Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

The Neal Morse Band: “The Similitude Of A Dream”


Mπορεί να μεγαλώνουμε ηλικιακά και οι συγκινήσεις να περιορίζονται όμως όταν βάζω τα ακουστικά στο κεφάλι μου με ηχογραφήσεις τoυ Neal Morse πλημμυρίζω από λυτρωτικά συναισθήματα από τις μελωδίες και τους ρυθμούς ενός από τους πιο ευρηματικούς και ταλαντούχους καλλιτέχνες των τελευταίων 20 χρόνων.

Μία εξαιρετική πεντάδα απίστευτων μουσικών δημιουργεί ένα σύγχρονο έπος, ένα διαχρονικό αριστούργημα και συνεχίζει να κτίζει πάνω στα σπουδαία άλμπουμ των προηγούμενων ετών είτε ως σόλο ή σαν μέλος των Spock’s Beard, είτε με τους Transatlantic και τόσων άλλων project που έχει συμμετάσχει.
Η μεγάλη αποκάλυψη και σε αυτή την κυκλοφορία έκπληξη είναι ο ταλαντούχος κιθαρίστας αλλά και τραγουδιστής  Eric Gillette που μπορεί να τον συγκαταλέγουν στους καλύτερους 7 βιρτουόζους αλλά εδώ ο τύπος  δείχνει το πολύπλευρο ταλέντο του όχι μόνο στην κιθάρα αλλά και στην ερμηνεία που σε αρκετά σημεία κλέβει τις εντυπώσεις ακόμη και από τον Neal Morse.
O οποίος με την σειρά του πολύ σοφά έδωσε πολύ χώρο στους υπόλοιπους μουσικούς μιας και γνωρίζει το μέγεθος τους και παράλληλα συν-έγραψαν μικρές δηλαδή κανονικές σε διάρκεια συνθέσεις που δίνουν την δυνατότητα ακόμη και σε εκείνους που δεν γνωρίζουν αρκετά το prog-rock και δεν είναι μυημένοι με τον συγκεκριμένο χώρο να ανακαλύψουν την μαγεία του συγκεκριμένου είδους. Με τούτο το διπλό άλμπουμ πολλοί θα αρχίσουν  πάλι τις συγκρίσεις με μερικά σπουδαία άλμπουμ των Dream Theater με αφορμή τις δηλώσεις του ντράμερ Mike Portnoy ότι το “The Similitude Of A Dream” είναι μία από τις σημαντικότερες ηχογραφήσεις του όμως νομίζω ότι αυτά  είναι πιο πολύ επικοινωνιακά κόλπα ή ίσως και απωθημένα που προσωπικά τα ξεπερνώ διότι το ζητούμενο είναι η μουσική  και τα συναισθήματα και όχι ο ανταγωνισμός μεταξύ καλλιτεχνών.
Ερχόμενοι στον  διπλό άλμπουμ  να επισημάνουμε ότι έχει ως στιχουργική αναφορά στο κλασσικό χριστιανικό μυθιστόρημα "A Pilgrim’s Progress" του John Bunyan και περιγράφει με μοναδικό τρόπο την πορεία ενός προσκυνητή από την κοσμική στην πνευματική ζωή. Για άλλη μια φορά ο Neal Morse δείχνει μέσα από την αγάπη του στο Χριστό και χωρίς κανέναν κατηχητικό λόγο να δείξει τον πραγματικό και δύσκολο δρόμο προς την αληθινή ζωή.
Στο “The Similitude Of A Dream” οι εναλλαγές των φωνητικών ανάμεσα στους Neal Morse, Bill Hubauer και Eric Gillette είναι ένα από τα ατού του δίσκου ενώ οι φρενήρεις εξπρεσιονισμοί, οι εμπνευσμένες ενορχηστρώσεις, οι ανεξάντλητες μελωδικές γραμμές απλά επιβεβαιώνουν το εκτελεστικό και όχι μόνο μεγαλείο των The Neal Morse Band.



Τα κομμάτια που ξεχωρίζουν από το πρώτο cd είναι το λυρικότατο “The Dream”, το μνημειώδες "City Of Destruction" που αποτελεί μία από τις κορυφαίες στιγμές του άλμπουμ. Το Makes No Sense” θυμίζει λίγο Genesis και το The Slough” είναι ένας ορχηστρικός οργασμός ενώ το “Back To The City”  είναι αρκετά mainstream και το “The Ways Of A Fool”  είναι επηρεασμένο από Queen. To So Far Gone” με την κοδούνα του Mike Portnoy  δίνει ένα πιο ροκ ρυθμό και το ρεφρέν να ενδυναμώνει κι άλλο την σύνθεση μετά ακολουθεί το ατμοσφαιρικό “Breath Of Angels”  που ακούγεται ουράνιο με την βοήθεια μιας gospel χορωδίας.
To δεύτερο cd ανοίγει με το εξαιρετικό “Slave To Your Mind“ με τα πλήκτρα να έχουν “σαλέψει” και η πανδαισία ρυθμών και συνθέσεων συνεχίζεται με το υπέροχο “Shortcut To Salvation” όπου το σόλο σαξόφωνο του Bill Hubauer κάνει την διαφορά. Το “The Man In The Iron Cage”  είναι εκπληκτικό με τις ερμηνευτικές εναλλαγές  να είναι συναρπαστικές ειδικά στα μέρη που τραγουδάει ο Eric Gillette ενώ ο κιθαριστικός συνδυασμός Led Zeppelin και Deep Purple είναι πανέξυπνος.
Το “Sloth” είναι μικρό μελωδικό διαμάντι και το  “I'm Running”  έχει κάτι από Who.  Το “The Mask” απλά είναι συγκλονιστικό με την ερμηνεία του Neal Morse να είναι καθηλωτική ενώ το “Confrontation” ανεβάζει λίγους τους prog ρυθμούς που συνεχίζονται ακόμη πιο παλαβοί με το "The Battle”.
Για το τέλος έχουμε το  Broken Sky/Long Day Reprise  ένα μελωδικό έπος πλημμυρισμένο με συναισθήματα που λίγες φορές μπορείς να νιώσεις. Ακούγοντας ξανά και ξανά το συγκεκριμένο άλμπουμ θα ανακαλύπτεις συνέχεια την γοητεία των συνθέσεων που χάριν στο αστείρευτο ταλέντο του Neal Mοrse και τον  ενθουσιασμό του Eric Gillette μεγαλουργούν και συναρπάζουν. Φυσικά ο μπασίστας Randy George και ο αξεπέραστος ντράμερ Mike Portnoy έδωσαν την απαραίτητη ένταση και το ιδιαίτερο χρώμα με την άψογη τεχνική τους σε όλες τις συνθέσεις ενώ ο  Bill Hubauer  έδωσε πραγματικό ρεσιτάλ σε όλους τους ρόλους (πλήκτρα, φωνητικά) που είχε αναλάβει.
Το The Similitude Of A Dream” περιέχει ατελείωτες πτήσεις προς την αιωνιότητα, δυνατά μηνύματα αλήθειας και αναζήτησης και είναι το πιο όμορφο δισκογραφικό ταξίδι της φετινής χρονιάς. Μην το χάσετε…

Φώτης Μελέτης

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Metallica: "Hardwired … to Self Destruct"


Όσοι είναι σίγουροι ότι βρήκαν τον δίσκο της χρονιάς (πάσα πεποίθηση θεμιτή και σεβαστή), καλύτερα να συγκεντρώσουν όλα τα επιφωνήματα και τους επιθετικούς προσδιορισμούς που εμπεριέχουν το θέμα «γαμ-», να τα παρατάξουν στη σειρά και να είναι σίγουροι ότι αυτά περιγράφουν αντιπροσωπευτικά αυτό που τους έκανε να νιώσουν το νέο άλμπουμ των Metallica. Ας μην ξοδέψουν δευτερόλεπτο σε οποιαδήποτε κριτική προσέγγιση.

Από την άλλη, όσοι σφηνοκέφαλοι έχουμε απαιτήσεις από τις πεπαλαιωμένες ηχητικές μας συνάφειες και τους συνακόλουθους μ’ αυτές εθισμούς, να μας επιτρέψετε να φτιάχνουμε στοιχήματα με περισσότερες συνιστώσες. Και το άλμπουμ των Metallica, για όποιον δεν αντιμετωπίζει τη μουσική σαν αναλώσιμο προϊόν κατασπαρακτέο άμα τη εμφανίσει, είναι όντως ένα στοίχημα και μάλιστα με τις εξής συνιστώσες:
1η: Οι Metallica παίζουν μαζί από τα 19 και είναι τώρα 52 o Trujillo, 54 ο Hammett, από 53 ο Ulrich κι ο Hetfield. Οι πενηντάρηδες πρέπει να μπορούν να ανταποκριθούν από σωματική άποψη στις απαιτήσεις μιας μουσικής που βγαίνει πηγαία όταν έχει κανείς τα μισά τους χρόνια. Η εικόνα τους στο στούντιο να χτυπιούνται με τα όργανά τους, ξυπόλητοι, ντυμένοι με t-shirt και με τα γκρίζα ή αραιά μαλλιά τους μπορεί να σημαίνει πράγματα είτε αξιοθαύμαστα ή και το αντίστροφο: ότι συμμετέχουν σε μια ασφαλή παράσταση για το πιστό τους κοινό. Τί από τα δύο ισχύει; Και τα δύο συγχρόνως αδύνατον.
2η : Οι Μetallica έχουν ομολογήσει ότι δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεπεράσουν τον αδόκητο θάνατο του Cliff Burton, πριν ακριβώς 30 χρόνια. Ήταν αυτός που σα μεγάλος αδελφός τους βοήθησε με σταθερά μουσικά βήματα να γίνουν το μεγαλύτερο underground metal συγκρότημα που υπέγραψε σε πολυεθνική. Υπάρχει περίπτωση με το άλμπουμ αυτό να πείσουν ότι μουσικά συνδέονται με αυτά που υπήρξε γι’ αυτούς ο Cliff Burton (προοδευτικός, νεωτερικός και ασυμβίβαστος);
3η : Οι Μetallica, πριν 25 χρόνια σιδέρωσαν τον ήχο τους με τον Bob Rock και πέταξαν στα σκουπίδια το thrash παρελθόν τους, φτιάχνοντας ένα από τα πιο ευπώλητα heavy album στην ιστορία (“Black Album”), επιβιώνοντας στα εναλλακτικά ‘90s κι ενσαρκώνοντας για εκατομμύρια την ουσία του heavy rock ιδιώματος, όταν ο όρος “metal” είχε, μετά από την ακμή του, γίνει ανέκδοτο. Ήταν όμως και αυτοί που αμέσως μετά θέλησαν να αποστούν από το ίδιο το είδος που τους είχε φτιάξει (και τους εκατομμύρια diehard οπαδούς τους), αλλάζοντας look και ήχο και αποδιώχνοντας την ταμπέλα “metal”, στην οποία παρέπεμπε φαρδιά πλατιά ακόμη και τ΄ όνομά τους.
Κυκλοφόρησαν το “Load” (το οποίο, 20 χρόνια μετά δεν μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει άσχημο άλμπουμ), απευθυνόμενοι σε ένα ευρύ φάσμα κοινού, που στο μεταξύ άλλαζε. Μετά τις διχασμένες αντιδράσεις που εισέπραξαν, έδειξαν να το μετανιώνουν κι έβγαλαν το πιο «σκληρό» “Reload” (1997). Στο τέλος της χιλιετίας (1998) μάζεψαν όλες τις διασκευές τους σ’ ένα διπλό cd (“Garage Days Inc.”) και επαναπροσδιορίστηκαν. Μετά έπαιξαν με συμφωνική ορχήστρα (“S&M”, 1999), δείχνοντας ότι μπορούν να εξασφαλίσουν για μαέστρο ολόκληρο Michael Kamen. Όμως μετά (2003), δηλώνοντας ότι από «άποψη» παίξανε μόνο με ριφ, κυκλοφόρησαν το επιεικώς ανέμπνευστο άλμπουμ “St. Anger”. Σα να μην έφτανε αυτό, το άλμπουμ συνόδευσε η ταινία φαρσοκωμωδία “Some Kind Of Monster”, όπου τους έδειχνε, λίγο πριν τα σαράντα τους, να ξεπουλάνε τα ψυχαναλυτικά απλωμένα άπλυτά τους συμμετέχοντας στο πρώτο και πιο αποκαρδιωτικό rock reality movie. Έπρεπε να φθάσουν στο 2008 (στα 45 τους) και να συναντήσουν έναν άλλον παραγωγό με τερατωδώς οξυμμένο μουσικό αισθητήριο, τον Rick Rubin. Αυτός ήταν που χρειάστηκε να τους καθοδηγήσει να παίξουν «όπως το ‘85», να τους ξαναβάλει στο τριπάκι «παίξτε αυτά που ξέρετε, μ΄αυτά που ξεκινήσατε» (“Death Magnetic”). Τώρα, με το “Hardwired…” συνεχίζουν αυτό το δρόμο. Ποιοί απ΄ όλους αυτούς τους Metallica είναι τελικά “essential”; Τί θεση έχει το άλμπουμ στο ροκ τοπίο του 2016 και τί θέση στην ιστορία τους;
4η : Μεταξύ 1999 και 2003 έδωσαν μόνοι και πρώτοι απ΄όλους τους εκατομμυριούχους ροκ σταρ την ξεδιάντροπη «μάχη» κατά του napster, που δίχασε (αν όχι αποξένωσε) μεγάλη μερίδα των fans παγκοσμίως. Το κάποτε αντισυστημαικό γκρουπ είχε γίνει ο υπ’ αριθμόν ένα υπέρμαχος του συστήματος. Επιδίωκαν ανοιχτά, με δημόσιες τοποθετήσεις τους και συμμετοχή σε δικονομικές ενέργειες (κυρίως ο Ulrich), να διωχθούν ως παραβάτες πνευματικής ιδιοκτησίας οι «πειρατές» fans. Επιδίωξαν και πέτυχαν να ποινικοποιήσουν την πώρωση των οπαδών, που κάποτε αντέγραφαν κασσέτες με τα πρώτα τους demo και τώρα κατέβαζαν free τα κομμάτια μιας πολυπλατινένιας δισκογραφίας. Τώρα που κυκλοφορούν τον καινούριο δίσκο ανεβάζοντας ελεύθερα («ως δώρο για τους οπαδούς») όλα τα κομμάτια του καινούριου δίσκου τους με βίντεο μάλιστα για το καθένα απ΄αυτά, αυτό τί είναι; Ίχνος μεταμέλειας ή φιλανθρωπία μεγιστάνα στο πτωχοκομείο των πωρωμένου οπαδού;
5η : Μόνο μπάντες που έχουν σημάνει πάρα πολλά σε πάρα πολλούς μπορούν να αναμετρηθούν με την τελευταία συνιστώσα (και αυτό ενδεικνύει αξία για την όποια μπάντα, ούτως ή άλλως): Εννοούν σήμερα αυτό που κάνουν και αν ναι, από πού προκύπτει ; Τί βαθμό παίρνουν με το άλμπουμ αυτό στην εξίσωση ακεραιότητας που ανάγει ένα γκρουπ από «γ@μ@το» σε κλασσικό;
Οι απαντήσεις στις συνιστώσες αυτές, μετά από τις απαραίτητες ακροάσεις του άλμπουμ έχουν, για μας που δεν είμαστε μόνον καταναλωτές, ως εξής :
Στην 1η : Ισχύει πιθανότατα το πρώτο. «Τό’ χουν» ακόμη ως μεταλλοπαπουδοειδή και δείχνουν να το γουστάρουν, αν και είναι λογικό μετά από ένα υπερεντατικό live να μπαίνουν στα πιτς.
Στην 2η: Το δίδυμο Hetfield / Ulrich είναι δεδομένο ότι ξέρει να γράφει κομμάτια. Ιδιαίτερη φαντασία ή το στοιχείο το απροσδόκητου στις συνθέσεις (λ.χ. περίεργες ενορχηστρώσεις, κομμάτι έξω από φόρμουλα) δεν νιώθουν ότι το χρειάζονται. 4-5 κομμάτια του πρώτου cd είναι από τα καλύτερά τους τα τελευταία 20 χρόνια.



Στην 3η: Οι Metallica δείχνουν να αισθάνονται σα στο σπίτι τους, τόσο ξαναεπισκεπτόμενοι την ‘80s στόφα των κομματιών που τους έκαναν μεγάλους, αυτή με τα διαδοχικά ριφ που παίρνουν κεφάλια, όσο και με τα πιο δομημένα ‘90s πατήματά τους. Το Harwiredείναι ένα μυδραλλιοβόλο που γράφει πάνω του ημερομηνία κατασκευής 1986 και προκαλεί ενστικτώδεις ηλεκτρικές εκκενώσεις, με το πρώτο άκουσμα. Το Atlas, Rise !” ξεκινάει ελαφρώς τετριμμένα, αλλά μετά παίρνει μπρος η ριφομηχανή και κατά το κοινώς λεγόμενον "διαλάει". Εξήμισυ λεπτά, ένα κουπλέ βγαλμένο λες από το "Ride The Lightning" και κάτι αρμονίες NWOBHM αργότερα, η αισθηση «δε θέλω τίποτ’ άλλο, ξαναβάλτε το» ενδυναμώνεται.
Το Now that Were Dead(κάπως πεζό το θέμα της δήλωσης αιώνιου έρωτα ενός ζόμπι στην προφανώς σάπια αγαπημένη του) κινείται πάνω στις ερπύστριες ενός ριφ απ΄αυτά που μοιάζουν με χίλια άλλα, αλλά είναι παιγμένο με την αλάθευτη πώρωση ενός σχήματος που εφηύρε το groove στο riffing, κι αυτό φτάνει. To δε Moth Into Flame είναι καταιγιστικό (και με νοήμονα στίχο) και ωθεί το σβέρκο να κάνει bullying σε κάθε γιακά και λαιμόκοψη.
Το Halo Of Fire πολύ δυνατό και με καλοδομημένη light & shade δομή, αλλά τα οκτώμισυ λεπτά του αν θα ήταν 6 θα ήταν δύο φορές καλύτερο. Το Dream No More είναι  ένα ‘90s grind που διαρκεί περισσότερο απ΄όσο θα έπρεπε. Στο δεύτερο cd τα πράγματα είναι λιγώτερο εντυπωσιακά, Το Confusion είναι ένα ακόμη οργισμένο mid-tempo ριφ που κινείται αναποφάσιστο μεταξύ ανάσχεσης και ξεσπάσματος, με τον Hetfield να μιλάει για μετατραυματική διαταραχή και διχασμό προσωπικότητας (“All sanity is beyond me”) και το Here Comes Revenge με τους μισερούς στίχους κινείται στα σκοτάδια του “Reload”. Με το πραγματικά κακό ManUNkind το πράγμα δείχνει να έχει βαλτώσει σοβαρά, το Am I Savage?” για την αποξένωση/αποκτήνωση του average Joe υπολείπεται χωρίς όμως να σέρνεται, το Murder One, ο φόρος τιμής στον Lemmy παραείναι απλοϊκό (όσο κι αν η προσπάθεια του Hetfield να παίξει στους στίχους του γίγαντα είναι φιλότιμη). Το άλμπουμ κλείνει με ένα 7λεπτο υπεργρήγορο – αν και όχι και ιδιαίτερα πρωτότυπο- thrash κοπάνημα (Spit Out The Bone) που είναι σα ν΄ακούς κάτι από το “Dooms Day For The Deceiver” με τον Hetfield στα φωνητικά. Στη deluxe edition περιέχεται και ένα ακόμη στούντιο κομμάτι, το Lords Of Summer”, ένα old school, γρήγορο, συναυλιακό, δικαιωματικά headbanger κομμάτι. Είχε οπωσδήποτε θέση στο δεύτερο cd (αν μάλιστα πετούσε έξω το “Unkind” θα ανέβαζε τον μέσο όρο όλου το άλμπουμ). Tο άλμπουμ θα αποθεωθεί από τον μουσικό τύπο και θα θεωρηθεί (όπως πέρσι των Maiden) ως το «άλμπουμ της χρονιας». Με βάση την συνισταμένη μεταξύ της πλατιάς βάσης των ακροατών στους οποίους απευθύνεται και της ποιότητάς του δεν μπορεί κανείς να πει ότι αυτό θα είναι λάθος.


Στην 4η : Συγκεντρωτικά, φαίνεται ότι οι Metallica δείχνουν να θέλουν να είναι το metal συγκρότημα που είναι σε στενή σχέση με τις απαρχές του, χωρίς όμως να θέλει να κακοκαρδίσει ξανά κανέναν. Αν αυτό είναι αποτέλεσμα gut reaction ή σχεδιασμού δεν έχει μεγάλη σημασία. Δίνουν ό,τι έχουν. Απ΄το πωρωτικό, το ώριμο, το τετριμμένο έως το κακόγουστο. Το marketing πάντως της κυκλοφορίας υπήρξε πολύ πετυχημένο. Τα πρώτα τέσσερα κομμάτια που κυκλοφόρησαν κατά μόνας έχουν τρομερό νεύρο και χτυπάνε στόχο. Το “Halo Of Fire” ακολουθεί σε κοντινή απόσταση. Από κει και πέρα όμως, έχουμε ένα γκρουπ το οποίο ποντάρει στην υπερέκθεση του κοινού στον ήχο και στο όνομά του. Το επίπεδο του παιξίματος είναι βέβαια σφιχτό σα γροθιά, και εντυπωσιάζει πόσο απελευθερωμένος είναι ο Hammett, ο οποίος μην υπογράφοντας συνθετικά τίποτε, είναι επικεντρωμένος στο να χώνει παλιακά σόλο παντού, ανεβάζοντας τον πήχυ ακόμη και στις πιο μέτριες στιγμές. Τα κομμάτια του δεύτερου cd δείχνουν έναν συγκρότημα το οποίο έχει guts και φυσική αντοχή, αλλά όχι απεριόριστες ιδέες. Τα αντίστοιχα βίντεο – κλιπ, από το τέταρτο κομμάτι και μετά, αντίθεται μ΄ό,τι θα περίμενε κανείς, δεν βοηθάνε. Το “Halo Of Fire” εμφανίζει απαθώς τη βία μεταξύ αγνώστων (σκέτο fight club χωρίς τη φευγάτη διάσταση), το “Dream No More” είναι abstract και «κριτικό» της σύγχρονης ζωής όπως και οι στίχοι, αλλά μπερδεύει και αποσπά από τη μουσική. Στο δε “ManUNkind”, έχουμε μια απολύτως κακόγουστη παρωδία (στην καλύτερη περίπτωση) ενός βλακ μέταλ συγκροτήματος που πετάει γουρουνοκεφαλές και ραίνει με αίμα το κοινό. Είναι εύκολο από την πρόκληση ή την πρόθεση να καυτηριάσεις να φτάσεις να φτιάξεις κάτι απωθητικό.
Στο όνομα ποιάς απ΄αυτές τις επιλογές έχουν εγκρίνει κάτι τόσο ηλίθιο; Αυτό του “Murder One” είναι πολύ ενδιαφέρον (με τον Lemmy cartoon), αλλά το κομμάτι είναι μέτριο, ενώ και το comic – sci-fi του “Spit Out The Bone” είναι πολύ χειρώτερο της τριλογίας των κλιπ που παρουσίασαν, λ.χ. οι Megadeth στο άλμουμ τους νωρίτερα μέσα στη χρονιά. Συγκριτικά με την υπόλοιπη δισκογραφία τους; Αν εξαιρέσει κανείς το “St. Anger”, από το 1996 μέχρι σήμερα όλα είναι περίπου στο ίδιο επίπεδο, με το “Death Magnetic” ν’ ακούγεται στ΄αυτιά μου πιο δουλεμένο και πιο ενδιαφέρον.

Στην 5η. Nαι. Οι Metallica εννούν αυτό που κάνουν. Το ζήτημα είναι, όπως έδειξε και η ψυχοθεραπεία του “Some Kind Of Monster” αν τους αρέσει αυτό που οι ίδιοι είναι, ακριβέστερα αν τους φτάνει αυτό που κατάφεραν να γίνουν. Εδώ και 15 χρόνια προσπαθούν να σταθεροποιήσουν την εικόνα τους για τους ίδιους, παίζοντας περίπου αυτό που αναμένεται απ΄αυτούς. Οι εξαιρέσεις υπήρξαν σ΄όλη την καρριέρα τους για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Όταν τους κατηύθυναν διορατικοί παραγωγοί (Bob Rock, Rick Rubin), μεγάλοι μαέστροι (Michael Kamen) ή συνεργάστηκαν με καλλιτέχνες φανερά μεγαλύτερους απ΄αυτούς (Lou Reed στο παρεξηγημένο “Lulu”), τότε έδειξαν ότι είναι κάτι παραπάνω απ΄αυτό που ήταν προορισμένοι να γίνουν. Όμως όταν ο στίχος σου στα 50 βασίζεται διαρκώς στη θεματική της βίας, της απόγνωσης και της παράνοιας, ενώ είναι σαφές ότι εδώ και χρόνια αυτά δεν σε αγγίζουν και χωρίς να προκύπτει απ΄ τον στίχο κάποιο ανάλογο της ηλικιακής και μουσικής εμπειρίας κατάλοιπο, έχουμε να κάνουμε στην πραγματικότητα μ΄ ένα ασφαλές, συμβατικό τρυκ συντήρησης του ονόματός σου.
Οι φόλα οπαδοί θεωρούν όλες τις ανάλογες σκέψεις αχρείαστη γεροντική φλυαρία.
Οι υπόλοιποι καταναλώνουν άφοβα. Οι λιγώτεροι, όσο κι αν σε σημεία πωρώνονται με το
Hardwired…”, βρίσκονται ενώπιον είτε μιας απόδειξης ότι οι Hetfield/Ulrich έχουν φθάσει ταβάνι σ΄αυτά που έχουν να πουν και να παίξουν, είτε της συνειδητοποίησης ότι οι Metallica απευθύνονται πλέον συνειδητά σε ακροατές με μικρό μέσο όρο ηλικίας, που μπορούν και πιο εύκολα να αποθεώνουν.
Αυτό βέβαια είναι μια παγίδα στην οποία τα πραγματικά μεγάλα γκρουπ στην ιστορία του ροκ απέφυγαν να πέσουν.

Προσεγγίσατε at your own risk, υπό όποια συνιστώσα, ή και χωρίς καμιά.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Γιώργος Δημητριάδης και οι Μικροί Ήρωες: "Τίποτα Κακό δεν Θυμάμαι"

Μόλις πέρσι γιόρτασε τα 20 χρόνια δισκογραφίας του, με δύο σημαδιακές συναυλίες και το “Best Of”, θυμίζοντάς μας πόσα τραγούδια έχει αφήσει στο συλλογικό μας μουσικό μνημονικό. Και τώρα, με το 11ο άλμπουμ του με ολοκαίνουργιο υλικό, ο Γιώργος Δημητριάδης με τους Μικρούς του Ήρωες υπόσχεται νέα περιπετειώδη τεύχη.

Τραγουδοποιός που δεν αποφεύγει να ρέει με το τι συμβαίνει γύρω του, ανοίγει τον καινούριο του δίσκο με μια περιεκτική δήλωση «Δεν Είμαι Τώρα Κανενός» («Είμ΄ένας ήρωας μικρός που κάθε εμπόδιο στους καιρούς θ’ αντέξει»), την οποία και λίγο αργότερα θα υπογραμμίσει στο κάλεσμα του «Μέσα Απ΄τη Φωτιά» («Αν δεν αλλάξουμε και μεις, το μέλλον θα’ ναι ένας εχθρός που θα μας τρομάζει»).
Μετά το σχετικά βαρύθυμο (με τα δικά του όμως χαρίσματα) προηγούμενο lp του «Απ΄το Μηδέν», στο «Τίποτα Κακό Δε Θυμάμαι» έχουμε μια ανανεωτική εκ του σύνεγγυς προσέγγιση, με ηχογράφηση (απ΄τον Κώστα Παρίση) που αγκαλιάζει τον ακροατή, αφήνει μαεστρικά χώρο να μιλήσουν οι ακουστικές κιθάρες και τα πνευστά, καθώς καμβάδες από πλήκτρα χρωματίζουν το ξεχωριστό συναίσθημα κάθε σύνθεσης.



Και η παλέτα με τις διαθέσεις είναι, ως συνήθως στη δικογραφία του, ευπρόσδεκτα ευρεία. Μια απογειωτική ελαφράδα μπολιάζει τη νοσταλγία του «Ακορντεόν», στο «Ώρα Σελήνης», έρχεται σε στίχους Χριστίνας Καλογεροπούλου μια υπέροχα σπαρακτική μπαλάντα για τους έρωτες της μιας βραδιάς, γεμάτη υπαινικτικές φράσεις στην κιθάρα (και τα δύο από τα καλύτερά του μέχρι σήμερα), ενώ η ψυχεδέλεια των πρώϊμων Love χρωματίζει τη «Σκουριά».
Η φωνή του Δημητριάδη διατηρεί τη ζεστασιά αλλά και την αιχμή («Σε θέλω Ζωή») που μας έχει χαρίσει μέσα στα χρόνια μια σειρά από προσωπικές και τόσο ανοιχτές σε ταύτιση ερμηνείες. Ο ενδοσκοπικός «Μπάρμαν» (σε στίχους Ανδρέα Καραγιαννίδη) είναι γεμάτος κινηματογραφικές εικόνες, στο τρυφερό, απολογιστικό ομώνυμο είναι οι δικοί του στίχοι που μιλάνε κατευθείαν στην καρδιά, ενώ το «Θέλω Αέρα» (ντουέτο με τον Κώστα Παρίση σε στίχους και πάλι Χριστίνας Καλογεροπούλου) αναζητά και δίνει μια λυτρωτική ώθηση.
Ένας δίσκος φτιαγμένος να μεγαλώσει με τις ακροάσεις και να αναδείξει την αξία του με τις ζωντανές εμφανίσεις, όπου ο Γιώργος με τους Μικρούς Ήρωες βρίσκεται κατά τα κοινή ομολογία στο στοιχείο του.


Επισκοπώντας αυτά τα 20+ χρόνια προσωπικής δισκογραφικής παρουσίας του, αντιλαμβάνεται κανείς ότι το ατέλεστο έγκλημα που έχει σιωπηρά αποδοθεί στον Γιώργο Δημητριάδη από μερίδα των εγχώριων διαμορφωτών της κοινής γνώμης είναι ότι ήταν πάντα ένας τραγουδοποιός που αξιοποιούσε μουσικές ρίζες και συνθετικό τάλαντο για να εκφράζεται με αμεσότητα, ειλικρίνεια και αξιοπρέπεια, σε καιρούς που στο ελληνικό ροκ είχαν πέραση πρότυπα εναλλακτικών, εντεχνολαϊκότροπων κι ετοιμοπαράδοτων αμφισβητιών.
Ενώ μπορούσε, δεν έφυγε και δεν παρεξέκλινε ποτέ από αυτά που ήθελε να δώσει. Σήμερα, με τον χρόνο αποδεδειγμένα να λειτουργεί υπέρ του, ο καινούριος δίσκος δίνει την ευκαιρία να τον χαρούν όσοι τον παρακολουθούν και να τον ανακαλύψουν ακόμη περισσότεροι.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Kiss: "Αlive"

Το 1975, οι KISS είχαν ήδη κυκλοφορήσει τρία στούντιο albums (KISS, HOTTER THAN HELL, DRESSED TO KILL) σε διάστημα 2 ετών τα οποία συνόδευαν με μία σειρά ζωντανών εμφανίσεων στις Η.Π.Α. Τα albums αυτά, παρόλο που δεν θεωρούνταν – έως τότε – αποτυχημένα, δεν είχαν τις αναμενόμενες πωλήσεις.


Στον αντίποδα όμως, οι ζωντανές εμφανίσεις τους γινόντουσαν ανάρπαστες. Φτάνοντας σε κρίσιμο οικονομικό σημείο επιβίωσης του συγκροτήματος, αποφασίζουν από κοινού με τον τότε Bill Aucoin (τότε μάνατζερ τους) να «συλλάβουν» σε ήχο την τρομερή ενέργεια που υπήρχε στις ζωντανές εμφανίσεις.

Στην κυριολεξία, αυτό ήταν το τελευταίο χαρτί που έπεφτε στο τραπέζι της μουσικής για τους KISS.

Η τελευταία τους ευκαιρία και τα έδωσαν όλα για όλα.

Από οικονομικής άποψης, οι KISS ήταν σε σημείο που στηρίζονταν στην πιστωτική κάρτα του manager (για τέτοια όρια μιλάμε), από τη στιγμή κιόλας που η δισκογραφική τους (Casablanca Records) ήταν επίσης στο χείλος της καταστροφής και δύσκολα πείσθηκε να αναλάβει το ρίσκο της κυκλοφορίας.
Το album κυκλοφόρησε διπλό και ήταν το πρώτο διπλό live album στο hard rock. Δύσκολη απόφαση που, ευτυχώς, πέτυχε. Όπως όλα τα live albums, έτσι και το ALIVE! έχει υποστεί επεξεργασία στο studio. Άλλοι λένε πολύ, άλλοι όχι τόσο. Μεγαλύτερη σημασία έχει η μουσική και η δύναμη της συγκεκριμένης κυκλοφορίας.
Τα παιξίματα είναι εντελώς ωμά, και η κιθάρα του Frehley δίνει άλλο εύρος στα κομμάτια. Οι KISS ποτέ δεν παρουσιάστηκαν ως βιρτουόζοι μουσικοί (το παραδέχονται και οι ίδιοι εξάλλου), το μουσικό όμως αποτέλεσμα που παρουσιάζουν ως σύνολο δεν αμφισβητήθηκε ποτέ. Κάποτε είχαν ρωτήσει τους Anthrax αν ακούνε μουσική πριν βγουν στην σκηνή και απάντησαν «μα φυσικά, ακούμε πάντα το KISS ALIVE!».
Ακόμα και το περιοδικό Rolling Stone, που είναι παραδοσιακά αρνητικό στους KISS, παραδέχεται το ALIVE! σαν από τα πιο σημαντικά και επιδραστικά albums. Από πολλούς κριτικούς θεωρείται να υπάρχει απαραίτητα σε ροκ δισκοθήκη και που και που να το «συμβουλευόμαστε».

Τα τραγούδια που περιλαμβάνονται παίζονται ακόμα και σήμερα στις συναυλίες τους με τον ίδιο τρόπο που παίζονται στο ALIVE! και που έτσι έγιναν διάσημα. Από την τότε εποχή, υπάρχει και οπτικό υλικό (KISSOLOGY 1) που σε κάνει να αντιλαμβάνεσαι τον χαμό που γινόταν τότε στις ζωντανές εμφανίσεις των KISS.

Το κανάλι VH1, είχε πραγματοποιήσει ειδικό 2ωρο αφιέρωμα στο album. Η ηχογράφηση έγινε στο Cobo Hall στο Detroit.

Τον Σεπτέμβριο του 2009, οι KISS επέστρεψαν και έπαιξαν όλο το ALIVE! (δύο βραδυές) στο ίδιο μέρος πριν αυτό κατεδαφιστεί. Ήταν η μπάντα που το έκανε διάσημο και η μπάντα που «έκλεισε την πόρτα του».
Track List: 1) Deuce, 2)Strutter, 3) Got To Choose, 4) Hotter Than Hell, 5) Firehouse, 6) Nothin’ To Lose, 7) C’mon And Love Me, 8) Parasite, 9) She, 10)Watchin’ You, 11) 100.000 Years (solo drums), 12) Black Diamond,13) Rock Bottom, 14) Cold Gin, 15) Rock And Roll All Nite, 16) Let Me Go, Rock And Roll

ΜΕΛΗ: Paul Stanley (κιθάρα, φωνή), Genne Simmons (μπάσο, φωνή), Ace Frehley (κιθάρα), Peter Criss (ντραμς)

Γράφει ο Γεράσιμος Καββαδάς
(http://www.kissonline.gr/)

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

The Cure: "Disintegration"


Η ημέρα 26η Οκτωβρίου 2016, ξημερώματα, με βρίσκει να ταξιδεύω μέσα σε ένα λεωφορείο, ανάμεσα σε αγνώστους, έχοντας όμως όλοι έναν κοινό προορισμό: τη Βουδαπέστη και τη συναυλία των Cure που λαμβάνει χώρα τη μεθεπόμενη.


Έχοντας ανάμικτα ήδη συναισθήματα για την ξαφνική (και κάπως περίεργη τουλάχιστον για τα μάτια των άλλων) απόφαση να πραγματοποιήσω ένα τόσο μεγάλο ταξίδι φθινοπωριάτικα ενώ εκκρεμούν βαριές επαγγελματικές (και οικογενειακές) υποχρεώσεις, βρίσκω άλλοθι σε γνωστό απόφθεγμα:
Μα όλα τα ωραία στη ζωή έτσι δεν γίνονται, απρόοπτα και χωρίς σχέδιο;

Σκέψεις σκόρπιες και ευκαιρία για περισυλλογή σε ένα ταξίδι που όσο περνάει η ώρα φαντάζει όλο και πιο μακρινό.
Σύνορα, οι απαραίτητοι έλεγχοι με τις εντεύθεν καθυστερήσεις, αναγκαίες στάσεις ….. και όλα αυτά να μεγαλώνουν την αναμονή. Κάποια στιγμή, ο οδηγός μας μεταφέρει τον διάλογο που είχε με υπάλληλο στα σύνορα. Όταν ρωτήθηκε ποιοι είμαστε και πού πηγαίνουμε εκείνος με φυσικότητα απάντησε: «Γκρουπ από τη Θεσσαλονίκη που πηγαίνει στη Βουδαπέστη για συναυλία των Cure». Η απάντηση από τον υπάλληλο ήταν αυθόρμητη:
«Μα καλά, τρελοί είστε ;». Η συνοιδοπόρος του μπροστινού καθίσματος ανταποκρίθηκε ολόσωστα: «Τώρα το καταλάβατε;».
Μέσα στο κλίμα αυτό σκέφτομαι ότι πράγματι, έτσι είναι, και ότι για να γίνει κάποιος φαν των Cure πρέπει πρώτα να ξεπεράσει τα συμβατικά όρια στα μουσικά γούστα. Μόνο έτσι θα μπορέσει να διαβεί τα μονοπάτια που εκείνοι χάραξαν με τη μουσική τους, μια μουσική διαποτισμένη από απόγνωση, σκληρότητα αλλά και υπέρμετρη ευαισθησία, όπως δηλαδή ακριβώς είναι και η ζωή η ίδια.



Τα παραπάνω στοιχεία είναι αυτά ακριβώς που κυριαρχούν στο αριστουργηματικό "Disintegration", το όγδοο studio άλμπουμ του συγκροτήματος που κυκλοφόρησε στις 2 Μαϊου 1989 και συμπληρώνει την τριλογία που ξεκίνησε με τα "Head on the door" και "Kiss me kiss me kiss me".
Κατά γενική ομολογία το άλμπουμ αυτό, σκοτεινά σαγηνευτικό και διαποτισμένο από μια μόνιμη μελαγχολία, αναδεικνύεται από κοινό και κριτικούς ως η καλύτερη δουλειά που είχαν να επιδείξουν οι Cure στη μέχρι τότε πορεία τους, αλλά – κατά πολλούς – και μέχρι σήμερα. Μακριά από τα «εύκολα» εμπορικά κομμάτια που τους έκαναν γνωστούς, το "Disintegration" κατάφερε να μετουσιώσει τις πρώτες εσωτερικές αναζητήσεις που εκδήλωσε το γκρουπ ήδη από τις αρχές του ’80, χωρίς βέβαια να παραβλέπεται η επίδραση της κατάθλιψης και της χρήσης παραισθησιογόνων ουσιών από τον Smith.
Όλα τα κομμάτια, ένα προς ένα, συνθέτουν έναν κόσμο λυρικό, αισθησιακής περισυλλογής και σκοτεινού πάθους όπου κυριαρχούν ανέλπιδες καταστάσεις, αλλά την ίδια στιγμή συντίθεται μία πολύχρωμη πραγματικότητα από την οποία αναβλύζει τελικά η πολυπόθητη αχτίδα φωτός στα αδιέξοδα που καταδείχθηκαν.
Μέσα σε όλα αυτά ο θάνατος δεν φαντάζει ως απειλή, είναι η αναπόφευκτη κατάληξη που μπορεί να προσφέρει ζεστασιά και θαλπωρή όταν τελειώσει το ταξίδι της ζωής. Σε αυτό τον σκοπό συμβάλλουν με απόλυτη επιτυχία οι «μελαγχολικές» κιθάρες και τα «πένθιμα» keyboards που με πραγματική μαεστρία ξέρει να καθοδηγεί ο Smith.
Τα φωνητικά εξάλλου είναι εύστοχα λιγοστά αφήνοντας τις ψυχεδελικές μελωδίες να κυριαρχούν.
 


Αν και "Disintegration" ο τίτλος, ο οποίος επιλέχθηκε σε μια περίοδο αντιθέσεων μεταξύ των μελών του γκρουπ, η συνοχή είναι εκείνη που κύρια χαρακτηρίζει τα κομμάτια μεταξύ τους δημιουργώντας μια ιδιοφυή αλληλουχία στις καταστάσεις που περιγράφονται.
Opening track (ιδανικά) το "Plainsong", χτυπάει στα αυτιά σαν μια βροντή που σε εισάγει αυτόματα στον παράξενο κόσμο των Cure, μέσα από την παρουσία και τα λόγια ενός κοριτσιού που συγκρίνει τον καιρό με τον θάνατο και εκφράζει το παράπονο ότι ήδη αισθάνεται σαν γέρος. Μετά από μια τέτοια εισαγωγή, είσαι πλέον έτοιμος για όλα. Ακολουθεί (ως «χαλαρωτικό» διάλειμμα) το πιο συμβατικό "Pictures of You".
Ξεπερνώντας σε διάρκεια τα 8 λεπτά μας φέρνει αντιμέτωπους με τον θλιμμένο δημιουργό του, που αναπολεί κάποια παλιά αγάπη κοιτάζοντας μια συλλογή από φωτογραφίες. Η γλυκιά λύπη του μετουσιώνεται σε τέτοιο βαθμό που μας κάνει να ευχόμαστε να μην επιστρέψει ποτέ αυτή η κοπέλα.
Τρίτο κατά σειρά το "Closedown", με το οποίο δηλώνεται αμετάκλητα ότι «τελείωσε ο χρόνος» μέσα από τη συνοδεία μελωδικών synths. Αμέσως μετά ακολουθεί το περίφημο "Love Song", το γαμήλιο δώρο του Smith στη σύζυγό, το οποίο αποτελεί ταυτόχρονα ένα από τα ομορφότερα τραγούδια αγάπης που γράφτηκαν ποτέ.
Εξάλλου, η δήλωση απερίφραστου έρωτα από έναν κατεξοχήν καταθλιπτικό δημιουργό αποτελεί μια ούτως ή άλλως σπάνια μουσική συγκυρία. Φυσικά η αιώνια ευτυχία είναι μια ουτοπία (κατά τον Smith), γεγονός που μας καταδεικνύεται αρκετά εύγλωττα με το "Last dance": η σχέση έχει δοκιμαστεί, ο καιρός έχει περάσει και το τέλος που πλησιάζει είναι χειρότερο και από τον χωρισμό. Σε όλα αυτά όμως έρχεται να μας κλείσει το μάτι το «ονειρικό» και υπνωτικό «Lullaby» - μια μεγάλη εμπορική επιτυχία - που μας μεταδίδει την αίσθηση που αποκόμισε ο Smith από τη χρήση ναρκωτικών.
Στη συνέχεια, ο ψυχεδελικός ήχος μιας κιθάρας μας εισάγει στο «μισανθρωπικό» "Fascination Street", συνθέτοντας μια παράξενη χορευτική μελωδία με σεξουαλικά υπονοούμενα. Τη σκυτάλη παίρνουν τα βουτηγμένα στην απελπισία αλλά απλά εξαιρετικά "Prayers for rain", "Same deep water as you" και "Disintegration" (το τελευταίο με αυτοκτονικές τάσεις), ενώ η μαύρη διάθεση κάπως μετριάζεται με τα δύο τελευταία κομμάτια "Homesick" και "Untitled". 
  Ως αποτέλεσμα λοιπόν έχουμε να κάνουμε με ένα αληθινό αριστούργημα πραγματικής μουσικής ωριμότητας που δικαίως το περιοδικό "Rolling Stone" το κατέταξε ανάμεσα στα 500 πιο σημαντικά άλμπουμ όλων των εποχών. Γι’ αυτό όσοι το έχουν στην κατοχή τους ας το λιώσουν στην κυριολεξία ακούγοντας το δυνατά.

Mαίρη Γεωργιάδου

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Glenn Hughes: "Resonate"

To λαρύγγι του 65χρονου είναι σπάνιο και οι νότες που εκτοξεύει είναι σε θέση να τρυπήσουν οροφές, αυτό δεν αμφισβητείται. Όμως, από το 1970 και τους Trapeze έως και σήμερα, o Glenn Hughes, ένας από τους πιο «μαύρους» λευκούς soulful τραγουδιστές στην ροκ ιστορία, σημείωσε τις μνημειώδεις του ερμηνείες όταν είχε δίπλα του κορυφαίους κιθαρίστες.


Mel Galley, Ritchie Blackmore, Tommy Bolin, Pat Thrall, Gary Moore, Tony Iommi, Joe Bonamassa.
Εδώ, ο κιθαρίστας Soren Andersen (κάνει και την παραγωγή) και οι συν αυτώ Σουηδοί θεράποντες του Purple-ικού ύφους των ‘70s (hammond κι άγιος ο θεός), κάτι Pontus Engborg (drums) και Lachy Doley (keyboards) είναι φανερό ότι δεν έχουν ανάλογη στόφα (δεν είναι τυχαίο, λ.χ., ότι τα κιθαριστικά σόλο, είναι από ταπεινά έως ανύπαρκτα σε όλο το άλμπουμ).
Κατά μήκος των 11 κομματιών της συλλογής αυτής (συν ένα bonus track στη deluxe edition), η φωνή του Hughes εντυπωσιάζει, προκαλώντας αυτή τη γνώριμη ροή συνειρμών που στιγματίζει τους ακροατές κάποιας ηλικίας όταν ακούνε τους ήρωές τους.
Η ηχογράφηση είναι καθαρή και δυνατή, ζητάει ανάλογα ηχεία και η γενική αίσθηση είναι οπωσδήποτε ευχάριστη.
Όμως οι συνθέσεις δεν έχουν -πέραν της φωνής- την προσωπικότητα που θα έκανε το άλμπουμ όχι βέβαια να σταθεί δίπλα στα αρχέτυπα του παρελθόντος του
Hughes, αλλά έστω να χτυπηθεί στα ίσα με την πρόσφατη παραγωγή των Black Country Communion.
Καλή η ευκαιρία για τον Glenn ν΄αποδείξει –ξανά- ότι ως ροκ φωνή δεν έπαψε ποτέ να μετράει, αλλά ως τέτοια και μόνον μοιάζει το άλμπουμ αυτό. Ευκαιρία για άσκηση στο ροκ ύφος, γιατί είχε καιρό να καταπιαστεί μ΄αυτό. Οι ριφικά βαρύτονοι μοντερνισμοί δε λείπουν (“Let It Shine”, “Flow”, “God Of Money”), όμως είναι τα πιο ευρύχωρα κομμάτια που κερδίζουν (“Steady”, “When I Fall” ή το funky “Landmines”), με τον Hughes, συναισθηματικό και ευέλικτο, στο στοιχείο του.
Ο
Chad Smith στα τύμπανα έχει το αμίμητο νεύρο που χρειάζεται για να ανεβάζει κομμάτια όπως τα Heavyκαι “Long Time Gone” (ίσως το καλύτερο του άλμπουμ), χωρίς όμως είναι αρκετό αυτό για να απογειωθούν.
Πάντως, τις όποιες επιφυλάξεις προς τους υποψήφιους καταναλωτές, τις διαλύει ο ίδιος ο Hughes με την γνωστή του αυταρέσκεια (τί να κάνουμε, δεν έχει ονομάσει πολλούς ο Stevie Wonder ως «my favourite singer»):
"
This will be an album that is entirely Glenn Hughes music. For that reason, it is an important album".
Ασχολίαστο.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Alter Bridge: "The Last Hero"


Σε καθαρά μουσική εγκυκλοπαιδική συζήτηση με την αρχισυνταξία rocktime.gr τέθηκε η ερώτηση: "ποια είναι την εποχή αυτή η σημαντικότερη hard rock/heavy metal μπάντα; Ακόμη και εγώ τώρα που το σκέφτομαι δεν πιστεύω την απάντηση που ξεστόμισα…

Θέλετε, πως ήμουν επηρεασμένος από την προηγούμενη βδομάδα ακούγοντας διαρκώς το δώρο που έκανε κάποιος παλαιός μαθητής/απόφοιτος γνωρίζοντας την "πετριά" μου με τη μουσική, θέλετε την εκτίμηση που μουσικά τρέφω για τον κιθαρίστα Mark Tremonti και τον τραγουδιστή  Myles Kennedy.
Από τα  2004, που η μπάντα των Alter Bridge "έστηνε" το μουσικό οικοδόμημά της  μέχρι τις προάλλες που κυκλοφόρησε το πέμπτο πόνημα της, το "The Last Hero", ήταν η κατάλληλη στιγμή να δώσω την συγκεκριμένη απάντηση, που ξάφνιασε, είναι αλήθεια, τον φίλτατο αρχισυντάκτη: οι επόμενοι  Iron Maiden ή οι  Metallica των ημερών μας βρέθηκαν: είναι οι Alter Bridge!!!
 Στους περισσότερους φίλους που το ανέφερα οι αντιδράσεις ήταν κάπως έτσι: "Πώς μπορείς και το λες αυτό;"  ή "Αυτό είναι γελοίο! " .
Μπορεί να έχουν δίκιο αλλά είναι η  προσωπική μου κρίση, πως έχουμε μπροστά μας μία από τις σημαντικότερες μπάντες της δεκαετίας που διανύουμε.
Τι κάνει μία μπάντα σπουδαία; Ικανότατοι μουσικοί  και ικανότατοι συνθέτες που εκθέτουν τις ικανότητες τους χωρίς να είναι απαραίτητες οι κραυγές και οι τσιρίδες όταν τραγουδούν.
Απλά συνδυάζουν τα "κομμάτια" των μουσικών ικανοτήτων τους και πραγματικά εάν ακούσετε τους Alter Bridge, θα καταλάβετε γιατί κάνω τέτοια σύγκριση!
Μία δυναμικότατη ρυθμική γραμμή που συνδυάζει τα τύμπανα του Scott Phillips και τις ογκώδεις μπασογραμμές του Brian Marshall με "μπροστάρη" την κιθάρα και τα εκπληκτικά δεύτερα φωνητικά "αλά Michael Anthony" του βιρτουόζου  Mark Tremonti και του Myles Kennedy αυτή την μοναδική φωνή και έχετε όλα τα συστατικά για μία εξαιρετική hard rock/heavy metal μπάντα.  Γι αυτό και επιμένω να τους συγκρίνω με τους Iron Maiden, Van Halenκαι τους  Metallica, πάντοτε με το προσωπικό μου μουσικό (και όχι αλάνθαστο) κριτήριο!
Αυτό γίνεται πλέον εμφανές στην πέμπτη τους κυκλοφορία, το "The Last Hero". Από το εισαγωγικό τραγούδι  "Show Me A Leader" ξανοιγόμαστε σε ένα επικό "ταξίδι" λυρισμού.  Το επόμενο άσμα "The Writing on the Wall" είναι το απτό άκουσμα που διαπλέκεται από τα τύμπανα του Phillips και τη φωνή του  Myles. Ένα πραγματικά "θανατερό" κομμάτι. Ακολουθεί ένα βαρύτατο "υφάδι" μουσικής που εξελίσσεται σε μοτίβο  κομψοτεχνίας στο "The Other Side"!
Η πέμπτη σύνθεση του δίσκου, το "My Champion" είναι μία "ωδή" στους γονείς του Myles αλλά εγώ θα έλεγα και στους γονείς όλων μας. Αγαπημένη μου σύνθεση το "Poison in Your Veins" ένα εμπνευσμένο "κομψοτέχνημα" για την πίστη που είναι καλό να έχει κανείς και στις δικές του δυνάμεις.
Καιρό είχα να ακούσω τραγούδι αφιερωμένο σε "ήρωες" και το  "You Will Be Remembered" είναι ένα "καρδιο-παθιασμένο" τραγούδι αφιερωμένο σε αυτούς που χάρισαν τη ζωή τους για την πατρίδα μακριά από κάθε είδους απάνθρωπους -σμούς (και ο νοών νοείτο) σίγουρα η απέχθεια για τους πολιτικούς και τα άνομα κομματικά συμφέροντα βάλλονται στο  "Crows on A Wire" άλλο ένα αγαπημένο τραγούδι στο δίσκο με ένα πανέμορφο ριφ! Ο δίσκος είναι η συνέχεια του δυναμικού Fortress( η προηγούμενη δημιουργία της μπάντας), που έχει ως "απαύγασμα" του συγκροτήματος το  The Last Hero!!!
Το νέο άλμπουμ είναι ένα μοναδικό δημιούργημα με  13  συνθέσεις, μία σπουδαία δημιουργία από μία μπάντα που κάθε οπαδός του hard rock /metal θα αναζητούσε με στιχουργική επένδυση εξαιρετική, όπως ο δίσκος τούτος με απόλυτη δεξιοτεχνία κάνει.

Νότης Γκιλλανίδης

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Bon Jovi: “This House Is Not for Sale”

Τα τελευταία χρόνια ο J. Bon Jovi προσπαθεί να ακολουθήσει ένα δρόμο διαφορετικό και κόντρα σε αυτό που έγινε διάσημος και πετυχημένος. Ειδικά από την κυκλοφορία του Lost Highway (2007) και μετά, έχει απογοητεύσει τους οπαδούς του με τα αμφιλεγόμενα άλμπουμ που έχει κυκλοφορήσει.

Προσωπικά πιστεύω ότι καλά έκαναν οι BON JOVI και ξεκόλλησαν από τις μελωδίες που τους είχαν κάνει πάμπλουτους διότι καλλιτεχνικά εκτός από το να γράφουν  επιτυχίες και όμορφες μελωδίες οφείλουν να κάνουν ένα βήμα παραπέρα να ψαχτούν με ήχους, συνθέσεις και ενορχηστρώσεις και ας αποτύχουν εμπορικά. Δεν θα τους λείψουν τα λεφτά.
Όμως το παράπονο των περισσοτέρων είναι ότι τα τελευταία χρόνια η δημοφιλής μπάντα δεν έχει γράψει τραγούδια που να έχουν χαραχθεί στο μυαλό μας οπότε μπορεί ο γραφών να τους υποστηρίζει ακόμη στον συλλογισμό τους για τα τελευταία δισκογραφικά τους βήματα όμως στις συνειδήσεις των οπαδών  που τους αγάπησαν στα ’80ς και στα ‘90ς μάλλον αρχίζουν και τους ξεγράφουν…
Πιστεύω ότι η μπάντα ήθελε να τραβήξει ένα ποιο “παραδοσιακά αμερικάνικο” ηχητικό δρόμο με βάση τις ερμηνείες και τους ρυθμούς του Bruce Springsteen, συνδυασμένο με αρκετό σύγχρονο ροκ ήχο και παράλληλα με την δυναμική του παρελθόντος που την ακολουθούσε θα μπορούσε να ενθουσιάσει όλες τις γενιές των οπαδών του γκρουπ.
Μάλλον όμως απέτυχε σε αυτό το σχέδιο ειδικά όπως προανέφερα σε εκείνους που γουστάρουν τους Bon Jovi του περασμένου αιώνα!
Νομίζω ότι καθοριστικός παράγοντας σε αυτή την πτώση έπαιξαν τα προβλήματα τον R. Sambora (ουσίες, αλκοόλ) όλα τα προηγούμενα χρόνια όπου γνωρίζοντας ο J.B.Jovi την τεράστια προσφορά του στο σχήμα και την μεγάλη αγάπη που έχουμε όλοι στο πρόσωπο του προσπαθούσε να ισορροπήσει στα πάθη και στο ταλέντο του. Όμως μεγάλος χαμένος από αυτή την κρίση ήταν το ίδιο το γκρουπ αφού ουσιαστικά στερήθηκε μία μεγάλη πηγή έμπνευσης και δημιουργίας.
Τόσο το παίξιμο όσο και η συνθετική του ικανότητα του πρώην κιθαρίστα έδιναν πάντα μία πιο ροκ αλλά και συνάμα συμπαθητική επιδερμική-blues διάσταση σε αρκετά κομμάτια της μπάντας, τα οποία  με την κατάλληλη συνταγή άλλοτε του J. Bon Jovi και άλλοτε του Desmond Child κατάφερναν να γίνονται τα πιο λατρεμένα κομμάτια της υφηλίου. Δυστυχώς όμως όλα τα ωραία έχουν ένα τέλος και ο διάδοχος του στην κιθάρα, ο Phil X μπορεί να παίζει μια χαρά αλλά το συναίσθημα του R.S. δεν μπορεί να το φτάσει.
Ερχόμενοι λοιπόν στο πρώτο άλμπουμ που δεν συμμετέχει ο Richie Sambora, τα συνθετικά δεδομένα αλλάζουν και διαβάζουμε ότι τον έχει αντικαταστήσει στον ρόλο αυτό, ο Αμερικανός  John Shanks με προϋπηρεσία στην μπάντα της Melissa Etheridge ενώ έχει γράψει κομμάτια για την Bonnie Raitt και Joe Cocker, ενώ έχει κάνει παραγωγές στους Carlos Santana, Celine Dion, Sting, The Corrs, Chris Isaak,  Alanis Morissette και Stevie Nicks.
Το This House Is Not for Sale” δεν έχει κάποιο στοιχείο που θα εντυπωσιάσει και φυσικά δεν έχει καμία συνθετική έκπληξη απλά προσπαθεί να δώσει μία μοντέρνα ροκ εκδοχή των Bon Jovi όπως αυτό συμβαίνει με τα   "Living With the Ghost", "New Year's Day"    και "Roller Coaster"  ενώ  και το "The Devil's in the Temple"  φλερτάρει με το modern rock ύφος του γκρουπ με την ερμηνεία του J. Bon Jovi να είναι εξαιρετική.
Τα κομμάτια που έχουν λίγο από την αύρα του νοσταλγικού παρελθόντος είναι το ομότιτλο τραγούδι του δίσκου και τα θαυμάσια  "Knockout"  και “Born Again Tomorrow"  που ξυπνούν μνήμες από το δοξασμένο παρελθόν. Αν θεωρήσουμε κάτι έκπληξη σε αυτό το άλμπουμ είναι το "Labor of Love"  που θυμίζει εκνευριστικά Chris Issak!
Στην deluxe έκδοση του άλμπουμ συμπεριλαμβάνονται άλλα πέντε κομμάτια κι αυτό που ξεχωρίζει είναι το δυναμικό "We Don't Run".
Συνολικά θα λέγαμε ότι έχουμε μία μέτρια κυκλοφορία για την ιστορία της μπάντας που μπορεί στις συναυλίες να τα πάει ακόμη εξαιρετικά όμως στο στούντιο τα πράματα φαίνεται ότι έχουν στενέψει πάρα πολύ και παρά τις μεγαλεπήβολες δηλώσεις που ανέβασαν τις προσδοκίες όλων μας για κάτι τουλάχιστον ικανοποιητικό διαπιστώνουμε ακριβώς το αντίθετο.
Ας ελπίσουμε για το άμεσο μέλλον η μπάντα να αλλάξει ρότα και φυσικά να γυρίσει ο R. Sambora ΤΩΡΑ!!!

Φώτης Μελέτης

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

John Norum: "Face It Live '97"

Αναμφίβολα η δεκαετία του '90 υπήρξε πολύ δύσκολη για όλες εκείνες τις μεγάλες μπάντες των 70’s και των 80’s που ανέβασαν και ποιοτικά και εμπορικά τον λεγόμενο σκληρό ήχο στην κορυφή των μουσικών προτιμήσεων, δύο και πλέον γενεών.

Η επανάσταση του καρό πουκάμισου και των τριών ακόρντων (grunge), σάρωσε σαν λαίλαπα όλη την δεινοσαυρική υπερβολή και καρικατουρικού τύπου εκκεντρικότητα του hair metal. Πλέον την θέση του Jon Bon Jovi, του ξανθού David Coverdale, του Axl Rose, του Joey Tempest και του Joe Elliot, πήραν ο Kurt Cobain, ο Chris Cornell, o Eddie Vedder και ο Jerry Cantrell.
Ακόμα και σοβαροί – υποτίθεται – "δεινόσαυροι" όπως οι Metallica και οι Iron Maiden πήραν την κάτω βόλτα. Αν εξαιρέσει κανείς το φαινόμενο Dream Theater και κάτι παράξενους Βρετανούς εν ονόματι Paradise Lost που ανακάτεψαν την λατρεία τους για τους Depeche Mode και τους Dead can dance με το death metal, η δεκαετία του 90 έστειλε το μεγάλο κομμάτι της σκληρής μουσικής στα υπόγεια γκαράζ. Δηλαδή εκεί όπου γεννήθηκε…
Κάπου εκεί ο John Norum (ο κιθαρίστας που άφησε σύξυλους τους Europe το 1986, δηλαδή την στιγμή ακριβώς που ήταν μαζί με τους Bon Jovi οι πιο hot ροκ μπάντες του κόσμου, συνέχιζε τον δικό του δρόμο. Αυτόν που επέλεξε. Τον δύσκολο δρόμο του μοναχικού καβαλάρη, ο οποίος συνέχιζε σε πείσμα των καιρών να βγάζει το ένα διαμάντι μετά το άλλο.
Βρισκόμαστε στο 1997.
H επανάσταση του Σιατλ πνέει τα λοίσθια. Οι δεινόσαυροι ετοιμάζονται για την μεγάλη ανασυγκρότηση και επιστροφή και ο εσωστρεφής, ντροπαλός, αλλά πηγαία ταλαντούχος Νορβηγός, μετά από 4 εκπληκτικά solo άλμπουμ, αποφάσισε να βγάλει και ένα Live. Όπως ακριβώς έκαναν και τα είδωλα του των 70’s.
Προς το τέλος του 1997 κατά την διάρκεια της Ιαπωνικής περιοδείας  ηχογράφησε  το "FACE IT LIVE ‘97". Μαζί του στην σκηνή ο πολύ καλός τραγουδιστής Leif Sundin, γνωστός από την συμμετοχή του στους Michael Schenker Group και Great King Rat καθώς και οι  Anders Fästader (Great King Rat) στο μπάσο και ο Hempo Hildén στα ντραμς.
Το "FACE IT LIVE ‘97" περιλαμβάνει τραγούδια και από τα 4 προσωπικά άλμπουμ του Norum, καθώς και διασκευές από Free, Thin Lizzy και Europe.
Ακούγοντας το cd τόσα χρόνια μετά, μπορώ να πω, ότι ο Norum είναι ίσως ο πιο υποτιμημένος κιθαρίστας της γενιάς του. Οι εκτελέσεις των τραγουδιών στο live, τις περισσότερες φορές είναι αρτιότερες απ’ ότι στα cd. Ειδικά στα solo κυριολεκτικά σπέρνει. Οι ταχύτητες σε επίπεδο Malmstee και η τεχνική σε επίπεδο Al Di Meola.
Για κάποιον που δεν γνωρίζει εκ των προτέρων τα τραγούδια από την προσωπική καριέρα του Norum, θα του αρέσουν περισσότερο οι διασκευές. Για εμάς που έχουμε επενδύσει εδώ και τρεις δεκαετίες στο απαράμιλλο ταλέντο του Νορβηγού, τον οποίο έχουν εκθειάσει κατά καιρούς δημόσια κιθαρίστες όπως ο Gary Moore, o Michael Schenker, o Scott Gorham, o Yngwie Malmsteen και ο Joe Bonamassa, μας αρέσουν τα πάντα από την αρχή ως το τέλος.

Τracklist
"Face the Truth" – 5:17 (John Norum, Glenn Hughes)
"Night Buzz" – 3:42 (Norum, Henrik Hildén, Michelle Meldrum)
"Make a Move" – 4:52 (Norum, Kelly Keeling, Alan Lorber)
"Good Man Shining" – 3:08 (Hughes, Norum, Mats Attaque, Micke Höglund, Thomas Broman)
"Wishing Well" – 4:34 (Paul Rodgers, Paul Kossoff, Simon Kirke, Tetsu Yamauchi, John Bundrick)
"Where the Grass is Green" – 3:53 (Norum, Keeling)
"Resurrection Time" – 5:08 (Norum, Keeling, Lorber)
"Opium Trail" – 5:21 (Brian Downey, Phil Lynott, Scott Gorham)
"In Your Eyes" – 4:33 (Hughes, Norum, Peter Baltes)
"Blind" – 3:57 (Norum, Marcel Jacob)
"C.Y.R." – 5:22 (Norum, Keeling, Simon Wright)
Guitar Solo – 3:43 (Norum)
"Heart of Stone" – 3:37 (Joey Tempest)
"From Outside In" – 6:12 (Baltes, Norum, Keeling)
"Let Me Love You" – 5:18 (Norum, Jacob)
"Scream of Anger" – 5:01 (Tempest, Jacob)

Aριστοτέλης Βασιλάκης

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

John Miles Βand: “Transition”


Γεννημένος τον Απρίλιο του 1949 ο πολυτάλαντος(φωνή, κιθάρα, πλήκτρα, συνθέτης) JOHN MILES ξεκίνησε την καριέρα του το 1976 και με καθοδηγητή τον παραγωγό Alan Parson κατόρθωσε με το ξεκίνημα του να κάνει επιτυχία στην χώρα του την Αγγλία με το τραγούδι “Music”(έφτασε στο Νο3) από το ντεμπούτο του άλμπουμ “Rebel”.

Μετά και από την κυκλοφορία έξι μέτριων δίσκων αποφασίζει σαν JOHN MILES BAND το Noέμβριο του 1985 να κυκλοφορήσει το έβδομο άλμπουμ που φέρει τον τίτλο Transition” στο οποίο συμμετέχουν οι Bob Marshall στο μπάσο και ο πρώην ντράμερ των Jethro Tull, Barriemore Barlow οι οποίοι με την καθοριστική βοήθεια τριών παραγωγών του κιθαρίστα Τrevor Rabin από τους ΥΕS, του Beau Hill (Ratt, G.Moore, Streets,Kix) και του Pat Maron (R.Plant, Hawkwind) δημιούργησαν ένα αξιόλογο αποτέλεσμα.
Το Transition” περιέχει μία ποικιλία συμπαθητικών εμπορικών ροκ και ποπ ήχων συμπληρωμένα με αισθησιακές μπαλάντες όπως τα “I Need Your Love”, “You ‘re the One” και το θαυμάσιο  “Blinded”( στην επανέκδοση υπάρχει και η σινγκλ μορφή του) που ερμηνευτικά θυμίζει έντονα τον Sammy Hagar.
Ο δίσκος πάντως αρχίζει πολύ δυναμικά με δύο καταπληκτικά τραγούδια το εξαιρετικό “Once In Your Life” και τον ξεχασμένο aor ύμνο  Run”. Σε αρκετά σημεία το Transition” θυμίζει καλλιτέχνες όπως τους Hall and Oates, Go-West, Police και Phil Collins ειδικά σε τραγούδια όπως το “Who Knows” και “Watching Over Me” ενώ εκτός από το “Run” άλλο ένα υπέροχο τραγούδι που κερδίζει τις εντυπώσεις στο άλμπουμ είναι και το “Hard Times”.
Ο δίσκος παρότι ήταν πολύ καλός, εμπορικά απέτυχε και το μόνο που έκανε στην συνέχεια ο John Miles ήταν να κυκλοφορήσει δύο-τρία άλμπουμ και να παίξει σε τουρνέ με τους Tina Turner, Bryan Adams, και να συμμετάσχει  σε άλμπουμ των Alan Parsons Project, Joe Cocker και στο Outrider του Jimmy Page των Led Zeppelin.
Τέλος αξίζει αν αναφέρουμε ότι τo “Transition” επανεκδόθηκε το 2010.

 
Φώτης Μελέτης

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Pretenders: “Αlone”

Δέκατη στούντιο κυκλοφορία για την παρέα της γοητευτικής Chrissie Hynde και νέο άλμπουμ μετά από οκτώ χρόνια δισκογραφικής απραξίας. Το ενδιαφέρον του “Alone” είναι ότι την παραγωγή έχει αναλάβει ο ταλαντούχος Dan Auerbach των Black Keys.

Το περιστρεφόμενο καρουσέλ του νέο δίσκου περιλαμβάνει για άλλη μια φορά alternative  rock ήχοι με μπόλικη μελωδική ατμόσφαιρα από ‘60s που ανακατεύονται με αργόσυρτους μοντέρνους blues- soul ρυθμούς όπως γίνεται στα υπέροχα "The Man You Are", "I Hate Myself" και ακόμη πιο έντονα στο εξαιρετικό ομότιτλο κομμάτι.
Η χαρακτηριστική και ιδιαίτερη φωνή της Chrissie Hynde είναι αξεπέραστη αξία αυτή της μπάντας που άλλοτε μελαγχολεί και άλλοτε δημιουργεί μία παράξενη ρομαντική ατμόσφαιρα. Υπάρχουν και στιγμές που οι συνθέσεις γυρνάνε στα ‘80ς αλλά και στα ‘60ς όπως το θαυμάσιο "Holy Commotion" που ακούγεται αρκετά ποπ ενώ κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα "Roadie Man" και το ερωτικό "Never Be Together".
Η πινελιά του Dan Auerbach είναι σημαντική αφού δίνει ένα μικρό τόνο ανανέωσης στους Pretenders αφού το τελικό αποτέλεσμα είναι κάτι που δεν έχει ξανασυναντηθεί σε προηγούμενες δουλειές τους και παράλληλα δείχνει απέραντο σεβασμό στην ιστορία του γκρουπ  χωρίς να  αλλοιώνει τίποτα από τον ήχο τους. Βέβαια υπάρχουν και δυνατά κομμάτια σαν τα "Gotta Wait"  και "Chord Lord" με πιο ροκ διάθεση  που θα μπορούσαν να είχαν γράψει άνετα και οι Black Keys.
Συνοπτικά θα λέγαμε ότι η Chrissie Hynde με τούτο το δίσκο αναπολεί το παρελθόν και επιστρέφει στους ήχους που την μάγεψαν στην εφηβεία της και μπορεί να έχει πατήσει τα 65 έτη, όμως παραμένει ένα ευαίσθητο,  ρομαντικό  και πάνω από όλα ροκ πλάσμα.

Φώτης Μελέτης

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Chevy: “The Taker”

Το 1980 ήταν η εποχή που το NWOBHM έδειχνε τα δόντια του και είχε ήδη ξεκινήσει μία σειρά αξιόλογων κυκλοφοριών που θα έδειχναν την δυναμική που θα ακολουθούσε το συγκεκριμένο είδος για τα επόμενα χρόνια.

Οι Βρετανοί CHEVY λοιπόν αποφάσισαν εκείνη τη χρονιά να ηχογραφήσουν ένα αδικημένο άλλα έξοχο δίσκο με τίτλο “The Taker”.
Κλασσικοί hard rock ρυθμοί κυριαρχούν στο άλμπουμ, εμπλουτισμένοι με southern πινελιές και τη φωνή του Martin Cure να επιβεβαιώνει την όλη ατμόσφαιρα ενώ οι κιθαρίστες Paul Shanahan και Steve Walwyn κατορθώνουν να αντιγράφουν πετυχημένα μερικά σόλο και μελωδίες από τους τρομερούς Wishbone Ash αλλά και από τον σπουδαίο Michael Schenker.
Οι επιρροές των CHEVY ξεκινούν από Cream και Ten Years After, Τaste και φτάνει στους Uriah Heep, Dust, πρώιμους Thinlizzy και UFO με τους τελευταίους να είναι και το σημείο αναφοράς για τον ήχο της μπάντας.
Χαμένα στο μακρινό παρελθόν αλλά εξαιρετικά κομμάτια περιλαμβάνονται στο “The Taker” με τα “Skybird” και “Cold and Lonely” να κλέβουν την παράσταση και να ενθουσιάζουν με την ενορχηστρωτική τους έμπνευση ενώ τα υπόλοιπα τραγούδια του άλμπουμ είναι θαυμάσια με τα “You Got me Running”, “Shine On”, “Rock On” και το ομώνυμο να ξεχωρίζουν κατά την άποψη μας λίγο παραπάνω.
Συνολικά θα λέγαμε ότι είναι μία αξιομνημόνευτη και ξεχασμένη κυκλοφορία από το παρελθόν και αξίζει όσοι αγαπάτε πραγματικά το hard rock να ανακαλύψετε τούτη την μπάντα.

Φώτης Μελέτης

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

King Bird: “Got Newz”

Oι Βραζιλιάνοι έχουν ξεκινήσει την δισκογραφική τους πορεία από το 2003 και παρότι στην χώρας δεν είναι ευρέως γνωστοί έχουν καταφέρει με τις προηγούμενες τέσσερις στούντιο κυκλοφορίες τους να δείξουν αξιόλογα δείγματα heavy/hard rock.

H νέα τους δισκογραφική δουλειά φέρει τον τίτλο “Got Newz” και αποτελεί ένα εξαιρετικό μίγμα από Black Sabbath (εποχής Dio), Rainbow, Deep Purple και φτάνει μέχρι τους Grand Funk, Lynyrd Skynyrd και Led Zeppelin.
Οι King Bird  αποτελούνται από τους Ton Cremon (φωνητικά), Silvio Lopes (κιθάρα), Fábio Cesar (μπάσο) και ο Μarcelo Ladwig στα ντραμς.
Το “Got Newz” είναι ένα καλοπαιγμένο hard rock  άλμπουμ με πολλές heavy προσθήκες, με όμορφα ρεφρέν ενώ οι ερμηνείες θυμίζουν σε πολλά σημεία τον μακαρίτη R.J. Dio.
Τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι το “Immortal rider” με αρκετές Rainbow αναφορές, το δυναμικό και συνάμα μελωδικό Break away”, το θαυμάσιο “Daybreak”, το “The road you ride” με τα δυνατά κοψίματα και το επικό ρεφρέν καθώς επίσης το "βαρύ" και ασήκωτο “Doomsday” με το ριφ λες και είναι γραμμένο από τον Tony Iommi ενώ στο “Smoke signals” οι επιρροές από Steve Ray Vaughan είναι εμφανείς.
Οι φίλοι του hard και heavy rock και ειδικά οι λάτρεις του ήχου των ‘70s και ’80ς ας τσεκάρουν την συγκεκριμένη κυκλοφορία και θα ανακαλύψουν μία  τίμια και ειλικρινή μπάντα που μας γυρίζει σε εποχές που η μουσική δεν είχε ακόμη βιομηχανοποιηθεί τόσο πολύ.

Φώτης Μελέτης

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

Hardline: "Human Nature"

Οι Hardline ανήκουν στις μπάντες που κατάφεραν με ένα μόνο άλμπουμ να ‘χτίσουν’ μια δυνατή φήμη γύρω από το όνομα τους. Το "Double Eclipse", που κυκλοφόρησε το 1992, ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα από τα αγαπημένα μου άλμπουμ και πιστεύω πως αποτελεί ορόσημο για κάθε οπαδό του melodic hard rock ήχου.

Το 2012, οι Hardline επέστρεψαν με το πάρα πολύ καλό  "Danger Zone". Επίσης, όταν κυκλοφόρησαν το "δύσκολο" άλμπουμ  "Leaving The End Open" ξίνισαν πολλούς από τους φανατικούς οπαδούς τους.
Προσωπικά βρίσκω το  "Leaving The End Open" ένα αρκετά αξιόλογο δισκάκι με κάποια εκπληκτικά άσματα. Έτσι λοιπόν με αυτά και αυτά φτάνουμε στο τώρα με το ολοκαίνουριο πόνημα τους που τιτλοφορείται “Human Nature”. 
Οι Hardline εν έτη 2016 αποτελούνται απο τον τραγουδιστή Johnny Gioeli, τον πανταχού παρών Alessandro Del Vecchio , τον κιθαρίστα Josh Ramos (The Storm), και το rhythm section συμπληρώνουν οι μπασίστρια Anna Portalupi (Tarja) και ο ντράμερ Francesco Jovino (Primal Fear, Jorn ).
Where Will We Go From Here", το εναρκτήριο τραγούδι,  είναι ένα γρήγορο, κιθαριστικό κομμάτι που παραπέμπει στις τελευταίες δουλειές της μπάντας.
Ωραίος ρυθμός, πιασάρικο ρεφραίν και πάνω απ’ όλα τα εξαιρετικά φωνητικά του Gioeli να κλέβουν την παράσταση.  Στη συνέχεια έχουμε το  "Nobody's Fool" το οποίο κινείται σε πιο “Double Eclipse” ύφος ενώ στο "Human Nature" οι Hardline μας προσφέρουν το πρώτο highlight μέσα από το νέο τους άλμπουμ.
Στην ουσία πρόκειται για μια power ballad η οποία περιέχει μια εκπληκτική μελωδία και πάρα πολύ καλές ενορχηστρώσεις.
Το πιασάρικο και αρκετά ρυθμικό "Running On Empty” είναι από τα τραγούδια που σου μένουν με το πρώτο άκουσμα και σε κάνουν να χτυπάς ρυθμικά το πόδι ενώ με το "Take You Home" έχουμε ακόμη ένα αργό κομμάτι με μια πολύ όμορφη μελωδία.
 Σίγουρα το “Human Nature”  δεν είναι ένα νέο "Double Eclipse".
Είναι όμως ένας δίσκος που φέρνει έναν ‘αέρα’ από το μεγαλείο του τότε προσαρμοσμένο στις "ανάγκες" του τώρα(με ότι μπορεί να σημαίνει αυτό μουσικά μιλώντας πάντα).
Δυνατό, πιασάρικο, μοντέρνο σε αρκετά σημεία αλλά με την μελωδία και τα απίστευτα φωνητικά του Gioeli σε πρώτο φόντο.

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Tyketto: “Reach”

Για κάποιον που μεγάλωσε με ακούσματα από AOR έως και Hair Metal τη δεκαετία των 80’s στο άκουσμα της λέξης TYKETTO, ένα τραγούδι σου έρχεται στο μυαλό, ο απόλυτος ύμνος του "Forever Young"!

Το τραγούδι που κάθε σοβαρός "ποζεράς" άκουγε για ώρες και το τραγούδι που έδωσε το εισιτήριο στους Tyketto για να γίνουν ευρέος γνωστοί.  Αλλά παρόλο που αυτή η μπάντα διέθετε όλο το πακέτο για να πάει πολύ ψηλά η έκρηξη του grunge φρέναρε τον Danny Vaughn και την παρέα του καθώς και πάρα πολλούς άλλους της συγκεκριμένης μουσικής σκηνής.
Με ένα πολύ χαρισματικό front-man, όπως ο Danny Vaughn, και ένα συμπαγή ήχο, οι TYKETTO κυκλοφόρησαν  δύο υπέροχους δίσκους που θεωρούνται πλέον κλασσικοί. Το comeback τους το έκαναν με το αρκετά καλό  "Dig In Deep" και σήμερα μας παρουσιάζουν το ολοκαίνουργιο πόνημα τους με τον τίτλο "Reach".
Το "Reach" λοιπόν ξεκινάει με το ομότιτλο τραγούδι και εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κλασσικό κομμάτι Tyketto. Αρκετά ανεβαστικό, με μια διάθεση να ‘φέρουν’ τον ένδοξο ήχο τους πίσω, το "Reach" ακούγεται σαν το τέλειο ορεκτικό για το τι πρόκειται να ακολουθήσει στην συνέχεια. Το πιο groovy και βαρύτερο "Big Money" αναλαμβάνει τα ηνία και θυμίζει, και αυτό, παλιούς Tyketto. Να πω σε αυτό το σημείο πως η φωνή του Danny είναι μεστή, δυνατή και παθιασμένη ενώ τα κιθαριστικά μέρη έχουν μεγαλύτερο όγκο σε σχέση με το “Dig In Deep”.   Στο " Kick Like A Mule " ο ήχος ‘φέρνει’ λίγο από "Strength By Numbers"  ενώ στο  "I Need It Now" έχουμε ακόμη ένα πολύ δυνατό melodic hard rock άσμα με μια πολύ έντονη αίσθηση 80’s.
Με το " Tearing Down The Sky " οι TYKETTO μας προσφέρουν ένα από τα καλύτερα τραγούδια του νέου δίσκου το οποίο θα γεμίσει με χαμόγελα ικανοποίησης κάθε φανατικό οπαδό της μπάντας.  Το ‘χαλαρό’ " Letting Go " θυμίζει λίγο τις προσωπικές δουλειές του Danny Vaughn ενώ τα "Remember My Name", "Sparks Will Fly" και  "The Run" είναι και τα τρία δυνατά δείγματα των Tyketto του σήμερα!!
Επιτέλους οι Tyketto επέστρεψαν με έναν δίσκο αντάξιο των προσδοκιών μου και φυσικά αντάξιο των ικανοτήτων τους. Μπορεί να μην είναι ένα “Forever Young” ΙΙ, αλλά σίγουρα είναι μια κυκλοφορία που θα ικανοποιήσει και τον πιο απαιτητικό οπαδό τους, και τον πιο απαιτητικό fan αυτού του είδους!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...