Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

Mitch Malloy: “Live from Rock City” (dvd)

Ο "άγνωστος" σε αρκετούς Έλληνες ροκ οπαδούς, ο Αμερικανός τραγουδιστής και συνθέτης Mitch Malloy έχει κυκλοφορήσει το 2009 το dvd με τον τίτλο “Live from Rock City” βιντεοσκοπημένο στο Νότιγχαμ της Αγγλίας τον Οκτώβριο του 2008 στο “Firefest V”. 
Ο Mitch Malloy δισκογραφικά έχει βγάλει πολύ λίγα άλμπουμ αν αναλογιστεί κανείς ότι στο χώρο βρίσκεται σχεδόν είκοσιπέντε χρόνια και για ένα φεγγάρι πέρασε και από τους VAN HALEN όμως τελικά δεν κατάφερε να γίνει τραγουδιστής τους παρά μόνο να ηχογραφήσει μερικά τραγούδια μαζί τους που βγήκαν στην δημοσιότητα πριν λίγο καιρό. 
 Για να επανέλθουμε στην συγκεκριμένη κυκλοφορία οι οπαδοί του melodic rock θα χαρούν πραγματικά με αυτό το dvd διότι περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία εκείνα που το κάνουν ενδιαφέρον δηλαδή τρυφερές μελωδίες, δυνατές ερμηνείες, σκληρές κιθάρες (ο Tommy Denander βάζει πάλι την σφραγίδα του) και καλή σκηνική παρουσία ειδικά ο γυναικείος πληθυσμός θα μείνει γοητευμένος. 
 Στα έντεκα τραγούδια που περιλαμβάνονται στο “Live from Rock City” ξεχωρίζουν τα υπέροχα “Anything at All”, “Over the Water, η μπαλάντα “Nobody Wins In This War” και το θαυμάσιο “Stranded In The Middle of Nowhere”. Επίσης υπάρχει η διασκευή στο “Stone In Love” των θρυλικών Journey και η συμμετοχή του σπουδαίου κιθαρίστα και συνθέτη Tom Denander. 
Οι λήψεις και η σκηνοθεσία είναι αρκετές καλές ενώ στο dvd συμπεριλαμβάνεται μόνο η συνέντευξη του Mitch Malloy χωρίς δυστυχώς κάποιο άλλο έξτρα υλικό που θα βοηθούσε τους νέους οπαδούς να ανακαλύψουν και να μάθουν κι άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία για ένα αδικημένο καλλιτέχνη. 

 Φώτης Μελέτης

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Chevy: “The Taker”




Το 1980 ήταν η εποχή που το NWOBHM έδειχνε τα δόντια του και είχε ήδη ξεκινήσει μία σειρά αξιόλογων κυκλοφοριών που θα έδειχναν την δυναμική που θα ακολουθούσε το συγκεκριμένο είδος για τα επόμενα χρόνια. 
 Οι Βρετανοί CHEVY λοιπόν αποφάσισαν εκείνη τη χρονιά να ηχογραφήσουν ένα αδικημένο άλλα έξοχο δίσκο με τίτλο “The Taker”. 
Κλασσικοί hard rock ρυθμοί κυριαρχούν στο άλμπουμ, εμπλουτισμένοι με southern πινελιές και τη φωνή του Martin Cure να επιβεβαιώνει την όλη ατμόσφαιρα ενώ οι κιθαρίστες Paul Shanahan και Steve Walwyn κατορθώνουν να αντιγράφουν πετυχημένα μερικά σόλο και μελωδίες από τους τρομερούς Wishbone Ash αλλά και από τον σπουδαίο Michael Schenker. 
Οι επιρροές των CHEVY ξεκινούν από Cream και Ten Years After, Τaste και φτάνει στους Uriah Heep, Dust, πρώιμους Thinlizzy και UFO με τους τελευταίους να είναι και το σημείο αναφοράς για τον ήχο της μπάντας. Χαμένα στο μακρινό παρελθόν αλλά εξαιρετικά κομμάτια περιλαμβάνονται στο “The Taker” με τα “Skybird” και “Cold and Lonely” να κλέβουν την παράσταση και να ενθουσιάζουν με την ενορχηστρωτική τους έμπνευση ενώ τα υπόλοιπα τραγούδια του άλμπουμ είναι θαυμάσια με τα “You Got me Running”, “Shine On”, “Rock On” και το ομώνυμο να ξεχωρίζουν κατά την άποψη μας λίγο παραπάνω. 
Συνολικά θα λέγαμε ότι είναι μία αξιομνημόνευτη και ξεχασμένη κυκλοφορία από το παρελθόν και αξίζει όσοι αγαπάτε πραγματικά το hard rock να ανακαλύψετε τούτη την μπάντα. 

 Φώτης Μελέτης

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

The Rockin’Dead: "Here Comes the Darkness"



Οι The Rockin’Dead είναι μία σχετικά καινούργια αλλά αξιόλογη ελληνική μπάντα που ψάχνει την αναγνώριση και την αποδοχή από το ευρύ κοινό με την κυκλοφορία του πρώτου στούντιο άλμπουμ τους που τιτλοφορείται "Here Comes the Darkness". Το συγκρότημα έχει ξεκίνησει την πορεία του, το 2013 κυκλοφορώντας το single με τίτλο “City Of Sin” με κορμό τότε τους Κώστα Στριφτό (φωνή, κιθάρα) και Πάνο Μαλαχία (κιθάρα). 
Αργότερα η μπάντα συμπληρώθηκε με την τραγουδίστρια Aννα Οικονομοπούλου και παράλληλα προστέθηκαν ο Θοδωρής Παπαχριστόπουλος (μπάσο) και ο Άκης Γαβαλάς (ντραμς). Ο ήχος και οι συνθέσεις των The Rockin’Dead παντρεύουν άψογα το alternative, garage και new rock ήχο και με βάση τις εμπνευσμένες μελωδίες δίνουν ένα όμορφο αποτέλεσμα. 
Τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι αρχικά τα δύο μικρά διαμάντια του άλμπουμ, τα "Victory or death" και "Angel in Distress" με το δεύτερο να θυμίζει κάτι μεταξύ Him και Evanescence. Το "She kicks & rocks" ροκάρει και ενθουσιάζει στο έπακρο. αλλά και το “Reckless Soul” με την κιθαριστική του δύναμη και τις εναλλαγές στα φωνητικά ανεβάζει κι άλλο στην εκτιμησή μας την μπάντα όπως και το εξαιρετικό "City of Sin" που θυμίζει έντονα κάτι από Depeche Mode και The Jesus and Mary Chain. 
Το ομότιλο κομμάτι είναι μία τρυφερή μελωδία που δείχνει και την λυρική πλευρά του σχήματος όπως το ίδιο συμβαίνει και στο "Burn & Fade" ενώ το "Your truth is just a lie" πιο alternative σύνθεση δεν γίνεται. Συνοπτικά οι Rockin’Dead με την συγκεκριμένη κυκλοφορία καταθέτουν ψυχή και ταλέντο και πετυχαίνουν να μας κάνουν οπαδούς τους. Θα περιμένουμε με ανυπομονησία το επόμενο βήμα τους και φυσικά όπου ακούσετε ότι παίζουν live μην τους χάσετε. 


 Φώτης Μελέτης

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Michael Sweet: "One Sided War"



H φωνή των Stryper κυκλοφόρησε την έβδομη σόλο δουλειά του και καταφέρνει να μας δώσει για πολλοστή φορά εξαιρετικά δείγματα heavy και hard rock ενορχηστρώσεων. 
Χωρίς το βάρος και την ιστορία που κουβαλά η μπάντα του και με πολύ θετική διάθεση νομίζω ότι ο “χριστιανός” ερμηνευτής μας χαρίζει ένα θαυμάσιο άλμπουμ που δείχνει να το απολαμβάνει και ο ίδιος. 
 Σε αυτό το δίσκο όμως ο Michael Sweet είχε δυνατούς συνεργάτες, οι οποίοι είναι σαρωτικοί σε όλες τις συνθέσεις του “One Sided War” αφού ο κιθαρίστας Joel Hoekstra (Whitesnake, Night Ranger), ο ντράμερ Will Hunt (Evanescence), ο έτερος κιθαρίστας Ethan Brosh (Burning Heat) και ο μπασίστας John O’Boyle (Tom Ingram Band) απογειώνουν με την εκτελεστική τους δεινότητα κυριολεκτικά την συγκεκριμένη κυκλοφορία. Το άλμπουμ ξεκινά με το καταιγιστικό και επιβλητικό “Bizarre” και ήδη το πρώτο μικρό αλλά ευχάριστο σοκ μας ήρθε κατακούτελα, ακολουθεί το εξαιρετικό “Can't Take This Life” που θυμίζει μέρες από Dio με το ρεφρέν να κάνει την πιο όμορφη μελωδική υπέρβαση. 

Το ίδιο κομμάτι υπάρχει και σε δεύτερη εκδοχή σαν bonus track όπου στην φωνή συναντάμε την ταλαντούχα Mariah Formica. Με το “Radio” η κατάσταση γίνεται επική αφού τόσο η καθηλωτική ερμηνεία του Michael Sweet αλλά και η εκπληκτική κιθαριστική δομή του Joel Hoekstra δημιουργούν ένα από τα καλύτερα τραγούδια της χρονιάς με το ρεφρέν να ακούγεται ουράνιο. Το “Golden Age” κινείται σε μεγάλες ταχύτητες με τις κιθάρες και τα σόλα να παίρνουν φωτιά ενώ το “Only You” ρίχνει για λίγο τις στροφές με τις μελωδικές γραμμές να γίνονται όλο και πιο συναρπαστικές. 
To “I Am” αναδεικνύει την πιο μοντέρνα heavy rock πλευρά του δίσκου ειδικά στο ρεφρέν με την κιθάρα να πρωτοτυπεί ενώ στο κουπλέ, οι Dio αναφορές είναι πάλι έντονες. To “Who Am I” ξεκινά με αργόσυρτους ρυθμούς με την ταξιδιάρικη ερμηνεία του Michael Sweet να δημιουργεί ανατριχίλες ενώ το “You Make Me Wanna” ακολουθεί την γνωστή συνταγή μιας δυναμικής και καλοπαιγμένης hard ‘n heavy σύνθεσης. To “Comfort Zone” επιβεβαιώνει ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με συνθέσεις που σέβονται και τον πιο δύσπιστο ακροατή με τον Michael Sweet να “ξελαρυγγιάζεται” όμως τα εύσημα οφείλουν να αποδοθούν και στους αφανείς ήρωες Will Hunt (ντραμς) και John O’Boyle (μπάσο) που δίνουν πραγματικό ρεσιτάλ δυναμισμού, συγχρονισμού, έμπνευσης και όγκου. 
To άλμπουμ κλείνει με το “One Way Up” που είναι το πιο “χορευτικό” τραγούδι του άλμπουμ με το φωνακλάδικο ρεφρέν να σε ξεσηκώνει και να δημιουργεί μία πάρτι ατμόσφαιρα.
 Εκείνο όμως που με γοήτευσε στο “One Sided War” είναι ότι εκτός πιστός "χριστιανός" που δηλώνει ότι είναι ο Michael Sweet φαίνεται ότι είναι και αρκετά πιστός στις αρχές του σκληρού ήχου αφού επιμένει να τιμά την μουσική που τον έκανε διάσημο και πλούσιο. Χωρίς πολλά-πολλά φτιαξίδια, χωρίς φτηνά επιικοινωνιακά κόλπα με τέρατα και μασκότ και χωρίς την αβάντα που έχουν πολλοί άλλοι συνάδελφοί του, καταθέτει ένα μικρό κομψοτέχνημα όπου metal, hard rock και μελωδία συνδυάζονται πετυχημένα και με ανεξάντλητο δυναμισμό. 
Μία πραγματικά ευλογημένη και υπέροχη κυκλοφορία με τον Michael Sweet να αποδίδει φανταστικά γεμάτος συναίσθημα, πάθος και με απίστευτες γοητευτικές διακυμάνσεις στις ερμηνείες του. Μην κάνετε το λάθος και δεν ακούσετε αυτό το άλμπουμ… 

 Φώτης Μελέτης

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

Τesla: "Mechanical Resonance Live"



Συμπληρώθηκαν τριάντα χρόνια από την πρώτη και φοβερή και πλατινένια κυκλοφορία του “Mechanical Resonance” και τα Αμερικανάκια από το Σακραμέντο αντέχουν στον χρόνο και με μπόλικο ταλέντο δίνουν άλλο ένα εξαιρετικό δείγμα ατόφιου hard rock γιορτάζοντας με αυτό τον τρόπο το ντεμπούτο τους.
 Γνήσια τέκνα των Aerosmith, Lynyrd Skynyrd, Led Zeppelinκαι και Grand Funk, οι Tesla δεν συμβιβάστηκαν ποτέ με τα εμπορικά αναμασήματα άλλων νεόκοπων αλλά και παλιών συναδέλφων τους μιας και με όσα άλμπουμ έχουν εκδώσει, τιμούν και συνεχίζουν απερίσπαστοι και με συνέπεια το πνεύμα και την παράδοση της classic rock μουσική των seventies. 
Αγνό, αυθεντικό hard rock με τον Jeff Keith να ερμηνεύει με πάθος και δύναμη και τις κιθάρες των Frank Hannon και Dave Rude άλλοτε να πετούν φωτιές και άλλοτε να γρυλλίζουν μελαγχολικά αποδεικνύοντας περίτρανα γιατί οι TESLA διατηρούν την ζωντάνια και την ενέργεια τους σε υψηλό επίπεδο. Όπως γράψαμε και παραπάνω όλο το “Mechanical Resonance Live” είναι η σημερινή live εκδοχή ενός δίσκου που κυκλοφόρησε το 1986 και μας σημάδεψε ολοκληρωτικά και τον λατρέψαμε παράφορα.
 Είναι ένας δίσκος που περιλαμβάνει σπουδαίους ύμνους όπως τα "EZ Come EZ Go", “Modern Day Cowbo”y, "Cumin' Atcha Live" , "2 Late 4 Love" , "Rock Me to the Top" και το θαυμάσιο"Changes". Η μικρή έκπληξη στο “Mechanical Resonance Live” είναι η συμμετοχή του Phil Collen κιθαρίστας των Def Leppard στο ολοκαίνουργιο και πανέμορφο τραγούδι “Save That Goodness”. 

 Φώτης Μελέτης

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

Blackfoot: "Southern Νative"



Όταν «έσκασε» η είδηση για τους Blackfoot ότι συνεχίζουν με ολοκαίνουργια νέα μέλη και χωρίς τον ηγέτη τους Rickey Medlocke ποτέ δεν φανταζόμουν ότι η μουσική βιομηχανία και η απληστία των μουσικών θα έφτανε σε τέτοιο σημείο. 
Βέβαια θα μου πείτε, εδώ οι άλλοι ιεροσυλούν στο όνομα των Thin Lizzy στους Blackfoot κόλλησες εσύ… 
 Είχα γράψει σε παλιότερο άρθρο μου ότι όπως πάει η δουλειά μιας και δεν υπάρχουν σήμερα οι δεκάδες καλές μπάντες του περασμένου αιώνα και παράλληλα ακόμη μεγαλουργούν συγκροτήματα όπως οι Iron Maiden, Scorpions, Metallica, Judas Priest, Ozzy ότι όλα αυτά θα αντικατασταθούν όταν επέλθει και η βιολογική φθορά με tribute μπάντες, με καλλιτέχνες ολογράματα (Dio) και ροκ μιούζικαλ ώστε κάποιοι να συνεχίζουν να τα τσεπώνουν εκμεταλλευόμενοι την λατρεία των οπαδών χωρίς ίχνος σεβασμού στην ιστορία του κάθε καλλιτέχνη.
 Όμως με τους Blackfoot που έχουν μία αξιοπρεπή πορεία όλα αυτά τα χρόνια και ενώ είναι ακόμη στη ζωή τόσο ο Rickey Medlocke αλλά και άλλα μέλη όπως ο θρυλικός μπασίστας Greg T. Walker θα μπορούσαν να κάνουν ένα καλό reunion έστω και σε συναυλιακό επίπεδο και όχι να διασύρονται με κινήσεις που μόνο κάποιος «σάπιος» χαρτογιακάς των δισκογραφικών εταιριών μπορούσε να είχε σκεφτεί. Τέλος πάντων μπορεί η απογοήτευσή μου να είναι μεγάλη όχι τόσο από την μετριότητα του άλμπουμ αλλά από την ισοπέδωση που καλλιεργείται από εξαιρετικούς μουσικούς που όμως για λίγα δολλάρια ακόμη ξεπέφτουν στα μάτια μας. 
Ερχόμενοι στο άλμπουμ λοιπόν θα λέγαμε ότι είναι μία φιλότιμη southern rock δουλειά με συμπαθητικές μελωδίες και νεανική φρεσκάδα, επαγγελματικά παιξίματα, δυνατές κιθάρες με καλοπαιγμένα σόλα αλλά φυσικά δεν έχει καμία σχέση με το συναίσθημα και την ανατριχίλα που δημιουργούσαν οι Blackfoot την δεκαετία του ‘70 και ‘80 και την rock περηφάνεια που εξέπεμπαν άλμπουμ όπως τα “Siogo”, “Marauder” και “Strikes”. 
To μόνο άσμα που θυμίζει ελάχιστα κάτι από τις δοξασμένες εποχές του παρελθόντος είναι το ομότιτλο κομμάτι χάριν στην συμμετοχή του Rickey Medlocke και το “Satisfied Man” ενώ οι εκπλήξεις συνεχίζονται με το “Take me Home” που θυμίζει Alice in Chains!
 H προσπάθεια της νεόκοπης μπάντας και του μέντορα τους, που έχει αναλάβει και την παραγωγή να σώσουν την κατάσταση με τις διασκευές στο κλασικό "Ohio" ((Crosby, Stills, Nash & Young ) και “Whisky Train" (Procol Harum) επιβεβαιώνει για μένα πόσο τυχοδιωκτική είναι αυτή η κυκλοφορία. 

 Φώτης Μελέτης

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

Outlasted: "Into The Night"

Το γένος του μελωδικού rock/A.O.R εμπλουτίσθηκε εδώ και ένα μήνα περίπου από έναν ακόμη άξιο εκπρόσωπο της σκανδιναβικής χερσονήσου: τους Νορβηγούς OUTLASTED που με το εξαιρετικό πρωτόλειο τους "Into The Night" κατέλαβαν επάξια θέση στο στερέωμα των μελωδικών δημιουργών.

Ως πρώτη εντύπωση: σαφέστατα σε κερδίζει το εντυπωσιακό εξώφυλλο απόλυτα ταιριαστό, όπως και ο πιασάρικος τίτλος του δίσκου, με το ύφος της μουσικής που παίζουν. Και όταν έβαλα το cd στο ηχοσύστημα οι εκπληκτικές συνθέσεις μου "πήραν το μυαλό"!
Η μοναδική μπάντα, προς το παρόν, που θα μπορούσα να αποθεώσω επίσης ως τις μεγάλες ελπίδες  του "χρυσωρυχείου του A.O.R"  είναι οι  Winter Road (παρουσίαση λίαν συντόμως)!
Εξηγούμαι περαιτέρω: Τα  δύο εναρκτήρια "Someone Like You" και  "Ghost Of Love" που περιγράφουν με το καλωσόρισμα τις μελωδικές ηχητικές πανδαισίες που ακολουθούν… μελωδικές κιθάρες, πλήκτρα "μελωμένα", βαρβάτες μπασογραμμές και στιβαρά τυμπανίσματα με  μία καθάρια φωνή  στηριγμένα σε πανέμορφα χορωδιακά φωνητικά.
Τα "Loving You Ain't Easy", "Live For Today", "I Want You To Know" και το  "Living A Lie" είναι η δεύτερη δόση ισχυρού "μελωδιογόνου", όπου οι συνθέσεις πλουσιοπάροχα επενδυμένα με synths συν τα προηγούμενα πλήρη συστατικά που περιέγραψα, γίνονται υμνικές και "εξαρτησιογόνες".
Το "Sacrifice", που ακολουθεί μελωδικότατο και ρυθμικό εντυπώνεται αμέσως στο μυαλό. Τα  "Anything For You" και "Back To You" (Bonus Track) είναι εξαιρετικά καλοφτιαγμένες μπαλάντες, απόλυτα ταιριαστές για τις τελευταίες καλοκαιρινές ρομαντζάδες … φεγγάρι, αεράκι, κλειστά μάτια και ταξιδεύεις με τούτες τις συνθέσεις.
Tα δύο τραγούδια που κλείνουν το δίσκο, τα "Writing On The Wall" και το "Unbroken", όπως άρχισε ο δίσκος: μελωδικά και ρυθμικά και με σπουδαία κιθαριστική δουλειά, ειδικά η δεύτερη σύνθεση.
Το σπουδαιότερο στοιχείο αφορά το νεαρό της ηλικίας των μελών της μπάντας, όπου με άψογη μουσικότητα μοιάζουν με βετεράνοι στο περίτεχνο χώρο της μελωδίας και του A.O.R !
Απευθύνεται ο δίσκος ειδικά σε όποιον θεωρεί εαυτόν αφοσιωμένο οπαδό του A.O.R και του μελωδικού χώρου γενικότερα. Μέσα στα 10 καλύτερα για το 2016!

Νότης Γκιλλανίδης

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

John Miles Βand: “Transition”



Γεννημένος τον Απρίλιο του 1949 ο πολυτάλαντος(φωνή, κιθάρα, πλήκτρα, συνθέτης) JOHN MILES ξεκίνησε την καριέρα του το 1976 και με καθοδηγητή τον παραγωγό Alan Parson κατόρθωσε με το ξεκίνημα του να κάνει επιτυχία στην χώρα του την Αγγλία με το τραγούδι “Music”(έφτασε στο Νο3) από το ντεμπούτο του άλμπουμ “Rebel”. 
 Μετά και από την κυκλοφορία έξι μέτριων δίσκων αποφασίζει σαν JOHN MILES BAND το Noέμβριο του 1985 να κυκλοφορήσει το έβδομο άλμπουμ που φέρει τον τίτλο “Transition” στο οποίο συμμετέχουν οι Bob Marshall στο μπάσο και ο πρώην ντράμερ των Jethro Tull, Barriemore Barlow οι οποίοι με την καθοριστική βοήθεια τριών παραγωγών του κιθαρίστα Τrevor Rabin από τους ΥΕS, του Beau Hill (Ratt, G.Moore, Streets,Kix) και του Pat Maron (R.Plant, Hawkwind) δημιούργησαν ένα αξιόλογο αποτέλεσμα. 
Το “Transition” περιέχει μία ποικιλία συμπαθητικών εμπορικών ροκ και ποπ ήχων συμπληρωμένα με αισθησιακές μπαλάντες όπως τα “I Need Your Love”, “You ‘re the One” και το θαυμάσιο “Blinded”( στην επανέκδοση υπάρχει και η σινγκλ μορφή του) που ερμηνευτικά θυμίζει έντονα τον Sammy Hagar. Ο δίσκος πάντως αρχίζει πολύ δυναμικά με δύο καταπληκτικά τραγούδια το εξαιρετικό “Once In Your Life” και τον ξεχασμένο aor ύμνο “Run”. 
Σε αρκετά σημεία το “Transition” θυμίζει καλλιτέχνες όπως τους Hall and Oates, Go-West, Police και Phil Collins ειδικά σε τραγούδια όπως το “Who Knows” και “Watching Over Me” ενώ εκτός από το “Run” άλλο ένα υπέροχο τραγούδι που κερδίζει τις εντυπώσεις στο άλμπουμ είναι και το “Hard Times”. 
Ο δίσκος παρότι ήταν πολύ καλός, εμπορικά απέτυχε και το μόνο που έκανε στην συνέχεια ο John Miles ήταν να κυκλοφορήσει δύο-τρία άλμπουμ και να παίξει σε τουρνέ με τους Tina Turner, Bryan Adams, και να συμμετάσχει σε άλμπουμ των Alan Parsons Project, Joe Cocker και στο Outrider του Jimmy Page των Led Zeppelin. Τέλος αξίζει αν αναφέρουμε ότι τo “Transition” επανεκδόθηκε το 2010. 

 Φώτης Μελέτης

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2016

Blues Pills: "Lady In Gold"



Δεύτερη ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά για τους Σουηδούς Blues Pills, την νέα υπέρ-μπάντα, σύμφωνα με τη ταπεινή μου άποψη όμως. Ο τίτλος του δίσκου είναι “Lady In Gold” και η Elin Larson με τις επιδόσεις της, αφήνει ανοιχτά τα στόματα. Αυτό από μόνο του δυσκολεύει πολύ μα πάρα πολύ στο να παρουσιάσεις ένα άλμπουμ που σε κερδίζει από τα πρώτα δευτερόλεπτα του εναρκτήριου κομματιού. Ας πάμε να δούμε αναλυτικότερα τι γίνεται εδώ…
Tο άλμπουμ ανοίγει με το ομώνυμο κομμάτι και αμέσως σου περνάει την αίσθηση ότι ωρίμασαν ακόμα περισσότερο.
Πώς να μην γινόταν άλλωστε όταν κάνανε περιοδείες παντού και η επαφή που είχαν με τον κόσμο ήταν κάτι παραπάνω από άμεση; 
Το όλο κλίμα που επικρατεί, σου περνά μια χίπικη αύρα και την αίσθηση ότι αυτό το συγκρότημα βγήκε κατευθείαν από την δεκαετία της εποχής των λουλουδιών. Πόσο πιο απλά να το περιγράψω; 
Τα τραγούδια του είναι όλα μετρημένα στα δάχτυλα (και των δύο χεριών) όπου κάθε δάχτυλο παίρνει και έναν από τους τίτλους του. Ο ένας ύμνος διαδέχεται τον άλλο και πραγματικά δυσκολεύτηκα αρκετά να ξεχωρίσω πιο κομμάτι είναι το καλύτερο σημείο του δίσκου. Το “Lady In Gold”;, το αλά Freddy Mercury meets Lady Gaga “I Felt A Change”;, το “Rejection”; Το “Bad Talkers”;, το “Burned Out”;, το “You Gotta Try”; το “Gone So Long”;, το “Elements And Things”;, το “Won’t Go Back”; το “Little Boy Preacher”; Ποιο;;ΠΟΙΟ;;;; Ουπς, μόλις συνειδητοποίησα ότι έγραψα όλα τα κομμάτια του λευκώματος. Όλα τα όργανα δουλεύουν αρμονικά, οι μουσικοί τους είναι ένας προς έναν διαλεγμένοι και δεν γνωρίζω αν έχουν μουσική παιδεία, όμως σίγουρα έχουν καταπληκτική τεχνική κατάρτιση και πολύ καλή γνώση των δρόμων που θα κινηθούνε. 
Η Elin, δεν «τσιρίζει» όπως στο προηγούμενο άλμπουμ σε κομμάτια τύπου “Devil Man”, τα πλήκτρα είναι αισθητά και χρωματίζουν ακριβώς όπως έπρεπε να χρωματιστούν σε μια μπάντα που αναγεννήθηκε από τις retro rock hippie στάχτες.
 Οι επιρροές τους επίσης είναι εμφανής με Deep Purple, Black Sabbath, Jethro Tull, Led Zeppelin, Janis Joplin, Cream, The Yardbirds, The Doors κλπ είναι μερικά από τα ονόματα που θα σας θυμίσουν σε σημεία. Προσοχή όμως, θα σας θυμίσουν, όχι ότι αντιγράφουν! Καταπληκτική δουλειά σε όλους τους τομείς, για εμένα είναι ο δίσκος που περίμενα -μιας και λατρεύω τον retro ήχο και τις μπάντες παλιάς κοπής – που μου δείχνει ότι τέτοιες μπάντες και μπάντες όπως οι Will-O-The Wisp, οι Ghost, οι White Wizard, οι Wolfmother, οι Blood Ceremony, οι Witchcraft, οι Routes, οι V.I.C. μπορούν να κρατήσουν τη σημερινή rock και metal σκηνή ζωντανή. Ίσως κάποιο από αυτούς να καταφέρνουν να γίνουν μεγάλα σχήματα και τους το εύχομαι γιατί για τα δικά μου δεδομένα, έχουν τα φόντα. 
Όσον αφορά το “Lady In Gold” των Blues Pills, θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχει σε κάθε σπίτι κάθε ροκά, που σέβεται τον εαυτό του και την μουσική κληρονομιά της μουσικής μας, όπως και σε κάθε σπίτι hippie ανεξαρτήτως ηλικιών. Για εμένα, μέχρι ώρας, καπαρώνει την πρωτιά στους δίσκους της χρονιάς με μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο. 

 Γιώργος Βαλιμίτης 

 Υ.Γ. Ξέχασα να αναφέρω ότι είναι ΔΙΣΚΑΡΑ!

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

Wolf Hoffman: "Headbangers Symphony"

Έχοντας παρατηρήσει πολλές φορές σε κομμάτια της βασικής του μπάντας, τους
Accept αναφορές, γέφυρες ή έστω κάποια περάσματα από κλασσική μουσική, εύκολα καταλαβαίνει κανείς την αγάπη του για την πιανιστική μουσική.

Άλλωστε το είχε επιχειρήσει ξανά το 1997, με την πρώτη του solo προσπάθεια, κυκλοφορόντας έναν δίσκο γεμάτο με διασκευές σε γνωστούς συνθέτες, το Classical”.
Φυσικά αναφέρομαι στον Wolf Hoffmann, ο οποίος είναι γνωστός για την λατρεία του σε τέτοιου είδους κομμάτια.
 Στο παρελθόν, έχουν γίνει αντίστοιχες προσπάθειες και από άλλους καλλιτέχνες της rock – metal μουσικής, είτε με ολόκληρα άλμπουμ είτε με μεμονωμένες διασκευές σε κομμάτια είτε αποσπάσματα από συνθέσεις. Αν κάνεις κανείς μια πρόχειρη έρευνα, θα ανακαλύψει πολλούς και διάφορους. Ο Uli Jon Roth, οι Savatage και οι Trans-Siberian Orchestra, οι Nightwish αλλά και ο Wolf Hoffmann (με τους Accept και σαν solo) είναι μερικά από τα πιο γνωστά ονόματα τον χώρο.
  Δεκαεννέα χρόνια μετά, επιχειρεί το ίδιο πράγμα που έκανε και τότε, προσφέροντάς μας για δεύτερη φορά μια συλλογή διασκευών χτισμένο πάνω σε συνθέτες της κλασσικής εποχής, της μπαρόκ περιόδου και της ρομαντικής . Ο τίτλος του είναι “Headbangers Symphony”. Ένα άλμπουμ που σου αφήνει μοναχά δύο επιλογές: είτε το κάνεις τρελά κέφι και σου αρέσει είτε σου περνάει αδιάφορο. Δύσκολη επιλογή για έναν οπαδό.
Κάνοντας κλασσικές μουσικές σπουδές τα τελευταία χρόνια και έχοντας πρόσφατα ολοκληρώσει ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο των θεωρητικών τους μαθημάτων, παράλληλα με το κάθε κομμάτι, θα αναφέρω πολύ συνοπτικά δυο λόγια για το κάθε κομμάτι και τον αυθεντικό συνθέτη του διότι πλέον γνωρίζω πολύ καλά ότι ολόκληρη η μουσική είναι χτισμένη πάνω σε αυτούς και άλλους πολλούς από όλες τις εποχές της (μεσαίωνας , αναγέννηση, μπαρόκ, κλασσική, ρομαντική, σύγχρονη).
Παρά όλη την γκρίνια μου για την βαρύτητα, την δυσκολία αλλά και την κούραση του να περάσεις μέσα από μια διδακτική ύλη μαθημάτων όπως είναι η μορφολογία της μουσικής και η ιστορία της μουσικής, όταν τελικά ολοκληρώσεις το κεφάλαιο και καθαρίσει το μυαλό σου από όλα αυτά τα διαβάσματα αυτό που σου μένει στο τέλος είναι η γνώση και η εκτίμηση των πραγμάτων στη μουσική, καλύτερα από ποτέ.
Ας μην πλατειάσουμε όμως με αυτό άλλο, δεν είμαι εγώ το θέμα μας και ας πάμε να δούμε τι είναι αυτό που μας προσφέρει μέσα από αυτή του τη δουλειά ο Hoffmann.
Οι μουσικοί που επιστράτευσε για τις ανάγκες του άλμπουμ, είναι ο παλιός του συνοδοιπόρος στους Accept, Peter Baltes (Bass), ο Cristpher Williams (Drums), ο Melo Mafali (Orchestrations) αλλά και ό ίδιος ο Wolf (Guitar, Keyboards, Bass).
 Η ατμόσφαιρα που επικρατεί και η παραγωγή του, κατατάσσουν το παρόν έργο σε αυτές τις εποχές, αποφεύγοντας την πολύ γυαλάδα και στοιχεία που θα το έκανα να ξεφεύγει από το ύφος.
 Το κομμάτι που ανοίγει τον δίσκο, είναι το Scherzo”.το κομμάτι αφορά την “9η Συμφωνία” του Beethoven, ο οποίος έμεινε στην ιστορία για τις επιρροές του σε όλους τους μετέπειτα συνθέτες και ανήκει στην Κλασσική και Ρομαντική εποχή, μιας και συνέπεσε με την μετάβαση από την μία εποχή στην άλλη και είναι γνωστός για τις συμφωνίες του. Εδώ ο Wolf Hoffmann, χρησιμοποιεί το βασικό riff του Teutonic Terror από τον δίσκο Blood Of The Nations  (Accept).   Την σκυτάλη παίρνει το Night On Bald Mountain , η μουσική του ανήκει στον Modest Mussorgsky και στην ομώνυμη συμφωνία του. Ανήκει στην ρομαντική περίοδο, Ρώσος και ήταν σε ένα γκρουπ γνωστό ως «Οι Πέντε».
Η μουσική του περιείχε πολλά στοιχεία ιστορίας και folklore (αλλά και άλλων εθνοτήτων) της πατρίδας του.
  Ακολουθεί το Jes Crois Enterndre Encore” του George Bizet, γάλλος συνθέτης, ρομαντικός και αυτός. Εδώ ο Hoffman, παντρεύει την μουσική του Bizet με στοιχεία από τη metal και από τη μπλουζ, αλλά νομίζω ότι η μελωδία του μιλάει από μόνη της.
  Αφήνουμε για λίγο τη ρομαντική εποχή και πάμε στην Baroque και στον Vivaldi. Το έργο που διάλεξε να διασκευάσει εδώ είναι το “Double Cello Concerto In G Minor”, στο οποίο προσθέτοντας  τα riffs της ηλεκτρικής του έδωσε ένα πιο metal ύφος. Ο Antonio Vivaldi, είναι γνωστός συνθέτης αυτής της εποχής, βιρτουόζος βιολιστής, δάσκαλος και κληρικός. Το πιο γνωστό του έργο είναι μια σειρά από κοντσέρτα για βιολί γνωστή και ως οι «Τέσσερις Εποχές».
  Συνεχίζουμε το μουσικό μας ταξίδι στην ίδια εποχή και πάμε σε μια σύνθεση του Albinoni, το Adagio In G Minor”. Εδώ ο Wolf, το έκανε σκέτο Adagio το επέκτεινε και το έκανε να ηχεί ελαφρώς διαφορετικά, ωστόσο εκφράζοντας το σκεπτικό του, παρέμεινες πιστός ακολουθώντας τη φόρμα της αυθεντικής σύνθεσης με το κύριο θέμα της.  Ο Albinoni, Ιταλικής καταγωγής, γνωστός στην εποχή του σαν συνθέτης όπερας , για τον ορχηστρικό του πλούτο και για τα κοντσέρτα του.
  Το Symphony No. 40” που παίζει μετά, ανήκει στην ομώνυμη σύνθεση του Johannes Chrysostomus Wolfgangus Theophilus Mozart (Wolfgang Amadeus Mozart), ο οποίος ανήκει στην κλασσική περίοδο της μουσικής, με περιγραφικότητα και επιρροές στις συνθέσεις των μεταγενέστερών του.  Εδώ το βασικό του θέμα στην πρώτη φωνή, περνάει όλο από την ηλεκτρική αλλάζοντας οκτάβες  με heavy riffs ενώ τα υπόλοιπα μουσικά όργανα συνοδεύουν αρμονικά με συγχορδίες και παραλλαγές τους ακολουθώντας το στυλ της σύνθεσης της ομοφωνίας.

 Πάμε πάλι στη ρομαντική περίοδο και συγκεκριμένα προς τα τέλη της και στον Pyotr Ilyich Tchaikovsky. Η επιλογή του εδώ αφορά το έργο “Η Λίμνη Των Κύκνων” (Swan Lake), το οποίο είναι μπαλέτο. Ακούγεται εντελώς διαφορετικό από άλλες εκδοχές που του έχουν δώσει άλλοι καλλιτέχνες της ροκ. Το έκανε λίγο πιο Sabbathικό με στοιχεία Maiden.  Ο Tchaikovsky, τιμήθηκε το 1984 από τον Αυτοκράτορα Alexander III και πολλά από τα έργα του έμειναν στο κλασικό ρεπερτόριο της περιόδου του.


Το Madame Butterfly”, είναι το όγδοο κατά σειρά που επιλέγει να διασκευάσει. Εδώ μας δίνει μια διαφορετική υπογραφή με την κιθάρα του η οποία αναλαμβάνει χρέη φωνής. Το έργο αυτό είναι μια όπερα και ήταν γραμμένο για γυναικεία φωνή. Ανήκει στα έργα του Giacomo Puccini, ο οποίος θεωρήθηκε σαν τον μεγαλύτερο συνθέτη όπερας της Ιταλίας μετά τον Verdi. Πέρασε στα έργα του το ρεαλιστικό στυλ λ βερισμού και έγινε ένας από τους καθοδηγητές εκθέσεων της φόρμας αυτής.  Επιστρέφουμε και πάλι σε έργο του Beethoven, δεύτερο στο άλμπουμ. Αυτή την φορά, καταπιάνεται με την «Παθητική». Το "Pathétique", ήταν ένα καθαρά πιανιστικό έργο, το οποίο στα ωδεία δίνεται στην τάξη της ανωτέρας και όλα τα θέματα του περνάνε από την ηλεκτρική και τα συμφωνικά πλήκτρα, κάνοντας το ένα βαρύγδουπο κομμάτι μπολιασμένο με riffs. Το συγκεκριμένο κομμάτι, λόγο τα βαρύτητας που έχει στην κλασσική οργανική μουσική, θα μπορούσε να θεωρηθεί ιεροσυλία, αλλά προς τιμή του, δε ξέφυγε καθόλου από τα μοτίβα του και απλά το έκανε μετάβαση όπως ήταν, αλλά με συνοδεία μουσικών οργάνων, ακλουθώντας το στυλ της πολυφωνίας, όπου τα θέματα του περνάνε από όλα τα μουσικά όργανα.   Συνέχει με το Meditaion το οποίο είναι μπαλάντα και η μοναδική «μπαλάντα» του δίσκου, παρμένο από την ομώνυμη όπερα του γάλλου Jules Masseget  και στο οποίο δεν διακρίνονται και μεγάλες αλλαγές. Ο Massenet, σαν ρομαντικός, ήταν γνωστός για τις όπερές του, όπου έγραψε συνολικά τριάντα.  Οι δύο πιο γνωστές του είναι το Manon (1884) και Werther (1892). Έγραψε επίσης ορατόρια, μπαλέτα, ορχηστρικά έργα, πιανιστικά κομμάτια, σκηνική μουσική, τραγούδια και διάφορα άλλα πολλά.
  Και κάπου εδώ φτάνουμε στο τέλος του άλμπουμ, το οποίο ολοκληρώνεται με μια μπαρόκ σύνθεση. Αυτή είναι το Air On The G String”, το οποίο προέρχεται από το ομότιτλο έργο του Johann Sebastian Bach – ο οποίος δεν γινόταν να λείπει από κάτι τέτοιο - ή όπως είναι και πιο γνωστό σαν έργο στους πιανίστες Orchestral Suite No.3 In D Minor”. Στους φοιτητές – σπουδαστές της κλασσικής μουσικής, είναι και γνωστός σαν Αχ-Μπαχ αλλά τι να πρωτοπεί κανείς για τον Bach; Θα σταθούμε σε ελάχιστα και πολύ βασικά σημεία, όπως στο ότι έφερε την απόλυτη αρμονία και πολυφωνία, ότι θεωρείται πατέρας της αντίστιξης. Ολοκλήρωσε και τελειοποίησε όλες τις φόρμες και επεξεργάστηκε  έργα άλλων συνθετών κάνοντας τα ακόμα πιο αξιόλογα και φυσικά μας έδωσε το κλειδί για να ανοίξουμε τις πόρτες του ναού της σύγχρονης μουσικής με λίγα λόγια. Το πιο γνωστό του έργο, το Toccata & Fugue In D Minor, όπως και ότι μας άφησε την τέχνη της φούγκας, βασιζόμενη σε ένα μόνο θέμα με 17 φούγκες, το οποίο δεν κατάφερε να ολοκληρώσει. Εδώ ο Hoffmann, χωρίς να έχει κάνει σπουδαίες αλλαγές, περνάει το κύριο θεματικό του στην ηλεκτρική και το αφήνει να ξετυλιχθεί ακολουθώντας πιστά την αυθεντική εκτέλεση, αλλά συνοδευόμενο με ορχήστρα.
  Εν κατακλείδι, η δουλειά αυτή, στο σύνολο της μου άρεσε, αλλά επίσης μου αρέσει και η κλασσική μουσική αλλά και η ροκ και μέταλ (και τα παρακλάδια τους), όπως και τα έργα που διάλεξε να διασκευάσει. Για εμένα το πάντρεμα αυτών των δύο ειδών, είναι μια ωραία συγκεχυμένη αρμονία με πλούσια μελωδικότητα που καταφέρνει να συνδυάζει δύο διαφορετικά είδη τόσο πολύ ταιριαστά μεταξύ τους. Επίσης το είδος της μουσικής που ακούμε, προέρχονται όλα από την οργανική - πιανιστική μουσική η οποί αφορά όλα τα είδη από τον μεσαίωνα έως την σύγχρονη.
Σε προσωπικό επίπεδο το βρήκα αρκετά ενδιαφέρουσα δουλειά και διαφορετική από ότι συνηθίζουμε να ακούμε. Κάτι τέτοιο, συνήθως χρειάζεται πολλές ακροάσεις και καλό θα ήταν να γνωρίζει κανείς και τα αυθεντικά έργα για να έχει μέτρο σύγκρισης αλλά ώστε να μπορεί να διακρίνει τη διαφορά, τη διαφορετικότητα και τις όποιες αλλαγές που μπορεί να προκύπτουν. Αν φυσικά σας αρέσουν τα παραπάνω είδη αλλά και η μίξη των δύο τους, τότε σίγουρα θα σας αρέσει και το προτείνω ανεπιφύλακτα. Αν όμως είστε σε αυτούς που δεν τους αρέσει αυτό το είδος ή το οτιδήποτε, τότε αυτή η δουλειά δεν απευθύνεται σε εσάς.
Είναι ιδιάζουσα περίπτωση και πάλι  όμως, αφορά τα ακούσματα που έχει ο καθένας και τις επιρροές του, όπως και ο Wolf Hoffmann, μας παρουσιάζει εδώ τις δικές του. Αν και καλό θα ήταν να του δίνατε μια ευκαιρία όπως και να έχει. Σε γενικές γραμμές, είναι δίσκος που αφορά τα δύο άκρα love it or hate it.
Διαλέξτε πλευρά και θα έχετε κάνει αυτόματα και την επιλογή σας για αυτόν.

Γιώργος Βαλιμίτης

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Jorn Lande: "Heavy Rock Radio"


Αναμφίβολα ο Jorn Lande είναι "η" φωνή του heavy metal της γενιάς αυτής και
όταν καμμιά φορά αναρωτιέμαι: ποιος θα αναλάβει να κουβαλήσει τη "δάδα" του heavy metal τώρα που οι Dickinson και Halford είναι πλέον στη δύση της καριέρας τους, το όνομα που έρχεται στο μυαλό, πολλών από εμάς επίσης, είναι αυτό του Jorn Lande.

Ο  Jorn είναι  metal. Αρκεί κάποιος να ακούσει τη φωνή του άνδρα και να αντιληφθεί τα νοούμενα των γραφομένων. Δυναμική φωνή, πλούσια, υψηλές και χαμηλές γεμάτες νότες, για να μην αναφέρω, ότι για χρόνια παραλληλίζονταν με τους υπέρτατους Ronnie James Dio και  David Coverdale.
 Ο Jorn Lande επιστρέφει λοιπόν με ένα δίσκο διασκευών από αγαπημένες του (και δικές μας) συνθέσεις. Το πόνημα του ονομάζεται "Heavy Rock Radio"και περιγράφει αυτό ακριβώς που ακούμε στη δημιουργία αυτή: τραγούδια από τον ευρύτερο χώρο της rock παρουσιασμένα από τον καλλιτέχνη με βαρύτερη, μεταλλική προσέγγιση!
Και αυτά είναι: η κλασική σύνθεση της  Frida των ABBA "There’s Something Going On", που μεταμορφώνεται σε μία συναρπαστική "μεταλλική" σύνθεση. Το  αγαπημένο "Rev on the Red Line" των  Foreigner, που ο Jorn το μετα(λ)μορφώνει εντελώς!
Ξεχωρίζουν επίσης τα: "Rainbow in the Dark" του Dio, ιδιαίτερο το  "You’re the Voice" του John Farnham.
Εκείνο όμως που διαφοροποιείται αρκετά για την ιδιαίτερη και πανέμορφη διασκευή του είναι το υπεραγαπημένο "Don’t Stop Believing" των Journey.
Η ευαρέσκεια μου επεκτείνεται και για το  "Hotel California" των The Eagles.
Η μεγάλη αγάπη του είναι όμως οι Deep Purple και το αποδεικνύει στο τεράστιο "Stormbringer"!"Ξεσκονίζει" τέλεια και μία αδικημένη σύνθεση του  Paul Stanley, το "Live to Win" με εντυπωσιακό τρόπο!!
Νομίζω, ότι πρόκειται για μία εξαιρετική προσέγγιση του καλλιτέχνη σε συνθέσεις που αγαπήθηκαν αλλά θα περιμένω την επόμενη προσωπική του.

Νότης Γκιλλανίδης

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

Eric Clapton: “I Still Do”

«Πήγα να δω την θεία μου που ήταν βαριά άρρωστη. Μου έσφιξε το χέρι και μου είπε με χαμόγελο : “Πάντοτε σε συμπαθούσα Eric. Ακόμη σ’ έχω στην καρδιά μου». Από εκεί βγήκε και ο τίτλος του άλμπουμ, “I Still Do”.

Ο Έρικ Κλάπτον έχει εδώ και παραπάνω από έναν χρόνο προσπελάσει το άλλοτε αδιανόητο για ροκ σταρ ηλικιακό όριο των 70 χρόνων. Όσo κι αν ατο προσδόκιμο ζωής αυξάνεται, οι ηλικίες παραμένουν πανθομολογούμενα τρεις. Και όταν βρίσκεται κανείς στην τρίτη, δεν υπάρχει πλέον ούτε χρόνος, ούτε χώρος, ούτε διάθεση για τις τεθλασμένες αναζητήσεις, για τους ρόλους που φόρεσε η ζωή και η ανάγκη.
Δεν υπάρχει λόγος, ειδικά για έναν καλλιτέχνη όπως ο Clapton, να υποδυθεί κάτι για να του αποφέρει η υπόκριση κάτι άλλο.
Ο Clapton στρέφεται λοιπόν στην πηγαία έμπνευση. Στην βιωμένη από τον ίδιο όσο από ελάχιστους, φυσική, εκρέουσα ανυπόκριτα, blues αίσθηση. Όπως εξομολογείται στο “Spiral”, είναι ευγνώμων που έχει αυτή τη μουσική μέσα του ("I'm just playing this song… you don't know how much it means to have this music in me"). Τα τελευταία 10 περίπου χρόνια, έχει καταστήσει άλλωστε σαφή την πρόθεσή του αυτή, να παίζει και να κυκλοφορεί μόνον ό,τι τον έχει αληθινά σημαδέψει στο πέρασμα μιας καρριέρας μισού αιώνα και παραπάνω.
Συνυπήρξε με το είδωλό του, τον B.B. King στο “Riding With The King”, επανεμφανίστηκε με το πρώτο και ύστατο power rock trio (του), τους Cream, απέδωσε φόρο τιμής στον  Robert Johnson, περιόδευσε με τους περιπετειώδεις Blind Faith και τον Steve Winwood, δούλεψε με τον σκιώδη μέντορά του, J.J. Cale, αφιερώνοντας μάλιστα και ολόκληρο μουσικό έργο σ’ αυτόν, μετά το θάνατό του (“The Breeze - An Appreciation of J. J. Cale”, 2014).
Δεν έχει αξία να αποτιμά κανείς το έργο ανθρώπων όπως ο Clapton με όρους συγκριτικούς, σα να διαλέγει προϊόν ανάμεσα από δύο περίπου ισάξιες φίρμες σε σουπερμάρκετ. Το ενστικτώδες ερώτημα αν ο δίσκος είναι «καλός ή όχι» έχει χάσει κάθε έννοια στις περιπτώσεις αυτές. Το μόνο κριτήριο είναι η αν λειτουργεί σαν αίσθηση και αν περνάει στον ακροατή η ειλικρίνεια στην προσέγγιση. Και αυτό το άλμπουμ δεν είναι τίποτα λιγώτερο από έναν ευθύ, αβίαστο, γεμάτο συναίσθημα δίσκο του Clapton. Μια τέτοια συλλογή από δικές του εκδοχές σε αγαπημένα του blues (συν δύο θαυμάσια δικά του) έχει προκύψει ως φυσική ανάγκη για τον Eric. Δεν υπάρχει εδώ «καλό» ή «κακό».
Το 23ο studio άλμπουμ του τον ξαναφέρνει κοντά στον Glyn Johns, τον παραγωγό που μπόρεσε να αποδώσει με ιδανικό τρόπο τον εσωστρεφή όσο και πολυσυλλεκτικό ήχο του σε άλμπουμ όπως το θρυλικό “Slowhand” και το πιο “Backless”, πίσω στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Η συνεργασία αυτή μεταφράζεται σε μια με φροντίδα ηχογραφημένη εκλεκτική blues ματιά που αφαιρεί την ηλικία από τις συνθέσεις και τον ερμηνευτή.

Το "Alabama Woman Blues" είναι μια σύνθεση του Leroy Carr ηλικίας περίπου 85 χρόνων, που εδώ την χειρίζεται μια full band, με τα ακκορντεόν να έρχονται από τον Μισσισσιπή και το ηλεκτρικό παίξιμο του Κλάπτον απ’ την παράδοση του Σικάγο.
Στο "
Cypress Grove" του Delta bluesman Curtis "Skip” James (1902-1969) η κιθάρα σέρνεται σαν κροκόδειλος σε βάλτο της Λουιζιάνα. Το αρχαϊκό "Stones In My Passway" του Robert Johnson είναι γεμάτο από τα προβλεπόμενα διαολεμένα slide, με τα ρυθμικά χειροκροτήματα να προσδίδουν μια σχεδόν φανκ αίσθηση.
Ένα ακόμη curio απ’ τα ’30s, η μπαλάντα "Little Man, You've Had A Busy Day" ακούγεται συγκινητική, ενώ βγαλμένη απ’ τις country ευαισθησίες του “Backless” έρχεται η πολύ εύστοχη διασκευή στο "I Dreamed I Saw St. Augustine" του Dylan (απ’ το άλμπουμ John Wesley Harding), την οποία κάνει, ως συνήθως, δική του.
Δικά του και τα δύο θαυμάσια πρωτότυπα, το “Spiral” και το “Catch The Blues, στο αιθέριο δεύτερο με φωνητικά από την Michelle John. Η συμμετοχή του “Angelo Mysterioso” (ψευδώνυμο του George Harrison) στο “I Will Be There” ανεξάρτητα ποιόν αφορά (τον ίδιο ή τον γιο του Dhani Harrison) αποδίδει σε κάθε περίπτωση επάξια, αφήνοντάς μας ένα βαθιά συναισθηματικό τρακ.
Το γραμμένο από τον
J.J. Cale “Somebody Knockin’” το προέταξε ήδη στο περσινό live (”Slowhand live at 70 – Live At Royal Albert Hall”), σε μια υπενθύμιση του πόσα χρωστά δια βίου στο laid back, περιεκτικό στυλ του συνθέτη του, με τα ηλεκτρικά σόλο να κερδίζουν την προσοχή. Δεν είναι τυχαίο ότι υπάρχουν δύο κομμάτια του J.J. στο δίσκο (το άλλο το “Can’t Let You Do It”).
Το παραδοσιακό gospel “I’ll Be Alright” (με το ρεφραίν να υπενθυμίζει “I’ll be going home someday”) και το εξόδιο του “I’ll Be Seeing You φέρνουν αναπόφευκτα την ηχώ ενός προκαταβολικού αποχαιρετισμού και κόμπους στο λαιμό.   
Σοφία, μόνον. Αυτό αναβλύζει απ’ το άλμπουμ “I Still Do”.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

Chris Ousey: "Dream Machine"

Όταν ο αρχισυντάκτης με ρώτησε αν θα αναλάβω την 'παρουσίαση του τελευταίου προσωπικού δίσκου του Chris Ousey (προφανώς γνωρίζοντας τη μακροχρόνια λατρεία μου για τη φωνή του βετεράνου μελωδικού καλλιτέχνη) η απάντηση ήταν άμεση με την φράση: ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ!!!

Η παρουσία του Chris Ousey από τους  Virginia Wolf, όπου τον πρωτάκουσα, μετέπειτα στους  Heartland που τον αποθέωσα έως και τους πρόσφατους Snakecharmer ( μμμ…), καθώς και στα προσωπικά του δημιουργήματα και συνεργασίες (Ozone, Ousey) πάντοτε με ενθουσίαζε.
Έτσι λοιπόν με τη δεύτερη προσωπική του κυκλοφορία, το "Dream Machine", η διαπίστωση μου παραμένει η ίδια, η ποιότητα της φωνής είναι αναλλοίωτη, όπως και η αισθαντικότητα και ψυχή που καταθέτει σε κάθε τραγούδι είναι αξεπέραστες!
Βαπτισμένος από τον μουσικό  τύπο ως ''ο Άνδρας με τις χρυσές αμυγδαλές'' ο Ousey έπειτα από το εξαιρετικό ''Rhyme And Reason'' του 2011 επιστρέφει με το ''Dream Machine''. Δικαιολογεί όμως τον τίτλο αυτό;;;
Καταρχάς στην παραγωγή του "Ryhme And Reason" ήταν ο μέγιστος μουσικός Mike Slamer και ο δίσκος είχε μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία και έβαλε οριστικά τον Chris στην κορυφή των μελωδικών ερμηνευτών.
Αυτήν τη φορά την παραγωγή έχουν αναλάβει οι Lars Chriss και ο Khalil Turk. Όλες οι συνθέσεις συντέθηκαν από τους  Chris Ousey και τον ''μέσα σε όλα και με όλους'' Tommy Denander με μία εξαίρεση.
Το ''Better Time To Come'', που είναι σύνθεση του αείμνηστου  Christian Wolf που το συν-συνέθεσε με τους  Ousey και Denander.
''Η καλή μέρα φαίνεται από το πρωί'' και το ''This Is The Life'', ανοίγει τον δίσκο με τις κιθάρες να ''κελαηδούν'', το μπάσο να ''αστράφτει και να βροντά'' σε μία σύνθεση ροκάδικη που δεν αφήνει κανέναν αραχτό στον καναπέ.
Οι ρυθμοί πέφτουν και γίνονται μελωδικότεροι στο ''Another Runaway'', που είναι η δεύτερη σύνθεση του  δίσκου, "πιασάρικο"  στο έπακρο με  σόλο κιθάρας που σου εντυπώνονται,  γενναίες "δόσεις" πλήκτρων και εξαίρετα φωνητικά από τον  Chris Ousey.
Όπως και στο ομώνυμο ''Dream Machine'' με τον ήχο της φωνής του  Ousey να δεσπόζει επενδυμένος με έναν εξαιρετικό επίχρισμα πιάνου από τα 60ς και με ένα κιθαριστικό  solo να θυμίζει τον αείμνηστο  Gary Moore (R.I.P).
Το ''War'' μας δίνει την ευκαιρία να διαπιστώσουμε το εύρος της φωνής του καλλιτέχνη με πανέμορφο το πιασάρικο ρεφραίν με εξαιρετικές μουσικές φρασούλες και μελωδικά άγγιστρα.
Παρόμοιας τεχνοτροπίας και τα στιβαρά ''Tearin It All Down'' και ''Into Your Dream''.
 
Όμορφη σύνθεση και το ''Moment Of Madness'' με ένα πανέμορφο και ταξιδιάρικο παιάνισμα πριν η σύνθεση απογειωθεί! Μπάσο, τύμπανα και κιθάρες ντύνουν επιδέξια την αγαπημένη προσωπικά σύνθεση.
''Gone Long Gone'' ονομάζεται η απαραίτητη μπαλάντα με πιασάρικο πλήκτρο να καθοδηγεί τη μελωδία, χορωδιακό ρεφραίν μοναδικό, η τέλεια συνταγή.
Το ''Return To Me'' γιγαντιαία σύνθεση με βαρβάτες μπασογραμμές, ''αστραπές'' τυμπάνων, γιγαντιαίο τείχος πλήκτρων και κιθάρα που κεντάει. Η απόλυτη σύνθεση για άσμα γηπεδικό.
Η επιτομή του επιτυχημένου  AOR μελωδικού hard rock. Χωρίς μία σύνθεση που απλά υπάρχει ή είναι κακή;;;
Απαντώ όμως στο αρχικό ερώτημα: είναι πραγματικά ''μηχανή ονείρων'';
Το ''Dream Machine''είναι  ένα πολύ επιτυχημένο εμπορικά άλμπουμ που συνδυάζει  radio rock, AOR και μελωδικό  Rock. Και ασφαλώς ο Chris Ousey είναι ο τύπος του μουσικού, που έχει την ικανότητα  να συνδυάζει με επιτυχία εμπορικότητα και καλλιτεχνική τιμιότητα,  γι’ αυτό και η μουσική του έχει απήχηση σε ευρύτερο φάσμα ακροατών.
Η παρουσία του  Tommy Denander με προβληματίζει μόνο σε ένα σημείο: είναι ο δίσκος του Tommy Denander με τον Chris Ousey στη φωνή;
Γιατί αν εξαιρέσω τα Gone Long Gone, Another Runaway και το Tear It All Down, στα υπόλοιπα ο υπέροχος αυτός καλλιτέχνης ακούγεται σα να ακολουθεί τη μουσική και όχι το αντίθετο.
Πάντως για τη δόξα και το μεγαλείο του  AOR μελωδικού  hard rock music, ο Chris Ousey και το πόνημα του "Dream Machine" καταλαμβάνει περίοπτη θέση και όχι μόνο για το καλοκαίρι τούτο!

Νότης Γκιλλανίδης

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Circa: “Valley Of The Windmill”

Για όσους δεν γνωρίζουν οι Circa είναι ένα progressive rock supergroup που ξεκίνησε δισκογραφικά το 2007 και πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησαν το ολοκαίνουργιο “Valley Of The Windmill” που είναι η τέταρτη στούντιο δουλειά τους.

Με πρωτεργάτες θρυλικές μορφές της prog-rock σκηνής όπως ο κιμπορντίστας των Yes, Tony Kaye, του ντράμερ Alan White (αποχώρησε το 2008) αλλά και του πολυτάλαντου τραγουδιστή, κιθαρίστα και συνθέτη  Billy Sherwood (Lodgic, World Trade, Yes, Conspiracy) κατάφεραν να δώσουν μία ακόμη πιο σύνθετη διάσταση στον σύγχρονο προοδευτικό ήχο με την συνδρομή βέβαια , του ντράμερ Scott Connor (Υοso) και του μπασίστα Ricky Tierney (Αlice Cooper).
Με βάσεις από μπάντες όπως οι Gentle Giant, οι Porcupine Tree, οι Marillion και φυσικά οι μεγάλοι Yes το σπουδαίο κουαρτέτο μας χαρίζει 4 εξαιρετικές συνθέσεις γεμάτες μουσική και εικόνες  εμπλουτισμένες με δαιδαλώδεις ενορχηστρώσεις. Ειδικά για όσους αγαπούν τους Marillion θα λατρέψουν ετούτη εδώ την κυκλοφορία και θα παρακαλούσαν μέσα τους να είχαν γράψει εκείνοι αυτές τις συνθέσεις!
 Η νέα δουλειά των Circa μπορεί να περιλαμβάνει μόνο τέσσερα τραγούδια (!!!) όμως σε αποζημιώνει ολοκληρωτικά όπως συμβαίνει με το μαραθώνιο “Our Place Under The Sun”  που χωρίζεται σε τρία μέρη σε γυρίζει ευχάριστα  πολλές δεκαετίες πίσω, τότε που το prog-rock σε ταξίδευε σε όλες τις γωνιές του πλανήτη.
Αλλά και το “Empire Over” ακούγεται απολαυστικό  με σαφείς αναφορές στην δεκαετία του ’80 ενώ το ομότιτλο κομμάτι του άλμπουμ κερδίζει δικαιωματικά τις εντυπώσεις λόγω κυρίως της εκτελεστικής δεινότητας σε όλους τους τομείς του Billy Sherwood. Το άλμπουμ ξεκινά με το 15 λεπτο, “Silent Resolve” όπου ο prog-rock χορός καλά κρατεί με τις μελωδίες να μετατρέπονται σε μικρό χείμαρρο.
Οι λάτρεις λοιπόν των μακροσκελών κιθαριστικών σόλων, των εμπνευσμένων και ατελείωτων μελωδιών, οι “ψυχάκηδες” των πλήκτρων, οι “κολλημένοι” με τους περφεξιονισμούς  και όσοι δεν κουράζονται από συνθέσεις που διαρκούν όσο ένα ημίχρονο στο μπάσκετ μπορούν άφοβα να αγαπήσουν το συγκεκριμένο δίσκο.
Παρατήρηση όσοι φίλοι αναγνώστες ακούτε μόνο Motorhead, Ramones και AC/DC και τα σχετικά… αποφύγετε με κάθε τρόπο αυτό εδώ το μικρό αριστούργημα.

Φώτης Μελέτης

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Red Hot Chili Peppers: "The Getaway"

Πέντε χρόνια μεσολαβήσανε από την τελευταία τους
δισκογραφική δουλειά. Πέντε χρόνια που μέσα σε αυτά καταφέραμε να τους δούμε και στην χώρα μας (επιτέλους!!), σε ένα σχεδόν γεμάτο ΟΑΚΑ, όχι όμως και sold out.

Θυμάμαι εκείνη την βραδιά στις 4 Σεπτεμβρίου του 2012, ανάμεσα στα είκοσι έξι κομμάτια που έπαιξαν (μαζί με τα τζαμαρίσματα), στο τελείωμα του “Under The Bridge” να κάνει την εμφάνισή του το “Dosed” σε teased μορφή. Δε πειράζει, έστω και έτσι πήραμε μια γεύση, δε μας χάλασε.
Η συναυλία από εκείνη την βραδιά, όπως και πολλές άλλες ηχογραφήθηκαν από το συγκρότημα και δόθηκαν για πώληση στη διάθεση του κοινού μέσω της σελίδας τους. Η συναυλία από την χώρα μας επίσης, βρίσκεται και σε μορφή βίντεο σε ερασιτεχνική λήψη αλλά με την επίσημη ηχοληψία του.
Ήρθε η ώρα όμως να αφήσουμε τις νοσταλγίες και τις αναμνήσεις και να ρίξουμε μια ματιά στο νέο τους πόνημα. Με ένα κομμάτι λιγότερο από τον προκάτοχό του μας έρχεται το “The Getaway” όπως βαφτίσανε το νέο τους έργο.
Με δεκατρείς συνθέσεις λοιπόν και με τον ήχο να κυμαίνεται ακριβώς στα ίδια μονοπάτια. Ίδια πορεία δηλαδή με το “I’m With You”. Θα μπορούσε άνετα κανείς να σκεφτεί πως πρόκειται για την συνέχειά του ή απομεινάρια του ή αν δεν γνώριζες ότι ήταν σε μορφή μονού cd, σίγουρα θα πέρναγε από το μυαλό σου ότι πρόκειται για το δεύτερο cd του.
Η διαφορά με το προηγούμενο άλμπουμ είναι ότι δεν έχει ανεβαστικά κομμάτια ή χορευτικά όπως τα “Monarchy Of Roses” ή “Did I Let You Know”. Εξαίρεση ίσως θα μπορούσε να είναι το “Go Robot”. Από την άλλη πλευρά όμως ηχεί πολύ κοντά και στα χνάρια του άλμπουμ “By The Way” πχ στα “Sick Love” και στο “Goodbye Angels”.
Αν το κοιτάξει κανείς καθαρά τεχνικά, δεν υπάρχει καμία εξέλιξη ως προς το τομέα αυτό και δεν παρουσιάζουν κάτι διαφορετικό από τα ήδη κλασσικά στοιχεία τους.
Σίγουρα δεν θα μπορούσα να τον κατατάξω σε κάτι πολύ καλό ή καλύτερο από κάποια παλαιότερη δουλειά τους, καθώς αυτά που ακούω είναι αρκετά γνώριμα στα αφτιά μου. Με μια δόση διαφορετικότητας, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μονάχα το “Ticonderoga”.
Εξακολουθεί όμως να είναι ένας δίσκος των Peppers και ως γνωστόν, το λιγότερο - χειρότερο που μπορούν να κάνουν είναι να βγάλουν δίσκο αρκετά άνω του μετρίου.
Προτείνεται στου φίλους τους και μη ανεπιφύλακτα και είναι ένας δίσκος που σίγουρα θα μπορούσε να παιχτεί και ολόκληρος στο ραδιόφωνο αλλά και στα μουσικά κουτιά του σπιτιού σας.  Γιατί πολύ απλά ακούγεται πολύ παραπάνω από σκέτο «ευχάριστα».
Όπως και να έχει θα χαρακτηριστεί σύντομα κλασσικός, με όποιο νόημα και αν κρύβεται πίσω από αυτή τη λέξη.

Γιώργος Βαλιμίτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...