεράστιου συγκροτήματος
Η παραγωγή του μπασίστα Roger Glover είναι υποδειγματική.
Επίσης στην έκδοση του cd και της κασέτας(!) υπάρχει ένα bonus κομμάτι το “Not Responsible"και στην επανέκδοσή του το 1999 υπάρχει επιπλέον το instrumental "Son of Alerik".
TWISTED SISTER - Stay Hungry (Αtlantic)
Το τρίτο άλμπουμ των αμερικανών είναι ο απόλυτος ύμνος της ροκ εφηβείας.
Χωρίς πολύπλοκα παιξίματα, χωρίς τα ψαγμένα σόλα και κυρίως χωρίς τις υπερφίαλες ενορχηστρωτικές ιδέες των βιρτουόζων μουσικών του είδους η μπάντα έφτιαξε τον πιο party δίσκο της hard rock μουσικής.
Όλα σχεδόν τα τραγούδια με αποκορύφωμα τα "We're Not Gonna Take It" ,"I Wanna Rock" και “Stay Hungry” απογειώνουν τους Τwisted Sister στην κορυφή με τις συναυλίες τους να γίνεται χαμός και να καταφέρνουν ταυτόχρονα να κάνουν και μεγάλη εμπορική επιτυχία.
Φυσικά δεν μπορούμε να ξεχάσουμε την φανταστική μπαλάντα “The Price” ερμηνευμένη μοναδικά από τον καταπληκτικό Dee Snider
Εφέτος οι T.S. θα κάνουν και μία εορταστική επανέκδοση του συγκεκριμένου άλμπουμ, 25 χρόνια μετά την πρώτη του επίσημη κυκλοφορία.
BRYAN ADAMS - Reckless (A&M)
Ένα πραγματικό ατόφιο hard rock άλμπουμ από τον Καναδό καλλιτέχνη πριν γίνει μελό και βαρετός.
Έξι σινγκλ παρακαλώ έβγαλε ο συγκεκριμένος δίσκος,έξι φορές πλατινένιος στην Αμερική(!),δύο φορές πλατινένιος στην Μ.Βρετανία και φυσικά χρυσός σε πολλές χώρες του κόσμου.
Η συνθετική βοήθεια του Jim Vallance αποτυπώνεται σε όλα τα τραγούδια και κομμάτια σαν τα “Run to You”,”Summer of 69”,”Somebody” είναι εξαιρετικά.
Ειδικά όσοι ακούσετε το “It’s Only Love” ντουέτο με την Tina Turner(από το Tina: Live in Europe ) θα μείνετε άφωνοι από το πάθος και την ένταση της συγκεκριμένης εκτέλεσης.
ΑΔΙΚΗΜΕΝΑ
ΤΟΤΟ - Ιsolation
Ίσως ο καλύτερος δίσκος τους αλλά αδικήθηκε από το κοινό διότι κουβαλούσαν την βαριά κληρονομιά του πολυπλατινένιου ΤΟΤΟ IV.
Η φωνή του Fergie Fredriksen(Trillion) εδώ είναι καταπληκτική αλλά και οι συνθέσεις είναι πιο ροκ από ποτέ.
VAN HALEN – 1984
Το έκτο άλμπουμ τους σημαδεύτηκε από το φοβερό τραγούδι “Jump” αν και εμείς γουστάρουμε το “Panama”.
Tελευταίος δίσκος τους με τον David Lee Roth πριν έρθει Sammy Hagar και οκτώ φορές πλατινένιος.
Είναι αυτό που λένε οι πολιτικοί μας…ο λαός μίλησε.
SURVIVOR - Vital Signs
To καλύτερο άλμπουμ των αμερικανών ρόκερ με τον εκπληκτικό τραγουδιστή Jim Jamison(Cobra) να κάνει φοβερό ντεμπούτο. Προτιμήστε το άλμπουμ στην επανέκδοσή του που περιέχει και το θαυμάσιο κομμάτι “The Moment of Truth”από την ταινία Karate Kid.
IRON MAIDEN – Powerslave
Μνημειώδες δίσκος, πραγματικά το αδικήσαμε και χωρίς υπερβολές ένα αθάνατο άλμπουμ με τραγούδια σταθμούς για την ιστορία του γκρουπ.
Συναισθηματικά η ψυχή μας ανήκει στην σπουδαία παρέα του Steve Harris και ακόμη θυμάμαι έντονα τις παιδικές κόντρες εκείνης της εποχής μεταξύ Maiden και Scorpions.
DIO - The Last In Line
Φανταστικός δίσκος από τον μαγικό «κοντό».Εδώ τα κιθαριστικά όργια από τον Vivian Cambell συνεχίζονται και τα τραγούδια συναγωνίζονται ποιο είναι το ένα καλύτερο από το άλλο.
Μάλλον το ομώνυμο μαζί με το αγαπημένο μας "One Night in the City"και το “Egypt” κερδίζουν τις προτιμήσεις μας.
ΤΟP ΤΕΝ TΡΑΓΟΥΔΙΑ
1.Coming Home (SCORPIONS)
2.Perfect Strangers (DEEP PURPLE)
3.Panama (VAN HALEN)
4.Guilty of Love (WHITESNAKE)
5.Two Minutes to Midnight (IRON MAIDEN)
6.I Wanna rock (TWISTED SISTER)
7.The Last in Line (DIO)
8.Run to You (BRYAN ADAMS)
9.I wanna be Somebody(WASP)
10.Runway (BON JOVI)
Γράφει ο Φώτης Μελέτης

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

TRIUMPH - "The Greatest Hits Remixed"

Οι Καναδοί Triumph έχουν μία μυθική ιστορία πίσω τους με πολλά χρυσά και πλατινένια άλμπουμ τόσο στην πατρίδα τους όσο και στην Αμερική ενώ και το ευρωπαϊκό κοινό ιδιαίτερα στη δεκαετία του ’80 τους θαύμαζε αρκετά. Ετούτη εδώ λοιπόν η κυκλοφορία δηλαδή η συλλογή “The Greatest Hits Remixed περιλαμβάνει 14 κλασσικά τραγούδια της μπάντας σε νέο remix από τον Rich Chycki(Aerosmith, Ratt). Οι Καναδοί παίζουν σχεδόν τριανταπέντε χρόνια με μοναδικό τρόπο, παθιασμένο hard rock με blues αναφορές κάτι που μπορείτε εύκολα να ανακαλύψετε στο κιθαριστικό παίξιμο και στην ερμηνεία του Rik Emmett η οποία σε πολλά τραγούδια είναι συγκλονιστική. Πολύτιμη βοήθεια και καθοριστική για την επιτυχία του γκρουπ είναι φυσικά και ο εκπληκτικός Gil Moore(ντραμς, φωνή) μαζί με τον μπασίστα Mike Kevine . Επίσης οι Triumph δεν παραλείπουν να τιμήσουν και τις melodic/aor μελωδίες ιδιαίτερα στα Follow Your Heart και Spellbound ενώ δεν λείπουν και οι ύμνοι Allied Forces, Magic Power, Fight the Good Fight, Lay It On The Line και Rock nRoll Machine .Όσοι λοιπόν δεν έχετε ακόμη γνωρίσει το περίφημο αυτό τρίο σας δίνετε η ευκαιρία να κάνετε μία πρώτη ουσιαστική επαφή με μία από τις καλύτερες μπάντες του hard rock. H συγκεκριμένη κυκλοφορία περιλαμβάνει και ένα dvd με αρκετά video clips συν άλλα τρία ακυκλοφόρητα videos. Kαι μιας kai μιλήσαμε για dvd πάω σφαίρα να απολαύσω και να ξαναθυμηθώ το τρομερό Live At the USA Festival που έδωσαν οι TRIUMPH το 1983 σε μία απίστευτη συναυλία που έγινε στη Καλιφόρνια μαζί με άλλα ιερά τέρατα του είδους…

Φώτης Μελέτης

NO MAN'S LAND - "The Drowning Desert”

Οι No Mans Land είναι από τα πιο ιστορικά σχήματα της λεγόμενης ελληνικής ανεξάρτητης ροκ σκηνής. Με διαδρομή που αρχίζει από το 1985, με αρκετά διαλλείματα στη πορεία αλλά και με λίγα άλμπουμ στο ενεργητικό τους οι No Mans Land κατορθώνουν συνθέσουν να δημιουργήσουν ένα αρκετά ποιοτικό δίσκο που τιτλοφορείται The Drowning Desert”. Αρκετές δόσεις από progressive μελωδίες του στυλ Camel, Jethro Tull, Eloy συνδυασμένες έντεχνα με τις γνωστές ψυχεδελικές φόρμες που τους έκαναν γνωστούς, η μπάντα χωρίς να «φορτώνει» τις συνθέσεις του δίσκου δημιουργεί ένα εμπνευσμένο αποτέλεσμα. Φυσικά όλα τα κομμάτια του The Drowning Desert δεν περιορίζονται στο εκτελεστικό επίπεδο αλλά έχουν ένα έντονο ταξιδιάρικο ύφος και με βάση τον αθάνατο rock ήχο των περασμένων δεκαετιών το γκρουπ πετυχαίνει να κάνει τον πιο ώριμο δίσκο της καριέρας του. Οι νεώτεροι λοιπόν αξίζει να ανακαλύψετε άλλο ένα κρυφό διαμάντι της τοπικής σκηνής και οι παλιότεροι οφείλετε να τους ακούσετε διότι θα σας θυμίσουν τις χρυσές εποχές μιας χρονικής περιόδου που χαρακτηριζόταν κυρίως από τον ρομαντισμό της. Η κυκλοφορία ανήκει στην σπουδαία ελληνική εταιρία www.anazitisirecords.com τόσο σε βινύλιο αλλά και σε ψηφιακή μορφή.

Φώτης Μελέτης

Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Απογόητευση και θυμός για το live των Crashdiet

Mόνο θλίψη αλλά και αγανάκτηση προκαλούν όσα τραγελαφικά συνέβησαν με την περίφημη συναυλία των CRASHDIET.Κριτική για ένα live που δεν διήρκησε ούτε 45 λεπτά δεν πρόκειται να κάνουμε. Απλά ενημερωτικά θα πούμε ότι οι Σουηδοί παρά την κούραση τους, μιας και ήρθαν οδικώς, προσπάθησαν με αντίπαλο τον κακό ήχο να μας χαρίσουν ένα δυνατό sleaze/hard rock show.Πάνω λοιπόν που άρχισε η μπάντα να παίρνει τα πάνω της και ο ήχος να διορθώνεται σημαντικά μας ενημερώνει ο τραγουδιστής ότι το επόμενο κομμάτι θα είναι και το τελευταίο και πρέπει να αποχωρήσουν(δεν είχαν συμπληρώσει 40-45 λεπτά παιξίματος) διότι ο συναυλιακός χώρος(Sin City)μετά τις μία τα μεσάνυχτα πρέπει να μετατραπεί σε χορευτικό club!!!

Όπως καταλάβατε το αρχικό σοκ διαδέχτηκε την οργή και μετά η απογοήτευση και οι Crashdiet ολοκληρώνουν το live παίζοντας το ολόφρεσκο Generation wildκαι στη συνέχεια αποχαιρετούν μέσα σε αποθέωση, τους λίγους αλλά φανατικούς οπαδούς τους που παραβρέθηκαν στο συγκεκριμένο live.

Tώρα τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι τα εξής:

Γνώριζαν οι διοργανωτές τις απαιτήσεις του Sin City περί περιορισμένου ωραρίου και μετατροπή του χώρου σε club μετά τα μεσάνυχτα? Διότι αν το γνώριζαν τότε οι ευθύνες ανήκουν αποκλειστικά σε αυτούς αλλιώς αν προέκυψε την τελευταία στιγμή πιεστικά από την πλευρά του club τότε οι ευθύνες ανήκουν αλλού.

Επίσης άλλο ερώτημα που προκύπτει για τους διοργανωτές είναι γιατί άργησε να αρχίσει το live και δεν περιορίστηκε ο χρόνος συμμετοχής των ελληνικών γκρουπ ώστε να βγουν έγκαιρα στη σκηνή οι Crashdiet και να αποφεύγαμε τυχόν προβλήματα τα οποία δυστυχώς και προέκυψαν και αναγκαστήκαμε να απολαύσουμε με …εκπτώσεις το show.

Μάλλον ξεκάθαρες απαντήσεις δεν πρόκειται να πάρουμε και μπορεί κάποιοι να φτάσουν στο σημείο να τα ρίξουν και στους Crashdiet για να δικαιολογήσουν την ανευθυνότητα τους.

Eκείνο όμως που αποδεικνύεται για άλλη είναι ότι φανήκαμε αναξιόπιστοι απέναντι σε συγκροτήματα που κάνουν θραύση στην Ευρώπη.

Το μόνο λοιπόν που καταφέραμε είναι να τους τους αντιμετωπίσουμε σαν συνοικιακό γκρουπάκι και να εκτεθούμε χωρίς σοβαρό λόγο εκτός αν υπήρχε και δεν μας λένε.

Κρίμα για όλα τα παραπάνω και ιδιαίτερα σε όλα τα παιδιά που πήγαν να χαρούν μία από τις καλύτερες μπάντες αυτή τη περίοδο στο χώρο του sleaze/glam rock.

Φώτης Μελέτης

Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Nέο Rockway Magazine!!!

Κυκλοφορεί το νέο (No 4) τεύχος του ROCKWAY MAGAZINE με σημαντικές συνεντεύξεις παρουσιάσεις, κριτικές, νέες κυκλοφορίες, αφιερώματα, ελληνικά συγκροτήματα και πολλά άλλα
ενδιαφέροντα θέματα από τον χώρου του melodic, hard και heavy rock.
Το Rockway Magazine διατίθεται εντελώς δωρεάν (free press) σε κεντρικά δισκοπωλεία της Αθήνας ενώ μπορεί να σας σταλεί
και στο σπίτι χωρίς καμία οικονομική επιβάρυνση
αρκεί στο
info@rockway.gr ή στο hardrockway@gmail.com
να μας στείλετε την διεύθυνσή σας και εμείς οφείλουμε να σας το ταχυδρομήσουμε
.

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

Cobra (Rock Soundtrack)

Αναμφισβήτητα, μια από τις πιο cult κινηματογραφικές ταινίες της δεκαετίας του ’80 είναι και η αστυνομική ταινία δράσης “Cobra”, στην οποία πρωταγωνιστεί ο “πολύς” Sylvester Stallone. Η σκηνοθεσία ανήκει στον δικό μας George P. Cosmatos και το σενάριο ανήκει στον ίδιο τον “Sly” και γυρίστηκε το 1986 από την Cannon Films λίγο μετά αφότου είχε κυκλοφορήσει το “Rocky IV”.
Η πλοκή του έργου έχει ως εξής:
Αεροπορικό Ray-ban γυαλί, οδοντογλυφίδα στο στόμα και αχώριστος σύντροφος το Colt 45άρι από την μία και το ημιαυτόματο Jati-Matic για φινάλε. Έτσι ορίζεται η φιγούρα του περιθωριακού και σκληροτράχηλου αστυνομικού Marion Cobretti (η απλά “Cobra” για τους φίλους), σε μια επαρχιακή πόλη στην Αμερική της δεκαετίας του ’80. Σύντομα έρχεται αντιμέτωπος με μια σπείρα οργανωμένου εγκλήματος με την κωδική ονομασία “New Order” οι οποίοι δολοφονούν κατά συρροή άνευ λόγου και αιτίας αθώους και ανυπεράσπιστους πολίτες πιστεύοντας έτσι πως ο κόσμος ανήκει μόνο στους δυνατούς και τους ισχυρούς. Ένα φωτομοντέλο, η Ingrid (Brigitte Nielsen) όμως γίνεται αυτόπτης μάρτυρας στην δολοφονία μιας κοπέλας όταν ένα μέλος της σπείρας με αποκρουστικό βλέμμα συνειδητοποιεί ότι η Ingrid είδε το φονικό και αμέσως γίνεται ο επόμενος τους στόχος και έμμονη ιδέα του αρχηγού της σπείρας, του “Night Slasher”. Η νεαρή κοπέλα ζητά την βοήθεια της αστυνομίας και αυτομάτως ο Cobretti γίνεται ο προσωπικός της φρουρός αναλαμβάνοντας παράλληλα την εξάρθρωση και την σύλληψη της σπείρας αυτής. Φυγαδεύονται από την πόλη και επιδίδονται σε ένα ανελέητο ανθρωποκυνηγητό όπου πέφτει μπόλικο πιστολίδι και εκτυλίσσονται πολλές σκηνές δράσης. Και φτάνουμε στο ηρωικό φινάλε όπου ο Cobretti και ο Night Slasher έρχονται αντιμέτωποι σε ένα εργοστάσιο χημικών και μετάλλων και αφού ανταλλάσσουν κάτι “γρήγορες” ο Night Slasher καταλήγει στην χύτευση αφού πρώτα ο Cobretti τον έχει καρφώσει πάνω σε έναν extra large γάντζο.
Και όσο αφόρητα κλισαρισμένη είναι σαν ταινία, άλλο τόσο φοβερό είναι το soundtrack που κυκλοφόρησε από την Scotti Bros Records η οποία έγινε επιτυχημένη κυκλοφορώντας εκείνα τα χρόνια, soundtracks ταινιών του Stallone όπως το συγκεκριμένο και κυρίως αυτά των “Rocky” και κατ’ επέκταση των καλλιτεχνών που συμμετείχαν σε αυτά και άνηκαν στο δυναμικό της όπως οι Survivor, John Cafferty, Robert Tepper και Jimi Jamison. Εδώ λοιπόν συναντάμε μερικές από τις ομορφότερες AOR συνθέσεις ever όπως το “Feel The Heat” του Jean Beauvoir (Voodoo X, Crown Of Thorns, solo) και το “Angel Of The City” του Robert Tepper, κομμάτια που συμπεριλήφθησαν την ίδια περίοδο στα παρθενικά άλμπουμ και των δύο, του μεν πρώτου στο εκπληκτικό “Drums Along The Mohawk” και του δεύτερου στο μνημειώδες “No Easy Way Out” (το ομότιτλο είναι απλά ύ-μ-ν-ο-ς, γνωστό επίσης από το “Rocky IV”), αλλά και το εξαιρετικό “Voice Of America’s Sons” του βετεράνου John Cafferty με τους The Beaver Brown Band (η εισαγωγή μοιάζει εκπληκτικά με το “Footloose” του Kenny Loggins) που ανοίγει το άλμπουμ και το “Hold On To Your Vision” του Gary Wright. Επίσης, στο soundtrack περιέχονται δύο πολύ καλές μπαλάντες (Gladys Knight, εγγύηση) και ένα συμπαθητικό latin κομματάκι με τίτλο “Suave” από τους Miami Sound Machine, σχήμα στο οποίο τραγουδούσε η άσημη τότε latin pop τραγουδίστρια Gloria Estefan. Το soundtrack συμπληρώνουν και τρία instrumental κομμάτια του Sylvester Levay, που υπογράφει την μουσική επένδυση της ταινίας. Ένα soundtrack λοιπόν που ακούγεται ευχάριστα, όχι μόνο από τους fan του είδους απαραίτητα, αλλά και από οποιονδήποτε έχει έντονες αναμνήσεις από την δεκαετία του ‘80 και θέλει να ταξιδέψει πίσω στο χρόνο και να πιάσει το feeling εκείνης της εποχής. Ακούστε το και θα καταλάβετε τι εννοώ.
Highlight της ταινίας αποτελεί η σκηνή με το μοντάζ από την περιπλάνηση του Cobretti στους δρόμους της Αμερικής, σε αντίθεση με την ήρεμη και άνετη ζωή που ζούσε (μέχρι πρότινος) η Ingrid, ντυμένη μουσικά με το “Angel Of The City” του Robert Tepper.
Επίσης, αξέχαστες οι ατάκες του Stallone “…You’re the disease, and I am the cure” και “…This is where the law stops and I start, sucker!”. Θεός!!!
Tracklisting:
1. Voice Of America's Sons [Theme From Cobra] - John Cafferty And The Beaver Brown Band
2. Feel The Heat - Jean Beauvoir
3. Loving On Borrowed Time [Love Theme From Cobra] - Gladys Knight, Bill Medley
4. Skyline - Sylvester Levay
5. Hold On To Your Vision - Gary Wright
6. Suave - Miami Sound Machine
7. Cobra - Sylvester Levay
8. Angel Of The City - Robert Tepper
9. Chase - Sylvester Levay
10. Two Into One - Bill Medley, Carmen Twillie
Άρης Αβραμίδης

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

YES - "Υessongs"

Σίγουρα η δεκαετία του ’70 σημαδεύτηκε από την παρουσία ενός πραγματικά τρομερού συγκροτήματος που αρκετοί θεωρούν ότι είναι οι πρωτοπόροι του λεγόμενου art rock ή όπως είναι ευρέως γνωστό ως progressive rock.
ΥΕS συγκαταλέγονται σε εκείνα τα συγκροτήματα που πήγαν το ροκ πολύ μακριά και το πάντρεψαν άριστα με την κλασική και την jazz μουσική. Βασικός στόχος του γκρουπ ήταν να ξεχωρίσουν από τους υπόλοιπους του είδους και το πέτυχαν καθολικά ενώ παράλληλα κατόρθωσαν να αποκτήσουν παρά τις δαιδαλώδεις ενορχηστρώσεις και τις «δύσκολες» συνθέσεις εκατομμύρια οπαδούς. Τον τριπλό πλατινένιο live δίσκο με τίτλο YESSONGS που κυκλοφόρησαν στα τέλη της άνοιξης του 1973 ήταν όχι μόνο μία απίστευτη κίνηση για την εποχή της αλλά έδειχνε την διάθεση που είχαν οι περίφημοι YES να μην μείνουν στα προβλεπόμενα μιας τυπικής κυκλοφορίας αλλά να προσφέρουν γενναιόδωρα στους οπαδούς τους τις ονειρεμένες συνθέσεις τους εκτελεσμένες με μοναδικό και ιδιαίτερο τρόπο. Ο όρος προοδευτικός ταίριαζε απόλυτα στην μπάντα που είχε τρελάνει κριτικούς και κοινό με το απίστευτο και εμπνευσμένο παίξιμό της. Το “Yessongs” ήταν λοιπόν η μεγάλη αποθέωση των δύο προηγούμενων καταπληκτικών άλμπουμ τoυ γκρουπ “Fragile” και “Close to the Edge” και μία στάση πριν από το κoρυφαίο τους άλμπουμ “Tales of the Topographic Oceans”. Τι να πρωτοπεριγράψουμε για αυτό τον τριπλό δίσκο αφού από το ξεκίνημα αρχίζουν τα μαγικά… με την υπέροχη εισαγωγή στο Firebird Suite του σπουδαίου Ρώσου πιανίστα Igor Stravinsky και συνεχίζεται με τα μελωδικότατα “Siberian Khatru”, “And You and I” και φτάνει να απογειώνεται το “Yessongs” με τα επιβλητικά σε λυρισμό και ερμηνεία από τον Jon Anderson, “I ‘ve Seen All Good People” και “Starship Trooper”. Τα πλήκτρα του Rick Wakeman αποτελούν μαζί με την φωνή του Anderson το σήμα κατατεθέν στον ήχο του γκρουπ αν και το βαρύ πυροβολικό των YES είναι ο μπασίστας και βασικός συνθέτης της μπάντας ο Chris Squire, o οποίος βοηθούμενος σημαντικά από τον κιθαρίστα Steve Howe κάνουν ακόμα πιο ελκυστικό το όλο live. Για τα τύμπανα του Alan White(σε δύο κομμάτια παίζει ο Bill Bruford αφού αποχώρησε λίγο μετά την κυκλοφορία του Close to Edge) δεν θα μπούμε καν στην διαδικασία να τον κρίνουμε απλά ο συγκεκριμένος μουσικός είναι έτη φωτός μπροστά και στο “Yessongs” το αποδεικνύει περίτρανα. Oι YES λοιπόν το 1973 ήταν ήδη πρωτοπόροι και αρκετά ψαγμένοι και ειδικά την πρώτη πενταετία των seventies παρέδιδαν μαθήματα ολοκληρωτικού progressive rock! Οι άνθρωποι ζούσαν μόνο για την μουσική και το κάνουν τέλεια μέχρι και σήμερα που κοντεύουν τα 70 για να μοιράζονται το παραδεισένιο art rock ταξίδι με τους οπαδούς τους σε μία μοναδική σχέση που φτάνει τα όρια της ιεροτελεστίας. Για τα εξώφυλλα που αποτελούν από μόνα τους έργα τέχνης έχουν την σφραγίδα του εκπληκτικού Roger Dean.Τα υπόλοιπα αξίζει να τα ανακαλύψετε μόνοι σας…
TRACK LISTING:1)Opening(Firebird Suite), 2)Siberian Khatu,3)Heart of the Sunrise, 4)"Perpetual Change, 5)And You and I, a) Cord of Life, b)Eclipse ,c)The Preacher the Teacher, d)Apocalypse, 6)Moodfor A Day, 7)The Six Wives Of Henry VIII,8)Roundabout, 9)I ‘ve Seen All Good People, 10)Your Move11)All Good People, 12)Long Distance Runaround/The Fish(Schindleria Praematurus),13)Close to The Edge, a) The Solid Time of Change, b)Total Mass Retain, c)I Get Up I Get Down, d)Seasons of Man, 14)Yours Is No Disgrace, 15)Starship Trooper, a)Life Seeker, b)Disillusion, c)Würm
ΜΕΛΗ:Jon Anderson(φωνή), Chris Squire(μπάσο), Steve Howe(κιθάρα), Rick Wakeman(κήμπορντς), Alan White(ντραμς), Bill Bruford(ντραμς).
Φώτης Μελέτης

Σάββατο, 17 Απριλίου 2010

QUIRINUS: “The Decision Tree”

Ο Stefan Muller ή αλλιώς με το ψευδώνυμο Quinirus, είναι μια εκπληκτική μορφή progressive μουσικού, ο οποίος όντας ανήσυχος για την δημιουργία νέων μουσικών δρόμων, ενώ είναι μέλος της progressive metal μπάντας ARRET’S ODYSSEY (από το ’02 ως το ’05 περίπου), θα αποφασίσει να τραβήξει παράλληλα και τον δικό του δρόμο σαν QUINIRUS. Έχοντας πολύ υλικό για να ηχογραφήσει, που δεν μπορούσε να το κάνει με τους ARRET’S ODYSSEY, θα αρχίσει την προσωπική του δισκογραφία. Έτσι έως ότου φτάσουμε στο σημερινό “The Decision Tree” , έχουν μεσολαβήσει τα “The Fate Of A Dreamer” (2005) και “Dryads” (2007). Το “The Decision Tree” παίρνοντας περισσότερο χρόνο στον Stefan για την τελειοποίηση του λόγω σπουδών, θα γίνει ένα άλμπουμ πραγματικά αξιόλογο για εξερεύνηση. Κατά βάση σου δίνει την αίσθηση ενός ακουστικού άλμπουμ αλλά έχει από όλα. Η ολότητα του άλμπουμ ανήκει δικαιωματικά στον Stefan αφού το ποσοστό δημιουργίας ακουμπά το 100%.(vocals, acoustic guitar, electric guitar, synths, low whistle, recorder, maultrommel, percussion, samples, programming). Εδώ καλεσμένους θα έχει τους Renko Rickerts (bass guitar) ο οποίος είναι μπασίστας της progressive rock μπάντας MORPHELIA (ένα όνομα που θα μας απασχολήσει στο μέλλον!) και Jann Hillrichs ντράμερ της death metal μπάντας NAILED TO OBSCURITY. Στο σύνολο του το άλμπουμ είναι concept στο οποίο υπερέχει περίτρανα η μελαγχολία, η ατμόσφαιρα και δραματική φωνή του τραγουδοποιού όσο και οι καθαριστικές μυστικιστικές, ακουστικές νότες, πανέμορφα instruments περάσματα, και τους ήχους του φλάουτου και της άρπας να βρίσκουν καταφύγιο στο μόλις 38-λεπτο άλμπουμ.
Το “The Decision Tree” είναι ένα κομμάτι αυτοβιογραφίας του καλλιτέχνη, και που ίσως να είναι και ένα δικό μας…ταξίδι…το “κάθε” μας ταξίδι. Μια ιστορία ενός νέου ανθρώπου και το ταξίδι του. Για κάτι που έρχεται στην ζωή του και του ανατρέπει τα πάντα. Θα εντοπίσει την “πέτρα” της αγάπης, η οποία είναι μαγική, και μολονότι έχει υπερδυνάμεις του δημιουργεί ένα ψυχικό κομφούζιο. Είναι ικανή να του ανατρέψει την διάθεση από χαρά και διασκέδαση σε πάθος και αργότερα από αυτό το πάθος σε άγχος και στεναχώρια γιατί ακόμα δεν έχει καταφέρει να βρει αυτό που ψάχνει.
Αυτός ο λαβύρινθος θα τον οδηγήσει βήμα προς βήμα σε ένα μέρος που δεν είχε ποτέ ακούσει έως τότε. Το μέρος αυτό το γνωρίζει μόνο από ένα όνειρό του και έτσι θα οδηγηθεί εκεί στο . .Decision Tree, και εκεί θα πρέπει να πάρει την τελική απόφαση. Καθένα από τα 7 κομμάτια του άλμπουμ περιγράφει και μια στάση-διαδρομή του ταξιδιού του. Prologue-The Beginnings-Ametyst pt 1-Reverberations-The King Of Fools-Ametyst pt 2-The Decision Tree
Με λίγα λόγια έχουμε ένα progressive rock album, με το χρώμα του ακουστικού, πανέμορφες μελωδίες, ευχάριστο, σοβαρή δουλειά, απίθανη παραγωγή με την χαρακτηριστική φωνή του Stefan Muller σε ρόλο τραγουδιστή και αφηγητή μαζί. Το άλμπουμ αυτό σου δίνει την ευκαιρία να το κάνεις δικό σου, να αναλογιστείς, να κάνεις την αυτοκριτική σου, και να αποφασίσεις..
www.myspace.com/quirinusmusic
http://www.quirinus-music.de.vu/

Ελένη Λιβεράκου

Κερδίστε το νέο άλμπουμ των Νo Profile!

Δύο τυχεροί αναγνώστες του http://www.rockway.gr/ θα κερδίσουν το νέο άλμπουμ των No Profile αν απαντήσουν στις εξής ερώτηση του διαγωνισμού.
“Ποιος είναι ο τίτλος του παρθενικού άλμπουμ των Νο Profile".
Περιμένουμε λοιπόν τα μηνύματα σας και τις σωστές απαντήσεις στο hardrockway@gmail.com
Οι νικητές θα ανακοινωθούν στο τέλος του μήνα ύστερα από κλήρωση που θα κάνουμε ζωντανά στην ραδιοφωνική εκπομπή του Rockway.gr(Rockway zone)που πραγματοποιείται κάθε μέρα στις 18:00-20:00 από το www.berock-live.com

Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010

BRYAN ADAMS: "Live, live, Live"

Στην καλύτερη φάση της καλλιτεχνικής του καριέρας βρισκόταν ο Καναδός ρόκερ BRYAN ADAMS όταν κυκλοφόρησε το “Live,Live, Live” το 1988 πριν το γυρίσει στο μελό και στις νερόβραστες mainstream συνθέσεις.
Το συγκεκριμένο live ηχογραφήθηκε στο Βέλγιο στα πλαίσια της περιοδείας του πετυχημένου δίσκου “Into the Fire” και αποτυπώνει με πολύ δυναμικό τρόπο την live ενέργεια του Bryan Adams. Πολλές στιγμές αποθέωσης υπάρχουν στο άλμπουμ παιγμένα με απλό αλλά γνήσιο τρόπο και ύφος. Σπουδαία τραγούδια από την μέχρι τότε πορεία του περιλαμβάνει το “Live, Live, Live” όπως τα εκπληκτικά “Run to You”, “Summer of 69”, “Somebody”, “Heaven”, “It’s Only Love”, από το πολυπλατινένιο άλμπουμ “Reckless” το οποίο σχεδόν παίζεται ολόκληρο ενώ αρκετά τραγούδια υπάρχουν και από το “Into the Light”. Επίσης υπάρχει και μία υπέροχη διασκευή στο “I Fought The Law” του Sonny Curtis and the Crickets το οποίο έγινε γνωστό από τον Bobby Fuller και τους Clash.
Σε όλα τα τραγούδια σημαντική είναι η συμβολή του πολυτάλαντου μουσικού και συνθέτη Jim Vallance(Aerosmith, A.Cooper, T.Turner, Ozzy) που συνέβαλε ώστε να γραφούν τα καλύτερα τραγούδια του Καναδού καλλιτέχνη.
TRACK LISTING
1) She's Only Happy When She's Dancin, 2) It’s Only Love, 3)Cut’s Like a Knife, 4)Kids Wanna Rock, 5)Hearts on Fire, 6) Take me Back, 7) The Best Was Yet to Come, 8) Heaven, 9) Heat of the Night, 10) Run to You, 11) One Night Love Affair, 12) Long Gone, 13) Summer of 69, 14) Somebody, 15) Walkin After Midnight, 16) I Fought The Law, 17) Into The Fire.
Φώτης Μελέτης

Αγαπημένα τραγούδια σε mid tempo από τον Δ.Σειρηνάκη

O Δ.Σειρηνάκης (Rock Hard, MTV.) προτείνει 10 mid tempo rock τραγούδια που αξίζει τον κόπο να ακούσετε....
1. TEAZE - Heartless world
2. AXE - Battles
3. VIVA - Don't hold back the tears
4. SARACEN - A face in the crowd
5. DREAM EVIL - Loosing you
6. VANDEBERG - Burning heart
7. KROKUS - Bad love
8. 220 VOLT - Love is all you need
9. BLUE OYSTER CULT - Shooting shark
10. DOKKEN - Alone Again
και ένα bonus...
11. Alannah Myles - Song instead of a kiss

COHEED & CAMBRIA: “Year of the Black Rainbow”

Ακόμα θυμάμαι τους δήθεν ξερόλες που γελούσαν με τον Claudio Sanchez και την παρέα του στις αρχές των 00s. Έπαιζαν περίεργη μουσική, δυσνόητη για κάποιους και πολλές φορές το “παράξενο” δεν έχει θέση στα “τετριμμένα”. Πόσο λάθος ήταν όλοι αυτοί τελικά. Διότι εν έτει 2010, οι Coheed & Cambria, αποτελούν μια από τις σημαντικότερες και πιο εμπνευσμένες progressive μπάντες εν ενεργεία. Τι και εάν εμφανισιακά δεν παραπέμπουν σε σκληροπυρηνικούς μεταλλάδες και γενικότερα δεν τηρούν σχεδόν κανένα από τα διάφορα κλισέ που συναντάμε στα metal συγκροτήματα. Έχουν δικό τους στυλ και αυτό μετράει, ενώ κάθε τους κυκλοφορία αποσπά διθυραμβικές κριτικές σε όλον τον κόσμο. Στο “Year of the Black Rainbow”, συνεχίζεται το concept που ξεκίνησε στα προηγούμενα album, μόνο που εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα prequel της ιστορίας. Μουσικά δεν έχουν αλλάξει ιδιαίτερα το στυλ που έχουν από το “In Keeping Secrets of Silent Earth” και έπειτα, αλλά αυτό που διακρίνεται είναι μια πειραματική διάθεση (πόση ακόμα άραγε;) σε ότι αφορά την παραγωγή. Έτσι, για τον τελευταίο δίσκο επιστρατεύτηκαν οι Atticus Ross (Nine Inch Nails, Jane's Addiction) και Joe Barresi (Queens of the Stone Age, Tool), και το αποτέλεσμα δικαιώνει τη μπάντα για την επιλογή της. Όχι πως οι Nick Raskulinecz (Foo Fighters, Stone Sour, Velvet Revolver, Trivium) και Rick Rubin (Metallica, Slayer, System of a Down, Red Hot Chili Peppers) έκαναν άσχημη δουλειά στο αξεπέραστο “No World For Tomorrow”, αλλά το νέο δίδυμο κολλάει κάπως καλύτερα στον ήχο των Coheed & Cambria. Στις δώδεκα συνθέσεις του “Year of the Black Rainbow” (11 κομμάτια + 1 εισαγωγή) συναντούμε το γνώριμο Rush-meets-Mars Volta ύφος κρατώντας σταθερά τον υψηλό πήχη που έχουν οι ίδιοι θέσει. Κάποιες “φλυαρίες” στη μουσική τους, που ίσως διακρίνονταν παλιότερα, έχουν εδώ και καιρό εξαλειφθεί. Το μοναδικό μείον που μπορεί κάποιος ίσως να προσάψει στο συγκρότημα, είναι πως όλα τα album τους είναι φτιαγμένα έτσι ώστε να ακούγονται ολόκληρα, κάνοντας δύσκολο στον ακροατή να ξεχωρίσει στιγμές. Από την άλλη βέβαια, οι Coheed & Cambria, δεν είναι ότι ενδιαφέρονται για singles και επιτυχίες. Νοιάζονται για να φέρνουν στο cd player μας σύγχρονο και προοδευτικό (progressive) rock, στην καλύτερη δυνατή του μορφή. Και έτσι όπως έχει εξελιχθεί πλέον η μπάντα, μάλλον είναι ο Claudio Sanchez αυτός που γελάει πια.
Στέφανος Στεφανόπουλος

Oι περιπέτειες των GAMMA...

O σπουδαίος κιθαρίστας Ronnie Montrose ήταν ο δημιουργός του αδικημένου συγκροτήματος GAMMA. Mετά λοιπόν την αποτυχία του σόλο άλμπουμ του “Open Fire” που είχε προηγηθεί το 1978 αποφάσισε με την βοήθεια του ντράμερ Skip Gilette, του κημπορντίστα Jim Alcivar και τον μπασίστα Alan Fitzgerald να ιδρύσει τους GAMMA.
Έμενε μόνο να βρουν τραγουδιστή και το κατάφεραν να το ανακαλύψουν στο πρόσωπο του Σκοτσέζου τραγουδιστή Davey Pattison. Το 1979 η μπάντα με έδρα το Σαν Φραντσίσκο κατορθώνει να κυκλοφορήσει τον παρθενικό της δίσκο με τίτλο “Gamma 1” με έναν αυθεντικό hard rock blues ήχο συνδυασμένο με aor πλήκτρα και δυνατές ερμηνείες και το κομμάτι “Fight to The Finish” να ξεχωρίζει . Την επόμενη χρονιά η μπάντα κυκλοφορεί το εκπληκτικό “Gamma 2” με αλλαγές στα τύμπανα αφού ο Denny Carmassi είναι ο νέος ντράμερ ενώ και Alan Fitzgerald φεύγει στους Night Ranger και προβιβάζεται σε κημπορνίστα από μπασίστα και το ρόλο του μπασίστα στους Gamma αναλαμβάνει ο Glen Fletch(Freeze). To συγκεκριμένο άλμπουμ θεωρείται και το καλύτερο των GAMMA και είναι όντως ένα μικρό hard rock διαμάντι. Οι συνθέσεις έγιναν πιο σκληρές λόγω της έμφασης που δόθηκαν στις κιθάρες ενώ τα τραγούδια “Meanstreak”, “Voyager” ξεχώρισαν ιδιαίτερα. Το 1982 η μπάντα κυκλοφορεί το “Gamma 3” και ήδη έχει αποχωρήσει ο κημπορντίστας Jim Alcivar μιας και έγινε καθηγητής Πανεπιστημίου! Την θέση του πήρε ο Mitchell Froom και παρά τον πιο ελαφρύ ήχο που έφερε στο γκρουπ το τρίτο άλμπουμ των Gamma δεν κατάφερε να κάνει εμπορική επιτυχία. Όλα αυτά είχαν σαν συνέπεια νέες αποχωρήσεις αυτή την φορά του ντράμερ Denny Carmassi που πήγε στις Heart ενώ και ο R.Montrose ήταν άκρως δυσαρεστημένος με την εξέλιξη των πραγμάτων. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η διάλυση του γκρουπ με τον τραγουδιστή Davey Pattison να επιστρέφει στη μπάντα του εξαιρετικού κιθαρίστα Robin Trower . Το μεγάλο παράπονο του R.Montrose ήταν ότι η δισκογραφική εταιρία Elektra που κυκλοφόρησε τα τρία άλμπουμ τους δεν τους προώθησε καθόλου και μάλλον είχε δίκιο… Ένα best of που κυκλοφόρησαν το 1992 έγινε για καθαρούς λόγους αρπαχτής από την εταιρία τους ενώ τoν Μάιο του 2005 η μπάντα επέστρεψε με το “Gamma 4” με το line up του προηγούμενου δίσκου τους και κατόρθωσαν να βγάλουν άλλο ένα αξιοπρεπή άλμπουμ.
Φώτης Μελέτης

Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

CRYSTAL TEARS - "Generation X"

Το ότι η ελληνική metal σκηνή τα τελευταία χρόνια έχει κάνει μεγάλη πρόοδο είναι γνωστό. Το ότι κάποιες μπάντες χαίρουν μεγαλύτερης εκτίμησης από αυτή που λαμβάνουν, είναι επίσης γνωστό.
Με μια κίνηση ματ λοιπόν, οι θεσσαλονικείς Crystal Tears κάνουν τη μεγαλύτερη μουσική μεταγραφή για φέτος, εντάσσοντας στο δυναμικό τους τον Ian Parry (Elegy, Consortium Project, Infinity Overture etc), μπαίνοντας για τα καλά στον εγχώριο μουσικό χάρτη. Για τους ελάχιστους που δε γνωρίζουν τον εν λόγω κύριο, αποτέλεσε μια από τις πιο γνωστές (και κατ’ επέκταση σημαντικές) φωνές των mid 90s, και εξακολουθεί να δισκογραφεί τακτικά μέχρι και σήμερα. Βέβαια στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια η διανομή των cd του είναι ανύπαρκτη, αλλά να που μέσω των Crystal Tears κάνει δυναμικά την επανεμφάνισή του. Όσο για τη μπάντα, το ντεμπούτο της “Choirs of Immortal” δεν πέρασε απαρατήρητο και με τη νέα της κυκλοφορία βάζει γερά θεμέλια για την καριέρα της. Το είδος;
Pure heavy power, έτσι όπως το μάθαμε τη δεκαετία του 90, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως μιλάμε για πισωγύρισμα. Κάθε άλλο. Οι συνθέσεις εναρμονίζονται τέλεια με το σήμερα, έχοντας όμως ως βάση και πνοή τη συγκεκριμένη περίοδο.
Προσωπικά ξεχώρισα τα “Inner Spirit” (που ανοίγει εξαιρετικά το δίσκο), “Heroes” (με το Priest-ικό riff), “Nightmare Serenade” (έχει γυριστεί και video clip για το συγκεκριμένο), “Rock Until We Fall” (ύμνος κατάλληλος για συναυλίες) και “Crystal Tears”. Ειδικά στο τελευταίο θα ήθελα να κάνω μια ιδιαίτερη μνεία, καθώς κατά τη γνώμη μου είναι η κορυφαία στιγμή του “Generation X” και μου θύμισε εποχές “Manifestation of Fear” και “State of Mind” των Elegy, γεγονός το οποίο οφείλεται μεν σε μεγάλο βαθμό στα φωνητικά του Ian, αλλά αφετέρου η συνθετική ικανότητα των Crystal Tears φέρει το προαναφερθέν αποτέλεσμα. Η παραγωγή καθαρότατη (D. Liapakis) και προσδίδει δυναμική στο καταιγιστικό τελικό αποτέλεσμα του δίσκου.
Επίσης, το artwork είναι προσεγμένο και επιμελημένο από τον Meran “Darkmouth” Karanitant, γνωστό από τις δουλειές του με τους Six Feet Under και Hatebreed.
Το “Generation X” με συντροφεύει ήδη στο mp3 player μου, στο αμάξι μου και φυσικά στο cd player του σπιτιού μου, κάτι που δεν το κατάφεραν αρκετά νέα albums. Δεν έχω κάτι άλλο να προσθέσω λοιπόν σε αυτό.
Στέφανος Στεφανόπουλος

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

AIRBOURNE: "No Guts,No Glory"

Το "No Guts. No Glory", το δεύτερο άλμπουμ των Αυστραλιανών Aussie Pub rockers, Airbourne, είναι το πιθανότατα το απόλυτο soundtrack για οποιαδήποτε συνηθισμένη αμερικανική ταινία δράσης που περιέχει: ανθρωποκυνηγητά, εκρήξεις, βρώμικο ξύλο, αλκοόλ, γυναίκες και όλα τα συναφή. Προειδοποιώ, η μπαλάντα είναι μια άγνωστη λέξη εδώ, αντ' αυτής έχουμε αποκλειστικά 100% "αντρική" μουσική με riffs που μπαίνουν στο ψητό χωρίς φιοριτούρες, τσιμεντένια ρυθμικά και 80's hard rock φωνητικά. Όσοι ξέρετε τους Airbourne από το επιτυχημένο τους ντεμπούτο Runnin' Wild (2007) θα χαρείτε να διαπιστώσετε πως το συγκρότημα παραμένει απροσποίητα λακωνικό στις συνθέσεις του και με μια διάθεση για groove και καλοπέραση που δεν φαίνεται να παλιώνει ποτέ. Έμαθαν άλλωστε από τους καλύτερους στο αντικείμενο, τους συμπατριώτες τους AC/DC (βλ. ειδικά από την εποχή του Razor’s Edge).
Αυτό που ξέχασαν βέβαια είναι πως η ασταμάτητη πολιορκία από μουσική τεστοστερόνη μετά από λίγο σε κάνει να ξεχνάς σε ποιο σημείο του δίσκου βρίσκεσαι ακριβώς αλλά δεν θέλω να σταθώ καθόλου σε κάτι τέτοιο διότι οι Airbourne είναι από τις ελάχιστες νέες διεθνείς μπάντες (αν όχι η μοναδική) που φέρνει ξανά το rock n’ roll αυτού του τύπου στο προσκήνιο. Δεκατρία λοιπόν κομμάτια (συν κάποια bonus tracks) με ατελείωτη ενέργεια από την αρχή ως το τέλος. Ανάμεσα τους ξεχωρίζουν κατά τη γνώμη μου κάπως τα: “No Way But The Hard Way”, “Blonde, Bad and Beautiful” και “It Ain’t Over ‘Till it’s Over” γιατί πολύ απλά σου κολλάνε στο μυαλό πολύ πιο εύκολα από τα υπόλοιπα. Δεν χρειάζεται να ξέρετε πολλά για να εκτιμήσετε τους Airbourne, πιστεύω πως το μόνο που σας αρκεί είναι να ξέρετε να κουνάτε λίγο το κεφάλι σας και να σας αρέσει η μπύρα(??).
Αν λοιπόν τώρα τελευταία χρειάζεστε μια μικρή δόση αδρεναλίνης, μην κοιτάξετε πιο μακριά από αυτό το άλμπουμ. Αν πάλι είστε λίγο πιο απαιτητικοί και θέλετε το rock n’ roll σας σερβιρισμένο με άποψη, θα απογοητευτείτε…λίγο.
Mανώλης Γιαννίκιος

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

O Δ. Σειρηνάκης(Rock Hard, MTV) προτείνει...

Το soundtrack των ημερών...
Ο Δημήτρης Σειρηνάκης (ROCK HARD, MTV, ROCKMACHINE.gr, REVENGE OF ROCK), προτείνει αυτές τις μέρες να ακούσετε μερικα υπέροχα τραγούδια από νέες κυκλοφορίες...
RATT - "Eat me up alive"
CRASH DIET - "Down with dust"
THE H.E.A.T - "Beg beg beg"
CHRIS LANEY - "Love so bad"
AVANTASIA - "Your love is evil"
HUMAN TEMPLE - "What about my broken heart"
THE GIANT - "Double trouble"
WIG WAM - "Wild one"
ROCK SUGAR - "I love sugar on me"
MIKE TRAMP - Back to you"
και ένα ακόμα...
TREAT - "Roar"

Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

SERPENTINE - "A Touch of Heaven"

Το ντεμπούτο των SERPENTINE είναι το αποτέλεσμα δουλειάς δυόμισι χρόνων μιας μπάντας που ιδρύθηκε από το τρίο Gareth David Noon, Gareth Vanstone και Chris Gould.
Όταν ο Noon επέστρεψε από διακοπές το 2007 ένας ανυπόμονος Vanstone τον ενημέρωσε για τη διαθεσιμότητα του μάστορα Chris Gould. Ο Noon θυμάται:
"Ο Gareth Vanston κι εγώ είχαμε γράψει αρκετό πρώτο υλικό για λίγα χρόνια χωρίς ιδιαίτερους στόχους.
Το όλο σκηνικό άρχισε να παίρνει μορφή από το 2007 και τότε είναι που οι SERPENTINE σχηματίστηκαν πραγματικά. Έτυχε να είναι φίλος του αδελφού του Vanstone κι έτσι άκουσε μερικά από τα demo μας. Συναντηθήκαμε μια Δευτέρα και μέχρι την Τρίτη το απόγευμα είχαμε τελειώσει ένα βασικό κομμάτι του πρώτου μας τραγουδιού. Ήταν στιγμιαία χημεία!".
Προχωράμε γρήγορα στον χειμώνα του 2008 και σε μια τυχαία συνάντηση, στο στούντιο ηχογραφήσεων στο Blackwood, στη Νότια Ουαλία, μεταξύ του Gould και του ντράμερ των SHY Bob Richards, η οποία θα ήταν ο καταλύτης για τους SERPENTINE ώστε να απογειωθούν μετά από 18 μήνες συνθέσεων σαν τρίο. Λιγότερο από έναν μήνα αργότερα ο Tony Mills (SHY, TNT) και τα γνωστά σε όλη την υφήλιο στρατοσφαιρικά φωνητικά του έγιναν η φωνή των SERPENTINE και η μπάντα πέρασε τους επόμενους λίγους μήνες ολοκληρώνοντας τα demo γι' αυτό που θα γινόταν το πρώτο άλμπουμ της μπάντας, το "A Touch of Heaven".
Το καλοκαίρι του 2009 η μπάντα -με τα νέα μέλη John Clews (κιθάρα) και Charlie Skeggs (ντραμς) πανέτοιμα- απέδρασαν στα Μ2 studios στο Staffordshire για να ξεκινήσουν να φορμάρουν τα αρχικά demo τους σ' αυτό που μπορούμε ν' ακούσουμε στον δίσκο, με τον Mark V Stuart (MAGNUM) και την Sheena Sear πίσω από την κονσόλα του παραγωγού.
Το άλμπουμ είναι φοβερά μελωδικό. Τόσο που αγγίζει στιγμές μέχρι και JOURNEY μελωδίες (και για να το λέω εγώ αυτό θεωρήστε το μεγάλο κομπλιμέντο για το άλμπουμ μια που δύσκολα -για μένα πάντα- μια μπάντα καταφέρνει, έστω, ν' αγγίξει τα μυθικά τέρατα που λέγονται JOURNEY!)
Δεν θα πω περισσότερα παρά μόνο ένα... Αγαπάω πολύ τη φωνή του Tony Mills και πραγματικά τη θεωρώ ως την καταλληλότερη για να δέσει μια μπάντα σαν τους SERPENTINE, όμως τον άκουσα να προσπαθεί υπερβολικά για κάτι, χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Τα έντονα φωνητικά κατά τη διάρκεια όλου του άλμπουμ, με σπάνιες ανάσες ηπιότητας, δεν ήταν αναγκαία κατά τη γνώμη μου. Με κούρασαν! Μήπως τελικά το πρόβλημα του Tony είναι ότι φοβούμενος μην καταρρεύσει πριν από το τέλος του άλμπουμ (λόγω των υπερβολικών υποχρεώσεων που αναλαμβάνει τώρα τελευταία) έδωσε παραπάνω απ' ό,τι χρειαζόταν να δώσει; Αν ακούσετε τα τραγούδια αποσπασματικά θα τα λατρέψετε. Αν όμως θελήσετε ν' ακούσετε όλο το άλμπουμ μονορούφι, όπως έκανα εγώ, τότε φοβάμαι ότι δεν θ' αντέξετε ν' ακούσετε παραπάνω από το 6ο κομμάτι!
Παρ' όλα αυτά ο δίσκος αξίζει πραγματικά γιατί τέτοιες δουλειές ακούμε, ειλικρινά, σπάνια στα σημερινά, φτωχά μουσικά χρόνια που ζούμε (σε σύγκριση πάντα με τη δεκαετία του '80)!
Τέλος, να σημειώσω και την πολύ καλή διασκευή στο "Unbreak My Heart" της Tony Braxton (αλήθεια, λέτε αυτή η επιλογή να έχει καμία σχέση με τη συνωνυμία τους;).
Tony, πάρε μια τρίμηνη άδεια επιτέλους or something! Στην τελική, άσε και κάναν άλλον να σταυρώσει κάνα μεροκάματο! Στο είπα και την άλλη φορά αλλά δεν μ' άκουσες (βλέπε κριτική STATE OF ROCK - A Point of Destiny). Προσέχουμε για να έχουμε... Θυμάσαι;
Line-Up:
Tony Mills - φωνητικά, Christopher Gould - κύριες και ρυθμικές κιθάρες, John Clews - κύριες και ρυθμικές κιθάρες, Charlie Skeggs - ντραμς.
Tracklist:
1. A Touch Of Heaven, 2. Whatever Heartache, 3. Lonely Nights, 4. For The Love Of It All, 5. Let Love Rain Down, 6. In My Blood, 7. Fashion, 8. We Belong, 9. Love Suicide, 10. Unbreak My Heart
Σοφία Ρεντούμη

Κυριακή, 4 Απριλίου 2010

SLASH - "Slash"

Πριν γράψω αυτή την κριτική διάβασα κριτικές άλλων συναδέλφων ελλήνων και ξένων (κάτι που κάνω πάντα) κυρίως από περιέργεια αλλά και για λόγους ενημέρωσης φυσικά (ή μήπως νομίζατε ότι εμείς εδώ στο Rockway.gr γεννηθήκαμε με το βιβλίο στο χέρι, που λένε; - Nope!).
Σε πολλούς απ' αυτούς άρεσε το εν λόγω cd, σε άλλους όχι -γιατί ίσως περίμεναν κάτι σε στυλ GUNS 'N' ROSES ή VELVET REVOLVER- όλοι όμως συμφωνούσαν σε κάτι, είχαν κάτι κοινό. Ότι δεν καταλάβαιναν τι του ήρθε του SLASH, τι τον κυρίευσε -για να το πω αλλιώς- και έφτιαξε αυτή τη δουλειά με τα τόσο μπερδεμένα μουσικά είδη και τους τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους μουσικούς και τραγουδιστές. Κι όμως παιδιά δεν είναι τόσο δύσκολο να καταλάβει κάποιος, αν ακούσει προσεκτικά και επίσης δεν είναι προκατειλημμένος, τι ακριβώς συμβαίνει εδώ.
Ο κ. SLASH προφανώς ξέρει πολύ καλά ότι δεν έχει ανάγκη να πείσει πλέον τους οπαδούς του για το τι είναι ικανός να παίξει από τεχνικής πλευράς. Αυτό για το οποίο δεν ήταν καθόλου σίγουρος -και τελικά αποδείχθηκε πως είχε δίκιο γι' αυτό- ήταν αν οι οπαδοί του θα είναι αρκετά ανοιχτόμυαλοι για να δεχθούν το πολύπλευρο ταλέντο του -που δεν περιορίζεται (δόξα τω Θεώ) μόνο στο είδος που έπαιζαν οι ROSES και οι REVOLVER, τους οποίους για να μην παρεξηγηθώ αγαπώ αμφότερους- και τη μεγάλη του ψυχή!
Θα μου πείτε τώρα, τι σχέση έχει αυτό το τελευταίο με οτιδήποτε;
Μεγάλη ψυχή; Από πού κι ως πού;
Μα δεν καταλαβαίνετε, αγαπητοί μου, (στους συναδέλφους απευθύνομαι πάντα) ότι κύριος λόγος αυτού του cd δεν είναι η αυτοπροβολή του δημιουργού του αλλά η προβολή των άλλων μουσικών που συμμετέχουν σ' αυτή τη δουλειά;
Ο άνθρωπος προσπαθεί να υποβάλει τα σέβη του -και καλά κάνει- σε κάποιους μουσικούς που θεωρεί μεγάλους, ξεχασμένους ή παραγνωρισμένους από τη μουσική κοινότητα.
Ανθρώπους επίσης απ' τους οποίους πιθανότατα να έχει εμπνευστεί κιόλας κατά τη διάρκεια της ζωής του! Αν λοιπόν είστε ανοιχτά μυαλά (τώρα απευθύνομαι σε σας που με διαβάζετε -αλήθεια δεν έχετε να κάνετε τίποτα καλύτερο στη ζωή σας;-;-)) τολμήστε και αγοράστε αυτό το cd και μάλιστα και στις δύο εκδόσεις του. Θα δείτε παρακάτω γιατί...
Μπράβο SLASH, μπράβο τσολιά μου! Πάντα τέτοια!!!
Line-up
Όλα τα μέλη των GUNS εκτός του AXL
Για τα φωνητικά βλέπε tracklists.
Tracklist Deluxe Edition
01 - Ghost (feat. Ian Astbury των Cult)
02 - Beautiful Dangerous (feat. Fergie)
03 - Nothing To Say (feat. M Shadows)
04 - Crucify The Dead (feat. Ozzy Osbourne)
05 - Promise (feat. Chris Cornell) (Snippet)
06 - By The Sword (feat. Andrew Stockdale των Wolfmother)
07 - Sahara (feat. Koshi Inaba)
08 - Paradise City (feat. Fergie και Cypress Hill)
09 - Watch This (feat. Dave Grohl και Duff Mckagan)
10 - I Hold On (feat. Kid Rock)
11 - Gotten (feat. Adam Levine των Maroon5) (Snippet)
12 - Mother Maria (feat. Beth Hart)
13 - Starlight (feat. Myles Kennedy των Alter Bridge/Creed)
14 - Deluxe Edition Snippet Songs (Djs For Fun, Bonus Track)
Tracklist διαφορετικής έκδοσης
1. Ghost (feat. Ian Astbury και Izzy Stradlin) 3:34
2. Beautiful Dangerous (feat. Fergie) 4:35
3. Crucify the Dead (feat. Ozzy Osbourne και Taylor Hawkins) 4:04
4. Back from Cali (feat. Myles Kennedy) 3:36
5. Promise (feat. Chris Cornell) 4:41
6. By the Sword (feat. Andrew Stockdale) 4:50
7. Gotten (feat. Adam Levine) 5:05
8. Doctor Alibi (feat. Lemmy Kilmister των Motorhead) 3:07
9. Watch This (feat. Dave Grohl και Duff McKagan) 3:46
10. I Hold On (feat. Kid Rock) 4:10
11. Nothing to Say (feat. M. Shadows) 5:27
12. Starlight (feat. Myles Kennedy) 5:35
13. Saint is a Sinner Too (feat. Rocco DeLuca) 3:28
14. We’re All Gonna Die (feat. Iggy Pop) 4:30
Καταλάβατε τώρα γιατί σας είπα να αγοράσετε και τις δύο εκδόσεις;
Σοφία Ρεντούμη

Oι ξεχασμένοι αλλά γοητευτικοί King Kobra

Η σύντομη αλλά συναρπαστική ιστορία των Αμερικανών King Kobra ξεκινάει το 1983 με έδρα την California, όταν ο “βετεράνος” ντράμερ Carmine Appice (αδερφός του Vinny, ex Black Sabbath, Dio, Heaven And Hell) αφού είχε ήδη θητεύσει σε μεγάλα γκρουπ των ‘70s όπως οι Vanilla Fudge και οι προσωπικές μπάντες των Rod Stewart, Ted Nugent και Ozzy Osbourne, αποφασίζει να ιδρύσει μια φιλόδοξη hard rock μπάντα της οποίας θα ηγούνταν και θα είχε τον πρώτο λόγο. Θέλοντας λοιπόν να δουλέψει πάνω σε κάποια demo κομμάτια που είχε ηχογραφήσει παλαιότερα με τον κιθαρίστα Earl Slick (David Bowie band), βρίσκεται αρχικά προς αναζήτηση τραγουδιστή.
Ο φίλος του Carmine, επίσης κιθαρίστας Don Mancuso (Black Sheep, Lou Gramm Band) του προτείνει για την θέση αυτή έναν άσημο τότε νεαρό session τραγουδιστή από το Michigan ονόματι Mark Free (μετέπειτα Signal, Unruly Child, solo) ο οποίος έβγαζε το ψωμί του ηχογραφώντας φωνητικά ως session τραγουδιστής σε demos διαφόρων rock καλλιτεχνών την εποχή εκείνη, αλλά συμμετέχοντας και σε διάφορα μικρά τοπικά συγκροτήματα. Έρχεται σε επαφή λοιπόν με τον Free, το ταλέντο του οποίου φάνηκε από την πρώτη στιγμή και δεν άφηνε περιθώρια αμφισβήτησης από τον Carmine. Τα demo κομμάτια που ηχογραφήθηκαν τράβηξαν την προσοχή των ανθρώπων της Capitol Records μιας από της μεγαλύτερες δισκογραφικές εταιρείες στο Los Angeles όπου και τους πρόσφεραν σχεδόν αμέσως δισκογραφικό συμβόλαιο για δύο άλμπουμ. Επόμενο βήμα για τους Appice και Free ήταν η αναζήτηση των υπολοίπων μελών που θα συμπλήρωναν το γκρουπ. Έτσι μετά από πολλές αλλαγές καταλήγουν στον αρχικό πυρήνα του σχήματος ο οποίος αποτελούνταν από τους Carmine Appice στα τύμπανα, τον Mark Free στα lead φωνητικά, τον David Michael Phillips (πρ. όνομα Dave Henzerling, ex Keel) στις κιθάρες, τον Mick Sweda επίσης στις κιθάρες και τον Johnny Rod (μετέπειτα WASP) στο μπάσο.
Επιλέγεται το όνομα King Kobra και υιοθετώντας το απαραίτητο image, δηλαδή πολύχρωμα φουντωτά μαλλιά, lipstick, eye liner, spandex και παρδαλά ρούχα και φουλάρια, τον Νοέμβριο του 1985 κυκλοφορούν το εκπληκτικό ντεμπούτο τους με τίτλο “Ready To Strike”.
Ένας δίσκος καθαρόαιμου μελωδικού hard rock με heavy metal ξεσπάσματα αλλά σε glam ύφος πάντα αφού την εποχή εκείνη μεσουρανούσε το κίνημα αυτό ιδίως στο Los Angeles που θεωρούνταν η Μητρόπολη του sleaze rock n’ metal.
Με παραγωγό τον Spencer Proffer, ο οποίος σε μεγάλο ποσοστό συνυπογράφει μαζί με την μπάντα τις περισσότερες συνθέσεις, έχουμε να κάνουμε με κομματάρες όπως το ομότιτλο που ανοίγει τον δίσκο, το μανιασμένο hit “Hunger” που αποτελεί και το single με την μνημειώδη κραυγή του Mark Free στην εισαγωγή, το επίσης επιθετικό “Attention”, το εκπληκτικό “Breakin’ Out” και το πιο slow ίσως κομμάτι του δίσκου, το φοβερό “Dancing With Desire”. Highlight του δίσκου αποτελούν τα αιθέρια φωνητικά του μαγευτικού Mark Free καθώς και το εκρηκτικό κιθαριστικό δίδυμο των Phillips-Sweda, οι οποίοι εκσφενδονίζουν riffάρες και εναλλάσσονται αρμονικά στα lead και τα ρυθμικά.
Γενικά δεν υπάρχει μέτρια στιγμή σε όλο το άλμπουμ και αν και ήταν μια αξιόλογη δουλειά, παρόλα αυτά οι πωλήσεις του άγγιζαν μόλις τις 50000(!).
Το video-clip του “Hunger” παιζόταν συνέχεια από το MTV και αρκετές συναυλίες τους είχαν γίνει sold out κυρίως στην Αμερική, αλλά ως γνωστόν οι πωλήσεις είναι πάντα που μετράνε για μια δισκογραφική εταιρεία και για έναν κολοσσό της εποχής όπως η Capitol, ήταν φυσικό και επόμενο να έχει μεγαλύτερες απαιτήσεις και προσδοκίες από μια πολλά υποσχόμενη μπάντα στην οποία και επένδυσαν όπως οι King Kobra. Όπως προείπαμε το συμβόλαιο προέβλεπε έναν ακόμη δίσκο. Η εταιρεία τους προτρέπει να αλλάξουν ύφος, να χαμηλώσουν τους τόνους και να ακολουθήσουν μια πιο radio friendly προσέγγιση.
Με λίγα λόγια, τους υποχρεώνουν να το γυρίσουν στο AOR μιας και την ίδια περίοδο μεγάλες μπάντες του είδους όπως οι Journey, Foreigner, Toto, Asia, Triumph και Survivor, πουλούσαν σαν τρελοί. Ο Appice για τον λόγο αυτό καλεί τον παραγωγό και μουσικό Duane Hitchings, έναν παλιό του συνεργάτη ο οποίος ειδικεύονταν στον ήχο αυτό και μαζί του συνέθεσαν τα κομμάτια του επόμενου άλμπουμ.
Έτσι κάπου στις αρχές του 1986 κυκλοφορεί το “Thrill Of A Lifetime”. Η παραγωγή του άλμπουμ άνηκε στον ξανά στον Spencer Proffer αλλά και στον Duane Hitchings, ο οποίος συνυπογράφει και το mega-hit του δίσκου, το υπέροχο “Iron Eagle (Never Say Die)”, κομμάτι που συμπεριλήφθηκε και στο soundtrack της ομώνυμης ταινίας και κυκλοφόρησε από την Capitol Records. Εκτός από το προαναφερθέν κομμάτι, στον δίσκο συναντάμε κι άλλα πολύ αξιόλογα melodic rock κομμάτια όπως το “Only The Strong Will Survive”, το μετέπειτα single “Home Sweet Home”, το δυναμικό “Overnight Sensation” (προσωπικό αγαπημένο), το “Feel The Heat” καθώς και το ανθεμικό “Raise Your Hands To Rock”. Οι πωλήσεις κατώτερες του αναμενόμενου και η απογοήτευση είναι εμφανής και από τις δύο πλευρές. Έτσι λοιπόν, πρώτος που αποχωρεί είναι ο Johnny Rod, ο οποίος δέχεται μια πολύ καλή χρηματική προσφορά από τον Blackie Lawless και εισχωρεί στους WASP. Την θέση του καταλαμβάνει ο Lonnie Vencent και λίγο πιο μετά το 1987 συμμετέχουν με ενεργό ρόλο στο soundtrack της ταινίας τρόμου “Black Roses”.
Τα περισσότερα τραγούδια του soundtrack ηχογραφούνται από τους King Kobra, αλλά κάτω από την ονομασία Black Roses που αποτελούν και την φανταστική μπάντα της ταινίας. Ξεχωρίζουν τα “Paradise (We’re On Our Way)”, “Dance On Fire” αλλά και η πρώιμη εκδοχή του “Take It Off” κομματιού που συμπεριλήφθηκε λίγο αργότερα στο τρίτο άλμπουμ των King Kobra. Τότε ήταν που ο Mark Free, δυσαρεστημένος από την απόφαση της Capitol να τους απορρίψει, τη διαφορετική μουσική κατεύθυνση που ήθελε να ακολουθήσει το δίδυμο Phillips-Sweda και δυσκολευόμενος να ακολουθήσει το lifestyle της μπάντας αφού από τότε αμφιταλαντευόταν με την σεξουαλικότητά του και οι συνεχείς περιοδείες τον είχαν εξαντλήσει, αποχωρεί λίγο πριν τα τέλη του 1987.
Για μικρό χρονικό διάστημα την θέση του καταλαμβάνει ο Marq Torien και δουλεύουν πάνω σε κάποια νέα κομμάτια, όπως τα “Kissin’ Kitty” και “For The Love Of Money” και κάπου εκεί οι κύριοι Torien, Sweda και Vencent αποφασίζουν να αποχωρήσουν από το συγκρότημα και να φτιάξουν τους Bulletboys παίρνοντας μαζί τους και τις δυο νέες συνθέσεις και τις κυκλοφορούν μέσα από το ομώνυμο ντεμπούτο τους το 1988. Ο Appice δεν το βάζει κάτω και αντικαθιστά τα μέλη-φυγάδες με τον Johnny Edwards (μετέπειτα Foreigner) στα φωνητικά, τον Jeff Northrup στις δεύτερες κιθάρες και τον Larry Hart στο μπάσο και το 1988 ηχογραφείται το τρίτο και τελευταίο ουσιαστικά άλμπουμ της μπάντας με τον ενδεικτικό τίτλο “ΙΙΙ”.
Κυκλοφορεί αυτοχρηματοδοτούμενο από το προσωπικό label του Carmine Appice, την Rocker Records σε παραγωγή δική του αλλά έχοντας στο πλευρό του, τους παραγωγούς Alex Woltman και Elliot Soloman με τους οποίους είχε συνεργαστεί στο soundtrack του Black Roses. Το άλμπουμ αυτό κυριολεκτικά πάτωσε και μοναδικές ίσως καλές στιγμές του δίσκου να είναι τo hit “Take It Off”, το κομμάτι δηλαδή που πρωτοεμφανίστηκε στο Black Roses OST και εδώ σε νέα version με τα φωνητικά πλέον να ανήκουν στον Edwards και το “Mean Street Machine” που ανοίγει τον δίσκο.
Το δισκάκι αυτό είναι φυσικά out of print και θεωρείται εξαιρετικά σπάνιο και δυσεύρετο. Λίγο καιρό αργότερα ο Appice δέχεται την πρόταση του John Sykes και του Tony Franklin να συμμετάσχει στην νεοσύστατη μπάντα των Blue Murder κι αυτό σήμανε το οριστικό τέλος των King Kobra. Η συνέχεια για τους υπόλοιπους λίγο πολύ είναι γνωστή. Ο Mark Free το 1988 θα συμμετέχει στη δημιουργία του “κατασκευασμένου” (από το συνθετικό δίδυμο Judithe και Robin Randall) AOR super group των μοναδικών Signal για να ηχογραφήσει μαζί τους το αξεπέραστο “Loud & Clear” το 1989 και στην συνέχεια να εισχωρήσει στους Unruly Child, μέχρι να φτάσουμε στα τέλη του 1993 όπου και παίρνει μια απόφαση ζωής και υποβάλλεται σε εγχείρηση αλλαγής φύλλου αλλάζοντας πλέον το όνομά της σε Marcie Free και αποσύρεται από την μουσική βιομηχανία. Ο Johnny Edwards το 1991 κυκλοφορεί με τους Foreigner το αδιάφορο “Unusual Heat” και οι υπόλοιποι ενσωματώνονται σε άλλες μπάντες ή κυκλοφορούν solo δουλειές.
Το 1999 κυκλοφορεί μια συλλογή από ακυκλοφόρητα κομμάτια των King Kobra με τον τίτλο “The Lost Years” και καλύπτει την ενεργή περίοδο της μπάντας από το 1985 έως το 1988 όταν και διέλυσαν. Δυο χρόνια αργότερα το 2001 ο Appice επαναφέρει το όνομα των King Kobra στην επικαιρότητα κυκλοφορώντας μέσω της MTM Music το απαράδεκτο “Hollywood Trash”. Εκτός του Appice και του Sweda από το αρχικό σχήμα, το line-up συμπλήρωναν οι Kelly Keeling (Baton Rouge, John Norum, MSG, Blue Murder) στη φωνή, το μπάσο και τα πλήκτρα, ο Steve Fister στις κιθάρες και ο C.C DeVille των Poison σαν guest σε κάποια κομμάτια.
Το όλο εγχείρημα ουσιαστικά αποτέλεσε κλασσικό δείγμα “αρπαχτής”. Τέλος, τον Δεκέμβρη του 2009 με μια λιτή δήλωση στο melodicrock.com ανακοινώνεται το επίσημο reunion των King Kobra με την αυθεντική σύνθεση πλην της Marcie Free, η οποία αν και της έγινε η πρόταση προτίμησε να είναι παρών σε ένα άλλο πολυαναμενόμενο comeback, αυτό των Unruly Child. Την θέση πίσω από το μικρόφωνο των King Kobra θα καλύψει ο Paul Shortino (ex. Quiet Riot, Rough Cutt). Έτσι, μέσα στη χρονιά αναμένεται με αγωνία η νέα κυκλοφορία των King Kobra. Δεν γνωρίζουμε αν ο νέος δίσκος θα ανταποκρίνεται στα standards που έθεσε η ίδια η μπάντα στα μέσα των ‘80s όταν και ξεκίνησε. Το σίγουρο είναι ότι τα δύο πρώτα άλμπουμ του συγκροτήματος ντυμένα με την φωνή του Mark Free, παραμένουν μέχρι και σήμερα Κ-Ο-Ρ-Υ-Φ-Α-Ι-Α στον χώρο του μελωδικού hard rock/AOR.
Facts:
1) To “Hunger” μέσα από το “Ready To Strike” είναι στην ουσία η διασκευή του κομματιού των Kick Axe και αν και δισκογραφικά εμφανίστηκε πρώτα η εκδοχή των King Kobra, λίγο αργότερα κυκλοφόρησε και η δική τους original εκτέλεση μέσα από το soundtrack της ταινίας κινουμένων σχεδίων Transformers: The Movie το 1986 και με το ψευδώνυμο Spectre General.
2) Ο Marq Torien έκανε κι ένα σύντομο πέρασμα στους Ratt σαν κιθαρίστας πριν ακόμα αυτοί ηχογραφήσουν το παρθενικό τους άλμπουμ “Out Of The Cellar” το 1984.
3) Στο soundtrack του film Black Roses εκτός από την fictional μπάντα Black Roses (δηλαδή οι ίδιοι οι King Kobra), συναντάμε και συμμετοχές από τους Lizzy Borden, τους Tempest, τους Bang Tango και τους Hallow’s Eve. Η ταινία μπορεί να μην λέει τίποτα, διασώζεται όμως από αυτό το μνημειώδες soundtrack.
Άρης Αβραμίδης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...