Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Overland: "Contagious"

Όταν μαθαίνω ότι κυκλοφορεί νέα δισκογραφική δουλειά με την υπογραφή του Steve Overland, (FM, Wildlife, Shadowman, The Ladder και So!) τότε είμαι σίγουρος ότι για πολλοστή φορά θα ακούσουμε κάτι εξαιρετικά όμορφο αλλά και συνάμα προβλέψιμο όχι όμως την έννοια του βαρετού αλλά με την σταθερή αξία και το μεγάλο συνθετικό ταλέντο που διακρίνει αυτόν τον άξιο μουσικό.

Η νέα κυκλοφορία των Overland,  σε κερδίζει με το καλημέρα αφού ο ορισμός της καθηλωτικής μελωδίας, των δυνατών ενορχηστρώσεων, των εμπνευσμένων κιθαριστικών  σόλων είναι η σταθερή βάση για να απολαύσεις τον απόλυτο μελωδικό/hard rock ήχο.
Σε αυτό το εκπληκτικό αποτέλεσμα μεγάλη είναι η συνεισφορά δύο σπουδαίων μουσικών, του κιθαρίστα  Tommy Denander και του πολύπειρου μπασίστα Tony Franklin.
Ο δίσκος ξεκινά με το υπέροχο aor/ blues κομμάτι που φέρει τον τίτλο “Doctor my Heart” δείχνοντας ότι μόνο ο Steve Overland μπορεί να γράψει και να συνδυάσει άψογα δύο τελείως διαφορετικά είδη. Το “Easy on Me” ξεκινά εντυπωσιακά με τα ντραμς και τα πλήκτρα να έχουν τον πρώτο λόγο και φυσικά η σύνθεση να πλημμυρίζει από melodic/hard rock/aor μελωδίες.
Ακολουθεί το  θαυμάσιο Edge of the universe”, όπου αντιγράφει το  τέμπο του κλασσικού “Don't break my heart Again” των Whitesnake ενώ το “Every lonely night” είναι μία αριστουργηματική μπαλάντα.
Με το “Wildest dreams” συνεχίζεται το ρεσιτάλ της melodic rock/aor πανδαισίας made in Britain και με το “Intoxicated” αποκαλύπτονται οι επιρροές από Van Halen εκδηλώνοντας άλλη μία ευχάριστη ηχητική πλευρά της μπάντας. Ακολουθεί η όμορφη μπαλάντα “Define our love” με τα ουράνια φωνητικά ενώ το “Pocketful of dreams” λοξοκοιτά προκλητικά προς τον  αμερικάνικο ήχο όπως  και το “Making miracles” που φλερτάρει επικίνδυνα με τα blues.
Το άλμπουμ κλείνει με τα “Back where I belong”  και  Unforgiving world τα οποία έχουν πολύ δυνατά κουπλέ αλλά παράλληλα έχουν και ρεφρέν που σε λιώνουν κυριολεκτικά.
Τέλος στην ειδική έκδοση υπάρχει και ένα bonus κομμάτι με τίτλο “Shame on You” το οποίο ακούγεται αδιάφορο.
Συνοπτικά οι Overland επαναλαμβάνουν με απίστευτη επιτυχία τον εαυτό τους και ειδικά οι συνθέσεις του Steve Overland είναι σα να ακούς το ίδιο κομμάτι για πρώτη φορά!!!Μιλάμε ότι ο τύπος είναι μία αστείρευτη μηχανή παραγωγής ροκ μελωδιών όπου κολλάς μαζί τους για πολλές ημέρες και χρόνια και η ασθένεια αυτή να γίνεται μεταδοτική… κοινώς "Contagious"!!!

Φώτης Μελέτης

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

The Mission: "Another Fall from Grace"

Μετά από απουσία τριών ετών,πριν λίγους μήνες οι Mission κυκλοφόρησαν το νέο studio άλμπουμ τους, “Another fall from grace”, με το οποίο γιορτάζουν τη συμπλήρωση 30 συναπτών ετών παρουσίας τους στη δισκογραφία.

Η ιστορία των Mission (ή σύμφωνα με την αμερικανική εκδοχή The Mission UK για να ξεχωρίζουν από ίδιας επωνυμίας R&B μπάντα από τη Φιλαδέλφεια) ξεκίνησε πριν από 31 χρόνια.
Αρχή όλων οι Sisters of Mercy, το θρυλικό goth συγκρότημα που κατά τα ΄80’s υποστήριξε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το μουσικό είδος που εκπροσωπούσε. Περί τα τέλη του 1985, διαφωνίες καλλιτεχνικής φύσης με τον «εγκέφαλο» των Sisters of Mercy, κύριο τραγουδιστή και στιχουργό Andrew Eldritch, οδήγησε τα δύο άλλα βασικά μέλη του γκρουπ, Wayne Hussey (συνδημιουργό μαζί με τον Eldritch, frontman και κιθαρίστα) και Craig Adams (μπασίστα) στην απόφαση να αποχωρήσουν. Ας σημειώσουμε εδώ ότι οι Hussey και Eldritch ήταν το δημιουργικό δίδυμο στους Sisters of Mercy η δράση των οποίων στη μουσική σκηνή στα ΄80’s λέγεται ότι ήταν αντίστοιχη με των Lennon και McCartney στα ΄60’s και των Simon και Garfunkel στα ΄70s (!).
Οι Hussey και Adams έχοντας αποκομίσει την όποια εμπειρία προσδοκούσαν, αποφάσισαν να προχωρήσουν στη δημιουργία ενός νέου σχήματος με goth rock χαρακτήρα και πάλι, που έμελε να γίνει ένα από τα επιδραστικότερα των τελευταίων τριών δεκαετιών. Έτσι κάπως προέκυψαν οι Mission, το 1986 στο Leeds της Αγγλίας έχοντας αρχικά την ονομασία The Sisterhood, η οποία όμως σύντομα εγκαταλείφθηκε μετά από αντιδράσεις από την πλευρά του Eldritch. Επιπλέον εξασφαλίσθηκε η συμμετοχή των Simon Hinkler (κιθαρίστα στους Artery και Pulp) και Mick Brown (ντράμερ στους Red Lorry Yellow Lorry), μία σύνθεση όμως που - με εξαίρεση τη σταθερή παρουσία του Hussey – δεν παρέμεινε η ίδια στα χρόνια που ακολούθησαν.
Δύο πολύ πετυχημένα singles που έφτασαν στη θέση Νο 1 στα UK alternative charts και ένα support  σε περιοδεία των Cult ήταν αρκετά για να τραβήξουν την προσοχή της τότε Phonogram (ήδη Universal) προσφέροντας στους Mission επταετές συμβόλαιο. Το συγκρότημα άδραξε την ευκαιρία και υπέγραψε μαζί της τον Ιούλιο του 1986. Η ορμή, ο ενθουσιασμός και οι φρέσκιες ιδέες της νέας μπάντας αποτυπώθηκαν εύγλωττα στο ντεμπούτο άλμπουμ τους που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1986, με τον τίτλο “God’s Own Medicine”. Η ηχογράφησή του ολοκληρώθηκε μέσα σε μόλις έξι εβδομάδες με παραγωγό τον Tim Palmer, γνωστό του Hussey από την εποχή των Dead or Alive. Η δουλειά αυτή αντικατοπτρίζει την ικανότητα του Hussey να εμπλουτίσει το goth rock όπως διαμορφώθηκε από τους Sisters of Mercy, με στοιχεία της κλασικής ροκ και αντανακλάσεις από τον κόσμο του φαντασιακού πετυχαίνοντας ένα ενδιαφέρον είδος, που εξασφάλιζε τη μεγαλύτερη αποδοχή του κοινού. Με το “God’s Own Medicine” σηματοδοτήθηκε ουσιαστικά η έλευση της goth rock στα UK charts με επικεφαλής του ρεύματος τους Mission, οι οποίοι έθεσαν τις προϋποθέσεις εκείνες που τους οδήγησαν στις μελλοντικές μεγάλες επιτυχίες τους, καταφέρνοντας εν τέλει να αναδειχθούν στο γνωστό πλέον εμβληματικό συγκρότημα της goth rock σκηνής.
Η μετέπειτα εξέλιξη της μπάντας δημιουργική, αλλά και ολίγον τι θυελλώδης. Η παραγωγή των άλμπουμ σε συχνό ρυθμό (βλ. Children, Carved in Sand, Grains of Sand, Masque, Neverland, Blue, Aura, God is a Bullet, The Brightest Light), τα live που είχαν να επιδείξουν ιδιαίτερα αξιόλογα, δεν έλειψε όμως και μία διάλυση το 1996 για το αναγκαίο «φρεσκάρισμα» μυαλών και ιδεών και τον επαναπροσδιορισμό στόχων, με την  επανένωσή τους το 1999. Έχοντας πάντως οι δίσκοι τους ξεπεράσει σε πωλήσεις τα 4 εκατομμύρια αντίτυπα και με την ευκαιρία της επετείου των 25 ετών από τη δημιουργία της μπάντας, το 2011 οι Mission επανερχόμενοι στο σχεδόν αυθεντικό line-up (Hussey, Hinkler και Adams) και έχοντας εξασφαλίσει έναν νέο ντράμερ (τον Mike Kelly) άνοιξαν ένα καινούργιο κεφάλαιο στις δημιουργίες και στις live εμφανίσεις τους.
Η σύντομη αυτή ανασκόπηση επιτρέπει την πληρέστερη αξιολόγηση της νέας δουλειάς των Mission που τιτλοφορείται - όπως ήδη αναφέρθηκε – “Another Fall from Grace”.
Τούτο διότι το άλμπουμ αυτό, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Hussey, λειτουργεί ως ο χαμένος συνδετικός κρίκος μεταξύ του ιστορικού “First And Last And Always” των Sisters of Mercy και του ντεμπούτου άλμπουμ των Mission “God’s Own Medicine”, προκειμένου να συμπληρωθεί το μουσικό κενό που υπήρχε μετά από το 1986 και προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα μέσα από την εξέλιξη των ιδεών που εκφράστηκαν σε αυτές τις δύο δουλειές (στις οποίες είχε ασφαλώς ενεργή συμμετοχή ο Hussey). Σαφώς μας επιτρέπεται ένα τέτοιο συμπέρασμα μέσα από το άκουσμα κομματιών που άνετα περνιούνται για γνήσιες συνθέσεις των Sister of Mercy στην αρχική μορφή τους και χωρίς την αποχώρηση των Hussey και Adams αλλά και των Mission στα πρώτα τους βήματα. Ουσιαστικά με τη δουλειά τους αυτή οι Mission επιστρέφουν συνειδητά στις ρίζες τους, στο 1986, για να θυμηθούν, να βρουν και να ενσωματώσουν τις goth rock αναφορές τους όπως κατέληξαν μέσα από τις μετέπειτα επιρροές στον χώρο, ενώ την ίδια στιγμή υιοθετούν το original στυλ των Sisters of Mercy. Πρόκειται δηλαδή για έναν δίσκο τον οποίο οι Mission θα μπορούσαν να είχαν κυκλοφορήσει οποτεδήποτε.
Η ξεκάθαρα ΄80’s αισθητική του άλμπουμ οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον παραγωγό του άλμπουμ Tim Palmer που επιστρέφει στη συνεργασία του με τον Hussey μεταλαμπαδεύοντας με επιτυχία το κλασικό ύφος της δεκαετίας εκείνης, χωρίς να παραβλέπεται και η εκτεταμένη χρήση ηλεκτρικής κιθάρας. Στα πλεονεκτήματα και η φωνή Hussey που αν και πλησιάζει τα 60, ακούγεται καλύτερος από ποτέ και αποδίδει άψογα το ύφος των κομματιών.
Στο Another fall from grace έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε αξιόλογες συνεργασίες με άλλους καλλιτέχνες. Έτσι κάνουν την εμφάνισή τους σε guests backing vocals ο Ville Valo (frontman των HIM), η Julianne Regan (τραγουδίστρια των All About Eves) και η Evi Vine (από την underground βρετανική μουσική σκηνή). Εξαιρετική συγκυρία και η συμμετοχή των new wave icons Gary Numan και Martin Gore (των Depeche Mode) με backing vocals στο Within The Deepest Darkness (Fearful)”, ενώ φωνητικά του δεύτερου υπάρχουν και στo “Only You and You Alone το οποίο αναδεικνύεται σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές μπαλάντες του γκρουπ.
 Προσεγγίζοντας το περιεχόμενο του άλμπουμ, ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα μουσικό εγχείρημα σκοτεινών προθέσεων και απόγνωσης που φτάνει ενίοτε μέχρι τη θεατρικότητα και τη θριαμβολόγηση των συναισθημάτων. Χωρίς ο Hussey να αποσκοπούσε συνειδητά σ’ αυτό το αποτέλεσμα, η ψυχική, συναισθηματική και σωματική του κόπωση κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του άλμπουμ ήταν τέτοια που τον οδήγησε μοιραία σε πηγές έμπνευσης χαρακτηριζόμενες από δραματικά στοιχεία, γεγονός που αντικατοπτρίζεται τόσο στη μουσική όσο και στους στίχους των κομματιών. Όντας σε απομόνωση από οικογένεια, φίλους, αλλά και από τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία να αφήσει μνήμες, ενδότερες σκέψεις και προβληματισμούς του να ξεσπάσουν και να μετουσιωθούν στις συνθέσεις του, καθιστώντας το έργο αυτό αυστηρά προσωπικό. Τελικά, όπως ομολογεί και ο ίδιος, όλη αυτή η διαδικασία αποτέλεσε γι’ αυτόν μια σωτήρια εμπειρία.
Το ομότιτλο του τίτλου του άλμπουμ track αποτελεί μια flash back αναλαμπή από το καλό μουσικό παρελθόν των Mission στα τέλη των ΄80’s, εκεί που η goth rock εκφράστηκε με τον καλύτερο τρόπο. Με τον κατάλληλο ήχο εξασφαλισμένο, σε έναν αργό και «μετρημένο» ρυθμό, τον Hussey να τραγουδά σε γνώριμο έδαφος για τη χαμένη αγάπη (“Dying a death every time I think of you”) αποδίδοντας μια ερμηνεία εξαιρετική σταθερά από την αρχή έως το τέλος και με τη συνοδεία γυναικείων φωνητικών που φαντάζουν λίγο στοιχειωμένα επιτυγχάνεται μια γνήσια Mission σύνθεση που μοιραία ξεχωρίζει.
Το προοριζόμενο για hit του δίσκου Met-Amor-Phosis” (με τη συνοδεία φωνητικών από τον Ville Valo των ΗΙΜ) ενσαρκώνει ηχητικά τις μνήμες του Hussey από το ντεμπούτο των Sisters of Mercy. Η σύνθεση αρκούντως cult χορευτική και με δυνατές κιθάρες καταφέρνει να ξεσηκώσει ακόμη και τον πιο επιφυλακτικό ακροατή, θυμίζοντας έντονα χορευτικό track από τα μέσα της δεκαετίας του ΄80 (ίσως το “Tower of Strength” σε μία νέα εκδοχή, ενώ εξίσου θα μπορούσαν να αναφερθούν ως σχετικά και το κλασικό τρακ των Sisters of Mercy “Walk Away” αλλά και το Wasteland” των Mission). Προς το τέλος έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε τον (κιθαρίστα) Simon Hinkler σε μια πραγματικά εντυπωσιακή στιγμή του. Άξιοι μνείας και οι στίχοι του Hussey με αναφορές στον Κάφκα, καθώς και στον θάνατο του David Bowie (there’s a new blackstar in the heavens tonight”), δείχνοντας συνάμα και κάποια αισιοδοξία (“… with age comes change”).



Υψηλού επιπέδου και το Cant See the Ocean for the Rain, ακουστικό σε μεγάλο βαθμό, δίνοντας ένα μικρό διέξοδο στη φωτεινή πλευρά της μπάντας, ξεπερνώντας τα όρια της goth rock φήμης της και πλησιάζοντας κάπως το στυλ των Echo and the Bunnymen. Η μελωδία του βγαίνει αβίαστα μέσα από τη γνωστή κιθάρα και το σταθερό μπάσο με τη φωνή του Hussey χαλαρή (όπως θα ταίριαζε σε ένα ποπ κομμάτι), να ανεβοκατεβαίνει με μαεστρία στους τόνους. Οι στίχοι, πομπώδεις και ποιητικοί, αλλά και αρκούντως «πιασάρικοι», ξεδιπλώνουν το ταλέντο του Hussey.
Ο τελευταίος σε συνέντευξή του δήλωσε ότι όσον αφορά τον ίδιο πρόκειται για ένα west coast τραγούδι (παρόλο που δεν ακούγεται σαν τέτοιο) ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες διαμορφώθηκε, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού (κατά βάση road trip) στο οποίο κατέφυγε αναζητώντας έμπνευση. Κάποια στιγμή, έβρεχε τόσο δυνατά που δεν μπορούσε να διακρίνει ούτε τον ωκεανό δίπλα από τον οποίο περνούσε με το αυτοκίνητό του, οπότε προέκυψε και η ιδέα “can’t see the ocean for the rain”.
  Ξαναβρίσκουμε το γνώριμο ύφος των Sisters of Mercy (αυτή τη φορά μοιάζει πιο κοντινό από ποτέ) και πιο συγκεκριμένα κάτι από το cult hit τους του 1983 Alice” στο ψυχεδελικό Tyranny of Secrets”. Ο εκκωφαντικός ήχος της κιθάρας βγαλμένος αυτούσια από τα ΄80’s σε γρήγορο ρυθμό αναδύει μια “old school” χορευτική ατμόσφαιρα ανάγοντας το κομμάτι στο «δυνατό χαρτί» του δίσκου. Στο video clip παρουσιάζεται μια σειρά από εικόνες από όλο τον κόσμο που διαδέχονται η μία την άλλη και δείχνουν χωρίς προσχήματα τη φτώχια, τον τρόμο, τον πόλεμο και τον θάνατο.
Το Jade (με συμμετοχή στα φωνητικά του Martin Gore από τους Depeche Mode) συνιστά τυπικό παράδειγμα ρομαντικού μελωδικού μελοδράματος του οποίου την τέχνη ξέρουν καλά οι Mission: intro ορχηστρικό που μεταλλάσσεται όταν μπαίνουν τα φωνητικά, στρώσεις από κιθαρικές εκτελέσεις, υπνωτικό μπάσο και πλήκτρα απολήγουν σε έναν αποθεωτικό glam metal ύμνο με την ένταση και τον πόνο να κορυφώνονται όσο πλησιάζει στο τέλος.
Παρόμοιου ύφους και το Only you and you alone” (και πάλι με τη συμμετοχή του Gore) με κυρίαρχα στοιχεία και εδώ τη θλίψη και τη μελαγχολία (ίσως υπάρχει κάποια αντιστοιχία με τους Cure – βλ. Disintegration και Prayers for Rain) προσεγγίζοντας κατά πολύ τις πρώτες συνθέσεις των Mission. Σκοτεινά και αρκούντως ατμοσφαιρικά είναι και τα “Blood On The Road” (με καθαρά ροκ ήχο, θυμίζει το “Amelia”) και (το εξαιρετικό, στο ίδιο ύφος με το “One Hundred Years” των Cure) “Bullets & Bayonets” με αναφορές στη ρωσική επανάσταση (“When the red flag was raised, it was soaked in blood”).

Το “Never Longer than Forever– πιο «ελαφρύ» σε σχέση με τα υπόλοιπα, γι’ αυτό και πιο «εμπορικό» - αποτελεί χαρακτηριστική στιγμή των Mission (βλ. το οικείο Severina). Φουλ ατμοσφαιρικό, με μία αίσθηση κενού να αφήνεται ανάμεσα στα ρυθμικά σημεία και με ρεφρέν ΄90’s ύφους, συνιστά τον ορισμό της καλής goth rock. H ερμηνεία του Hussey - με ghost backing vocals από τη Julianne Regan (των All About Eves) και την Evi Vine - και εδώ απολαυστική, σε σταθερό τόνο, σώζει το κομμάτι από τον χαρακτηρισμό του ως υπερβολικού (έργο καθόλου εύκολο).

Σε μονοπάτια ποιητικά μας μεταφέρει το υποβλητικό Valaam, ενώ με το “Within the Deepest Darkness έχουμε ακόμη μια ακόμη μελωδία βγαλμένη από τις πρώτες συνθέσεις του συγκροτήματος. Τα αιθέρια φωνητικά από τους Gary Numan και Martin Gore υποστηρίζουν αρμονικά την χαμηλωμένη (επίτηδες) φωνή του Hussey. Η διάθεση εντελώς spooky με την κιθάρα να αποδίδει σε τόνους που παραπέμπουν σε βηματισμούς μέσα στη νύχτα προκαλώντας (αυτόματα και αυτονόητα) φόβο και ανασφάλεια και αφήνοντας τη σύνθεση να μεταβεί από το φαντασιακό, τρομακτικό σενάριο στο δυνατό outro.
 

Στο closing track Phantom Pain” (και αυτό με στοιχεία συνειρμικά από τη ρώσικη επανάσταση) η μαύρη διάθεση εμπλουτίζεται με μια σωστή δόση (υγιούς) απελπισίας, στην οποία συμβάλλει ουσιαστικά το σαξόφωνο και οι «πονεμένοι» στίχοι ("sometimes when the sky is blue...").  Το τελικό αποτέλεσμα παραπέμπει στο Garden of Delight” από το ντεμπούτο άλμπουμ των Mission, πραγματοποιώντας έναν κύκλο δισκογραφικό (εδώ βρισκόμαστε εντελώς μέσα στο 1986).
 Οι Mission γνωρίζοντας ούτως ή άλλως να προσφέρουν καλές, δομημένες σωστά μουσικές στιγμές, με το Another fall from grace μας παίρνουν από το χέρι και μας οδηγούν στον δικό τους κόσμο μέσα από ξεχωριστές ρετρό συνθέσεις με υφολογικές εναλλαγές που διαθέτουν τη σωστή goth δυναμική (αν και η goth ταμπέλα πραγματικά αδικεί το συγκεκριμένο έργο). «Ηθικός αυτουργός στο έγκλημα» ο Hussey o οποίος πήρε τα καλύτερα στοιχεία από τους Sisters of Mercy και τις πρώτες συνθέσεις των Mission και ανακατεύοντάς τα με τον χαρακτηριστικό vintage ήχο της κιθάρας του, με μία φωνή που ξέρει πώς να ερμηνεύει και με στίχους «ερωτοχτυπημένους» βγαλμένους από σκοτεινές πηγές έμπνευσης καταφέρνει να μας παρασύρει στο βαθύ σκοτάδι του μουσικού παρελθόντος του. Οι στόχοι του Hussey εκπληρώνονται βεβαίως και μέσα από την καίρια συμβολή του ταλαντούχου κιθαρίστα Simon Hinkler, του απόηχου από το μπάσο του Craig Adams και των ρυθμικών ντραμς του Mike Kelly.
 Όχι λοιπόν άδικα ο δίσκος αυτός αναδεικνύεται στην καλύτερη δουλειά της μπάντας από το Carved in Sand, με κομμάτια καθηλωτικά καθένα από τα οποία θα μπορούσε να αποτελέσει ξεχωριστό single από μόνο και που όσο περισσότερο τα ακούς τόσο περισσότερο σε κερδίζουν. Οι οπαδοί της goth rock, της goth new wave και των Mission ειδικότερα δεν μπορούν παρά να αισθάνονται ιδιαίτερα ευτυχείς που έχουν στη διάθεσή τους μια τόσο ολοκληρωμένη και ποιοτική δουλειά, ένα αληθινό αριστούργημα που φτιάχτηκε για να παίζει ξανά και ξανά και (γιατί όχι) να γίνει διαχρονικό.

Μαρία Γεωργιάδου

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Night Ranger: "35 Years And A Night In Chicago"

Οι Αμερικανοί Night Ranger γιορτάζουν την 35η επέτειο της παρουσίας τους στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Μου δημιουργεί προσωπικά την αίσθηση, ότι μεγάλωσα μάλλον αρκετά…όχι για κανέναν άλλο λόγο, διότι έτσι κι αλλιώς εάν μπορείς και ροκάρεις καλά μετά από τόσα χρόνια, τότε είσαι σίγουρα νέος.

Έχοντας πουλήσεις περίπου 17 εκατομμύρια δίσκους παγκόσμια και έχοντας εμφανιστεί  σε περισσότερες από  3000 παραστάσεις, οι Night Ranger ποτέ δεν είχαν πρόβλημα να γεμίσουν ένα συναυλιακό χώρο, όπως και έκαμαν εκείνο το βράδυ στο House of Blues στο Chicago, του Illinois στις7 Μαΐου  του 2016 .
 Οπαδοί κάθε ηλικίας γέμισαν ασφυκτικά το χώρο.
Στην πραγματικότητα ο ίδιος ο Jack Blades ρωτούσε τον κόσμο ποιος ήταν παρών στην αίθουσα την εποχή που είχε κυκλοφορήσει κάποιος δίσκος τους και το εντυπωσιακό ήταν ότι πέρα από ανθρώπους σχετικά κάποιας ηλικίας(χμμμ) που ανταποκρίνονταν υπήρχαν και νεότατοι οπαδοί που αποδεικνύει  ότι οι Night Ranger έχουν ένα φρέσκο κύμα νεότερων οπαδών πέρα από τους αφοσιωμένους οπαδούς δεκαετιών.
Πιθανόν γιατί τα τραγούδια των Night Ranger εμφανίζονται στη λαϊκή κουλτούρα της ροκ μουσικής που ξεκινά από τα shows της τηλεόρασης, σε βιντεοπαιχνίδια, σε ταινίες και φτάνει μέχρι σε μιούζικαλ του Broadway!
 Όπως και να αρέσκεσθε να το αποκαλείτε: Hard rock, pop metal, bubblegum metal, στα ένδοξα  ’80ς οι Night Ranger τα κατάφεραν εξαιρετικά. Οι τρεις πρώτη δίσκοι τους  (Dawn Patrol, Midnight Madness και το  7 Wishes) κατέκτησαν τα charts, πούλησαν  εκατομμύρια αντίτυπα και κυκλοφόρησαν πάμπολλα singles.
Αλλά η μοίρα τους ήταν παρόμοια όπως και άλλων συγκροτημάτων που εξαφανίστηκαν μπροστά στο τσουνάμι του grunge. Αλλά, ευτυχώς για όλους εμάς, αρκετοί επέστρεψαν   παρουσιάζοντας ζωντανά τις επιτυχίες εκείνων των χρόνων και κυκλοφορόντας νέους αξιόλογους δίσκους.
Το διπλό cd/dvd με τίτλο "35 Years and a Night in Chicago" είναι αυτό που περιγράψαμε παραπάνω.
Οι δεκαοκτώ συνθέσεις του παρουσιάζουν τις μεγάλες επιτυχίες της μπάντας μαζί με δύο πρόσφατες δημιουργίες τους από το εξαιρετικό “High Road” του 2014.
Για όλους τους ρέκτες της καλής μελωδικής σύνθεσης, όπως εμείς στο rocktime.gr, που λατρέψαμε τους Night Ranger αφοσιωμένα στα ’80ς, την μπάντα αποτελούν πλέον  από τα αυθεντικά μέλη, ο Jack Blades (μπάσο, φωνή), ο Kelly Keagy (τύμπανα, φωνή), ο Brad Gillis (κιθάρα) συνεπικουρούμενοι από τους Keri Kelly στην κιθάρα και τον  Eric Levy στα πλήκτρα. Σίγουρα μας λείπουν οι Jeff Watson και  Alan Fitzgerald καθώς ίσως η απουσία τους γίνεται πιο έντονη  στις παλαιότερες συνθέσεις μιας και λε΄΄ιπεο η ανάλογη χημεία.
Η αλήθεια είναι πως υπάρχουν άλλες τέσσερις ζωντανές επίσημες κυκλοφορίες της μπάντας αρκετά καλύτερες.
Συστήνεται για τους συλλέκτες( και είμαστε αρκετοί)...για τους υπόλοιπους είπαμε!

Νότης Γκιλλανίδης

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Sting: "57th & 9th"

Μέσα στην τελευταία τριακονταετία ο μουσικός χαρακτήρας του Sting, όπως εκδηλωνόταν κατά καιρούς στις διάφορες δισκογραφικές δουλειές του (βλ. Ten Summoner’s Tales, Brand New Day, Songs from the Labyrinth), έμοιαζε να έχει χάσει τις ροκ καταβολές του και να βρίσκεται πιο κοντά στα «χωράφια» της ποπ.

Το 2016 φαίνεται ότι ήταν η χρονιά που ο Sting απλά νοστάλγησε τις παλιές, καλές εποχές των Police και αποφάσισε να αντλήσει έμπνευση από ήχους και μουσικές τάσεις που καθιέρωσαν το γκρουπ και που ανέδειξαν και τον ίδιο ως μέλος του.
 Κατάληξη των νέων αναζητήσεων και πειραματισμών το ολόφρεσκο, δωδέκατο στούντιο άλμπουμ του Βρετανού καλλιτέχνη “57th & 9th”. Ο τίτλος δεν επιλέχτηκε τυχαία, υποδηλώνοντας τη διασταύρωση των οδών στη Ν. Υόρκη, από την οποία περνούσε καθημερινά ο Sting. Ένα πέρασμα που τον οδηγούσε στα στούντιο όπου έγιναν οι ηχογραφήσεις και στη διάρκεια των οποίων ουσιαστικά διαμορφώθηκε το περιεχόμενο του άλμπουμ μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες. Το τελικό αποτέλεσμα προέκυψε αυθόρμητα, χωρίς ειδική προετοιμασία και με άφθονο αυτοσχεδιασμό από την πλευρά του Sting έχοντας βοήθεια πολύτιμη και καθοριστική από τους μακροχρόνιους συνεργάτες του Vinnie Colaiuta (ντράμερ), Dominic Miller (κιθαρίστα) καθώς και από τα μέλη της Tex-Mex μπάντας από το Σαν Αντόνιο The Last Bandoleros”.
Οι συνθέσεις δείχνουν ξεκάθαρα τη διάθεση του Sting να υιοθετήσει ένα πιο ροκ στυλ «ωμής» και καθαρής ενέργειας, με στοιχεία AOR. Στην πρώτη πλευρά του άλμπουμ επικρατεί ένας γρήγορος, δυνατός ρυθμός που υποστηρίζεται από αντίστοιχης δυναμικής φωνητικά που κρατούν σε εγρήγορση.
Συγκεκριμένα, η επιστροφή στις ροκ ρίζες γίνεται πανηγυρικά με το τραχύ, opening track I Can’t Stop Thinking About You”, όπου έχουμε ένα από τα καλύτερα solo του Sting ever, ενός Sting που δείχνει μια πεινασμένη επιθυμία να ροκάρει. Με την ενέργεια να ξεχειλίζει και την ένταση να κορυφώνεται καταλήγοντας σε μια κραυγή απελπισίας (I can’t stop thinking about you/ I don’t care if you exist”) περιγράφεται ουσιαστικά η αγωνία να βρεθούν οι σωστές λέξεις που θα δηλώσουν τον ολοκληρωτικό έρωτα, με κλίμα παραπλήσιο εκείνου τουEvery breath you take”.

Την ίδια διάθεση συναντάμε και στο εξίσου δυνατό με blues – rock χαρακτήρα “Petrol Head”, που εκπλήσσει ευχάριστα με την ιδιαιτερότητά του θυμίζοντας στη σπιρτάδα κομμάτια όπως το “Highway To Hell” των ACDC.

Η περαιτέρω επισκόπηση του “57th & 9th” οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για έναν δίσκο επίκαιρο, σύγχρονο της εποχής του. Ο κοινωνικά πάντα ευαισθητοποιημένος και γνωστός για την ανθρωπιστική του δράση Sting εδώ βρίσκει την ευκαιρία να μοιραστεί με το κοινό του αυτά που φαίνεται ότι τον απασχολούν τον τελευταίο καιρό: τον πόλεμο, την πολιτική, το περιβάλλον. Τούτο το μεταδίδει με ποιητική διάθεση και περισσή ευαισθησία.

Ένα από τα κοινωνικά ζητήματα που απασχόλησαν ιδιαίτερα τον Sting, η εκδήλωση προσφυγικής κρίσης στην Ευρώπη, βρίσκεται στο στόχαστρο του “Inshallah”, όπου οι σχετικές αναφορές γίνονται μέσα από αναγκαία παραστατικές περιγραφές (“sad boats” / “anxious eyes”). Οι κλιματικές αλλαγές στον πλανήτη και οι κίνδυνοι που ενέχουν είναι ένα ακόμη φλέγον θέμα που θέλησε να καταθέσει ο Sting και μάλιστα σε πρώτο πρόσωπο στο φαινομενικά «αθώο» και «χορευτικό» One Fine Day”, με στίχους που ευθέως καταδεικνύουν τη σοβαρότητα της κατάστασης (“Three penguins and a bear got drowned” /“We must do something quick or die”). Στο “Pretty Young Soldier” που ακολουθεί, o Sting επιδεικνύει τη συνθετική του δεινότητα αφηγούμενος την ιστορία ενός παντρεμένου ζευγαριού κατά τη διάρκεια κάποιου πολέμου και προξενώντας το αυτονόητο ενδιαφέρον όσων ακούν. Το τελευταίο τρακ, The Empty Chair”, πραγματεύεται την απώλεια μέσα από μια συγκινητική ελεγεία - ντοκουμέντο για τον περίφημο αποκεφαλισμό του φωτογράφου James Foley στον οποίο προέβησαν τρομοκράτες της ISIS στη Συρία το 2014. Εδώ η φωνή του Sting μετά βίας φτάνει στους υψηλούς τόνους, καταφέρνοντας όμως να μεταδώσει το απαραίτητο συναίσθημα.
Το κομμάτι που ξεχωρίζει για τη θεματική του είναι το “50,000”, που γράφτηκε εις μνήμην των θρυλικών μουσικών που έχασαν τη ζωή τους πρόσφατα: David Bowie, Prince, Glenn Frey, Lemmy κ.ά. Ο Sting στρέφοντας το βλέμμα του στον καθρέφτη προβλέπει και τη μοιραία κατάληξη της δικής του πορείας (Reflecting now on my own past/ Inside this prison I’ve made of myself/ I’m feeling a little better today/ Although the bathroom mirror is telling me something else”). Καταλυτική η συνοδεία σκοτεινών ήχων που βγαίνουν από την κιθάρα του Dominic Miller.
Στο δεύτερο μισό του άλμπουμ η άγρια ροκ διάθεση και το βαθυστόχαστο ύφος που αναπόφευκτα επιλέχτηκε για να εκφράσει τους προσωπικούς προβληματισμούς του Sting καταλαγιάζουν μέσα από πιο ήσυχες συνθέσεις. Ξεχωρίζει η όμορφη τρυφερή μπαλάντα, If You Can't Love Meπου απηχεί το jazz rock στυλ του Sting από τα ΄80’s και διαδίδει την πεποίθηση ότι η αγάπη μπορεί να ξεπεράσει τα όρια της λογικής. Αναφορές στη ζωή του Sting σε νεαρή ηλικία όταν βρισκόταν ακόμη στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στο Newcastle της Αγγλίας, γίνονται στο “Heading South on the Great North Road”. Η αναγωγή στο παρελθόν με μία μπαλάντα παραδοσιακού (από τη Βρετανία) folk ρυθμού που αποδίδεται μόνο με μία ακουστική κιθάρα, συνιστά μια διαδικασία κάθαρσης για τον Sting επιτρέποντάς του να κάνει έναν απολογισμό της μουσικής πορείας του.

Η συνολική εντύπωση που αποκομίζεται μέσα από την ακρόαση του “57th & 9th” θα μπορούσε τελικά να συνοψιστεί στην εξής περιγραφή: Ο Sting έχοντας κερδίσει 16 Grammys και μία θέση στο “Rock and Roll Hall of Fame” σίγουρα δεν έχει αποκτήσει τυχαία το δικαίωμα του να κάνει ό,τι θέλει. Σε αυτή τη χρονική συγκυρία, βρίσκουμε έναν μουσικό που «ξεβολεύτηκε» από τις ποπ καταστάσεις που τον χαρακτήριζαν εδώ και χρόνια και αποφάσισε να «μας τρίξει τα δόντια» για να δείξει ότι είναι εδώ, είναι ροκ και μάχιμος. Οι ερμηνείες του Sting, άλλες φορές με κοινωνικό σχόλιο και άλλες με ρομαντισμό, μας χαρίζονται απλόχερα με τον γνωστό πειστικό τρόπο που τον διακρίνει εδώ και χρόνια, σαν να συνομιλεί έτσι απλά με έναν καλό φίλο. Κι εμείς δεν έχουμε παρά να τον απολαύσουμε.

Μαρία Γεωργιάδου

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Grand Funk Railroad: "Caught in the Act"

Πολλοί σημερινοί αλλά και παλαιότεροι υπέρλαμπροι ροκ αστέρες οφείλουν να μνημονεύουν και να τιμούν συγκροτήματα σαν τους Grand Funk Railroad μέχρι τα βαθιά τους γεράματα.


Από τους Van Halen και τους Kiss μέχρι και τους Lenny Kravitz και Metallica αλλά και πολλών άλλων αξιόλογων σχημάτων, έχουν επηρεαστεί και “δανειστεί” πολλές από τις αγριεμένες μελωδίες και τους σκληρούς ρυθμούς τους.
Το θρυλικό αμερικάνικο συγκρότημα κατάγεται από το Flint του Michigan και με μία σειρά ανεπανάληπτων άλμπουμ που κυκλοφόρησαν στη δεκαετία του ’70 έβαλε την δική του μοναδική  σφραγίδα σε αυτό που ονομάζουμε κλασσικό ροκ ή ακόμα και παραδοσιακό hard rock. To Caught in the Act κυκλοφόρησε τον Αύγουστο το 1975 (ξανακυκλοφόρησε σε remastered έκδοση το 2003) και οι live ηχογραφήσεις είχαν γίνει λίγους μήνες νωρίτερα για την προώθηση του εξαιρετικού στούντιο άλμπουμ “All the Girls in the World Beware!!!” Στο “Caught in the Act” περιλαμβάνονται σχεδόν όλες οι μεγάλες στιγμές των Grand Funk Railroad προσπαθώντας η μπάντα να κλείσει εκείνη τη χρονική συγκυρία ένα μακρύ και πετυχημένο εμπορικά δισκογραφικό κύκλο μιας και στη συνέχεια το συγκρότημα επιθυμούσε να εξελίξει τον ήχο του και το κατόρθωσε ως ένα βαθμό (σημαντική ήταν και η συμβολή του Frank Zappa στο μεθεπόμενο άλμπουμ τους) ενώ δυστυχώς στη δεκαετία του ’80 δεν υπήρχε καμία ανάλογη συνέχεια.
Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι μία μεγάλη μερίδα κριτικών θεωρεί ότι το “Live Album”  του 1970 ήταν η πιο χαρακτηριστική ζωντανή παρουσία των Grand Funk Railroad, όμως σε εκείνο το άλμπουμ δεν συμπεριλαμβάνονται τα κλασσικά κομμάτια της μπάντας για… ευνόητους λόγους (αφού οι μεγάλες επιτυχίες του γκρουπ κυκλοφόρησαν τις επόμενες χρονιές) και μόλις τότε είχαν ξεκινήσει ουσιαστικά την καριέρα τους.
Η απίθανη τετράδα των Don Brewer (ντραμς, φωνητικά), Mark Farner (κιθάρα, φωνή, πλήκτρα), Mel Schacher (μπάσο), Craig Frost (keyboards) παρέα στα φωνητικά με τις "The Funkettes" (Lorraine Feather και Jana) πραγματικά θερίζουν και σκορπούν απίστευτες ποσότητες αυθεντικής ροκ ευδαιμονίας, παιγμένα με αστείρευτη ενέργεια και ασταμάτητο πάθος. Σπουδαία και αθάνατα κομμάτια υπάρχουν στο “Caught in the Act” όπως τα περήφανα και δυναμικά "Footstompin' Music", "Rock & Roll Soul",Heartbreaker, “T.N.U.C.”, το απίστευτοShinin' On, οι πετυχημένες διασκευές  στα τραγούδιαThe Loco-Motion(των Gerry Goffin και Carole King), Inside Lookin' Outαπό τους Αnimals, το Gimme Shelterτων Rolling Stones, τοSome Kind of Wonderfulτου soulman, John Ellison και φυσικά το super classic, We're an American Band. Η αγριάδα, ο τσαμπουκάς, το πάθος, η έπαρση αλλά και η soul/blues ευαισθησία είναι μερικά από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους Grand Funk Railroad. Μία ματιά να ρίξετε μόνο στο youtube για να καταλάβετε με τι άνεση αλλά και τη πώρωση έπαιζαν live πριν από τρεις δεκαετίες και βάλε. Όχι μόνο θα τους γουστάρετε(όσοι τυχόν δεν τους γνωρίζετε, λίγο δύσκολο νομίζω...) αλλά είμαι σίγουρος πως και θα τους λατρέψετε!!!

TRACKLIST
1) Foot Stompin' Music, 2) Rock & Roll Soul, 3) Closer To Home, 4) Heartbreaker, 5) Some Kind Of Wonderful, 6) Shinin' On, 7) The Loco-Motion, 8) Black Licorice; 9) The Railroad, 10) We're An American Band, 11) T.N.U.C., 12) Inside Looking Out, 13) Gimmie Shelter

MEΛΗ
Don Brewer (ντραμς, φωνητικά)
Mark Farner (κιθάρα, φωνή, πλήκτρα)
Mel Schacher (μπάσο)
Craig Frost (keyboards)


Φώτης Μελέτης

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

The Rolling Stones: "Blue And Lonesome"


Ηχογραφημένη σε μόλις 3 ημέρες, πάνω σε μια απόφαση της στιγμής, αφού συνειδητοποίησαν ότι ένα μάτσο πρόβες σε παλιά blues στάνταρ «ακούγονταν καλά», η συλλογή αυτή με διασκευές της μεγαλύτερης από τις πρώτες μπάντες στο ροκ ν' ρολ αποτελεί το καινούριο (ίσως και το τελευταίο) της δισκογράφημα.

Με κίνδυνο να ακουστεί κανείς σαν τον πρεσβύτερο Γιόργκε απ΄το «Όνομα του Ρόδου», στη θρυλική ατάκα περί του ότι «η μελέτη των γραφών δεν έχει σκοπό την πρόοδο, αλλά την αέναη ανακεφαλαίωση», η αίσθηση που αποπνέει το άλμπουμ είναι όντως αυτή της εντελώς απενοχοποιημένης ανακεφαλαίωσης. “Just Your Fool” (του Buddy Johnson και της bog band του απ΄το ’53), “I Gotta Go”, “Hate To See You Go” του Little Walter, “Blue And Lonesome” (του Memphis Slim απ΄το ’49), “Commit A Crime” (του Howling Wolf - γνωστό κι από τις εκτελέσεις του Stevie Ray Vaughan), το προπολεμικό “Ride  ‘Em On Down” του Eddie Taylor (μ΄ένα βίντεο κλιπ σκέτη αλητεία, όπου μια sexy μέχρι σημείου combustion Kristen Stewart ζορίζει ένα vintage Mustang του ’60), καθώς και ο απαραίτητος Willie Dixon με τα “Just Like I Treat You” και “I Can’t Quit You Baby” είναι τα πιο αναγνωρίσιμα από τα tracks.
Εμφανίζονται σε ταιριαστές α προπό εμφανίσεις ο
Eric Clapton, ο Μatt Clifford κι ο Chuck Levell (πλήκτρα) και ο Jim Keltner (τύμπανα), όλοι τους ονόματα που κουβαλάνε ολόκληρες εποχές της ροκ ν΄ρολ ιστορίας στα χέρια και τα μυαλά τους. 
Ανεξάρτητα του κατά πόσο η κυκλοφορία αυτή ήταν συνειδητή ή μπήκε σε κίνηση από τη σπίθα μανατζερικής πρωτοβουλίας, η αλήθεια είναι ότι επιστρέφουν στις ρίζες τους μόνον αυτοί που έχουν τέτοιες.
Αυτοί που έσκηψαν στην πηγή και ήπιαν το νερό που ανέβλυζε, όταν οι περισσότεροι κοιτούσαν τα πουλάκια στα δέντρα. Αυτοί που έμαθαν με το παράδειγμά τους σε μουσικούς, βιομηχανία και ακροατές ότι η μουσική για να έχει ενεργό παρόν είναι σημαντικό να έχει ιδρύσει μια τίμια διαλεκτική με το παρελθόν.



Την ύπαρξη της μουσικής ρίζας η σημερινή εποχή την απεχθάνεται, γιατί χαράσσει σαφείς διαχωριστικές γραμμές μεταξύ όσων αναγνωρίζουν τη σημασία του να προέρχεσαι και όσων υποφέρουν από την υστερία μιας υποτιθέμενης «πρωτοτυπίας», όσων αποφεύγουν φόρους τιμής και hat-tippings σε πραγματικές αξίες, μήπως και νιώσουν λίγοι.
Όσοι καταλαβαίνουμε γιατί μπορεί να έχει κάποιο νόημα (πέραν του εμπορικού) αυτή η ηχητική επιστροφή σήμερα και όχι πριν 5 ή δέκα χρόνια, έχουμε ήδη τα αισθητήριά μας σε εγρήγορση, οπότε το άλμπουμ αυτό είναι προορισμένο να μας προσφέρει μόνον απόλαυση.
Γιατί –δεν είναι και δύσκολο – αντιλαμβανόμαστε την ανάγκη των συγκεκριμένων 70άρηδων να νιώσουν ξένοιαστα και οικεία με τη μουσική που τους νοηματοδότησε πριν καν κλείσουν τα είκοσι (ποιά ειλικρινέστερη κατάθεση διάθεσης από αυτήν, για έναν καλλιτέχνη στη δύση της καρριέρας του, αν όχι το να θυμίζει όσα τον καθόρισαν;).
Όσο για τους πικρόχολους, θα έχουν τα χιλιοειπωμένα επιχειρήματά τους την κατανόησή μας. Αν και δεν είναι απολύτως βέβαιο ότι την τελευταία την αξίζουν κιόλας.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

The Smiths: "The Queen Is Dead"


Ψάχνοντας στις μνήμες μου να βρω τα πιο αγαπημένα ακούσματα έρχεται απευθείας στο νου το «There is a Light That Never Goes Out» από τους Smiths (που δεν νομίζω ότι χρειάζονται συστάσεις).

Ήταν χαρακτηριστική περίπτωση «love at first sight». Με στίχους γλαφυρούς, to the point, να κρύβουν μια ανεπιτήδευτη ειλικρίνεια για τη μοναξιά και τον έρωτα και με τη μουσική να δένει απόλυτα δεν μπορεί παρά να κεντρίσει αμέσως το ενδιαφέρον όσων γίνονται δέκτες του. Σίγουρα όχι τυχαία και ο Irvine Welsh, συγγραφέας του Trainspotting, το επέλεξε ως τίτλο του κεφαλαίου που πραγματεύεται την ερωτική απογοήτευση ενός από τους ήρωες. Ακόμη και ο Johny Marr (ο κιθαρίστας των Smiths και συνδημιουργός μαζί με τον Morrissey των μεγάλων επιτυχιών του συγκροτήματος) ομολόγησε ότι στην πρώτη εκτέλεσή του το κομμάτι ήταν ό,τι καλύτερο είχε ακούσει. Η αλήθεια είναι ότι δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να μείνει ασυγκίνητος μπροστά στους εμπνευσμένους στίχους του που αποτυπώνουν άρτια την ερωτική απόγνωση η και καρφώνονται σαν πρόκες στην καρδιά:

«Take me out tonight
Where there's music and there's people
And they're young and alive
Driving in your car
I never never want to go home
Because I haven't got one
Anymore

Take me out tonight
Because I want to see people and I
Want to see life
Driving in your car
Oh, please don't drop me home
Because it's not my home, it's their
Home, and I'm welcome no more

And if a double-decker bus
Crashes into us
To die by your side
Is such a heavenly way to die
And if a ten-ton truck
Kills the both of us
To die by your side
Well, the pleasure - the privilege is mine»

 


Η παραπάνω σύνθεση (με υπαινικτικές αναφορές και στον τραγικό θάνατο του James Dean) περιλαμβάνεται στο άλμπουμ με τίτλο «The Queen is Dead», το οποίο κυκλοφόρησε στις 16 Ιουνίου 1986 αφήνοντας το δικό του ανεξίτηλο στίγμα στα ΄80s. Τρίτη κατά σειρά δισκογραφική δουλειά του συγκροτήματος (μετά από το ντεμπούτο «The Smiths» και το εξαίρετο «Meet is murder») αποτελεί τη μεγάλη στιγμή τους, όπου συνδυάζονται άψογα οι προσωπικές ανησυχίες των δημιουργών του με τη διάθεση για κατακραυγή των ασφυκτικών κοινωνικών συνθηκών κατά τη διακυβέρνηση της Θάτσερ, λίγο μετά από τη συντριβή της μεγάλης απεργιακής κινητοποίησης των ανθρακωρύχων (1984 – 1985).
Η μεγάλη απήχηση του δίσκου στη Βρετανία συνέβαλε στο να εξαπλωθεί η φήμη των Smiths και στην Αμερική και να τους καθιερώσει σε παγκόσμιο επίπεδο ως τη πιο δημοφιλή εναλλακτική ροκ μπάντα για τότε, κάτι που (κακά τα ψέματα) ποτέ δεν επιδίωξαν με τη στάση που υιοθέτησαν από την αρχή της καριέρας τους.
Για την επικράτηση της μπάντας ευνόησαν ασφαλώς και οι τάσεις και περιστάσεις της εποχής εκείνης: το παραδοσιακό rock ΄n roll με ό,τι αυτό πρέσβευε (sex, ναρκωτικά και τα συναφή) έμοιαζε να έχει κουράσει, το «success story» των ΄80s άρχισε να αμφισβητείται και νέα πρότυπα αναζητούνταν. Οι Smiths βρέθηκαν εκεί, την κατάλληλη στιγμή, έχοντας μια πιο φρέσκη και «αγνή» ματιά στα πράματα και εκφράζοντας τη δική τους επαναστατική εκδοχή, έχοντας για «βιτρίνα» έναν εκκεντρικό διοπτροφόρο, με αγάπη στη λογοτεχνία και που αρέσκονταν να ερμηνεύει λικινιζόμενος και σε ιδιόρρυθμες φωνητικές κλίμακες. Η ανταπόκριση των ανήσυχων εφήβων (και μετεφήβων) ήταν άμεση. Πλέον στους δρόμους, στα στέκια, στα κολλέγια και πανεπιστήμια έβλεπες νεαρά παιδιά να κυκλοφορούν φορώντας μπλουζάκια που έφεραν στάμπες με το λογότυπο των Smiths και μιμούμενοι Morrissey να περιφέρονται έχοντας υπό μάλης βιβλία με ποιήματα του Oscar r Wilde και στις τσέπες μπουκέτα από νάρκισσους αναζητώντας τρόπο εφαρμογής των ανατρεπτικών ιδεών που διέδιδε το αγαπημένο τους γκρουπ και διατεινόμενοι ότι είναι ό,τι καλύτερο έχουν βιώσει από την εποχή των Beatles.
Γυρνώντας πάλι στο άλμπουμ, αρκεί κάποιος να του ρίξει μόνο μια ματιά για να καταλάβει ότι έχει να κάνει με μια ξεχωριστή δημιουργία. Ο τίτλος του κάπως «ενοχλητικός», από αμφιλεγόμενη αμερικανική νουβέλα του 1964 («Last Exit to Brooklyn») και στο εξώφυλλο να απεικονίζεται ο Alain Delon σε μια σκηνή θανάτου εμπνευσμένη από τη γαλλική ταινία «L’ insoumis» (επίσης του 1964), αποδίδοντας ένα σχέδιο του ίδιου του Morrissey.


Στο «The Queen is Dead» ερχόμαστε αντιμέτωποι με την πιο rock πλευρά του συγκροτήματος, όχι βέβαια με τη συμβατική έννοια του όρου: οι ήχοι των τραγουδιών χαρακτηρίζονται σαφώς από μία λανθάνουσα ροκ διάθεση (στα «Bigmouth Strikes Again» και «Vicar in a Tutu»), χωρίς να λείπουν οι μυστήριες ποπ μελωδίες («Cemetry Gates» και «The Boy With the Thorn in His Side») μελαγχολικού κατά βάση περιεχομένου («I Know It's Over» και «There Is a Light That Never Goes Out»), ερμηνευμένα όλα από τον Morrissey με μια «ερμαφρόδιτη» φωνή που μοιάζει να μην υπακούει σε κανέναν κανόνα φωνητικής. Οι μουσικές αυτές συνθέσεις προσέφεραν το κατάλληλο υπόστρωμα για να γραφούν κάποιοι από τους καλύτερους (αν όχι τους καλύτερους) στίχους που έχει να επιδείξει ο Morrissey στην καριέρα του. Στίχοι λυρικοί, ευαίσθητοι, εμπλουτισμένοι με σωστές δόσεις χιούμορ, που υποκρύπτουν κοινωνικά και προσωπικά μηνύματα και ενίοτε αφήνουν να φανούν και οι ανασφάλειες του δημιουργού τους.
  Το ομότιτλο τραγούδι του δίσκου είναι μια δυνατή ροκ σύνθεση με σαφείς επιρροές από Stooges και Velvet Underground. Οι στίχοι βάζουν στο στόχαστρο τη (βρετανική) μοναρχία, ίσως όχι με τον ίδιο (σχεδόν αναιδή) τρόπο που έκαναν οι Sex Pistols με το «God Save the Queen», αλλά πάντως το αποτέλεσμα παραμένει ίδιο. Ο Morrissey βρίσκει την ευκαιρία να «πετάξει δηλητήριο» στη βασιλική οικογένεια. Σε συνέντευξή του αιτιολόγησε την επιλογή του με το επιχείρημα ότι η βασιλεία ως καθεστώς τελικά δεν μπόρεσε να προσφέρει την ευτυχία που υποσχέθηκε, σε αντίθεση συνέβαλε σε ένα ακόμη πιο μίζερο και ισοπεδωτικό για τις αξίες κοινωνικό περιβάλλον.

Ακολουθεί το ξεκάθαρα χιουμοριστικό «Frankly, Mr Shankly», που αποπνέει ατμόσφαιρα από ταινίες των ΄60’s. Σύμφωνα με (ανεπιβεβαίωτες) φήμες το κομμάτι αφορά στον Geoff Travis, τον παραγωγό και ιδρυτή της δισκογραφικής εταιρίας των Smiths, της Rough Trade, με την οποία το συγκρότημα είχε (οικονομικές) διαφωνίες και ήθελε να διακόψει τη η συνεργασία («Oh, give us your money !»). Αντιδιαμετρικά αντίθετο το «I Know its Over», που αποδίδει μέσα από όμορφες κιθάρες τις πεποιθήσεις του Morrissey για τη μοναξιά, την προσμονή και τη χαμένη αγάπη, υπονοώντας διέξοδο στην αυτοκτονία. Η ίδια διάθεση απαντάται και στο (λίγο κατώτερο ποιοτικά) «Never Had No One Ever», που αποτελεί μια πετυχημένη έκφραση της απογοήτευσης και αποξένωσης («When you walk without ease on these streets where you were raised...»). Με φανερές επιδράσεις από τα ινδάλματα του Morrissey, James Dean (τον οποίο θαύμαζε ιδιαίτερα για τον τρόπο που έφυγε από τη ζωή) και Oscar Wilde, προέκυψε το «Cemetry Gates». Έχοντας ως υπόβαθρο παλαιότερες περιπλανήσεις του Morrissey σε νεκροταφείο του Manchester, αποτυπώνει τις εμμονές του στον θάνατο και στις τραγικές φιγούρες μέσα από την παράθεση αποφθεγμάτων των αγαπημένων ποιητών που τον ενέπνευσαν και στοιχείωσαν την καριέρα του.


Και ερχόμαστε στο περίφημο «Bigmouth strikes again», το οποίο προόριζαν οι δημιουργοί του να αποτελέσει την απάντηση στο «JumpinJack Flash» των Rolling Stones (!). Φιλόδοξη η προσπάθεια και ακόμη πιο πρωτότυπη με καθαρές κιθάρες και ελαφρώς girly backing vocals, ενώ εντοπίζονται και κάποιοι στίχοι «δανεικοί» πάλι από ποιήματα του Oscar Wilde («Talent borrows, genius steals» )
Η συνολική εντύπωση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτή είναι ίσως και η πιο σημαντική ροκ επιτυχία των Smiths στη σύντομη ιστορία τους με τον χρόνο απλά να λειτουργεί προσθετικά στην αξία της.


Εξίσου σημαντικό και το «The Boy with the Thorn in His Side», μια αληθινά γοητευτική ποπ σύνθεση, που δίνει την ευκαιρία στον Morrissey να εκφράσει την διάθεση κοινωνικής απομόνωσης που χαρακτηρίζει συχνά τους στίχους του («And when you want to live, how do you start? Where do you go? Who do you need to know?»), μεταδίδοντας ταυτόχρονα την αίσθηση που αποκόμιζε το γκρουπ ως το «μαύρο πρόβατο» της μουσικής σκηνής.

Το γνωστό (πλέον) χιουμοριστικό και σαρκαστικό στυλ των Smiths χαρακτηρίζει τα «Vicar in a Tutu» (παράξενα ιδιοφυές και με country ρυθμό) όπου διακωμωδείται η υποκριτική στάση της εκκλησίας και το (παράδοξου τίτλου) «Some Girls Are Bigger Than Others» με προφανείς υπαινιγμούς για τα στερεότυπα της γυναικείας ομορφιάς. Με το «The Queen Is Dead» έχουμε λοιπόν στη διάθεσή μας ένα μωσαϊκό από ευφυείς μουσικές δημιουργίες που καταφέρνουν να λειτουργήσουν σε πολλαπλά επίπεδα, μεταπηδώντας εύστοχα από τα ρομαντικά αισθήματα, τους ανεκπλήρωτους έρωτες και τους νεκρούς ποιητές στις πολιτικές προκλήσεις της βρετανικής κοινωνίας και … τα σώματα των κοριτσιών!
Όχι λοιπόν άδικα το περιοδικό NME το ανακήρυξε το 2013 ως το σημαντικότερο άλμπουμ όλων των εποχών - η εμπορική επιτυχία του οποίου εξακολουθεί μέχρι και σήμερα – με τους φανατικούς οπαδούς της post punk να ορκίζονται ακόμη στο όνομά του.


Μαρία Γεωργιάδου

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

The Outlaws: "Legacy Live"


Για τους «Παράνομους», ανέκαθεν το ζήτημα ήταν το να παίζουν, να διασώζουν και να διαδώσουν την αγαπημένη τους μουσική. Σαράντα ένα χρόνια μετά το ομώνυμο ντεμπούτο τους, η μπάντα, συνώνυμη όσο λίγες με τον southern rock ήχο, έχει γνωρίσει θριάμβους, έχει επιβιώσει από τραγωδίες, έχει αντιμετωπίσει εξουθενωτικές μάχες με τις δισκογραφικές εταιρίες και ακόμη συνεχίζει.

Αυτό είναι το 17ο άλμπουμ τους και η 5η live κυκλοφορία τους (αν μετρήσουμε και την περσινή archive εξόρυξη του “Live In Los Angeles 1976”). Της μπάντας ηγούνται πλέον οι δύο επιβιώσαντες της αρχικής σύνθεσης :
ο 67χρονος Henry Paul σε κιθάρα – φωνητικά και ο 64χρονος Monte Yoho στα τύμπανα και τα κρουστά. Έμειναν οι δυό τους όταν το 2007, ο ιδρυτής της κολλεκτίβας από την Tampa, ο κύριος τραγουδιστής και κιθαρίστας Hughie Thomasson, ο μόνο που ήταν εκεί από την αρχή σε κάθε δίσκο τους, πέθανε ξαφνικά από καρδιακή προσβολή στα 55.
Είχαν προηγηθεί το 1995 ο Frank O'Keefe από overdose και ο Billy Jones που αυτοκτόνησε κάποιες εβδομάδες μετά. Οι σημερινοί συνοδοιπόροι των δύο παλιών κάθε άλλο παρά καινούριοι είναι. Ο Chris Anderson (lead κιθάρα, φωνητικά) έπαιζε για ένα μικρό διάστημα μαζί τους μεταξύ ’86 και ’89 (εποχή του αδικημένου “Soldier Of Fortune”), έχει έκτοτε παίξει με Dickey Betts, Lucinda Williams, Hank Williams Jr. και τους Skynyrd, ενώ από το 2005 είναι μόνιμο μέλος τους.
Ο μπασίστας Randy Threet ήταν μαζί με τον Henry Paul στους πλατινένιους αστέρες της country Blackhawk, όπως και ο πληκτράς Dave Robbins που έχει κάνει όνομα σαν συνθέτης γράφοντας για ονόματα όπως ο Kenny Rogers και ο Eric Clapton. O δε Steve Grisham (κιθάρα, φωνητικά) που είναι μαζί τους τα τελευταία τρία χρόνια, λόγω της αναγκαστικής αποχώρησης του κιθαρίστα Billy Crain για λόγους υγείας, είναι αυτός που έχει γράψει το hit των Henry Paul Band "Keepin' Our Love Alive" (US#50 το 1981) και αυτός που ασχολείται έμπρακτα με την παράδοση του Southern Rock, όντας εκ των συνιδρυτών της μπάντας “Brothers of the Southland”, ενός all star σχήματος με ρόκερς του νότου, όπου συμμετέχουν παλιοί και νεώτεροι μουσικοί.
Όνομα – θρύλος για το southern rock, οι Outlaws είχαν υπογράψει το πρώτο τους συμβόλαιο με την ανερχόμενη τότε Arista Records του Clive Davis μετά από σύσταση του ίδιου του Ronnie Van Zant. Συνδύαζαν τις country θεματικές με ένα σκληρό αλλά ευέλικτο κιθαριστικό οπλοστάσιο με τρεις lead, χωρίς υπερβολή εφάμιλλο των Skynyrd, στοιχείο το οποίο από τις μέρες της μεγάλης δόξας τους (1975-1980) τους είχε δώσει το προσωνύμιο “The Florida Guitar Army”.
Ήταν τότε που οι περιοδείες με τους Allmans, τους Skynyrd, τους The Marshall Tucker Band και τους The Charlie Daniels Band εδραίωσαν τον southern ήχο, φέρνοντάς τον κοντά στο πλατύ κοινό των The Doobie Brothers, των Eagles και των Stones, με τους οποίους επίσης μοιράστηκαν τις πιο μεγάλες και διάσημες σκηνές των Η.Π.Α..
Το live αυτό κουβαλά την αύρα από τις ιστορικές ημέρες των Outlaws, σαν φόρο τιμής στους εκλιπόντες και ηχηρή επιβεβαίωση ότι η μουσική τους παραμένει εγκάρδια, γεμάτη πάθος και ένταση.
Τα πρώτα τρία άλμπουμ τους έχουν την τιμητική τους με 12 από τα 21 κομμάτια του διπλού αυτού σετ, στο οποίο όλα τα κλασσικά τους κάνουν την εμφάνισή τους:
“There Goes Another Love Song”, “Hurry Sundown”, “Song In The Breeze”, “Freeborn Man”, “Green Grass & High Tides” (το δικό τους “Freebird”) και “(Ghost) Riders In The Sky” (με το οποίο αποθεώνονται) σφύζουν από ενέργεια, ενώ τα καινούρια κομμάτια από το πολύ καλό άλμπουμ “It’s About Pride” του 2012 στέκουν επάξια δίπλα τους. Στα συν και οι δύο εκπληκτικές εκτελέσεις του πρώτου άλμπουμ των Henry Paul Band (του ’79) στο 11λεπτο “Grey Ghost” και το συγκλονιστικό “So Long”. Για όσους αγαπούν southern και classic rock, είναι ένα live που όταν ξεκινούν οι κιθάρες, δε θέλεις να σταματήσουν. Και σχεδόν σου κάνουν τη χάρη.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

The Neal Morse Band: “The Similitude Of A Dream”


Mπορεί να μεγαλώνουμε ηλικιακά και οι συγκινήσεις να περιορίζονται όμως όταν βάζω τα ακουστικά στο κεφάλι μου με ηχογραφήσεις τoυ Neal Morse πλημμυρίζω από λυτρωτικά συναισθήματα από τις μελωδίες και τους ρυθμούς ενός από τους πιο ευρηματικούς και ταλαντούχους καλλιτέχνες των τελευταίων 20 χρόνων.

Μία εξαιρετική πεντάδα απίστευτων μουσικών δημιουργεί ένα σύγχρονο έπος, ένα διαχρονικό αριστούργημα και συνεχίζει να κτίζει πάνω στα σπουδαία άλμπουμ των προηγούμενων ετών είτε ως σόλο ή σαν μέλος των Spock’s Beard, είτε με τους Transatlantic και τόσων άλλων project που έχει συμμετάσχει.
Η μεγάλη αποκάλυψη και σε αυτή την κυκλοφορία έκπληξη είναι ο ταλαντούχος κιθαρίστας αλλά και τραγουδιστής  Eric Gillette που μπορεί να τον συγκαταλέγουν στους καλύτερους 7 βιρτουόζους αλλά εδώ ο τύπος  δείχνει το πολύπλευρο ταλέντο του όχι μόνο στην κιθάρα αλλά και στην ερμηνεία που σε αρκετά σημεία κλέβει τις εντυπώσεις ακόμη και από τον Neal Morse.
O οποίος με την σειρά του πολύ σοφά έδωσε πολύ χώρο στους υπόλοιπους μουσικούς μιας και γνωρίζει το μέγεθος τους και παράλληλα συν-έγραψαν μικρές δηλαδή κανονικές σε διάρκεια συνθέσεις που δίνουν την δυνατότητα ακόμη και σε εκείνους που δεν γνωρίζουν αρκετά το prog-rock και δεν είναι μυημένοι με τον συγκεκριμένο χώρο να ανακαλύψουν την μαγεία του συγκεκριμένου είδους. Με τούτο το διπλό άλμπουμ πολλοί θα αρχίσουν  πάλι τις συγκρίσεις με μερικά σπουδαία άλμπουμ των Dream Theater με αφορμή τις δηλώσεις του ντράμερ Mike Portnoy ότι το “The Similitude Of A Dream” είναι μία από τις σημαντικότερες ηχογραφήσεις του όμως νομίζω ότι αυτά  είναι πιο πολύ επικοινωνιακά κόλπα ή ίσως και απωθημένα που προσωπικά τα ξεπερνώ διότι το ζητούμενο είναι η μουσική  και τα συναισθήματα και όχι ο ανταγωνισμός μεταξύ καλλιτεχνών.
Ερχόμενοι στον  διπλό άλμπουμ  να επισημάνουμε ότι έχει ως στιχουργική αναφορά στο κλασσικό χριστιανικό μυθιστόρημα "A Pilgrim’s Progress" του John Bunyan και περιγράφει με μοναδικό τρόπο την πορεία ενός προσκυνητή από την κοσμική στην πνευματική ζωή. Για άλλη μια φορά ο Neal Morse δείχνει μέσα από την αγάπη του στο Χριστό και χωρίς κανέναν κατηχητικό λόγο να δείξει τον πραγματικό και δύσκολο δρόμο προς την αληθινή ζωή.
Στο “The Similitude Of A Dream” οι εναλλαγές των φωνητικών ανάμεσα στους Neal Morse, Bill Hubauer και Eric Gillette είναι ένα από τα ατού του δίσκου ενώ οι φρενήρεις εξπρεσιονισμοί, οι εμπνευσμένες ενορχηστρώσεις, οι ανεξάντλητες μελωδικές γραμμές απλά επιβεβαιώνουν το εκτελεστικό και όχι μόνο μεγαλείο των The Neal Morse Band.



Τα κομμάτια που ξεχωρίζουν από το πρώτο cd είναι το λυρικότατο “The Dream”, το μνημειώδες "City Of Destruction" που αποτελεί μία από τις κορυφαίες στιγμές του άλμπουμ. Το Makes No Sense” θυμίζει λίγο Genesis και το The Slough” είναι ένας ορχηστρικός οργασμός ενώ το “Back To The City”  είναι αρκετά mainstream και το “The Ways Of A Fool”  είναι επηρεασμένο από Queen. To So Far Gone” με την κοδούνα του Mike Portnoy  δίνει ένα πιο ροκ ρυθμό και το ρεφρέν να ενδυναμώνει κι άλλο την σύνθεση μετά ακολουθεί το ατμοσφαιρικό “Breath Of Angels”  που ακούγεται ουράνιο με την βοήθεια μιας gospel χορωδίας.
To δεύτερο cd ανοίγει με το εξαιρετικό “Slave To Your Mind“ με τα πλήκτρα να έχουν “σαλέψει” και η πανδαισία ρυθμών και συνθέσεων συνεχίζεται με το υπέροχο “Shortcut To Salvation” όπου το σόλο σαξόφωνο του Bill Hubauer κάνει την διαφορά. Το “The Man In The Iron Cage”  είναι εκπληκτικό με τις ερμηνευτικές εναλλαγές  να είναι συναρπαστικές ειδικά στα μέρη που τραγουδάει ο Eric Gillette ενώ ο κιθαριστικός συνδυασμός Led Zeppelin και Deep Purple είναι πανέξυπνος.
Το “Sloth” είναι μικρό μελωδικό διαμάντι και το  “I'm Running”  έχει κάτι από Who.  Το “The Mask” απλά είναι συγκλονιστικό με την ερμηνεία του Neal Morse να είναι καθηλωτική ενώ το “Confrontation” ανεβάζει λίγους τους prog ρυθμούς που συνεχίζονται ακόμη πιο παλαβοί με το "The Battle”.
Για το τέλος έχουμε το  Broken Sky/Long Day Reprise  ένα μελωδικό έπος πλημμυρισμένο με συναισθήματα που λίγες φορές μπορείς να νιώσεις. Ακούγοντας ξανά και ξανά το συγκεκριμένο άλμπουμ θα ανακαλύπτεις συνέχεια την γοητεία των συνθέσεων που χάριν στο αστείρευτο ταλέντο του Neal Mοrse και τον  ενθουσιασμό του Eric Gillette μεγαλουργούν και συναρπάζουν. Φυσικά ο μπασίστας Randy George και ο αξεπέραστος ντράμερ Mike Portnoy έδωσαν την απαραίτητη ένταση και το ιδιαίτερο χρώμα με την άψογη τεχνική τους σε όλες τις συνθέσεις ενώ ο  Bill Hubauer  έδωσε πραγματικό ρεσιτάλ σε όλους τους ρόλους (πλήκτρα, φωνητικά) που είχε αναλάβει.
Το The Similitude Of A Dream” περιέχει ατελείωτες πτήσεις προς την αιωνιότητα, δυνατά μηνύματα αλήθειας και αναζήτησης και είναι το πιο όμορφο δισκογραφικό ταξίδι της φετινής χρονιάς. Μην το χάσετε…

Φώτης Μελέτης

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Metallica: "Hardwired … to Self Destruct"


Όσοι είναι σίγουροι ότι βρήκαν τον δίσκο της χρονιάς (πάσα πεποίθηση θεμιτή και σεβαστή), καλύτερα να συγκεντρώσουν όλα τα επιφωνήματα και τους επιθετικούς προσδιορισμούς που εμπεριέχουν το θέμα «γαμ-», να τα παρατάξουν στη σειρά και να είναι σίγουροι ότι αυτά περιγράφουν αντιπροσωπευτικά αυτό που τους έκανε να νιώσουν το νέο άλμπουμ των Metallica. Ας μην ξοδέψουν δευτερόλεπτο σε οποιαδήποτε κριτική προσέγγιση.

Από την άλλη, όσοι σφηνοκέφαλοι έχουμε απαιτήσεις από τις πεπαλαιωμένες ηχητικές μας συνάφειες και τους συνακόλουθους μ’ αυτές εθισμούς, να μας επιτρέψετε να φτιάχνουμε στοιχήματα με περισσότερες συνιστώσες. Και το άλμπουμ των Metallica, για όποιον δεν αντιμετωπίζει τη μουσική σαν αναλώσιμο προϊόν κατασπαρακτέο άμα τη εμφανίσει, είναι όντως ένα στοίχημα και μάλιστα με τις εξής συνιστώσες:
1η: Οι Metallica παίζουν μαζί από τα 19 και είναι τώρα 52 o Trujillo, 54 ο Hammett, από 53 ο Ulrich κι ο Hetfield. Οι πενηντάρηδες πρέπει να μπορούν να ανταποκριθούν από σωματική άποψη στις απαιτήσεις μιας μουσικής που βγαίνει πηγαία όταν έχει κανείς τα μισά τους χρόνια. Η εικόνα τους στο στούντιο να χτυπιούνται με τα όργανά τους, ξυπόλητοι, ντυμένοι με t-shirt και με τα γκρίζα ή αραιά μαλλιά τους μπορεί να σημαίνει πράγματα είτε αξιοθαύμαστα ή και το αντίστροφο: ότι συμμετέχουν σε μια ασφαλή παράσταση για το πιστό τους κοινό. Τί από τα δύο ισχύει; Και τα δύο συγχρόνως αδύνατον.
2η : Οι Μetallica έχουν ομολογήσει ότι δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεπεράσουν τον αδόκητο θάνατο του Cliff Burton, πριν ακριβώς 30 χρόνια. Ήταν αυτός που σα μεγάλος αδελφός τους βοήθησε με σταθερά μουσικά βήματα να γίνουν το μεγαλύτερο underground metal συγκρότημα που υπέγραψε σε πολυεθνική. Υπάρχει περίπτωση με το άλμπουμ αυτό να πείσουν ότι μουσικά συνδέονται με αυτά που υπήρξε γι’ αυτούς ο Cliff Burton (προοδευτικός, νεωτερικός και ασυμβίβαστος);
3η : Οι Μetallica, πριν 25 χρόνια σιδέρωσαν τον ήχο τους με τον Bob Rock και πέταξαν στα σκουπίδια το thrash παρελθόν τους, φτιάχνοντας ένα από τα πιο ευπώλητα heavy album στην ιστορία (“Black Album”), επιβιώνοντας στα εναλλακτικά ‘90s κι ενσαρκώνοντας για εκατομμύρια την ουσία του heavy rock ιδιώματος, όταν ο όρος “metal” είχε, μετά από την ακμή του, γίνει ανέκδοτο. Ήταν όμως και αυτοί που αμέσως μετά θέλησαν να αποστούν από το ίδιο το είδος που τους είχε φτιάξει (και τους εκατομμύρια diehard οπαδούς τους), αλλάζοντας look και ήχο και αποδιώχνοντας την ταμπέλα “metal”, στην οποία παρέπεμπε φαρδιά πλατιά ακόμη και τ΄ όνομά τους.
Κυκλοφόρησαν το “Load” (το οποίο, 20 χρόνια μετά δεν μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει άσχημο άλμπουμ), απευθυνόμενοι σε ένα ευρύ φάσμα κοινού, που στο μεταξύ άλλαζε. Μετά τις διχασμένες αντιδράσεις που εισέπραξαν, έδειξαν να το μετανιώνουν κι έβγαλαν το πιο «σκληρό» “Reload” (1997). Στο τέλος της χιλιετίας (1998) μάζεψαν όλες τις διασκευές τους σ’ ένα διπλό cd (“Garage Days Inc.”) και επαναπροσδιορίστηκαν. Μετά έπαιξαν με συμφωνική ορχήστρα (“S&M”, 1999), δείχνοντας ότι μπορούν να εξασφαλίσουν για μαέστρο ολόκληρο Michael Kamen. Όμως μετά (2003), δηλώνοντας ότι από «άποψη» παίξανε μόνο με ριφ, κυκλοφόρησαν το επιεικώς ανέμπνευστο άλμπουμ “St. Anger”. Σα να μην έφτανε αυτό, το άλμπουμ συνόδευσε η ταινία φαρσοκωμωδία “Some Kind Of Monster”, όπου τους έδειχνε, λίγο πριν τα σαράντα τους, να ξεπουλάνε τα ψυχαναλυτικά απλωμένα άπλυτά τους συμμετέχοντας στο πρώτο και πιο αποκαρδιωτικό rock reality movie. Έπρεπε να φθάσουν στο 2008 (στα 45 τους) και να συναντήσουν έναν άλλον παραγωγό με τερατωδώς οξυμμένο μουσικό αισθητήριο, τον Rick Rubin. Αυτός ήταν που χρειάστηκε να τους καθοδηγήσει να παίξουν «όπως το ‘85», να τους ξαναβάλει στο τριπάκι «παίξτε αυτά που ξέρετε, μ΄αυτά που ξεκινήσατε» (“Death Magnetic”). Τώρα, με το “Hardwired…” συνεχίζουν αυτό το δρόμο. Ποιοί απ΄ όλους αυτούς τους Metallica είναι τελικά “essential”; Τί θεση έχει το άλμπουμ στο ροκ τοπίο του 2016 και τί θέση στην ιστορία τους;
4η : Μεταξύ 1999 και 2003 έδωσαν μόνοι και πρώτοι απ΄όλους τους εκατομμυριούχους ροκ σταρ την ξεδιάντροπη «μάχη» κατά του napster, που δίχασε (αν όχι αποξένωσε) μεγάλη μερίδα των fans παγκοσμίως. Το κάποτε αντισυστημαικό γκρουπ είχε γίνει ο υπ’ αριθμόν ένα υπέρμαχος του συστήματος. Επιδίωκαν ανοιχτά, με δημόσιες τοποθετήσεις τους και συμμετοχή σε δικονομικές ενέργειες (κυρίως ο Ulrich), να διωχθούν ως παραβάτες πνευματικής ιδιοκτησίας οι «πειρατές» fans. Επιδίωξαν και πέτυχαν να ποινικοποιήσουν την πώρωση των οπαδών, που κάποτε αντέγραφαν κασσέτες με τα πρώτα τους demo και τώρα κατέβαζαν free τα κομμάτια μιας πολυπλατινένιας δισκογραφίας. Τώρα που κυκλοφορούν τον καινούριο δίσκο ανεβάζοντας ελεύθερα («ως δώρο για τους οπαδούς») όλα τα κομμάτια του καινούριου δίσκου τους με βίντεο μάλιστα για το καθένα απ΄αυτά, αυτό τί είναι; Ίχνος μεταμέλειας ή φιλανθρωπία μεγιστάνα στο πτωχοκομείο των πωρωμένου οπαδού;
5η : Μόνο μπάντες που έχουν σημάνει πάρα πολλά σε πάρα πολλούς μπορούν να αναμετρηθούν με την τελευταία συνιστώσα (και αυτό ενδεικνύει αξία για την όποια μπάντα, ούτως ή άλλως): Εννοούν σήμερα αυτό που κάνουν και αν ναι, από πού προκύπτει ; Τί βαθμό παίρνουν με το άλμπουμ αυτό στην εξίσωση ακεραιότητας που ανάγει ένα γκρουπ από «γ@μ@το» σε κλασσικό;
Οι απαντήσεις στις συνιστώσες αυτές, μετά από τις απαραίτητες ακροάσεις του άλμπουμ έχουν, για μας που δεν είμαστε μόνον καταναλωτές, ως εξής :
Στην 1η : Ισχύει πιθανότατα το πρώτο. «Τό’ χουν» ακόμη ως μεταλλοπαπουδοειδή και δείχνουν να το γουστάρουν, αν και είναι λογικό μετά από ένα υπερεντατικό live να μπαίνουν στα πιτς.
Στην 2η: Το δίδυμο Hetfield / Ulrich είναι δεδομένο ότι ξέρει να γράφει κομμάτια. Ιδιαίτερη φαντασία ή το στοιχείο το απροσδόκητου στις συνθέσεις (λ.χ. περίεργες ενορχηστρώσεις, κομμάτι έξω από φόρμουλα) δεν νιώθουν ότι το χρειάζονται. 4-5 κομμάτια του πρώτου cd είναι από τα καλύτερά τους τα τελευταία 20 χρόνια.



Στην 3η: Οι Metallica δείχνουν να αισθάνονται σα στο σπίτι τους, τόσο ξαναεπισκεπτόμενοι την ‘80s στόφα των κομματιών που τους έκαναν μεγάλους, αυτή με τα διαδοχικά ριφ που παίρνουν κεφάλια, όσο και με τα πιο δομημένα ‘90s πατήματά τους. Το Harwiredείναι ένα μυδραλλιοβόλο που γράφει πάνω του ημερομηνία κατασκευής 1986 και προκαλεί ενστικτώδεις ηλεκτρικές εκκενώσεις, με το πρώτο άκουσμα. Το Atlas, Rise !” ξεκινάει ελαφρώς τετριμμένα, αλλά μετά παίρνει μπρος η ριφομηχανή και κατά το κοινώς λεγόμενον "διαλάει". Εξήμισυ λεπτά, ένα κουπλέ βγαλμένο λες από το "Ride The Lightning" και κάτι αρμονίες NWOBHM αργότερα, η αισθηση «δε θέλω τίποτ’ άλλο, ξαναβάλτε το» ενδυναμώνεται.
Το Now that Were Dead(κάπως πεζό το θέμα της δήλωσης αιώνιου έρωτα ενός ζόμπι στην προφανώς σάπια αγαπημένη του) κινείται πάνω στις ερπύστριες ενός ριφ απ΄αυτά που μοιάζουν με χίλια άλλα, αλλά είναι παιγμένο με την αλάθευτη πώρωση ενός σχήματος που εφηύρε το groove στο riffing, κι αυτό φτάνει. To δε Moth Into Flame είναι καταιγιστικό (και με νοήμονα στίχο) και ωθεί το σβέρκο να κάνει bullying σε κάθε γιακά και λαιμόκοψη.
Το Halo Of Fire πολύ δυνατό και με καλοδομημένη light & shade δομή, αλλά τα οκτώμισυ λεπτά του αν θα ήταν 6 θα ήταν δύο φορές καλύτερο. Το Dream No More είναι  ένα ‘90s grind που διαρκεί περισσότερο απ΄όσο θα έπρεπε. Στο δεύτερο cd τα πράγματα είναι λιγώτερο εντυπωσιακά, Το Confusion είναι ένα ακόμη οργισμένο mid-tempo ριφ που κινείται αναποφάσιστο μεταξύ ανάσχεσης και ξεσπάσματος, με τον Hetfield να μιλάει για μετατραυματική διαταραχή και διχασμό προσωπικότητας (“All sanity is beyond me”) και το Here Comes Revenge με τους μισερούς στίχους κινείται στα σκοτάδια του “Reload”. Με το πραγματικά κακό ManUNkind το πράγμα δείχνει να έχει βαλτώσει σοβαρά, το Am I Savage?” για την αποξένωση/αποκτήνωση του average Joe υπολείπεται χωρίς όμως να σέρνεται, το Murder One, ο φόρος τιμής στον Lemmy παραείναι απλοϊκό (όσο κι αν η προσπάθεια του Hetfield να παίξει στους στίχους του γίγαντα είναι φιλότιμη). Το άλμπουμ κλείνει με ένα 7λεπτο υπεργρήγορο – αν και όχι και ιδιαίτερα πρωτότυπο- thrash κοπάνημα (Spit Out The Bone) που είναι σα ν΄ακούς κάτι από το “Dooms Day For The Deceiver” με τον Hetfield στα φωνητικά. Στη deluxe edition περιέχεται και ένα ακόμη στούντιο κομμάτι, το Lords Of Summer”, ένα old school, γρήγορο, συναυλιακό, δικαιωματικά headbanger κομμάτι. Είχε οπωσδήποτε θέση στο δεύτερο cd (αν μάλιστα πετούσε έξω το “Unkind” θα ανέβαζε τον μέσο όρο όλου το άλμπουμ). Tο άλμπουμ θα αποθεωθεί από τον μουσικό τύπο και θα θεωρηθεί (όπως πέρσι των Maiden) ως το «άλμπουμ της χρονιας». Με βάση την συνισταμένη μεταξύ της πλατιάς βάσης των ακροατών στους οποίους απευθύνεται και της ποιότητάς του δεν μπορεί κανείς να πει ότι αυτό θα είναι λάθος.


Στην 4η : Συγκεντρωτικά, φαίνεται ότι οι Metallica δείχνουν να θέλουν να είναι το metal συγκρότημα που είναι σε στενή σχέση με τις απαρχές του, χωρίς όμως να θέλει να κακοκαρδίσει ξανά κανέναν. Αν αυτό είναι αποτέλεσμα gut reaction ή σχεδιασμού δεν έχει μεγάλη σημασία. Δίνουν ό,τι έχουν. Απ΄το πωρωτικό, το ώριμο, το τετριμμένο έως το κακόγουστο. Το marketing πάντως της κυκλοφορίας υπήρξε πολύ πετυχημένο. Τα πρώτα τέσσερα κομμάτια που κυκλοφόρησαν κατά μόνας έχουν τρομερό νεύρο και χτυπάνε στόχο. Το “Halo Of Fire” ακολουθεί σε κοντινή απόσταση. Από κει και πέρα όμως, έχουμε ένα γκρουπ το οποίο ποντάρει στην υπερέκθεση του κοινού στον ήχο και στο όνομά του. Το επίπεδο του παιξίματος είναι βέβαια σφιχτό σα γροθιά, και εντυπωσιάζει πόσο απελευθερωμένος είναι ο Hammett, ο οποίος μην υπογράφοντας συνθετικά τίποτε, είναι επικεντρωμένος στο να χώνει παλιακά σόλο παντού, ανεβάζοντας τον πήχυ ακόμη και στις πιο μέτριες στιγμές. Τα κομμάτια του δεύτερου cd δείχνουν έναν συγκρότημα το οποίο έχει guts και φυσική αντοχή, αλλά όχι απεριόριστες ιδέες. Τα αντίστοιχα βίντεο – κλιπ, από το τέταρτο κομμάτι και μετά, αντίθεται μ΄ό,τι θα περίμενε κανείς, δεν βοηθάνε. Το “Halo Of Fire” εμφανίζει απαθώς τη βία μεταξύ αγνώστων (σκέτο fight club χωρίς τη φευγάτη διάσταση), το “Dream No More” είναι abstract και «κριτικό» της σύγχρονης ζωής όπως και οι στίχοι, αλλά μπερδεύει και αποσπά από τη μουσική. Στο δε “ManUNkind”, έχουμε μια απολύτως κακόγουστη παρωδία (στην καλύτερη περίπτωση) ενός βλακ μέταλ συγκροτήματος που πετάει γουρουνοκεφαλές και ραίνει με αίμα το κοινό. Είναι εύκολο από την πρόκληση ή την πρόθεση να καυτηριάσεις να φτάσεις να φτιάξεις κάτι απωθητικό.
Στο όνομα ποιάς απ΄αυτές τις επιλογές έχουν εγκρίνει κάτι τόσο ηλίθιο; Αυτό του “Murder One” είναι πολύ ενδιαφέρον (με τον Lemmy cartoon), αλλά το κομμάτι είναι μέτριο, ενώ και το comic – sci-fi του “Spit Out The Bone” είναι πολύ χειρώτερο της τριλογίας των κλιπ που παρουσίασαν, λ.χ. οι Megadeth στο άλμουμ τους νωρίτερα μέσα στη χρονιά. Συγκριτικά με την υπόλοιπη δισκογραφία τους; Αν εξαιρέσει κανείς το “St. Anger”, από το 1996 μέχρι σήμερα όλα είναι περίπου στο ίδιο επίπεδο, με το “Death Magnetic” ν’ ακούγεται στ΄αυτιά μου πιο δουλεμένο και πιο ενδιαφέρον.

Στην 5η. Nαι. Οι Metallica εννούν αυτό που κάνουν. Το ζήτημα είναι, όπως έδειξε και η ψυχοθεραπεία του “Some Kind Of Monster” αν τους αρέσει αυτό που οι ίδιοι είναι, ακριβέστερα αν τους φτάνει αυτό που κατάφεραν να γίνουν. Εδώ και 15 χρόνια προσπαθούν να σταθεροποιήσουν την εικόνα τους για τους ίδιους, παίζοντας περίπου αυτό που αναμένεται απ΄αυτούς. Οι εξαιρέσεις υπήρξαν σ΄όλη την καρριέρα τους για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Όταν τους κατηύθυναν διορατικοί παραγωγοί (Bob Rock, Rick Rubin), μεγάλοι μαέστροι (Michael Kamen) ή συνεργάστηκαν με καλλιτέχνες φανερά μεγαλύτερους απ΄αυτούς (Lou Reed στο παρεξηγημένο “Lulu”), τότε έδειξαν ότι είναι κάτι παραπάνω απ΄αυτό που ήταν προορισμένοι να γίνουν. Όμως όταν ο στίχος σου στα 50 βασίζεται διαρκώς στη θεματική της βίας, της απόγνωσης και της παράνοιας, ενώ είναι σαφές ότι εδώ και χρόνια αυτά δεν σε αγγίζουν και χωρίς να προκύπτει απ΄ τον στίχο κάποιο ανάλογο της ηλικιακής και μουσικής εμπειρίας κατάλοιπο, έχουμε να κάνουμε στην πραγματικότητα μ΄ ένα ασφαλές, συμβατικό τρυκ συντήρησης του ονόματός σου.
Οι φόλα οπαδοί θεωρούν όλες τις ανάλογες σκέψεις αχρείαστη γεροντική φλυαρία.
Οι υπόλοιποι καταναλώνουν άφοβα. Οι λιγώτεροι, όσο κι αν σε σημεία πωρώνονται με το
Hardwired…”, βρίσκονται ενώπιον είτε μιας απόδειξης ότι οι Hetfield/Ulrich έχουν φθάσει ταβάνι σ΄αυτά που έχουν να πουν και να παίξουν, είτε της συνειδητοποίησης ότι οι Metallica απευθύνονται πλέον συνειδητά σε ακροατές με μικρό μέσο όρο ηλικίας, που μπορούν και πιο εύκολα να αποθεώνουν.
Αυτό βέβαια είναι μια παγίδα στην οποία τα πραγματικά μεγάλα γκρουπ στην ιστορία του ροκ απέφυγαν να πέσουν.

Προσεγγίσατε at your own risk, υπό όποια συνιστώσα, ή και χωρίς καμιά.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Γιώργος Δημητριάδης και οι Μικροί Ήρωες: "Τίποτα Κακό δεν Θυμάμαι"

Μόλις πέρσι γιόρτασε τα 20 χρόνια δισκογραφίας του, με δύο σημαδιακές συναυλίες και το “Best Of”, θυμίζοντάς μας πόσα τραγούδια έχει αφήσει στο συλλογικό μας μουσικό μνημονικό. Και τώρα, με το 11ο άλμπουμ του με ολοκαίνουργιο υλικό, ο Γιώργος Δημητριάδης με τους Μικρούς του Ήρωες υπόσχεται νέα περιπετειώδη τεύχη.

Τραγουδοποιός που δεν αποφεύγει να ρέει με το τι συμβαίνει γύρω του, ανοίγει τον καινούριο του δίσκο με μια περιεκτική δήλωση «Δεν Είμαι Τώρα Κανενός» («Είμ΄ένας ήρωας μικρός που κάθε εμπόδιο στους καιρούς θ’ αντέξει»), την οποία και λίγο αργότερα θα υπογραμμίσει στο κάλεσμα του «Μέσα Απ΄τη Φωτιά» («Αν δεν αλλάξουμε και μεις, το μέλλον θα’ ναι ένας εχθρός που θα μας τρομάζει»).
Μετά το σχετικά βαρύθυμο (με τα δικά του όμως χαρίσματα) προηγούμενο lp του «Απ΄το Μηδέν», στο «Τίποτα Κακό Δε Θυμάμαι» έχουμε μια ανανεωτική εκ του σύνεγγυς προσέγγιση, με ηχογράφηση (απ΄τον Κώστα Παρίση) που αγκαλιάζει τον ακροατή, αφήνει μαεστρικά χώρο να μιλήσουν οι ακουστικές κιθάρες και τα πνευστά, καθώς καμβάδες από πλήκτρα χρωματίζουν το ξεχωριστό συναίσθημα κάθε σύνθεσης.



Και η παλέτα με τις διαθέσεις είναι, ως συνήθως στη δικογραφία του, ευπρόσδεκτα ευρεία. Μια απογειωτική ελαφράδα μπολιάζει τη νοσταλγία του «Ακορντεόν», στο «Ώρα Σελήνης», έρχεται σε στίχους Χριστίνας Καλογεροπούλου μια υπέροχα σπαρακτική μπαλάντα για τους έρωτες της μιας βραδιάς, γεμάτη υπαινικτικές φράσεις στην κιθάρα (και τα δύο από τα καλύτερά του μέχρι σήμερα), ενώ η ψυχεδέλεια των πρώϊμων Love χρωματίζει τη «Σκουριά».
Η φωνή του Δημητριάδη διατηρεί τη ζεστασιά αλλά και την αιχμή («Σε θέλω Ζωή») που μας έχει χαρίσει μέσα στα χρόνια μια σειρά από προσωπικές και τόσο ανοιχτές σε ταύτιση ερμηνείες. Ο ενδοσκοπικός «Μπάρμαν» (σε στίχους Ανδρέα Καραγιαννίδη) είναι γεμάτος κινηματογραφικές εικόνες, στο τρυφερό, απολογιστικό ομώνυμο είναι οι δικοί του στίχοι που μιλάνε κατευθείαν στην καρδιά, ενώ το «Θέλω Αέρα» (ντουέτο με τον Κώστα Παρίση σε στίχους και πάλι Χριστίνας Καλογεροπούλου) αναζητά και δίνει μια λυτρωτική ώθηση.
Ένας δίσκος φτιαγμένος να μεγαλώσει με τις ακροάσεις και να αναδείξει την αξία του με τις ζωντανές εμφανίσεις, όπου ο Γιώργος με τους Μικρούς Ήρωες βρίσκεται κατά τα κοινή ομολογία στο στοιχείο του.


Επισκοπώντας αυτά τα 20+ χρόνια προσωπικής δισκογραφικής παρουσίας του, αντιλαμβάνεται κανείς ότι το ατέλεστο έγκλημα που έχει σιωπηρά αποδοθεί στον Γιώργο Δημητριάδη από μερίδα των εγχώριων διαμορφωτών της κοινής γνώμης είναι ότι ήταν πάντα ένας τραγουδοποιός που αξιοποιούσε μουσικές ρίζες και συνθετικό τάλαντο για να εκφράζεται με αμεσότητα, ειλικρίνεια και αξιοπρέπεια, σε καιρούς που στο ελληνικό ροκ είχαν πέραση πρότυπα εναλλακτικών, εντεχνολαϊκότροπων κι ετοιμοπαράδοτων αμφισβητιών.
Ενώ μπορούσε, δεν έφυγε και δεν παρεξέκλινε ποτέ από αυτά που ήθελε να δώσει. Σήμερα, με τον χρόνο αποδεδειγμένα να λειτουργεί υπέρ του, ο καινούριος δίσκος δίνει την ευκαιρία να τον χαρούν όσοι τον παρακολουθούν και να τον ανακαλύψουν ακόμη περισσότεροι.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Kiss: "Αlive"

Το 1975, οι KISS είχαν ήδη κυκλοφορήσει τρία στούντιο albums (KISS, HOTTER THAN HELL, DRESSED TO KILL) σε διάστημα 2 ετών τα οποία συνόδευαν με μία σειρά ζωντανών εμφανίσεων στις Η.Π.Α. Τα albums αυτά, παρόλο που δεν θεωρούνταν – έως τότε – αποτυχημένα, δεν είχαν τις αναμενόμενες πωλήσεις.


Στον αντίποδα όμως, οι ζωντανές εμφανίσεις τους γινόντουσαν ανάρπαστες. Φτάνοντας σε κρίσιμο οικονομικό σημείο επιβίωσης του συγκροτήματος, αποφασίζουν από κοινού με τον τότε Bill Aucoin (τότε μάνατζερ τους) να «συλλάβουν» σε ήχο την τρομερή ενέργεια που υπήρχε στις ζωντανές εμφανίσεις.

Στην κυριολεξία, αυτό ήταν το τελευταίο χαρτί που έπεφτε στο τραπέζι της μουσικής για τους KISS.

Η τελευταία τους ευκαιρία και τα έδωσαν όλα για όλα.

Από οικονομικής άποψης, οι KISS ήταν σε σημείο που στηρίζονταν στην πιστωτική κάρτα του manager (για τέτοια όρια μιλάμε), από τη στιγμή κιόλας που η δισκογραφική τους (Casablanca Records) ήταν επίσης στο χείλος της καταστροφής και δύσκολα πείσθηκε να αναλάβει το ρίσκο της κυκλοφορίας.
Το album κυκλοφόρησε διπλό και ήταν το πρώτο διπλό live album στο hard rock. Δύσκολη απόφαση που, ευτυχώς, πέτυχε. Όπως όλα τα live albums, έτσι και το ALIVE! έχει υποστεί επεξεργασία στο studio. Άλλοι λένε πολύ, άλλοι όχι τόσο. Μεγαλύτερη σημασία έχει η μουσική και η δύναμη της συγκεκριμένης κυκλοφορίας.
Τα παιξίματα είναι εντελώς ωμά, και η κιθάρα του Frehley δίνει άλλο εύρος στα κομμάτια. Οι KISS ποτέ δεν παρουσιάστηκαν ως βιρτουόζοι μουσικοί (το παραδέχονται και οι ίδιοι εξάλλου), το μουσικό όμως αποτέλεσμα που παρουσιάζουν ως σύνολο δεν αμφισβητήθηκε ποτέ. Κάποτε είχαν ρωτήσει τους Anthrax αν ακούνε μουσική πριν βγουν στην σκηνή και απάντησαν «μα φυσικά, ακούμε πάντα το KISS ALIVE!».
Ακόμα και το περιοδικό Rolling Stone, που είναι παραδοσιακά αρνητικό στους KISS, παραδέχεται το ALIVE! σαν από τα πιο σημαντικά και επιδραστικά albums. Από πολλούς κριτικούς θεωρείται να υπάρχει απαραίτητα σε ροκ δισκοθήκη και που και που να το «συμβουλευόμαστε».

Τα τραγούδια που περιλαμβάνονται παίζονται ακόμα και σήμερα στις συναυλίες τους με τον ίδιο τρόπο που παίζονται στο ALIVE! και που έτσι έγιναν διάσημα. Από την τότε εποχή, υπάρχει και οπτικό υλικό (KISSOLOGY 1) που σε κάνει να αντιλαμβάνεσαι τον χαμό που γινόταν τότε στις ζωντανές εμφανίσεις των KISS.

Το κανάλι VH1, είχε πραγματοποιήσει ειδικό 2ωρο αφιέρωμα στο album. Η ηχογράφηση έγινε στο Cobo Hall στο Detroit.

Τον Σεπτέμβριο του 2009, οι KISS επέστρεψαν και έπαιξαν όλο το ALIVE! (δύο βραδυές) στο ίδιο μέρος πριν αυτό κατεδαφιστεί. Ήταν η μπάντα που το έκανε διάσημο και η μπάντα που «έκλεισε την πόρτα του».
Track List: 1) Deuce, 2)Strutter, 3) Got To Choose, 4) Hotter Than Hell, 5) Firehouse, 6) Nothin’ To Lose, 7) C’mon And Love Me, 8) Parasite, 9) She, 10)Watchin’ You, 11) 100.000 Years (solo drums), 12) Black Diamond,13) Rock Bottom, 14) Cold Gin, 15) Rock And Roll All Nite, 16) Let Me Go, Rock And Roll

ΜΕΛΗ: Paul Stanley (κιθάρα, φωνή), Genne Simmons (μπάσο, φωνή), Ace Frehley (κιθάρα), Peter Criss (ντραμς)

Γράφει ο Γεράσιμος Καββαδάς
(http://www.kissonline.gr/)

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...